WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Chapter 43: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The philosopher presents an account of moral virtue as a stable disposition formed by repeated choice and habituation, defines virtue as a mean between excess and deficiency, and analyzes particular virtues (temperance, continence, intemperance, liberality, magnificence, magnanimity) and their opposites. He distinguishes voluntary from involuntary actions, examines the nature of pleasure and its relation to human flourishing, and argues that ethical well-being arises from right deliberation, balanced appetites, and the cultivation of character through practiced habits.

&Η αγαθή φιλαυτία ως αυταπαρνησία&. — O καλός όμως, όσα πρέπει να εκτελή, αυτά εκτελεί. Διότι πάντοτε ο νους προτιμά το καλλίτερον δι' έκαστον άτομον, ο δε καλός πειθαρχεί εις τον νουν. Είναι δε ακόμη αληθές διά τον σπουδαίον και ότι εκτελεί πολλά χάριν των φίλων του και της πατρίδος του, και εν ανάγκη θυσιάζει την ζωήν του χάριν αυτών. Δηλαδή αυτός περιφρονεί και χρήματα και τιμάς και εν γένει τα περιζήτητα αγαθά, διότι προμηθεύει εις το άτομόν του το καλόν. Δηλαδή θα προτιμήση να ευχαριστηθή δυνατά ολίγον καιρόν, παρά πολύν καιρόν ελαφρά, και να ζήση μίαν χρονιάν καλά παρά πολλά έτη όπως τύχη, και να κάμη μίαν πράξιν καλήν και σπουδαίαν παρά πολλάς και μικράς. Και βεβαίως εις τους θυσιαζομένους χάριν άλλων ίσως αυτό συμβαίνει. Επομένως εκλέγουν μέγα καλόν διά τον εαυτόν των. Και χρήματα δε ημπορούν να περιφρονήσουν με σκοπόν να τα λάβουν οι φίλοι των. Διότι τότε ο μεν φίλος λαμβάνει χρήματα, αυτός δε το καλόν. Επομένως το μεγαλίτερον αγαθόν το αποδίδει εις τον εαυτόν του. Και ως προς τας τιμάς δε και τας αρχάς κάμνει τα ίδια. Δηλαδή όλα αυτά θα τα αφήση διά τον φίλον του. Διότι δι' αυτόν τούτο είναι καλόν και αξιέπαινον. Επομένως δικαίως φαίνεται ότι είναι σπουδαίος, διότι απέναντι όλων των άλλων προτιμά το καλόν.

Είναι δυνατόν δε και ευδοκιμήσεις να χαρίση εις τον φίλον του, και επομένως ίσως θεωρεί ωραιότερον από την ιδικήν του ευδοκίμησιν το να συντελέση εις την ευδοκίμησιν του φίλου του. Λοιπόν εις όλα τα αξιέπαινα ο σπουδαίος αποδεικνύεται ότι κρατεί διά τον εαυτόν του την περισσοτέραν μερίδα του καλού. Τοιούτου είδους λοιπόν φίλαυτος πρέπει να είναι κανείς, καθώς είπαμεν, και όχι καθώς είναι οι περισσότεροι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Αν ο ευτυχής έχη ανάγκην φίλων&. — Υπάρχει δε ακόμη αμφισβήτησις αν ο ευτυχής έχει ανάγκην φίλων ή όχι. Δηλαδή λέγουν πολλοί ότι δεν έχουν καμμίαν ανάγκην φίλων οι αξιομακάριστοι και οι αυτάρκεις. Διότι αυτοί έχουν τα αγαθά των. Αφού λοιπόν είναι αυτάρκεις, δεν έχουν καμμίαν πρόσθετον ανάγκην, ο δε φίλος, αφού είναι άλλος εγώ, δεν κάμνει παρά να προμηθεύη εις αυτόν όσα δεν ημπορεί μόνος του. Δι' αυτό ελέχθη το εξής:

Όταν η τύχη βοηθή, τους φίλους τι τους θέλεις; {11}

Αλλά φαίνεται ως παράλογον, ενώ χαρίζουν όλα τα αγαθά εις τον ευτυχή, να μη του χαρίζουν και φίλους, αφού αυτοί φαίνεται ότι είναι το μεγαλίτερον από τα εξωτερικά αγαθά. Ακόμη δε, εάν ιδιότης του καλού φίλου είναι μάλλον να ευεργετή παρά να ευεργετήται, και εάν ιδιότης του αγαθού και της αρετής είναι να ευεργετή, καλλίτερον δε είναι να ευεργετή κανείς φίλους παρά ξένους, έπεται ότι ο σπουδαίος χρειάζεται φίλους διά να τους ευεργετή. Διά τούτο είναι ζήτημα αν εις τας ευτυχίας χρειάζονται περισσότερον οι φίλοι ή εις τας δυστυχίας, το οποίον αποδεικνύει ότι και όστις ατυχεί χρειάζεται ευεργέτας, και όστις ευτυχεί χρειάζεται ανθρώπους διά να τους ευεργετή. — Αλλ' ίσως είναι παράλογον ακόμη και να θέλωμεν να αφήσωμεν εις μοναξίαν τον αξιομακάριστον. Διότι μόνος του κανείς δεν θα εδέχετο να έχη έστω και όλα τα αγαθά. Διότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικός και επλάσθη να συζή. Επομένως και εις τον ευτυχή υπάρχει αυτό το φυσικόν. Διότι, αυτός έχει όλα τα φυσικά αγαθά. Είναι δε φανερόν ότι είναι καλλίτερον να συναναστρέφεται φίλους και καλούς ανθρώπους παρά ξένους και τυχαίους. Επομένως ο ευτυχής έχει ανάγκην φίλων.

&O αγαθός δεν έχει ανάγκην χρησίμων φίλων ούτε ηδονικών αλλά σπουδαίων&. — Τι εννοούν λοιπόν οι πρώτοι και πώς λέγουν την αλήθειαν; ή καθόσον πολλοί νομίζουν ως φίλους τους χρησίμους; και βεβαίως τοιούτους φίλους ποτέ δεν θα χρειασθή ο αξιομακάριστος, διότι αυτός τα έχει τα αγαθά. Επομένως δεν θα χρειασθή ούτε τους φίλους της ηδονής, παρά μόνον ολίγον — διότι, όταν ο βίος είναι ηδονικός, δεν έχει καμμίαν ανάγκην πρωτοφερμένης ηδονής. Αφού δε δεν έχει ανάγκην από τοιούτους φίλους, φαίνεται ως να μη χρειάζεται φίλους.

Αυτό όμως ίσως δεν είναι αληθές. Διότι εις την αρχήν είπαμεν ότι η ευτυχία είναι κάποια ενέργεια, αλλά η ενέργεια είναι φανερόν ότι γίνεται, και δεν υπάρχει καθώς ένα κτήμα. Αφού δε η ευτυχία συνίσταται εις την ζωήν και ενέργειαν, και αφού του αγαθού η ενέργεια είναι καθ' εαυτήν σπουδαία και ηδονική, καθώς είπαμεν εις την αρχήν, και αφού πάλιν το ιδικόν μας είναι ηδονικόν, και περισσότερον ημπορούμεν να επιθεωρούμεν τον πλησίον μας παρά τον εαυτόν μας, και τας πράξεις εκείνου παρά τας ιδικάς μας, αφού τέλος αι πράξεις των σπουδαίων, όταν είναι φίλοι, είναι ηδονικαί εις τους αγαθούς — διότι και οι δύο έχουν τα κατά φύσιν ηδονικά, — έπεται ότι ο αξιομακάριστος θα χρειασθή τοιούτους φίλους, αφού προτιμά να επιθεωρή πράξεις καλάς και φιλικάς, και τοιαύται είναι αι πράξεις του αγαθού φίλου. Έπειτα όλοι νομίζουν ότι πρέπει να ζη ηδονικώς ο ευτυχής, και λοιπόν εις μεν την μοναξίαν είναι δύσκολος ο βίος, διότι δεν είναι εύκολον μόνος του κανείς να ενεργή αδιακόπως, ενώ μαζί με άλλους και ως προς άλλους είναι ευκολώτερον. Επομένως η ενέργεια θα γίνη συνεχεστέρα, αφού και καθ' εαυτήν είναι ηδονική, το οποίον πρέπει να υπάρχη εις τον αξιομακάριστον. Διότι ο σπουδαίος, καθόσον είναι σπουδαίος, ευχαριστείται με τας ευαρέστους πράξεις, με τας μοχθηράς δε δυσαρεστείται, καθώς ο μουσικός τέρπεται με τας ωραίας μελωδίας, αλλά ενοχλείται με τας ποταπάς. Είναι δε δυνατόν να υπάρξη και κάποια προάσκησις της αρετής, καθώς λέγει ο Θέογνις {12}. Εάν δε εξετάσωμεν κάπως φυσικώς, φαίνεται ότι ο σπουδαίος φίλος είναι προτιμότερος εις τον σπουδαίον εκ φύσεως. Διότι το εκ φύσεως αγαθόν είπαμεν ότι είναι καθ' εαυτό αγαθόν και ηδονικόν εις τον σπουδαίον. Την δε ζωήν την ορίζουν διά τα ζώα ως δύναμιν της αισθήσεως, διά δε τους ανθρώπους ως δύναμιν της αισθήσεως και της νοήσεως συγχρόνως. Η δε δύναμις εξηγείται ως ενέργεια, και το κύριον πράγμα είναι η ενέργεια. Επομένως φαίνεται ότι η ζωή κυρίως είναι η αίσθησις και η νόησις. Αλλά η ζωή είναι από τα καθαυτό αγαθά και ηδονικά, διότι είναι ωρισμένη και παν ωρισμένον χαρακτηρίζει την φύσιν του αγαθού {13}. Ό,τι δε είναι εκ φύσεως αγαθόν είναι και με την ορθότητά του αγαθόν. Διά τούτο φαίνεται εις όλους ηδονικόν. Δεν πρέπει δε να απολαμβάνωμεν μοχθηράν ζωήν και κατεστραμμένην ούτε γεμάτην από λύπας, διότι αυτή είναι απροσδιόριστος, καθώς και τα υπάρχοντα εις αυτήν. Τούτο δε θα γίνη καταληπτότερον εις όσα θα ειπούμεν κατόπιν περί αυτής. Αφού δε και μόνη της η ζωή είναι αγαθή, έπεται ότι είναι και ηδονική. Τούτο δε φαίνεται και εκ του ότι όλοι την επιθυμούν, και μάλιστα οι καλοί και αξιομακάριστοι, διότι εις αυτούς ο τρόπος της ζωής είναι προτιμότερος, και η ζωή αυτών είναι η μακαριωτέρα από όλας. Αλλά όστις έχει το φως των οφθαλμών του αισθάνεται ότι βλέπει, και όστις ακούει αισθάνεται ότι ακούει, και όστις βαδίζει αισθάνεται ότι βαδίζει, ομοίως δε και εις όλα τα άλλα υπάρχει κάτι, το οποίον αισθάνεται ότι ενεργούμεν. Επίσης φαίνεται ότι αισθανόμεθα και ότι αισθανόμεθα και ότι εννοούμεν, το να αισθανώμεθα δε ότι αισθανόμεθα ή εννοούμεν σημαίνει αισθανόμεθα ότι υπάρχομεν {14} — διότι ύπαρξις απεδείχθη ότι είναι η αίσθησις και η νόησις. Το να αισθάνεται δε κανείς ότι ζη είναι από τα καθαυτό ηδονικά — διότι είναι εκ φύσεως αγαθόν η ζωή, το δε να αισθανώμεθα ότι το αγαθόν υπάρχει εντός μας είναι ηδονικόν. Και είναι προτιμητέα η ζωή και προ πάντων εις τους αγαθούς, διότι η ύπαρξις είναι εις αυτούς ηδονική — διότι ευχαριστούνται από την συναίσθησιν του καθαυτό αγαθού. Καθώς δε φέρεται προς τον εαυτόν του ο σπουδαίος, φέρεται και προς τον φίλον του — διότι ο φίλος είναι άλλος εγώ. Καθώς λοιπόν είναι προτιμότερον δι' έκαστον να υπάρχη ο ίδιος, ομοίως είναι προτιμότερον να υπάρχη ο φίλος του, ή σχεδόν ομοίως. Η δε ύπαρξις είπαμεν ότι είναι προτιμητέα, διότι αισθάνεται διά τον εαυτόν του ότι είναι αγαθός. Η τοιαύτη δε αίσθησις είναι καθ' εαυτήν ηδονική. Επομένως πρέπει να έχη συναίσθησιν και διά τον φίλον του ότι υπάρχει, τούτο δε ημπορεί να υπάρχη διά της συναναστροφής και επιμιξίας με τους λόγους και με την διάνοιαν. Δηλαδή ούτω πως φαίνεται ότι ημπορεί να εφαρμοσθή η συμβίωσις εις τους ανθρώπους και όχι καθώς εις τα βοσκήματα το να τρέφωνται εις τον ίδιον χώρον {15}. Αφού λοιπόν διά τον αξιομακάριστον είναι προτιμητέα η ύπαρξις καθ' εαυτήν, διότι είναι εκ φύσεως αγαθή και ηδονική, και αφού και η ύπαρξις του φίλου είναι παρoμοία, έπεται, ότι και ο φίλος είναι πράγμα προτιμητέον. Και ό,τι είναι διά κάποιον προτιμητέον, τούτο πρέπει να το έχη αυτός, άλλως θα είναι ελλιπής ως προς αυτό. Επομένως όστις πρόκειται να είναι ευτυχής χρειάζεται φίλους σπουδαίους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ I'.

&O αριθμός των φίλων&- — Αλλ' άραγε όσον το δυνατόν περισσοτέρους φίλους πρέπει να αποκτήσωμεν; Ή μήπως, καθώς φαίνεται ότι εφαρμόζεται αρμονικώς εις την φιλοξενίαν ο στίχος :

Ας μη με ειπούν πολύφιλον μήτε άφιλον τελείως,

ομοίως και επί της φιλίας εφαρμόζεται το να μην είναι κανείς ούτε άφιλος ούτε υπερβολικά πολύφιλος; Και λοιπόν διά την φιλίαν της χρησιμότητος φαίνεται ότι πάρα πολύ εφαρμόζεται αυτός ο στίχος — διότι είναι κοπιώδες το να εκδουλεύη κανείς αμοιβαίως πολλούς, και δεν επαρκεί εις αυτόν όλη η ζωή διά να εκτελέση αυτό. Επομένως είναι περιττοί και εμποδιστικοί οι περισσότεροι, από όσους είναι αρκετοί εις τον οικιακόν μας βίον διά να ζήσωμεν καλώς. Επομένως δεν χρειάζονται αυτοί.

Αλλά και οι χάριν ηδονής είναι αρκετοί, εάν είναι ολίγοι, καθώς εις την τροφήν το καρύκευμα. Αλλά οι σπουδαίοι άραγε πρέπει να είναι όσον το δυνατόν περισσότεροι, ή μήπως υπάρχει κάποιον μέτρον και διά τον πληθυσμόν των φίλων, καθώς υπάρχει διά τον πληθυσμόν μιας πόλεως ; Δηλαδή ούτε με δέκα ανθρώπους αποτελείται πόλις, ούτε με εκατόν χιλιάδας κατοίκους είναι πλέον πόλις {16}. Ίσως όμως το ορθόν ποσόν δεν είναι έν ωρισμένον, αλλ' είναι ό,τι υπάρχει μεταξύ ποσών ωρισμένων. Επομένως και των φίλων υπάρχει ωρισμένος πληθυσμός, και ίσως αυτός είναι το ανώτερον ποσόν των φίλων, με τους οποίους ημπορεί κανείς να συναναστρέφεται -αυτό δε απεδείχθη ότι είναι χαρακτηριστικώτατον της φιλίας. Ότι όμως δεν είναι δυνατόν να συναναστρέφεται κανείς πολλούς και να μοιράζη τον εαυτόν του, δεν είναι δυσνόητον. Έπειτα και εκείνοι πάλιν πρέπει μεταξύ των να είναι φίλοι, αφού πρόκειται να συναναστρέφωνται ο είς τον άλλον• Τούτο όμως είναι δύσκολον να συμβή εις πολλούς. Είναι δε επίσης δύσκολον και το να συγχαίρη και να συλλυπήται κανείς φιλικώς πολλούς. Διότι είναι πιθανόν να συμπέση ανάγκη συγχρόνως άλλον να συγχαίρη και άλλον να συλλυπήται. Ίσως λοιπόν είναι ορθόν να μη προσπαθούμεν να έχωμεν όσον το δυνατόν περισσοτέρους φίλους, αλλά τόσους μόνον, όσοι αρκούν εις την συναναστροφήν. Διότι ίσως φανή ακόμη, ότι ούτε είναι καν δυνατόν να είναι, κανείς πολύ καλός φίλος με πολλούς. Διά τούτο ούτε να ερωτεύεται κανείς περισσοτέρους φαίνεται δυνατόν, διότι ο έρως σημαίνει υπερβολικήν φιλίαν, τούτο δε γίνεται μόνον ως προς ένα. Επομένως και η στενή φιλία γίνεται μόνον με ολίγους. Αυτό δε φαίνεται ότι συμβαίνει και εις τα πράγματα. Δηλαδή δεν γίνονται πολλοί φίλοι με το είδος της συνεταιρικής φιλίας. Αι δε εγκωμιαζόμεναι φιλίαι εφαρμόζονται πάντοτε εις δύο. Όσοι δε είναι πολύφιλοι και όλους τους αντικρύζουν φιλικώς, φαίνεται ότι δεν είναι φίλοι με κανένα, παρά μόνον πολιτικώς, και οι τοιούτοι λέγονται ευχάριστοι πολιτικώς, και οι τοιούτοι λέγονται ευχάριστοι. Λοιπόν είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος, και όταν δεν είναι ευχάριστος αλλά πραγματικώς καλός. Χάριν όμως της αρετής και του ατόμου των δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος προς πολλούς, είναι δε αρκετόν να εύρη έστω και ολίγους τοιούτους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

&Αν οι φίλοι χρειάζονται μάλλον εις την ευτυχίαν ή εις την δυστυχίαν& — Αλλ' άραγε εις τας ευτυχίας χρειάζονται περισότερον οι φίλοι, ή εις τας δυστυχίας; Διότι και εις τας δύο περιπτώσεις είναι περιζήτητοι. Δηλαδή και όσοι ατυχούν, έχουν ανάγκην βοηθείας, και όσοι ευτυχούν έχουν ανάγκην από συντρόφους και από ανθρώπους τους οποίους να ευεργετήσουν. Διότι έχουν επιθυμίαν να ευεργετούν. Και λοιπόν οι φίλοι είναι αναγκαιότατοι εις τας δυστυχίας, και διά τούτο εις αυτάς χρειάζονται οι φίλοι της χρησιμότητος, καλλίτεροι όμως είναι εις τας ευτυχίας και διά τούτο έκαστος ζητεί τους καλούς. Και είναι καλλίτερον αυτούς να ευεργετή και να συναναστρέφεται κανείς. Διότι και μόνη η παρουσία αυτών των φίλων είναι ηδονική και εις τας ευτυχίας και εις τας δυστυχίας. Δηλαδή ανακουφίζονται όσοι έχουν λύπην, όταν συμπονούν και οι φίλοι των. Διά τούτο ίσως θέση κανείς το ερώτημα, άραγε είναι ωσάν να σηκώνουν μαζί ένα βάρος, ή δεν συμβαίνει αυτό, αλλά μόνον η παρουσία αυτών είναι ηδονική και η συναίσθησις ότι τους συλλυπούνται ελαττώνει την λύπην των. Και λοιπόν αν δι' αυτό ή διά κανένα άλλον λόγον ανακουφίζονται, ας το αφήσωμεν κατά μέρος. Οπωσδήποτε όμως φαίνεται ότι είναι γεγονός, αυτό που είπαμεν. Φαίνεται δε ότι η παρουσία αυτών είναι κάπως ανάμικτος. Δηλαδή το να βλέπη κανείς απλώς τους φίλους και μάλιστα όταν ατυχή, είναι ηδονικόν και προξενεί κάποιαν βοήθειαν διά να μη λυπήται — διότι ο φίλος είναι παρηγορητικός και εις το βλέμμα και με τους λόγους, όταν είναι επιτήδειος, διότι γνωρίζει το ήθος του φίλου του και με ποία ευχαριστείται και λυπείται. — Το να αισθάνεται πάλιν όμως ότι αυτός λυπείται διά τας ιδικάς του ευτυχίας είναι λυπηρόν. Διότι έκαστος αποφεύγει να γίνη αίτιος λύπης εις τους φίλους του. Διά τούτο όστις μεν είναι ανδροπρεπής κατά την φύσιν, αποφεύγει να μεταδίδη εις τους φίλους την λύπην του, και αν δεν παρακάμνη την αποχήν των από την λύπην του, δεν ανέχεται όμως την λύπην η οποία γεννάται εις εκείνους, και εν γένει δεν δέχεται πλησίον συντρόφους των θρήνων του, διότι και ο ίδιος δεν είναι κατάλληλος να θρηνή δι' εκείνους. Τα γύναια όμως και οι όμοιοι με αυτά άνδρες ευχαριστούνται με εκείνους, οι οποίοι στενάζουν μαζί των, και τους αγαπούν ως φίλους και πονετικούς.

Βεβαίως όμως πρέπει εις όλα να μιμούμεθα τον καλλίτερον. Η δε παρουσία των φίλων εις τας ευτυχίας και την συναναστροφήν την καθιστά ευχάριστον, και γεννά την συναίσθηση ότι ευχαριστούνται διά τα αγαθά μας. Διά τούτο ίσως φανή ορθόν εις μεν τας ευτυχίας να προσκαλούμεν προθύμως τους φίλους — διότι είναι καλόν να είναι κανείς ευεργετικός. Εις τας ατυχίας όμως ουχί με προθυμίαν — διότι πρέπει όσον το δυνατόν ολιγώτερον να μεταδίδωμεν τα κακά. Διά τούτο είναι ορθόν το :

Φθάνει η δική μου συμφορά {17}….

Κυρίως δε πρέπει να τους προσκαλή κανείς, όταν πρόκειται ολίγον στενοχωρούμενοι αυτοί να ωφελήσουν τον φίλον των μεγάλως. Ίσως δε είναι ορθόν αντιστρόφως να πηγαίνη κανείς εις μεν τους ατυχούντας απρόσκλητος και προθύμως — διότι ιδιότης του φίλου είναι να ευεργετή και προ πάντων τους ευρισκομένους εις ανάγκην, και αν ακόμη δεν το εζήτησαν, διότι τούτο είναι και διά τους δύο καλλίτερον και ηδονικώτερον. Εις δε τας ευτυχίας διά να συμπράξη μεν πρέπει να πηγαίνη προθύμως — διότι εις αυτό χρειάζονται οι φίλοι — διά να απολαύση όμως πρέπει να πηγαίνη απροθύμως — διότι δεν είναι καλόν να επιδιώκη προθύμως να ωφεληθή. Ίσως όμως πρέπει να προσέξωμεν μήπως φανώμεν ότι δεν ευχαριστούμεθα με αυτόν, όταν τον αποφεύγωμεν. Διότι αυτό συμβαίνει κάποτε. Επομένως η παρουσία των φίλων φαίνεται εις όλας τας περιστάσεις προτιμοτέρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

&Η συμβίωσις ως αληθής φιλία&. — Αλλ' άραγε καθώς εις τους ερωτευμένους, είναι αρεστότατον να βλέπουν, και προτιμούν περισσότερον αυτήν την αίσθησιν από τας άλλας, διότι κυρίως με αυτήν υφίσταται και γεννάται ο έρως, δεν είναι ομοίως και εις τους φίλους προτιμοτέρα η συναναστροφή; Διότι η φιλία είναι επιμιξία. Και καθώς κανείς φέρεται με τον εαυτόν του, ομοίως φέρεται και με τον φίλον του. Ως προς τον εαυτόν του όμως είναι προτιμητέον το να αισθάνεται ότι υπάρχει, επομένως και διά τον φίλον του το ίδιον συμβαίνει. Η δε ενέργεια της αισθήσεως αυτής υφίσταται εις την συναναστροφήν, επομένως ευλόγως επιθυμούν αυτήν. Και ό,τι χαρακτηρίζει την ύπαρξίν των, ή ό,τι τους κάμνει να προτιμούν την ζωήν, εις αυτό θέλουν να συναναστρέφονται τους φίλους των. Διά τούτο άλλοι μεν συμποσιάζουν, άλλοι δε ταβλίζουν μαζί, άλλοι πάλιν γυμνάζονται μαζί και άλλοι κυνηγούν ή φιλοσοφούν, και όλοι αυτοί περνούν τας ώρας των με εκείνο το οποίον αγαπούν περισσότερον από όλα εις την ζωήν των. Διότι, αφού θέλουν να περνούν μαζί με τους φίλους των, εκτελούν εκείνα και συμμετέχουν με εκείνα, με όσα νομίζουν ότι υπάρχει συμβίωσις αληθινή. Επομένως γίνεται η μεν φιλία των κακών κακή — διότι συμμετέχουν κακών πράξεων χωρίς να είναι σταθεροί, και έπειτα γίνονται και κακοί, επειδή γίνονται όμοιοι μεταξύ των — η δε φιλία των καλών είναι καλή, διότι εποικοδομείται με τας συναναστροφάς. Φαίνεται δε ότι αυτοί γίνονται καλλίτεροι, και διότι επενεργούν και διορθόνουν ο είς τον άλλον. Διότι απανθίζουν από τους άλλους έκαστος όσα του αρέσουν, διά τούτο είναι ορθόν το:

Απ' τους καλούς ωφέλιμα θα μάθης.

Αυτά λοιπόν είναι αρκετά περί φιλίας. Τόρα δε ίσως είναι κατάλληλον να ομιλήσωμεν περί ηδονής.

ΒΙΒΛΙΟΝ Κ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

&Ηδονή.&

&Σπουδαιότης του ζητήματος&. — Τόρα δε πλέον είναι καιρός να ομιλήσωμεν περί ηδονής. Διότι φαίνεται ότι αυτή πολύ συνεδέθη με το γένος μας, και διά τούτο εις την εκπαίδευσιν των νέων φροντίζουν να τους πηδαλιουχήσουν με την ηδονήν και την λύπην. Φαίνεται ότι είναι σπουδαιότατον και διά την χρηστότητα του ήθους το να ευχαριστούνται με όσα πρέπει και να μισούν όσα πρέπει. Διότι αυτά διαρκούν εις όλην την ζωήν, και εξασκούν ροπήν και δύναμιν διά την αρετήν και την ευτυχισμένην ζωήν. Διότι τα μεν ηδονικά τα προτιμούν, τα δε λυπηρά τα αποφεύγουν. Ίσως λοιπόν δεν πρέπει διόλου να παραμελήσωμεν αυτά, αφού μάλιστα επιδέχονται πολλήν αμφισβήτησιν. Δηλαδή άλλοι μεν θεωρούν την ηδονήν ως αγαθόν, άλλοι δε εξ εναντίας την θεωρούν ως εντελώς ποταπόν, και από αυτούς ίσως μερικοί μεν το λέγουν διότι είναι πεπεισμένοι ότι είναι ποταπόν, μερικοί δε διότι νομίζουν ότι είναι συμφερώτερον διά τον βίον μας να ονομάζωμεν την ηδονήν ποταπόν, έστω και αν δεν είναι πραγματικώς τοιαύτη. Διότι οι περισσότεροι είναι επιρρεπείς προς αυτήν και είναι δούλοι των ηδονών, και δι'αυτό πρέπει να τους σύρωμεν εις το αντίθετον, διότι κατ' αυτόν τον τρόπον ημπορούν να έλθουν εις την μέσην. Αλλά μη τυχόν αυτό δεν λέγεται ορθώς. Διότι οι λόγοι οι περιστρεφόμενοι εις τα πάθη και τας πράξεις είναι ολιγώτερον πιστευτοί από τα έργα. Όταν λοιπόν οι λόγοι διαφωνούν με όσα βλέπουν αισθητώς οι νέοι, τότε περιφρονούνται και αναιρούν και το αληθινόν των μέρος. Δηλαδή όστις κατηγορεί την ηδονήν, όταν μίαν φοράν παρατηρηθή ότι την επιθυμεί, φαίνεται ότι έχει κλίσιν εις αυτήν, και ότι την θεωρεί προτιμητέαν καθ' όλην την γραμμήν. Διότι εις τον καθορισμόν των ορίων δεν έχουν ικανότητα οι περισσότεροι. Και βεβαίως οι αληθείς λόγοι φαίνεται ότι δεν είναι μόνον χρήσιμοι διά την γνώσιν, αλλά και διά τον βίον. Δηλαδή, όταν συνάδουν με τα έργα, γίνονται πιστευτοί, και διά τούτο παρορμούν τους εννοούντας αυτούς να ζουν συμφώνως με αυτούς. Και λοιπόν αυτά μεν είναι αρκετά, όσα δε ελέχθησαν από άλλους έως τόρα περί της ηδονής, ας τα προσέξωμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&Η ηδονή ως το αγαθόν κατά Εύδοξον&. — Λοιπόν ο μεν Εύδοξος ενόμιζε ότι η ηδονή είναι το κυρίως αγαθόν, διότι έβλεπε ότι τα πάντα επιθυμούν αυτήν και τα λογικά και τα άλογα, έλεγε δε ότι εις όλα το προτιμώμενον είναι το ορθόν και το κυρίως ωφέλιμον. Και εσυμπέραινε ότι το να τείνουν όλα τα όντα εις το ίδιον πράγμα σημαίνει ότι αυτό είναι το καλλίτερον — διότι το καθέν ευρίσκει ποίον είναι διά τον εαυτόν του αγαθόν καθώς ευρίσκει και την τροφήν του. Επομένως ό,τι είναι δι' όλα τα όντα αγαθόν και ό,τι επιθυμούν όλα τα όντα, αυτό είναι το κυρίως αγαθόν. Επιστεύοντο δε οι λόγοι του μάλλον διά την χρηστότητα του ήθους του, παρά διά την αξίαν των. Διότι εφαίνετο ότι είναι καθ' υπερβολήν σώφρων. Επομένως εφαίνετο ότι δεν τα έλεγε αυτά ως φίλος της ηδονής, αλλά διότι αυτή είναι η αλήθεια. Εξ ίσου δε ενόμιζε ότι αποδεικνύεται το πράγμα από το αντίθετον. Δηλαδή η λύπη καθ' εαυτήν είναι άξια αποφυγής δι' όλα τα όντα, επομένως επίσης είναι άξιον προτιμήσεως το αντίθετον. Κυρίως δε είναι προτιμητέον εκείνο, το οποίον δεν προτιμούμεν ούτε εξ αιτίας άλλου, ούτε προς χάριν άλλου. Τοιούτον δε ομολογουμένως έλεγε ότι είναι η ηδονή. Διότι κανείς δεν ερωτά προσθέτως προς χάριν τίνος πράγματος ευχαριστείται, διότι η ηδονή είναι καθ' εαυτήν προτιμητέα. Όταν δε προστεθή εις έν οποιονδήποτε από τα αγαθά, το καθιστά περισσότερον προτιμητέον, λόγου χάριν την δικαιοπραξίαν και σωφροσύνην. Επομένως το αγαθόν επιδέχεται και αύξησιν εαυτού. Λοιπόν φαίνεται ότι αυτός ο λόγος αποδεικνύει την ηδονήν ως έν από τα αγαθά, και κανέν αγαθόν δεν θεωρεί ανώτερον από το άλλο, διότι λέγει ότι παν αγαθόν, όταν είναι μαζί με άλλο αγαθόν, είναι προτιμότερον, παρά απομονωμένον.

Ακριβώς όμως με παρόμοιον επιχείρημα και ο Πλάτων {18} λέγει αναιρετικώς ότι η ηδονή δεν είναι το κυρίως αγαθόν. Δηλαδή ότι ο ηδονικός βίος είναι προτιμότερος όταν συνοδεύεται με φρόνησιν, παρά μόνος του. Και ότι, αφού το μικτόν είναι καλλίτερον, δεν είναι η ηδονή το κυρίως αγαθόν. Δηλαδή ότι το αγαθόν δεν γίνεται καλλίτερον οτιδήποτε και αν προστεθή εις αυτό. Επομένως είναι φανερόν ότι το αγαθόν δεν είναι ούτε κανέν άλλο πράγμα το οποίον καθίσταται προτιμότερον όταν προστεθή εις αυτό έν από τα καθαυτό αγαθά. Τότε λοιπόν ποίον είναι τοιούτον, ώστε να το απολαύσωμεν και ημείς; Δηλαδή έν τοιούτον ζητούμεν να εύρωμεν.

&Υπεράσπισις της γνώμης του Ευδόξου&. — Όσοι λοιπόν φέρουν ένστασιν ότι δεν είναι αγαθόν εκείνο, το οποίον επιθυμούν όλα τα όντα, ας προσέξωμεν μήπως λέγουν φλυαρίας. Διότι όσα φρονούν όλοι, αυτά λέγομεν ότι είναι πραγματικά. Όστις, δε αναιρεί αυτήν την πεποίθησιν, δεν θα ημπορέση να ειπή πολύ πειστικώτερα επιχειρήματα. Διότι, εάν μόνον τα ανοητότερα όντα ωρέγοντο αυτό, ίσως είχε κάποιαν αξίαν το επιχείρημα, αφού όμως το ορέγονται και τα φρόνιμα, πώς είναι δυνατόν να λέγη αυτός τίποτε σπουδαίον; Ίσως όμως υπάρχει και, εις τα μηδαμινά πράγματα κάποιον φυσικόν αγαθόν, καλλίτερον από όσον αξίζουν τα ίδια, και το οποίον επιθυμεί το συγγενικόν του αγαθόν. Επίσης δε δεν φαίνεται ότι είναι ορθόν και αυτό, το οποίον λέγουν περί του αντιθέτου. Δηλαδή δεν λέγεται ορθώς, ότι, αφού η λύπη είναι κακόν, θα είναι η ηδονή αγαθόν. Διότι ημπορεί να αντιτίθεται και κακόν προς άλλο κακόν, και τα δύο κακά προς κάποιον ουδέτερον, και πάλιν, ημπορεί αυτοί οι λόγοι να μην είναι εσφαλμένοι και όμως να μην εφαρμόζωνται εις αυτά που είπαμεν. Διότι, αν ήσαν και τα δύο κακά (η ηδονή και η λύπη), έπρεπε να είναι επίσης και τα δύο άξια αποφυγής, εάν δε κανέν από τα δύο δεν είναι κακόν, έπρεπε επίσης κανέν από τα δύο να μην είναι άξιον αποφυγής. Τόρα όμως φανερά οι άνθρωποι την μεν λύπην αποφεύγουν ως κακόν, την δε ηδονήν την ζητούν ως αγαθόν. Φανερά λοιπόν είναι και αντίθετα.

&Αναίρεσις των γνωμών του Πλάτωνος περί ηδονής&. — Εκτός τούτου, και αν δεν υπάρχη ηδονή των ποιοτήτων, δεν έπεται ότι δεν υπάρχει ούτε των αγαθών. Διότι ούτε αι ενέργειαι της αρετής είναι ποιότητες, ούτε η ευτυχία. Λέγουν δε ακόμη ότι το μεν αγαθόν είναι ωρισμένον, η δε ηδονή αόριστος, διότι επιδέχεται αυξομείωσιν. Λοιπόν, εάν μεν ούτω πως κρίνουν περί της ηδονής, τότε θα παραδεχθούν αυτό και διά την δικαιοσύνην και τας άλλας αρετάς, ως προς τας οποίας παραδέχονται ότι είναι αυξομειωτική η ποιότης των εχόντων αυτάς — δηλαδή και οι δίκαιοι επιδέχονται αυξομείωσιν και οι ανδρείοι, επίσης δε είναι δυνατόν να δικαιοπραγή κανείς και να σωφρονή αυξομειωτικώς. Ως προς τας ηδονάς όμως ας προσέξωμεν μήπως δεν λέγουν την αληθινήν αιτίαν, όταν λέγουν ότι άλλαι μεν είναι αμιγείς άλλαι δε μικταί. Και έπειτα τι εμπόδιον υπάρχει, καθώς η υγεία, αν και είναι ωρισμένη, όμως επιδέχεται αυξομείωσιν, το ίδιον να επιδέχεται και η ηδονή; Διότι δεν υπάρχει το ίδιον μέτρον εις όλα, ούτε εις το ίδιον πράγμα υπάρχει πάντοτε το ίδιον μέτρον, αλλά μέχρι τινός βαθμού μένει χαλαρόν και προξενεί διαφοράν αυξομειωτικώς. Επομένως πιθανόν να συμβαίνη τοιούτον τι και ως προς την ηδονήν. Έπειτα παραδέχονται το αγαθόν ως τέλειον, τας δε κινήσεις και γενέσεις ατελείς, και ούτω πως προσπαθούν να παραστήσουν την ηδονήν ως κίνησιν και γένεσιν. Φαίνεται όμως ότι δεν έχουν δίκαιον ούτε όσοι λέγουν ότι η ηδονή δεν είναι κίνησις. Διότι εις όλα τα όντα φαίνεται ότι υπάρχει ατομική ταχύτης και βραδύτης, και αν όχι καθ' εαυτήν, καθώς είναι η ταχύτης του κόσμου, τουλάχιστον ως προς άλλο. Εις την ηδονήν όμως κανέν από αυτά τα δύο δεν υπάρχει. Δηλαδή να μεταβληθή μεν κανείς ταχέως εις ηδονικήν κατάστασιν είναι δυνατόν, καθώς και να οργισθή, όχι όμως και ενεστωτικώς να απολαμβάνη ηδονήν ταχέως. Ούτε πάλιν σχετικώς με άλλον, ημπορεί όμως να βαδίζη και να μεγαλόνη σχετικώς με άλλον και να κάμνη ομοίως όλα τα παρόμοια. Και λοιπόν να μεταβληθώμεν γλήγορα ή αργά εις κατάστασιν ηδονικήν είναι δυνατόν, να ενεργούμεν όμως κατά την διάρκειαν αυτής γλήγορα δεν είναι δυνατόν, εννοώ δε να ευχαριστούμεθα ενεστωτικώς. Έπειτα η γένεσις ποίαν έννοιαν είναι δυνατόν να έχη; Δηλαδή φαίνεται ότι δεν παράγεται έν τυχαίον από άλλο τυχαίον, αλλά από ό,τι παράγεται, εις αυτό και επιστρέφει. Και εις ό,τι είναι γένεσις η ηδονή, εις τούτο είναι καταστροφή η λύπη. Δι' αυτό και ονομάζουν την μεν λύπην έλλειψιν της φυσικής υπάρξεως, την δε ηδονήν αναπλήρωσιν. Αυτά δε τα πάθη είναι σωματικά. Αφού λοιπόν η ηδονή είναι αναπλήρωσις της φυσικής καταστάσεως, τότε ίσως απολαύσει εκείνο, με το οποίον γίνεται η αναπλήρωσις, επομένως το σώμα. Και όμως δεν φαίνεται πιθανόν. Επομένως η ηδονή δεν είναι αναπλήρωσις, αλλά μόνον κατά την διάρκειαν της αναπληρώσεως θα ευχαριστήται ίσως κανείς, καθώς και την ώραν της εγχειρήσεως πονεί. Η γνώμη όμως αυτή φαίνεται ότι προήλθε από τας λύπας και ηδονάς αι οποίαι περιστρέφονται εις την τροφήν. Δηλαδή, ενώ έχομεν έλλειψιν και αισθανόμεθα προηγουμένως λύπην, κατόπιν ευφραινόμεθα με την αναπλήρωσιν. Τούτο όμως δεν συμβαίνει εις όλας τας ηδονάς. Διότι άνευ λύπης ηδοναί είναι αι μαθηματικαί, και από τας ηδονάς των αισθητηρίων αι γινόμεναι με την όσφρησιν, έπειτα δε και αι ακροάσεις και πολλά θεάματα και αναμνήσεις και ελπίδες {19}. Τότε λοιπόν τίνος πράγματος γενέσεις θα τας ονομάσωμεν αυτάς; Διότι δεν υπήρξε κανενός πράγματος έλλειψις, του οποίου να επήλθε κορεσμός.

&Αναίρεσις των οχυρουμένων όπισθεν των αισχρών ηδονών&. — Εις δε τους φέροντας ως παράδειγμα τας αισχράς ηδονάς ημπορεί να απαντήση κανείς ότι αυταί δεν είναι ηδοναί. Διότι, εάν αυταί φαίνονται ηδοναί εις τους έχοντας κακήν διάθεσιν, δεν πρέπει γενικώς και άλλοι εκτός αυτών να τας νομίζουν ηδονικάς, καθώς δεν πρέπει να νομίσουν υγιεινά ή γλυκά ή πικρά όσα φαίνονται τοιαύτα εις τους ασθενείς, ούτε πάλιν λευκά όσα φαίνονται λευκά εις τους πάσχοντας εις την όρασιν. Επομένως πρέπει άραγε να λέγωμεν ούτω πως, ότι δηλαδή αι μεν ηδοναί είναι προτιμητέαι, όχι όμως από το δείνα πράγμα, καθώς είναι καλόν και να γίνη κανείς πλούσιος όχι από προδοσίας, ομοίως δε και να είναι υγιής, όχι όμως αφού φάγη οτιδήποτε; Ή πρέπει να δεχθώμεν ότι αι ηδοναί είναι διαφόρων ειδών; Διότι είναι διαφορετικαί αι γεννώμεναι από τα καλά και αι γεννώμεναι από τα αισχρά, και ότι δεν είναι δυνατόν να δοκιμάση κανείς την ηδονήν του δικαίου, αν δεν είναι δίκαιος, ούτε την ηδονήν του μουσικού, αν δεν είναι μουσικός, ομοίως δε και εις τα άλλα. Φαίνεται δε ότι κάμνει τούτο σαφές και ο φίλος, ο οποίος διαφέρει από τον κόλακα, ότι δηλ. δεν είναι αγαθόν η ηδονή, ή ότι υπάρχουν διαφόρων ειδών ηδοναί. Διότι εκείνος μεν συναναστρέφεται χάριν του αγαθού, αυτός όμως χάριν της ηδονής, και αυτός μεν ονειδίζεται, εκείνον όμως τον επαινούν, διότι συναναστρέφεται χωρίς συμφέρον. Έπειτα κανείς δεν θα προτιμήση να ζη έχων διάνοιαν ενός παιδίου, και προ πάντων να ευχαριστήται με όσα ευχαριστούνται τα παιδία, ούτε να χαίρη, όταν εκτελή κανέν από τα αίσχιστα, εάν πρόκειται να λυπηθή ποτέ εις το μέλλον. Έπειτα είναι δυνατόν να καταγινώμεθα εις πολλά πράγματα, και όταν δεν μας φέρουν προσθέτως καμμίαν ηδονήν, λόγου χάριν να βλέπωμεν, να απομνημονεύωμεν, να μανθάνωμεν, να έχωμεν τας αρετάς. Εάν όμως κατ' ανάγκην συνοδεύωνται αυτά από ηδονάς, αυτό δεν έχει καμμίαν σημασίαν. Διότι ημείς θα τα επροτιμούσαμεν, και αν δεν προήρχετο από αυτά καμμία ηδονή. Ότι λοιπόν ούτε το αγαθόν είναι η ηδονή, ούτε πάσα ηδονή είναι προτιμητέα, φαίνεται ότι έγινε φανερόν, και ότι υπάρχουν μερικαί ηδοναί προτιμητέαι καθ' εαυτάς, αι οποίαι είναι διάφοροι κατά το είδος ή κατά την προέλευσιν. Και λοιπόν ημπορούμεν να θεωρήσωμεν ότι είπαμεν αρκετά διά τας γνώμας των άλλων περί ηδονής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Η φύσις των ηδονών&. — Αλλά τόρα ποία είναι η ουσία ή η ποιότης της ηδονής, ίσως εννοηθή σαφέστερον, αν αρχίσωμεν πάλιν από την αρχήν. Δηλαδή φαίνεται ότι η μεν όρασις είναι τελεία εις οποιανδήποτε στιγμήν — διότι δεν έχει έλλειψιν κανενός πράγματος, το οποίον αφού προστεθή κατόπιν εις αυτήν θα συμπληρώση την μορφήν της. Φαίνεται δε ότι και ηδονή είναι κάτι τι παρόμοιον. Δηλαδή είναι ακεραία και δεν υπάρχει στιγμή, κατά την οποίαν ημπορεί να απολαύση κανείς τοιαύτην ηδονήν ώστε να τελειοποιήται η μορφή, όταν διαρκέση περισσοτέραν ώραν. Διά τούτο η ηδονή δεν είναι ούτε κίνησις. Διότι πάσα κίνησις συμβαίνει εις διάστημα χρονικόν και έχει κάποιον αποτέλεσμα, καθώς λόγου χάριν η οικοδομική, και τότε μόνον γίνεται τελεία, όταν εκτελέση ό,τι επιδιώκει, δηλαδή εις όλον το απαιτούμενον προς τούτο ωρισμένον χρονικόν διάστημα. Όσαι δε κινήσεις γίνονται εις τεμάχια χρόνου, είναι όλαι ατελείς, και διαφέρουν κατά το είδος και από την ακεραίαν και μεταξύ των• λόγου χάριν η συναρμογή των λίθων διαφέρει από τας ραβδώσεις του κίονος, και αυταί πάλιν διαφέρουν από την κατασκευήν του ναού. Και η μεν κατασκευή του ναού είναι τελεία — διότι δεν έχει έλλειψιν κανενός πράγματος διά τον σκοπόν του — η κατασκευή όμως της κρηπίδος ή της τριγλύφου είναι ατελής — διότι εκάστη από αυτάς είναι κατασκευή ενός τεμαχίου. Επομένως διαφέρουν κατά την μορφήν και δεν είναι δυνατόν εις οποιονδήποτε χρονικόν τμήμα να αποκτήσουν τελείαν κίνησιν (σύνθεσιν) ως προς την μορφήν των, αλλά το πολύ εις έν χρονικόν σύνολον. Ομοίως δε και εις τα είδη των βαδισμάτων και εις τα άλλα. Διότι, εάν η μεταφορά είναι κίνησις από τόπου εις τόπον, τότε και αυτής της κινήσεως υπάρχουν διάφορα είδη, καθώς είναι η πτήσις, το βάδισμα, το πήδημα και τα παρόμοια. Και όχι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον υπάρχει διαφορά, αλλά και εις το ίδιον το βάδισμα. Διότι η αφετηρία και το τέρμα δεν είναι το ίδιον εις ολόκληρον το στάδιον όπως εις έν μέρος αυτού, και πάλιν δεν είναι εις έν μέρος όπως εις έν άλλο μέρος, ούτε το να διατρέχωμεν αυτήν εδώ την γραμμήν είναι το ίδιον με εκείνην. Διότι δεν διερχόμεθα απλήν γραμμήν, αλλά και την τοποθεσίαν της εις ένα τόπον, και ο τόπος αυτής είναι διαφορετικός από τον τόπον εκείνης. Και βεβαίως με ακρίβειαν περί κινήσεως ωμιλήσαμεν εις άλλα συγγράμματα {20}. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι τελεία η κίνησις ούτε εις το σύνολον του χρόνου, αλλ' αι περισσότεραι είναι ατελείς και διαφόρου είδους, αφού βεβαίως η αφετηρία και το τέρμα είναι χαρακτηριστικόν γνώρισμα της διαφοράς του είδους. Της ηδονής όμως το είδος είναι τέλειον εις οποιανδήποτε στιγμήν. Είναι λοιπόν φανερόν ότι είναι διάφορα μεταξύ των αυτά τα δύο και ότι η ηδονή είναι κάτι τι από τα ακέραια και τέλεια. Τούτο δε ημπορεί να το κρίνη κανείς και εκ του ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη κίνησις έξω από τον χρόνον, ηδονή όμως υπάρχει. Διότι, η ηδονή αυτής της στιγμής είναι ακεραία. Εξ όλων δε αυτών είναι φανερόν και ότι δεν είναι ορθή η γνώμη, ότι η ηδονή, είναι κίνησις ή γένεσις. Διότι αυτά δεν εφαρμόζονται εις όλα τα πράγματα, αλλά εις τα επιδεχόμενα διαίρεσιν και τα μη ακέραια. Δηλαδή ούτε της οράσεως υπάρχει γένεσις, ούτε της στιγμής ούτε της μονάδος, και κανέν από αυτά δεν είναι ούτε κίνησις ούτε γένεσις. Επομένως ούτε εις την ηδονήν δεν εφαρμόζονται, διότι είναι ακεραία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

&Οι όροι της τελείας ενεργείας&. — Επειδή δε πάσα αίσθησις ενεργεί ως προς το αισθητόν, και τελείως ενεργεί η εν καλή καταστάσει αίσθησις ως προς το καλλίτερον πράγμα από όσα υποπίπτουν εις την αίσθησιν — διότι κάτι τι παρόμοιον φαίνεται ότι είναι η τελεία ενέργεια — και είτε λέγομεν ότι η ιδία ενεργεί είτε με εκείνο με το οποίον υφίσταται δεν έχει σημασίαν, διά τούτο έπεται ότι εις τα καθέκαστα καλλιτέρα είναι η ενέργεια του ευρισκομένου εις την καλλιτέραν κατάστασιν ως προς το καλλίτερον πράγμα από όσα υποπίπτουν εις αυτήν. Αυτή δε ημπορεί να είναι η τελειοτάτη και η ηδονικωτάτη. Διότι εις πάσαν αίσθησιν υπάρχει ηδονή, καθώς και εις πάσαν διανόησιν και σκέψιν, ηδονικωτάτη δε είναι η τελειοτάτη, τελειοτάτη δε η ηδονή του εις καλήν κατάστασιν ευρισκομένου ως προς το ανώτερον από όλα όσα υπάγονται εις αυτήν. Τελειοποιεί δε την ενέργειαν η ηδονή. Δεν τελειοποιεί όμως κατά τον ίδιον τρόπον η ηδονή και το αισθητόν μαζί με την αίσθησιν, όταν είναι σπουδαία, καθώς και η υγεία και ο ιατρός δεν είναι ομοίως αιτία του να είμεθα υγιείς. Ότι δε εις εκάστην αίσθησιν υπάρχει ιδιαιτέρα ηδονή είναι προφανές. Λέγομεν δηλαδή ότι τα δείνα θεάματα και ακροάματα είναι ηδονικά. Είναι δε επίσης φανερόν ότι είναι και εις τον ανώτατον βαθμόν ηδονικά, όταν και η αίσθησις είναι τελειοτάτη και το πράγμα ως προς το οποίον ενεργεί. Αφού δε είναι τοιαύτα και το αισθητόν και το αισθανόμενον, πάντοτε θα υπάρχη ηδονή, διότι υπάρχει βεβαίως το ενεργητικόν και το παθητικόν. Τελειοποιεί δε την ενέργειαν η ηδονή όχι ως διάθεσις ενυπάρχουσα εις αυτήν, αλλά ως κάποιον επερχόμενον αποτέλεσμα, καθώς είναι εις τους ακμαίους η ανθηρότης. Εν όσω λοιπόν είναι καθώς πρέπει το αισθητόν ή το νοητόν πράγμα, καθώς και η κρίσις ή η σκέψις, θα υπάρχη και εις την ενέργειαν η ηδονή. Διότι, αφού είναι όμοια και έχουν εκ φύσεως συμφωνίαν μεταξύ των το παθητικόν και το ενεργητικόν, είναι προωρισμένον να συμβαίνη πάντοτε το ίδιον.

&Αδύνατος η συνεχής ηδονή&. — Πώς λοιπόν κανείς δεν ημπορεί συνεχώς να αισθάνεται ηδονήν; Ή μήπως διότι και αποκάμνει; Διότι όλα τα ανθρώπινα δεν είναι δυνατόν να ενεργούν κατά συνέχειαν. Επομένως δεν υπάρχει ούτε συνεχής ηδονή. Διότι η ηδονή συμβαδίζει με την ενέργειαν. Μερικά δε ευχαριστούν όσον είναι νέα, ύστερον δε όχι τόσον πολύ δι' αυτούς τους λόγους. Διότι εις την αρχήν προκαλείται ο νους. Και ενεργεί με έντασιν ως προς αυτά, καθώς εις την όρασιν όσοι βλέπουν ασκαρδαμυκτί, κατόπιν όμως δεν είναι ομοία η ενέργεια αλλά παρημελημένη.

Διά τούτο και η ηδονή επισκιάζεται. Ίσως δε νομίση κανείς ότι την ηδονήν την επιθυμούν όλοι καθώς επιθυμούν την ζωήν. Η ζωή όμως είναι ενέργεια και έκαστος ενεργεί ηδονικώς εις εκείνα τα πράγματα και με εκείνα τα όργανα τα οποία αγαπά περισσότερον• λόγου χάριν ο μεν μουσικός με την ακοήν του εις τας μελωδίας, ο δε φιλομαθής με την διάνοιαν εις τας θεωρίας, ομοίως δε και έκαστος από τους άλλους. Η δε ηδονή τελειοποιεί τας ενεργείας, επομένως και την ζωήν, την οποίαν επιθυμούν. Επομένως ευλόγως επιθυμούν και την ηδονήν. Διότι εις έκαστον αυτή τελειοποιεί την ζωήν του, η οποία είναι προτιμητέα. Αν δε χάριν της ηδονής προτιμώμεν την ζωήν ή χάριν της ζωής την ηδονήν, ας το αφήσωμεν κατά μέρος προς το παρόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

&Αλληλεγγύη μεταξύ ηδονής και ενεργείας&. — Δηλαδή αυτά φαίνεται ότι είναι αλληλένδετα και δεν επιδέχονται χωρισμόν. Διότι χωρίς ενέργειαν δεν υπάρχει ηδονή, και πάλιν πάσαν ενέργειαν την τελειοποιεί η ηδονή. Διά τούτο φαίνεται ότι είναι διαφόρων ειδών. Διότι όσα είναι διαφόρου είδους νομίζομεν ότι τελειοποιούνται από διαφόρων ειδών αιτίας. Δηλαδή τοιαύτα φαίνονται και τα φυσικά και τα τεχνητά, λόγου χάριν τα ζώα και τα δένδρα και η εικών και το άγαλμα και η οικία και το έπιπλον. Ομοίως δε και αι ενέργειαι αι οποίαι είναι διαφόρου είδους τελειοποιούνται από διαφόρου είδους αιτίας. Διαφέρουν δε αι ενέργειαι της διανοίας από τας ενεργείας των αισθητηρίων, και αι τελευταίαι πάλιν μεταξύ των ως προς το είδος. Επομένως διαφέρουν και αι ηδοναί αι οποίαι τας τελειοποιούν. Τούτο δε ημπορεί να εννοηθή και εκ του ότι εκάστη ηδονή είναι αλληλένδετος με την ενέργειαν, την οποίαν τελειοποιεί. Διότι, όσον αυξάνει η σχετική ηδονή, τόσον αυξάνει και την ενέργειάν της. Δηλαδή περισσότερον κρίνουν τα καθέκαστα και τα λεπτολογούν όσοι ενεργούν με ηδονήν λόγου χάριν γεωμετρικοί γίνονται όσοι ευχαριστούνται με την γεωμετρίαν, και αυτοί πάλιν καλλίτερον εννοούν τας λεπτομερείας της, ομοίως δε και οι φιλόμουσοι και οι φιλοικοδόμοι και από τους άλλους προοδεύουν εις το έργον των, όσοι ευρίσκουν ευχαρίστησιν εις αυτό. Επομένως αι ηδοναί μεγαλόνουν μαζί με την ενέργειαν και όσα μεγαλόνουν μαζί είναι συγγενικά. Όσα όμως είναι διαφόρου είδους, επίσης και τα συγγενικά των είναι διαφόρου είδους. Τούτο δε ημπορεί να εννοηθή καλλίτερον εκ του ότι αι ηδοναί αι παραγόμεναι από διαφορετικάς ενεργείας γίνονται εμπόδια εις τας ενεργείας. Λόγου χάριν όσοι αγαπούν τον αυλόν δεν ημπορούν να προσέχουν εις τους λόγους, όταν ακούσουν να διέρχεται αυλητής, διότι περισσότερον τους ευχαριστεί η αυλητική παρά η εντός της διδασκαλίας ενέργεια. Επομένως η ηδονή η παραγομένη από την αυλητικήν τέχνην καταστρέφει την ενέργειαν της ψυχής την περιστρεφομένην εις τους λόγους. Ομοίως δε συμβαίνει τούτο και εις όλα τα άλλα, όταν κανείς ενεργή συγχρόνως ως προς δύο πράγματα. Δηλαδή η ηδονικωτέρα ενέργεια εκτοπίζει την άλλην, και εάν είναι πολύ μεγάλη η διαφορά της ως προς την ηδονήν, την εκτοπίζει περισσότερον, εις τρόπον ώστε ούτε καν να ενεργή κανείς ως προς την άλλην. Διά τούτο, όταν μας ευχαριστή υπερβολικά έν οποιονδήποτε πράγμα, δεν προσέχομεν πολύ εις το άλλο, και πάλιν, όταν έν πράγμα μας αρέση ολίγον, τότε ασχολούμεθα εις άλλα, καθώς λόγου χάριν όσοι μασούν διαρκώς φαγώσιμα εις τα θέατρα, όταν οι ηθοποιοί είναι μηδαμινοί, αυτό κυρίως κάμνουν τότε. Αφού δε η μεν συγγενική ηδονή κάμνει ακριβείς τας ενεργείας και διαρκεστέρας και καλλιτέρας, αι δε ξενικαί τας βλάπτουν, είναι φανερόν ότι απέχουν πολύ. Δηλαδή σχεδόν αι ξενικαί ηδοναί εκτελούν ό,τι εκτελούν αι συγγενικαί λύπαι. Διότι και αι συγγενικαί λύπαι καταστρέφουν τας ενεργείας• λόγου χάριν εάν εις κανένα το να γράφη είναι δυσάρεστον και οχληρόν ή το να υπολογίζη. Δηλαδή εκείνος μεν δεν γράφει, αυτός δε δεν υπολογίζει, διότι είναι ενοχλητική αυτή η ενέργεια. Επομένως εις τας ενεργείας προστίθεται από τας συγγενικάς ηδονάς το αντίθετον παρά ό,τι προστίθεται από τας συγγενικάς λύπας. Συγγενικαί δε είναι όσαι συμβαίνουν εξ αιτίας της ενεργείας καθ' εαυτήν. Αι δε ξενικαί ηδοναί είπαμεν ότι προξενούν κάτι τι παρόμοιον με την λύπην. Δηλαδή καταστρέφουν, όχι όμως ομοίως.

&Η αξία της ηδονής εξαρτάται από την ενέργειαν η οποία την γεννά&. — Καθώς δε αι ενέργειαι έχουν διαφοράν μεταξύ των ως προς την ευπρέπειαν και την χυδαιότητα, και αι μεν πρώται είναι προτιμητέαι, αι δε δεύτεραι άξιαι αποστροφής, ομοίως συμβαίνει και εις τας ηδονάς. Διότι εις εκάστην ενέργειαν υπάρχει συγγενική ηδονή. Και λοιπόν η ηδονή η συγγενική με την σπουδαίαν ενέργειαν, είναι ευπρεπής, η συγγενική όμως με την ποταπήν ενέργειαν είναι χυδαία. Διότι και αι επιθυμίαι ακόμη των μεν καλών πραγμάτων είναι αξιέπαινοι, των δε αισχρών αξιοκατάκριτοι. Είναι δε συγγενικώτεραι διά τας ενεργείας αι κατά την διάρκειαν αυτών υπάρχουσαι ηδοναί παρά αι επιθυμίαι. Διότι αι μεν επιθυμίαι είναι χωρισμέναι και χρονικώς και κατά φύσιν, αι δε ηδοναί είναι αλληλένδετοι με τας ενεργείας και τόσον πολύ αδιαχώριστοι, ώστε να επιδέχεται αμφισβήτησιν μήπως είναι το ίδιον πράγμα η ενέργεια με την ηδονήν. Και όμως δεν φαίνεται να είναι η ηδονή διάνοια ούτε αίσθησις — διότι αυτό είναι παράλογον — αλλά μόνον επειδή δεν ξεχωρίζουν, φαίνονται εις μερικούς ότι είναι το ίδιον πράγμα. Καθώς λοιπόν αι ενέργειαι είναι διαφόρων ειδών, ομοίως και αι ηδοναί. Διαφέρει δε ως προς την διαύγειαν η όρασις από την αφήν και η ακοή και η όσφρησις από την γεύσιν. Ομοίως δε διαφέρουν και αι ηδοναί, δηλαδή και από αυτάς διαφέρουν αι περιστρεφόμεναι εις την διάνοιαν, και πάλιν διαφέρουν τα διάφορα είδη των δύο αυτών τάξεων μεταξύ των. Φαίνεται μάλιστα ότι εις έκαστον ζώον υπάρχει ιδιαιτέρα ηδονή, καθώς και έργον, διότι η ηδονή παράγεται εν καιρώ της ενεργείας. Αλλά και όταν κανείς προσέξη εις έκαστον ζώον ημπορεί να εννοήση αυτό. Διότι διάφορος είναι η ηδονή του ίππου και του κυνός και του ανθρώπου, και καθώς λέγει ο Ηράκλειτος ο όνος θα προτιμήση ένα αχυρόδεσμον παρά τον χρυσόν. Διότι η τροφή είναι διά τους όνους ηδονικωτέρα από τον χρυσόν. Λοιπόν αι μεν ηδοναί των ετεροειδών ενεργειών είναι ετεροειδείς, αι δε ηδοναί των ομοειδών ενεργειών είναι λογικόν να μη διαφέρουν. Και όμως δεν έχουν μικράν ποικιλίαν τουλάχιστον εις τους ανθρώπους. Διότι τα ίδια πράγματα άλλους μεν ευχαριστούν, άλλους δε ενοχλούν, και εις άλλους μεν είναι λυπηρά και μισητά, εις άλλους δε ηδονικά και αγαπητά. Και εις τα γλυκά ακόμη το ίδιον συμβαίνει. Δηλαδή δεν φαίνονται όμοια εις τον θερμασμένον και εις τον υγιή, ούτε το ίδιον φαίνεται θερμόν εις τον αδύνατον και εις τον εύρωστον. Ομοίως δε τούτο συμβαίνει και εις άλλα. Φαίνεται δε ότι εις όλας αυτάς τας περιπτώσεις πραγματικόν είναι εκείνο, το οποίον κρίνει ο σπουδαίος. Εάν δε τούτο είναι ορθόν, καθώς και φαίνεται, και αν μέτρον διά κάθε πράγμα είναι η αρετή και ο αγαθός, καθόσον είναι αγαθός, τότε και ηδοναί είναι όσαι φαίνονται εις αυτόν τοιαύται, και ηδονικά όσα ευχαριστούν αυτόν. Όσα όμως αυτός αποτροπιάζεται δεν είναι παράδοξον, αν εις κάποιον άλλον φαίνωνται ηδονικά. Διότι υπάρχουν πολλαί βλάβαι και εκφυλισμοί των ανθρώπων. Αυτά όμως δεν είναι πραγματικώς ηδονικά, παρά φαίνονται μόνον εις τούτους και τους έχοντας ομοίαν διάθεσιν με αυτούς. Και λοιπόν όσαι μεν είναι ομολογουμένως αισχραί, δεν πρέπει να τας ονομάσωμεν ηδονάς, παρά μόνον διά τους διεφθαρμένους. Από τας φαινομένας όμως ευπρεπείς ποίου είδους ή ποία ηδονή θα παραδεχθώμεν ότι ανήκει εις τον άνθρωπον; Ή μήπως αναλόγως των ενεργειών, διότι αυτάς παρακολουθούν αι ηδοναί; Λοιπόν είτε μία είναι είτε πολλαί αι ενέργειαι του τελείου και αξιομακαρίστου ανθρώπου, αι ηδοναί αι οποίαι τελειοποιούν αυτάς ημπορούν κυρίως να λέγωνται ηδοναί ανθρώπινοι, αι δε άλλαι κατά δεύτερον και ελάχιστον λόγον, καθώς και αι ενέργειαι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.

&Η ευτυχία ως ενέργεια&. — Αφού δε ωμιλήσαμεν περί των αρετών και περί φιλίας και ηδονής, υπολείπεται να ομιλήσωμεν με γενικόν τύπον περί της ευδαιμονίας, διότι αυτήν παραδεχόμεθα ως σκοπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων, εάν δε αναθεωρήσωμεν τα προηγούμενα, ημπορεί ο λόγος μας να γίνη συντομώτερος. Είπαμεν λοιπόν ότι δεν είναι διάθεσις, διότι τότε θα ημπορούσε να υπάρχη η ευτυχία και εις τον κοιμώμενον καθ' όλην του την ζωήν, όταν φυτοζωή κανείς, έστω και αν υποφέρη τας μεγαλιτέρας δυστυχίας. Αφού λοιπόν αυτά δεν επιδοκιμάζονται και πρέπει μάλλον να την θεωρήσωμεν ως κάποιαν ενέργειαν, καθώς είπαμεν προηγουμένως, και αφού από τας ενεργείας άλλαι μεν είναι αναγκαίαι και προτιμητέαι χάριν άλλων πραγμάτων, άλλαι δε καθ' εαυτάς, είναι φανερόν ότι πρέπει να θεωρήσωμεν την ευτυχίαν ως κάποιαν από τας καθ' εαυτάς προτιμητέας και όχι χάριν άλλου. Διότι η ευδαιμονία δεν στερείται τίποτε, αλλ' είναι αυτάρκης. Είναι δε προτιμητέαι καθ' εαυτάς εκείναι, από τας οποίας δεν ζητείται τίποτε άλλο έξω από την ενέργειαν. Τοιαύται δε φαίνονται αι ενάρετοι πράξεις. Δηλαδή αι καλαί και σπουδαίαι πράξεις είναι από τας καθ' εαυτάς προτιμητέας. Επίσης δε και τα ηδονικά παιγνίδια. Διότι δεν προτιμούν αυτά χάριν άλλων πραγμάτων. Δηλαδή μάλλον βλάπτονται από αυτά παρά ωφελούνται, επειδή παραμελούν τα σώματά των και τα υπάρχοντά των. Καταφεύγουν δε εις τοιαύτα χασομέρια οι περισσότεροι από τους μακαριζομένους, και διά τούτο πλησίον των τυράννων ευδοκιμούν όσοι είναι ευτράπελοι εις τοιαύτα χασομέρια. Διότι εις όσα εκείνοι επιθυμούν, εις αυτά παρουσιάζουν τον εαυτόν τους ηδονικόν. Και έχουν ανάγκην τοιούτων. Φαίνονται λοιπόν αυτά ότι είναι χαρακτηριστικά της ευτυχίας, διότι όσοι ευρίσκονται μέσα εις τας εξουσίας περνούν τας ώρας των με αυτά, ίσως όμως αι τοιαύται δεν αποτελούν καμμίαν απόδειξιν. Διότι δεν υπάρχει εις τας εξουσίας η αρετή ούτε ο νους, εκ των οποίων προέρχονται αι σπουδαίαι ενέργειαι, ούτε πάλιν, επειδή αυτοί είναι άγευστοι καθαρείας και ευγενούς ηδονής και καταφεύγουν εις τας σωματικάς, διά τούτο πρέπει να τας θεωρήσωμεν αυτάς προτιμοτέρας. Διότι και τα παιδιά θεωρούν ως καλλίτερα όσα εκτιμούν αυτά. Είναι λογικόν λοιπόν καθώς μεταξύ παιδίων και ανδρών υπάρχει διαφορά γνωμών ως προς τα τιμαλφή πράγματα, το ίδιον να υπάρχη και μεταξύ χυδαίων και ευπρεπών. Καθώς λοιπόν είπαμεν πολλάκις, και τίμια και ηδονικά είναι όσα φαίνονται ως τοιαύτα εις τον σπουδαίον. Δι' έκαστον δε είναι προτιμοτέρα η ενέργεια, η οποία συμφωνεί με την ιδικήν του διάθεσιν, επομένως και εις τον σπουδαίον η σύμφωνος με την αρετήν. Επομένως δεν υπάρχει εις το παιγνίδιον η ευδαιμονία. Διότι ακόμη εξ άλλου είναι παράλογον να είναι σκοπός το παιγνίδι και να καταγινώμεθα και να κακοπαθούμεν εις όλην μας την ζωήν χάριν των παιγνιδίων. Δηλαδή όλα γενικώς τα προτιμώμεν χάριν άλλου εκτός της ευτυχίας. Διότι αυτή είναι ο σκοπός. Και βεβαίως το να καταγινώμεθα και να κοπιάζωμεν χάριν του παιγνιδιού φαίνεται ηλιθιότης και πολύ παιδαριώδες. Το να παίζη όμως κανείς χάριν σπουδής, καθώς ο Ανάχαρσις, φαίνεται ότι είναι ορθόν. Διότι το παιγνιδι ομοιάζει με ανάπαυσιν και επειδή οι άνθρωποι δεν ημπορούν να κοπιάζουν συνεχώς, έχουν ανάγκην αναπαύσεως. Επομένως δεν είναι αποτέλεσμα η ανάπαυσις, διότι γίνεται προς χάριν κάποιας ενεργείας. Φαίνεται όμως ότι ο ευτυχής βίος είναι σύμφωνος με την αρετήν. Αυτός δε υπάρχει με την σπουδαιότητα και όχι με τα παιγνίδια. Έπειτα θεωρούμεν ως καλλίτερα τα σπουδαία, παρά τα γελοία και τα παιδαριώδη. Και πάντοτε θεωρούμεν καλλιτέραν την ενέργειαν του καλλιτέρου ψυχικού μέρους και του σπουδαιοτέρου ανθρώπου, η ενέργεια όμως του καλλιτέρου είναι καλλιτέρα και συντελεστικωτέρα εις την ευτυχίαν. Έπειτα τας σωματικάς ηδονάς ημπορεί να τας απολαύση και ο τυχών και ένα ανδράποδον όχι ολιγώτερον από τον καλλίτερον άνθρωπον. Την ευτυχίαν όμως κανείς δεν την μεταδίδει εις έν ανδράποδον, εκτός εάν μεταδώση και βίον. Διότι δεν συνίσταται η ευτυχία εις τοιούτου είδους χασομέρια, αλλά εις τας εναρέτους ενεργείας, καθώς είπαμεν και προηγουμένως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.