Κρατύλος.
Έχει πολύ μεγάλην διαφοράν, Σωκράτη μου, να εκφράζωμεν παν ότι
εκφράζομεν με το ομοίωμά του και όχι με ό,τι τύχη.
Σωκράτης.
Καλά λέγεις. Λοιπόν αφού το όνομα πρέπει να είναι όμοιον με το
πράγμα δεν χρειάζεται να είναι εκ φύσεως πλασμένα όμοια με τα
πράγματα τα στοιχεία, από τα οποία θα αποτελέση κανείς τα πρώτα
ονόματα; Εννοώ δε το εξής· Άραγε ήτο δυνατόν ποτέ κανείς να
κατασκευάση αυτό, το οποίον τόρα ονομάζομεν ζωγράφημα όμοιον με
κανέν από τα όντα, εάν αι βαφαί από τας οποίας αποτελούνται τα
ζωγραφιζόμενα, δεν είχαν πλασθή εκ φύσεως όμοιαι προς εκείνα τα
όντα, τα οποία μιμείται η ζωγραφική; Ή ήτο αδύνατον;
Κρατύλος.
Αδύνατον.
Σωκράτης.
Λοιπόν το ίδιον δεν συμβαίνει και διά τα ονόματα, ότι δηλαδή ποτέ
δεν ήτο δυνατόν να γίνουν όμοια με κανέν πράγμα, εάν προηγουμένως
εκείνα από τα οποία αποτελούνται τα ονόματα, δεν είχαν κάποιαν
ομοιότητα προς τα πράγματα εκείνα, των οποίων μιμήματα είναι τα
ονόματα; Και αυτά από τα οποία αποτελούνται τα ονόματα δεν είναι
τα στοιχεία;
Κρατύλος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Τόρα λοιπόν και συ λάβε μέρος εις τον λόγον εις τον οποίον έλαβε
προηγουμένως ο Ερμογένης. Ειπέ μου, φρονείς ότι ορθώς λέγομεν ότι
το ρ ομοιάζει με την &φοράν& και την κίνησιν και την σκληρότητα,
ή όχι ορθώς;
Κρατύλος.
Ορθώς βεβαίως.
Σωκράτης.
Το δε λάβδα ότι ομοιάζει με το λείον και μαλακόν και με τα άλλα,
τα οποία ελέγαμεν προ ολίγου;
Κρατύλος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Γνωρίζεις όμως ότι διά το ίδιον πράγμα ημείς μεν λέγομεν
&σκληρότης&, ενώ οι Ερετριείς λέγουν &σκληρότηρ&;
Κρατύλος.
Βεβαιότατα.
Σωκράτης.
Πώς λοιπόν; Το ρω και το σίγμα, και τα δύο μαζί ομοιάζουν με το
ίδιον πράγμα, και επομένως το ίδιον όνομα εκφράζει το ίδιον
πράγμα εις εκείνους μεν (τους Ερετριείς) με καταληκτικόν γράμμα
το ρω, εις ημάς δε με καταληκτικόν γράμμα το σίγμα, ή εις το ένα
μέρος από τα δύο δεν το εκφράζει;
Κρατύλος.
Βεβαίως και εις τα δύο μέρη το εκφράζει.
Σωκράτης.
Πώς άραγε, καθ' όσον είναι όμοια το ρω και το σίγμα, ή καθ' όσον
δεν είναι όμοια;
Κρατύλος.
Καθ' όσον είναι όμοια.
Σωκράτης.
Και λοιπόν είναι όμοια καθ' όλα;
Κρατύλος.
Τουλάχιστον όσον διά να εκφράζουν εξ ίσου την &φοράν& (ορμήν).
Σωκράτης.
Ε και το λάβδα το οποίον έχει παρεμβληθή; Αυτό δεν εκφράζει το
αντίθετον από την σκληρότητα.
Κρατύλος.
Πραγματικώς ίσως δεν έχει παρεμβληθή ορθώς, καλέ Σωκράτη. Καθώς
και προηγουμένως εξηγούσες εις τον Ερμογένη αφαιρών και
παρεμβάλλων γράμματα όπου έπρεπε, και εγώ το εύρισκα ορθόν. Και
τόρα πάλιν ίσως αντί του λάβδα πρέπει να προφέρωμεν ρω.
Σωκράτης.
Πολύ ορθά. Και λοιπόν; Τόρα καθώς το προφέρομεν, δεν εννοούμεν ο
είς το άλλον, όταν λέγη &σκληρόν&, ουδέ συ τόρα εννοείς τι λέγω
εγώ;
Κρατύλος.
Σε εννοώ βέβαια ως εκ της συνηθείας, αγαπητέ μου.
Σωκράτης.
Όταν δε λέγης συνήθεια νομίζεις ότι λέγεις τίποτε διάφορον από
την συνθήκην; Ή μήπως άλλο εννοείς λέγων συνήθειαν, παρά ότι εγώ
όταν προφέρω τούτο εννοώ εκείνο, και συ εννοείς ότι εγώ εννοώ
εκείνο; Δεν λέγεις αυτό;
Κρατύλος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Λοιπόν αφού το εννοείς, όταν εγώ ομιλώ δεν έρχεται εις εσέ μία
έκφρασις από εμέ;
Κρατύλος.
Βεβαίως.
Σωκράτης.
Διά μέσου όμως του ανομοίου από εκείνο το οποίον σκέπτομαι όταν
ομιλώ, αφού βεβαίως το λάβδα είναι ανόμοιον προς την σκληρότητα
καθώς το ομολόγησες. Αφού δε τούτο συμβαίνει κατ' αυτόν τον
τρόπον, τι άλλο θα παραδεχθώμεν παρά ότι ο ίδιος συνεφώνησες με
τον εαυτόν σου και διά σε η ορθότης του ονόματος καταντά συνθήκη,
αφού λέγουν έν πράγμα και τα όμοια και τα ανόμοια γράμματα, αν
καθιερωθούν από την συνήθειαν και την συνθήκην; Και το κάτω κάτω,
αν δεν είναι η συνήθεια συνθήκη, πάλιν δεν είναι ορθόν να λέγωμεν
ότι η ομοιότης είναι έκφρασις αλλά η συνήθεια, διότι, καθώς
φαίνεται, η συνήθεια εκφράζει και με τα όμοια και με τα ανόμοια.
Και επειδή τα παραδεχόμεθα αυτά, Κρατύλε μου — διότι εγώ θεωρώ
την σιωπήν σου ως συγκατάθεσιν — έπεται κατ' ανάγκην ότι και η
συνθήκη και η συνήθεια συντελεί προς έκφρασιν εκείνων τα οποία
διανοούμεθα όταν ομιλούμεν. Καθ' όσον, αγαπητέ μου φίλε, αν θέλης
να εξετάσωμεν τον αριθμόν, από πού νομίζεις ότι θα έχης να θέσης
χωριστά ονόματα δι' έκαστον αριθμόν, εάν δεν δεχθής ότι έχει
κάποιον κύρος η ιδική σου συγκατάθεσις και συμφωνία ως προς την
ορθότητα των ονομάτων; Όσον λοιπόν δι' εμέ επίσης μου αρέσει να
είναι όσον το δυνατόν όμοια τα ονόματα με τα πράγματα, αλλά
φοβούμαι πραγματικώς μήπως, καθώς λέγει ο Ερμογένης, είναι πολύ
μηδαμινή η επέκτασις αυτής της ομοιότητος, και είναι ανάγκη να
μεταχειριζόμεθα και αυτήν την ανυπόφορον συνθήκην, εις την
ορθότητα των ονομάτων. Άλλως όμως ίσως ήτο το καλλίτερον να
λέγωνται ή με όλα όμοια ή με τα περισσότερα, με τούτο δε εννοώ τα
αρμόδια, ασχημότερον δε είναι με τα αντίθετα. Αλλά ειπέ μου ακόμη
το εξής ύστερα από αυτά, ποίαν δύναμη έχουν δι' ημάς τα ονόματα
και τι καλόν θα παραδεχθώμεν ότι εκτελούν.
Ερμογένης.
Μου φαίνεται ότι μας διδάσκουν, καλέ Σωκράτη, και ότι είναι πολύ
ευνόητον, ότι όποιος γνωρίζει τα ονόματα, αυτός γνωρίζει και τα
πράγματα.
Σωκράτης.
Ίσως δηλαδή, καλέ Κρατύλε, εννοείς το εξής, ότι όταν κανείς μάθη
οποίου είδους είναι το όνομα — τούτο δε είναι όμοιον με το πράγμα
— θα γνωρίζη και το πράγμα, αφού είναι όμοιον με το όνομα,
επομένως ότι μία και η αυτή είναι η τέχνη δι' όλα όσα ομοιάζουν
μεταξύ των. Υπό αυτήν λοιπόν την έποψιν νομίζω ότι λέγεις ότι
όποιος μάθη τα ονόματα θα γνωρίζη και τα πράγματα.
Κρατύλος.
Πολύ ορθά ομιλείς.
Σωκράτης.
Εμπρός λοιπόν ας εξετάσωμεν τι είδους είναι αυτός ο τρόπος της
διδασκαλίας των πραγμάτων, περί του οποίου τόρα ομιλείς, και
μήπως υπάρχει μεν και άλλος, αυτός όμως είναι καλλίτερος, ή δεν
υπάρχει άλλος αλλά μόνος αυτός. Ποίον από τα δύο παραδέχεσαι;
Κρατύλος.
Εγώ παραδέχομαι ότι σχεδόν δεν υπάρχει άλλος, αλλά αυτός είναι ο
μόνος και ο καλλίτερος.
Σωκράτης.
Αλλ' άραγε αυτό το ίδιον είναι και εύρεσις των όντων, δηλαδή
οποιοσδήποτες εύρε τα ονόματα εύρε και εκείνα, εις τα οποία
ανήκουν τα ονόματα; Ή μήπως άλλος είναι ο τρόπος της ερεύνης και
ευρέσεως, μόνον δε της μαθήσεως είναι αυτός ο τρόπος;
Κρατύλος.
Βεβαιότατα και της ερεύνης και της ευρέσεως ο τρόπος είναι ο
ίδιος με την μάθησιν.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν ας σκεφθώμεν το εξής, καλέ Κρατύλε· όταν κανείς, ενώ
ερευνά τα πράγματα, παρακολουθή τα ονόματα και εξετάζη έκαστον
από αυτά τι θέλει να ειπή, άραγε φαντάζεσαι ότι δεν είναι μικρός
ο κίνδυνος μήπως απατηθή;
Κρατύλος.
Πώς;
Σωκράτης.
Είναι βέβαιον ότι εκείνος ο οποίος έθεσε τα ονόματα, οποίου
είδους ενόμιζε ότι είναι τα πράγματα, τοιούτου είδους και ονόματα
έθετε, καθώς παρεδέχθημεν. Δεν είναι έτσι;
Κρατύλος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Εάν λοιπόν εκείνος δεν είχε ορθήν γνώμην και όμως έθετε τα
ονόματα κατά την γνώμην του, τι νομίζεις ότι θα πάθουν όσοι
ακολουθούν αυτόν; άλλο τίποτε παρά ότι θα εξαπατηθούν;
Κρατύλος.
Πρόσεξε όμως Σωκράτη μου, μήπως δεν συμβαίνει καθώς το λέγεις,
αλλ' ότι κατ' ανάγκην γνωρίζει τα πράγματα εκείνος ο οποίος θέτει
τα ονόματα. Άλλως, καθώς εγώ προ πολλού επέμενα, αυτά ουδέ είναι
καν ονόματα. Η καλλιτέρα δε απόδειξις ότι δεν επλανήθη από την
αλήθειαν εκείνος ο οποίος έθεσε τα ονόματα, είναι η εξής· ότι
δηλαδή δεν ήτο δυνατόν ποτέ να τα επιτύχη τόσον αρμονικά όλα. Ή
μήπως δεν εννοούσες και συ αυτό, όταν έλεγες ότι όλα τα ονόματα
έγιναν κατά τον ίδιον τρόπον και με τον ίδιον σκοπόν;
Σωκράτης.
Αλλ' αυτό, καλέ μου Κρατύλε, δεν είναι καλή απάντησις. Διότι εάν
έσφαλε εις το πρώτον εκείνος, ο οποίος το έθεσε και κατόπιν
συμφώνως με αυτό παρεβίαζε τα άλλα και τα ηνάγκαζε να είναι
σύμφωνα με εκείνο, διόλου παράδοξον να συμβή, καθώς εις τα
γεωμετρικά σχήματα, όπου όταν εις την αρχήν γίνη ένα μικρόν και
ασήμαντον λάθος, όλα τα άλλα κατόπιν, τα οποία είναι πλείστα όσα,
εξακολουθούν να συμφωνούν μεταξύ των. Δι' αυτό λοιπόν πας
άνθρωπος πρέπει εις κάθε πράγμα την αρχήν του να συζητή και να
σκέπτεται πολύ, ετέθη αυτή η βάσις ορθώς ή όχι. Όταν δε εκείνη
εξετασθή καλώς, όλα τα άλλα είναι συνέπεια εκείνης. Ουχ ήττον
όμως εγώ πάλιν ευρίσκομαι εις απορίαν, αν πραγματικώς τα ονόματα
είναι σύμφωνα μεταξύ των. Δηλαδή ας εξετάσωμεν και πάλιν εκείνο
το οποίον είπαμεν προηγουμένως. Είπαμεν ότι τα ονόματα εκφράζουν
εις ημάς την ουσίαν των πραγμάτων επί τη υποθέσει ότι το παν
μετακινείται και μεταφέρεται και ρέει. Δεν φρονείς ότι κατ' αυτόν
τον τρόπον τα εκφράζουν;
Κρατύλος.
Βεβαιότατα και ορθώς μάλιστα τα εκφράζουν.
Σωκράτης.
Ας λάβωμεν λοιπόν πάλιν από όλα αυτά το όνομα &επιστήμη& και ας
προσέξωμεν πόσον είναι αμφίβολον και μάλλον φαίνεται να σημαίνη,
ότι σταματά την ψυχήν μας εις τα πράγματα παρά ότι κινείται μαζί
με αυτά, και είναι ορθότερον να προφέρωμεν την αρχήν του καθώς
προφέρομεν τόρα, παρά να αποβάλωμεν το έψιλον και να λέγωμεν
&πιστήμην&. Απ' εναντίας μάλιστα αντί να αφαιρέσωμεν το έψιλον,
να παρεμβάλωμεν ένα ιώτα (&επιιστήμην&). Έπειτα να προσέξωμεν ότι
το &βέβαιον& είναι απομίμησις μιας βάσεως και στάσεως, όχι όμως
κινήσεως. Έπειτα η &ιστορία& ακριβώς αυτό εκφράζει, ότι δηλαδή
σταματά (&ίστησι&) τον ρoυν. Κατόπιν η μνήμη και εις τον τυχόντα
φανερόνει ότι είναι &μονή& (στάσις) με την ψυχήν και όχι κίνησις.
Και αν θέλης, η &αμαρτία& και η &συμφορά&, εάν τα προσέξη κανείς
ως προς το όνομα, θα αποδειχθούν ότι σημαίνουν το ίδιον με αυτήν
την &σύνεσιν& και &επιστήμην& και με όλα τα άλλα ονόματα τα οποία
ανήκουν εις τα σπουδαία πράγματα. Ακόμη δε και η &αμάθεια& και η
&ακολασία& θα φανούν ότι είναι όμοια προς αυτά. Διότι η μεν
πρώτη, η αμάθεια θα αποδειχθή ότι είναι πορεία του κινουμένου
ομού με τον θεόν (&άμα θεώ&), η δε &ακολασία& φαίνεται ότι είναι
εντελώς &ακολουθία& εις τα πράγματα. Και κατ' αυτόν τον τρόπον
όσα ονόματα νομίζομεν ότι εκφράζουν τα χειρότερα πράγματα, θα
απεδεικνύοντο εντελώς όμοια, προς όσα εκφράζουν τα καλλίτερα
πράγματα. Νομίζω δε ότι και άλλα πολλά ήτο δυνατόν να εύρη
κανείς, εάν ασχοληθή να εξετάση την αντίθετον γνώμην, ότι δηλαδή
ο νομοθέτης των ονομάτων δεν εκφράζει ότι κινούνται και
μεταφέρονται τα πράγματα, αλλ' ότι μένουν.
Κρατύλος.
Ναι, αλλά βλέπεις, καλέ Σωκράτη, ότι τα περισσότερα εκφράζει με
εκείνον τον τρόπον.
Σωκράτης.
Και τι με τούτο καλέ Κρατύλε; ωσάν τους ψήφους θα ξεκαθαρίσωμεν
τα ονόματα, και εις τούτο θα συνίσταται η ορθότης; δηλαδή ό,τι
αποδειχθή ότι εκφράζουν τα περισσότερα ονόματα τούτο θα είναι
αληθές;
Κρατύλος.
Βέβαια δεν είναι λογικόν αυτό.
Σωκράτης.
Διόλου φίλε μου. Και τόρα ας αφήσωμεν αυτά και ας επανέλθωμεν
πάλιν εις το μέρος από το οποίον ήλθαμεν εδώ. Δηλαδή, αν
ενθυμείσαι, προ ολίγου είπες ότι εκείνος ο οποίος έθεσε τα
ονόματα κατ' ανάγκην εγνώριζε τα πράγματα εις τα οποία έθετε τα
ονόματα. Ειπέ μου λοιπόν ακόμη και τόρα έχεις αυτήν την γνώμην, ή
όχι;
Κρατύλος.
Και τόρα.
Σωκράτης.
Άραγε και εκείνος ο οποίος έθεσε τα πρώτα ονόματα φρονείς ότι
εγνώριζε τα πράγματα εις τα οποία τα έθεσε;
Κρατύλος.
Εγνώριζε.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν από ποία ονόματα έμαθε ή εύρε τα πράγματα, αφού ακόμη
δεν ήσαν τεθειμένα τα πρώτα, και αφού εξ άλλου είπαμεν ότι είναι
αδύνατον να μάθωμεν και να εύρωμεν τα πράγματα κατ' άλλον τρόπον
παρά αφού μάθωμεν τα ονόματα, ή ημείς οι ίδιοι ανακαλύψωμεν τι
σημαίνουν;
Κρατύλος.
Μου φαίνεται, Σωκράτη μου, ότι λέγεις κάτι τι σπουδαίον.
Σωκράτης.
Λοιπόν πώς θα παραδεχθώμεν ότι αυτοί εν γνώσει των πραγμάτων τα
έθεσαν, ή ότι ήσαν νομοθέται, πριν να είναι τεθειμένον κανέν
όνομα και να το γνωρίζουν εκείνοι, αφού δεν είναι δυνατόν να μάθη
κανείς τα πράγματα αλλέως παρά μόνον με τα ονόματα;
Κρατύλος.
Εγώ φρονώ, καλέ Σωκράτη, η καλλίτερα εξήγησις ως προς αυτά είναι,
ότι κάποια ανωτέρα δύναμις από την ανθρωπίνην έθεσε τα πρώτα
ονόματα εις τα πράγματα, και επομένως κατ' ανάγκην αυτά είναι
ορθά.
Σωκράτης.
Και έπειτα νομίζεις ότι θα τα έθετε με τόσην αντίφασιν προς τον
ίδιον εαυτόν του εκείνος ο οποίος τα έθεσε, αν ήτο κανείς
&δαίμων& ή θεός; Ή μήπως φρονείς ότι προ ολίγου δεν ελέγαμεν
τίποτε;
Κρατύλος.
Ναι, αλλά μήπως η μία μερίς από αυτά δεν είναι ονόματα.
Σωκράτης.
Ποία από τα δύο, αξιοθαύμαστε φίλε, όσα σημαίνουν στάσιν, ή όσα
σημαίνουν κίνησιν; Διότι καθώς είπαμεν προ ολίγου δεν κρίνομεν
από το πλήθος.
Κρατύλος.
Βεβαίως δεν είναι δίκαιον, καλέ Σωκράτη.
Σωκράτης.
Ας υποθέσωμεν λοιπόν ότι συμβαίνει διαίρεσις μεταξύ των ονομάτων,
και το έν μέρος από αυτά λέγει ότι αυτά είναι που ομοιάζουν την
αλήθειαν, το δε άλλο μέρος λέγει τον εαυτόν του, τότε πλέον με
ποίον μέσον θα τα χωρίσωμεν από την φιλονικίαν, ή εις τι θα
καταφύγωμεν; Βεβαίως όχι ως άλλα ονόματα διαφορετικά από αυτά,
διότι δεν υπάρχουν, αλλά ασφαλώς πρέπει να ζητήσωμεν άλλα
πράγματα έξω από τα ονόματα, τα οποία θα μας φανερώσουν χωρίς
ονόματα, ποία από αυτά είναι αληθή, αφού μας δείξουν την αλήθειαν
των όντων.
Κρατύλος.
Αυτή είναι η γνώμη μου.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν είναι δυνατόν, καθώς φαίνεται Κρατύλε μου, να μάθωμεν
τα όντα χωρίς ονόματα, αν αυτά είναι ορθά.
Κρατύλος.
Φαίνεται.
Σωκράτης.
Λοιπόν με ποίον άλλο μέσον πλέον περιμένεις να τα μάθης; Άραγε με
άλλο μέσον παρά με το λογικόν και δικαιότατον μέσον, δηλαδή το έν
διά μέσου του άλλου, αν έχουν κάποιαν συγγένειαν, και διά μέσου
αυτών των ιδίων; Διότι παν άλλο πράγμα και διαφορετικόν, θα έχει
άλλην και διαφορετικήν σημασίαν, και δεν θα εκφράζει εκείνα.
Κρατύλος.
Μου φαίνεται ότι λέγεις αληθή.
Σωκράτης.
Πρόσεχε λοιπόν, δι' όνομα θεού. Δεν ωμολογήσαμεν πολλάκις ότι τα
ονόματα, τα οποία είναι τεθειμένα ορθώς, ομοιάζουν με τα πράγματα
τα οποία ονομάζουν, και ότι είναι εικόνες αυτών των πραγμάτων;
Κρατύλος.
Μάλιστα.
Σωκράτης.
Εάν λοιπόν είναι δυνατόν οπωσδήποτε να μάθωμεν τα πράγματα και
διά μέσου των ονομάτων και διά μέσου αυτών των ιδίων, ποία από
τας δύο είναι καλλιτέρα και σαφεστέρα μάθησις; Να μάθωμεν από την
εικόνα και αυτήν την ιδίαν εικόνα, αν κατεσκευάσθη καλά, και την
αλήθειαν την οποίαν εικονίζει, ή από την αλήθειαν να μάθωμεν και
την ιδίαν αλήθειαν και την εικόνα της, εάν κατεσκευάσθη καθώς
πρέπει;
Κρατύλος.
Μου φαίνεται κατ' ανάγκην από την αλήθειαν ότι πρέπει να μάθωμεν.
Σωκράτης.
Και λοιπόν με ποίον τρόπον πρέπει να μάθωμεν ή να εύρωμεν τα
όντα, ίσως είναι ζήτημα ανώτερον από τας ιδικάς μου και τας
ιδικάς σου δυνάμεις. Είναι όμως αρκετόν και το να συμφωνήσωμεν
εις αυτό, ότι δηλαδή όχι από τα ονόματα, αλλά πολύ περισσότερον
από τον ίδιον εαυτόν των πρέπει να μάθωμεν και να ζητήσωμεν τα
όντα.
Κρατύλος.
Έτσι φαίνεται, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Ακόμη όμως ας εξετάσωμεν και το εξής, διά να μη μας απατούν τα
πολλά αυτά ονόματα τα οποία έχουν την ιδίαν σημασίαν. Αν δηλαδή
πραγματικώς εκείνοι, οι οποίοι έθεσαν αυτά είχαν υπ' όψιν των ότι
όλα τα πράγματα κινούνται και ρέουν διαρκώς — διότι εις εμέ
φαίνεται ότι και αυτοί κατ' αυτόν τον τρόπον εσκέφθησαν — πιθανόν
όμως να μη συνέβη τούτο, αλλά και οι ίδιοι να έπεσαν εις ένα
είδος &δίνης& (στρυφογύρισμα) όπου αναταράσσονται, και ημάς μας
σείρουν μέσα εις αυτήν. Πρόσεξε δηλαδή, αξιάγαστέ μου Κρατύλε,
εις εκείνο το οποίον εγώ πολλάκις ονειρεύομαι. Άραγε θα δεχθώμεν
ότι υπάρχει κανέν καθ' εαυτό &καλόν& και &αγαθόν& και ούτω καθ'
εξής δι' έκαστον από τα όντα ή όχι;
Κρατύλος.
Εγώ νομίζω ότι υπάρχει, Σωκράτη μου.
Σωκράτης.
Λοιπόν αυτό το ίδιον ας εξετάσωμεν, όχι δηλαδή αν έν πρόσωπον
είναι ωραίον (&καλόν&) ή κάτι τι, από τα όμοια, αλλά διά το καθ'
εαυτό καλόν δεν θα δεχθώμεν ότι είναι πάντοτε όμοιον, όπως είναι;
Κρατύλος.
Κατ' ανάγκην θα δεχθώμεν.
Σωκράτης.
Τότε λοιπόν είναι άραγε δυνατόν να το ονομάσωμεν αυτό ορθώς, εάν
πάντοτε μας ξεφεύγει, και πρώτον μεν να ορίσωμεν ότι είναι το
δείνα, έπειτα ότι είναι αυτού του είδους, αφού, ενώ ημείς
ομιλούμεν, αυτό συγχρόνως γίνεται κατ' ανάγκην άλλο και ξεφεύγει
και πλέον δεν ομοιάζει;
Κρατύλος.
Θέλοντες και μη θέλοντες αυτό θα παραδεχθώμεν.
Σωκράτης.
Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να είναι κάτι τι εκείνο το οποίον
ουδέποτε είναι το ίδιον. Διότι εάν εις μίαν στιγμήν μένει το
ίδιον έπεται ότι εκείνην την στιγμήν δεν μετακινείται. Εάν δε
πάλιν μένει πάντοτε το ίδιον, πώς ήτο δυνατόν να μεταβληθή και να
κινηθή, αφού δεν εξέρχεται διόλου από την μορφήν του.
Κρατύλος.
Κατ' ουδένα τρόπον.
Σωκράτης.
Τότε όμως ούτε να γνωσθή είναι δυνατόν από κανένα. Διότι μόλις το
πλησιάση εκείνος ο όποιος θέλει να το γνωρίση, αυτό θα γίνη άλλο
πράγμα και διαφορετικόν, ώστε δεν είναι δυνατόν να γνωσθή ποίον
είναι και ποίου είδους, διότι βεβαίως ουδεμία αντίληψις ημπορεί
να γνωρίση εκείνο, το οποίον γνωρίζει ότι δεν έχει καμμίαν
ταυτότητα.
Κρατύλος.
Έτσι είναι καθώς το λέγεις.
Σωκράτης.
Αλλ' ούτε αντίληψις πρέπει να δεχθώμεν ότι υπάρχει, καλέ Κρατύλε,
όταν όλα τα πράγματα μεταβάλλονται και κανέν δεν μένει εις την
θέσιν του. Διότι παραδείγματος χάριν αυτή η ιδία αντίληψις αν δεν
μεταβάλλεται από το να είναι αντίληψις, τότε είναι δυνατόν να
μένη αντίληψις και είναι αντίληψις. Εάν όμως και η ιδία μορφή της
αντιλήψεως μεταβάλλεται, θα καταντήση εις άλλο είδος αντιλήψεως
και συγχρόνως δεν θα είναι αντίληψις, και συμφώνως με αυτούς τους
διισχυρισμούς ούτε εκείνος ο οποίος θα γνωρίση, ούτε εκείνο το
οποίον θα γνωρίση, είναι δυνατόν να υπάρχη. Εάν όμως υπάρχη
διαρκώς εκείνος ο οποίος γνωρίζει και εκείνο το οποίον γνωρίζει,
και υπάρχει και το &καλόν& και το &αγαθόν&, και αν είναι χωριστόν
ένα έκαστον από τα όντα, τότε νομίζω ότι αυτά όσα προηγουμένως
ελέγαμεν δεν είναι διόλου όμοια με την &ροήν& ουδέ με την
κίνησιν. Και λοιπόν ας προσέξωμεν μήπως δεν είναι εύκολον να
εύρωμεν, αν αυτά είναι καθώς τα λέγομεν τόρα ή αλλέως, καθώς τα
λέγουν οι οπαδοί του Ηρακλείτου και άλλοι πολλοί. Ούτε είναι πολύ
φρόνιμον πράγμα να εμπιστευθή κανείς τον εαυτόν του και την ψυχήν
του εις τα ονόματα διά να καταγίνεται εις αυτά, έχων πεποίθησιν
και εις αυτά και εις εκείνους οι οποίοι τα έθεσαν, και ως να
γνωρίζη τίποτε, να κατακρίνη μετά πεποιθήσεως τον εαυτόν του και
τα όντα ότι δεν υπάρχει τίποτε το στερεόν εις κανέν πράγμα, αλλά
τα πάντα καταρέουν ως κεραμίδια, και ότι όλα τα πράγματα είναι
καθώς εκείνοι οι οποίοι πάσχουν από καταροήν, και είναι
κατακυριευμένα από το ρεύμα και την καταροήν. Ίσως λοιπόν,
Κρατύλε μου, αυτό είναι το ορθόν, ίσως όμως όχι. Δι' αυτό πρέπει
να εξετάσης με θάρρος και με προσοχήν και να μη παραδεχθής
αβασανίστως — διότι ακόμη είσαι νέος και έχεις καιρόν — αφού δε
εξετάσης, αν το εύρης, να το ειπής και εις εμέ διά να το γνωρίζω.
Κρατύλος.
Μάλιστα θα το κάμω αυτό. Γνώριζε όμως καλά, Σωκράτη μου, ότι και
αυτήν την στιγμήν δεν είμαι αμελέτητος, αλλά ενώ συλλογίζομαι και
κουράζω τον νουν μου, μάλλον μου φαίνεται ότι είναι καθώς λέγει ο
Ηράκλειτος.
Σωκράτης.
Άλλην φοράν λοιπόν, φίλτατέ μου, όταν επιστρέψης μου το
διδάσκεις. Τόρα όμως, καθώς είσαι έτοιμος πήγαινε εις τον αγρόν,
και θα σε συνοδεύση και ο Ερμογένης απ' εδώ.
Κρατύλος.
Αυτά όλα θα γίνουν, καλέ Σωκράτη, αλλά και συ προσπάθησε να
σκεφθής περισσότερον αυτά.
Τ Ε Λ Ο Σ
Η σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή πού πήρε, εξελισσόμενο, το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοστέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ. σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
ΚΡΑΤΥΛΟΣ Με βαθυτάτη παρατηριτικότητα κ' εύληπτη ανάλυση στον διάλογο τούτο εξετάζεται το πώς δημιουργήθηκε η γλώσσα, για το πώς πρέπει ν' αποβλέπωμε στη μουσική ετυμολογία των λέξεων και ίσαμε ποιο σημείο είναι δυνατόν να χειραφετηθή η σκέψη από τις ατέλειες της γλώσσας.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
***
1) Ο Ερμογένης ως γόνος του Ερμού του κερδώου ώφειλε να είναι πλούσιος, διά να είναι αληθινόν το όνομά του.
2) Η υπερβολική λεπτολογία του Σωκράτους δι' ένα πράγμα απλούστατον γίνεται εις απάντησιν των σοφιστών, οι οποίοι διισχυρίζοντο ότι εκείνο το οποίον δεν υπάρχει δεν λέγεται, επομένως δεν υπάρχει ψευδής λόγος. Το σόφισμα τούτο αναλύεται λεπτομερώς εις τον Ευθύδημον.
3) Τούτο είναι μνημονική ανακρίβεια του Πλάτωνος. Ο Όμηρος λέγει ότι ο ίδιος ο Έκτωρ ωνόμαζε τον υιόν του Σκαμάνδριον, ενώ οι άλλοι τον ωνόμαζαν Αστυάνακτα.
4) Σήμερον, ως γνωστόν, προσθέτομεν επίθετα εις αυτά τα στοιχεία χάριν διακρίσεως (ε ψιλόν, ο ψιλόν, ο μικρόν, ω μέγα), τα οποία συνήθως προφέρονται ως ηνωμένα.
5) Ώστε ο Πλάτων παράγει το όνομα Κρόνος εκ του κόρος και νους.
6) Το ύστερον παράγωγον του σώζω (σαόω) είναι σώσμα, αλλά οι μετά του σ τύποι δεν είναι οι αρχαιότεροι.
7) Εκ του φέρω φονήν (φόνον).
8) Ο ύμνος της Αθηνάς φαίνεται ότι εμιμείτο το σφύριγμα των όφεων οι οποίοι έζωσαν την κεφαλήν της Γοργόνος, όταν εξεψύχει.
9) Οι τρεις τύποι ιμέρα, εμέρα, ημέρα επροφέροντο βεβαίως διαφόρως (&έλεγον& λέγει ο Πλάτων, όχι έγραφον, διότι τότε το ήτα ήτο μακρόν ε ( = ε ε ).
10) Διότι και το υ της παραληγούσης επλησίαζε το ο (=u).