— Αι, ό,τι γίνηκε, γίνηκε, είπεν ο Σιφογιάννης κέπεσε σένα πεζούλι του σπιτιού. Άλλη φορά δε θα το κάμω. Μα ο Θεός το κατέει πως α δε δουλεύγω και καματερές και σκόλες, δε θα προφτάνω να μπουκόνω τσαγάδες, να μαφήνουνε να ζω.
Η Σιφογιάννενα είχε ανάψει φωτιά κ' ετοιμαζότάνε να μαγειρέψη. Δίπλα της στην πυροστιά ήτο ένα κιούπι, σκεπασμένο και δεμένο με πανί.
— Κ' είντα χαζιρεύγεσαι(113) να μαγερέψης; ρώτησε ο Σιφογιάννης.
— Σύγλυνα (114). Αυτά που μούπεψε τσι προημερνές η συντέκνισα απού το Λασίθι.
— Σύγλυνα; ξεφώνησε με τρομάρα ο Σιφογιάννης.
— Γιάειντα; Φοβάσαι να μη μας έρθη κιανείς Τούρκος μουσαφίρης; Θε μου, βλέπε μας!
— Εγώ χοιρινό δεν μπορώ μπλειο να τρώω.
— Γιάειντα;
— Γιατί 'μαι Τούρκος.
Η γυναίκα τον παρατήρησε με απορία. Τρελλάθηκε ή χωράτευε;
— Τούρκος; Είντα λόγια 'ν' αυτά, νοικοκύρη μου;
Αποφάσισε και της διηγήθηκε πως στο δρόμο τον τούρκεψε ο Μόχογλους.
Η Σιφογιάννενα έμεινε.
— Κεδά; είπε με μισή φωνή.
— Είντα μπορούμε να κάμωμε; Τούρκο με θέλει τούρκος θα γενώ.
— Νουσουμπέτι(115) να τουρθή! καταράστηκε η Σιφογιάννενα, αλλά και φρόντισε να χαμηλώση τη φωνή της.
— Α δεν κάμω το θέλημά του, κατές είντα θα γενή.
Με βαθύ αναστεναγμό η γυναίκα είπε:
— Ω Χριστέ μου!
Έπειτα:
— Κείντα θα κάμης εδά;
— Πρώτα πρώτα θα πάψω να λέωμαι Γιάννης και θα λέωμαι Τζαφέρης. Θα φορώ σαρίκι και θα πω στο χωριό πως από σήμερο και πέρα είμαι τούρκος.
Μείνανε συλλογισμένοι κάμποσα λεπτά. Έπειτα η γυναίκα είπε:
— Δεν πας να το πης και του παπά;
— Κείντα μπορεί να μου κάμη κιο κακορρίζικος ο παπάς; Να βρη το μπελλά του κιαυτός;
— Μια βουλή θα σου δώση.
Ο Σιφογιάννης πήγε την ίδια βραδιά και ζήτησε γνώμη του παπά. Αλλ' ο παπάς, ένας καλός και με θάρρος χριστιανός, του υποσχέθηκε κάτι περισσότερο· τη μεσολάβησή του:
— Θα πάω 'γώ να τόνε δω· κιο Θεός να δώση να τόνε βρω στσι καλές του. Μάνεν τόνε βρω στα δαιμόνια του, και για σένα δε θα κάμω πράμμα κεμένα μπορεί να μου δώση κιαμιά μπιστολιά. Η γιαλήθεια είνε πως όντεν έρχεται στο χωριό δε μου αγριγιομιλεί. Να σου πω κιόλας πολλά κακός δεν είνε…(είπε σταυτί τον Σιφογιάννη) μάνε κουζουλός… θαρρώ πως πίνει κιόλας.
Όσο να περιμένη την απάντηση του παπά, ο Σιφογιάννης δε βγήκε από το σπίτι του. Αν έβγαινε, έπρεπε να βγάλη τη μαύρη πέτσα και ναρχίση να κάνη εξωτερικώς τον Τούρκο. Αφήκε μια μέρα και τη δεύτερη πήγε ο πάπας στο Μοχό νάβρη τον Αγά. Κιόταν το βράδυ γύρισε, είπε στη Σιφογιάννενα από την πόρτα:
— Ανεζινιό, είν' ακόμ' από κεινά τα Λασιθιώτικα σύγλυνα; Να τα τηγανήσης μαυγά να τα φάμε μαζή.
Κιαφού μπήκε κέσπρωξε την πόρτα, είπε:
— Φέρε και κρασί. Ο αγάς μου παράγγειλε να πιούμε και στην υγειά
του.
— Καλό μουζντέ(116) μάςε φέρνεις, ευλοημένε; είπε η γυναίκα. Δόξα
σοι ο Θεός!
— Δοξασμένο νάνε τόνομά του! είπε κιο Σιφογιάννης κέκαμε το σταυρό
του.
— Ο Θεός αλήθεια έκαμε και τον εβρήκα στα καλά του, είπεν ο παπάς. Και κατές είντα μούπε; Σε 'δε, λέει, πως δεν είσαι καλός χριστιανός, γιατί πήαινες να δουλέψης μέρα σκόλη, και γιαυτό 'βαλε στο νου του να σε κάμη Τούρκο.
— Η αμαρτία, μουρμούρισε η Σιφογιάννενα.
— Δε σας είπα πως ο Μόχογλους δεν είνε κακός; Μαγάρι νάσαν κιάλλοι Τούρκοι σαν κιαυτόν. Μόνο να μην είνε στα μεράκια και τα μπουριά του. Ώστε να με δη, ένιωσε γιατί πήα κιάρχιξε να γελά. Στο ύστερο μου λέει: «Σαν τόνε θες, εσύ παπά, χριστιανό, χάρισμά σου. Ας μείνη στην πίστη σας. Και καλά 'καμες κήρθες γλίγωρα, γιατί, α μαθητευότανε πως ετούρκεψε, δε θα μπόριε μπλειο να ξετουρκέψη.
Τόσο βάρος έφυγε από το στήθος του Σιφογιάννη και τόση χάρη γνώριζε για το γλυτωμό του, που ευχήθηκε για τον τύρανο:
— Ο Θεός να του δώση τσοι χρόνους που μούκοψε!
Ο ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ
Ο Δριμομιχελής έπινε χρόνια και μόνον όταν αρρώστησε έπαψε να πίνη. Τότε ησύχασε και το χωριό από τις βλαστήμιες και τις κακίες του. Το κρασί, που στους πολλούς φέρνει ευθυμία, χωρατά και τραγούδια, σαυτόν έφερνε νεύρα και θυμούς, βρισιές και βλαστήμιες. Κ' επειδή προ ετών είχε κάμει έξω, είχε πλουτίσει εκεί το υβρεολόγιό του· κήτο απ' αυτούς που τα τελευταία έτη έφεραν στην Κρήτη τις βλαστήμιες για το Χριστό, την Παναγία και το Σταυρό, πούσαν άγνωστες στην Κρήτη.
Για να πάψη να πίνη, έπρεπε νάχη αρρωστήσει βαρειά. Φαινότανε πουντιασμένος. Έβηχε κείχε πυρετό και δύσπνοια.
Στο χωριό του κάμανε τα συνειθισμένα για το κρυολόγημα, τριψίματα, ζεστά, βεντούζες και τα τέτοια· αλλ' η κατάστασή του χειροτέρευε. Τότε στο παραλήρημα του πυρετού άρχισε να ζητά κρασί· κεπειδή δεν τούδιδαν, βλαστημούσε όλη την ώρα κέλεγε πως, όταν θα σηκωνότανε, θάσφαζε τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
Στο μικρό του χωριό γιατρό δεν είχαν και τον πήγαν με μουλάρι στο κεφαλοχώρι πούταν η πρωτεύουσα της επαρχίας. Εκεί είχε συγγενικό σπίτι, όπου να μένη και να τον βλέπη γιατρός. Μπορούσαν να καλέσουν το γιατρό στο χωριό, αλλά έκριναν οικονομικώτερο να πάνε τον άρρωστο στο γιατρό. Η ιδέα ότι θα ξόδευαν λιγώτερα δεν τους αφήκε και να λογαριάσουν ότι ο δρόμος, όσο λίγος κιαν ήτο, θα χειροτέρευε τον άρρωστο.
Ο γιατρός που τον κάλεσαν να τον κυτάξη είπε πως είχε πνευμονία. Είδε συνάμα πως η μύτη του ήτον κόκκινη και ρώτησε αν έπινε.
— Ου! αποκρίθηκαν οι δικοί του, σταμνιά πίνει.
Ο γιατρός έκαμε μορφασμό που σήμαινε: «Διάολε! αυτό 'νε κακό».
Τον βαλαν εκδόρια, μα η πνευμονία είχε προχωρήσει κιο γιατρός δεν είχε πολλές ελπίδες. Ο άρρωστος στην αγωνιώδη κατάσταση πούτονε βρήκε τη δύναμη να πη του γιατρού:
— Εγώ, θαρρώ, γιατρέ, πως, α μου δώσουνε να πιώ τσικουδιά, θα με κάμη καλά.
— Ο Θεός φυλάξοι! είπεν ο γιατρός. Σταλιά. Μήτε ρακή, μήτε κρασί.
Ο Δριμομιχελής μουρμούρισε μια βλαστήμια.
Μετά τρεις μέρες ήτο τέτοια η κατάστασή του, που ο γιατρός είπε ότι δεν είχε πεια καμμιά ελπίδα. Μόνο για παρηγοριά αφήκε μερικές παραγγελίες κέφυγε γιατί τον ζητούσαν βιαστικά σένα μακρυνό χωριό.
Κοντά το μεσημέρι έπαθε ο άρρωστος ένα τέτοιο παροξυσμό της αρρώστειάς του, που σε λίγη ώρα τελείωσε. Πρόφτασε όμως την τελευταία τον στιγμή να πη μια βλαστήμια.
Αφού τελείωσε, τι να τον περιμένουν; Άρχισαν ετοιμασίες για την κηδεία. Πρόφτασαν και κάλεσαν από το χωριό και τους δικούς του, όσοι δεν ήσαν κοντά του. Και στις τρεις ήτο σαβανωμένος. Αλλά μες στα μοιρολόγια των γυναικών κενώ ετοιμάζοντο να τον σηκώσουν, ο πεθαμένος κινήθηκε κιάνοιξε τα μάτια του. Αυτοί πούσκυβαν να τον σηκώσουν σύρθηκαν πίσω κιο θρήνος έπαψε.
— Είντα νε, μωρέ, τούτονέ; είπε με τρομερή φωνή ο πεθαμένος. Ζωντανό, μωρέ κερατάδες, θέλετε να με θάψετε, και μου βάλετε τα λαζάρια;
Συνάμα σηκώθηκε, λευτέρωσε τα χέρια του από τα σάβανα, πετάχτηκε πάνω κέτρεξε σε μια ξιφολόγχη πούτον κρεμασμένη στον τοίχο.
Το δωμάτιο άδειασε. Όλοι έτρεξαν έξω και στον πανικό των ακούστηκε πως ο πεθαμένος εβρυκολάκιασε.
— Εκαταχάνεψε.
Μόλις πετάχτηκαν έξω οι τρομαγμένοι, φάνηκε κατόπιν κιο Δριμομιχάλης με τα σάβανα σκισμένα και με τη ξιφολόγχη στο χέρι.
— Σταθήτε, άτιμοι, φώναξε, να δήτε αν απόθανα γη ζω!
Έμοιαζε με μανιακό, πούχε φύγει από τα δεσμά του φρενοκομείου. Τα μάτια τον ήσαν τρομερά και τα κινήματά του φανέρωναν τη νευρική υπερένταση της μανίας. Προχωρούσε με το άσταθο βήμα λυσσάρικου σκυλιού· αλλά όλος ο κόσμος έφυγε μπροστά του και μόνον από παράθυρα τον είδαν μερικοί κιαυτοί μόλις πρόβαλαν λιγάκι τα κεφάλια των.
Μπροστά σένα μαγαζί, που τώχε κλείσει ο πανικός, στεκόταν ένα μουλάρι, στρωμένο με μια πατανία. Ο καταχανάς ανέβηκε σένα πεζούλι δίπλα και πήδηξε στο μουλάρι. Πήρε το χαλινάρι κέδωκε δρόμο του μουλαριού. Το μουλάρι θα τρόμαξε βέβαια από τον αλλόκοτο αναβάτη, αλλά και με τέτοια μανία το κτυπούσε ο καταχανάς με τη ξιφολόγχη, που το ζώον άρχισε να τρέχη σαν τρελλό. Ο καταχανάς όμως στεκότανε καλά στο σαμάρι.
Κατόπιν του έτρεξε κένα πλήθος, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι τον κεφαλοχωρίου. Άλλοι από συγγενικό ενδιαφέρο, άλλοι από περιέργεια κένας από συμφέρο. Ο χωρικός πούχε το μουλάρι. Αυτός πήγαινε πρώτος.
Ο καταχανάς τραβούσε προς το χωριό του· κιόταν έφτασε πέζεψε και μπήκε στο σπίτι του, όπου 'χε μείνει μόνο μια γριά μισόστραβη, συγγένισσά του. Ανέβηκε στο ανώγι· κιόταν μπήκαν στο χωριό κείνοι που τον ακολουθούσαν και φάνηκαν στις γωνιές των δρόμων, γιατί δεν είχαν το θάρρος να πλησιάσουν και να προβάλλουν φανερά, ο καταχανάς φάνηκε σένα παράθυρο. Κρατούσε δίκανο και φώναξε:
— Κιως επαέ, μωρέ γεβεντισμένοι, με ζυγώνετε για να με θάψετε ζωντανό;
Τους λόγους τον ακολούθησαν δύο πυροβολισμοί. Κανείς δεν έπαθε τίποτε· αλλά κιο καταχανάς αποσύρθηκε από το παράθυρο. Ποιος όμως να μπη μέσα να δη τι απόγινε;
Μόνο το βράδυ βράδυ πήρε αυτό το θάρρος ένας και βρήκε τον καταχανά πεθαμένο και δίπλα του μια κανάτα αδειασμένη και σπασμένη. Αυτή τη φορά ήτο σωστά πεθαμένος.
ΤΕΛΟΣ
1) Σαυτό το διήγημα προσπάθησα να εφαρμώσω τις ιδέες μου περί νεοελληνικής πεζογραφίας. Μεταχειρίζομαι τα κυριώτερα και θεμελιωδέστερα στοιχεία από την νέαν γλώσσαν, αλλά και στοιχεία της αρχαίας, τα οποία με την καθαρεύουσαν εισήλθαν και ανέζησαν εις τον προφορικόν λόγον και μάλιστα αντικαθιστούν ξένες λέξες, αλλά και δεν είνε αταίριαστα με το τυπικόν της νέας Ελληνικής. Ο διάλογος είνε στο ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης, όπου αναφέρεται η διήγηση.
2) Μπλειο, πεια, πλέον.
3) Εδά (ήδη) τώρα.
4) Μαντινάδα, δίστιχο.
5) Όι, όχι.
6) Ξανοίγω, τηρώ, παρατηρώ, κυτάζω.
7) Απηλογούμαι = αποκρίνομαι, απαντώ.
8) Μπαλωτιά, τουφεκιά.
9) Κα (καλέ).
10) Μακρύς, ψηλός. Μακραίνω, ψηλόνω.
11) Κάνει, πρέπει, αρμόζει.
12) Γιωργής, υποκοριστικό σοβαρώτερο από το Γιωργιό.
13) Στην ανατολική Κρήτη η αύξηση όπου τονίζεται, γίνεται χρονική και το ε γίνεται η· ήκανα, αλλά εκάμαμε.
14) Κοπέλι, παιδί.
15) Πρέπει, φαίνεται.
16) Αναζητώ = ποθώ, νοσταλγώ. Η α ν ά εις τα σύνθετα διατηρείται στη δυτική Κρήτη· αλλά στην ανατολική Κ. γίνεται α ν ε.
17) Ντελικανής (Τουρκ) νέος, λεβέντης.
18) Μτεγεντίζω (Τουρκ) προτιμώ, μου αρέσει ένας ή κάτι.
19) Λοιπόν.
20) Λίγο.
21) Ροδαρά, ανθοδέσμη.
22) Παράωρος και παράουρος σ'την Κρήτη σημαίνει τον εξαμβλωματικό, τον κακοπλασμένο.
23) Φορδακός κιαφορδακός, ο βάτραχος.
24) Κάρδαμα των ποταμών.
25) Ομήλικους.
26) Και γ ι ά δ ε = ιδού, ορίστε, κυτάχτε.
27) Κούκλες.
28) Μάνιτα, θυμός. Μανίζω = θυμόνω.
29) Βεγγέρες του χωριού.
30) Σαρνητικές φράσες, πράμμα σημαίνει τίποτε. Δεν έχω πράμμα.
31) Της έλεγα
32) Καϋμέχορος και Καψούρης ευφημιστικώτερα του Καϋμένου.
33) Ταχυνή, πρωί.
34) Χόρτο δεν κόβγω = δε χάνω στιγμή.
35) Μόνο = αλλά.
36) Σφίγγω = τρέχω.
37) Εκειά, 'κειά = εκεί.
38) Μος = μόλις.
39) Στη γειτονιά = επίσκεψη.
40) Καύκος = εραστής, κυρίως μοιχός.
41) Κ ι ρ α τ ζ ή ς (κιράς = μίσθωμα) αγωγιάτης. (Τουρκ)
42) Στερεύγω, φυλάω.
43) Δεν είν' ο στεμός μου = Δε θα μπορώ να μείνω.
44) Πήγαινε.
45) Κερατιά, η χαρουπιά. Την λέγουν και Ξυλοκερατιά.
46) Ρίχτρα, καταρράχτης.
47) Η φανιά τον δε θα βρεθή ή δε θακουστή = δε θα μείνη τίποτε.
48) Αρμηνεύγω και Ορμηνεύγω, συμβουλεύω.
49) Ωζά, ζώα, τα γιβοπρόβατα.
50) Τσιφτές (τουρκ.). δίκαννο.
51) Σβολώνω, σακατεύω.
52) Ότι, ότι.
53) Παίζω, πυροβολώ, σκοπεύω.
54) Μαδάρα ψηλή κορυφή, γυμνή.
55) Μιτάτο, στάνη. Και μάντρα.
56) Αρόλιθος, πέτρα με κοίλωμα, όπου διατηρείται το νερό της βροχής.
57) Ριζίτης, ορεινός. Κατωμερίτης και καμπίτης, ο πεδινός.
58) Τουλάχιστο ίσης ηλικίας.
59) Λέγεται γιοργάς.
60) Δικός και δικολογιά, συγγενής.
61) Πεφτω, προσπίπτω.
62) Πριχού, πριν.
63) Κάθ' αργά, κάθε βράδυ.
64) Αλάργο, μακριά.
65) Να σε φυλάττη.
66) Αφού.
67) Τίποτε.
68) Θα θεραπευθή.
69) Τη βρίζεις.
70) Εχθρεύεσαι.
71) Ραδιουργίες. Από το φτίλι = ψιτίλι.
72) Αξώνα και Αξιώνω = βασανίζω, προξενώ κακά.
73) Τούρκος ειρηνοδίκης ή αστυνόμος.
74) Περιουσία.
75) Γιαγέρνω και γαέρνω = επιστρέφω. (Μεσαιωνικό Διεγείρω).
76) Τουλάχιστον.
77) Βρύργια, βουργίδι και βουργιάλι, σακκίδιο, πήρα.
78) Σκιά.
79) Χαρακτηριστικά.
80) Αποτελέσματα, κατάντια.
81) Καίει, φλέγει.
82) Μάκι [δαμάκι), λιγάκι.
83) Κλητική στη λέξη μάνα.
84) Βράχος.
85) Ξανοίγω, παρατηρώ.
86) Νεύματα.
87) Διαντερίζω, διακρίνω.
88) Μικιός (και μιτσός) μικρός, μική, μικιό.
89) Ότι, ότι.
90) Αναθιβάλω, θυμούμαι, αναφέρω.
91) Εξ αιτίας.
92) Και απήτις = αφού.
93) Λέγεται για τον πυρετό. Με τινάσει = με πιάνει ρίγος.
93α) Αναμνήσεις
94) (Τουρκ.) Ο Θεός να τον συχωρέση.
95) Ασής (Τουρκ.) επαναστάτης.
96) Σιργούνι (Τουρκ.) εξορία.
97) Ας είνε. (Τουρκ.)
98) Μουλάς, τίτλος γραμματισμένου Τούρκου.
99) Μα το Θεό (Τουρκ.)
100) Επίτηδες.
101) Από ένα ιστορικό επεισόδιο.
102) Ό,τι θέλεις
103) Τράφος, ξερότοιχος, ξερολιθιά.
104) Αντιπρόσωπος ή επιστάτης του Αγά, τύραννος φοβερώτερος και του Αγά.
105) Στενή οθόνη, που τύλισε την κεφαλή.
106) Τουρκ. Δηλαδή.
107) Λοιπόν.
108) Αγναντίζω (Τουρκ.) καταλαβαίνω.
109) Περιτομή.
110) Πλύσιμο για την προσευχή.
111) Στο καλό. (Τουρκ.)
112) Ιμάμης, ιερεύς μωαμεθανός.
113) Χαζιρεύγομαι Τουρκ. ετοιμάζομαι.
114) Χοιρινά κρέατα διατηρημένα στο λίπος των.
115) Τουρκ. Αποπληξία, (Λεγότανε και Νταμουλάς, κιαυτό τουρκικά).
116) Μουζντές (Τουρκ.) χαμπάρι, άγγελμα.