ΑΝΘΥΠΟΛ. — Α! α! α! (Ο υπηρέτης φέρνει τη βενεδικτίνα και
σερβίρει. Πίνουν μ' ευθυμία).
ΒΕΡΑ — (Προς τον Τάσσο). Ποια είνε αυτή η γυναίκα; Η ευθυμία της
αρχίζει να υπερβαίνει τα όρια. Φαίνεται μεθυσμένη.
ΦΛΕΡΗΣ — (Ταραγμένος). Δεν ξέρω ακριβώς. Τη βλέπω δύο τρεις μέρες
στα λουτρά. Φαίνεται πως είναι φιλενάδα της θεατρίνας.
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Σκύβοντας). Είναι ολίγον από το είδος των ευθύμων
γυναικών. Πάει να πη …. Κατάλαβες, κοκώνα μου;
ΛΕΛΑ — Στην υγειά σου, ανθυπολοχαγέ. Ζήτω η ευθυμία! Στην υγειά σας, γιατρέ. (Σηκώνει το ποτήρι προς τον Μιστρά). Να θυμάσθε πως σας έκαμα μια φορά τη νοσοκόμα.
ΜΙΣΤΡΑΣ: — Ευχαριστώ, κοκώνα μου. Ευχαριστώ.
ΛΕΛΑ — (Προς τον Μιστρά). Μα εκείνη η βελονίτσα σας γιατρέ.
(Γελάει). Με τι κακία που τη μπήξατε στο δέρμα της φιλενάδας μου.
Τι σκληρός άνθρωπος που είσθε. Εγώ δε θα σας άφινα ποτέ μου να με
τρυπήσετε έτσι.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Είσαστε τόσο λιγόψυχη, κοκώνα μου;
ΛΕΛΑ — Ω! τρέμω το αίμα, τρέμω το αίμα. Δε θάκανα για γιατρός, σας βεβαιώνω. Μόνο οι άνδρες είναι καμωμένοι για το σκληρό αυτό επάγγελμα. (Προς τον ανθυπολοχαγό). Μα, ανθυπολοχαγέ, εσύ κοιμήθηκες. Τι ψόφιοι άνθρωποι που είσθε όλοι σας! Εμπρός, ένα ποτηράκι ακόμη! (Πίνει). Ευθυμήστε λοιπόν, ευθυμήστε πριν χυθή εδώ μέσα το πνεύμα του Σαίξπειρ. Ιπ, ιπ, ουρρά! (Γελούνε όλοι, άλλοι εγκάρδια, άλλοι ειρωνικά. Ο Φλέρης παρακολουθεί τη σκηνή ταραγμένος, η Βέρα ψυχρή, η Δώρα κάτι σκύβει και λέει στη Βέρα).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Να ζήσετε χίλια χρόνια, δεσποινίς. Είσαστε η χαρά προσωποποιημένη.
ΛΕΛΑ — Χίλια χρόνια! Έστω! Χίλια! Εβίβα ανθυπολοχαγέ.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ
Οι παραπάνω, ΥΠΗΡΕΤΗΣ.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — (Μπαίνοντας από τη μεσιανή θύρα). Κυρίες και Κύριοι, η θεατρίνα σας ζητεί συχώρεση. Είναι πολύ ζαλισμένη και δε θα μπορέση να παραστήση. Αναβάλλεται γι' αύριο το απόγεμα.
ΟΛΟΙ — Α! α! Τι κρίμα, τι κρίμα!
ΛΕΛΑ — (Σηκώνετε απάνω). Γιατρέ, γιατρέ, τι μας κάματε με τη βελονίτσα σας. Η καϋμένη η θεατρίνα. Ποιος ξέρει τι έχει. Πηγαίνω να ιδώ.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δεν είναι τίποτε Ησυχάστε κοκκώνα μου. Συνειθισμένα πράγματα. Αφήστε την να ησυχάση.
ΛΕΛΑ — Τι κρίμα!
(Ο κόσμος σηκωμένος στο πόδι σχολιάζει την αναβολή. Άλλοι κάνουν να φύγουν. Άλλοι κοντοστέκονται).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Προβαίνει στη μέση). Σταθήτε, κυρίες και κύριοι. Μία ιδέα! Μου κατέβηκε μία ιδέα. Μία και είμαστε εδώ θα παρακαλέσουμε τη δεσποινίδα Λέλα ν' αναπληρώση τη θεατρίνα. Απαγγέλλει θαυμάσια.
ΟΛΟΙ — Μάλιστα, μάλιστα. Σύμφωνοι!
ΛΕΛΑ — Ο ανθυπολοχαγός τρελλάθηκε! Εγώ να κάμω την Οφηλία! Το
πνεύμα του Σαίξπειρ θα με κεραυνώση.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Κάθε άλλο. Θα μας απαγγείλετε τίποτα δικό σας, ένα
ποίημα, ένα μονόλογο. Δεν έχει. Η απόφαση βγήκε.
ΟΛΟΙ — Βέβαια, βέβαια. Ένα μονόλογο. (Τριγυρίζουν τη Λέλα και τη παρακαλούνε, εκτός από τον Φλέρη, τη Βέρα και τη Δώρα, που στέκονται παράμερα).
ΛΕΛΑ — Αδύνατο. Δε θυμούμαι τίποτε. Ανθυπολοχαγέ τρελλάθηκες!
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Το «Παραμύθι του Ερωτεμένου Γιάννη»! Θα μας το πήτε.
Ξέρω καλά πως το θυμάσθε.
ΟΛΟΙ — «Του Ερωτεμένου Γιάννη», γενική απαίτησις.
ΛΕΛΑ — (Σαν να πείθεται). Έστω. Αφού επιμένη όλος ο κόσμος.
ΟΛΟΙ — Μπράβο, μπράβο.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Θα σας οδηγήσω στο βήμα. Δώστε μου το μπράτσο σας. (Της δίνει το χέρι και την οδηγεί στο βήμα. Στον ίδιο καιρό φωνάζει κρυφά τον υπηρέτη και κάτι του παραγγέλλει, Ο υπηρέτης φεύγει βιαστικά. Οι καλεσμένοι ξαναπέρνουν τις θέσες τους).
ΛΕΛΑ — (Στηρίζετε στο τραπέζι με τα δύο χέρια πίσω της). «Το
παραμύθι του Ερωτεμένου Γιάννη» ….
Ήταν μια φορά ένας Γιάννης
Σ' ένα πράσινο χωριό,
Και δεν είχε ούτε χαΐρι
Και δεν είχε ούτε μυαλό.
Μα σα Γιάννης, δίχως γνώση,
Τον επόνεσε η καρδιά
Και του κόλλησε μεράκι
Για την κόρη του παππά!
Τάκουσαν μικροί, μεγάλοι
Και γελούσαν Ωχ! Ωχ! Ω!
Παλαμίδα σου μυρίζει
Ν τ ε ϊ μ ε ν τ έ να φας κολοιό
΄
Στον παππά πηγαίνει ο Γιάννης
Μια και δυο και του μιλεί.
Και την Ελενιώ γυρεύει
Και το χέρι του φιλεί.
Μα ο παπάς την αγιαστούρα
Πέρνει ευτύς και τον ξορκίζει
Και με τη χοντρή μαγκούρα
Στην αυλή τον προβοδίζει
Και, κρατώντας το στηλιάρι,
Ανεβαίνει στο πατάρι:
— Κόρη μου να σε χαρώ
Δυο λογάκια να σου πω! —
Την αρπάζει απ' την κοτσίδα
Την πετάει στην αντρομίδα
Και της κάνει τα πλευρά της
Μαλακά, σαν την …. καρδιά της.
Τάκουσαν μικροί, μεγάλοι
Και γελούσαν χα, χα, χα.
«Της αγάπης τις λαχτάρες
Σουτ! και μήτε του παππά!»
Μα του Γιάννη το μεράκι
Τώρα τούγινε φαρμάκι
Φεύγει, πάει μια και δυο
Στο ψηλό καμπαναριό
Κάνει το σκοινί θηλειά
Και κρεμιέται στα καλά!
Κ' η ξανθή παππαδοπούλα
Έγινε καλογρηούλα.
Το Χτωήχι στο δεξί της
Κομποσχοίνι στο ζερβί της.
Ξέχασε πατέρα, μάνα
Και τρελλά παραμιλλά
— Χτύπα Γιάννη τη καμπάνα
Για ναρχίση η λειτουργιά.
Τάκουσαν μικροί μεγάλοι
Και γελούνε χα, χα, χα,
— Χτύπα, Γιάννη, τη καμπάνα
Για ναρχίση η λειτουργιά!
Χα! χα! χα!
ΦΩΝΕΣ — Μπράβο, μπράβο! Μπιζ! Μπιζ! (Χειροκροτήματα).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — (Πέρνει από το χέρι του υπηρέτη που μπήκε αυτή τη
στιγμή, ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα και το φορεί της Λέλας).
Ζήτω η χαρά! Εξ ονόματος όλης της συντροφιάς σας στεφανόνω. (Η
Λέλα υποκλίνεται, χαιρετά, ευχαριστάει, δεξιά κι' αριστερά).
ΦΩΝΕΣ — Μπιζ, μπιζ.
ΛΕΛΑ — Αδύνατο, αδύνατο. Σκάζω. Έχω δύσπνοια. Θέλω λίγον αέρα.
ΦΩΝΕΣ — Μπιζ, Μπιζ! Γενική απαίτησις.
ΛΕΛΑ — Αδύνατο!
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Δεν μπορείτε ναρνηθήτε.
ΛΕΛΑ — Έστω. Αλλά θα βγω να πάρω λίγον αέρα. Μούρχεται λιγοθυμία.
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Σας συνοδεύω.
ΛΕΛΑ — Δεν θέλω κανένα μαζή μου. Ευχαριστώ. (Διορθώνει το στεφάνι
στα μαλλιά της). Πέντε λεπτά, σε πέντε λεπτά. (Ορμάει προς την
θύρα με ωραίαν ορμή).
Χ τ ύ π α Γ ι ά ν ν η τ η ν κ α μ π ά ν α
Γ ι α ν α ρ χ ί σ η η λ ε ι τ ο υ ρ γ ι ά.
Χ α! χ α! χ α!
(Φεύγει.)
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ
Οι παραπάνω, χωρίς τη Λέλα.
(Οι περισσότεροι ανασηκόνονται και μιλούν μεταξύ τους εύθυμοι και με μια έκφραση ευχαριστημένη για την απαγγελία).
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Τι θαυμάσια γυναίκα αλήθεια.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Μεγάλο χάρισμα πάει να πη η ευθυμία, όταν είνε φυσική και αυθόρμητη. Φαντάζεσθε κυρίες και κύριοι, ότι αν δεν εμεσολαβούσε η ισχυαλγία και η μορφίνα μου — όλα και όλα — όλοι μας θα κλέγαμε τώρα με την Οφηλία. Θα ήτανε φοβερό μ' αυτή τη κουφόβραση.
ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ — Αυτό το οφείλομε σε σας γιατρέ. Στη γιατρική σας….
(Γενική ευθυμία).
ΦΛΕΡΗΣ — (Ο οποίος έχει σηκωθεί μαζή με τη Βέρα και την κόρη του και μιλούν σοβαρά μεταξύ τους, χωρίς να λάβουν μέρος στη γενική ευθυμία). Πάμε, δεσποινίς Μεράτη. Δεν πιστεύω να έχετε όρεξι να ξανακούσετε αυτό το μονόλογο. - Εγώ έπληξα φοβερά.
ΒΕΡΑ — Με προλαμβάνετε, κύριε Φλέρη. Σας βεβαιόνω ότι αυτή η ευθυμία με κούρασε. Πάμε. Δεσποινίς δώστε μου το μπράτσο σας. Εγώ βλέπετε είμαι γρηα πια και κουράζομαι.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεσποινίς Βέρα… Τόση βία να γεράσετε… (Η Δώρα δίνει το χέρι της στη Βέρα και βγαίνουν. Ακολουθεί αποπίσω ο Φλέρης).
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Προς τον Φλέρη). Αποχωρείτε πάει να πη;
ΦΛΕΡΗΣ — Πάμε ως το νησάκι. Η ατμόσφαιρα εδώ μέσα είναι πληκτική
Ιδιαιτέρως και ενοχλητική λιγάκι. Ωρεβουάρ, γιατρέ.
(Φεύγουν).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ
Οι παραπάνω, χωρίς το ΦΛΕΡΗ, τη ΔΩΡΑ και τη ΒΕΡΑ
ΑΝΘΥΠΟΛ. — Γιατρέ ξεχάσατε την άρρωστή σας.
ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ — Αλήθεια ποιος ξέρει τι έκαμε η μορφίνη. Δεν φοβείσθε
μήπως η Οφηλία σας γλύτωσε για πάντα από τα βάσανα του κόσμου;
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΚΥΡΙΑ — Αλήθεια έχετε ευθύνην, γιατρέ, απέναντι του
στερεώματος, αν εσβύσατε έναν αστέρα. (Γέλια).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Α! όχι δα! Όχι τόσο! Πρέπει όμως να πάω να ιδώ. Πρέπει.
(Κάνει να φύγη). Σαν είναι γιατρός κανένας, πάει να πη…
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ
(Ένας υπηρέτης μπαίνει δρομαίως και διευθύνεται προς τον Μιστρά)
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Γιατρέ, τρεχάτε. Γρήγορα. Γιατρέ . . .
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι τρέχει πάλι; … Ησυχία δε μ' αφίνετε.
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Αυτή η κυρία, που βγήκε αποδώ, σκοτώθηκε στο πάρκο. Τρεχάτε, γιατρέ. (Ο γιατρός μένει κατάπληκτος. Οι άλλοι τριγυρίζουν τον Μιστρά και τον υπηρέτη).
ΦΩΝΕΣ — Τι τρέχει γιατρέ; Τι είναι;
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Ταραγμένος πολύ). Καλέ δεν ακούτε; Η Λέλα σκοτώθηκε.
Σκοτώθηκε μέσα στο πάρκο. Ω! δυστυχία!
ΦΩΝΕΣ — Σκοτώθηκε! Σκοτώθηκε η Λέλα!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ — Δεν είναι δυο λεπτά. Χτυπήθηκε μ' ένα πιστολάκι στο στήθος. Τρεχάτε γιατρέ. Προφθάστε!
ΦΩΝΕΣ — Γιατρέ! Προφθάστε γιατρέ.
(Ορμούνε όλοι σαστισμένοι προς τη μεσιανή θύρα, ακολουθώντας το γιατρό, με χειρονομίες και αναφωνητά).
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
(Το πάρκο τον ξενοδοχείου. Κάτω απ' τα δέντρα ένα τραπέζι του φαγητού στρωμένο. Νύχτα. Η σκηνή φωτίζεται από ένα ηλεκτρικό λαμπτήρα, που προβάλλει ανάμεσα απ' τα φυλλώματα.)
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
ΦΛΕΡΗΣ, ΜΙΣΤΡΑΣ, ΒΕΡΑ
(Ο Μιστράς, ο Φλέρης κ' η Βέρα κάθονται γύρω απ' το τραπέζι. Έχουν αποφάει και τσουγκρίζουν ποτηράκια του λικέρ, πίνοντας «εις υγείαν.» Ο Φλέρης στο αναμεταξύ αυτό ανασηκώνεται).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δε θαργήσης, Τάσσο.
ΦΛΕΡΗΣ — Πάω να ιδώ μια στιγμή την προκομένη μου. Αν τηνέ καταφέρω να κατεβή κάτω, πάει καλά. Ειδεμή θα γυρίσω αμέσως.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Έλα, μπράβο! Όσο για τη Δώρα μην ανησυχής. Τα είπαμε. Έχει σίγουρη αρρώστεια. (Ο Φλέρης κουνεί το κεφάλι του και αναστενάζει). Λοιπόν εμείς θα τα πούμε εδώ ένα χεράκι με την κυρία και σε περιμένομε να κάνω με το αποβέγγερο.
ΒΕΡΑ — Αλήθεια, κύριε Φλέρη. Σε λίγο θα βγη και το φεγγάρι και θα μας απαλλάξη απ' αυτή τη γυάλινη φούσκα. Θα είναι ωραία.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν αργώ. Έφθασα. Φεύγει προς το ξενοδοχείο.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΜΙΣΤΡΑΣ, ΒΕΡΑ
ΒΕΡΑ — (Αφού βεβαιώθηκε πως ο Φλέρης έχει απομακρυνθεί, σηκώνεται και γράφει του γιατρού να την ακολουθήσει προς το προσκήνιο. Ο Μιστράς την ακολουθεί. Ενώ προχωρούν του μιλεί εμπιστευτικά). Τι τρέχει επιτέλους, γιατρέ; Δεν έβλεπα την ώρα να σας βρω μονάχον. Εξηγήστε μου αυτό το μυστήριο.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Σας τα κουτσοείπα, κυρά μου, όσο μπόρεσα στο δρόμο. Το ζήτημα είναι ότι αυτή η γυναίκα πληγώθηκε σοβαρά στο στήθος, ότι κινδυνεύει αυτή τη στιγμή και ότι ο Τάσσος δεν πρέπει να μάθη τίποτε.
ΒΕΡΑ — Τι φρίκη .. . Μα δε μου λέτε, σας παρακαλώ, ποιος λόγος είναι που ο κ. Φλέρης.. .
ΜΙΣΤΡΑΣ — Απλούστατα. Ο Τάσσος πάσχει από την καρδιά του. Εδώ και λίγες μέρες έπαθε μια προσβολή συνάγχης. Θα πήτε βέβαια τι έχει να κάμη η τραγωδία μιας γυναίκας, ξένης γι' αυτόν. Πρέπει όμως να ξέρετε, (κομπιάζει και κοντοστέκεται), πως ο Τάσσος είχε μια αδερφή, που πέθανε εντελώς με τον ίδιο τρόπο. Εννοείτε πολύ καλά, πάει να πη . . . Δεν ξέρω αν εξηγούμαι.
ΒΕΡΑ — Πολύ φυσικά. Εγώ θαυμάζω ωστόσο πως μέσα σε μια πιθαμή τόπο καταφέρατε να κρατήσετε ως τώρα μυστικό το πράμα από τον κ. Φλέρη. Πρέπει να τον αγαπάτε πολύ.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Έκαμα, κυρά μου, ό,τι μπόρεσα, καθώς είδατε. Όταν έγεινε το κ ά ζ ο εσείς είσαστε πέρα στο νησάκι με τον Τάσσο και την κόρη του. Έκανα ό,τι μπόρεσα σ' αυτή τη δυστυχισμένη και αφού ειδοποίησα όσους μπόρεσα να κρατήσουνε το πράμα μυστικό, έτρεξα κατευθείαν στο νησάκι. Σας επήρα. Διωργάνωσα αυτό το γεύμα εδώ μέσα στα δέντρα, ύστερα το αποβέγγερο ως που να περάση αυτή η νύχτα. Τώρα θα βάλω τα δυνατά μου να καταφέρω τον Τάσσο να φύγη με το πρωινό βαπόρι. Αν τα καταφέρωμε ως το τέλος, πάει καλά. Ειδεμή ο Θεός βοηθός.
ΒΕΡΑ — Σας θαυμάζω, γιατρέ. Δείχνετε πως είσθε ένας σπάνιος φίλος.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Το καθήκον κάθε ανθρώπου, κοκώνα μου .. .
ΒΕΡΑ — Τι δυστυχίες, τι δυστυχίες στον κόσμο! Και δε μου λέτε, γιατρέ, πώς είναι αυτή η δυστυχισμένη.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Πώς θέλετε νάναι; Μια σφαίρα φυτεμένη στα πλεμόνια, εσωτερική αιμορραγία, εξάντληση μεγάλη. Βγάζει δε βγάζει τη νύχτα. Τη μεταφέραμε στο ξενοδοχείο της, της άφισα ένα γιατρουδάκι που βρέθηκε εδώ να την προσέχη και σε λίγο θα ξαναπάω να τηνέ δω. Θαρρώ όμως πως γυρίζει ο Τάσσος . . .
ΒΕΡΑ — Αλλ' ας αλλάξουμε κουβέντα.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Έσκασε το Φεγγάρι. Κυττάξτε τι ωραία πού φωτίζεται το βουνό. Capo d' opera!
ΒΕΡΑ — Μαγεία, μαγεία . . .
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
ΜΙΣΤΡΑΣ, ΒΕΡΑ, ΦΛΕΡΗΣ
ΦΛΕΡΗΣ — (Προχωρών προς το προσκήνιο). Σα συνωμόται στο σκοτάδι.
Τι βλέπετ' εκεί;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Κάνομε υποδοχή στο φεγγάρι.
ΒΕΡΑ — Μόνος σας, κύριε Φλέρη. Δεν μας φέρατε τη μικρούλα.
ΦΛΕΡΗΣ — Αφίστε με, δεσποινίς, με τη μικρούλα μου. Είναι ένα
πλάσμα ανυπόφορο. Δεν ξέρω ποιανού έμοιασε. Όχι βέβαια εμένα.
Ίσως της μακαρίτισσας της μάννας της . . .
ΜΙΣΤΡΑΣ — Πες καλύτερα της μάννας της μάννας της και τράβα
κορδέλα ως τη συχωρεμένη την Εύα, ως την πρώτη μάννα, πάει να πη,
όλων των γυναικώνε.
ΒΕΡΑ — Είναι στις κακίες του ο κ. Φλέρης σήμερα. Αφίστε τον.
ΦΛΕΡΗΣ — Έστω …
ΜΙΣΤΡΑΣ — Μα τι κακίες, κοκώνα μου, τι κακίες! Ο Τάσσος πάει να πη, είναι ένας παράξενος άνθρωπος. Δεν θέλει να καταλάβη πως η κόρη του βρίσκεται στην οδοντοφυία του έρωτα. Είναι η τρίτη οδοντοφυία, να σας χαρώ, που τραβάει ο άνθρωπος. Τα πιο καλά πλάσματα γίνονται γκρινιάρικα. Σας αρέσει η θεωρία μου;
ΦΛΕΡΗΣ — (Θυμωμένα). Η θεωρία σου είναι καλή. Πρόσεξε μονάχα μην ξαναβγάλης, γιατρέ, τους φρονημίτες, που καθώς φαίνεται τους έχασες.
ΒΕΡΑ — Βλέπετε, γιατρέ, πως εξακολουθεί να είναι κακός ο κ.
Φλέρης.
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Προς το Φλέρη). Δεν είναι παράξενο, φίλε μου. Έχομε παραδείγματα στην ιατρική που και γέροι καμμιά φορά ξαναβγάζουνε το χρυσό δοντάκι . .. Ωστόσο θαρρώ πως δεν έχεις το δικαίωμα να βασανίζης περισσότερο το κορίτσι σου. Ίσως θα μετανοιώσης αργότερα και θάναι αργά … Ένας γιατρός σου μιλεί.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν ήρθε η ώρα της ακόμα. Ας χαρή τη ζωή της…
ΜΙΣΤΡΑΣ — Μα τι άλλο σου γυρεύει η καψερή, παρά τη χαρά της ζωής;
(Προς τη Βέρα). Δεν έχω δίκιο, κοκώνα μου;
ΒΕΡΑ — Θα προτιμούσα να μη δώσω τη γνώμη μου, γιατρέ. Είναι λεπτό
ζήτημα και ….
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Προς το Φλέρη). Δεν ήρθε η ώρα της. Είναι λοιπόν κανένας που προστάζει την ώρα που θα ξυπνήση η αγάπη; Κι' όταν ξυπνήση άξαφνα μέσα σ' ένα κορμί, μπορείς να της πης; «Κοιμήσου, ως που νάρθη η ώρα;»
ΦΛΕΡΗΣ — Άφισε τις θεωρίες, γιατρέ. Κάνε μου τη χάρη. Δεν πάμε να καθίσουμε;
ΒΕΡΑ — Αλήθεια. Εν τω μεταξύ σας αναγγέλλω ότι το φεγγάρι έβαλε το δάχτυλο στα χείλη του και επιβάλλει σιωπή. Πηγαίνω να σας απαλλάξω απ' το ελεεινό αυτό γλομπάκι, που προσβάλλει την ιερά Εκάτη. Η συζήτηση ας υποχωρήση στο ρεμβασμό.
ΦΛΕΡΗΣ — Κι' ο ρεμβασμός, αλλοίμονο, δεσποινίς είναι μια συζήτηση κι' αυτός. Μια συζήτησι που κάνομε με τον εαυτό μας. Και ίσως η χειρότερη. . .
ΒΕΡΑ — (Ενώ πιέζει το κουμπί του ηλεκτρικού απάνω στον κορμό του δέντρου). Όταν δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε με τον εαυτό μας.. Αυτό συμβαίνει συχνά. Έχετε δίκαιο. (Προς το Μιστρά). Τι κοντοστέκεσθε, γιατρέ.
ΦΛΕΡΗΣ — Είναι θυμωμένος μαζή μου.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Κάθε άλλο. Πηγαίνω να ιδώ έναν άρρωστό μου και ξαναγυρίζω.
ΒΕΡΑ — Εύχομαι, γιατρέ, ο ασθενής σας να είνε καλύτερα.
ΦΛΕΡΗΣ — Τον γνωρίζετε αυτόν τον ασθενή, δεσποινίς;
ΒΕΡΑ — Είναι ανάγκη να τον γνωρίζη κανείς; Φτάνει ότι είναι ένας
ασθενής.
(Μικρή σιωπή. Ο Μιστράς φεύγει συλλογισμένος και χάνεται πίσω από
τα δέντρα).
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΒΕΡΑ, ΦΛΕΡΗΣ, ΑΡΓΥΡΗΣ
(Ο Υπηρέτης. Προχωρεί κι' αρχίζει ναδειάζη το τραπέζι). Επιθυμεί τίποτε ο κύριος;
ΦΛΕΡΗΣ — (Ξερά). Όχι, ευχαριστώ.
(Απ' το μέρος του ξενοδοχείου φτάνει ο Αργύρης και περνάει μπροστά χωρίς να σταματήση. Ο υπηρέτης μαζεύει τα πράματα και φεύγει προς το μέρος του ξενοδοχείου.
ΒΕΡΑ — Για πού μπάρμπ-Αργύρη; Δε μας χαιρετάς;
ΑΡΓΥΡΗΣ — (Σταματάει). Καλησπέρα σας. Με συμπαθάτε. Κατεβαίνω ως στο γιαλό. Δε με κολλάει ύπνος απόψε. Δεν ξέρω τι έχω και δε με κολλάει ύπνος. Πάω να καμαρώσω τη θάλασσα με το φεγγάρι. Εκεί θα ξενυχτίσω μου φαίνεται. Καληνύχτα σας.
ΒΕΡΑ — Ο καϋμένος ο Αργύρης. Φαίνεται πολύ δυστυχισμένος άνθρωπος.
ΦΛΕΡΗΣ — Καλά, Αργύρη. Πήγαινε. Καληνύχτα.
ΑΡΓΥΡΗΣ — (Ενώ φεύγει). Δεν μου κολλάει ύπνος. Δεν ξέρω τι έπαθα απόψε. (Φεύγει.)
ΒΕΡΑ — Δεν υπάρχει θλιβερώτερο θέαμα από ένα μελαγχολικό γέρο. Δεν ξέρω γιατί. . . Μα είνε κάτι τι σπαρακτικό. Κυττάξτε πως πηγαίνει στο φεγγάρι. Θαρρεί κανείς πως ψάχνει να βρη τον τάφο του, για να κοιμηθή για πάντα, για πάντα. Είναι η νύστα του θανάτου.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεσποινίς Βέρα, για όνομα του Θεού!
ΒΕΡΑ — Αλήθεια! Με συγχωρείτε. Δεν μπορώ ναφίσω την κακή αυτή συνήθεια να βλέπω τα πράματα. . . Και είναι τόσο μαγευτική βραδυά. Ας καθήσωμε εδώ. Όπου νάναι θάρθη και ο γιατρός.
(Ο υπηρέτης ξαναμπαίνει και μαζεύει τα τελευταία σερβίτσια.)
ΦΛΕΡΗΣ — Ανυπομονείτε νάρθη ο γιατρός; Πλήττετε μαζή μου;
ΒΕΡΑ — Δηλαδή φοβούμαι μήπως πλήξετε εσείς. Είμαι τόσο λίγο διασκεδαστική. (Ο υπηρέτης φεύγει.)
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
ΒΕΡΑ, ΦΛΕΡΗΣ
ΦΛΕΡΗΣ — Βέρα, άφισέ με να σου μιλήσω τώρα με το μικρό σου όνομα. Είναι η πρώτη στιγμή που βρεθήκαμε μοναχοί μας ύστερ' από δεκαοκτώ χρόνια. Άφισέ με να σου μιλήσω, όπως σου μιλούσα μια φορά.
ΒΕΡΑ — Μια φορά.. . Αλήθεια! Είναι τόσος καιρός από τότε;
ΦΛΕΡΗΣ — Τι έχει να κάνη ο καιρός.
ΒΕΡΑ — Θέλω να πω πως πέρασαν τόσα χρόνια. Μητέρες ξεχάσανε τα παιδιά τους τα πεθαμένα μέσα σε τόσον καιρό. . .
ΦΛΕΡΗΣ — Τα λόγια σου είναι απελπιστικά, Βέρα. Βλέπω τι θέλεις να μου πης. Από τη μνήμη σου σβύστηκε εκείνο πού ζητώ να ξυπνήσω. Ίσως έχεις δίκιο.
ΒΕΡΑ — Δε θέλω να πω αυτό. Ίσως δεν μπορώ να εκφρασθώ. Δε ξέρω να μιλώ με ώμορφα λόγια.
ΦΛΕΡΗΣ — Ήτανε φυσικό να ξεχάσης.. .
ΒΕΡΑ — Εγώ έδειξα πως δεν εξέχασα. Νομίζω πως το έδειξα. Ο καιρός δεν επέρασε για μένα. Δε μιλώ για τον εαυτό μου. Η ζωή μου σταμάτησε στην αρχή του δρόμου. Όμως σταμάτησε σ' ένα περιβόλι, που δε μαράθηκαν ποτέ τα λουλούδια του. Γιατί δεν άφισε να μαραθούν.
ΦΛΕΡΗΣ — Κ' εγώ θέλω να ξαναγυρίσω στην αρχή του δρόμου. Δεν είναι το ίδιο Βέρα; Τι σημαίνει αν ετράβηξα μπροστά εγώ. Ο δρόμος μου ήταν γεμάτος αγκάθια. Θέλω να ξαναγυρίσω ματωμένος και να ξεκουρασθώ. Δεν είναι φυσικό αυτό πού θέλω;
ΒΕΡΑ — Νομίζεις πως είναι εύκολο, να ξαναγυρίση κανένας τόσο
δρόμο;
ΦΛΕΡΗΣ — Ω! ναι, το νομίζω. Είμαι βέβαιος. Είμαι βέβαιος γιατί το
θέλω. Καθένας είναι κύριος να ξανακάμη τη ζωή του.
ΒΕΡΑ — Νομίζεις πως είναι κύριος; Πολύ φοβάμαι πως δεν είναι.
ΦΛΕΡΗΣ — Βέρα είσαι απελπιστική. Τα λόγια σου είναι πικρά. Με κυττάζεις παράξενα. Μια σκιά πέφτει στο πρόσωπό σου, που μου κάνει φόβο. Βέρα έλα να γυρίσωμε πίσω, έλα να γυρίσωμε στην παλιά εξοχή, μέσα στα πυκνά δέντρα. Έλα, Βέρα. (Της πιάνει τα χέρια, αυτή του τ' αφίνει αδιάφορα).
ΒΕΡΑ — Θα ήτανε καλύτερα να μη συναντηθούμε ποτέ.
ΦΛΕΡΗΣ — Έσβυσε λοιπόν το καθετί μέσα σου;
ΒΕΡΑ — Αν είχε σβύσει δεν θα μ' έμελε να συναντηθούμε. Θα είμαστε καλοί φίλοι και θα θυμόμαστε τα παλιά μας, όπως θυμούνται τα παραμύθια. Τώρα δεν μπορούμε να το κάμωμε. Δεν μπορούμε να είμαστε ούτε φίλοι.
ΦΛΕΡΗΣ — Μπορούμε να είμαστε όμως κάτι περισσότερο από φίλοι. Θα
ξαναδέσωμε τη χρυσή κλωστή που κόπηκε. . .
ΒΕΡΑ — (Με κάποια ειρωνεία). Θα ξαναδέσωμε τη χρυσή κλωστή που
κόπηκε; . . .
ΦΛΕΡΗΣ — (Πλησιάζει κοντά της περισσότερο). Βέρα, δεν είσαι η
ίδια . . . Δε σε αναγνωρίζω πια.
ΒΕΡΑ — Αυτό είναι το φοβερό. Μήπως μπορεί να μείνη κανείς ο
ίδιος:
ΦΛΕΡΗΣ — Εγώ δεν εξέχασα τίποτε όμως. Έλα, Βέρα! Η θλίψη δε σου ταιριάζει. Γίνου εύθυμη και γελαστή όπως τότε. Άφισέ με να σε ντύσω με τα σταχτιά κοντά φορέματα του σχολείου. Να σου απλώσω τη μακρυά σου κοτσίδα στις ώμορφες πλάτες. Να σου καρφώσω τα μεγάλα, χλωμά τριαντάφυλλα στο στήθος, που είχα κόψει, μόνος μου απ' τη τριανταφυλλιά του κήπου σου.
ΒΕΡΑ — Τάσσο, είναι κακό αυτό πού κάνεις. Σε παρακαλώ, μη! Είμαι άρρωστη, με σκοτώνεις. (Κλαίει).
ΦΛΕΡΗΣ — (Κρατώντας πάντα τα χέρια της). Έλα, Βέρα, να ξαναγυρίσουμε στην παλιά εξοχή, που μας πρωτοείδε να περπατούμε χειροπιασμένοι κάτω από τα μεγάλα δέντρα. Έλα. Θα σου δείξω ακόμη ένα μονοπάτι που δεν το περάσαμε. Θυμάσαι τη ρεματιά που κατρακυλίσαμε μια φορά, κρατημένοι από τους θάμνους; Είχαμε φτάσει ως τη μέση. Όμως ο ήλιος εβασίλευε κ' εσύ φοβόσουν τον πατέρα σου κ' ήθελες να γυρίσης στο σπίτι. Και δεν κατεβήκαμε ως κάτω. Θα κατέβωμε τώρα και θα βρέξωμε τα χείλια μας στο τρεχούμενο δροσερό νερό. Έλα. Βέρα .. .
ΒΕΡΑ — (Ειρωνικά). Θα κατέβωμε τώρα. (Θλιβερά). Νομίζεις πως μπορούμε να κατέβωμε τώρα; Τα πόδια μας τρέμουν, η αναπνοή μας πιάνεται.
ΦΛΕΡΗΣ — Ναι, Βέρα. Θα δροσίσω με τα χείλια μας στο δροσερό νερό της πηγής.
ΒΕΡΑ — Μη Τάσσο. Μην εξακολουθήσης πια. Είμαι άρρωστη. Με σκοτώνεις. Δεν καταλαβαίνεις ότι γυρεύεις τ' αδύνατα και τ' ακατόρθωτα; Δεν το καταλαβαίνεις;
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν γυρεύω ταδύνατα, Βέρα. Όχι. . .
ΒΕΡΑ — Ταδύνατα γυρεύεις. Αλλοίμονο, ταδύνατα.
ΦΛΕΡΗΣ — Τότε δε με κατάλαβες ακόμα, Βέρα. Δεν εμπήκες στην ψυχή μου. Δεν είδες τόνειρο που γυρεύω να ξαναονειρευθώ μια φορά ακόμα. Δεν το είδες τόνειρό μου.
ΒΕΡΑ — Δεν είναι στο χέρι μας να ξαναονειρευθούμε δυο φορές το ίδιο όνειρο. Μια φορά βλέπει κανείς στη ζωή του ένα όνειρο.
ΦΛΕΡΗΣ — Στο χέρι μας είναι. Στο χέρι μας είναι Βέρα. Το ωραίο
λουλούδι δε μαράθηκε μέσα μας. Λάμπει ακόμα με τα πρώτα του
δροσερά χρώματα. Η αγάπη αγρυπνεί μέσα στην ψυχή μας και
περιμένει.
ΒΕΡΑ — Το ωραίο λουλούδι. Αλήθεια. Σαν τα λουλούδια που κλείνομε
για χρόνια μέσα στα παλιά σκονισμένα βιβλία. Αν το αγγίξωμε όμως
θα γίνη στάχτη. Δεν είμαι εγώ που θαπλώσω τα δάχτυλά μου απάνω
του. Ας μείνη κλεισμένο για πάντα.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν εννοώ τίποτε, Βέρα. Μιλάς σα Σίβυλλα.
ΒΕΡΑ — Αλλοίμονο. Μιλώ καθαρά και σκληρά. Ας μείνη έρημος ο βωμός της Αγάπης, όταν δεν έχη κανείς να προσφέρη πια μιαν ώμορφη θυσία.
ΦΛΕΡΗΣ — (Σα να συνέρχεται από ένα όνειρο). Μια ώμορφη θυσία!
ΒΕΡΑ — Μιλώ για τον εαυτό μου. Πώς να ζυγώσω στο βωμό, πώς θέλεις να ζυγώσω; Και τι να φέρω στους θεούς; Αλλοίμονο! Ένα σώμα αρρωστημένο, γερασμένο! Μια ψυχή πληγωμένη! Μια κουρασμένη σκέψη. Οι θεοί δε θα δεχτούνε τη θυσία μου. Θα μοιάζη σαν ιεροσυλία.
ΦΛΕΡΗΣ — Αλλοίμονο!
ΒΕΡΑ — Μιλώ λοιπόν τόσο σκοτεινά, που δεν με καταλαβαίνεις;
ΦΛΕΡΗΣ — Αλλοίμονο!
ΒΕΡΑ — Δε μιλείς Τάσσο; Δε με καταλαβαίνεις ακόμα;
ΦΛΕΡΗΣ — Αλλοίμονο. Τα λόγια σου, Βέρα, στέκονται στα δικά μου τα χείλια. Εγώ είμαι το γερασμένο, το αρρωστημένο σώμα, εγώ είμαι η πληγωμένη ψυχή, εγώ είμαι η κουρασμένη σκέψη. Εγώ είμαι ο ανάξιος θύτης. Α! τι φως, τι φως έρριξες μέσα μου, Βέρα! Τι ερείπια, τι ερείπια μου φανέρωσες! Τετέλεσται! Αλλοίμονο, Βέρα!
ΒΕΡΑ — Και όμως πρέπει να είναι γενναίος κανένας. Γενναίος ως το τέλος. Είναι αρκετό ακόμα να μπορή να ζήση ο άνθρωπος μ 'ένα όνειρο, που δεν τώσβυσε με την ίδια την πνοή του. Ας ζήσωμε με αυτό. Είναι κάτι τι και είναι πολύ, σε βεβαιόνω.
ΦΛΕΡΗΣ — Βέρα, Βέρα! Πόσο είσαι ανώτερή μου.
ΒΕΡΑ — Ανώτερη από τη Μοίρα μου ίσως. Αυτό είνε το καθήκον του καθενός μας. Σε άλλους ανοίχτηκε ο δρόμος της ευτυχίας. Σε άλλους ο δρόμος των ηρωισμών. Αληθινά αξιολύπητοι είναι εκείνοι πού μένουν ανάμεσα στους δυο δρόμους. Τάσσο, μπορούμε τώρα να χωρισθούμε υπερήφανοι, χωρίς δάκρυα, χωρίς μεταμέλεια, να χωρισθούμε για πάντα.. . Δώσε μου το χέρι σου.
ΦΛΕΡΗΣ — (Της δίνει το χέρι). Βέρα!
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
ΒΕΡΑ, ΦΛΕΡΗΣ, ΜΙΣΤΡΑΣ
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Ενώ προχωρεί). Να πού σας έφθασα. Κράτησα το λόγο μου.
ΒΕΡΑ — Καλά που ήλθατε, γιατρέ. Για μένα είναι αργά και πρέπει να σας αφίσω. Είμαι τόσο κουρασμένη σήμερα. Κύριε Φλέρη, γιατρέ. . . (Δίνει το χέρι με προσποιητή αδιαφορία).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Και το αποβέγγερο; Α! κυρά μου, μας αφίνετε λοιπόν τόσο γρήγορα. . .
ΒΕΡΑ — Συχωρέσετέ με, γιατρέ. Βεβαιωθήτε πως μου είναι αδύνατο να μείνω περισσότερο. Είμαι τόσο άρρωστη σήμερα. (Χαιρετά και φεύγει με βήμα αργό και κουρασμένο, γλυστρώντας ανάμεσα στα δέντρα).
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
ΦΛΕΡΗΣ, ΜΙΣΤΡΑΣ.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι έτρεξε Τάσσο; Σε βλέπω λυπημένο…
ΦΛΕΡΗΣ — Τι έτρεξε; Αλλοίμονο. Κυνηγούσα μια χίμαιρα γιατρέ. Τώρα
το καταλαβαίνω. Η παραστρατημένη ζωή δεν μπορεί να ξαναγυρίση
στον πρώτο της δρόμο. . .
ΜΙΣΤΡΑΣ — Δόξα σοι ο θεός, που το καταλαβαίνεις. (Ο Μιστράς
κυττάζει άξαφνα ανήσυχος μέσα στα δέντρα, προσπαθώντας να κρύψη
την ταραχή του απ' το Φλέρη).
ΦΛΕΡΗΣ — Τι κυττάζεις εκεί γιατρέ; Είναι κανένας;
ΜΙΣΤΡΑΣ — Όχι. Τίποτε. Έτσι κύτταξα. Λέγε μου, λοιπόν. Τι απόγινε;
ΦΛΕΡΗΣ — Τι να σου πω; Δεν έχω πια να πω τίποτε. Απολύτως τίποτε.
(Ο Μιστράς μπαίνει μπροστά στο Φλέρη, ζητώντας κάτι να του κρύψη επίμονα).
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Ανήσυχος). Ώστε; Λοιπόν; . .. Δε μου λες;
ΦΛΕΡΗΣ — Μην ανησυχής γιατρέ. Ό,τι είδες το είδα. Άδικα προσπαθείς να μου το κρύψης.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι διάβολο! Τα παλιόπαιδα! Επήραν τόσο θάρρος…
ΦΛΕΡΗΣ — Μην ανησυχής. Δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Καλά
έκαμαν. Πολύ καλά έκαμαν. Σε βεβαιόνω.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Αστειεύεσαι, Τάσσο; Άφισέ με να επέμβω εγώ. Δεν κάνει
να ταραχθής εσύ.
ΦΛΕΡΗΣ — Δεν είναι καμμιά ανάγκη να επέμβης. Τώρα βλέπω τη χαμένη
ζωή μου. Τώρα βλέπω τι κακό μου κάμανε οι άλλοι, Κύτταξέ με!
Συντρίβω με τα χέρια μου την εξουσία του πατέρα.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Μιλείς σοβαρά Τάσσο για ειρωνεύεσαι;
ΦΛΕΡΗΣ — Περισσότερο από σοβαρά. Μου έρχεται να σηκωθώ απάνω και να τους φωνάξω. Αγαπηθήτε, αγαπηθήτε, παρθήτε, γινήτε ένα. Δεν μπορείτε να ξαναγυρίσετε δυο φορές στην ευτυχίαν αυτή. (Δακρύζει).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τάσσο, είσαι άλλος άνθρωπος.
ΦΛΕΡΗΣ — Όμως, άκουσε γιατρέ. Έρχονται προς τα εδώ. Ας μην τους ταράξωμε την ευτυχία τους. Έλα να κρυφθούμε πίσω από τα δέντρα. Αύριον θ' ανήκουν ο ένας εις τον άλλον. Έλα να κρυφθούμε. (Τον τραβάει από το χέρι).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τάσσο, με συγκινείς. Σου τορκίζομαι.
ΦΛΕΡΗΣ — Έλα, έλα να κρυφθούμε πίσω από τα δέντρα. (Τραβιούνται προφυλακτικά πίσω από τα δέντρα).
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
ΔΩΡΑ, ΝΙΚΟΣ
(Από το μέρος του κήπου προχωρούν σιγά δίνοντας τα χέρια ο Νίκος κ' η Δώρα. Η Δώρα φαίνεται φοβισμένη και κοντοστέκεται πάντα κάθε λίγο. Ο Νίκος συγκινημένος προσπαθεί να της δώση θάρρος, αγκαλιάζοντάς της τη μέση και σέρνοντας την μαζή του.)
ΝΙΚΟΣ — Μη φοβάσαι αγάπη μου. Κανένας δεν είναι εδώ τέτοιαν ώραν
. . . Έλα μαζή μου.
ΔΩΡΑ — Όχι, όχι. Μη, Νίκο. Φοβάμαι. Νάξερες πως φοβάμαι. Θέλω να
γυρίσω πίσω στο ξενοδοχείο. Άφισέ με να γυρίσω.
ΝΙΚΟΣ — Είσαι ανόητη, Δώρα. Τι λόγια είναι αυτά που λες; Έλα μαζή
μου.
ΔΩΡΑ — Όχι Νίκο, να χαρής, μη με βιάζης. Αύριο πάλι. Αύριο θα
ξανάρθω σου το ορκίζομαι. Άφισέ με να γυρίσω τώρα.
ΝΙΚΟΣ — Ωραία! Αύριο. Ακόμα δε κάναμε δυο βήματα, δεν είπαμε
τίποτα και θέλεις να γυρίσης. Κι' αύριο πάλι τα ίδια. Θα κάνουμε
άλλα δυο βήματα. (Ειρωνικά). Τι ωραία! Τι ωραία!
ΔΩΡΑ — Όχι Νίκο. Αύριο σου τωρκίζομαι, αύριο θα μείνω πολύ μαζή
σου, ώρες αλάκερες. Θα πάμε όπου θέλεις. Σήμερα όμως φοβάμαι. Δεν
ξέρω τι έχω και φοβάμαι σήμερα.
ΝΙΚΟΣ — (Σα θυμωμένος). Καλά να γυρίσης. Αφού θέλεις να γυρίσης,
γύρισε. Δε σε βιάζω. Αύριο όμως δε θα με ξαναϊδής. Να το ξέρης.
ΔΩΡΑ — Μην είσαι κακός Νίκο. Να! Ήρθα μαζή σου. Δεν ήρθα; Τι
παράπονα έχεις απομένα;
ΝΙΚΟΣ — Ωραία ήρθες. Σ' ευχαριστώ.
ΔΩΡΑ — Όχι! Μην είσαι κακός, Νίκο. Ποτέ δε σε είδα τόσο κακό. Αφού σου λέω πως φοβάμαι. Είναι πρώτη φορά που κάνω αυτό που κάνω. Είπα στον πατέρα μου πως είμαι άρρωστη. Πρώτη φορά είπα ψέματα στη ζωή μου για το χατήρι σου. Αν γυρίση ο πατέρας στο Ξενοδοχείο και δε μ' εύρη; Το φαντάζεσαι; Αν μας ιδή κανένας .. . Αχ! Θεέ μου!
ΝΙΚΟΣ — Αυτά είναι προφάσεις. Ο πατέρας σου κάθεται ως τις δυο από τα μεσάνυχτα και παίζει. Δε θαφίση το παιγνίδι του ναρθή να σ' εύρη. Το ξέρεις καλά.
ΔΩΡΑ — (Σκουπίζοντας τα μάτια της). Μήπως δεν το ξέρεις; Εγώ θέλω περισσότερο από σένα να μείνω μαζή σου. Γιατί είσαι κακός; Κι' αν θέλω να γυρίσω στην κάμαρά μου, το ξέρεις, θα κλαίω όλη τη νύχτα, ως το πρωί θα κλαίω μοναχή μου . . .
ΝΙΚΟΣ — Καλά γύρισε. Δε σε βιάζω.
ΔΩΡΑ — Μου το λες θυμωμένα.
ΝΙΚΟΣ — Όχι, καθόλου. Γύρισε . . .
ΔΩΡΑ — Με το καλό όμως. Φίλησέ με. Αύριο πάλι. Ε;
ΝΙΚΟΣ — Γιατί να σε φιλήσω; Μπορεί να μας ιδή κανένας…
ΔΩΡΑ — Νίκο.. είσαι κακός. Τι θέλεις απομένα; Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι.
ΝΙΚΟΣ — Νάρθης μαζή μου. Να! Δεν θα πάμε μακρυά. Θα πάμε να καθίσωμε εκεί αποπίσω, μέσα στα πυκνά τα δέντρα. Είνε ένας πάγκος εκεί και κανένας δεν περνάει αυτή την ώρα. Θα σ' έχω στην αγκαλιά μου. Θα πούμε τόσα πράματα. .. Δεν είπες πως έχεις να μου πης τόσα πράματα;
ΔΩΡΑ — Ναι, Νίκο μου. Σαν είμαι μοναχή μου συλλογίζομαι τόσα
πράματα να σου πω. Μα σαν είμαι μαζί σου δεν μπορώ πια να τα πω,
δεν έχω το θάρρος.
ΝΙΚΟΣ — Τώρα θα ιδής πως θα μου τα πης όλα. Κ' εγώ θα σου τα πω.
Θα πούμε τόσα πράματα. Να ιδής, τι ωραία που θα είναι. Έλα, χρυσό
μου.
ΔΩΡΑ — (Τον κυττάζει γλυκά). Έρχομαι. Βλέπεις τι καλή που είμαι,
Δεν θαργήσωμε όμως, Νίκο; Ε; Έχω το λόγο σου.
ΝΙΚΟΣ — Έννοια σου. Πάμε. Έλα αγάπη μου. (Την τραβάει από τη μέση
και προχωρούν. Χάνονται πίσω απ' τα δέντρα).
ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ
ΦΛΕΡΗΣ, ΜΙΣΤΡΑΣ
(Ο Φλέρης και ο Μιστράς βγαίνουν μέσα από τα δέντρα προφυλακτικά, παρακολουθώντας το ερωτευμένο ζευγάρι που χάνεται μέσα στη σκιά. Ο Μιστράς κρατεί από το μπράτσο το Φλέρη).
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι όραμα ευτυχίας, αλήθεια! Πώς έχει καρδιά να διακόψη κανένας μια τέτοια ευτυχία! Αυτό συλλογίζομαι, μα το Θεό.
ΦΛΕΡΗΣ — Ούτε το δικαίωμα, γιατρέ. Τώρα καταλαβαίνω κ' εγώ πως ούτε η εξουσία του πατέρα, ούτε καμμιά εξουσία δεν έχει το δικαίωμα να βαλθή ανάμεσα δυο αγαπημένων πλασμάτων και να τα χωρίση.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τι όραμα ευτυχίας, αλήθεια. Ένα φως νομίζω πως χύθηκε καθώς περάσανε, μέσα στη ψυχή μου.
ΦΛΕΡΗΣ — Σκλάβος είνε ο Έρως στον κόσμο. Σκλάβος ακόμα. Όταν σπάση τα δεσμά του, γιατρέ, η γη θα γεμίση από παρόμοιες ευτυχίες. Ο κόσμος θα γείνη ένας παράδεισος. Εμείς τότε θα είμαστε στάχτη, γιατρέ. . . Άκουσέ με να σου μιλήσω.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Μαντεύω τι θα μου πης. Το μαντεύω.
ΦΛΕΡΗΣ — Γιατρέ, η Δώρα μου ανήκει στον ανεψιό σου. Είναι δική του. Ας τελειώνομε μια ώρα αρχήτερα, τους δίνω την ευχή μου. Ας είναι η ζωή τους πιο ευτυχισμένη από τη δική μας. Εμένα η ζωή μου παραστράτησε.. . Οι δικές μου ημέρες ήτανε ημέρες αγωνίες.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Χρωστούμε στα παιδιά μας την ευτυχία που δεν απολάψαμε εμείς. Έχεις δίκιο.
ΦΛΕΡΗΣ — Η ζωή μου παραστράτησε. Τα σημάδια από τα σίδερα της σκλαβιάς είναι βαθειά τυπωμένα απάνω της. Ζητώντας τη λευτεριά μου έδεσα μοναχός μου με καινούργια δεσμά την ψυχή μου, χωρίς να το καταλάβω. Και τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά μου η γυναίκα, που μου αφωσιώθηκε με όλη της την ψυχή, και που την αγάπησα με τη δύναμι των δεκάξη μου χρόνων, εγώ σκιάχτηκα μπροστά στο φάντασμα της κοινωνίας, και χάλασα μια ευτυχία, γυρεύοντας να γυρίσω ανάποδα το ρεύμα της ζωής μου. Βλέπεις, γιατρέ, τι σκλάβοι που είμαστε, τι ελεεινοί σκλάβοι! Σκλάβοι σε όλη μας τη ζωή . . .
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Ταραγμένος). Σκλάβοι αλήθεια! Σκλάβοι!
ΦΛΕΡΗΣ — Όμως άκουσε γιατρέ. Είναι ανάγκη να ιδώ αμέσως τη Λέλα. Είμαι ένοχος μπροστά της και μπροστά στον εαυτό μου. Πρέπει να την ιδώ.
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Πάντα ταραγμένος). Τι θέλεις να πης; Δεν καταλαβαίνω.
ΦΛΕΡΗΣ — Είναι ανάγκη να ιδώ την Λέλα. Να την ιδώ το ταχύτερο.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Λες ανοησίες Τάσσο; Τι να την κάνεις τώρα τη Λέλα! Το
καλύτερο είνε να γυρίσης το γρηγορώτερο στην Αθήνα. (Ταραγμένος
περισσότερο ακόμη). Αυτό είναι το καλύτερο.
ΦΛΕΡΗΣ — Ξέρω τι λέω εγώ, γιατρέ. Έχω το σκοπό μου.
(Αντικρύζοντας την ταραχή του Μιστρά). Μα τι έχεις, γιατρέ; Εσύ
είσαι δακρυσμένος.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Τίποτε δεν έχω, τίποτε. Όλη αυτή η ιστορία με
συγκίνησε. Σα γεράση κανένας κλαίει σαν το παιδί. Άκουσε όμως. Μη
ζητάς καινούργιες συγκινήσεις. Μη. . .
ΦΛΕΡΗΣ — Αδύνατο. Θα κάμω αυτό που θέλω. Πρέπει να ιδώ τη Λέλα
αμέσως.
ΜΙΣΤΡΑΣ — Α! επί τέλους δεν είναι λόγια αυτά! Είσαι παιδί. Δεν καταλαβαίνεις πως η Λέλα είναι μια ελαφρά γυναίκα, που πρέπει να παύσης πια να τη συλλογίζεσαι. Ανοησίες.
ΦΛΕΡΗΣ — Εγώ ξέρω τι είναι. Δεν το ξέρεις εσύ. Μη μ' εμποδίζης γιατρέ. Θα την ιδώ, πρέπει να την ιδώ και αμέσως! Δεν μπορώ να έχω πια αυτό το βάρος απάνω στο στήθος μου. Θα τη βρω όπου και νάνε. (Κινώντας να φύγη).
ΜΙΣΤΡΑΣ — (Τον εμποδίζει). Όχι, Τάσσο. Όχι. Για την αγάπη της κόρης. Σου το απαγορεύω. (Προσπαθεί να τον συγκρατήση, βαστώντας τα δάκρυά του).