WeRead Powered by ReaderPub
Πρώτη αγάπη cover

Πρώτη αγάπη

Chapter 4: ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ (110)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A first-person narrator recalls youthful attractions that begin as tactile preferences for certain women and then deepen into an intense, spiritual affection for a dark-eyed young woman named Vangelio. He recounts how her voice, touch, and presence soothe and heal him, how family and neighbors respond with teasing, and how jealousy arises when another suitor, Giannis, courts her. Moments of tenderness, rivalry during a wedding dance, and the narrator's alternating bliss, humiliation, and longing trace an emotional coming-of-age in which sensual impulses transform into a more reflective, painful form of devotion.

Η άρρωστη ανασηκώθηκε στο κρεβάτι κιαντίκρυσε τη μητέρα μου, με μια έκφραση στο πρόσωπο φόβου και πόνου. Τα μάτια της ρωτούσαν μ' ανησυχία και άπειρη θλίψη: «Αλήθεια είνε άρρωστος βαρειά ο Γιώργος;» Αλλ' η φωνή της είπε άλλο.

— Στην ώρα κείνη και στη ψυχή που θα παραδώσω στο Θεό, σου λέω και να με πιστέψης, πως ποτέ του παιδιού και του λόγου σου κακό δεν ήβαλα στο νου μου. Μάρτυρας μ' ο Θεός, απού θα με κρίνη, πως ήκαμα ό,τι μου 'τονε μπορετό και πάντα τούλεγα να μη σιμόνη στη φωτιά που με κεντά.(81)

— Κατά την αλήθεια που λες να βρης και σωτηρία. Ντα δεν το θωρώ, μωρή, πως εσύ τώφερες στο θάνατο το παιδί μου; Εσύ μούρριξες στο σπίτι μου φωτιά και το μεγάλο κακό που μούκαμες ο Θεός να σου το δώση. Σαυτόν τον κόσμο το βρήκες· να το βρης και στον άλλον κόσμο. Ο Θεός να σου δώση όλο το μεγάλο κακό κιάδικο που μούκαμες.

Τα μάτια της άρρωστης ήσαν γεμάτα δάκρυα.

 — Και τουλόγου σου δε φοβάσαι, θεια, είπε στη μάνα μου, πως και μένα
μου κάνεις μεγάλο άδικο μ' αυτά που μου λες;

Σα να μη άκουσε η μητέρα μου, τράβηξε προς τη θύρα και ξανάλεγε την κατάρα της:

— Ο Θεός να σου δώση στη ψυχή σου το μεγάλο κακό που μούκαμες!

Κιούτε γύρισε νακούση το φοβερό λόγο που της ήρθε στην πόρτα από το κρεβάτι της φθισικής:

— Δεν πιστεύγεις, θεια, τα λόγια μιας ποθαμένης;

Αλλά κιαπό την αυλή ήρθε της μάνας μου η κατάρα:

— Στη ψυχή σου να το βρης το μεγάλο κακό που μούκαμες!

Το Βαγγελιό ήτο σε μεγάλη εξασθένηση· μετά δε την παραπάνω σκηνή έπεσε σε τέτοια κρίση, ώστε φάνηκε πως έφτασε το τέλος της. Αρκετές μέρες δε μπόρεσε να σηκωθή από το κρεβάτι. Στο διάστημα τούτο ρώτησε συχνά τη μητέρα της για την κατάστασή μου, αλλά δεν είπε τίποτε για τη σκηνή που της έκαμε η μάνα μου. Μια μέρα όμως έδειξε απροσδόκητη καλλιτέρεψη. Μπόρεσε μάλιστα να βγη και να καθήση στην αυλή.

Η μητέρα της είχε πάει έξω κιόταν γύρισε και την είδε, νόμισε πως έβλεπε νεκρανάσταση.

— Καλά 'σαι σήμερο; αι, κανακαρά μου;

— Μάκι (82) καλλίτερά 'μαι, είπε η άρρωστη με φωνή άτονη και λίγο βραχνή.

— Καλά μου τώπε τόνειρό μου!

— Κείντα όνειρο 'δες, μα;(83)

— Προθές τη νύχτα σε 'δα στον ύπνο μου κιεφόριες κατακόκκινα. Ήσουνε πολλά ώμορφη, σαν τσοι καλλίτερους καιρούς, πούχες την υγειά σου. Σε θώρουνα σένα ψηλό χαράκι.(84) Με ξάνοιγες(85) και μούκανες νοήματα(86) πως είσ' ευχαριστημένη. Φαινόσουνε πολλά χαρούμενη. Μα το χαράκι εψήλωνε, όλο κεψήλωνε που σε μάκη ώρα δε σε διαντέριζα.(87) Ήσουνε μική, μική,(88) σαν ένα πουλί. Κι αληθινά είχες φτερούγες· σε λίγη ώρα επέταξες κιαπάνω σ'αυτό εξύπνησα.

— Κείντα να λέη αυτό τόνειρο, μα; είπε η άρρωστη.

— Το χαράκι 'νε δύναμη· τα φτερά και το πέταμα δίδουν υγειά και κάλλη· και το κόκκινο 'νε γλίγωρο. Γιαυτό τόνειρο πήα στου Ταχτικού και μου το ξεδιάλυνε. Θωρείς εδά πως γλίγωρα θα δυναμώσης και θα βρης την υγειά σου και τα κάλλη σου, σαν και πρώτα;

Η άρρωστη άκουε μένα αδύνατο καινιγματικό χαμόγελο, που η μάνα της το πήρε για χαρά.

 — Ναι, μάνα μου, είπε, έτσα θα γενή. Αλλά θαρρώ πως καλλίτερο θάτονε
να γενή κειονέ που φάνηκε στόνειρο.

— Πώς;

 — Να πετάξω και να μη γυρίσω. Είντα να κάνω σαυτό τον κόσμο; Δε λένε
πως είνε καλλίτερος ο άλλος;

 — Είνε καλλίτερος, θυγατέρα μου, μα να πας ότι(89) νάρθη ο καιρός
σου. Μα μη μου λες τέτοια λόγια, γιατί με θανατόνεις.

 — Κουζουλάδες, κουζουλάδες, μάνα μου, είπε η άρρωστη και προσπάθησε
να γελάση. Μην ακούς. Ό,τι 'πε τόνειρο θα γενή.

— Κάθα πως θα ξηγήση τόνειρο ο Ταχτικός έτσα βγαίνει.

— Μα δε σούπα πως άρχιξα και καλλιτερεύγω; Και θαρρώ πως γλίγωρα θα μπορέσω να πάω κίσα στα Λιβάδια. Μα περισσότερο πεθυμώ να πάω στην Καβαλαρά να δω το κηπούλι μας.

— Είνε πολλά πάνω και θα κουραστής, παιδί μου.

— Μα δε λέω κεγώ σήμερο. Σα δυναμώσω περισσότερο.

Σκέφθηκε μερικά λεπτά, έπειτα ρώτησε.:

— Δε μου λες, μα, ήκουσες αν είνε καλλίτερα ο Γιωργής;

— Ήκουσα πως είνε τα ίδια. Μα είντα το θες, παιδί μου, και ταναθιβάλλεις(90) αυτό το κοπέλι; Λίγα βάσανά 'χεις συρμένα συναφορμάς(91) του;

— Εγώ δε φοβούμαι μπλειο πράμμα και κιανένα. Απής(92) μεσίμωσ' ο Χάρος, θαρρώ σα να μην είμαι μπλειο σε τούτο τον κόσμο και δε λογαριάζω είντα λένε κείντα κάνουν οι γιαθρώποι, γη κακό, γη καλό λένε. Σήμερο μπορώ να βγω στο ψηλότερο δώμα και να φωνιάξω στο χωριό τη ντροπή μου και την κουζουλάδα μου, γιατ' αφορμές δεν έχω να ντρέπωμαι. Έχω μιαν αγάπη, που δε μου ταιριάζει. Είν' η μεγάλη μου και μοναχή μου χαρά, μα κιο μεγάλος κιαγιάτρευτος πόνος τση ζωής μου. Ο κόσμος έπρεπε να με λυπάται. Δεν το ζήτηξα· μα κια με κατακρίνουνε, μουδέ φοβούμαι, μουδέ ντρέπομαι. Ο Θεός, που δε θωρεί σαν τσαθρώπους θα με κρίνη. Και θα βρη την κορδιά μου καθαρή.

Η Δεσποινιώ την κύταζε χωρίς να καταλαβαίνη πολύ απ' όσα ήκουε, αλλά κιαρκετά καταλάβαινε και διαισθανότανε ώστε νανησυχή. Και είπε:

 — Μα γιάειντα τα λες αυτά, θυγατέρα μου; για να χαλάσης τη χαρά που
μούκαμες με την καλλιτεράδα σου;

 — Έχεις δίκιο, μάνα μου, και δε θα ξαναπώ τέτοια πράμματα. Κιαπό 'δα
και πέρα όλο θα πολεμώ να σευχαριστώ.

Τωόντι την άλλη μέρα είπε πως πάλι ήτο καλά και πάλι σηκώθηκε· κη καλλιτέρεψη της υγείας της κράτησε μέρες.

Με προσοχή, που από τη χαρά δεν είχε η μάνα της, θα διάκρινε κανείς ότι η σωματική δύναμη της ήτο στην ίδια εξάντληση κιότι μόνο με προσπάθεια ψυχική υπεράνθρωπη κρατούσε στα πόδια του το μισοπεθαμένο κορμί της και κάπου κάπου έφερνε σταναιμικά της χείλη ένα χαμόγελο. Κιαπ' αυτά τα εξωτερικά φαινόμενα τόσος ήτον ο ενθουσιασμός του Δεσποινιού, ώστε πίστευε πως η κόρη της άρχιζε να παχαίνη, να βήχη λιγώτερο και σόλα η ζωή της ν' αναγεννάται.

Αλλά και της άρρωστης η ψυχική δύναμη έφτασε να γίνη σωματική. Μια μέρα βγήκε κιαπό το σπίτι και πήγε στην Άγια Πελαγιά, ένα κλησιδάκι, πούτον στο πάνω μέρος του χωριού· κιόχι πολύ από το σπίτι των. Στο δρόμο συνάντησε γυναίκες κιάντρες κιόλοι τη χαιρέτησαν χαρούμενοι, αλλά και με κάποια επιφύλαξη στο πλησίασμά των από το φόβο της αρρώστειας. Ως τόσο της είπαν ότι καλά την έβλεπαν κιότι πολύ γλίγωρα θα γύριζε στα πρώτα της, με τη βοήθεια του Θεού.

Στο Δεσποινιό δεν έμεινεν αμφιβολία πεια ότι η κόρη της εγλύτωσε· κεπήρε το θάρρος να πηγαίνη κέξω από το χωριό, να βλέπη τα χτήματά της, που τόσον καιρό με την αρρώστεια της κόρης της είχε αμελήσει ολότελα. Αλλά κη άρρωστη ξεπόρτιζε σχεδόν κάθε μέρα. Και κάθε φορά σταματούσε σένα μέρος, κιαπό κεί φαινότανε το σπίτι μας. Είχε την ελπίδα να με δη από μακριά. Ήμουν ακόμη άρρωστος και με φοβερή εξάντληση. Έβγαινα λίγο, αλλά και δεν πήγαινα μακριά 'πό το σπίτι μας.

Μια μέρα στο μέρος 'κείνο συνάντησε μια γειτονοπούλα μας, ένα πολύ νέο κορίτσι, και το ρώτησε για μένα.

 — Το ίδιο είνε, είπε το κορίτσι. Κάθα μέρα τόνε τινάσει(93) και δεν
απόμεινε ο εμισός. Ανέγνωρο γίνηκε το κακορρίζικο απού την αδυναμία.

— Κείντα λένε πως έχει;

— Χτικιό 'κουσα πως έχει.

— Χτικιό που του τούδωκα 'γώ, ψιθύρισε με στεναγμό η άρρωστη. Κ' εγώ ζω ακόμη!

Εκύταξε πάλι προς το σπίτι μας κείπε:

— Ω, ας τόνε θώρουνα!

Την άλλη μέρα το απόγεμα ο Δρακογιώργης έσκαβε σένα του λιόφυτο πάνω στην Καβαλαρά. Σε μια διακοπή της δουλειάς του, το βλέμμα του έπεσε χαμηλότερα στου Δερβίση τα Χαράκια, το μεγάλο βράχο, οπού διάβασα στο Βαγγελιό τα γράμματα προ καιρού. Κοντά στο βράχο είδε μια γυναίκα· κεπειδή δεν ήτο μεγάλη απόσταση, διάκρινε πως ήτο το Βαγγελιό. Και τόσο παράδοξο το θεώρησε, ώστε δεν πίστευε τα μάτια του. Ήτο δυνατό αυτή η τόσο άρρωστη, πούλεγαν κάθε τόσο πως πεθαίνει, να φτάση 'κεί πάνω; Κιόμως αυτή ήτο· την έβλεπε αρκετά καθαρά. Αλλά και τι ήθελε σε κείνο το μέρος;

Τη στιγμή κείνη είχε καθήσει κάτω από τη χαρουπιά κιακούμπησε το κεφάλι της στα χέρια. Σαυτή τη στάση έμεινε ώρα πολλή. Ο δρόμος θα την είχε ξεθεώσει τη δυστυχισμένη στην κατάσταση που ήτονε. Και πόση ώρα θάχε κάμει για να φτάση από το χωριό έως εκεί. Ο Δρακογιώργης, φανταζόμενος την αγωνία τον στήθους της, την ελυπότανε.

Ως τόσο εξακολούθησε την εργασία του, αλλά και δεν έπαψε να παρακολουθή την άρρωστη και συνάμα να σκέπτεται τήθελε να πάη σαυτό το μέρος. Έπειτα την είδε να σηκωθή από την πέτρα που καθότανε κεμάντευε από μια κίνηση του χεριού της ότι έκλαιε.

Η άρρωστη άρχισε νανεβαίνη στο βράχο κιο Δρακογιώργης αφήκε πάλι τη δουλειά τον και μουρμούρισε:

 — Είντα πάει 'κειά πάνω να κάμη; Εκουζουλάθηκε; Να πάω θέλω 'γώ να
δω.

Αλλά πονηρός διαλογισμός τον μπόδιαε με άλλη και πειο δυνατή περιέργεια. Επειδή γνώριζε την αγάπη της σ' εμένα και τα όσα έλεγε η μάνα μου, σκέφθηκε μήπως μεπερίμενε νανταμωθούμε κροφά· κι' ανέβαινε, φαίνεται, στο βράχο για να 'δη ανυπόμονη αν ερχότανε ο μικρός εραστής.

Πολλές φορές κάθησε, ως όπου να φτάση πάνω και πάνω στο βράχο. Εκεί πάλι κάθησε κέσκυψε με στάση Νιόβης.

Κλαίει πάλι; μουρμούρισε ο Δρακογιώργης. Μα είντα 'ν' αυτά; Να πάω θέλω να 'δω.

Αλλά μόλις κίνησε για κάτω, είδε την άρρωστη να σηκωθή. Κιόπως ήτο ψιλόλιγνη και μαυροφορεμένη πάνω στον άσπρο βράχο, παρουσίαζε το πένθιμο σχήμα κυπαρισιού.

Ο Δρακογιώργης σταμάτησε πάλι· κη άρρωστη φάνηκε σαν νάστρεφε το βλέμμα της στο γύρω θέαμα των αγαπημένω της μερώ. Έπειτα έκαμε μια χερονομία μεγάλη προς το χωριό, σα ναποχαιρετούσε. Και σε μια στιγμή ο χωρικός φώναξε με τρομάρα:

— Παναγία μου! Παναγία μου!

Η μαυροφόρα έγυρε στον γκρεμό κέπεσε στο χάος. Το αίμα του χωρικού πάγωσε· και τόσον παράλυσε το σώμα του από την τρομάρα, που όταν έτρεξε προς τα κάτω, τα πόδια τον δεν τον άκουαν. Στη σάστιση του νου του μια σκέψη συστρεφότανε: «Μα είνε το Βαγγελιό ή άλλη;»

Ήτο το Βαγγελιό, ως την είχε γνωρίσει από μακριά. Όταν έφθασε κάτω στο ποτάμι, είδε με φρίκη στις πέτρες της ακροποταμιάς ένα σώμα ξεκλειδωμένο και κομματιασμένο, σχεδόν λυωμένο· κιόλα τα γύρω ματωμένα.

— Ω Χριστέ μου! είπεν ο χωρικός κέτρεμε μπροστά στο φρικτό θέαμα.

Και μ' ένα βλέμμα, που μετρούσε το ύψος, είδε το τσεμπέρι της πεθαμένης νανεμίζεται κρεμασμένο στα μέσα του γκρεμού. Στο πέσιμο το ελαφρό κεφαλομάντηλο ξέφυγε κέμπλεξε σε μιαγριοσυκιά. Κεκεί σειότανε μαργή και θλιβερή κίνηση, σα σημαία πένθιμη πάνω στο τραγικό λείψανο.

Αν κήτο παραμορφωμένο το σώμα, ο Δρακογιώργης αναγνώρισε το Βαγγελιό. Και σαν να εξάγνισε τη ψυχή του ο φόβος και το μυστήριο του θανάτου από τα ποταπά αισθήματα, αισθάνθηκε μια πικρότατη μεταμέλεια, γιατί κιαυτός είχε κακολογήσει με τους άλλους τη δυστυχισμένη κοπελιά και λίγο προτήτερα είχε περάσει από το νου του ένας πονηρός διαλογισμός.

Το κεφάλι του έκλινε από σεβασμό και στη βοή του καταρράχτη έρριξε λίγα λόγια με συγκίνηση:

 — Ο Θεός να σαναπάψη, άχαρη κοπελιά, γιατί μόνο βάσανα και πρίκες
εγνώρισες σε τούτο τον άδικο κόσμο. Ο Θεός να σ' αναπάψη!

Η μητέρα μου προσπάθησε να μη μάθω το θάνατο του Βαγγελιού. Ταπόγεμα που τη θάψανε, ήμουν βυθισμένος στις ζάλες του πυρετού. Και κάμποσες μέρες κρατήθηκε το μυστικό.

Έπειτα τώμαθα. Στην αρχή δεν το πίστεψα· κιόταν βεβαιώθηκα δεν έκλαψα. Ο καϋμός μου μαζεύτηκε και κλείστηκε στη ψυχή μου, να μείνη εκεί για όλη μου τη ζωή. Έπειτα ήτο τόσο μεγάλο και σοβαρό πράμμα ο θάνατος κείνος, που δεν τον πήγαιναν τα δάκρυά μου, δάκρυα έως τότε παιδιάτικα, που μόνον για μικρά κιασήμαντα είχαν κλάψει.

Ένα μόνο λόγο είπα στη μάνα μου:

— Θωρείς τα 'δα;

Η μάνα μου δεν είπε λέξη.

Ύστερ' από λίγες μέρες μαφήκε κιο πυρετός, όχι από θαύμα, αλλά με το κινίνο. Ένας χριστιανός, ούτε γιατρός, ούτε μάγος, βρέθηκε κείπε να μου δίδουν κινίνο κάμποσες μέρες γραμμή.

Σαν έγινα εντελώς καλά κείδε η μητέρα μου ότι άδικα είχε φοβηθή για την αρρώστεια μου, μου φανέρωσε την υποψία που τη βασάνισε και την έκαμε να φανή τόσο σκληρή στην άρρωστη. Έπειτα είπε με ειλικρίνεια:

— Μεγάλο βάρος έχω στη ψυχή μου, μα ο Θεός θα με συχωρέση, γιατ' είμαι μάνα.

Ο ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΗΣ (93α)

Τα πρώτα γράμματα έμαθα από πολλούς δασκάλους. Ο πρώτος ήτον ένας φραγκοφορεμένος με τόνομα Ηρακλής. Έξω από τόνομά του δε θυμούμαι γι' αυτόν πολλά πράμματα. Η αλήθεια είνε ότι και πολύ γλίγωρα τον χάσαμε. Ένα πρωί μάθαμε πως έκλεψε τη Μαγδαληνή κέφυγε. Ήτο δε η Μαγδαληνή κόρη ενός γιατρού Κερκυραίου, που δεν ξέρω ως είχε ξεπέσει εκεί κάτω σένα χωριό της Κρήτης απόκεντρο. Και θυμούμαι τους χωριανούς πως, συναθροισμένοι στα δώματα, κύταζαν πάνω στη Ρούσα Κεφάλα, στο μέρος που νόμιζαν πως είχαν τραβήξει οι φευγάτοι.

Τον είχαμε δεν τον είχαμε δυο μήνες αυτόν το δάσκαλο. Τίποτε ίσως δεν έμαθα απ' αυτόν· του διατηρώ όμως μια γλυκειά ανάμνηση. Στο σχολείο του με πήγαν σηκωτό, διότι δεν ήθελα να πάω· κέκλαιγα κεσφάδαζα σόλο το δρόμο. Αλλ' ο δάσκαλος μένα κομμάτι καντιοζάχαρη εγλύκανε τη φοβερή ιδέα πούχα για το σχολείο.

Αντικαταστάτη του Ηρακλή μας φέραν ένα παλιό δάσκαλο ονομαζόμενο Ράλιο. Η φιλοδοξία των χωριανών ήτο να εισάξουν νέα γράμματα και νέα μέθοδο, αν και γιαυτά είχαν πολύ αόριστη ιδέα, αγράμματοι ως ήσαν και μακριά του πολιτισμού. Αλλ' αφού έφυγεν ο νέος δάσκαλος, αναγκασθήκανε να ξαναφέρουν τον παλιό, που δίδασκε τα λεγόμενα Κοινά ή κολυβογράμματα. Αυτά τα γράμματα άρχιζαν από τη φυλλάδα, πούτον το αλφαβητάριο τότε· κι' από τη φυλλάδα περνούσαν στον Οκτώηχο, στο Ψαλτήρι και σάλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Αλλ' ο Οκτώηχος είχε στην αρχή του το κεφαλαίο και το μικρό αλφάβητο κέτσι ο μαθητής μπορούσε να περάση και χωρίς ιδιαίτερη φυλλάδα, με τη βοήθεια του δασκάλου και την παρακίνηση της βίτσας του.

Ο Ράλιος δεν ήτο μόνο παλαιικός στη μάθηση, αλλά και παλιός στην ηλικία. Γέρος και λίγο παραλυτικός· και στο περπάτημα έσυρνε τα πόδια του. Κ' οι μαθητές εμιμούμεθα το βάδισμά του για περίπαισμα, από μίσος και για το ξύλο που μας έδιδε, και για την ελευθερία που μας στερούσε. Από τη διδασκαλία του Ράλιου θυμούμαι τον παράξενο τρόπο πούχε για να μαθαίνωμε το αλφάβητο. Λέγαμε το πρώτο και το τελευταίο γράμμα μαζή, έπειτα το δεύτερο και το πρωτελευταίο κ' έτσι όλα. Άλφα - ω, Βήτα - ψι, Γάμα - χι.

Αλλά το χωριό μας, αν και μόλις είχαμε βγη από μια επανάσταση μεγάλη και καταστρεπτική, εδίψα πρόοδο και άμα βρέθηκε άλλος δάσκαλος, ο παλιός ρίχτηκε πάλι στην αχρηστία.

Αυτός πούρθε ήτον ένας αρχιμαντρίτης από τη σχολή της Χάλκης, ως λέγανε. Τ' όνομά του Νικόδημος, 30 - 35 ετών, καλοκαμωμένος άντρας, με κομψότητα στο ντύσιμό του ασυνείθιστη σε μας για ιερωμένο.

Ο Νικόδημος μας έφερε την Αλληλοδιδακτική Μέθοδο· και στις μέρες του κτίστηκε και σχολείο, γιατί έως τότε τα μαθήματα γινόντανε στο σπίτι του δασκάλου ή σε άλλο σπίτι που το νοίκιαζε το Κοινό. Το νέο σχολείο στολίστηκε με πίνακες αναγνωστικούς, μαυροπινάκους και χάρτες γεωγραφικούς. Κάμανε και θρανία και μια ψηλή έδρα για το δάσκαλο.

Μαζή με την Αλληλοδιδακτική μας έφερε ο Νικόδημος και την κανονική εκκλησιαστική μουσική. Κι ο ίδιος ήτο καλόφωνος, κέψαλλε στην εκκλησία από βιβλίο με παράξενα σημεία, και τους καλόφωνους μαθητές διάλεξε κιάρχισε και δίδασκε την παρασημαντική και τους τέσσερους ήχους. Έτσι το χωριό γέμισε από παβουγά κιαναγνωστάκια, διότι σόλους τους μαθητευόμενους ψάλτες η κοινή γνώμη του χωριού έδωκε αυτόν τον τίτλον.

Αλλά κιο αρχιμαντρίτης έμεινε μόνο δυο χρόνια. Αφού μας ίδρυσε, εκτός του δημοτικού, κ' Ελληνικές τάξες, τον πήραν με πλειοδοσία σένα πλουσιώτερο χωριό, στις Αρχάνες.

Τότε μας ήρθε ο πραγματικός νεωτεριστής, ως αντικαταστάτης του
Νικόδημου. Αλλά την ιστορία του θα διηγηθώ λίγο ανάποδα.

Το 1896 κατέβηκα στα Χανιά από την Αθήνα με δημοσιογραφική αποστολή. Γενικός Διοικητής της Κρήτης ήτο τότε ο Γιωργάκης πασάς Βέροβιτς, Αλβανός, που προηγουμένως είχε χρηματίσει Μουτεσαρίφης ή διοικητής του νομού μας. Πήγα να τον επισκεφθώ στο σεράγιο των Χανιών κιόταν άκουσε ποιος ήμουν, είπε με την αλβανική του προφορά:

— Ώστε είσαι από τη Β.;

— Μάλιστα.

— Και με θυμάσαι μένα; Ήρθα στο χωριό σας. Θάνε είκοσι χρόνοι και πάνω.

— Σας θυμούμαι πολύ καλά, εξοχώτατε. Ήμουν μαθητής.

— Στο σκολειό ήσουν; είπε με ζωηρό ξεφώνημα ο πασάς.

Και το ωχρό και μελαγχολικό του πρόσωπο σα να κοκκίνησε.

Έπειτα γέλασε:

— Και τι γίνηκε κείνος ο τρελλός δάσκαλος, που είχατε;

— Ο Καπετανάκης; Πέθανε.

— Καπετανάκη τώλεγαν; Αλλάχ ραμέτ εϋλεσί!(94) Μα θυμάσαι τι πήγατε να μου κάμετε; Να μου σπάσετε το κεφάλι εσείς τα σκολιαρούδια. Εσείς οι Κρητικοί και μικροί νάστε διάολοι είστε. (Τη φράση του συνόδευσε χαμόγελο καλοκάγαθο, για να δείξη ότι δεν τώλεγε για να κατηγορήση). Μα το φταίξιμο ήτονε του δασκάλου σας. Αυτός, τζάνεμ, θεότρελλος ήτονε. Βρήκα το μπελλά μου από τους Τούρκους του χωριού. Αναφορές πάνω στσ' αναφορές μούπεμπαν γιαυτόν. Έλεγαν πως ήτο ασής(95) και ζητούσαν να τον κάνω σιργούνι.(96) Στην Πόλη έφταξε το πράμμα.

— Δεν ήτο τρελλός, παρατήρησα. Είχε πολύ ενθουσιασμό.

— Πώς το είπες αυτό; ρώτησε ο πασάς; που λίγο γνώριζε τα Ελληνικά και πολλές φορές σταματούσε για να βρη τη φράση που θάλεγε ή για να καταλάβη τι τούλεγαν.

— Είχε ενθουσιασμό πατριωτικό.

Το λίγο που κατάλαβε ο πασάς από τη φράση μου τον έκαμε να κυτάξη με ανησυχία προς τη θύρα της αίθουσας που ήμεθα. Και για να σταματήσω στην ελευθερία που πήρα να μιλώ περί κρητικού πατριωτισμού σένα αντιπρόσωπο τον Σουλτάνου, είπε:

— Νε ίσα.(97)

Και άλλαξε ομιλία.

Ο δάσκαλος, που τέτοια εντύπωση είχε κάμει στον πασά, ήτο κιαυτός νέος άνθρωπος και ζωηρός, με πυρρόξανθα γένια, χωρισμένα στη μέση. Γιαυτό και ψαλιδογένη τον έλεγαν οι χωρικοί. Φορούσε στενά κέλεγαν πως είχε κάμει στην Αθήνα.

Έψαλλε κιαυτός· αλλ' αντί των βυζαντινών αργοφωνιών, αντί των τερερισμών, των ναι - ναι και να - να του Νικόδημου που δεν τάξερε, επιχειρούσε να ψάλη με αρμονία τάχα ευρωπαϊκή που την ήξερε λιγώτερο. Με τα πειο καλόφωνα παιδιά του σκολειού σχημάτισε κιαυτός χορό κιέψαλαν μαζή μια πολυφωνία, που δεν εγγυούμαι πως είχε τίποτε το αρμονικό. Το μόνο βέβαιον είνε ότι έψαλλαν με νέο και παράξενο τρόπο· και μαυτό πετύχαινε ο δάσκαλος το σκοπό του, δηλαδή να φανή ότι έφερνε κάτι περισσότερο και νεωτεριστικώτερο από τον προκάτοχό του. Η δύναμη του ήτο στο «Άγιος ο Θεός». Εκεί έβαζε κάτι φωνάρες, που έτρεμε ο θόλος της εκκλησίας. Έτρεμαν από την προσπάθεια και τα γένια του δασκάλου, σαν την ουρά της σεισοράδας.

Εις ταντίφωνα ο δάσκαλος άρχιζε με βαθειά φωνή «Και μετά του πνεύματός σου» κετελείωνεν ο παιδικός χορός «Ο Θεός ημών» με οξύφωνη συνέχεια, η οποία από τους ψηλούς τόνους χαμήλωνε κιαπλωνότανε σαν κύμα, πράμμα που δεν τούλειπε μεγαλοπρέπεια και χρωματισμός με υποβολή.

Αλλ' ο μεγαλείτερος και σπουδαιότερος νεωτερισμός του Καπετανάκη ήσαν τα στρατιωτικά γυμνάσια. Ήθελε να μας κάμη στρατιώτες, για να υπηρετήσωμεν, ως έλεγε, μια μέρα την πατρίδα, ως τακτικοί πλέον κιόχι άτακτοι κιασύντακτοι. Αλλ' ο ταλαίπωρος άνθρωπος είχε μόνο την καλή προαίρεση. Τα εφόδιά του ήσαν πολύ λίγα. Ό,τι ήξερε ήτο να βαδίζωμε με το έν - δυο και να κάνωμε μεταβολή τρίχρονη με τρία παραγγέλματα:

— Πους δεξιός προς αριστερόν! Πους αριστερός προς δεξιόν! Πους δεξιός παρ' αριστερόν!

Αυτό ήτον όλο. Άρχιζαν δε αυτά τα σπουδαία γυμνάσια με το «μαρς!» κετελείωναν με το «αλτ!» Λησμόνησα να πω ότι κιο χαιρετισμός μας έγινε στρατιωτικός. Αλλ' ο δάσκαλος αυτόν το χαιρετισμό τον έλεγε σχήμα και το σχετικό παράγγελμα ήτο «Κάμετε σχήμα!» Μας έμαθε και διάφορα πατριωτικά τραγούδια και τα τραγουδούσαμε όταν μια φορά τη βδομάδα μας οδηγούσε κάτω στα λιβάδια και περνούσαμε απόγεμα με γυμναστικά παιγνίδια.

Όταν ήρθε είδηση ότι ο πασάς του νομού μας, πούτον ο Βέροβιτς, θαρχόταν να επισκεφθή την επαρχία μας, ο δάσκαλος εσύνθεσε ποίημα να το ψάλωμε στην υποδοχή. Κενώ θα το λέγαμε στον αντιπρόσωπο του Σουλτάνου, ήτο γεμάτο από Ελλάδα κ' ελευθερία. Έλεγεν, όμως τον πασάν «ένθερμον προστάτην της παιδείας» κιότι «άπας ο λαός τον υπεδέχετο μετά παλμών καρδίας».

Οι χωριανοί μας Τούρκοι, όταν είδαν τον ψαλιδογένη να διδάσκη τα παιδιά των Ρωμιών «ταλίμια» στρατιωτικά, εσκανδαλίστηκαν κεζήλεψαν. Φαίνεται δε ότι έκαμαν παρατηρήσεις στο δικό των το Χόντζα, ένα κακομοίρη που μόλις ήξερε ανάγνωση, κιαπαίτησαν να κάνη κιαυτός στρατιωτικά γυμνάσια στα Τουρκάκια. Αλλ' αν ο δάσκαλος ήξερε πολύ ολίγα, ο χόντζας δε σκάμπαζε τίποτε. Θάχε 'δη, φαίνεται, νιζάμηδες να γυμνάζουνται, αλλά δεν είχε πάρει τίποτε. Αφού όμως του απαίτησαν να κάνη όπως όπως στρατιωτικά γυμνάσια, έβαλλε στη γραμμή τα παιδιά, ξυπόλυτα τα περισσότερα, όπως ήμεθα και μεις, και τους έλεγε «μπιρ ικί» και κάτι παραγγέλματα, για να κάνουν κινήσεις χωρίς ρυθμό και σκοπό. Μόνον που σήκωναν τη σκόνη με τα πόδια των. Από τα παραγγέλματά του μου μένει στη μνήμη ένα «Αλτσάτ!», που δεν ανήκει σε καμμιά γνωστή γλώσσα.

Ετοιμασίες λοιπόν εμείς, ετοιμασίες κιο Χόντζας για την υποδοχή του πασά. Τη μέρα που περιμέναμε το Μουτεσαρίφη, ο δάσκαλος μας πήγε πάνω από το χωριό, σένα ανώμαλο κιανηφορικό μέρος και μας παράταξε κιαπό τα δυο μέρη του δρόμου. Αλλ' ενώ περιμέναμε, φάνηκε από ψηλά ένας βοσκός χριστιανός και φώναξε:

— Δάσκαλε, αι δάσκαλε! Είντα κάθεσ' ατουδά κιο Χόντζας πήε πλεια πάνω με τα Τουρκάκια; Είνε στον Άη Γιάννη.

Τα ψαλιδωτά γένια, ανατρίχιασαν. Ο δάσκαλος μουρμούρισε μια βρισιά, έπειτα γύρισε και μας είπεν, ως θα μας έδιδε το παράγγελμα «Γεμίστε!».

— Πάρετε πέτρες!

Αφού κάμαμε καθένας μια προμήθεια από πέτρες κεπανήλθαμε στην παράταξη, ο Δάσκαλος μπήκε μπρος και φώναξε «μαρς!» Τον ακολουθήσαμε και σε λίγο είδαμε το Χόντζα και τα Τουρκάκια. Είχαν παραταχθή δίπλα σένα εξωκλήσι.

— Τον άτιμο! μουρμούρισε ο δάσκαλος. Εβεβήλωσε και την εκκλησία.

Όταν πλησίασε ο Καπετανάκης, φώναξε στο Χόντζα:

— Είντα πήες τόσο πάνω, μωρέ μουλά;(98) Τα πρωτεία θες να πάρης; Και δεν εσυλλογίστηκες πως δε θα σ' αφήσω να κάτσης στην κεφαλή μας πάνω; Γιανιτσαριά δεν είνε μπλειο στην Κρήτη: Έλα κάτω, γιατί θα σε κατεβάσωμε θες και δε θες.

Και 'μεις τόσο συμφωνούσαμε στην ιδέα του δασκάλου μας, ώστε μόνο το σύνθημα περιμέναμε για να μην αφήσωμε τούρκικο κεφάλι γερό. Ο Χόντζας όμως υποχώρησε αμέσως· κιόταν ήρθε κοντά δικαιολογήθηκε:

— Βαλλαΐ,(99) κύριε δάσκαλε, δεν τώκαμα αξαργιτού,(100) μόνο δεν το 'κάτεχα πως ήστε χαμηλότερα. Το σωστό βέβια είνε να πάτε του λόγου σας πλειο ομπρός, γιατί και περισσότεροι στε, κείνε δα κιο παχιάς χριστιανός. Ορίστε παραπάνω τουλόγου σας.

Προχωρήσαμε 'μεις και Τούρκοι ήρθαν κάτω.

Σε λίγο έφτασε ο πασάς, συντροφευμένος από υπαλλήλους κέφιππους ζαπτιέδες. Τον βάλαμε στη μέση κιαρχίσαμε το άσμα μας. Αλλ' ενώ το άσμα έλεγεν ότι τον υποδεχότανε «άπας ο λαός», εκτός των μαθητών είχαν έρθει μόνον πέντε δέκα πρόσωπα της τοπικής εξουσίας και οι προύχοντες του χωριού κιάλλοι τόσοι περίεργοι. Όταν η συνοδεία του πασά έφτασε και στο Χόντζα, ακούστηκε το «Αλτσάτ!» κιάρχισαν και τα Τουρκάκια κάτι να ψάλλουν. Έπειτα ανακατευτήκαμε και πηγαίναμε όλοι μαζή. Αλλά σε λίγο κάτι είπαν ένα δικό μας παιδί κένα Τουρκάκι κιαρπάχτηκαν· και σε μια στιγμή η συμπλοκή γενικεύτηκε. Βροχή οι πέτρες και στη μέση ο πασάς. Οι έφιπποι χωροφύλακες κινήθηκαν να μας χωρίσουν, αλλά το μέρος ήτο πολύ ανώμαλο κιαπό τις πέτρες τάλογα αφηνίασαν. Μόνον η φωνή του Δασκάλου μας, που διάταξε «Παύσατε πυρ!», έδωκε τέλος στη μάχη. Κιαληθινά ο Βέροβιτς κιντύνεψε ή να πέση από τάλογο ή να του σπάσουν οι πέτρες το κεφάλι. Ήτον όμως καλοκάγαθος και δεν έδωκε σημασία στο επεισόδιο. Αλλά και μετά τόσα έτη δεν τώχε λησμονήσει κέτσι μου θύμησε το δάσκαλό μου.

Ο Καπετανάκης δε φρόντιζε μόνο για τη σωματική μας ενίσχυση, αλλά και για να μας αναπτύξη το θάρρος και την τόλμη. Κιαυτά για να γίνωμεν, ως έλεγεν, αντάξιοι και καλλίτεροι των προγόνων κέτσι να τελειώσωμε το έργο των, την απελευθέρωση της πατρίδας. Για να κάμωμε κορμιά γερά, μας παρακινούσε στα γυμναστικά παιγνίδια. Για να κάμωμε καρδιές ατρόμητες και ναψηφούμε τους κινδύνους, βρήκε άλλη άσκηση. Να πολεμούμε με τις σφήκες. Και μεις πρόθυμοι ζητούσαμε σφηκιές, τις «ξεμυγίζαμε», κιοπλισμένοι με φουντωτούς κλάδους πολεμούσαμε με τις σφήκες που ξορμούσαν ερεθισμένες.

Πολλούς από μας τους κέντρωναν, αλλά κανείς δεν υποχωρούσε, αν δεν ενικούσαμε πλήρη νίκη, δηλαδή το εξόντωμα της σφηκιάς. Και κάθε φορά αυτό το αποτέλεσμα μας έδιδε την ικανοποίηση και την περηφάνεια αληθινού θριάμβου.

Εξαιρετική ήτον η δόξα των λαβωμένων, κείνων που κεντρόνοντο στη μάχη. Έπειτα στο σχολείο αναφέραμε τις περιπέτειες του αγώνα κιο δάσκαλος άκουε με σοβαρό ενδιαφέρο και παινούσε κείνους πούχαν ανδραγαθήσει.

Προβίβαζε μάλιστα και κείνους πανδραγαθούσαν. Των έδιδε την άδειαν να πηγαίνουν στο βιτσιλοπόλεμο, δηλαδή πόλεμο με τα όρνια. Κεπειδή αυτός ήτο πειο επικίντυνος, τον έκαναν οι μεγαλείτεροι και ανδρειότεροι.

Σε κάμποση από το χωρίο απόσταση ήτο μια βαθειά χαράδρα, όπου οι χωριανοί έρριχταν τα ζώα που ψοφούσαν. Εκεί κατέβαιναν γυπαετοί, που τους λέγουν βιτσίλες, κιάλλα όρνια κέτρωγαν τα ψοφίμια. Αλλ' άμα παραχόρταιναν, βάραιναν τόσο, που δεν μπορούσαν να πετάξουν. Έπρεπε ναύρουν ψήλωμα και στο μεταξύ βρίσκαμε καιρό και τα κτυπούσαμε με πέτρες, ή ξύλα και πολλά σκοτώναμε.

Αλλ' αν τα όρνια στις στιγμές αυτές δε μπορούσαν να πετάξουν, αναπηδούσαν όμως αγριεμένα κ' επιθετικά. Αυτός ήτο ο κίντυνος, γιατ' είχαν ράμφη και νύχια φοβερά και μπορούσαν να βγάλουν μάτια ή κόψουν σάρκες. Είχαν δε και κάτι μάτια πρασινωπά, που προξενούσαν τρόμο με τανάβλεμμά των.

Αλλ' ο ψαλιδογένης είχε κένα ελάττωμα πολύ αντιπαιδαγωγικό κιωρισμένως αντίθετο στη προσπάθειά του να μας κάμη άφοβους πολεμιστές. Ήτο οξύθυμος κέδιδε ξύλο πολύ. Αλλά μας γλύτωσε η χήρα μητέρα ενός συμμαθητού μας, μια αντρογυναίκα. Από ένα χαστούκι, πούδωκε στο παιδί της ο δάσκαλος, τούμεινε μια βοή σταυτί. Η μητέρα φοβήθηκε πως το παιδί της θα κουφαθή και μια μέρα ήρθε αγριεμένη στο σχολείο.

— Άκου δάσκαλε, είπε του Καπετανάκη, εγώ το παιδί μου, τώβαλα στο σκολιό για να ξεστραβωθή. όι να μου το κουφάνης. Δε θέλω να το δέρνης. Σαν κάμη πράμμα, να μου το λες εμένα κεγώ το δέρνω. Γιατί, μα το Θεό πούν' από πάνω μας; άνεν το ξαναδείρης θαρθώ με το κόπανο!

Από τη μέρα κείνη ο διδάσκαλος μετρίασε πολύ το ξύλο για όλους.

Αλλ' ως μου είπεν ο πασάς, οι Τούρκοι του χωριού δεν τον εχώνευαν· και συχνά τον κατάγγελλαν ότι εδίδασκεν επαναστατικές ιδέες και ότι παρασκεύαζε τους μαθητές να γίνουν αντάρτες κατά του Σουλτάνου. Κείχε, φαίνεται, φύγει από το νομό μας ο Βέροβιτς, όταν ήρθε διαταγή από τα Χανιά να συλληφθή. Τον ξώρισαν στην Τρίπολη της Μπαρμπαριάς κεκεί τράβηξε μεγάλα βάσανα. Στον καιρό του Φωτιάδη, οι βουλευτές της Κρήτης τον ζήτησαν μαζή μάλλους εξόριστους. Γύρισε στην Κρήτη, αλλά πτώμα. Ήρθε φθισικός κύστερα από λίγον καιρό πέθανε.

Τις τελευταίες τον ώρες έγραψε σένα φύλλο χαρτί τα εξής, σαν πατριωτική του διαθήκη:

Σ τ ο ν τ ύ ρ α ν ν ο,

Είπε το κλήμα στον τράγο, που τώτρωγε: «Κιως τη ρίζα να με φας, πάλι
θα βλαστήσω και θα δώσω το κρασί να χαροκοπήσουν κείνοι που θα σε
βάλουνε στη σούβλα.
                                                     Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ

ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ (110)

Λίγα χρόνια προ του 1821 στο Κράσι της Πεδιάδας.

Ο Σιφογιάννης βγήκε από το σπίτι του κιαπό πίσω η γυναίκα του φάνηκε στην πόρτα και τούπε:

— Καλιά 'χα 'γώ να μην πας, η μέρα πούνε.

— Μα δε θα κάμω δα κιαμμιά δουλειά, ευλοημένη. Δε σου τώπα; Θα πάω να δω αν είνε καιρός για διπλοσκάφισμα.

— Ο Θεός μαζή σου, μια που δε μ' ακούς. Λες πως δε θα δουλέψης· μα μπορείς τουλόγου σου να πας στα γονικά σου και να μην κάμης κιαμμιά δουλειά, και Λαμπρή νάνε;

Ο γάιδαρος περίμενε μπροστά, στην πόρτα στρωμένος, κιο Σιφογιάννης, ενώ τον έλυνε, είπε στην γυναίκα του με λίγο νεύρωμα:

 — Μα σου τώπα δα, σου τώπα, πως δε θα δουλέψω. Πόσες φορές πρέπει να
σου το πω;

— Εγώ 'πρεπε να σου το πω, γιατί 'νε βαρά σκόλη, και 'ξά σου. (102)

 — Καλά, καλά, είπεν ο Σιφογιάννης κιαφού έκαμε το σταυρό του,
ανέβηκε στο γαϊδούρι και τον φώναξε «σε!» για να ξεκινήση.

Η γυναίκα του έμεινε κάμποσα λεπτά στην πόρτα και τον έβλεπε ν' απομακρύνεται. Στο αναμεταξύ μουρμούρισε:

— Μα σαν πάει μόνο για να δη, γιάειντα τον επήρε τον κλαδεύτηρο;

Ο Σιφογιάννης ήτο εξηντάρης και πάνω. Αλλά σαν αυτό δουλευτής δεν ήτον άλλος στο χωριό. Γιαυτό, αν κ' ήτο θεοφοβούμενος, η μεγάλη φιλοπονία του τον τραβούσε καμμιά φορά και τις εορτές να μη μένη αργός. Αλλ' ως ελάφρωμα στη συνείδησή του είχε την πρόφαση ότι δεν έκανε βαρειές δουλιές τις εορτές. Διόρθωνε κανένα τράφο,(103) πούχε χαλάσει, λευτέρωνε δέντρα από παρακλάδια ή ξεράδια, καθάριζε το χωράφι από πέτρες ή ξεχόρτιζε και κουβαλούσε το βράδυ στο σπίτι χόρτα για τα ζώα του ή ξύλα.

Κιόταν μια φορά ο παπάς τούκαμε την παρατήρηση και τούπε πως ήτο πολύ «ταμακιάρης», δηλαδή πλεονέκτης, ενώ, ως άτεκνος που ήτο, δεν είχε πολλές ανάγκες, ο Σιφογιάννης κύταξε γύρω, για να μην ακούση κανείς κείνο που θάλεγε, κέπειτα σιγά:

— Δε θωρείς τα πλούτη μου, γέροντα; είπε. Δουλεύγω και σάλιο δεν έχω στο στόμα. Δεν έχω παιδιά, μάχω αφεντικά. Πρέπει να δουλεύγω, για νάχω να πλερόνω το χαράτσι και τάλλα δοσίματα. Και σαν έχω να χορταίνω τον Αγά και το Σούμπαση(104) και κάθα γιανίτσαρο που μου ζητά, γλυτόνω σκιάς απού τσι ξυλιές και χερότερα. Δουλεύγω, σα σκλάβος, για τη σκλαβιά μου.

Ο παπάς αναστέναξε:

— Και ποιος χριστιανός δεν είνε σκλάβος και δε δουλεύγει για τη σκλαβιά του;

Στο κεφάλι του ο Σιφογιάννης φορούσε μαύρη πέτσα(105). Οι Ρωμιοί τότε απόφευγαν τα ζωηρά χρώματα και φρόντιζαν να φαίνωνται ταπεινοί, για να μη θεωρούνται επιδεικτικοί, ότε μπορούσαν να θεωρηθούν από τους Τούρκους προκλητικοί. Με το βάδισμα του γαϊδουριού, σειότανε η άκρη της πέτσας του Σιφογιάννη. Ήτον καθισμένος στο σαμάρι δίπλα, με ρωμαίικη καβάλα, όπως την έλεγαν τότε και την λέγουν ακόμη. Οι Ρωμιοί καβαλούσαν έτσι, για να είνε έτοιμοι να πεζέψουν, άμα φαινότανε Τούρκος. Χωρίς αυτή την έγκαιρη δουλική ταπείνωση, το μικρότερο πούχαν να υποφέρουν ήτο το ξύλο.

Σαυτή την ανάγκη βρέθηκε ο Σιφογιάννης, μόλις απομακρύνθηκε λίγο από το χωριό. Και το συναπάντημα, που τούρθε, ήτον από τα πειο επίφοβα που μπορούσαν να του τύχουν. Αντίθετα ερχόταν ένας Τούρκος έφιππος.

Από μακριά τον γνώρισε. Και ποιος δεν τον γνώριζε; Ήτον ο Αγάς του
Μοχού, που λεγότανε Μόχογλους.

Την ίδια στιγμή ο Σιφογιάννης κατέβηκε από το γαϊδούρι, έσυρε το ζώο στην άκρη του δρόμου, το κράτησε 'κεί ακίνητο και στάθηκε κιο ίδιος δίπλα να περιμένη τη διάβα του Αγά. Μετά πέντε λεπτά ο Μόχογλους έφτανε μένα ψαρό άλογο. Θάτονε σαράντα πέντε ετών, αλλά φαινότανε γεροντώτερος. Ήτονε παχύς, αλλ' η κιτρινάδα τον προσώπου του μαρτυρούσε πως το πάχος τον ήτον αρρωστιάρικο. Στο βλέμμα του το άτονο και θολό φαινότανε κούραση, αλλ' η κούραση του βέβαια δεν ήτον από εργασία. Είχεν όμως στιγμές που σαυτά τα ψόφια μάτια άναβε φοβερή φλόγα ο θυμός κη τυραννική παραφροσύνη.

Τα σαλβάρια του ήσαν από γαλάζια τσόχα, στο κεφάλι φορούσε σαρίκι άσπρο και στη μέση του είχε μπιστόλες και γιαταγάνι.

Ο Μόχογλους ήτο, ως είπαμεν, ο Αγάς, δηλαδή ο τιμαριούχος του Μοχού και της περιοχής του. Κιως Αγάς ήτον απόλυτος κύριος της ζωής και των περιουσιών των ραγιάδων, μάλιστα τα χρόνια κείνα της γιανιτσαρικής αναρχίας, που και κατώτεροι Τούρκοι έδερναν και σκότωναν Ρωμιούς, χωρίς να δίδουν ή να χρωστούν λογαριασμόν σε κανένα.

Ο Μόχογλους δεν ήτο από τους χειρότερους Τούρκους. Είχε κάμει φοβερά πράμματα, αλλ' είχε και καλές στιγμές. Είχε σκοτώσει Ρωμιούς, για ψύλλου πήδημα ή για τίποτε εντελώς, αλλ' είχε σκοτώσει και καπανταΐδες Τούρκους που πείραξαν Ρωμιούς στην περιοχή του, τους ραγιάδες του, ως τους έλεγε. Αλλά την προστασία του άπλωνε κέξω από την περιοχή του, σε Ρωμιούς πούχε πάρει στο χαρέμι των αδερφές των ή κόρες των. Ενδεχόμενον όμως ήτο να σκοτώση μετά κάμποσον καιρόν και κείνον που έσωσε.

Είχε μια νέα υπηρέτρια χριστιανή και μια μέρα της λέει:

— Θες, μωρή, να σε παντρέψω;

— Θέλω, αγά.

— Διάλεξε τον καλλίτερο Ρωμιό ντεληκανή να σου τόνε βλοήσω.

Η υπηρέτρια εδιάλεξε τον καλλίτερο νέο από τ' Αβδού, πούτον χωριό της· κιο Αγάς τον έστειλε παραγγελία να πάρη την υπηρέτρια του· τον έστειλε μαζή κένα φυσέκι, που σήμαινε «αν αρνηθής, θα σκοτωθής». Ο νέος, εννοείται, δέχτηκε κιο γάμος έγινε. Κουμπάρος ο Μόχογλους με αντιπρόσωπο. Μετά μια δυο μέρες πήγε η νύφη να χαιρετήση τον Αγά. Κιο Μόχογλους της είπε:

— Αρέσει σου, μωρή, ο γαμπρός;

— Αρέσει μου, αγά.

Μια πιστολιά τον Αγά την ξάπλωσε κάτω σκοτωμένη.

Αυτή όμως η ψυχική ανωμαλία του Μόχογλου δεν προερχότανε μόνον από τυραννική παραφροσύνη, αλλά, φαίνεται, κιαπό το πιοτό. Οι Μπουρμάδες, δηλαδή οι Κρητικοί πούχαν γίνει κιόλο γινόντανε Τούρκοι, είχαν συμβιβάσει στην Κρήτη το μωαμεθανισμό με το κρασί κήσαν πολλοί που κρυφά ή φανερά παράβαιναν την απαγόρευση του Μουχαμέτη. Ο Μόχογλους έπινε κρυφά, αλλά δεν έπινε για τούτο και το λιγώτερο.

Στα πέντε λεπτά, που περίμενε ο Σιφογιάννης, συλλογιζότανε σε τι διάθεση θαύρισκε άρα γε τον Αγά. Κιαν ήτο στα δαιμόνιά του, τι κακό να τον περίμενε. Θυμότανε τα λόγια της γυναίκας του και μετανοούσε που δεν την άκουσε. Ίσως η αμαρτία να δουλέψη μέρα εξαιρέσιμη (γιατ' η αλήθεια είνε ότι κάποια δουλειά πήγαινε να κάμη), τούφερε στο δρόμο του το Μόχογλου να τον τιμωρήση.

Ο Μοχόγλους όταν έφτασε, αντί να περάση, σταμάτησε το άλογό του μπροστά στο Σιφογιάννη και τούπε:

— Πού πας, μωρέ;

— Στσ' ορισμούς σου αγά. Πάω σταμπέλι μου να κάμω μια ολιά δουλειά.

— Και σήμερο δεν έχετε σκόλη, εσείς οι Ρωμιοί;

Ο Σιφογιάννης άρχισε να τρέμη.

— Ναίσκε, αγά.

— Οϊλέσα,(106) μωρέ, είνε κρίμα να δουλεύγη τέτοια μέρα ένας Ρωμιός;

— Ναίσκε, αγά, αποκρίθηκε ο Σιφογιάννης κέτρεμε περισσότερο.

— Το ζιμιός(107) εσύ δεν είσαι καλός χριστιανός.

— Δεν είμαι, πρέπει, αγά.

— Σα δεν είσαι καλός Ρωμιός, θα σε κάμω Τούρκο.

Ο Σιφογιάννης έκαμε να παρακαλέση, αλλ' από την τρομάρα του τραύλιζε:

— Για το Θεό, αγά…και να χαρής τα παιδιά σου…

Ο Μόχογλους άγγιξε τη μπιστόλα και τούπε:

— Δε θες; Καλλίτερος είσαι συ, γκιαούρη, από 'μένα πούμαι Τούρκος;

— Όι, αγά.

— Αι, να πης και γλίγωρα τση μπιστόλας, γιατί ανημένει.

Και την ίδια στιγμή τράβηξε τη μπιστόλα.

— Ό,τι θες, αγά. Ό,τι ορίζεις. Δικός σου είμαι.

Χωρίς να βάλη στη μέση τον τη μπιστόλα, ο Μόχογλους τούπε:

— Έβγα σαυτονέ τον τράφο, μωρέ!

Ο Μόχογλους είχε στο στόμα ένα σαρδώνιο γέλιο· μαπό το σαστισμό του ο Σιφογιάννης κιαπό το δουλικό φόβο που δεν τον άφηνε να σηκώση το βλέμμα στο πρόσωπο του Αγά, δεν είδε τίποτε. Ανέβη ως τόσο στον ξερότοιχο με αρκετή δυσκολία από την τρομάρα που τον κρατούσε σ' όλα του τα μέλη. Τουρτούριζε ο κακομοίρης και τα δόντια του κτυπούσαν. Τότε ο Μόχογλους του είπε:

— Ό,τι σου λέω να λες!

Είτε από το σαστισμό του, είτε διά να γίνη ευάρεστος στον Τούρκο, είπε στην απόκρισή τον μια τούρκικη λέξη από τις ολίγες πούξερε:

— Πεκ έυ, αγά, (Πολύ καλά).

Ο Μόχογλους άρχισε ν' απαγγέλη με τόνον ιερατικής ευχής:

Τούρτουρος και τουρτουρίνα!

Ο Σιφογιάννης επανάλαβε:

Τούρτουρος και τουρτουρίνα!

Κιο Μόχογλους εσυμπλήρωσε:

Και μεγάλη Τουρκαρίνα!

Αφού επανάλαβε και τη δεύτερη φράση ο χωρικός, ο Αγάς του είπε:

— Αγνάντισες(108) εδά, μωρέ, είντα γίνηκε;

Με δειλό νεύμα φανέρωσε ο Σιφογιάννης πως δεν κατάλαβε.

— Θα σου το πω, εγώ, είπεν ο Μόχογλους. Ετούρκεψά σε. Και να μου γνωρίζης και χάρη που σεγλύτωσα από το σουνέτι.(109) Από σήμερο και πέρα είσαι Τούρκος. Θα παίρνης αμπτέστι(110) και θα προσκυνάς, σαν Τούρκος.

Ο Σιφογιάννης έκλινε την κεφαλήν.

— Στσ' ορισμούς σου, αγά…μα…

 — Μα και μα δεν έχει! Είσαι Τούρκος. Σου δίδω κιόνομα τούρκικο·
Τζαφέρης.

Έκλινε πάλιν την κεφαλήν τον ο χωρικός, χωρίς να πη λέξη.

— Άιντε δα, είπεν ο Μόχογλους, και να μην ακούσω πως πίνεις κρασί. Κατές πως ο προφήτης μας είπε να μην πίνωμε κρασί. Εγώ που θωρείς δεν το βάνω ποτέ στο στόμα μου. Είνε μεγάλο κρίμα. Ντοαλέρ(111), Τζαφέρ αγά!

Ο Μόχογλους, αφού έβαλε την μπιστόλα στη μέση του, εφτέρνισε τάλογό τον κέφυγε· κιο Σιφογιάννης έμεινε στο δρόμο μόνος με την απελπισία του. Το χοντρό και μαύρο του χέρι σπόγγισε ίδρωτα αγωνίας από το μέτωπό του.

— Α! γυναίκα, γυναίκα, είπε μαναστεναγμό, καλά που μούλεγες και δε σάκουσα. Να η αμαρτία που μέφερε, Κεδά είντα θα κάμω;

Μια στιγμή κίνησε για να γυρίση στο χωριό· αλλ' ευθύς άλλαξε γνώμη και τράβηξε κάτω προς ταμπέλι, όπου πήγαινε. Στο κεφάλι του ήτο ένα φοβερό κιαξέμπλεχτο ανακάτωμα. Μια φορά που ο Μόχογλους τούπε να γίνη Τούρκος, πώς μπορούσε να παρακούση; Η τιμωρία του θα ήτο θάνατος, αφού και χωρίς αιτία σκότωνε. Αλλά και να χάση την πίστη του έτσι; Ο πατέρας του κοι πρόγονοί τον με τόσα που υπόφεραν εφύλαξαν τη θρησκεία των· κιαυτός για μια φοβέρα θαλλαξοπίστιζε; Πάλι όμως δεν εύρισκε μέσα του αυταπάρνηση μαρτυρική· κι άμα έφτανε στη σκέψη να παρακούση τον τύραννο κιας πέθαινε για τη πίστη του, ξέφευγε και ζητούσε τρόπο να σώση και την πίστη και τη ζωή του. Να πάη στον Αγά και να πέση στα πόδια του; Ούτε θα τον άφηναν να μπη στο κονάκι του. Αλλά και πάλι η μπιστόλα θα του μιλούσε. Να βάλη άλλον να μεσιτέψη; Ποιόν; Αλλά κιαφού μπροστά στο Μόχογλου δέχτηκε ο ίδιος να γίνη Τούρκος, μαρτύρησε πίστη στο Μουχαμέτη. Και τώρα αν έμενε χριστιανός, ήτο ως να γύριζε από την τουρκική στη χριστιανική θρησκεία. Κιαυτό θα ήτο η εσχάτη προσβολή κατά των Τούρκων και της θρησκείας των. Μια μόνη διέξοδο έβλεπε· να είνε στο φανερό τούρκος και στο κρυφό χριστιανός.

Οι περισσότεροι στην Κρήτη πούχαν τουρκέψει και τούρκευαν, αυτή την απόφαση έπαιρναν. Γιαυτό κιαλλαξοπίστιζαν όλοι μαζή οι κάτοικοι των χωριών. Αλλ' είτε κοι ίδιοι, είτε οι απόγονοί των, σε μια ή δυο γενεές, συνείθιζαν να ζουν ως Τούρκοι και τότε αληθινά απαρνούντο την καταδιωγμένη θρησκεία των. Ήτο όμως και πολύ δύσκολο, πολλάκις κιαδύνατο να κρατήσουν την απόφασή των, να κάνουν κρυφά τους τύπους της χριστιανικής λατρείας και φανερά να περνούν ως Τούρκοι.

Ο Σιφογιάννης πέρασε όλο ταπόγεμα σταμπέλι του· κιόλη την ώρα καταγινότανε σε διάφορες μικροδουλιές, αλλά πραγματικώς δούλευε το μυαλό του και βασανιζότανε νάβγη από το φοβερό αδιέξοδο, που τον είχε βάλει ο Μόχογλους. Και τρόπο να γλυτώση δεν εύρισκε.

Μόνο μια ελπίδα είχε· ότι ο Αγάς ήτο μεθυσμένος, ότι το μεθύσι του τον έβγαλε σαυτό που τούκαμε κιότι την άλλη μέρα θα το λησμονούσε. Πώς μπορούσε νάνε σοβαρό ένα τέτοιο τούρκεμα; Είχε ακούσει πως κιάλλους χριστιανούς είχαν προ ετών τουρκέψει μόνο με λίγα λόγια ενός ιμάμη,(112) αλλά σαυτή την περίσταση ήτο τουλάχιστον ένας αντιπρόσωπος της μωαμεθανικής θρησκείας. Πώς να θεωρηθή λοιπόν αληθινό το τούρκεμα πούγινε στο δρόμο κιαπό τούρκο που δεν είχε κανένα ιερατικό αξίωμα; Αλλ' αν το πράμμα δεν είχε τυπικό κύρος, είχε όμως πραγματικό. Αφού τώθελε ο Μόχογλους κη μπιστόλα του να γίνη τούρκος, ήτον αναγκασμένος να γίνη. Και δεν ήτο το ίδιο; Δεν θα πήγαινε πεια στην εκκλησία, αλλά στο τζαμί, δεν θα λεγότανε Γιάννης, αλλά Τζαφέρης. Και πάντα θα κολαζότανε. Μπορούσε να παραβή την προσταγή τον τυράννου και χωρατά αν του τώκαμε;

Ενώ έτσι σκεπτότανε, αναστέναζε κέλεγε:

— Άχι! Θε μου, δε λυπάσαι μπλειο τσοι χριστιανούς; Εξέχασές μας τσοι κακομοίριδες; Κιάρχισε κέκλαιγε.

Σε λίγες ώρες απογέρασε από τη ψυχική του αγωνία. Και τόσο αποχυμένο και χλωμό ήτο το πρόσωπό του όταν το βράδυ γύρισε στο σπίτι, που η γυναίκα του νόμισε πως ήταν άρρωστος.

— Όι, δεν είμ' αρρωστάρης, της είπε· μόνο εκουράστηκα.

Σκεπτότανε να μην πη στη γυναίκα του τη συνάντησή του με το Μόχοχλου και τα όσα ακολούθησαν, έως ότου θάβλεπε τρόπο να ξεμπλέξη.

— Εκουράστηκες; είπεν η Σιφογιάννενα. Θωρείς τα δα; Καλά το φοβούμουνε 'γώ. Μα, καλορρίζικε άθρωπε, δε φοβάσαι την αμαρτία, τέτοια σκόλη πούνε;