WeRead Powered by ReaderPub
Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος cover

Ηθικά Νικομάχεια, Τόμος Δεύτερος

Chapter 49: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The philosopher presents an account of moral virtue as a stable disposition formed by repeated choice and habituation, defines virtue as a mean between excess and deficiency, and analyzes particular virtues (temperance, continence, intemperance, liberality, magnificence, magnanimity) and their opposites. He distinguishes voluntary from involuntary actions, examines the nature of pleasure and its relation to human flourishing, and argues that ethical well-being arises from right deliberation, balanced appetites, and the cultivation of character through practiced habits.

&Η ευτυχία ως η καλλίστη ενέργεια&. — Αφού δε η ευτυχία είναι ενέργεια σύμφωνος με την αρετήν, είναι εύλογον να είναι σύμφωνος με την ανωτάτην αρετήν. Αυτή δε θα είναι η αρετή του αρίστου μέρους. Είτε λοιπόν ο νους είναι αυτό, είτε άλλο τίποτε, το οποίον φαίνεται ότι εκ φύσεως κυριαρχεί και πρωτοστατεί και εννοεί τα καλά και τα θεία, και είτε είναι το ίδιον θείον πράγμα, είτε είναι από τα θεϊκώτερα εξ όσων έχομεν εντός μας, η ενέργεια αυτού θα είναι τελεία ευτυχία συμφώνως με την ειδικήν αρετήν. Ότι δε είναι θεωρητική, το είπαμεν. Τούτο δε φαίνεται ότι συμβιβάζεται και με τα προηγούμενα και με την αλήθειαν. Διότι αυτή η ενέργεια είναι ακόμη και ανωτάτη, διότι και ο νους είναι το ανώτατον από όσα έχομεν εντός μας. Και περιστρέφεται εις τα υποκείμενα εις την γνώσιν, εις τα οποία περιστρέφεται και ο νους. Έπειτα είναι και η πλειότερον συνεχής. Δηλαδή περισσότερον ημπορούμεν να συλλογιζώμεθα διαρκώς, παρά να εκτελούμεν οτιδήποτε. Έπειτα φρονούμεν ότι με την ευδαιμονίαν πρέπει να συνυπάρχη και ηδονή, ηδονικωτέρα όμως από όλας τας ευαρέστους ενεργείας είναι ομολογουμένως η σοφία. Τουλάχιστον η φιλοσοφία φαίνεται ότι παρέχει θαυμασίας ηδονάς υπό έποψιν ξεκαθαρίσματος και πεποιθήσεως, είναι δε ακόμη ευλογοφανές να διάγουν τερπνότερον οι γνωρίζοντες παρά οι ερευνώντες. Έπειτα και η λεγομένη αυτάρκεια ίσως περιστρέφεται κυρίως εις την θεωρίαν. Διότι τα μεν προς το ζην αναγκαία τα χρειάζεται και ο σοφός και ο δίκαιος, καθώς και πας άλλος. Από όσους όμως είναι προικισμένοι με τοιαύτας αρετάς, ο μεν δίκαιος έχει ανάγκην των ατόμων, εις τα οποία θα εφαρμόση την δικαιοσύνην του και θα συμπράξη, ομοίως δε και ο σώφρων και ο ανδρείος και ο καθείς από τους άλλους. O σοφός όμως, και μόνος του αν είναι, ημπορεί να συλλογίζεται, και τόσον περισσότερον ημπορεί, όσον περισσότερον είναι σοφός. Ίσως όμως είναι προτιμότερον να έχη και συνεργάτας, οπωσδήποτε όμως είναι ο πλέον αυτάρκης. Ημπορεί δε να νομισθή ότι μόνη αυτή η αρετή αγαπάται καθ' εαυτήν, διότι τίποτε δεν παράγεται από αυτήν ξεχωριστόν από την θεωρίαν, ενώ από τας εφηρμοσμένας αρετάς περισσεύομεν κάτι τι, ή ως περίσσευμα ή ως ζημίαν έξω από την πράξιν. Έπειτα η ευτυχία φαίνεται ότι συνίσταται εις την σχόλην. Διότι ασχολούμεθα διά να απολαύσωμεν σχόλην, καθώς πολεμούμεν διά να αποκτήσωμεν ειρήνην. Και λοιπόν των μεν εκτελεστικών (πρακτικών) αρετών η ενέργεια υπάρχει εις τα πολιτικά και εις τα πολεμικά πράγματα. Αι πράξεις όμως αι οποίαι περιστρέφονται εις αυτά φαίνονται ότι απαιτούν σχόλην. Και αι μεν πολεμικαί φαίνονται τελείως τοιαύται, διότι κανείς δεν αποφασίζει τον πόλεμον διά να έχη πόλεμον διαρκώς, ούτε δι' αυτό ετοιμάζονται προς πόλεμον. Διότι τότε θα εφαίνετο ότι είναι εντελώς αιμοβόρος, αφού τους συμφιλιωμένους τους κάμνει αντιπάλους, διά να συμβούν συμπλοκαί και φόνοι. Επίσης όμως ζητεί σχόλην και η πράξις του πολιτικού, και έξω από την ανάμιξιν εις τα πολιτικά αποκτά δυνάμεις και τιμάς ή ακόμη και αυτήν την ευτυχίαν διά το ιδικόν του άτομον και διά τους πολίτας, η οποία ευτυχία δεν είναι το ίδιον με την πολιτικήν, και την ζητούμεν βεβαίως, διότι είναι διαφορετική. Αφού λοιπόν από τας εναρέτους πράξεις αι πολιτικαί και πολεμικαί υπερέχουν ως προς την υπόληψιν και την σπουδαιότητα, αυταί δε τείνουν εις την σχόλην και επιθυμούν κάποιον τέλος, και προς τούτοις δεν είναι καθ' εαυτάς προτιμητέαι, και αφού εξ άλλου η ενέργεια του νου φαίνεται ότι υπερέχει κατά την σπουδαιότητα, διότι είναι θεωρητική, και έξω από τον εαυτόν της δεν επιθυμεί κανέν άλλο αποτέλεσμα, ακόμη δε φαίνεται ότι περιέχει τελείαν ηδονήν — η δε ηδονή μεγαλύνει μαζί της και την ενέργειαν — αφού τέλος η αυτάρκεια και η σχόλη και η αφροντισία, όσον είναι δυνατόν να υπάρχουν εις τον άνθρωπον και όλα τα άλλα αποδίδονται εις τον αξιομακάριστον συμφώνως με αυτήν την ενέργειαν, έπεται τότε ότι αυτή θα είναι η τελεία ευτυχία του ανθρώπου, αρκεί να αποκτήση τέλειον μήκος βίου. Διότι από όλα όσα ανήκουν εις την ευτυχίαν τίποτε δεν είναι ατελές. Ίσως δε ο τοιούτος βίος είναι ανώτερος από τας δυνάμεις του ανθρώπου. Δηλαδή δεν θα απολαύση κανείς αυτήν την ζωήν καθόσον είναι άνθρωπος, αλλά καθόσον έχει εντός του κάτι τι θεϊκόν. Όσον δε υπερέχει τούτο από το μίγμα, τόσον υπερέχει και αυτή η ενέργεια από την ενέργειαν της άλλης αρετής. Εάν λοιπόν ο νους είναι θεϊκόν πράγμα εν συγκρίσει προς τον άνθρωπον, έπεται ότι και ο σύμφωνος με τον νουν βίος είναι θείος συγκρινόμενος με τον ανθρώπινον. Και δεν πρέπει να ακούωμεν όσους μας συμβουλεύουν να έχωμεν ανθρώπινα φρονήματα ούτε πρόσκαιρα, ως θνητοί, αλλά όσον μας επιτρέπεται, να επιδιώκωμεν την αθανασίαν και να εκτελούμεν όσα απαιτούνται διά να ζώμεν συμφώνως προς το καλλίτερον μέρος της ψυχής μας. Διότι, αν και είναι κατά τον όγκον μικρόν, κατά την δύναμιν όμως και την αξίαν είναι ανώτερον από όλα. Ίσως δε νομισθή και δι' έκαστον ότι αυτό αποτελεί τον ατομισμόν του, αφού είναι το κυρίαρχον και το καλλίτερον, επομένως θα ήτο παράλογον να προτιμήσωμεν όχι τον βίον, ο οποίος ιδιάζει εις αυτό, αλλά εις κανέν' άλλο. Και ό,τι είπαμεν προηγουμένως εφαρμόζεται και τόρα. Δηλαδή το συγγενικόν εκ φύσεως δι' έκαστον πράγμα είναι το καλλίτερον και ηδονικώτερον δι' έκαστον, επομένως και διά τον άνθρωπον τοιούτος είναι ο βίος ο σύμφωνος με τον νουν, αφού βεβαίως αυτός κυρίως αποτελεί τον άνθρωπον. Αυτός λοιπόν ο βίος είναι και ο ευτυχέστερος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

&Η ανθρωπίνη ευτυχία ως θεία εν σχέσει προς τα ζώα&. — Κατά δεύτερον δε λόγον έρχεται ο βίος ο σύμφωνος με την άλλην αρετήν. Διότι αι ενέργειαι αυτής είναι ανθρώπινοι. Δηλαδή τα δίκαια και τα ανδρεία και τα άλλα ενάρετα έργα εκτελούμεν μεταξύ μας εις τας διαφόρους συναλλαγάς και ανάγκας και πράξεις, και διατηρούμεν ως προς τα πάθη μας το ορθόν μέτρον δι' έκαστον, όλα δε αυτά φαίνονται ανθρώπινα. Μερικά μάλιστα φαίνονται ότι προέρχονται από το σώμα, και εις πολλά φαίνεται ότι εξοικειώθη με τα πάθη η ηθική αρετή. Ακόμη δε και η φρόνησις συνεδέθη με την ηθικήν αρετήν, και αυτή πάλιν με την φρόνησιν, αφού αι μεν αρχαί της φρονήσεως είναι σύμφωνοι με τας ηθικάς αρετάς, το δε ορθόν μέτρον των ηθικών συμφωνεί με την φρόνησιν. Ίσως δε αυταί, αφού είναι συνηρμοσμέναι με τα πάθη, περιστρέφονται εις το σύνθετον. Και βεβαίως αι αρεταί του συνθέτου είναι ανθρώπινοι. Επομένως ανθρώπινος είναι και ο σύμφωνος με αυτάς βίος και η ομοία ευτυχία, ενώ η αρετή του νου είναι χωρισμένη. Και βεβαίως είναι αρκετά αυτά περί αυτής, διότι αι λεπτομέρειαι είναι ανώτεραι από το προκείμενον θέμα. Φαίνεται δε ότι και από την εξωτερικήν βοήθειαν έχει πολύ ολίγην ανάγκην ή τουλάχιστον ολιγωτέραν παρά η ηθική. Δηλαδή ναι μεν των απολύτως αναγκαίων ημπορούμεν να δεχθώμεν ότι υπάρχει ανάγκη και εις τας δύο και μάλιστα εξ ίσου, αν και περισσότερον φροντίζει διά το σώμα ο πολιτικός (ηθικολόγος) και δι' όσα είναι σχετικά — διότι είναι μικρά η διαφορά, αν υπάρχη — ως προς τας ενεργείας όμως έχουν μεγάλην διαφοράν, λόγου χάριν εις μεν τον φιλελεύθερον θα χρειασθούν χρήματα διά να εφαρμόση την γενναιοδωρίαν του, και βεβαίως και εις τον δίκαιον διά να ανταποδίδη — διότι αι απλαί προαιρέσεις είναι αφανείς, και ημπορούν να προσποιούνται και όσοι δεν είναι δίκαιοι ότι θέλουν να εκτελούν τα δίκαια — και ο ανδρείος θα χρειασθή δύναμιν, εάν πρόκειται να εκτελέση κάτι τι σύμφωνον με την αρετήν του, και ο σώφρων θα χρειασθή εξουσίαν. Διότι πώς θα φανερωθή η ιδιότης ή αυτού ή κανενός από τους άλλους; Διαφιλονικείται δε, αν είναι σπουδαιότερον μέρος της αρετής η προαίρεσις ή αι πράξεις, διότι αυτή συνίσταται και εις τα δύο. Και βεβαίως το τέλειον είναι φανερόν ότι θα συνίσταται και εις τα δύο. Αλλά διά τας πράξεις χρειάζεται πολλά πράγματα, και όσον αυταί είναι σπουδαιότεραι και καλλίτεραι, τόσον περισσότερα χρειάζεται, θεωρητικώς όμως δεν χρειάζεται τίποτε από αυτά διά να ενεργή τουλάχιστον, αλλά ημπορούμεν να ειπούμεν μάλιστα ότι τα άλλα είναι και εμποδιστικά διά την θεωρίαν. Καθόσον όμως είναι άνθρωπος και συζή με περισσοτέρους προτιμά να πράττη τα σύμφωνα με την αρετήν, επομένως θα χρειασθή αυτά διά να φέρεται ως άνθρωπος. Ότι όμως η τελεία ευτυχία είναι κάποια θεωρητική ενέργεια, ημπορεί να εννοηθή και από το εξής. Δηλαδή τους θεούς προ πάντων τους θεωρούμεν μακαρίους και ευτυχείς. Αλλά τόρα ποίας πράξεις πρέπει να αποδώσωμεν εις αυτούς; Άραγε τας δικαίας; Ή μήπως θα μας φανούν γελοίοι, αν κάμνουν συναλλαγάς και επιστρέφουν παρακαταθήκας και όλα τα παρόμοια;

Αλλά μήπως τας ανδρείας πράξεις θα αποδώσωμεν εις αυτούς και ότι υποφέρουν τα επίφοβα και ότι ριψοκινδυνεύουν, διότι αυτό είναι ένδοξον πράγμα; Ή μήπως τας ελευθεριότητας; Αλλά εις ποίον θα δωρίσουν; Είναι δε ακόμη και παράλογον να νομίζωμεν ότι και αυτοί έχουν νόμισμα ή κάτι τι παρόμοιον. Αν δε είναι σώφρονες, τι θα κάμουν; Ή μήπως είναι οχληρός έπαινος το ότι δεν έχουν ποταπάς επιθυμίας; και εν γένει, αν εξετάσωμεν όλας τας πράξεις, θα φανούν μικραί και ανάξιαι των θεών. Και όμως όλοι πιστεύουν δι' αυτούς ότι ζουν, επομένως και ότι ενεργούν, και όχι βεβαίως ότι κοιμώνται καθώς ο Ενδυμίων. Και λοιπόν εις τον έχοντα ζωήν, όταν αφαιρεθή η πράξις και πολύ περισσότερον η δημιουργία, τι άλλο μένει παρά η θεωρία; Επομένως η ενέργεια του θεού, η οποία υπερέχει κατά την μακαριότητα, φαίνεται ότι είναι θεωρητική. Αλλά και από τας ανθρωπίνους ενεργείας ευτυχέστατη είναι η όσον το δυνατόν συγγενής με αυτήν.

Απόδειξις δε τούτου είναι και ότι τα άλλα ζώα δεν μετέχουν της ευτυχίας, διότι είναι εντελώς εστερημένα της τοιαύτης ενεργείας. Δηλαδή εις μεν τους θεούς ολόκληρος ο βίος είναι αξιομακάριστος, διότι η ενέργεια των είναι τοιούτου είδους, εις τους ανθρώπους όμως είναι αξιομακάριστος, εφ' όσον υπάρχει εις αυτούς κάποιον ομοίωμα της τοιαύτης ενεργείας. Εκ δε των άλλων ζώων κανέν δεν ευτυχεί, διότι κατ' ουδένα τρόπον δεν μετέχει της θεωρίας. Επομένως, όπου εξαπλούται η θεωρία, εκεί υπάρχει και η ευτυχία, και όσοι έχουν περισσοτέραν την θεωρίαν, έχουν και την ευτυχίαν όχι κατά σύμπτωσιν, αλλά εξ αιτίας της θεωρίας, διότι αυτή είναι πολύτιμος καθ' εαυτήν. Επομένως η ευτυχία θα είναι κάποια θεωρία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

&Η ευτυχία και τα εξωτερικά αγαθά&. — θα χρειασθή όμως και την εξωτερικήν ευτυχίαν, αφού είναι άνθρωπος. Διότι δεν είναι αυτάρκης η φύσις διά την θεωρίαν, αλλά χρειάζεται και το σώμα να είναι υγιές και να υπάρχη η τροφή και όλη η περιποίησις. Αλλά δεν πρέπει να νομίσωμεν ότι θα έχη πολλάς και μεγάλας ανάγκας ο ευτυχής, εκ του ότι δεν είναι δυνατόν να είναι ευτυχής χωρίς εξωτερικά αγαθά. Διότι η αυτάρκεια δεν συνίσταται εις την υπερβολήν ούτε ημπορεί να κριθή από τας πράξεις. Και είναι βεβαίως δυνατόν και χωρίς να εξουσιάζη κανείς γην και θάλασσαν να εκτελή τα καλά. Διότι και με μέτρια μέσα ημπορεί κανείς να εξασκή την αρετήν. Τούτο δε είναι δυνατόν να εννοηθή καθαρά. Διότι τα άτομα φαίνονται ότι εκτελούν τα πρέποντα όχι ολιγώτερον από τους πανισχύρους, αλλά και περισσότερον ακόμη. Είναι δε αρκετόν να υπάρχουν τόσα μόνον. Διότι τότε θα είναι ευτυχής ο βίος εκείνου, όστις ενεργεί συμφώνως με την αρετήν. Και ο Σόλων δε ακόμη ίσως εχαρακτήριζε καλώς τους ευτυχείς, λέγων ότι τοιούτοι είναι όσοι έχουν μέτρια εξωτερικά χορηγήματα, αφού όμως εκτελέσουν όσον είναι δυνατόν τα λαμπρότερα κατά την γνώμην του και ζήσουν σωφρόνως. Διότι είναι δυνατόν και όσοι έχουν μέτρια να κάμνουν ό,τι πρέπει. Φαίνεται δε ότι και ο Αναξαγόρας δεν εθεώρησε πλούσιον ούτε πανίσχυρον τον ευτυχή, και είπε ότι δεν είναι παράδοξον να νομισθή παράλογος εις τους περισσοτέρους. Διότι αυτοί κρίνουν από τα εξωτερικά, επειδή αυτά μόνον αντιλαμβάνονται. Επομένως φαίνεται ότι συμφωνούν με τους λόγους μας αι γνώμαι των σοφών. Λοιπόν είναι μεν και αυτά κάπως πιστευτά, η αλήθεια όμως εις τα εκτελεστά κρίνεται από τα έργα και τον βίον. Διότι εις αυτά έγκειται η σπουδαιότης. Λοιπόν πρέπει να προσέχωμεν εις όσα ελέχθησαν προηγουμένως, και να τα εφαρμόζωμεν εις τα έργα και τον βίον, και εις όσους μεν συνάδουν με τα έργα να τα παραδεχώμεθα, εις όσους δε διαφωνούν να τα θεωρούμεν απλώς λόγια. Όστις δε ενεργεί συμφώνως με τον νουν, και αυτόν καλλιεργεί και είναι εις καλλίστην διάθεσιν, ως προς αυτό, φαίνεται ότι είναι και θεοφιλέστατος. Διότι, εάν υπάρχη κάποια φροντίς εις τους θεούς διά τα ανθρώπινα, καθώς φαίνεται να υπάρχη, τότε θα είναι λογικόν να ευχαριστούνται αυτοί με το άριστον και συγγενέστατον — τούτο δε ίσως είναι ο νους — και προ πάντων ανταμείβουν εκείνους οι οποίοι προ πάντων αυτόν αγαπούν και τιμούν, διότι αυτοί περιποιούνται πράγματα αγαπητά εις αυτούς και κάμνουν ορθά και καλά. Ότι δε όλα αυτά υπάρχουν προ πάντων εις τον σοφόν δεν είναι δυσνόητον, ώστε είναι επόμενο, ο ίδιος άνθρωπος να είναι θεοφιλέστατος και συγχρόνως ο ευτυχέστατος. Ώστε και με αυτόν τον τρόπον ίσως αποδεικνύεται ευτυχής προ πάντων ο σοφός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

&Διά την αρετήν δεν αρκεί απλή θεωρία, αλλά απαιτείται και πράξις&. — Αλλά τόρα, αφού είπαμεν αρκετά περί αυτών και περί των αρετών, προσέτι δε και περί φιλίας και ηδονής εις γενικάς γραμμάς, άραγε πρέπει να νομίσωμεν ότι ετελείωσε το ζήτημα μας; Ή μήπως, καθώς λέγεται, δεν είναι τέλος εις τα εκτελεστά το να ερευνήσωμεν τα καθέκαστα και να τα εννοήσωμεν, αλλά μάλλον να τα εκτελούμεν; Επομένως και περί της αρετής μήπως δεν αρκεί να την γνωρίζωμεν, αλλά πρέπει να προσπαθήσωμεν να την αποκτήσωμεν και να την μεταχειριζώμεθα ή να φροντίσωμεν με οποιονδήποτε άλλον τρόπον να γίνωμεν αγαθοί; και λοιπόν, εάν οι λόγοι ήσαν αρκετοί διά να μας καταστήσουν καλούς, δικαίως θα εκέρδιζαν πολλούς και μεγάλους μισθούς, καθώς λέγει ο Θέογνις, και τότε θα ήτο ανάγκη να τους προμηθευώμεθα. Τόρα όμως αποδεικνύονται ότι έχουν μεν την δύναμιν να προτρέψουν και παρακινήσουν τους ευγενείς από τους νέους και να καταστήσουν το ευγενές και πραγματικώς φιλοπρόοδον ήθος κατάμεστον από αρετήν, τους περισσοτέρους όμως δεν ημπορούν να τους προτρέψουν εις την καλοκαγαθίαν. Διότι αυτοί δεν επλάσθησαν να υποτάσσωνται πειθαρχικώς εις την εντροπήν αλλά εις τον φόβον, ούτε να αποφεύγουν τας χυδαιότητας από αίσχος αλλά ένεκα της τιμωρίας. Διότι ζουν με τα πάθη των και επιζητούν τας σχετικάς ηδονάς και τα μέσα τα οποία φέρουν αυτάς, αποφεύγουν δε τας αντιθέτους λύπας, το δε καλόν και πραγματικώς ηδονικόν δεν το αντιλαμβάνονται, διότι δεν το εδοκίμασαν. Και λοιπόν τους τοιούτους ποίος λόγος ημπορεί να τους μεταρρυθμίση; Διότι είναι αδύνατον, ή δεν είναι εύκολον, όσα από καιρόν εκυριεύθησαν από τα ήθη, αυτά να τα εκτοπίσωμεν με λόγους. Ίσως δε είναι αρκετόν το να αποκτήσωμεν αρετήν, όταν έχωμεν όλα τα μέσα διά να γίνωμεν καλοί. Νομίζουν δε άλλοι μεν ότι οι αγαθοί γεννώνται πλασμένοι εκ φύσεως, άλλοι δε ότι γίνονται με την συνήθειαν, και άλλοι ότι γίνονται με την διδασκαλίαν. Και λοιπόν παν ό,τι εξαρτάται από την φύσιν, είναι φανερόν ότι δεν είναι εις την εξουσίαν μας, αλλά ευρίσκεται εις τους πραγματικώς ευτυχείς διά μέσου κάποιας θείας αιτίας, ο λόγος όμως και η διδαχή ας προσέξωμεν μήπως δεν ισχύουν εις όλους, αλλά πρέπει να επεξεργασθώμεν προηγουμένως την ψυχήν του ακροατού εις το να ευχαριστήται και να μισή ορθώς, καθώς επεξεργαζόμεθα το χώμα, οποίον πρόκειται να θρέψη τον σπόρον. Διότι δεν είναι δυνατόν να ακούση λόγον αποτρεπτικόν ούτε να τον εννοήση όστις ζη με τα πάθη του. Και εκείνον όστις ούτω πως διάκειται, πώς είναι δυνατόν να τον μεταπείσωμεν; Εν γένει δε φαίνεται ότι το πάθος δεν υποχωρεί εις τον λόγον, αλλά εις την βίαν. Επομένως πρέπει το προϋπάρχον ήθος να είναι κάπως συγγενικόν με την αρετήν, και να αγαπά το καλόν και να αποτροπιάζεται το άσχημον. Έπειτα δε εκ παιδικής ηλικίας να λάβη κανείς καλήν αγωγήν διά την αρετήν είναι δύσκολον, όταν δεν μεγαλώση με αναλόγους νόμους. Διότι η σωφρονική και εγκρατής ζωή δεν αρέσει εις τους πολλούς, και μάλιστα εις τους νέους. Διά τούτο οι νόμοι πρέπει να ορίζουν την ανατροφήν και τας ασχολίας. Διότι δεν θα είναι ενοχλητικά, όταν συνηθισθούν. Ίσως όμως δεν είναι αρκετόν ενόσω είναι νέοι να απολαύσουν ανατροφήν και επιμέλειαν ορθήν, αλλά επειδή χρειάζεται και όταν γίνουν άνδρες να εκτελούν αυτά και να εξασκούνται, ίσως θα είχαμεν ανάγκην νόμων και δι' αυτά, και εν γένει δι' όλην την ζωήν. Διότι οι περισσότεροι υποτάσσονται μάλλον εις την ανάγκην παρά εις τον λόγον, και μάλλον εις την τιμωρίαν παρά εις το καλόν. Διά τούτο νομίζουν μερικοί, ότι οι νομοθέται οφείλουν μεν να παρακινούν και να προτρέπουν εις την αρετήν χάριν του καλού, με την ελπίδα ότι θα υπακούσουν όσοι είναι εκ των προτέρων καθώς πρέπει εις τα ήθη, εις τους απειθείς όμως και αβελτέρους να επιβάλλουν τιμωρίας και αποζημιώσεις, και όσοι είναι εντελώς αθεράπευτοι να τους εξορίζουν. Διότι όστις είναι καθώς πρέπει και ζη συμφώνως με το καλόν θα υποταχθή εις τον λόγον, ο κακός όμως, ο οποίος επιθυμεί την ηδονήν μόνον, πρέπει να τιμωρήται με την λύπην, καθώς το ζώον. Διά τούτο λέγουν ότι πρέπει να επιβάλλωνται αι ενοχλήσεις εκείναι, αι οποίαι φαίνονται πλειότερον αντίθετοι εις τας αγαπωμένας από αυτούς ηδονάς.

&Η ανάγκη της νομοθεσίας&. — Αφού λοιπόν όστις πρόκειται να γίνη αγαθός, καθώς είπαμεν, πρέπει να ανατραφή και να συνηθίση καλά, τότε ομοίως πρέπει να ζη με καλάς ασχολίας και ούτε ακουσίως ούτε εκουσίως να πράττη ποταπάς πράξεις. Αυτά δε ημπορούν να γίνουν, όταν ζουν με τον νουν και με ορθήν διάταξιν, η οποία να υπερισχύη. Και λοιπόν η μεν πατρική προσταγή δεν έχει χαρακτήρα ισχυρόν και αναγκαστικόν ούτε γενικώς η προσταγή ενός ανδρός, εκτός αν είναι βασιλεύς ή κάποιος όμοιος με βασιλέα. O νόμος όμως έχει δύναμιν καταναγκαστικήν, και είναι λόγος προερχόμενος από κάποιαν φρόνησιν και νουν. Και από μεν τους ανθρώπους οι νέοι μεν μισούν εκείνους οι οποίοι εναντιόνονται εις τας ορμάς των, και όταν εκτελούν αυτό το καθήκον ορθώς. O νόμος όμως δεν είναι οχληρός, όταν διατάσση το ορθόν. Μόνον δε εις το πολίτευμα των Λακεδαιμονίων και ολίγα άλλα φαίνεται ότι ο νομοθέτης εφρόντισε περί της ανατροφής και των ασχολιών. Εις τα περισσότερα όμως πολιτεύματα παρημελήθησαν τα τοιαύτα, και έκαστος ζη καθώς θέλει, και εξουσιάζει τα παιδιά του και την γυναίκα του ως Κύκλωψ {21}. Το καλλίτερον λοιπόν είναι να γίνεται κοινή η επιμέλεια και ορθή, και να είναι δυνατόν να εκτελήται τούτο. Όταν όμως το κοινόν παραμελή, φαίνεται ότι οφείλει έκαστος να συντελή διά τα τέκνα του και τους φίλους του ως προς την αρετήν, ή τουλάχιστον να έχη προαίρεσιν. Κυρίως δε φαίνεται από όσα είπαμεν ότι θα ημπορέση να το εκτελέση εάν γίνη νομοθέτης. Διότι αι μεν κοιναί επιμέλειαι είναι φανερόν ότι γίνονται με τους νόμους, καλαί όμως είναι αι γενόμεναι με τους σπουδαίους νόμους. Είτε όμως είναι γραπτοί είτε άγραφοι, δεν φαίνεται να έχη καμμίαν σημασίαν, ούτε πάλιν αν με αυτούς θα ανατραφή ένας ή πολλοί, καθώς δεν έχει σημασίαν τούτο ούτε εις την μουσικήν και την γυμναστικήν και τας άλλας ασχολίας. Διότι καθώς εις τας πόλεις κατισχύουν τα νόμιμα και τα ήθη, ομοίως και εις τας οικογενείας κατισχύουν οι πατρικοί λόγοι και αι συνήθειαι, και πολύ περισσότερον εξ αιτίας της συγγενείας και των ευεργεσιών. Διότι και εκ των προτέρων τους σέβονται και υποτάσσονται εκ φύσεως• Έπειτα έχουν διαφοράν αι ατομικαί ανατροφαί από τας κοινάς, καθώς συμβαίνει εις την ιατρικήν. Δηλαδή γενικώς μεν εις τον θερμασμένον ωφελεί η νηστεία και η ησυχία, εις κάποιον όμως όχι, και πάλιν ο πυγμάχος ίσως δεν εφαρμόζει εις όλους την ιδίαν τακτικήν. Ίσως λοιπόν τελειοποιείται το καθέκαστον, όταν γίνη ατομική η επιμέλεια. Διότι τότε περισσότερον επιτυγχάνει το ανάλογον έκαστος. Αλλά ίσως μεν ημπορεί κάλλιστα να επιμεληθή έκαστον άτομον και ο ιατρός και ο γυμναστής, και πας άλλος ο οποίος γνωρίζει το γενικόν το οποίον εφαρμόζεται εις όλους, παρά εις τούτους εδώ, διότι αι επιστήμαι λέγονται και περιστρέφονται εις κοινά πράγματα. Ουχ ήττον όμως ίσως δεν είναι δύσκολον να επιμεληθή και ένα μόνον όστις είναι ανεπιστήμων, αφού αντελήφθη όμως με ακρίβειαν εκ πείρας όσα συμβαίνουν εις έκαστον, καθώς και μερικοί φαίνονται ότι είναι κάλλιστοι ιατροί διά τον εαυτόν των, ενώ δια τους άλλους δεν ημπορούν να βοηθήσουν διόλου. Ίσως λοιπόν νομισθή εξ ίσου ορθόν ότι, όστις θέλει να γίνη τεχνικός και θεωρητικός, πρέπει να προχωρήση εις τα γενικά, και να γνωρίση αυτά όσον είναι δυνατόν. Διότι είπαμεν ότι εις αυτά περιστρέφονται αι επιστήμαι. Ίσως λοιπόν και όστις θέλει να βελτιώση με την επιμέλειάν του είτε πολλούς είτε ολίγους, πρέπει να προσπαθήση να γίνη νομοθέτης, αφού με τους νόμους ημπορούμεν να γίνωμεν αγαθοί. Διότι το να διαθέσωμεν καλώς ένα οποιονδήποτε και αυτόν που μας προτείνουν, δεν είναι έργον του τυχόντος, αλλά εάν κατ' αρχήν ανήκη εις κάποιον, ανήκει εις τον έμπειρον, καθώς συμβαίνει εις την ιατρικήν και εις τα άλλα έργα όσα έχουν διά κάποια πράγματα φροντίδα και φρόνησιν.

&Πως γίνονται οι νομοθέται&. — Λοιπόν μήπως τόρα πλέον πρέπει να εξετάσωμεν από πού και πώς ημπορεί κανείς να γίνη νομοθέτης; Ή μήπως θα γίνη από τους πολιτικούς, καθώς συμβαίνει και εις τα άλλα; Διότι είπαμεν ότι η ηθική είναι ένα μέρος της πολιτικής. Ή μήπως δεν υπάρχει ομοιότης μεταξύ της πολιτικής και των άλλων επιστημών και δυνάμεων; Διότι εις μεν τα άλλα έργα φαίνεται ότι οι ίδιοι άνθρωποι παραδίδουν (διδάσκουν) τας δυνάμεις, και οι ίδιοι ενεργούν με αυτάς, καθώς λόγου χάριν οι ιατροί και οι ζωγράφοι. Τα πολιτικά όμως υπόσχονται μεν ότι τα διδάσκουν οι σοφισταί, δεν τα εκτελεί όμως κανείς από αυτούς, αλλά οι πολιτευόμενοι, οι οποίοι φαίνονται ίσως ότι εκτελούν τούτο μάλλον με κάποιαν δύναμιν και πείραν, παρά με νουν. Δηλαδή δεν φαίνεται ούτε να γράφουν ούτε να ομιλούν περί των τοιούτων — μολονότι ίσως ήτο καλλίτερον αυτά να λέγουν, παρά λόγους δικανικούς και δημηγορικούς. Εξ άλλου δε πάλιν δεν φαίνονται να κατέστησαν πολιτικούς τους υιούς των. Και όμως τούτο ήτο εύλογον, εάν ήσαν ικανοί. Δηλαδή ούτε διά την πατρίδα των θα είχαν να αφήσουν άλλο τίποτε καλλίτερον από αυτό, ούτε οι ίδιοι θα ήθελαν να έχουν άλλο τίποτε παρά αυτήν την δύναμιν, αλλ' ούτε βεβαίως οι προσφιλείς των. Φαίνεται όμως ότι δεν συντελεί ολίγον η εμπειρία. Διότι αλλέως δεν θα ανεδεικνύοντο μάλλον διά της εμπειρίας οι πολιτικοί. Διά τούτο όσοι θέλουν να σπουδάσουν πολιτικήν, φαίνεται ότι έχουν ανάγκην πείρας. Από τους σοφιστάς όμως όσοι ρεκλαμάρονται ως διδάσκαλοι, φαίνεται ότι είναι πολύ μακράν διά να διδάξουν αυτήν. Διότι δεν γνωρίζουν εντελώς ούτε τι είναι ούτε εις ποία περιστρέφεται. Διότι άλλως δεν θα την εθεωρούσαν το ίδιον με την ρητορικήν ούτε χειροτέραν. Ούτε πάλιν θα ενόμιζαν ότι είναι εύκολον να νομοθετήση κανείς, εάν συναθροίση νόμους δοκίμους. Διότι λέγουν ότι πρόκειται να εκλέξη κανείς τους καλλιτέρους, ωσάν να μη είναι ούτε η εκλογή έργον συνέσεως, και ως να μη είναι σπουδαιότατον το να κρίνη κανείς ορθώς, καθώς γίνεται εις την μουσικήν. Δηλαδή οι έμπειροι εις έκαστον πράγμα κρίνουν ορθώς τα έργα, και αντιλαμβάνονται τα μέσα και τον τρόπον της εκτελέσεώς των, και ποία με ποία συμφωνούν. Οι δε πρωτόπειροι είναι αρκετόν να μη απατώνται, αν έγινε καλώς ή κακώς το έργον, καθώς όταν πρόκειται περί ζωγραφικής. Οι δε νόμοι ομοιάζουν με τα πολιτικά έργα. Πώς λοιπόν με αυτούς ημπορεί κανείς να γίνη νομοθέτης ή να κρίνη τους καλλιτέρους; Διότι φαίνεται ότι και οι ιατροί δεν καταρτίζονται με τα συγγράμματα. Και όμως προσπαθούν βεβαίως όχι μόνον να λέγουν τας συνταγάς, αλλά και πώς είναι δυνατόν να θεραπευθή κανείς και πώς πρέπει να νοσηλευθή έκαστος, χωρίζοντες τας κράσεις. Αυτά όμως εις μεν τους εμπείρους φαίνεται ότι είναι ωφέλιμα, εις δε τους αμαθείς είναι άχρηστα. Ίσως λοιπόν και των νόμων και των πολιτευμάτων αι συλλογαί είναι χρήσιμοι εις τους δυναμένους να συλλογισθούν και να κρίνουν τι είναι καλόν ή τι δεν είναι, και ποία με ποία προσαρμόζονται. Εις όσους όμως χωρίς άσκησιν εξετάζουν αυτά, η μεν ορθή κρίσις δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, εκτός βεβαίως ως αυτόματος, να γίνουν όμως εις αυτά περισσότερον συνετοί δεν είναι απίθανον. Επειδή λοιπόν {22} οι προκάτοχοι μας παρέλειψαν ανεξερεύνητον το ζήτημα της νομοθεσίας, ίσως είναι καλόν να εξετάσωμεν ημείς αυτό, εν γένει δηλαδή περί πολιτεύματος, διά να τελειοποιηθή όσον είναι δυνατόν η φιλοσοφία η περιστρεφομένη εις τα ανθρώπινα. Και λοιπόν πρώτον μεν εάν μονομερώς ελέχθη τίποτε από τους προγενεστέρους, ας προσπαθήσωμεν να το διέλθωμεν, έπειτα από την συλλογήν των πολιτευμάτων ας προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν ποία σώζουν και καταστρέφουν τας πόλεις, και ποία έκαστον πολίτευμα, και διά ποίας αιτίας άλλαι μεν έχουν πολίτευμα καλόν, άλλαι δε αντιθέτως. Διότι, όταν εννοηθούν αυτά, ίσως εννοήσωμεν και ποίον πολίτευμα είναι το καλλίτερον και ποίαν διάταξιν εκάστη πόλις και ποίους νόμους και έθιμα μεταχειρίζεται. Ας ομιλήσωμεν λοιπόν από την αρχήν.

Τ Ε Λ Ο Σ

[Τα παροράματα των σελίδων 188-189 έχουν διορθωθεί. Η διόρθωση του κεφαλαίου Θ’ δεν έχει γίνει]

ΠΡΟΣΘΗΚΑΙ και ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ Σελ. 7 Στ. 2 έννοια (ιδέα) του αγαθού. 7 » 23 να είναι κανέν κοινόν. 76 » 33 να ευχαριστήται, με κανέν 78 » 1 εφαρμογή της ακολασίας. 79 3 &Ελευθεριότης& (φιλελευθερία, γενναιότης, γενναιοδωρία ανδρείου, ευγένεια). » 188 » 21 ούτε η ιδία διάθεσις. » 189 » 3 να ζη ηδονικώς. » 189 » 6 αφού δεν είναι ούτε η ηδονή. » 189 » 19 εις όσας δε υπάρχει. » 240 εις το κεφάλαιον Θ' προσθετέον το περιεχόμενον: Η φιλία της ισότητος δεν είναι ομοία προς το δίκαιον.

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. O Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Ηθικά Νικομάχεια είναι το νεωτεριστικόν έργον του, εις το οποίον εξετάζονται, αναλύονται και διατυπούνται από θεωρητικής συνάμα και πρακτικής απόψεως αι αρχαί της κοινωνικής και της ατομικής ηθικής.

Η μετάφρασις φιλολογική και σαφής υπό του κ. Κ. Ζάμπα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

*** 1} Ιδέ Βιβλίον Κ.

2} O Ηράκλειτος επεκρίνετο εις την αρχαιότητα διά τας δογματικάς του γνώμας, αι οποίαι ήτο αδύνατον να αποδειχθούν επιστημονικώς. O Πλάτων όμως με λεπτότητα παρουσιάζει τα ιδικά του δόγματα υπό μορφήν μύθου.

3} Ο Αριστοτέλης ετυμολογεί το μακάριος από το μάλιστα χαίρειν = μεγαχάριος.

4} Γίνεται υπαινιγμός εις τον γνωστότατον στίχον του Ησιόδου «Έργα» 25 : «κεραμεύς κεραμεί κοτέει»…

5} O αρχαίος λαϊκός στίχος λέγει : Πολλάς δη φιλίας απροσηγορία διέλυσεν.

6} Ούτως ωνομάζετο η δημοκρατία, ως το κατ' εξοχήν πολίτευμα των Αθηνών.

7} Ησιόδ. Έργα 368 : «Μισθός δ' ανδρί φίλω ειρημένος άρκιος έστω».

8} Εις το χωρίον τούτο ο Αριστοτέλης συγχρόνως με την αντίθεσιν της ερμηνείας της λέξεως «ομονοείν» πλατωνικώτατα και κομψώς συνδυάζει, και την αντίθεσιν των ετυμολογιών, και αντιτάσσει την εσφαλμένην ετυμολογίαν αυτής, δηλ. το : «αυτώ ευ νοείν», εις την ορθήν δηλ. το : «εν τω αυτώ νοείν». Προς τούτο όμως έλαβε την ανάγκην να χωρίση το «νοείν» από το μόριον «ευ» διά να εννοήται απλούν και εις την δευτέραν φράσιν. Τούτο δε παρενόησαν οι αντιγραφείς και διά τούτο έχομεν τας γραφάς «ευνοείν» και «εννοείν».

9} Η ιδία παρεξήγησις αλλά μεγαλιτέρα καταστροφή συνέβη εις το χωρίον τούτο, όπου ο Αριστοτέλης ετυμολογεί ακριβέστερον τα ομονοούσιν. (ομο-νο-ούντες), ως τρισύνθετον εκ του «εν τω αυτώ ( ιδέ και σημ. 1 ) νω-όντες». Ότι δε πρόκειται περί ετυμολογικής ερμηνείας, το δεικνύει το «ως ειπείν» (=τρόπον τινά). Τούτο παρανοήσαντες τελείως οι αντιγραφείς κατεσκεύασαν το σολοικοειδέστατον «επί των αυτών όντες».

10} Γίνεται υπαινιγμός εις στίχους αγνώστους του Επιχάρμου.

11} Ευριπίδου Ορέστης στ. 667.

12} Εννοεί τον στίχον : «εσθλών μεν γαρ απ' εσθλά διδάξεαι» (=από τους καλούς θα διδαχθής καλά διδάγματα.

13} Πρόκειται περί του δόγματος, των Πυθαγορείων, ότι το κακόν είναι ιδιότης του απεράντου, το δε αγαθόν του περατωμένου.

14} Δικαίως η φράσις αυτή θεωρείται ως ισοδύναμος προς το του Καρτεσίου : cogito, ergo sum,=νοώ, άρα υπάρχω.

15} Ούτως ερμηνεύομεν το «εν τω αυτώ» ως και εν σελ. 231 [σημ. 9]

16} Αι σημεριναί μεγαλοπόλεις δεν παρέχουν μεν στενήν γνωριμίαν όλων των πολιτών χάριν της τελείας αυτής ενότητος, αλλ' όμως τα μέσα της συγκοινωνίας του σημερινού πολιτισμού αρκετά καλά αναπληρόνουν αυτήν.

17} Σοφ. Οιδ. Τύραννος 1061.

18} Φίληβος 60 c.

19} O Αριστοτέλης γνωρίζει κάλλιστα την πνευματικήν όρεξιν (ειδέναι ορέγεται), εδώ όμως δεν την αναγνωρίζει ως έλλειψιν και λύπην.

20} Φυσική ακρόασις. Βιβλίον 3.

21} Οδύσσεια, Α. 114—115.

22} Ο παρών επίλογος συνδέει τα Ηθικά Νικομάχεια προς τα Πολιτικά ως μέρος πρώτον προς μέρος δεύτερον ενιαίου συγγράμματος.