ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ και οι παραπάνω.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ορίζεις τίποτε, κύριε Τάσσο; Θα κατεβώ ως κάτω να πάρω την κυρία Δώρα. (Με τόνο δυνατώτερο, σα να θέλη να το θυμίση στο Φλέρη). Όπου νάνε θα γυρίση η κυρία Δώρα .. .
ΦΛΕΡΗΣ — Πήγαινε, Αργύρη. Καλά. Αν θέλη να μείνη ακόμα η κυρία
Δώρα με τα κορίτσια, πες της πως είπα να μείνη. (Προς τη Λέλα).
Δεν ξέρετε, κυρία Λέλα, τι παράξενο κορίτσι που είναι.. Δεν
εννοεί να ξεκολλήση από κοντά μου. Τρέχει αποπίσω μου.
ΛΕΛΑ — Θα είναι πια μεγάλη κοπέλλα! Φαντάζομαι πως θα την
καμαρώνετε.
ΦΛΕΡΗΣ — Κλείνει τα δεκαπέντε τον Σεπτέμβριο.
ΛΕΛΑ — Τόσο πολύ. Την έλεγα μικρότερη.
(Ο Μ-Αργύρης φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
ΦΛΕΡΗΣ - ΛΕΛΑ
ΛΕΛΑ — Δεν ήτανε ανάγκη νάρθη αυτός ο γέρος για να μου θυμίση να φύγω. Δεν είχα κανένα σκοπό να μείνω περισσότερο. Άκουσε, Τάσσο. Το ξέρω. Όλα πρέπει να τελειώσουν μεταξύ μας.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν είπα ποτέ τέτοιο λόγο εγώ. Μη με παρεξηγής..
ΛΕΛΑ — Δε σημαίνει, το καταλαβαίνω εγώ. Είσαι τώρα με την κόρη σου. Μια διαφορετική ζωή αρχίζει για σένα. Εγώ δεν έχω καμιά θέση μεταξύ σας.
ΦΛΕΡΗΣ — Ίσως για λίγο καιρό, Λέλα. Ύστερα, αργότερα, όταν παντρευθή η Δώρα, όταν δε θάχω πια ανάγκη από τη γνώμη του κόσμου, όταν θα μπορώ να κανονίσω τη ζωή μου χωρίς να επηρεάσω την ευτυχία του κοριτσιού αυτού . . . τότε Λέλα. Δεν είναι πρώτη φορά που σου το λέω.
ΛΕΛΑ — Όχι, Τάσσο. Όχι. Εγώ πήρα την απόφασή μου. Δε θα μπορέσω να ζήσω κοντά σου και μακρυά σου τόσον καιρό. Τώρα ακόμα δεν μπορώ. Δεν μπορώ να συνειθίσω στη ζωή αυτή.. Επήρα την απόφασή μου. Θα φύγω μακρυά. Θα σ' αφίσω ελεύθερο να ζήσης όπως θέλεις. Η ευτυχία σου θα είναι η ευτυχία μου. Δε θέλω να σου είμαι εμπόδιο σε τίποτε. Δεν μπορώ, Τάσσο. Αυτά ήθελα να σου πω. Και γι' αυτό ήρθα.
ΦΛΕΡΗΣ — Λέλα, τι λόγια είναι αυτά; Θα φύγης για πάντα, είπες;
Όχι. Δε θα το κάμης αυτό.
ΛΕΛΑ — Όχι, Τάσσο, δε θα με πείσης. Ήρθα να σ' αποχαιρετίσω. Ήρθα να σε ιδώ μια φορά πριν φύγω. Νάξερες πόσο κακό μούκανε η ιδέα πως μπορούσες να υποθέσης πως σε κυνηγώ, πως τρέχω αποπίσω σου, πως σου γίνομαι φόρτωμα. Όταν με πρωτοείδες εδώ τρόμαξες, ταράχθηκες, αγανάκτησες. Παρεξήγησες το κίνημά μου. Νάξερες τι ήταν αυτή η στιγμή για μένα.
ΦΛΕΡΗΣ — Όχι, Λέλα, ποτέ δεν το υπόθεσα. Ξέρω πόσο είσαι περήφανη. Ήτον απλώς ένας φόβος, ένας γελοίος φόβος μήπως έρθη η Δώρα.
ΛΕΛΑ — Δε σου ζητώ απολογία. Τώρα είμαι ευτυχισμένη, που σου είπα ό,τι είχα να σου πω. Τάσσο, χαίρε! (Του πιάνει τα δυο χέρια). Θυμήσου πως μια γυναίκα σ' αγάπησε και θα σ' αγαπά πάντα, πάντα. Μα η γυναίκα αυτή, (με λυγμούς), είναι μια λεπρή, είναι μια λεπρή.
(Ο Φλέρης της αγκαλιάζει το κεφάλι και της το φιλεί ενώ εκείνη του φιλεί με δάκρυα τα χέρια).
ΛΕΛΑ — (Σα να πέρνη μια ξαφνική απόφαση, ξεφεύγει απ' τα χέρια του). Όμως είναι καιρός να τελειώνουμε. Η κόρη σου μπορεί νάρθη και δεν πρέπει να μ' εύρη εδώ. Γεια σου, Τάσσο.
(Του σφίγγει το χέρι)
ΦΛΕΡΗΣ — Σκέπτεσαι λοιπόν, να φύγης αμέσως, Λέλα; Αν ήξερες. Μου κάνει κακό να το σκέπτωμαι.
ΛΕΛΑ — Τα πράγματα τώφεραν έτσι. Πρέπει να είμαστε γενναίοι στη ζωή. Εσύ θα βρης τρόπο να παρηγορηθής στην αγάπη της κόρης σου. Εγώ; Εγώ είμαι μια γυναίκα συνειθισμένη στις περιπέτειες. Δεν είναι η πρώτη φορά. Θα φύγω μακρυά, ποιος ξέρει τι με περιμένει! Ας μη τα συλλογιζόμαστε όμως, Τάσσο. Ας είμαστε εύθυμοι!
(Ένα γέλοιο προσποιημένο χύνεται στο πρόσωπό της).
ΦΛΕΡΗΣ — (Κρατώντας πάντα το χέρι της). Μπορεί να είναι κανένας εύθυμος, σε τέτοιες στιγμές; Φεύγεις λοιπόν αμέσως; Το έχεις αποφασισμένο;
ΛΕΛΑ — Φεύγω δηλαδή με το πρώτο βαπόρι. Ίσως αύριο, ίσως μεθαύριο. Εννοείς αν συναντηθούμε ακόμη, θα είναι σα να μη γνωριζόμαστε. Κανένας φόβος σκανδάλου δεν υπάρχει. Γι' αυτό. να είσαι βέβαιος.
ΦΛΕΡΗΣ — Λέλα, Λέλα, τι λόγια είναι αυτά;
ΛΕΛΑ — Ας είμαστε εύθυμοι. Όταν χωρίζωνται οι άνθρωποι πρέπει να
είναι εύθυμοι. Τα κλάματα φέρνουν γρουσουζιά! Γεια σου, Τάσσο!
(Του σφίγγει δυνατά το χέρι και πριν συνέλθη καλά - καλά ο
Φλέρης, τρέχει ζωηρά προς τη θύρα και χάνεται. Ο Φλέρης στέκεται
μια στιγμή σα χαμένος, υστέρα σα να πέρνη μια ξαφνική απόφαση,
ορμάει προς τη θύρα).
ΦΛΕΡΗΣ — Λέλα, Λέλα. Μη φεύγης, Λέλα. Άκουσε .. . (Στέκεται μια
στιγμή στη θύρα). Έφυγε, πάει. Πού πάει η δυστυχισμένη; (Γυρίζει
θλιμένος στη σκάλα και πέφτει απάνω σε μια πολυθρόνα, φέρνοντας
το μαντύλι στα μάτια του. Σε λίγο απ' τη μεσιανή θύρα μπαίνει η
Δώρα και προχωρεί μελαγχολική με ράθυμο βήμα προς τον πατέρα
της).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ
ΦΛΕΡΗΣ - ΔΩΡΑ
ΦΛΕΡΗΣ — (Προσπαθώντας να φανή ζωηρός). Εσύ, Δώρα; Τόσο γλίγωρα;
Πώς; Δεν πήγατε με τη βάρκα;
ΔΩΡΑ — Ω, ναι, μπαμπά μου. Πήγαμε. Ο κύριος Νίκος ήτο τόσο καλός
. . . Όμως έπεσε ο μπάτης και γυρίσαμε μπρος πίσω.
ΦΛΕΡΗΣ — Γι' αυτό φαίνεσαι τόσο λυπημένη; Έλα κοντά μου. Δε
χάθηκε ο κόσμος. Αύριο θα ξαναφυσήση πάλι.
ΔΩΡΑ — Δεν είναι αυτό, μπαμπά μου. Μα, δεν ξέρετε, είδα κάτι τι
τώρα που μου χάλασε όλη τη διάθεση.
ΦΛΕΡΗΣ — (Ανήσυχος). Είδες κάτι τι; Τι είδες, παιδί μου;
ΔΩΡΑ — Τώρα που ανέβαινα τη σκάλα είδα μια κυρία κάτω στην
είσοδο. Κρατούσε το μαντύλι στο πρόσωπό της και προσπαθούσε να
κρύψη τα δάκρυά της. Φαινότανε πολύ δυστυχισμένη. Αν ξέρατε τι
κακό που μούκανε.
ΦΛΕΡΗΣ — (Προσπαθώντας να κρύψη την ταραχή του). Αι, παιδί μου!
Υπάρχουνε πολλές δυστυχίες στον κόσμο. Δεν είναι ανάγκη να κλαις
γι' αυτό. Αν είχαμε να κλαίμε για όλες τις συμφορές του κόσμου ..
.
ΔΩΡΑ — Αν ξέρατε, μπαμπά μου, πόσο την πόνεσα. Μια στιγμή σήκωσε τα μάτια της επάνω μου, πνιγμένα στα δάκρυα. Εκείνη η ματιά της μου φάνηκε πως μου ζητούσε μια βοήθεια, μια παρηγοριά. Μου ήρθε μια στιγμή να πέσω στην αγκαλιά της, να τη ρωτήσω τι έχει, να την παρηγορήσω . ..
ΦΛΕΡΗ — Πτωχό παιδί, δε θα μπορούσες να την παρηγορήσης εσύ. Δε
θα μπορούσες να την παρηγορήσης…
ΔΩΡΑ — Γιατί, μπαμπά μου; Κάθε συμπάθεια είναι παρηγοριά. Δεν
είναι;
ΦΛΕΡΗΣ — Ναι, βέβαια. Δε λέω. Μα ήσουν και συ τόσο συγκινημένη.
Ας ταφίσωμε όμως αυτά. Έλα να πάμε περίπατο, παιδί μου. Έλα!
Είναι αργά πια. Ο ήλιος κοντεύει να βασιλέψη.
ΔΩΡΑ — Δεν ξέρετε τι ωραίο βασίλεμα που είναι απόψε. Αλήθεια.
Είχα σκοπό να σας το πω. Να πάμε κάτω στη θάλασσα να ιδούμε τον
Ήλιο που βασιλεύει. Είναι ένα βραχάκι κάτω στη θάλασσα, που το
ανακάλυψα σήμερα. Θα καθίσωμε οι δυο μας.
ΦΛΕΡΗΣ — Όπου θέλεις, παιδί μου. Μα καλύτερα πάμε στον κόσμο. Πάμε κάτω στην πλατεία. Η ώρα αυτή, το βασίλεμα, αυτά τα φθινοπωρινά δειλινά είναι μελαγχολικά. Πάμε στην πλατεία. Αύριο το πρωί θα σηκωθούμε την αυγή να ιδούμε την ανατολή. Δεν είπαμε; Θα πάμε τότε στο βραχάκι σου.
ΔΩΡΑ — Α! ναι. Το βρέχει ολόγυρα η θάλασσα. Πρέπει να πάμε, χωρίς άλλο.
ΦΛΕΡΗΣ — Όπου θέλεις, παιδί μου. Ό,τι θέλεις. Η ζωή μου είναι δική σου τώρα. Έλα όμως. Έλα. Πάμε κάτω. Εδώ μέσα είναι πληκτικά. Αρχίζει να σκοτεινιάζη.
(Την αγκαλιάζει και τη σέρνει προς τη μεσιανή θύρα).
ΔΩΡΑ — (Ενώ φεύγουν). Ώστε αύριο, έχω το λόγο σας. Θα πάμε να ιδούμε τον Ήλιο που θ' ανατείλη .. .
(Φεύγουνε).
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
ΥΠΗΡΕΤΗΣ, ΜΠΑΡΜΠ-ΑΡΓΥΡΗΣ
(Ο υπηρέτης τακτοποιεί τα καθίσματα και τα τραπεζάκια. Ο Μπάρμπ-
Αργύρης τον κυττάζει).
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Βοήθησέ με Μπάρμπ-Αργύρη να βάλουμε αυτό το τραπέζι
στη μέση.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Εγώ ήρθα να ξανασάνω και βρήκα μαλλί να ξάνω, που
λέει κ' η παροιμία. Τι το θέλεις το τραπέζι στη μέση;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Να! Γι' αυτή τη θεατρίνα που θα κάνη την παράσταση.
Δεν το ξέρεις πως θάχουμε παράσταση απόψε; Το τραπέζι θα είναι,
να πούμε, σα βήμα.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δε μας λες λοιπόν πως θα βγάλη λόγο;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Τι να σου πω; Ξέρω κ' εγώ; Λόγο, παράσταση, αυτή το ξέρει. Όμως άκουσα να λένε, πως θα κάνη την Οφέλια, μια που τρελλάθηκε λέει για ένα τρελλό βασιλόπουλο. Έλα, δώσε μου τώρα ένα χέρι να βάλουμε το τραπέζι στη μέση.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — (Τον βοηθάει και κουβαλούνε το τραπέζι στη μέση). Την κακομοίρα! Και το βασιλόπουλο από τι τρελλάθηκε;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Πολλά με ρωτάς, Μπάρμπ-Αργύρη! Ξέρω 'γω. Από έρωτα θα τρελλάθηκε κι' αυτό. Όλοι από τον έρωτα τρελλαίνονται σ' αυτόν τον κόσμο. Δεν μου λες αλήθεια; Θαρθή τ' αφεντικό σου στην παράσταση.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δεν ξέρω. Σε λίγο. Άκου να σου πω. Ποια ήτανε η κυρία που σου μιλούσε προτήτερα στην πόρτα;
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Μια κυρία απ' την Αλεξάνδρεια που κάθεται στο άλλο
ξενοδοχείο. Ήρθε να ρωτήση τι ώρα θα γίνη η παράσταση…. Λοιπόν.
Ευχαριστώ Αργύρη. Εγώ πάω να συγυρίσω τις κάμαρες.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Για την κάμαρη του αφέντη μη λάβης τον κόπο. Το
κρεββάτι του είναι όπως τώστρωσες. Ο αφέντης δε κοιμήθηκε τη
νύχτα.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Και τι έκανε; Κυνηγούσε τα κουνούπια; Για τις
κατσαρίδες;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ξέρω γω. Γύριζε στο φεγγάρι, είχε αϋπνία. Το φεγγάρι
ξέρεις τονέ χτυπάει κατακούτελα. Μην τα ρωτάς!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Κ' εμένα με χτυπούσε μια φορά, σαν αγαπούσα τη Βασίλω.
Όλη τη νύχτα γύριζα στα σοκάκια. Τώρα που τηνέ πήρα δε με χτυπάει
ούτε ο Ήλιος. Ρώτα τη να σου πη τι τραβάει ως να με ξυπνήση.
(Χασμουριέται). Γεια σου Μπάρμπ-Αργύρη.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Καλή δύναμι. Στο καλό .. .
(Φεύγει ο υπηρέτης).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ, μοναχός του.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ήρθε να ρωτήση για την παράσταση .. . Πάει να πη δηλαδή πως ο αφέντης…. Η ψιλή κουβέντα πούχανε στήσει ψες το βράδυ κάτω στα μπάνια δε μου πολυάρεσε. Αμ' η άλλη; Τι θα γίνη με την άλλη; Ο Θεός να βάλη το χέρι του. Καλά έλεγα εγώ να φύγουμε μίαν ώραν αρχήτερα από δωπέρα.
(Η Δώρα μπαίνει από τη δεξιά θύρα κυττάζοντας προφυλακτικά γύρω της).
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ, ΔΩΡΑ
ΔΩΡΑ — Εσύ είσαι εδώ Μπάρμπ-Αργύρη;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Εγώ, κοκώνα μου.
ΔΩΡΑ — Πού είναι ο Μπαμπάς;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Κάτω στο καφενείο. Τώχουνε στρώσει στα χαρτιά.
ΔΩΡΑ — Τι έχει ο μπαμπάς σήμερα, Μπάρμπ-Αργύρη; Μου φαίνεται συλλογισμένος. Και τι χλωμός που ήτανε το πρωί! Σαν να μην είχε κοιμηθεί όλη τη νύχτα.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Μπα! Πώς; Κοιμήθηκε. Δεν είνε τίποτε. Νευρικά είνε.
Τα συνειθίζει ο αφέντης.
ΔΩΡΑ — Φέρε μου ένα καλαμάρι Μπάρμπ-Αργύρη. Έχω να γράφω μερικές κάρτες για το Μοναστήρι. (Αναστενάζει. Ο Μ-Αργύρης φέρνει το καλαμάρι και το βάζει σ' ένα μικρό τραπεζάκι. Η Δώρα κάθεται κι' αρχίζει να γράφη. Ο Μ. Αργύρης στέκεται και την κυττάζει). Δεν πας να ιδής Μπάρμπ-Αργύρη μήπως σε θέλει τίποτε ο μπαμπάς; Μ' ανησύχησε σήμερα.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Αυτό έλεγα κ' εγώ κοκκώνα μου. Πάω. (Ο Μ-Αργύρης φεύγει. Η Δώρα γράφει).
ΔΩΡΑ — (Διαβάζει ενώ γράφει). «Αγαπητή μου Έλη! Φαντάζομαι τι παράπονα θάχης μ' εμένα. Θα λες πως ξελογιάσθηκα και ξέχασα τις ωραίες μέρες που περάσαμε στο μοναστήρι μαζή. Και όμως αυτή τη στιγμή, που είμαι μελαγχολική, ο νους μου πετά σ' εσένα και θέλω να σου πω τόσα-τόσα πολλά…..Θα σου γράψω αργότερα ένα εκτεταμένο γράμμα. Πες μου όμως πρώτα πως δεν θα ζηλέψης αν σου ξεμολογηθώ πως. . . .
(Τη στιγμή αυτή μπαίνει μέσα ο Νίκος, στις μύτες των παπουτσιών του).
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΝΙΚΟΣ, ΔΩΡΑ
ΝΙΚΟΣ — Δώρα . . .
ΔΩΡΑ — (Η Δώρα πετάγεται απάνω έντρομη). Αχ! Θεέ μου. Πώς ήρθατε εδώ κύριε Νίκο. Αν μας εύρουν μονάχους! Πώς τρέμω.
ΝΙΚΟΣ — (Την πλησιάζει). Μη φοβάσαι, Δώρα. Δεν είναι κανένας να μας ιδή. Όλοι είναι κάτω στο καφενείο. Ο μπαμπάς σου παίζει. Δώσε μου το χεράκι σου να το φιλήσω.
ΔΩΡΑ — Όχι, κύριε Νίκο, όχι φύγετε. Φοβάμαι. Τρέμω. Κύριε Νίκο …
ΝΙΚΟΣ — (Της αρπάζει το χέρει και της το φιλεί). «Κύριε Νίκο»!…. Έτσι μιλούνε; Ωραία δεσποινίς Δώρα. Τι μου υποσχεθήκατε;
ΔΩΡΑ — (Ησυχασμένη λιγάκι). Όχι. Εσείς δε θέλω να με λέτε
δεποινίδα Δώρα. Θα σας θυμώσω.
ΝΙΚΟΣ — Τίποτε. Θα σας λέω δεσποινίδα Δώρα, όσο με λέτε κύριε
Νίκο. Μάλιστα δεσποινίς….
ΔΩΡΑ — Ε! καλά, καλά. Ορίστε. Νίκο! Σας είπα Νίκο.
ΝΙΚΟΣ — (Τη τραβάει απάνω του με τα δυο του χέρια και την φιλεί
στο μάγουλο). Δώρα . . .
ΔΩΡΑ — (Τραβιέται πίσω). Τι μου κάματε; Σκύβει κάτω. Πώς
ντρέπομαι τώρα. Δεν μπορώ να σας κυττάξω.
ΝΙΚΟΣ — Είναι η δεύτερη φορά, Δεν είναι;
ΔΩΡΑ — (Πάντα σκυμμένη). Ναι. Μα την πρώτη φορά ήτανε σκοτεινά.
Δε θυμάσθε;
ΝΙΚΟΣ — Το τρίτο θα είναι πάλι στα σκοτεινά. Και θα είναι μεγάλο,
μεγάλο φιλάκι χωρίς τέλος.
ΔΩΡΑ — (Θλιβερά). Τώρα…. Μάλιστα… Πάνε όλα τώρα… Τώρα που δε μ' αφίνει πια ο μπαμπάς νάρχωμαι μαζή σας. Ξέρει λέει πως εγώ είμαι φρόνιμη, μα ο κόσμος είναι κακός και αρχίζουνε να μιλούνε.
ΝΙΚΟΣ — Δε βαρυέσαι, Εμείς θα βρούμε τρόπο. Θα ιδής…. Μην είσαι δειλή….
ΔΩΡΑ — Έτσι τα λέτε για να με παρηγορήσετε.
ΝΙΚΟΣ — Πάλι πληθυντικό;
ΔΩΡΑ — Μη θυμώσης. Δεν θα το ξαναπώ. (Με παράπονο). Έπειτα σε λίγες μέρες θα φύγωμε. Εσείς θα με ξεχάσετε….
ΝΙΚΟΣ — Πάλι εσείς;
ΔΩΡΑ — Όχι, μη θυμώνης. Να, τώρα πήρα θάρρος. Εσύ θα με ξεχάσης…. Εγώ όμως θα πεθάνω, να το ξέρης. Σήμερα το κατάλαβα πως θα πεθάνω άμα φύγω μακρυά σου.
ΝΙΚΟΣ — Κουτό κορίτσι που είσαι. Μήπως εγώ δε θάρθω στας Αθήνας για το Πανεπιστήμιο; Θα σου γράφω, θα μου γράφης ωραία γραμματάκια, θα βλεπόμαστε στον περίπατο, καμμιά φορά κρυφά, και ύστερα, σα δεν θέλη ο μπαμπάς σου, ένα αμάξι μια νύχτα και: «Βάρα αμαξά. Στο Τατόι κατ' ευθείαν!» Ε;
ΔΩΡΑ — Α! όχι, όχι. Μην το πης αυτό. Μη και φοβάμαι από τώρα.
Χτυπάει η καρδιά μου. Όχι. Χωρίς να θέλη ο μπαμπάς, ποτέ.
ΝΙΚΟΣ — Καλά, καλά θα ιδούμε. Μη θυμώνης!
ΔΩΡΑ — Όχι. Μην το ξαναπής αυτό που είπες. Καλλήτερα να πεθάνω.
ΝΙΚΟΣ — (Την τραβάει απάνω του και την φιλεί στο στόμα). Να! λοιπόν να μάθης να λες όχι.
(Από τη μεσιανή θύρα μπαίνουνε η Λέλα και η Θεατρίνα, χωρίς να τους εννοήσουν η Δώρα και ο Νίκος. Άξαφνα, μόλις τους βλέπουν, αποχωρίζονται τρομαγμένοι. Η Δώρα σκύβει στο τραπέζι σα να ζητή την κάρτα της, ο Νίκος προσπαθεί να δώση στη στάση του μία σημασία που δεν τη βρίσκει).
ΔΩΡΑ — (Από μέσα της). Αχ! Θεέ μου! (Η Λέλα και η Θεατρίνα προχωρούν αδιάφορες, μιλώντας μεταξύ τους).
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Οι παραπάνω, ΛΕΛΑ, ΘΕΑΤΡΙΝΑ.
ΘΕΑΤΡΙΝΑ — (Προς τη Λέλα). Τα καϋμένα τα μικρά. Τους χαλάσαμε το ειδύλλιό τους.
ΛΕΛΑ — Αυτή είναι η ζωή. Πάντα κάποιος… (Προχωρούν αδιάφορες σα να μην επρόσεξαν. Η Δώρα απομακρύνεται ταραγμένη από το Νίκο και κάνει πως κάτι ζητεί στο τραπέζι. Πέρνει την καρτολίνα της και φεύγει προς την κάμαρη της. Ο Νίκος με αδιάφορο ύφος, αλλά με φανερή ταραχή προχωρεί προς τη μεσιανή θύρα και φεύγει. Η Λέλα και η Θεατρίνα προχωρούν αγκαλιασμένες και κάθονται σ' ένα καναπέ).
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
ΛΕΛΑ, ΘΕΑΤΡΙΝΑ
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Ένα ειδύλλιο. Ε;
ΛΕΛΑ — Αλλοίμονο! Στη ζωή όλες οι τραγωδίες αρχίζουν σαν ειδύλλια. Ο Θεός να τα φυλάξη τα καϋμένα τα μικρά. (Σε λίγο). Ξέρεις ποια είνε αυτή η μικρούλα;
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ. — Ποια;
ΛΕΛΑ — Η κόρη του Τάσσου.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Τελείωσέ μου αλήθεια την ομιλία που μου άρχισες. Έλα κάθισε εδώ κοντά μου.
ΛΕΛΑ — Βλέπω σούχουν ετοιμάσει πια για την απαγγελία σου.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Μη μου αλλάζης κουβέντες. Η απαγγελία μου δεν μ' ενδιαφέρει καθόλου. Μια που βρέθηκα στα λουτρά για την ισχιαλγία μου δεν μπόρεσα να ξεφύγω αυτή την αγγαρία. Εκείνο που μ' ενδιαφέρει είναι η ιστορία σου. Λέγε μου. Λέλα. Έλα, χρυσό μου. Ξέρεις πόσο σ' αγαπώ.
ΛΕΛΑ — (Ξερά). Σου τα είπα όλα.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ. Δεν μούπες τίποτε. Μούπες μονάχα πως ο Τάσσος ταράχθηκε πολύ άμα σε είδε εδώ. Τον αγαπάς πάντα;
ΛΕΛΑ — Αυτό είναι που δεν ξέρω κ' εγώ.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Όμως ήρθες να τον βρης εδώ ενώ ήξερες πως έχει τώρα μαζή του την κόρη του και δεν έπρεπε ναρθής.
ΛΕΛΑ — Δεν ξέρω κ' εγώ πώς βρέθηκα μέσα στο βαπόρι και πώς βρίσκομαι εδώ. Μου φαίνεται πως είμαι υπνοβάτις και μία δύναμι με διευθύνει που δεν μπορώ να της αντισταθώ. Ήθελα να τον ιδώ ακόμα μια φορά. Νόμιζα πως αυτό θα μ' έφθανε. Ύστερα είδα πως δεν μ' έφθανε.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Αυτός σ' αγαπάει πάντα;
ΛΕΛΑ — Οι άνδρες δεν αγαπούν ποτέ.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Και όμως μούχες πη ότι σου υποσχέθηκε, πως όταν αποκαταστήση την κόρη του, όταν ξαναγίνη ελεύθερος και δεν θα φοβάται πια την κρίσι του κόσμου, θα ζήση πάντα μαζή σου. Δεν είναι έτσι;
ΛΕΛΑ — Μου το είπε. (Κλαίει). Η αλήθεια είναι πως μου το είπε.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Γιατί κλαις Λέλα;
ΛΕΛΑ — Αχ! μη μ' ερωτάς περισσότερα.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Πες μου, Λέλα μου.
ΛΕΛΑ — Το εμπόδιο δεν ήτανε η κόρη του. Η ταραχή του δεν ήταν η κόρη του. Τα έμαθα όλα χθες το βράδυ.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Τι;
ΛΕΛΑ — Το ταξείδι του στα λουτρά ήτανε για να συναντήση μια παλιά του ερωμένη. Εχθές όλο το βράδυ ήτανε μαζή της.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Τον ξαναείδες από εχθές.
ΛΕΛΑ — Όχι. Τούγραψα όμως σήμερα το πρωί.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Τα παράπονά σου;
ΛΕΛΑ — Κάθε άλλο Τούγραψα εκείνα που τούπα και προφορικώς. Πως είναι ελεύθερος δηλαδή να κάμη ό,τι θέλει. Ότι εγώ δεν είμαι γυναίκα για να αφοσιωθώ, ούτε να ζηλέψω. Τον συμβούλευσα να πανδρευθή με μια τίμια γυναίκα για το χατήρι της κόρης του και τον βεβαίωσα πως εγώ θα κρατήσω πάντα την καλύτερη ενθύμησι της αγάπης του και θα είμαι ευτυχισμένη να ξέρω πως είναι ευτυχής. Εγώ, του είπα, φεύγω. Οι γυναίκες του είδους μου, του είπα, δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς περιπέτειες. Και τον αποχαιρέτισα όσο θερμότερα μπορούσα, με τη διαβεβαίωσι πως τις λίγες μέρες που θα μείνω εδώ δεν θα δείξω πως τον γνωρίζω.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Θα κατάλαβε την ειρωνεία σου.
ΛΕΛΑ — Οι άνδρες δεν καταλαβαίνουν ποτέ την ειρωνία των γυναικών. Να η απόδειξι. (Βγάζει από το σακάκκι της ένα γράμμα και το δίνει της Θεατρίνας).
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ. — (Παίρνει το γράμμα και το διαβάζει). «Αγαπητή μου Λέλα, δεν είχα ποτέ αμφιβολία ότι ήσουν μια ευγενική και τίμια ψυχή. Αποχωρίζομαι με την πιο βαθειά λύπη από σένα. Γι' αυτό δεν θέλω νάχης την παραμικρή αμφιβολία. Τα καθήκοντά μου και η στοργή μου για τη Δώρα μου επιβάλλουν θυσίες, από τις οποίες η στέρησί σου δεν είναι η μικρότερη. Εσύ είσαι νέα και ωραία κ' η ζωή σου χαμογελά ακόμα. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία γλυκειά μου Λέλα. — Τάσσος.» (Η Θεατρίνα διπλώνει το γράμμα και μένει σκεπτική).
ΛΕΛΑ — (Ειρωνικά). Θαυμάσια ε; Τα καθήκοντά του προς τη Δώρα πως
σου φαίνονται; Και η ευτυχία που μου εύχεται ….
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Πού ξέρεις αν δεν είναι ειλικρινής; Σου γράφει με
τόση συμπάθεια!
ΛΕΛΑ — Η ειλικρίνεια δε μιλεί τόσο γλυκά. Μονάχα η υποκρισία έχει
το μέλι στα χείλια.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Φαίνεται ναγαπά πολύ την κόρη του. Πού ξέρεις;
ΛΕΛΑ — Ναι. Γι' αυτό φροντίζει να της βρη μια μητέρα. Εγώ, το ξέρω, δεν μπορούσα να γίνω μητέρα αυτού του κοριτσιού. Εγώ είμαι μία λεπρή…. Ας ήτανε όμως ειλικρινής.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Εσύ φαίνεσαι να υποφέρης πολύ, Λέλα. Δεν το περίμενα
από το χαρακτήρα σου. Ήσουν τόσο εύθυμη πάντα.
ΛΕΛΑ — Η ευθυμία δεν δείχνει πάντα την ευτυχία. Κάποτε συμβαίνει
το αντίθετο.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Γνώρισες τους άνδρες. Έπρεπε να το περιμένης
ΛΕΛΑ — Κάθε φορά που αγαπά κανείς αρχίζει από το άλφα. Η πείρα δε χρησιμεύει σε τίποτε στην αγάπη.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Προσπάθησε να τον ξεχάσης .. .
ΛΕΛΑ — Θα τον ξεχάσω. (Χαμογελά. Μια προσποιητή ευθυμία ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της). Αλήθεια. Πρέπει να τον ξεχάσω.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Μπράβο. Γίνου εύθυμη. Η μελαγχολία δε σου ταιριάζει.
ΛΕΛΑ — Θα τον ξεχάσω. Σου υπόσχομαι πως θα τον ξεχάσω. Είναι τα τελευταία δάκρυα που χύνω γι' αυτόν. Να! Σκουπίζω τα μάτια μου. Όλα περάσανε. (Πιάνει τα χέρια της Θεατρίνας). Φίλησέ με.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — (Σκύβει να την φιλήση). Μπράβο, Λέλα μου. Δεν αξίζει τον κόπο για τους άνδρες. (Καθώς μετακινείται αισθάνεται έναν ζωηρό πόνο και φέρνει το χέρι της στο ισχίο). Αχ! Πώς πόνεσα! Αυτή η ισχιαλγία. Και σε μισή ώρα έχω να παραστήσω, Πώς θα κινηθώ;
ΛΕΛΑ — Δεν κάνεις μια ένεση;
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Αυτό ίσα-ίσα σκεπτόμουν. Θα στείλω να φωνάξω το γιατρό.
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Οι παραπάνω, ΜΠΑΡΜΠ-ΑΡΓΥΡΗΣ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — (Καθώς μπαίνει). Δεν είναι πια ζωή αυτή. Βαρέθηκα με
τα σωστά μου .. .
ΛΕΛΑ — Να ο Μπάρμπ-Αργύρης. Θα τον παρακαλέσω να πάη για το
γιατρό….
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ. Καλησπέρα σας. (Προς τη Λέλα). Καλησπέρα κυρία μου.
Μήπως είδατε την κυρία Δώρα αποδώ;
ΛΕΛΑ — Όχι Μ-Αργύρη δε φάνηκε. Ίσως είναι στη κάμαρά της.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ο πατέρας της ανησυχεί που δεν κατέβηκε ακόμα κάτω. Πάω να ιδώ στην κάμαρά της, με συγχωρείτε. (Ενώ φεύγει), Αυτή η δουλειά γίνεται όλη τη μέρα.
(Φεύγει).
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
ΛΕΛΑ, Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Πώς πονώ!
ΛΕΛΑ — Πάμε στην κάμαρά σου. Θα σου τα τοιμάσω όλα για την ένεση, σαν καλή νοσοκόμα.
Η ΘΕΑΤΡΙΝΑ — Είσαι τόσο καλή, Λέλα μου. (Σηκώνονται. Η Λέλα της δίνει το μπράτσο της και της σφίγγει το χέρι) Τα χέρια σου είναι παγωμένα!
ΛΕΛΑ — Δεν είναι τίποτε. Τώρα αισθάνομαι πολύ καλά.
(Επιστρέφει ο Μ-Αργύρης)
ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ
Οι παραπάνω, Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δεν είναι ζωή αυτή. Κλάματα αποδώ, γκρίνιες αποκεί, νεύρα . .. Πάλι τα ίδια έχομε.
ΛΕΛΑ — Τι τρέχει Μ-Αργύρη;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Τι να τρέχη κυρία μου; Να. Δε θέλει να κατεβή κάτω λέει. Είναι άρρωστη. Την πονεί το στομάχι της. Κάθεται σκυμμένη απάνω στο μαξιλάρι της και κλαίει. Τώρα που θα πάω να το πω του κυρ-Τάσσου θα τα βάλη μ' εμένα. Όλα στον Μ-Αργύρη ξεσπούνε.
ΛΕΛΑ — Μου κάνεις μια χάρι Μ-Αργύρη; Αν ιδής κάτω το γιατρό πες πως τον ζητούνε στο 11. Είναι ανάγκη.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Στους ορισμούς σας, κυρία.
(Η Θεατρίνα και η Λέλα φεύγουνε).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ, ΦΛΕΡΗΣ, αργότερα ΜΙΣΤΡΑΣ
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ήρθα να ξανασάνω και βρήκα μαλλί να ξάνω. (Ενώ προχωρεί προς τη μεσιανή θύρα, συναντά τον Φλέρη που μπαίνει ορμητικός).
ΦΛΕΡΗΣ — Θα τρέχω από πίσω σου να σε κυνηγώ; Πού σ' έστειλα;
Περιμένω μια ώρα.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Βλέπεις πως έρχομαι. Δεν μπορώ να γίνω εκατό
κομμάτια, κύριε Τάσσο μου.
ΦΛΕΡΗΣ — Παράγινες. Το ξέρεις;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Ας όψωνται που με κατάντησαν.
ΦΛΕΡΗΣ — Πού είναι η κυρία Δώρα;
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Είναι άρρωστη λέει. Κλαίει μες την κάμαρά της. Δεν θέλει να κατεβή.
ΦΛΕΡΗΣ — Αρχίσαμε τα ίδια; Θα την κάνω εγώ να της περάσουν αυτά τα κλάματα. Αυτά μας λείπανε τώρα. (Κάνει να προχωρήση δεξιά. Την στιγμή αυτή μπαίνει ο Μιστράς από την μεσιανή θύρα).
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Εγώ πάω. (Προχωρεί στη μεσιανή θύρα, όπου απαντιέται με το γιατρό).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν άρχισε, πάει να πη, ακόμα η απαγγελία.
Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — (Καθώς βγαίνει προς το γιατρό). Γιατρέ σε ζητούνε στο 11. (Φεύγει).
ΦΛΕΡΗΣ — Τι απαγγελία, αδερφέ; Δε βλέπεις πάλι;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι τρέχει;
ΦΛΕΡΗΣ — Τα ίδια της συχωρεμένης. Η προκομένη μου κάθεται στην κάμαρά της και κλαίει και κάνει την άρρωστη. Δε μου λες επί τέλους, γιατρέ, τι έχει αυτό το παιδί;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Σου είπα, φίλε μου. Δε θέλεις να μ' ακούσης. Ε; τι θέλεις να σου κάνω, μάτια μου;
ΦΛΕΡΗΣ — Άφισε τις αννοησίες, γιατρέ μου, αν αγαπάς το Θεό!
ΜΙΣΤΡΑΣ — Σου μιλώ σοβαρά. Η Δώρα είναι ερωτευμένη, μα το καλό
που σου θέλω.
ΦΛΕΡΗΣ — Αυτό μας έλειπε. Ακόμα δε βγήκε απ' τ' αυγό, θέλει κι'
έρωτες.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Ξεχνάς τα δικά σου. Πολύ εύκολα τα ξεχνάς, να σε χαρώ.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν είναι το ίδιο. Δεν είναι το ίδιο. Παιδιάτικες αννοησίες.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Να παντρέψης το κορίτσι σου, Τάσσο.
ΦΛΕΡΗΣ — Θα το παντρέψω όταν ξέρω εγώ και όταν νομίζω εγώ. Δεν
είναι η ώρα.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Είσαι κύριος να κάμης ό,τι θέλεις. Του λόγου σου
προστάζεις.
ΦΛΕΡΗΣ — Πήγαινε να τήνε ιδής, σε παρακαλώ και γράψε κανένα
γιατρικό.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Πηγαίνω. Μα το γιατρικό σου το είπα από τώρα. Να το
ξέρεις, μάτια μου.
ΦΛΕΡΗΣ — Άφισε σε παρακαλώ τις συμβουλές. Σου ζήτησα συνταγή.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Σαν επιμένεις. Σου δίνω πάλι ένα κουρέλι. Ut aliquid fiad, που λέει κι' ο Λατίνος. Πες μου αλήθεια. Πώς πάνε οι δικές σου οι δουλειές; Ξαναρχίζει λοιπόν, πάει να πη, το παλιό ειδύλιο; Τι τρέλλα! Τι τρέλλα!
ΦΛΕΡΗΣ — Άφισέ τα, γιατρέ. Δεν έμαθες τα άλλα νέα.. .
ΜΙΣΤΡΑΣ — Ποια;
ΦΛΕΡΗΣ — Η Λέλα ήρθε εδώ. Βρίσκεται στα λουτρά.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Του Διαβόλου τη γυναίκα. Πάει να πη σούγινε κολυτσίδα. Σου τρέχει ξοπίσω. Έτσι είναι αυτές οι γυναίκες πανάθεμά τες. Πες μου. Ξέρει τίποτε για τη Βέρα;
ΦΛΕΡΗΣ — Πού θες να ξέρη. Ποτέ δεν της είπα τίποτα. Άκουσε όμως γιατρέ. Τα πράματα δεν είναι όπως τα φαντάζεσαι.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Αμέ;
ΦΛΕΡΗΣ — Φεύγει η καϋμένη, φεύγει μακρυά, για πάντα. Ήρθε να μ'
αποχαιρετίση.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Το πίστεψες; Ας κάνω το σταυρό μου. Καψερέ, στάθηκες
πάντα ποιητής κ' ευκολοπίστευτος, σ' όλη σου τη ζωή.
ΦΛΕΡΗΣ — Αυτό που σου λέω γιατρέ.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Άμποτε, να δώση ο αφέντης ο Θεός. Την είδες;
ΦΛΕΡΗΣ — Ήρθε και με βρήκε εχθές, ότι έφυγες. Μου είπε μάλιστα πως αν με ξανασυναντήση θα κάνη πως δε με γνωρίζει. Καταλαβαίνει τη θέση μου. Είναι γυναίκα μ' αισθήματα, γιατρέ. Πίστεψέ με. Δεν ξέρεις πόσο με συγκίνησε…. Από χθες έχω ένα βάρος στην καρδιά μου. Καταλαβαίνω πως της φέρθηκα άσχημα.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Πάει να πη την αγαπάς ακόμα.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν στο κρύβω γιατρέ. Ποτέ μου δε θα τη ξεχάσω αυτή τη γυναίκα. Στάθηκε τόσο ευγενική και τόσο περήφανη μαζή μου. Μούδειξε την αγάπη της χίλιες φορές. Στην αρρώστεια μου σαράντα μέρες ξενύχτισε στο προσκέφαλό μου. Ποια τίμια γυναίκα θα φερνότανε έτσι; Και τώρα ακόμα, τώρα που νευριασμένος εγώ από την ιδέα πως με κυνηγάει, της κακομίλησα σαν τον τελευταίο παλιάνθρωπο, αυτή φάνηκε ανώτερη κι' ευγενικώτερη από μένα. Ναι γιατρέ. Αν σου πω πως δεν την αγαπώ αυτή τη γυναίκα ακόμα, θα με κολάση ο Θεός.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Πάρτηνε, μάτια μου, λοιπόν να μη σε κολάση.
ΦΛΕΡΗΣ — Μην αστειεύεσαι γιατρέ. Δεν πρόκειται γι' αυτό. Τώρα όλα τέλειωσαν μεταξύ μας. Το σχέδιο της ζωής μου το ξέρεις. Η Μοίρα μούφερε μπροστά μου τη Βέρα. Εχθές το βράδυ ξαναδέσαμε τη παλιά μας γνωριμία. Μία ιδανικώτερη αγάπη με κυβερνάει τώρα. Θα ξαναφέρω τη ζωή μου εκεί που παραστράτησε. Θα ξαναδέσω μια κλωστή που κόπηκε. Το τέλος της ζωής μου θέλω να το ξανακάνω ώμορφο, όπως ήταν η αρχή της. Σου τώπα πολλές φορές. Αυτό είναι τ' όνειρό μου.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Με τα λόγια, μάτια μου, κάνει ανώγεια και κατώγεια κανένας.
ΦΛΕΡΗΣ — Τα λόγια θα γίνουν πραγματικότητα αυτή τη φορά. Η Βέρα
θα γίνη γυναίκα μου. Η Δώρα θα βρη τη φυσική της μητέρα. Κ' εγώ
θα ξεχάσω όλη τη χαμένη ζωή που μεσολάβησε.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Meglio tardi que mai πάει να πη. Το σχέδιό σου είναι
ώμορφο. Ωστόσο εγώ πάω να ιδώ την κόρη σου κ' έφτασα. Με ζητούνε
και στο Ένδεκα!
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΦΛΕΡΗΣ, ΚΥΡΙΟΙ, ΚΥΡΙΕΣ, Ο ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟΣ, ΛΕΛΑ
(Μπαίνουν, κύριοι και κυρίες, χαιρετούν τον Φλέρη, άλλοι περιφέρονται απάνω κάτω στην αίθουσα, άλλοι κάθονται στις καρέκλες σε χωριστούς ομίλους).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Πλησιάζει το Φλέρη). Ήρθατε απ' τους πρώτους βλέπω
για την απαγγελία.
ΦΛΕΡΗΣ — Δηλαδή είχα ανεβεί για μια άλλη δουλειά και βαρέθηκα να
κατεβώ. Πότε αρχίζει η απαγγελία; Μήπως ξέρεις;
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Μα είνε ώρα υποθέτω. Είμαι περίεργος νακούσω αυτή τη νέα θεατρίνα. Εγώ έλειπα λίγα χρόνια στο εξωτερικό και δεν παρακολούθησα το θέατρό μας. Λένε πως έχει μεγάλο τάλαντο αυτό το κορίτσι.
ΦΛΕΡΗΣ — Ομολογουμένως. Είν' ευτυχία στη μονοτονία αυτή των
λουτρών νάχωμε μία τόσο εκλεκτή καλλιτεχνική παρένθεση.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Μα τι θέμα εδιάλεξε η ευλογημένη; Οφηλία μ' αυτή τη
ζέστη!
ΦΛΕΡΗΣ — Χα, χα! Μ' αρέσει αυτή η μετεωρολογία της τέχνης!
Βρίσκετε πως τα θλιβερά θέματα ταιριάζουν περισσότερο με το κρύο.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Ξέρω κ' εγώ. Μου φαίνεται.
ΦΛΕΡΗΣ — Έχω την ιδέα πως και με το κρύο σας αρέσουν τα εύθυμα θέματα. Α! φίλε μου. Αυτό σημαίνει πως είσθε ευτυχισμένος στους έρωτές σας και σας συγχαίρω ολοψύχως.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Είσθε δηλαδή σύμφωνος.
ΦΛΕΡΗΣ — Ήθελα να ήμουν. Όμως — βλέπετε — εγώ θακούσω ευχαρίστως τους στεναγμούς της Οφηλίας.
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
Οι παραπάνω, ΜΙΣΤΡΑΣ, ΔΩΡΑ
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Μπαίνει απ' τη δεξιά θύρα δίνοντας το μπράτσο του στη Δώρα. Εκείνη προχωρεί με κόπο και σαν να σέρνεται προς τον Φλέρη). Βλέπεις μάτια μου, πως είμαι τέλειος γιατρός. Σήκωσα την άρρωστή μου από το κρεβάτι και τη φέρνω στον αγαπημένο της μπαμπά.
ΦΛΕΡΗΣ — Ελπίζω πως την έκαμες καλά. Ήτανε καιρός.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Αυτό δεν το εγγυώμαι, να σε χαρώ.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος μαζή της. Βαρέθηκα
αυτές τις αρρώστιες κάθε λίγο, δίχως κανένα λόγο.
ΔΩΡΑ — Φταίω εγώ μπαμπά, αν είμαι άρρωστη; Αισθάνομαι τόσο
άσχημα. Και με μαλλώνετε. (Φέρνει το μαντύλι στα μάτια).
ΦΛΕΡΗΣ — Είπα πως εννοώ να παύσουν αυτά τα κλάματα. Με συγκινούνε
όσο και οι βρύσες που τρέχουν στο δρόμο.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τάσσο μα την αλήθεια του Θεού, είσαι πολύ κακός σήμερα.
Παραιτούμαι από γιατρός σου.
ΔΩΡΑ — Μα τι φταίω εγώ, μπαμπά; Μήπως το θέλω;
ΦΛΕΡΗΣ — Κάτσε εκεί και ησύχασε. (Προς το γιατρό). Δεν μου λες
γιατρέ, τι έπαθε η θεατρίνα;
ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Που στεκότανε για λίγο παράμερα). Αλήθεια τι έπαθε
γιατρέ; (Προσέχουν κ' οι άλλοι από τους διαφόρους ομίλους).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τίποτε σπουδαίο. Είχε ένα παροξυσμό από την ισχυαλγία της και της έκαμα μια ένεσι από μορφίνη. Σε λίγα λεπτά υποθέτω πως θα είναι σε θέση να κατεβή. Η μορφίνα, μάτια μου, είναι το δεξί μας χέρι εμάς των τσαρλατάνων.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ
Οι παραπάνω, ΒΕΡΑ.
(Η Βέρα μπαίνει μόνη της, με μαύρη φορεσιά, σοβαρή και με κουρασμένο βήμα. Δείχνει ίχνη παλιάς ωμορφιάς, λίγο μαραμένης, το βλέμμα της είναι κουρασμένο και τα κινήματά της σοβαρά κ' επίσημα, δίνουν μια αριστοκρατική έκφραση στο σύνολό της. Χαιρετάει με κλίσι του κεφαλιού διαφόρους γνωστούς της και προχωρεί ζητώντας να βρη παράμερα κάποιο κάθισμα. Ο Φλέρης καθώς περνάει τη χαιρετάει με αδιόρατη ταραχή, σηκωνόμενος απ' τη θέση του, καθώς κι' ο ανθυπολοχαγός. Η Βέρα βλέποντας τη Δώρα με τα φασσαμέν της, σταματάει μια στιγμή).
ΒΕΡΑ — Α! η συμπαθητική μου η μικρούλα. Τι κάνεις μικρή; (Την αγκαλιάζει και την φιλεί). Κύριε Φλέρη! (Του δίνει το χέρι της). Ξέρετε ότι είμαι ερωτευμένη με την κόρη σας. Τι χαριτωμένο κοριτσάκι.
ΦΛΕΡΗΣ — Μην της δίνετε αέρα, δεσποινίς. Εγώ δεν είμαι καθόλου
ευχαριστημένος μαζή της.
ΒΕΡΑ — Ελάτε αφήστε τις αστειότητες. Εγώ θα καθίσω κοντά της. Να!
Εδώ …. Με θέλεις μικρούλα μου;
ΔΩΡΑ — Ακούτ' εκεί, δεσποινίς. Μεγάλη χαρά μου. (Κάθεται κοντά
της και την χαϊδεύει).
ΦΛΕΡΗΣ — Ώστε έχομεν απαγγελία σήμερα.
ΒΕΡΑ — Εγώ υπέθετα πως θάχη αρχίση πια. Είμαι πάντα τόσο αφηρημένη που παρ' ολίγον να το ξεχάσω.
ΦΛΕΡΗΣ — Ευτυχώς δεν το εξεχάσατε. δεσποινίς.
ΒΕΡΑ — Ναι, ευτυχώς. Γιατί ήθελα νακούσω αυτόν τον νέον αστέρα.
Και γιατί αργούν;
ΦΛΕΡΗΣ — Μα, κάποια κακοδιαθεσία του αστέρος. Ο φίλος μου
(δείχνει τον Μιστρά) μπορεί να σας πληροφορήση.
ΒΕΡΑ — Ο κύριος είναι αστρονόμος;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Όχι, per Dio!
ΦΛΕΡΗΣ — Είναι ο γιατρός μου, ο αγαπητός μου φίλος κ. Μιστράς.
Σας τον παρουσιάζω. Η δεσποινίς Μεράτη.
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Υποκλίνεται). Αστρονόμος! Η γιατρική μου είναι το βέβαιον κυρά μου, ότι πρώτη φορά ανέβηκεν ως τα άστρα για να θεραπεύση μια ισχυαλγία. Ελπίζω όμως ότι σε λίγα λεπτά… Όμως να! Έρχεται νομίζω η δεσποινίς Λέλα, η φιλενάδα της Θεατρίνας, που μου έκαμε και τη νοσοκόμα. Αυτή θα μας δώση τις τελευταίες πληροφορίες.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Οι παραπάνω, ΛΕΛΑ.
(Η Λέλα μπαίνει με μεγάλη ζωηρότητα και ευθυμία. Χαιρετάει δεξιά και αριστερά με γλυκά βλέμματα προς τους κυρίους. Καθώς προχωρεί συναντά μπροστά της τον ανθυπολοχαγό, τον πέρνει από το μπράτσο και του μιλεί με γέλια. Προχωρούν στο προσκήνιο. Ο Φλέρης ταράσσεται και βγάζει μια εφημερίδα από τη τσέπη του. Κάνει πως διαβάζει.)
ΛΕΛΑ — Τι αστείο πράμα που είναι η μορφίνη. Αστειότατο . ..
(Γελάει).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Δεν βρίσκω τι αστειότητα μπορεί νάχη.
ΛΕΛΑ — (Ξεκαρδισμένη). Σας βεβαιώνω πως είναι αστειότατο. (Προς το Μιστρά). Γιατρέ δεν είσθε ευχαριστημένος από τη νοσοκόμα σας; Πέστε μου;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Ενθουσιασμένος. Μα τι βρήκατε, αστείο, κοκώνα μου;
ΛΕΛΑ — Δεν ξέρω. Και η μορφίνα και η βελονίτσα σας που την κάψατε στη φλόγα και σεις ακόμα με τη σοβαρότητα που κρατούσατε τη βελονίτσα αυτή, όλα μου φάνηκαν τόσο αστεία. Δεν είναι αστεία; Χα, χα, χα! Στο Θεό σας, γιατρέ. Και να βλέπατε τώρα τη συγκίνησι που έχει η φιλενάδα μου. Τα μάτια της γυαλίζουν. Είναι μερικά πράγματα που μου φάνηκαν τόσο αστεία. (Πέφτει απάνω στον ανθυπολοχαγό και γελάει. Όλοι την κυττάζουν παράξενα. Η Βέρα καρφώνει απάνω της τα φασαμέν. Ο Φλέρης φαίνεται ταραγμένος.)
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Σε καλό σας, δεσποινίς. Τι πάθατε;
ΛΕΛΑ — Πού θα καθίσωμε, φίλε μου. Να, εδώ σ' αυτό το τραπεζάκι ε;
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Όπου θέλετε. (Κάθονται. Η Λέλα του κρυφομιλεί με
γέλια).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν θα κατεβή λοιπόν η Οφηλία; Την περιμένει τόσος
κόσμος. Διάβολε! Μ' αυτή τη κάψα….
ΛΕΛΑ — Θα κατεβή. Ξέρετε όμως, γιατρέ, πως δεν τρελλάθηκε ακόμα εντελώς. Ο έρως του Αμλέτου δεν έφθασε ακόμη εκεί που πρέπει. Η καϋμένη η Οφηλία! Φαντασθήτε γιατρέ, να τρελλαθή από έρωτα…. (Γελάει). Τώρα κανένας δεν τρελλαίνεται ούτε αυτοκτονεί. Οι Οφηλίες και οι Βέρθεροι ήσαν του παληού καιρού. (Προς τον ανθυπολοχαγό). Τι θα μου προσφέρετε φίλε μου; Διψώ, διψώ, έχω μια φωτιά μέσα μου.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Ένα σιρόπι; Γκροζέι; Βυσσινάδα με πάγο; Τι θέλετε;
ΛΕΛΑ — Μα ποιος σας είπε φίλε μου, πως θέλω να σβύσω τη φλόγα μου; (Σοβαρά). Δέχομαι λίγο αλκοόλ, μια βενεδικτίνα, ό,τι θέλετε;
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Μια βενεδικτίνα! Με τη μεγαλύτερη ευχαρίστησι. Θα σας
κάμη ευθυμότερη και ευγλωττότερη. (Κτυπά το κουδούνι). Παιδί, μια
βενεδικτίνα. Δεν προτιμάτε σαμπάνια;
ΛΕΛΑ — Όχι. Οι εφημερίδες θα γράφουν αύριο: «Ο καμπανίτης
έρρευσεν άφθονος,» Είδατε με τι σεβασμό μιλούν οι δημοσιογράφοι
για τον «καμπανίτην».
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Δεν πιστεύω να ενασχοληθή ο τύπος με τα άτομά μας.
Είμαστε τόσο άσημοι.
ΛΕΛΑ — (Σοβαρά). Πού το ξέρετε; Και όμως είνε φοβερό να γίνη
κανένας ανάγνωσμα.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Ομιλάτε σαν άνθρωπος που ετοιμάζεται να κάμη
σκάνδαλον. Τι σας ενδιαφέρει ο τύπος; Τι έχει να κάμη με μας;
ΛΕΛΑ — Είσθε ο πλέον ανόητος αξιωματικός του στρατού. Και ίσως ο
ωραιότερος! (Τον χαϊδεύει).