WeRead Powered by ReaderPub
Όταν σπάση τα δεσμά του: Δράμα σε μέρη τρία cover

Όταν σπάση τα δεσμά του: Δράμα σε μέρη τρία

Chapter 52: ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ ΜΙΣΤΡΑΣ, ΦΛΕΡΗΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The three-act drama unfolds in a provincial spa town and centers on an aging man who drifts between nostalgia, addiction, and stalled desire as he interacts with his young daughter, a former lover, a free-spirited companion, a pragmatic physician, and an observant old servant. Scenes move between hotel salons, baths and consultations, exposing social performances, illnesses, suppressed resentments and shifting loyalties. Through realistic dialogue and stage directions the play examines the tensions between appearance and responsibility, the longing for regained youth, and the moral and emotional consequences of habit and compromise, culminating in confrontations that force reappraisal of personal freedom and ties to others.

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ

Οι παραπάνω, Μ — ΑΡΓΥΡΗΣ

(Ο Μπάρμπ-Αργύρης έρχεται έξαλλος, κρατώντας το κεφάλι του, με τα δάκρυα στα μάτια. Ο Φλέρης και ο Μιστράς τον κυττάνε εκστατικοί. Ο Μιστράς, σα να μαντεύη κάτι, προσπαθεί με νεύματα να τον αναχαιτίση, μα εκείνος προχωρεί απάνω τους ακράτητος).

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Αχ! κύριε Τάσσο μου. Αχ! δε βαστάω πια. Δεν μπορώ να στο κρύψω. Θα με κολάση ο Θεός. Έλα, κύριε Τάσσο μου. Έλα, πρόφτασε.

ΦΛΕΡΗΣ — Τι τρέχει; Τι είναι. Μίλα. Χάνω τα μυαλά μου.

ΜΙΣΤΡΑΣ — (Πιάνει τον Αργύρη από τον ώμο). Αθεόφοβε τι είν' αυτό
    πού κάνεις; Ξέρεις τι κάνεις;

ΦΛΕΡΗΣ — (Στον Αργύρη που πνίγεται από τους λυγμούς). Μίλα! Μίλα!
    Τι μου κρύβετε; Μιλάτε . . .

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Αχ! κύριε Τάσσο. Σε γυρεύει η δυστυχισμένη. Τόνομά σου έχει, στα χείλια της. Με τόνομά σου πεθαίνει. Δεν το θέλει ο Θεός να μην έρθης. Ψυχικό είναι, κύριε Τάσσο. (Κλαίει). Έλα, πρόφτασε!

ΦΛΕΡΗΣ — Τι; Ποιος; Η Λέλα ίσως; Πεθαίνει η Λέλα; Γιατρέ, πες μου την αλήθεια!

ΜΙΣΤΡΑΣ — Η Λέλα! Μην κάνεις έτσι, Τάσσο μου. Δεν είναι και τόση
    απελπισία. Χτυπήθηκε ταπόγεμα μέσα στο πάρκο. Ησύχασε. Θα γίνη
    καλά. Κάθισε, θα πάθης τίποτε. (Προσπαθεί να τον καθίση). Η Λέλα
    θα γίνη καλά, σου λέω.

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Αλλοίμονο. Πεθαίνει, γιατρέ μου. Κύριε Τάσσο μου.
    Πεθαίνει η καλή γυναίκα. Η φωνή της σβύστηκε. Το χέρι της
    αργοκινάει ακόμη, το χέρι της σα να σε γυρεύη. Εσένα γυρεύει,
    κύριε Τάσσο μου.

ΜΙΣΤΡΑΣ — (Στον Μ. Αργύρη απότομα). Φύγε εσύ αποδώ. (Στον Τάσσο).
    Μην ακούς Τάσσο. Κάθισε. Εγώ θα πάω να ιδώ.

ΦΛΕΡΗΣ — Όχι, δεν με κρατάτε. Τώρα καταλαβαίνω. Τώρα! Αφίστε με. Αφίστε με να τρέξω σιμά της. Βγάλτε τα χέρια σας από πάνω μου. (Κυττάει να τους ξεφύγη). Κανένας δε με κρατάει. Μη . . . (Απάνω στην αγωνία που κάνει να τους ξεφύγη φέρνει το χέρι στο στήθος του, σαν να τον έπιασε ένας ξαφνικός πόνος και πέφτει απάνω στην καρέκλα). Αχ! Πνίγομαι. Πνίγομαι. Τι με σφίγγει εδώ; Τι με σφίγγει; (Ο Μιστράς ορμά απάνω του, του πιάνει το σφυγμό, φαίνεται απελπισμένος. Ο Μ-Αργύρης στέκεται παραλυμένος).

ΜΙΣΤΡΑΣ — Μπάρμ-Αργύρη, γλήγορα, για το Θεό, τρέξε. Στην κάμαρά μου, απάνω στο γραφείο μου είναι ένα κουτάκι, ένα μπουκαλάκι. Φέρτα γρήγορα! Τρέχα! (Ο Μ-Αργύρης φεύγει βιαστικός τραβώντας τα μαλλιά του).

Μ-ΑΡΓΥΡΗΣ — Δυστυχία μου, δυστυχία μου!

ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ

ΜΙΣΤΡΑΣ, ΦΛΕΡΗΣ

ΜΙΣΤΡΑΣ — (Γονατισμένος μπροστά στο Φλέρη). Δεν είναι τίποτα Τάσσο! Η αγγίνα σου. Ησύχασε. Θα περάση . . . Τώρα θα σου κάνω εγώ ό,τι πρέπει.

ΦΛΕΡΗΣ — Τη Λέλα! Θέλω να ιδώ τη Λέλα.

    (Ακούονται από μακρυά φαιδρές ομιλίες μ' ένα γέλοιο της Δώρας
    ρυθμικό σαν κελάδημα).

ΜΙΣΤΡΑΣ — Η Δώρα! Η κόρη σου είναι εδώ κοντά. Θα τη φωνάξω.. .
    Άφισέ με να φωνάξω . ..

ΦΛΕΡΗΣ — (Με αγωνία, του κρατεί σφιχτά το χέρι). Όχι. Δε θα τη φωνάξης. Δε θέλω. Όλα είναι μάταια. Εγώ πεθαίνω ευχαριστημένος. (Σε λίγο). Αχ! Αυτό το γέλιο! (Μια αγαλίαση φωτίζει το πρόσωπό του. Ύστερα πάλι τα χαρακτηριστικά του σφίγγονται από αγωνία). Άφισέ με νακούσω! (Σε λίγο). Πνίγομαι γιατρέ, πνίγομαι . ..

ΜΙΣΤΡΑΣ — (Προσπαθεί να του ξεφύγη απ' τα χέρια). Μα όχι! δεν μπορώ να σ' αφίσω έτσι. Άφισέ με. Δεν μπορώ να σ' αφίσω έτσι με σταυρωμένα τα χέρια . . . Θα φωνάξω την κόρη σου. (Το γέλιο της Δώρας ακούγεται πάλι μελωδικό και χαρούμενο, σαν από γαργάλισμα).

ΦΛΕΡΗΣ — (Συνέρχεται λιγάκι. Το πρόσωπό του πάλι φωτίζεται σαν ανθρώπου βυθισμένου σ' ένα γλυκό όνειρο). Άφισέ με νακούσω. Αχ! αυτή η μουσική τι καλό που μου κάνει. Άφισέ με νακούσω. (Προσπαθεί να τεντώση το κεφάλι του και ανασηκώνεται με μιαν απόκοτην ορμή). Αυτό το γέλιο. Ο κόσμος γίνεται ένας παράδεισος γύρω μου. (Με δυνατή μα πνιγμένη φωνή). Ένας παράδεισος!

ΜΙΣΤΡΑΣ — Τάσσο, άφισέ με. .. (Κινιέται να φωνάξη βοήθεια. Άξαφνα βλέπει πως το κεφάλι του Φλέρη πέφτει προς τα πίσω και τα χέρια του κρεμιώνται παράλυτα. Σκύβει και τον αγκαλιάζει). Αλλοίμονο. Τελείωσε. . .

(Το γέλιο της Δώρας ακούεται πιο κοντά τώρα δροσερό σαν κελάιδημα. Ο Μιστράς είναι γονατισμένος γέρνοντας απάνω στο πτώμα, που το αγκαλιάζει. Τίποτε άλλο δεν ακούεται παρά οι τρίλλιες του γέλιου της Δώρας, που σβύνουνε ηδονικά ενώ η αυλαία κλείνει σιγά και πένθιμα).

End of Project Gutenberg's When He Bursts his Bonds, by Pavlos Nirvanas