WeRead Powered by ReaderPub
Όταν σπάση τα δεσμά του: Δράμα σε μέρη τρία cover

Όταν σπάση τα δεσμά του: Δράμα σε μέρη τρία

Chapter 11: ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The three-act drama unfolds in a provincial spa town and centers on an aging man who drifts between nostalgia, addiction, and stalled desire as he interacts with his young daughter, a former lover, a free-spirited companion, a pragmatic physician, and an observant old servant. Scenes move between hotel salons, baths and consultations, exposing social performances, illnesses, suppressed resentments and shifting loyalties. Through realistic dialogue and stage directions the play examines the tensions between appearance and responsibility, the longing for regained youth, and the moral and emotional consequences of habit and compromise, culminating in confrontations that force reappraisal of personal freedom and ties to others.

The Project Gutenberg eBook of Όταν σπάση τα δεσμά του: Δράμα σε μέρη τρία

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Όταν σπάση τα δεσμά του: Δράμα σε μέρη τρία

Author: Paulos Nirvanas

Release date: October 25, 2010 [eBook #34132]
Most recently updated: January 7, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΌΤΑΝ ΣΠΆΣΗ ΤΑ ΔΕΣΜΆ ΤΟΥ: ΔΡΆΜΑ ΣΕ ΜΈΡΗ ΤΡΊΑ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

ΟΤΑΝ ΣΠΑΣΗ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΜΕΡΗ ΤΡΙΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΝΕΑΣ ΖΩΗΣ" ΑΡΙΘ. 4 ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 1910.

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

ΟΤΑΝ ΣΠΑΣΗ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΣΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΖΩΗΝ -1898 - εξαντλημένον.
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ - 1898 - εξαντλημένον.
ΘΕΜΟΣ ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛ. ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΦΡΕΝΟΠΑΘΕΙΑ -1905.
ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ - 1906.
ΠΑΓΑ ΛΑΛΕΟΥΣΑ - 1907.
ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ ΜΑΡΘΑΣ (Δράμα) - 1907.
ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΨΕΜΜΑ - 1907.
ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ (Δράμα) - 1908.
ΜΑΡΙΑ ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΙΣΣΑ (Δράμα) - 1909.

ΑΡΓΟΤΕΡΑ

ΝΗΣΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (Διηγήματα)

ΟΤΑΝ ΣΠΑΣΗ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΜΕΡΗ ΤΡΙΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΝΕΑΣ ΖΩΗΣ" ΑΡΙΘ. 4. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ - ΑΙΓΥΠΤΟΣ 1910.

ΠΡΟΣΩΠΑ

ΤΑΣΣΟΣ ΦΛΕΡΗΣ — Δικηγόρος, που δεν κάνει το επάγγελμά του και ζη από ένα μικρό εισόδημα. Σαρανταπέντε ετών, δείχνοντας μεγαλύτερος, από μια κουρασμένη ζωή, που τα ίχνη της είναι ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του και στα πρώιμα ασπρισμένα μαλλιά του. Φιλάρεσκος στο ντύσιμο και τους τρόπους.

ΔΩΡΑ — Κόρη του ως δεκάξη χρόνων.

ΒΕΡΑ ΜΕΡΑΤΗ — Η πρώτη ερωμένη του Φλέρη, ως τριανταπέντε χρόνων.
Αυστηρή ωμορφιά, μαραμένη από κάποια βαθειά αρρώστεια.

ΛΕΛΑ — Ελεύθερη γυναίκα, φιλενάδα του Τάσσου.

Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΜΙΣΤΡΑΣ — Γιατρός των λουτρών, γηραλέος μα ζωηρός και γερός άνθρωπος.

ΝΙΚΟΣ ΜΙΣΤΡΑΣ — Ανιψιός του γιατρού Μιστρά, φοιτητής της
Γιατρικής.

Ο ΜΠΑΡΜ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Παλιός υπηρέτης του σπιτιού του Φλέρη, γέρος εξηντάρης.

ΕΝΑΣ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ
ΜΙΑ ΘΕΑΤΡΙΝΑ
ΕΝΑΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ του ξενοδοχείου.
ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ που παραθερίζουν στα λουτρά.

ΛΕΛΑ — ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ.

Η σκηνή σύγχρονη σε μια Ελληνική λουτρόπολη.

Παραστάθηκε για πρώτη φορά στη «Νέα Σκηνή» 11 Αυγούστου 1909.

ΟΤΑΝ ΣΠΑΣΗ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Σάλα του ξενοδοχείου των λουτρών. Επίπλωση με ανοιχτά χρώματα από ξύλο λακέ και ψάθα. Λουλούδια απάνω στα τραπέζια. Τα παράθυρα ανοιχτά. Θύρες δεξιά και αριστερά που φέρνουν σε δωμάτια. Στο βάθος δύο μεγάλες θύρες που φέρνουν στην έξοδο.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

ΦΛΕΡΗΣ, ΕΝΑΣ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ, αργότερα ΜΠΑΡΜΠ-ΑΡΓΥΡΗΣ - ΥΠΗΡΕΤΗΣ

(Ο Τάσσος Φλέρης, ξαπλωμένος σε μια κουνιστή πολυθρόνα, διαβάζει εφημερίδα, με συχνές διακοπές, σα να μην προσέχη σε τι διαβάζει. Καπνίζει πούρο κι' από καιρό σε καιρό φέρνει στα χείλια του ένα ποτηράκι πράσινο λικέρ, ακουμπισμένο στο διπλανό του τραπεζάκι. Ο ανθυπολοχαγός στο διπλανό τραπέζι μόλις έχει τελειώσει ένα γράμμα, το σφραγίζει και σηκώνεται).

ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Ενώ σηκώνεται). Ώστε δε φεύγετε ούτε σήμερα, κύριε Φλέρη; Πώς αυτή η ξαφνική αναβολή; Μήπως μελετάτε καμμιά εκδίκηση στο πόκερ;

ΦΛΕΡΗΣ — Α! όχι, ανθυπολοχαγέ μου. Σε βεβαιόνω. Συλλογίστηκα απλούστατα πως είναι πολύ νωρίς να γυρίσω στην Αθήνα. Δε βλέπεις; Οι ζέστες ξαναρχίσανε. Νομίζει κανείς πως ξαναγυρίζομε στην άνοιξη, ενώ έχομε μπροστά μας το χειμώνα. Εγώ έβαλα πάλι τα καλοκαιρινά μου. Να, κύτταξε!…

ΑΝΘΥΠΟΛ. — Χμ! Μην εμπιστεύεσθε πολύ σ' αυτή την Άνοιξη, κύριε
    Φλέρη. Το φθινόπωρο είναι άπιστη εποχή. Νομίζω πως δεν κάματε
    καθόλου καλά να βάλετε τα καλοκαιρινά σας.

ΦΛΕΡΗΣ — Ανθυπολοχαγέ μου, τ' άσπρα μου μαλλιά σ' απατούνε.
    (Γελάει ανόρεκτα). Δεν είμαι και τόσο γέρος όσο φαίνομαι. Μπορώ
    να κάνω ακόμα μερικές κουτουράδες. Ή όχι;

ΑΝΘΥΠΟΛ. — Σας ορκίζομαι, κύριε Φλέρη, πως τα λόγια μου δεν
    κρύβανε κανένα πονηρό υπαινιγμό. Λυπούμαι πολύ που με
    παρεξηγήσατε.

ΦΛΕΡΗΣ — Σου χωρατεύω, σου χωρατεύω, ανθυπολοχαγέ. (Πίνει
    νευρικά). Έπειτα το βέβαιο είναι πως δεν έχεις απολύτως άδικο.

ΑΝΘΥΠΟΛ. — Λοιπόν au revoir, κύριε Φλέρη. Σας περιμένομε κάτω να κάμωμε το καρρέ μας. Είναι η μόνη διασκέδαση που μας έμεινε εδώ στα λουτρά.

ΦΛΕΡΗΣ — Η μόνη, ανθυπολοχαγέ; Και η αγάπη; Οι ώμορφες γυναικούλες;

ΑΝΘΥΠΟΛ. — Αφίστε με, αφίστε με, κύριε Φλέρη. Βρίσκομαι σε ανάρρωση από έναν έρωτα, κι' αν ξανακυλίσω είμαι χαμένος. Φοβερή αρρώστεια!

ΦΛΕΡΗΣ — Αρρώστεια, αλήθεια. Δεν ήτανε όμως μια φορά. Έγινε . . .

ΑΝΘΥΠΟΛ. — Ξορκισμένη να είναι, ξορκισμένη. Au revoir. (Φεύγει γελώντας).

ΦΛΕΡΗΣ — (Μοναχός του). Και όμως καλύτερα θα ήτανε να ξαναγύριζα αμέσως στην Αθήνα. (Πετάει την εφημερίδα στο πάτωμα και στραγγίζει το ποτήρι του. Από τη μεσιανή θύρα μπαίνει ο Μπάρμπ- Αργύρης, αγκωμαχώντας με δυο βαλίτσες στα χέρια. Κάτι μουρμουρίζει μοναχός του, αφίνει τις βαλίτσες στο πάτωμα και σκουπίζει τον ιδρώτα του. Ο Φλέρης γυρίζει και τον βλέπει). Τις έφερες επί τέλους;

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Τις έφερα, τι να κάνω. Ανάθεμα κι αν καταλαβαίνω τι
    γίνεται σήμερα.

ΦΛΕΡΗΣ — Μη γκρινιάζης, άνθρωπε του θεού. Μη γκρινιάζης. Παύσε
    πια. Πάρε τις βαλίτσες και πήγαινε τις μέσα.

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Μια ζωή αυτό γίνεται. Αυτό ξέρω γω. Όμως καιρός είναι
    θαρρώ να ησυχάσουμε, να ρίξουμε την άγκουρα. Γεράσαμε, κύριε
    Τάσσο. Δεν το κατάλαβες; Γεράσαμε.

ΦΛΕΡΗΣ — Έφυγε το βαπόρι;

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — (Ξερά). Έφυγε.

(Κυττάζει το Φλέρη στα μάτια, σα να ζητάη να μαντέψη).

ΦΛΕΡΗΣ — Τι με κυττάς έτσι; Τι θέλεις; Τι θα βγάλης πάλι απ' το στόμα σου; Σου είπα. Πάρε τις βαλίτσες απ' τη μέση . . .

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δε μίλησα, κύριε Τάσσο. Δεν είπα τίποτε.

ΦΛΕΡΗΣ — Το ίδιο είναι. Αυτό το βλέμμα σου μου κάνει κακό. Μέσα στα βαθουλωμένα μάτια σου μου φαίνεται πως περνάει όλη η μαύρη ιστορία της ζωής μου.

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δε φταίω, κύριε Τάσσο. Η ζωή μου πέρασε μέσα στο σπίτι σας, μέσα στο σπίτι του πατέρα σου, μέσα στο δικό σου. Η αγάπη μου έγινε καθρέφτης και καθρέφτισε τα καλά και τα κακά. Τα κακά ήτανε πιότερα. Έτσι ήθελε ο Θεός. Δε φταίω εγώ.

ΦΛΕΡΗΣ — Το ξέρω, το ξέρω, Αργύρη μου. Μη με ξεσυνερίζεσαι αν σου κακομίλησα. Με ξέρεις πως είμαι νευρικός.

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δεν πειράζει, κύριε Τάσσο. Εγώ δε σε ξεσυνερίζομαι. Αψόθυμος είσαι, δεν είσαι κακός. Κι' αν μ' αποπέρνης καμμιά φορά, εγώ πάντα σ' αγαπάω. Μέσα στα χέρια μου σ' ανάθρεψα. Σε λίγο. Πες μου, κύριε Τάσσο, τι έχεις σήμερα; Κάτι σε βασανίζει.

ΦΛΕΡΗΣ — Δεν έχω τίποτα, Αργύρη. Τίποτα. Ησύχασε.

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δε θέλεις να μου πης. Ας είναι. Ο Θεός να τα φέρη δεξιά. Εγώ πάω τις βαλίτσες μέσα.

(Σηκώνει τις βαλίτσες και προχωρεί στη δεξιά θύρα).

ΦΛΕΡΗΣ — Άκουσε, Αργύρη. Πες της κυρίας Δώρας, πως είμαι εδώ και
    την περιμένω, σαν ετοιμασθή.

    (Ο Αργύρης φεύγει συλλογισμένος. Ο Φλέρης χτυπάει το κουδούνι.
    Έρχεται ο υπηρέτης).

ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Τι προστάζει ο κύριος;

ΦΛΕΡΗΣ — Φέρε μου ένα πίπερ - μεντ, Θοδόση. (Σε λίγο). Ο γιατρός, ξέρεις, μου το απαγορεύει.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Η μποτίλλια είναι κοντά σας, κύριε Φλέρη. Να σας βάλω.

(Του βάζει στο ποτήρι).

ΦΛΕΡΗΣ — Α! η μποτίλλια είναι κοντά μου. Δεν πρόσεξα. Άκουσες τι σου είπα, Θοδόση; Ο γιατρός μου το απαγορεύει.

ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Μην τον ξεσυνερίζεσθε, κύριε Φλέρη. Σε όλον τον κόσμο
    που βρίσκεται εδώ στα λουτρά τώχει απαγορευμένο. Κι' όλοι
    πίνουνε. Δεν τον ξεσυνερίζονται, βλέπετε.

ΦΛΕΡΗΣ — Α! έτσι; Τότε καλά Θοδόση. Πήγαινε, ευχαριστώ. (Ο
    υπηρέτης φεύγει. Ο Φλέρης φέρνει τα ποτήρι στα χείλια). Εις
    υγείαν λοιπόν της δευτέρας νεότητος!

(Πίνει και γελάει με κάποια πικρή ειρωνεία).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΦΛΕΡΗΣ - Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΜΙΣΤΡΑΣ

ΜΙΣΤΡΑΣ — (Μπαίνει στη σάλα χωρίς να ιδή το Φλέρη. Άξαφνα τον καταλαβαίνει και πλησιάζει κοντά του. Τον χτυπάει στις πλάτες). Carissimo amico, εδώ βρίσκεσαι, πάει να πη, ακόμα; Οι σύντροφοι σου σε περιμένουνε κάτω στο πόκερ.

ΦΛΕΡΗΣ — Αγαπητέ μου, γιατρέ. Τι ευτυχία! Ίσα-ίσα που σε συλλογιζόμουν αυτή τη στιγμή. Τηλεπάθεια σωστή. Έλα κάθισε, γιατρέ μου.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Άφισε, να σε χαρώ, τις γαλιφιές. Άφισέ τις! Το είδα πάλι αυτό το πράσινο δηλητήριο κοντά σου. Σου το λέω για τελευταία φορά. Θα τα χαλάσωμε οριστικώς. Να το ξέρης, τζόγια μου.

ΦΛΕΡΗΣ — Πίνεις ένα ποτηράκι, γιατρέ;

ΜΙΣΤΡΑΣ — Κατεργάρη, κατεργάρη. Ε! ας είναι. Ένα ποτηράκι, πάει να πη, θα το πιούμε. Όχι γι' άλλο τίποτε, μα γιατί είμαι αποσταμένος από το δρόμο.

(Βάζει στο ποτήρι του Φλέρη).

ΦΛΕΡΗΣ — Μου πήρες το ποτήρι μου. Στάσου να σου φέρουν ένα άλλο……Να κτυπήσω. Αιωνίως είσαι αφηρημένος, καϋμένε γιατρέ.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν είναι καμμιά ανάγκη, τζόγια μου. Μη συχίζεσαι με το τίποτε. Εγώ δε σε σιχαίνομαι βλέπεις. Θα πιώ στο ποτηράκι σου κ' εσύ δε θα πιής καθόλου. Ας αφίσουμε τα χωρατά. Είναι ανάγκη να τα κόψης όλα τούτα τα δηλητήρια. Χρειάζεται λίγη θέληση. Με λίγη θέληση νικάει κανένας όλους τους πειρασμούς, να σε χαρώ.

ΦΛΕΡΗΣ — Ωραία, μα το Θεό, αυτή η θεωρία για τη θέληση. Να κάνη κανένας την ευχαρίστηση τη δική του δεν είναι θέληση. Να κάνη το κέφι των αλλωνών, αυτό είναι η θέληση. Σπολλάτη. Την είχα αρκετά χρόνια τη θέληση αυτή…. Φτάνει, πια. Φτάνει.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Άσε τις φιλοσοφίες, μάτια μου. Σούλειψε πάντα η θέληση.
    Αυτό σε χαλάει. Στάθηκες σ' όλη τη ζωή σου ένας ποιητής. Φούμαρα!
    Καπνοί! (Τον χαϊδεύει στις πλάτες). Μη σου κακοφαίνεται!

ΦΛΕΡΗΣ — Η ζωή δίνει κάποια μαθήματα. Με τη διαφορά πως τα δίνει κάποτε πολύ αργά. (Σε λίγο). Άκουσε, γιατρέ. Θέλω να ζήσω ακόμα. Θέλω να ζήσω. Η σακατεμένη μου ζωή κάνει μια τελευταία επανάσταση μέσα μου. Μην την εμποδίζης.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν μπορείς νάχης παράπονα απ' τη ζωή σου. Τη σπατάλησες αρκετά καψερά. Δούλεψες τον Έρωτα, πάει να πη, σαν πιστός στρατιώτης.

ΦΛΕΡΗΣ — Δεν είναι ο Έρωτας, αυτό που δούλεψα. Οι αγορασμένες
    χαρές δεν είναι ο Έρωτας.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Τότες είναι τα δάκρυα, οι αναστεναγμοί, τα βάσανα. Κι'
    απ' αυτά πέρασες, καψερά. Δεν τώχεις παράπονο, πάει να πη.

ΦΛΕΡΗΣ — Ούτε αυτά δεν είναι ο Έρωτας. Ούτε. Ξέρεις τι είναι
    αυτά;

ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι;

ΦΛΕΡΗΣ — Θυμάσαι δυο παλιές στάμπες, πούχαμε στο σπίτι του πατέρα μου;

ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι θες να πης;

ΦΛΕΡΗΣ — Δυο παλιές στάμπες. (Δείχνει φανταστικά). Στην όχθη ενός μαύρου ποταμού, χιλιάδες παρθένες, χλωμές και θλιμένες, με λυμένα τα μαλλιά, γέρνοντας θλιβερά απάνω στα σκοτεινά νερά του ποταμού, άπλωναν με απελπισία τα χέρια σ' ένα μακρυνό περιγιάλι. Ο ποταμός αυτός ήτανε ο Αχέρων, το μακρυνό περιγιάλι ήτανε ο απάνω κόσμος, κ' οι παρθένες, που ένας βουβός θρήνος φαινότανε ν' ανεβαίνη από το θλιβερό τους αγκάλιασμα, ήτανε οι ψυχές που δε γνωρίσανε τη χαρά της αγάπης στη ζωή τους. Χιλιάδες ήτανε οι θλιμένες ψυχές απάνω απ' τα μαύρα νερά του ποταμού….. Αυτή ήτανε μία στάμπα. Και η άλλη; Τη θυμάσαι; Γύρω από ένα τραπέζι ξεφαντώματος, άντρες και γυναίκες, αποκαμωμένοι από το κρασί και τα φιλιά, χλωμοί σαν πεθαμένοι, με τα μάτια βαθουλωτά, κοίτονταν σαν πτώματα, άλλοι πεσμένοι κατάμουτρα απάνω στα μαραμένα λουλούδια, άλλοι ξαπλωμένοι πίστομα στο χώμα, άλλοι κουλουριασμένοι, σαν να τους τάραξε μια κακιά αρρώστεια. Άντρες και γυναίκες κοίτονταν έτσι, πλάτες με πλάτες, γυρίζονται τα μούτρα τους με σιχασιά και καταφρόνια….. Αυτές οι φριχτές στάμπες, αυτές είναι, γιατρέ, ο Έρωτας που δουλεύει σήμερα στον κόσμο.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Να σε χαρώ, μάτια μου, είχα καιρό ν' ακούσω την παλιά σου ευγλωττία. Τώρα τελευταία τα λόγια σου βγαίνανε με το τσιμπίδι. Μπράβο, μα την αλήθεια τον Θεού. Ωραία μίλησες. Να σου πω όμως την αμαρτία μου. Κατά μέρος τις στάμπες, βάζω στοίχημα πως είσαι ξανά ερωτεμένος. Κατεργάρη!

ΦΛΕΡΗΣ — Άφισέ με, καϋμένε γιατρέ. Η ευθυμία σου, αυτή η αιώνια
    ευθυμία σου, με πειράζει κάμποσες φορές. Πήγαινε να ιδής τους
    αρρώστους σου. Θέλω να μείνω μοναχός μου.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Ω! νεύρα, νεύρα! Ανάψαμε πάλι. Ανάψαμε . . . Έλα, πες
    μου σοβαρά. Βάζω στοίχημα πως νοσταλγείς τη Λέλα. Δεν μπορείς να
    κάνης χωρίς αυτήνα.

ΦΛΕΡΗΣ — Το ξέρεις καλά πως δε μου επιτρέπεται πια να τη συλλογίζωμαι. Από την ημέρα που έφερα την κόρη μου από το μοναστήρι, δεν μπορεί πια να γίνεται λόγος για τη Λέλα. Αυτή δεν μπορεί πια να ζήση μαζή μου. Μια άλλη ζωή αρχίζει για μένα. Έχω υποχρεώσεις στην κόρη μου. Αυτό το ξέρεις, γιατρέ. Τα είπαμε μια φορά.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Αυτό δε θα πη πως δεν την αγαπάς ακόμα. Η προτίμησή σου
    ήτανε, πάντα για τις γυναίκες του είδους της.

ΦΛΕΡΗΣ — Όχι, μην το λες, γιατρέ, αυτό. Η Λέλα δεν είναι αυτό που
    νομίζεις. Δεν είναι πολλές γυναίκες που της μοιάζουν.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν είπα το ενάντιο. Αυτό λέω κ' εγώ, πως την αγαπάς
    πάντα.

ΦΛΕΡΗΣ — Δεν μπορώ να την αγαπώ πια. Το ξέρεις.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Πάει να πη το λοιπόν πως έχομε καινούργιες αγάπες.

ΦΛΕΡΗΣ — Δεν ξέρω, γιατρέ. Δεν ξέρω. Άφισέ με ήσυχο.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Σέβομαι τα νεύρα σου. Ας είναι! Πού είναι η κόρη σου;

ΦΛΕΡΗΣ — Πού νάνε; Μες στην κάμαρή της, γονατισμένη μπροστά σε
    καμμιάν εικόνα. Αυτό το μοναστήρι της Τήνου μου την πρόκοψε. Όλο
    και κλάματα. Θαρρώ πως είν' ερωτευμένη με όλους τους αγγέλους
    τουρανού.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Μέσα στα μοναστήρια, μάτια μου, είπε κάποιος φιλόσοφος,
    ο Χριστός πέρνει τη μορφή του Αδώνιδος. Κύτταξε να της βρης
    κανένα άγγελο με κρέας και κόκκαλα. Ο έρωτας των άυλων φέρνει
    υστερισμούς.

ΦΛΕΡΗΣ — Αυτό έλειψε. Να φροντίζουμε από τώρα για γαμπρό! Σαν
    έρθη η ώρα της θα φροντίσω. Δεν είναι καιρός ακόμα.
    (Αφιγκράζεται). Σιωπή! Θαρρώ πως έρχεται….

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Οι παραπάνω, ΝΙΚΟΣ ΜΙΣΤΡΑΣ

(Απ' τη μεσιανή θύρα μπαίνει ζωηρά ο Νίκος Μιστράς, με ανοιχτά ρούχα, καλοβαλμένος και με λουλούδι στην κουμπότρυπα).

ΝΙΚΟΣ — (Ενώ προχωρεί). Καλησπέρα, θείε μου. Σας γυρεύω μια ώρα. (Βλέπει το Φλέρη). Α! καλησπέρα σας, κύριε Φλέρη. Καλά; (Δίνει το χέρι).

ΜΙΣΤΡΑΣ — Εδώ είμαι, μάτια μου. Τα λέω με το φίλο μου…

ΦΛΕΡΗΣ — Καλησπέρα, φίλε μου.

ΜΙΣΤΡΑΣ — (Καμαρόνοντας τον ανιψιό του). Νάχαμε τα χρόνια του. Ε,
    Τάσσο;

ΦΛΕΡΗΣ — Τι βγαίνει; Τα είχαμε μια φορά. Πήγανε χαμένα.

ΝΙΚΟΣ — Δεν έχει πόκερ σήμερα, κύριε Φλέρη;

ΦΛΕΡΗΣ — (Χωρίς να προσέξη στην ερώτηση). Πόσων χρόνων, είσαι νεανία;

ΝΙΚΟΣ — Εικοσιενός, κύριε Φλέρη.

ΦΛΕΡΗΣ — Εικοσιενός. Έχει να πη κάτι! Ε, γιατρέ;
    (Αναστενάζει).

ΜΙΣΤΡΑΣ — Γιατί συγκινείσαι, πάει να πη;

ΦΛΕΡΗΣ — Τίποτα! Είναι ένας αριθμός που με συγκινεί. Έχει κ' η αριθμητική βλέπεις την ποίησή της.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Στους μικρούς αριθμούς. Ε; (Γελάει).

ΦΛΕΡΗΣ — Και στους μεγάλους κάποτε. Ας ταφίσωμε όμως αυτά. (Αλλάζει τόνο. Προς το Νίκο). Και τι σχέδια έχει σήμερα η νεολαία των λουτρών; Κουπί για πανί;

ΝΙΚΟΣ — Το μαντέψατε. Έχομε σήμερα ιστιοπλοία. Η φιλοδοξία μου είναι να κάνω όλα τα κορίτσια των λουτρών να περάσουνε τους ναυτικούς δοκίμους. Οι γυναίκες στη θάλασσα είναι στο στοιχείο τους.

ΦΛΕΡΗΣ — Εικοσιενός χρόνων! (Αναστενάζει).

ΝΙΚΟΣ — Δε θα μας δώσετε, σήμερα και τη Δίδα Δώρα, κύριε Φλέρη;
    Έρχομαι να σας τη ζητήσω από μέρος όλων των δεσποινίδων.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Θα της κάνη πολύ καλό λίγη άσκηση, Τάσσο. Στείλε την με
    τη βάρκα, να σε χαρώ.

ΦΛΕΡΗΣ — Α! φίλε μου. Αν μπορούσατε να μου την ξεκολλήσετε από τους ουρανίους φίλους της, θα σας ήμουνα και υποχρεωμένος. Φτάνει να θέλη μονάχα.

ΝΙΚΟΣ — Θα την παρακαλέσω εγώ, κύριε Φλέρη.

ΦΛΕΡΗΣ — Φοβούμαι, φίλε μου, πως η παράκλησή σου…

(Ακούεται δεξιά η θύρα που ανοίγει).

ΜΙΣΤΡΑΣ — Εκείνη θαρρώ πως είναι.

ΦΛΕΡΗΣ — Δε θα ξέρη πως είσθε εδώ. Ειδεμή…. (Η δεξιά θύρα ανοίγει και φαίνεται η Δώρα. Μόλις όμως αντικρύζει τους ξένους ξαφνίζεται και κάνει να γυρίση πίσω).

ΜΙΣΤΡΑΣ — Α! δεσποινίς, ωραία! ωραία! Μόλις μας είδατε. Σας
    ευχαριστούμε. Τόση περιφρόνηση, πάει να πη.

ΦΛΕΡΗΣ — Έλα, παιδί μου. Ως πότε θάσαι αγρίμι; Έλα να χαιρετίσης
    το γιατρό, τον κύριο Νίκο.

ΝΙΚΟΣ — Μην ενοχλείτε τη δεσποινίδα, κύριε Φλέρη. Ίσως…

ΦΛΕΡΗΣ — Αυστηρά. Έλα εδώ, Δώρα.

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Οι παραπάνω, ΔΩΡΑ

ΔΩΡΑ — (Προχωρεί ντροπαλή και χαιρετάει με κλίση του κεφαλιού)
    Καλησπέρα σας, κύριε γιατρέ. (Προς το Νίκο). Καλησπέρα σας κύριε.
    (Γυρίζει προς τον πατέρα της). Μπαμπά μου.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Είδες πως σ' επρόδωκα, κοκκώνα μου; Θα μ' έχης μια
    φούρκα, μάτια μου.

(Η Δώρα κάνει μια σιωπηλή διαμαρτύρηση).

ΦΛΕΡΗΣ — Τι τρόπος είναι αυτός; Ω; πότε θάσαι αγρίμι; Δώσε το χέρι σου στους κυρίους. Δε γνωρίζεσαι με τον κ. Νίκο;

ΔΩΡΑ — (Ντροπαλά πάντα). Ω! βέβαια . . .

(Δίνει το χέρι της).

ΝΙΚΟΣ — Τι λέτε, κύριε Φλέρη; Τη δεσποινίδα; Οι ξαδέρφες μου τη θεωρούν για την καλύτερή τους φιλενάδα, δεν τη ξεχωρίζουν από αδερφή. Όμως η δεσποινίς — Προς τη Δώρα — μου επιτρέπετε να διαβιβάσω παράπονα, δεσποινίς; — είναι τόσο ακατάδεχτη και μας κάνει τόσο σπανίως την ευχαρίστηση . . .

ΦΛΕΡΗΣ — Ακατάδεχτη! Ανόητη θέλετε να πήτε. Όλη την ημέρα κάθεται στην κάμαρή της και φροντίζει για τη ψυχή της, προετοιμάζεται για καλόγρηα.

(Η Δώρα δυσανασχετεί).

ΝΙΚΟΣ — Αν ήξερα, κύριε Φλέρη, πως θα γίνω αφορμή να τη μαλλώσετε
    . . .

ΦΛΕΡΗΣ — Κάνατε πολύ καλά. Ένα κορίτσι πρέπει νάνε κορίτσι. Έχει
    καιρό να φροντίση για τη σωτηρία της ψυχής της . . .

ΜΙΣΤΡΑΣ — Διάβολε!. Πάει να πη, κοκκώνα μου, πως για τη ψυχή του κανένας φροντίζει μαζή με τη διαθήκη του. Απ' τα εβδομήντα κι' απάνω. Εγώ, να σας χαρώ, τη φροντίδα τούτη θα τη λάβω σε πέντ-έξη χρόνια. Και πάλι βλέπομε.

ΔΩΡΑ — Δεν είν' αυτό. Ο μπαμπάς είναι υπερβολικός. Εγώ αγαπώ πολύ τις δεσποινίδες Μιστρά.

ΝΙΚΟΣ — Αν τις αγαπάτε δεσποινίς, θα το αποδείξετε.

ΔΩΡΑ — Είμαι έτοιμη με κάθε τρόπο.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Εδώ σε θέλω, κοκκώνα μου. Τα λόγια, βλέπεις, δεν έχουνε
    πέραση. Θέλομε αποδείξεις. Τρανές αποδείξεις …

ΝΙΚΟΣ — Όχι δα και τόσο τρανές. Οι ξαδέρφες δε θάνε τόσο
    απαιτητικές …

ΔΩΡΑ — Δε με φοβίζετε. Είμαι έτοιμη.

ΦΛΕΡΗΣ — Έλα λοιπόν. Βάλε το καπέλο σου. Ο κ. Νίκος έχει μια πρόταση να σου κάμη.

ΔΩΡΑ — Μια πρόταση;

ΦΛΕΡΗΣ — (Μιμείται τη φωνή της). «Μια πρόταση;» Τι πήρες αυτό το ύφος; Δε θα σε κρεμάσουν. Θα πάτε με τη βάρκα.

ΔΩΡΑ — Δεν είπα όχι. Πολύ ευχαρίστως.

ΝΙΚΟΣ — Κύριε Φλέρη, αποσύρω τα παράπονα των ξαδερφάδων.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Έτσι μπράβο! Ούλες οι Ελληνίδες, μάτια μου, πρέπει να γίνουνε ναυτόπουλα. Τα ξύλινα τείχη σώσανε την Ελλάδα. Δεν το μάθετε στην ιστορία;

ΝΙΚΟΣ — Αν θέλη μονάχα η δεσποινίς να βιασθή λιγάκι. Είναι κίνδυνος να πέση ο μπάτης. Και τότε…

ΔΩΡΑ — Έφθασα. (Τρέχει μια στιγμή στην κάμαρή της και πέρνει το καπέλο της. Στο μεταξύ οι άλλοι κάτι λένε μεταξύ τους και γελούνε. Η Δώρα γυρίζει διορθόνοντας το καπέλο της).

ΝΙΚΟΣ — Εμπρός λοιπόν.

ΔΩΡΑ — (Στη θύρα). Δε θ' αργήσωμε, μπαμπά.

ΦΛΕΡΗΣ — Καλά, καλά, πήγαινε.

(Φεύγουν).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

ΦΛΕΡΗΣ- ΜΙΣΤΡΑΣ

ΦΛΕΡΗΣ — Πώς το αποφάσισε, θαύμα! Είναι ένα τέτοιο αγρίμι.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Δε σούμοιασε, πάει να πη.

ΦΛΕΡΗΣ — Απαράλλαχτος ήμουνα μικρός. Με τη διαφορά πως αντί να κάνω προσευχές, έγραφα στίχους.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Το ίδιο κάνει. Όπου λείπει η ενέργεια, πάει να πη, έρχεται στον τόπο της η ονειροπόληση. Κάπου πρέπει να ξεσπάση αυτό το υφαίστειο πούχομε μέσα μας. Σα δεν είναι σεισμός, θάνε φλόγες που πάνε κατά τον ουρανό. Να που βρήκα και μία bella parola, ποιητή μου.

ΦΛΕΡΗΣ — Σούπα εκατό φορές. Δεν είμαι ποιητής, είμαι δικηγόρος.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Το ίδιο κάνει. Δικηγόροι και ποιητάδες, πάει να πη, κυνηγάνε τις χαμένες υποθέσεις, με τις παρόλες . . . Cause perse!

(Μπαίνει ο Μ-Αργύρης).

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ

Οι παραπάνω - Μ. ΑΡΓΥΡΗΣ

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Να μου δώσης τα κλειδιά, κύριε Τάσσο, να ξαναβγάλω τα σεντόνια. Σαν έδωκε, ο θεός και γυρίσαμε μπρος-πίσω.

ΦΛΕΡΗΣ — Βγάζοντας το κλειδί. Ησυχία δεν έχεις! Να.

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Αυτό γυρεύω κ' εγώ. Την ησυχία. Να ησυχάσω. Καιρός είναι να ησυχάσωμε.

ΜΙΣΤΡΑΣ — (Προς τον Μ-Αργύρη). Ποιος σούπε να μη παντρευτής, γέροντά μου. Τώρα θάχες τη γρηούλα σου να σου λέη παραμύθια το βράδυ .. . Ποιος σου φταίει;

(Ο Φλέρης ξαναπέρνει την εφημερίδα και διαβάζει).

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Γιατί δεν παντρεύτηκα, είπες εξοχώτατε. Ένας λόγος είναι κ' η παντρειά. Ρώτα το Θεό που μούδωκε τα βάρητα. Δυο αδερφάδες να παντρέψω. Με τι; Η ωμορφιά δε φτάνει σήμερις. Σαν το κρύο το νερό ήτανε . . .

ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν είχες όβολα, πα να πη, κακομοίρη.

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Σαν το κρύο το νερό ήτανε, που λες, εξοχώτατε. Μαραθήκανε και γίνανε σαν τη σταφίδα. Κ' εγώ μαζή τους. Η μεγάλη χτίκιασε απ' τον καϋμό της, απ' το σεκλέτι, πάει. Η μικρή της μπήκε ο Οξαποδώ μέσα της, τα υστερικά που τα λέτε εσείς οι γιατροί. Πάει και δαύτη. Κοντά σ' αυτές — θεός σχωρέσ' τις — πήγε άδικα και μιαν άλλη ψυχή. Εγώ την πήρα στο λαιμό μου. Εγώ …

ΜΙΣΤΡΑΣ — Πάει να πη;

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Καρτερούσε κι' αυτή η άμοιρη να παντρέψω τις αδερφάδες μου να τηνέ πάρω. Καρτέρεψε μια ζωή. Μαράζωσε κ' εκείνη και πάει. Αυτά που λες, εξοχώτατε.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Να μην τα συλλογίζεσαι, Μ-Αργύρη. Δε βγαίνει τίποτα, μάτια μου. Να σε χαρώ, δε βγαίνει. Έτσι στάθηκε πάντα ο κόσμος…

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Αυτό λέω κ' εγώ. Με συμπαθάς, εξοχώτατε. Πάω να βγάλω τα σεντόνια, να στρώσουμε τα κρεβάτια. Βράδυασε πια. (Ενώ μακραίνει, μοναχός του). Ως που να στρώσουμε και μεις το νυφικό μας μέσ' στα .. .

(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ

ΦΛΕΡΗΣ - ΜΙΣΤΡΑΣ

ΦΛΕΡΗΣ — Τι τύπος, γιατρέ. Είδες;

ΜΙΣΤΡΑΣ — Ε! μάτια μου. Η δυστυχία κάνει τους ανθρώπους τύπους. Δυναμόνει, πάει να πη, την προσωπικότητά τους. Τι είναι ένας τύπος; Μια προσωπικότητα ανάγλυφη. Δεν έχω δίκιο;

ΦΛΕΡΗΣ — Δεν τις ξέρω αυτές τις φιλοσοφίες. Εσύ έσπαζες πάντα το κεφάλι σου μ' αυτά τα πράματα.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Έχεις δίκιο. Τον καιρό που με είχε πιάσει εμένα η ζούρλια με τις φιλοσοφίες του Κομτ, εσύ έγραφες στίχους. Τώρα τους παράτησες. Δε βγαίνει τίποτα. Ο ίδιος απόμεινες. Δε μου λες; Αλήθεια, το παράτησες και το πιάνο-φόρτε; Όλα τα παράτησες, καψερέ;

ΦΛΕΡΗΣ — Γύρεψα να βάλω το ταλέντο μου στη ζωή μου. Μα κι' αυτή με πρόδωκε σαν τάλλα. Αυτό είναι βλέπεις.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Μωρέ, θαρρώ πως είναι τούτη η ώρα, που μούπαιζες στο πιάνο το περίφημο συμφωνικό ποίημα. Να με πάρη ο Διάβολος αν θυμάμαι τι ήτανε και ποιανού. Όμως θυμάμαι που άρχιζε μ' ένα α ν τ ά ν τ ε σπαραχτικό, που σούπιανε την καρδιά. Έλεγες, ακούοντάς το, πως είχες μέσα σου, μωρέ μάτια μου, κάτι τι που γύρευε να ξεσπάση. Κ' ύστερα, στο τέλος, ένα α λ έ γ κ ρ ο ξαφνικό, ένα τ ρ ι ο μ φ ά λ ε, ένα φ ι ν ά λ ε μοναδικό. Το φέρνεις στο νου σου;

ΦΛΕΡΗΣ — Α! κατάλαβα. Ήτανε έργο ενός Ρώσσου μουσικού, που πέθανε
    τελειόνοντάς το. «Σα σπάση τα Δεσμά του»… Έτσι ήτανε ο τίτλος
    του.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Μπράβο. Τώρα φέρνω με το νου μου όλη την ιστορία. Αυτός
    ο μουσικός είχεν έναν άτυχον έρωτα, που τον έφερε γλίγωρα στον
    τάφο. Έτσι δεν είναι;

ΦΛΕΡΗΣ — Σωστά. Δεν άφισε άλλα έργα.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Όμως έβαλε μέσα σ' αυτό όλη του τη ψυχή. Πάει να πη φαντάστηκε τον Έρωτα σκλάβο, μέσα στα σίδερα. Ναγωνίζεται, πάει να πη, να ξεφύγη απ' τη σκλαβιά του. Σαν εφιάλτης ήτανε εκείνο το α ν τ ά ν τ ε. Μα τον άγιο Θεό. Κ' ύστερα που σπάει τα σίδερα, εκείνο το α λ έ γ κ ρ ο το περίφημο …

ΦΛΕΡΗΣ — Όμως δεν πρόφτασε να τακούση ο ίδιος. Τώφερε η τέχνη
    του. Η ζωή δεν τώφερε. Ίσως δε θα το φέρη ποτέ στον κόσμο. Ποιος
    ξέρει, γιατρέ, καμμιάν ημέρα. Εμείς θα είμαστε στάχτη τότε.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Ας ταφίσωμε όμως αυτά. Περασμένα-ξεχασμένα! Δε μούπες
    ακόμα το λόγο που σ' έκανε ναναβάλης το ταξίδι σου. Είμαι πολύ
    περίεργος.

ΦΛΕΡΗΣ — Έκαμες μόνος σου την προεισαγωγή χωρίς να το καταλάβης.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι θέλεις να πης;

ΦΛΕΡΗΣ — Μου μίλησες για κείνο το κομμάτι του Ρώσσου μουσικού.
    Όταν τώπαιζα με τόση λαχτάρα στο πιάνο, εδώ και τόσα χρόνια,
    γύρευα στο σπαραγμό του μιαν ανακούφιση για ένα δικό μου πόνο.
    Θυμάσαι τη Βέρα, γιατρέ;

    ΜΗΣΤΡΑΣ — Την πρώτη σου αγάπη στην Κηφισσιά; Πώς δε θυμάμαι; Μια
    δυστυχισμένη αγάπη. Το πείσμα ενός πατέρα . . .

ΦΛΕΡΗΣ — Κ' η αδυναμία η δική μου, γιατρέ. Μούλειψε η δύναμη ναρπάξω με τα χέρια μου την ευτυχία που μούστειλε ο ουρανός. Κ' η ζωή μου παραστράτησε, η ζωή μου ασχήμισε την ασχήμια των σκλάβων. Όμως ο παππούς μου εμένα, ένας αρματωλός, χύμηξε μια μαύρη νύχτα στο χωριό, με σαράντα παλληκάρια, κι' άρπαξε την καλύτερη. Την κάθισε στα καπούλια του αλόγου του και χάθηκε στο σκοτάδι σαν τον άνεμο. Εκείνοι ήσανε άλλοι άνθρωποι, γιατρέ.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι σχέση έχουνε όλα τούτα; Δεν καταλαβαίνω.

ΦΛΕΡΗΣ — Η Βέρα είναι εδώ τούτη τη στιγμή . . .

ΜΙΣΤΡΑΣ — Εδώ; Πού;

ΦΛΕΡΗΣ — Εδώ στα λουτρά. Η Βέρα δε θέλησε ποτέ της να παντρευτή. Έζησε μια θλιμένη, παράμερη ζωή, κοντά σε μια θειά της στην Αίγυπτο, και τον καιρό, που εγώ παντρεμένος σαν το χυδαιότερο αστό, με μια γυναίκα που δεν την αγάπησα ποτέ μου, ζητούσα να την ξεχάσω, ξεχνώντας τον εαυτό μου, αυτή έμεινε προσηλωμένη στ' όνειρο το σβυσμένο της αγάπης μας. Τώρα βρίσκεται εδώ. Κυττάζοντας εχθές τα ονόματα των ξένων στην είσοδο του άλλου ξενοδοχείου αντίκρυσα άξαφνα τόνομά της. Φαντάζεσαι την ταραχή μου . . .

ΜΙΣΤΡΑΣ — Ένας λόγος νάφευγες το ταχύτερο. . . .

ΦΛΕΡΗΣ — Α! όχι. Δεν μπόρεσα, γιατρέ. Όλη η περασμένη μου ζωή ξανάζησε μπροστά μου. Το χέρι μιας Μοίρας μου φάνηκε πως ανάστησε μπροστά μου έναν πεθαμένο κόσμο. Ένα χέρι μυστικό με κάρφωσε στη θέση μου. Ποιος ξέρει, γιατρέ, τι μελετάει η Μοίρα; Ίσως ένα ξαναγέννημα, ένα ξανάνθισμα, ένα θαύμα .. .

ΜΙΣΤΡΑΣ — Μην αφίνεις να σε σέρνη η φαντασία σου. Το καλύτερο πούχεις να κάνης είναι να φύγης με το πρωινό βαπόρι. Να φύγης το γρηγορώτερο . . .

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ Οι παραπάνω - Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — (Καθώς μπαίνει. Από τη θύρα). Είμαστε για ταξίδι
    πάλι;

ΦΛΕΡΗΣ — Όχι. Ποιος είπε για ταξίδι; Τι θέλεις πάλι εσύ εδώ στη
    μέση;

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Άκουσα το γιατρό, που λέει για το πρωινό βαπόρι.
    Καθώς ερχόμουνα άκουσα το γιατρό.

ΜΙΣΤΡΑΣ — Άκουσε με, μάτια μου. Πρέπει να φύγης. Εγώ πάω να ιδώ έναν άρρωστο. (Προς τον Αργύρη). Ο αγέρας των λουτρών δεν το σηκόνει τον αφέντη σου. Κύτταξε να τον καταφέρης να φύγετε . . . Άκουσες; Δεν είναι φρόνιμο να μείνετε περισσότερο.

(Φεύγει).

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ

ΦΛΕΡΗΣ, Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Πρέπει να φύγουμε, κύριε Τάσσο.

ΦΛΕΡΗΣ — Μην ξαναλές τις ανοησίες του γιατρού. Άλλαξε δίσκο στο
    φωνογράφο σου . . .

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δεν ξαναλέω τα λόγια του γιατρού, κύριε Τάσσο. Πρέπει
    να φύγουμε. Είναι σπουδαίος λόγος να φύγουμε.

ΦΛΕΡΗΣ — (Ανήσυχος). Τι τρέχει πάλι;

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Η Κυρία Λέλα ήρθε με το απογεματινό βαπόρι.

ΦΛΕΡΗΣ — Ψέμματα! Ανοησίες! Πώς είναι δυνατά αυτά που λες;

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Την είδα, με τα μάτια μου. Ερχότανε καταδώ. Εγώ έλεγα πως θα τη βρω εδωπέρα.

ΦΛΕΡΗΣ — Αιωνίως μου φέρνεις τέτοια νέα. Αιωνίως.

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Τι φταίω εγώ;

ΦΛΕΡΗΣ — Με κυνηγάει λοιπόν αυτή η γυναίκα; Δεν ξέρει πως δεν πρέπει να με ιδή; Γιατί λοιπόν μούδωκε το λόγο της; Αγκαλά λόγο περιμένεις απ' τις γυναίκες του είδους της! Φταίω γω που την πίστεψα αλλοιώτικη! . . . Τώρα τρέχει πίσω μου, μου κόλλησε σαν κολιτσίδα .. . Άκουσε, Αργύρη. Αυτή η γυναίκα δεν πρέπει να φανερωθή εδώ. Άκουσες; Για κανένα λόγο.

(Η πόρτα ανοίγει ξαφνικά και μπαίνει μέσα η Λέλα).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ

ΦΛΕΡΗΣ-ΛΕΛΑ

(Η Λέλα είναι ντυμένη κομψά με ταξιδιωτικά ρούχα κ' ένα πυκνό βέλο στο πρόσωπο. Καθώς προχωρεί προς το Φλέρη ανασηκόνει νευρικά το βέλο της. Η ωμορφιά της φανερώνεται λίγο μαραμένη μα γοητευτική. Ο Τάσσος στέκεται όρθιος, σαν απολιθωμένος και σα να θέλη να κρύψη κάποια δυσαρέσκεια. Εκείνη, βλέποντας τη ψυχρότητά του σταματάει σε κάποια απόσταση. Ο Μ-Αργύρης φεύγει διακριτικά).

ΛΕΛΑ — (Σκυμμένη κάτω και με συγκίνηση). Δεν περίμενες να με δης
    εδώ, Τάσσο. Το ξέρω.

ΦΛΕΡΗΣ — Η αλήθεια είναι, (αυστηρά), πως δεν περίμενα να σας δω
    εδωπέρα. Κάματε πολύ κακά ναρθήτε.

ΛΕΛΑ — Το ξέρω. Το καταλαβαίνω.

ΦΛΕΡΗΣ — Αφού το ξέρετε και το καταλαβαίνετε έπρεπε να μην κάμετε
    αυτό που κάματε. Ξέρετε πολύ καλά το λόγο.

ΛΕΛΑ — Πίστευα πως θα μ' ακούγατε, πριν με μεταχειρισθήτε έτσι.
    Υπόθεσα πως θα περιμένατε να μάθετε πρώτα . . .

ΦΛΕΡΗΣ — Δεν έχω να μάθω τίποτε. Βλέπω πως με ακολουθείτε, όπως το συνειθίζουν μερικές γυναίκες, απ' τις οποίες σας πίστευα πιο περήφανη . . .

ΛΕΛΑ — (Ταραγμένη). Δε ήρθα να μείνω, ούτε να σας ενοχλήσω πια. Ήρθα να σας δώσω για τελευταία φορά το χέρι μου, στην παραμονή ενός μεγάλου ταξιδιού μου. Αν σας πειράζη κι' αυτό, με συγχωρείτε για την ενόχληση που σας έδωκα. Χαίρετε. (Κινιέται να φύγη).

ΦΛΕΡΗΣ — Δεν είπα αυτό, δε σας διώχνω. Είπα πως κάματε…

ΛΕΛΑ — Δεν ήτον ανάγκη να το πήτε. Είσθε τόσο ταραγμένος, τόσο
    χλωμός, η φωνή σας τρέμει, με βλέπετε με φρίκη. Θα ήμουν
    αναίσθητη να παρατείνω το μαρτύριο σας αυτό. Με κυττάζετε με
    φόβο, (σκύβει πάλι κάτω θλιμένη), όπως κυττάζουν τους λεπρούς.

ΦΛΕΡΗΣ — (Στενοχωρημένος, αλλά ποιο γλυκά, κάνοντας δυο βήματα
    προς τη Λέλα). Μη με παρεξηγής, Λέλα. Είμαι νευρικός. Ξέρεις πως
    έχω μαζή μου τη Δώρα. Είμαι πατέρας. Από στιγμή σε στιγμή μπορεί
    νάρθη, να σ' εύρη εδώ μαζή μου …

ΛΕΛΑ — Μη φοβάσαι, Τάσσο. Δε θα μείνω πολύ. Δεν ήρθα για να μείνω. Μπορείς να μου δώσης το χέρι σου, για τελευταία φορά. Για να μ' αποχαιρετίσης.

ΦΛΕΡΗΣ — (Συγκινημένος την πλησιάζει και της δίνει τα δυο του χέρια). Μη με παρεξηγής, Λέλα. Το βλέπω πως σου φέρθηκα άσχημα, το καταλαβαίνω. Όμως ξέρεις αν είμαι κακός. Πώς είναι δυνατό να πιστέψης αυτά που λες για μένα. Το καθετί δεν τέλειωσε μεταξύ μας.

ΛΕΛΑ — Το καθετί ετέλειωσε.

ΦΛΕΡΗΣ — Όχι. Δεν είναι ανάγκη να φύγης για πάντα. Μην τη λες αυτή τη λέξη. Αν είμαι νευρικός ακόμα, αν δε σε κρατώ μαζή μου, αν σου φάνηκα, τόσο κακός, είναι γιατί από στιγμή σε στιγμή περιμένω την κόρη μου. Είναι ο φόβος μου μήπως σ' εύρη εδώ… (Της χαϊδεύει τα μαλλιά). Λέλα, καλή μου Λέλα, αν ήξερες .. .

ΛΕΛΑ — Πριν έρθω εδώ επάνω, μάθε το Τάσσο, ήξερα πως η Δώρα δεν είναι μαζή σου. Την είδα, μου τη δείξανε μέσα στη βάρκα. Η βάρκα ήρθε κοντά στη ξηρά και πάλι μάκρυνε προς το πέλαγος. Βρήκα τη στιγμή για νάρθω επάνω. Αλλιώς δε θαρχόμουνα καθόλου.

ΦΛΕΡΗΣ — Πού ήθελες να το ξέρω; Έλα, Λέλα. Κάθισε κοντά μου λίγα λεπτά. Συχώρεσέ με αν φάνηκα πρόστυχος μαζή σου, κακός χωρίς να το θέλω. Δεν το ήξερα πως η Δώρα είναι μακρυά ακόμα.

(Την τραβάει μαζή του σ' ένα κάθισμα και κάθεται σιμά).

ΛΕΛΑ — Το ήξερα όμως εγώ. (Με πικρία και συστολή). Το ήξερα πως δεν πρέπει να πλησιάσω την κόρη σου. Είμαι μια λεπρή .. .

ΦΛΕΡΗΣ — Τι λόγια είναι αυτά; Μην ξαναπής αυτή τη λέξη!

ΛΕΛΑ — Είμαι μια λεπρή, το ξέρω. Το λάθος μου ήταν πως αγάπησα πολύ. Κ' οι άντρες που τους αγαπήσαμε, όταν επέρασε το καπρίτσιο τους, μας βλέπουν σα λεπρές και κρατούν τις γυναίκες τους, κρατούν τις κόρες τους, μακρυά απ' το μόλυσμα . . . Έχουνε δίκιο.

ΦΛΕΡΗΣ — Γιατί με ειρωνεύεσαι, Λέλα; Είσαι κακή …

ΛΕΛΑ — Όχι δεν ειρωνεύομαι εσένα. Ειρωνεύομαι την τύχη των γυναικών, που ήσαν αγνές και καλές, που αγάπησαν μια φορά έναν άνδρα, τον πρώτον άνδρα που γνώρισαν, χωρίς υπολογισμούς, χωρίς υστεροβουλίες. Που του παραδόθηκαν χωρίς να το δέσουν με τις αλυσίδες του γάμου. Ύστερα βρέθηκαν αναγκασμένες να περάσουν από μιαν αγκαλιά σε άλλη. Δεν είναι οι μόνες που το κάνουν. Όμως εκείνες, τις άλλες, τις προστατεύει ο γάμος.

ΦΛΕΡΗΣ — Ξέρεις πολύ καλά αν έχω τις ιδέες αυτές. Όμως είμεθα σκλάβοι στη γνώμη του κόσμου. Έχω ένα καθήκον για τη Δώρα, είμαι πατέρας.

ΛΕΛΑ — Το ξέρω. Η Δώρα είναι ένα κορίτσι αγνό, λευκό ακόμα, σαν το απάτητο χιόνι. Το βλέμμα μου μονάχα μπορεί να το μολύνη, η αναπνοή μου μπορεί να του φέρη αρρώστεια. Είμαι η λεπρή . . . Όμως μείνε ήσυχος! Δε θαφίσω ούτε το βλέμμα μου να πέση απάνω της, ούτε η αναπνοή μου να την αγγίση. Τάσσο, μη με φοβάσαι. Ο φόβος σου με ταπεινόνει. Ο φόβος σου μ' εξευτελίζει.

ΦΛΕΡΗΣ — (Σκύβει και της φιλεί το χέρι). Λέλα, Λέλα, ήσουν καλή πάντα. Δεν ξεχνώ ποτέ τι έκαμες για μένα. Η ψυχή μου είναι γεμάτη σεβασμό για την αρετή σου.

ΛΕΛΑ — Σεβασμό για την αρετή μου .. .

ΦΛΕΡΗΣ — Και αγάπη, Λέλα. Δεν τολμούσα πια να σου το πω. Δεν είχα το θάρρος, ύστερα απ' τη διαγωγή μου προς εσένα.

ΛΕΛΑ — (Σηκώνεται απάνω). Δε σημαίνει. Τίποτε δεν έχει πια σημασία. Άκουσέ με, Τάσσο, πριν φύγω από κοντά σου, θέλω να σου πω το σκοπό που μ' έφερε εδωπέρα. Τότε θα με συχωρέσης γιατί σου έδωκα μιαν ενόχληση κ' ένα φόβο, που δεν έπρεπε να σου το δώσω. Και θα με λυπηθής ίσως. Η λύπη του κόσμου είναι η τελευταία καλοσύνη του για τις γυναίκες σαν κ' εμένα.

ΦΛΕΡΗΣ — Λέλα!

ΛΕΛΑ — Άκουσέ με.

ΦΛΕΡΗΣ — (Ακούει βήματα). Αχ! θεέ μου, κάποιος έρχεται.

    (Στέκονται μια στιγμή ταραγμένοι κ' οι δυο. Μπαίνει μέσα ο
    Μπάρμπ-Αργύρης).