WeRead Powered by ReaderPub
Τίμαιος, Τόμος Β cover

Τίμαιος, Τόμος Β

Chapter 13: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXX.
Open in WeRead

About This Book

A philosophical account describes how a divine artisan shapes a cosmos from preexisting formless matter by imposing mathematical order and proportion. It explains the four classical elements as aggregates of infinitesimal triangular particles that combine into regular solids tied to fire, earth, air, and water, and shows how their rearrangement generates the visible world. The text constructs a world-soul and connects bodily life, perception, and change to underlying numerical and geometrical structures. Presentation mixes speculative mythic narrative, systematic mathematical demonstration, and natural-philosophical reflection on sensation and intelligible reality.

Πρέπει τώρα να εξετάσωμεν τρίτον είδος αισθήσεων, το της
Β. | ακοής και να είπωμεν διά ποίας αίτιας γεννώνται αι σχετι-
καί εντυπώσεις. Εν γένει λοιπόν ας θέσωμεν, ότι ο ήχος είναι
το πλήγμα, το οποίον διά μέσου των ώτων υπό του αέρος, του
εγκεφάλου και του αίματος(47) διαδίδεται μέχρι της ψυχής, και
ότι η κίνησις η υπό του πλήγματος γινομένη, από της κεφαλής
αρχίζουσα και καταλήγουσα εις την έδραν του ήπατος, είναι το
αίσθημα της ακοής. Και η μεν ταχεία κίνησις είναι ο οξύς ήχος,
η δε βραδυτέρα είναι ο βαρύτερος(48), η δε ομοιόμορφος είναι ο
C. | ομαλός και λείος, η δε εναντία ο τραχύς, η δε μεγάλη ο
ισχυρός και η εναντία είναι ο μικρός, ως προς δε τας συμφω-
νίας αυτών ανάγκη να ομιλήσωμεν βραδύτερον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXX.

Περί όψεως. Γένεσις των χρωμάτων. Λευκόν και μέλαν — Μαρμαρυγή. Λαμπρόν, ερυθρόν, ξανθόν κ.λ. Συναίτια δημιουργίας. Το θείον αίτιον και το αναγκαίον αίτιον.

Το τέταρτον γένος αισθητών πραγμάτων μας υπολείπεται, ό-
περ πρέπει να διαιρέσωμεν εις είδη, διότι κατέχει πολυαρίθμους
ποικιλίας, τας οποίας όλας ομού εκαλέσαμεν χρώματα, (και είναι)
φλοξ απορρέουσα από έκαστον των σωμάτων και έχουσα μόρια
ανάλογα προς την όψιν, ώστε να είναι αισθητά.
Δ. | Περί των αιτίων δε της παραγωγής της όψεως είπομεν
ολίγα εις τα προηγούμενα(49). Περί των χρωμάτων λοιπόν τούτο
φαίνεται πιθανώτατον, και θα ήτο πρέπον νυν να διεξέλθωμεν περί
αυτού προσηκόντως· ότι δηλαδή τα μόρια, τα οποία απορρέουσιν
από των άλλων πραγμάτων και πίπτουσιν εις την όψιν, είναι άλλα
μεν μικρότερα, άλλα δε μεγαλύτερα, και άλλα ίσα προς τα μέρη
αυτής της όψεως. Και τα μεν ίσα δεν είναι αισθητά και τα λέγο-
μεν διαφανή, τα δε μεγαλύτερα και τα μικρότερα, εκείνα μεν όντα
ικανά να συστέλλωσι, ταύτα δε να διαστέλλωσι την όψιν, είναι
τοιαύτα, οποία προς την σάρκα είναι το θερμόν και το ψυ-
χρόν και προς την γλώσσαν το στρυφνόν και όσα θερμαντικά όντα
Ε. | τα εκαλέσαμεν δριμέα. Και το λευκόν και το μέλαν είναι
αι αυταί εντυπώσεις των πραγμάτων τούτων, αίτινες όμως γίνονται
εις άλλο γένος, και φαίνονται διάφοροι διά τας ειρημένας αιτίας(50).
Ούτω λοιπόν πρέπει να ονομάζωμεν αυτά, το μεν διαστέλλον την όψιν
λευκόν, το δε εναντίον αυτού μέλαν. Εάν δε οξυτέρα ορμή πυρός
διαφόρου γένους (εξωτερικού) προσπέση εις το οπτικόν πυρ και
διαστείλη αυτό μέχρι των ομμάτων, βιαίως ωθούσα και διαλύουσα
68. | τους πόρους των οφθαλμών, ώστε να εκχύνεται πυρ και
ύδωρ άφθονον, το οποίον καλούμεν δάκρυα, ενώ αυτή αύτη η ορμή
είναι πυρ, και έρχεται εις συνάντησιν (ενώ το έν πυρ πηδά έξω
ως από αστραπήν, το δε άλλο εισέρχεται και σβύνεται εις την
υγρασίαν του οφθαλμού), και εις την σύγχυσιν ταύτην γεννώνται
ποικίλα χρώματα, την εντύπωσιν ταύτην ονομάζομεν μαρμαρυ-
γήν(51), εκείνο δε όπερ παράγει αυτήν ονομάζομεν λαμπρόν και
Β. | στίλβον. Το δε μεταξύ τούτων είναι γένος πυρός, το οποίον
φθάνει εις το υγρόν των ομμάτων και αναμιγνύεται με αυτό, αλλά
δεν στίλβει, και την λάμψιν ταύτην του πυρός η οποία αναμιγνύε-
ται μετά του υγρού, επειδή παρέχει χρώμα του αίματος, την ονο-
μάζομεν ερυθρόν.
Το λαμπρόν ενούμενον με το ερυθρόν και το λευκόν γεννά το
ξανθόν. Αλλά κατά ποίον μέτρον είναι έκαστον τούτων, ουδέ εάν
τις γνωρίζη αυτό, έχει σημασίαν προς αυτόν να το εξετάζη, διότι
ουδείς θα ηδύνατο να δείξη επαρκώς ανάγκην τινά αυτού ούτε
λόγον πιθανόν. Το δε ερυθρόν ενωθέν με το μέλαν και το λευκόν,
C. | παράγει το πορφυρούν. Όταν δε εις ταύτα, αφού μιχθώσι και
καώσι, προστεθή περισσότερον μέλαν, γεννάται το σκοτεινόν (βαθύ)
χρώμα. Το πυρρόν δε γεννάται εκ της μίξεως του ξανθού και του
φαιού, το δε φαιόν εκ του λευκού και του μέλανος, το δε ωχρόν (κί-
τρινον) εκ του λευκού μιχθέντος με το ξανθόν. Το λευκόν δε συν-
δυαζόμενον με το λαμπρόν και μεταπίπτον εις πυκνόν μέλαν παρά-
γει το κυανούν χρώμα. Το δε κυανούν ενούμενον με το λευκόν
παράγει το γλαυκόν και το πυρρόν συνδυαζόμενον με το μέλαν
Δ. | παράγει το πράσινον. Τα δε λοιπά χρώματα εκ τούτων των
παραδειγμάτων είναι σχεδόν φανερόν με ποίας μίξεις δύνανται να
εξηγηθώσι και να διατηρηθή η πιθανότης του λόγου. Αλλ' εάν
τις εξετάζων ταύτα εν τη πραγματικότητα θέλη να κάμη δοκιμήν
αυτών, θα εδεικνύετο αγνοών την διαφοράν μεταξύ της ανθρωπί-
νης και της θείας φύσεως, ότι δηλ. ο Θεός έχει την επιστήμην άμα
και την δύναμιν επαρκείς, ίνα αναμιγνύη πολλά πράγματα εις έν
και πάλιν εκ του ενός να τα διαλύη εις πολλά, αλλ' εκ των αν-
θρώπων ουδείς είναι ικανός να κάμη ούτε το έν ούτε το άλλο εκ
Ε. | τούτων, ούτε τώρα ούτε θα είναι ποτέ εις το μέλλον.
Ταύτα λοιπόν πάντα γεννηθέντα τοιουτοτρόπως εξ ανάγκης,
ο δημιουργός του καλλίστου και του αρίστου τα προσελάμβανε
τότε εις τα γεννώμενα πράγματα, ότε εγέννα τον αυτάρκη και τον
τελειότατον Θεόν, μεταχειριζόμενος αυτά ως βοηθητικάς αιτίας,
ενώ το αγαθόν εις όλα τα γεννώμενα αυτός το επραγματοποίει.
Διά τούτο πρέπει να διακρίνωμεν δύο είδη αιτιών, το μεν αναγ-
καίον, το δε άλλο θείον, και το μεν θείον να ζητώμεν εις όλα τα
69. | πράγματα, διά να ζήσωμεν ευτυχείς εφ' όσον η φύσις ημών
επιδέχεται· το δε αναγκαίον χάριν εκείνου, αναλογιζόμενοι ότι
άνευ αυτού δεν είναι δυνατόν ούτε εκείνο, το οποίον επιποθού-
μεν, να κατανοήσωμεν μεμονωμένον, ούτε πάλιν να το συλλάβω-
μεν(52) ή να μετάσχωμεν αυτού κατ' άλλον τινά τρόπον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXI.

Ο Δημιουργός εκ της αταξίας έφερε τα όντα εις τάξιν. Δημιουργία της ψυχής του ανθρώπου. Το λογικόν μέρος αυτής έπλασεν ο Θεός και έθεσεν εν τη κεφαλή. Το θνητόν μέρος επλάσθη υπό των γεννητών Θεών και διηρέθη εις δύο μέρη, το θυμικόν, όπερ ετοποθετήθη εις το στήθος, και το επιθυμητικόν. Σύστασις και λειτουργία της καρδίας και του πνεύμονος.

Επειδή λοιπόν τώρα, ως εις τέκτονας τα υλικά, ευρίσκονται
ενώπιον ημών τα δύο είδη των αιτιών, καλώς ωρισμένα, εκ των
οποίων πρέπει να συνυφάνωμεν τον επίλοιπον λόγον ημών, πάλιν
ας επανέλθωμεν συντόμως εις την αρχήν και ταχέως ας πορευθώ-
μεν εις αυτό εκείνο το σημείον, εκ του οποίου ορμηθέντες εφθά-
Β. | σαμεν εδώ, και ας δοκιμάσωμεν να θέσωμεν εις τον λόγον
και κεφαλήν και τέλος αρμόζοντα εις τα προειρημένα. Καθώς λοι-
πόν και κατ' αρχάς είπομεν, εις τα πράγματα ταύτα, τα οποία
ευρίσκοντο εις αταξίαν, ο Θεός έθεσεν εις έκαστον αναλογίας (συμ-
μετρίας) και προς εαυτό και προς τα άλλα, καθ' όσας και όπου ήτο
δυνατόν να γίνωσιν ανάλογα και σύμμετρα. Διότι τότε ουδέν πράγμα
μετείχεν αναλογιών και μέτρων, εκτός αν τι εξ αυτών μετείχε
κατά τύχην, ούτε το παράπαν υπήρχε κανέν άξιον να λάβη το
όνομα των πραγμάτων, τα οποία τώρα έχουσι το όνομα τούτο, ως
C | πυρ και ύδωρ και ει τι άλλο. Αλλ' όλα ταύτα κατά πρώ-
τον ο Θεός διέταξε, και έπειτα εκ τούτων εσύστησε το σύμπαν
τούτο, ζώον ον, το οποίον περιλαμβάνει εν εαυτώ όλα τα ζώα,
θνητά και αθάνατα. Και των μεν θείων πραγμάτων αυτός ούτος
έγεινε δημιουργός, την γέννησιν δε των θνητών ανέθεσεν εις τα
πλάσματα αυτού(53), ίνα τα δημιουργήσωσι. Και ούτοι μιμούμενοι
αυτόν, λαβόντες παρ' αυτού την αθάνατον αρχήν της ψυχής, μετά
τούτο ετόρνευσαν πέριξ αυτής έν σώμα θνητόν, και όλον τούτο το
σώμα έδοσαν εις αυτήν ως όχημα· και έν άλλο είδος ψυχής έπλα-
σαν προσέτι, το θνητόν, το οποίον έχει εντός αυτού φοβερά και
Δ. | αναπόφευκτα πάθη(54), πρώτον μεν την ηδονήν, το μέγιστον
δέλεαρ του κακού, έπειτα τας λύπας, διά τας οποίας φεύγομεν τα-
γαθά, και προσέτι θάρρος και φόβον, άφρονας συμβούλους, και τον
θυμόν, όστις δυσκόλως ακούει τας συμβουλάς, και την ελπίδα,
ήτις ευκόλως παρασύρεται υπό του παραλόγου αισθήματος και
του τα πάντα τολμώντος έρωτος. Αναμίξαντες δε ταύτα ομού διά
της ανάγκης έπλασαν το θνητόν γένος.
Και διά ταύτα φοβούμενοι μήπως μιάνωσι το θείον, ει μη μό-
Ε. | νον όσον ήτο απολύτως αναγκαίον, χωριστά από εκείνο (το
θείον), κατώκισαν το θνητόν(55) εις άλλην κατοικίαν του σώματος,
και έκτισαν ισθμόν και όριον μεταξύ της κεφαλής και του στή-
θους, θέσαντες εν τω μέσω τον αυχένα, διά να είναι κεχωρισμέ-
νον. Εις το στήθος λοιπόν και εις τον λεγόμενον θώρακα έδεσαν
το θνητόν είδος της ψυχής. Και επειδή μέρος μεν αυτής είναι φύ-
σει καλύτερον, μέρος δε χειρότερον, ωκοδόμησαν την κοιλότητα
του θώρακος και εν τω μέσω αυτής έπλασαν χώρισμα, καθώς χω-
ρίζεται η κατοικία των ανδρών από της των γυναικών, θέσαντες
70. | ως μεσότοιχον το διάφραγμα. Το μέρος λοιπόν της ψυχής,
το μετέχον ανδρείας και θυμού, επειδή είναι φιλόνεικον κατώκι-
σαν πλησιέστερον της κεφαλής, μεταξύ του διαφράγματος και
του αυχένος, ίνα δύναται να ακούη την φωνήν του λογικού και
από κοινού μετ' αυτού εξουσιάζη διά της βίας τας επιθυμίας, οπό-
ταν αύται δεν θέλουσιν εκουσίως να υπακούωσιν ευπειθώς εις τα εκ
της ακροπόλεως ερχόμενα προστάγματα και λόγους. Την καρδίαν
δε, ήτις είναι ο δεσμός των φλεβών και η πηγή του αίματος του
Β. | κυκλοφορούντος ορμητικώς εις όλα τα μέλη του σώματος, ετο-
ποθέτησαν εις την κατοικίαν του δορυφόρου (του λόγου), ίνα οσά-
κις ο θυμός ήθελε βράσει διά άγγελμα του λόγου, ότι γίνε-
ται πράξις τις άδικος ως προς ταύτα τα μέλη ή έξωθεν, ή εκ μέ-
ρους των εσωτερικών επιθυμιών, ταχέως τότε διά μέσου πάντων
των στενών πόρων, πάντα τα μέρη του σώματος όσα δέχονται τα
αισθήματα, ακούοντα τας προτροπάς και τας απειλάς, υπακούω-
σιν εις αυτάς και ακολουθώσι κατά πάντα, και αφίνωσιν ούτω το
άριστον μέρος να ηγεμονεύη εις όλα ταύτα. Εις την ανασκίρτησιν
C. | δε της καρδίας διά την προσδοκίαν των κινδύνων και διά την
εξέγερσιν του θυμού, προγινώσκοντες οι θεοί ότι όλη αύτη η οίδη-
σις (φούσκωμα) των οργιζομένων έμελλε να γίνεται διά του πυ-
ρός, ίνα προμηθεύσωσιν επικουρίαν εις αυτήν, εφύτευσαν εκεί τον
πνεύμονα, όστις είναι προ πάντων μαλακός και χωρίς αίμα, και
έχει εντός σπήλαια τετρυπημένα ως τα του σπόγγου, ίνα δεχόμε-
νος την πνοήν και το ποτόν και δροσίζων παρέχη αναπνοήν και
ανακούφισιν εις τόσην θερμότητα. Διά τούτο τους οχετούς της
Δ. | τραχείας αρτηρίας διηύθυνον εις τον πνεύμονα· τούτον δε έθεσαν
περί την καρδίαν ως τι μαλακόν πράγμα, επί του οποίου αύτη να
σκιρτά, ίνα, όταν ο θυμός εν τη καρδία είναι εις την ακμήν του,
πηδώσα επί πράγματος αποχωρούντος και λαμβάνουσα αναψυχήν,
με ολιγώτερον κόπον δύναται περισσότερον να υπηρετή τον λόγον
διά του θυμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXII.

Το επιθυμητικόν τροφής, ποτού κ.λ. ετέθη μεταξύ του διαφράγματος και τον ομφαλού και προσεδέθη ως εις φάτνην, ίνα τρέφηται και τρέφη το σώμα. Το ήπαρ πυκνόν, λείον, λαμπρόν, γλυκύπικρον αντανακλά τα διανοήματα τον νου και ως κάτοπτρον παρουσιάζει αυτά εις την άλογον ταύτην ψυχήν. Ο σπλην διατηρεί το ήπαρ λαμπρόν και καθαρόν. Μαντική. Σχέσις ήπατος και μαντικής, ην έχει το άφρον μέρος της ψυχής.

Το μέρος δε της ψυχής, το οποίον επιθυμεί τας τροφάς και τα
ποτά και όσα έχει χρείαν ένεκα της φύσεως του σώματος, τούτο
κατώκισαν εν τω μέσω μεταξύ του διαφράγματος και του ορίου
Ε. | του ομφαλού, κατασκευάσαντες εις όλον τούτον τον τόπον ως
μίαν φάτνην διά την θρέψιν του σώματος. Και εδώ έδεσαν αυτό
ως θρέμμα άγριον, το οποίον όμως ήτο αναγκαίον να τρέφηται,
ως συνδεδεμένον (μεθ' ημών), εάν βέβαια έμελλε να υπάρχη το
ανθρώπινον γένος. Ίνα λοιπόν πάντοτε, βόσκον εις την φάτνην
και κατοικούν όσον το δυνατόν μακρότερον του μέρους, το οποίον
71. | βουλεύεται, προξενή ελάχιστον θόρυβον και ενόχλησιν, και
αφίνη το καλλίτερον μέρος να σκέπτηται και αποφασίζη με ησυ-
χίαν περί του κοινού συμφέροντος εις όλα τα μέρη, διά ταύτα
έδοσαν εις αυτό θέσιν ενταύθα. Και επειδή εγνώριζον, ότι τούτο
δεν έμελλε να ακούη τον λόγον, και ότι εάν και κατά τινα τρό-
πον ήθελε μετάσχη τινός εκ των αισθήσεων, δεν ήτο εις την φύσιν
αυτού να φροντίζη περί του αιτίου αυτής, και ότι νύκτα και ημέ-
ραν θα παρασύρηται υπό εικόνων και φαντασμάτων, προϊδόντες
Β. | τούτο οι θεοί κατεσκεύασαν το ήπαρ και το έθεσαν εις την
κατοικίαν αυτού. Και έπλασαν τούτο πυκνόν, λείον και λαμπρόν
και γλυκύ(56), έχον δε και πικρίαν, ίνα η δύναμις των νοημάτων,
η οποία φέρεται από τον νουν καταβαίνουσα εις αυτό, ως εις κά-
τοπτρον, το οποίον δέχεται τας εικόνας και αφίνει να βλέπη τις
αυτάς, προξενή μεν φόβον εις το μέρος τούτο της ψυχής, (όπερ
συμβαίνει) οσάκις μεταχειριζομένη μέρος της συγγενούς αυτής πι-
κρίας η δύναμις αύτη επιτιθεμένη βαρεία και απειλητική, και
αναμιγνύουσα αυτήν ταχέως καθ' όλον το ήπαρ εμφανίζει τα χρώ-
C. | ματα της χολής και πιέζουσα αυτό το κάμνει όλον πλήρες
ρυτίδων και τραχύ, ενώ κάμπτουσα τον λοβόν όντα ορθόν και συ-
στέλλουσα αυτόν, φράττουσα δε και συγκλείουσα τας θύρας και τα
αγγεία της χολής, παράγει λύπας και αηδίας· — και ίνα αντιστρόφως,
όταν έμπνευσις πραότητος, ερχομένη εκ της διανοίας, ζωγραφίζη
τας εναντίας εικόνας προξενούσα ησυχίαν από της πικρίας, επειδή
ούτε κινείται ούτε θέλει να θίγη την φύσιν, ήτις είναι εναντία προς
εαυτήν (την πικρίαν), και μεταχειριζομένη προς αυτήν την έμφυ-
τον εις αυτήν γλυκύτητα και καθιστώσα πάλιν πάντα ορθά και
Δ. | λεία και ελεύθερα, — ίνα (λέγω) η έμπνευσις καθιστά γαλήνιον
και ήμερον το μέρος της ψυχής, το οποίον κατοικεί πλησίον του
ήπατος, και την νύκτα έχει διάθεσιν κατάλληλον να μαντεύη κατά
τον ύπνον, επειδή δεν μετέχει λόγου και φρονήσεως. Διότι ενεθυ-
μούντο το πρόσταγμα του πατρός οι πλάσαντες ημάς, ότε διέταττε
να ποιήσωσι το ανθρώπινον γένος όσον το δυνατόν άριστον, και
διά τούτο διορθούντες και το κακόν μέρος ημών, ίνα κατά τινα
τρόπον προσεγγίζη την αλήθειαν, έθεσαν εις τούτον τον τόπον το
μαντείον. Ικανή δε απόδειξις του ότι ο Θεός έδωκε την μαντείαν
εις την ανθρωπίνην αφροσύνην, είναι ότι ουδείς, όστις είναι εις τον
νουν του, έρχεται εις μαντείαν εμπνευσμένην και αληθή, αλλά μό-
νον εις τον ύπνον, όταν έχη δέσει την δύναμιν της συνειδήσεώς
του ή όταν δι' ασθένειαν ή ενθουσιασμόν τινα γίνη έξω εαυτού.
Ίδιον όμως του έμφρονος ανθρώπου είναι να σκέπτηται αναλογι-
ζόμενος τους ρηθέντας λόγους ή κατά τον ύπνον ή κατά την εγρή-
72. | γορσιν υπό της μαντικής και ενθουσιαστικής φύσεως, και
όσαι εικόνες εφάνησαν, πάσας διά του λογισμού να αναλύη, κατά
τίνα τρόπον και προς ποίον δηλουσί τι κακόν ή αγαθόν, μέλλον ή
παρελθόν ή παρόν. Ο δε παθών μανίαν και διατελών ακόμη εις
το πάθος τούτο δεν δύναται να κρίνη αφ' εαυτού ούτε τα οράματα
ούτε τους λόγους αυτού, αλλά από πολλού χρόνου και ορθώς λέ-
γεται ότι το να πράττη και να γνωρίζη εαυτόν και τα εαυτού
πράγματα είναι έργον μόνου του σώφρονος(57). Εκ τούτου βέβαια
Β. | προήλθε και το έθος να γίνωνται κριταί των εμπνευσμένων
μαντείων οι προφήται(58), τους οποίους τινές ονομάζουσι μάντεις,
διότι αγνοούσιν εντελώς, ότι ούτοι είναι μόνον ερμηνευταί φωνών
και οραμάτων αινιγματικών και ουδόλως μάντεις, και δικαιότατα
δύνανται να ονομάζωνται ερμηνευταί των μαντείων (προφητειών).
Διά ταύτα λοιπόν η φύσις του ήπατος έγεινε τοιαύτη και ετέθη
εις τον τόπον τον οποίον είπομεν, δηλαδή χάριν της μαντικής.
Και εφ' όσον τις ζη, το ήπαρ έχει φανερώτατα σημεία, αλλά
όταν στερηθή της ζωής, γίνεται τυφλόν και τα μαντεύματα είναι
λίαν αμυδρά ή ώστε να δηλώσι τι σαφές(59).
C. | Σπλην. Η κατασκευή δε και η έδρα του γειτονεύοντος εις
το ήπαρ σπλάγχνου (του σπληνός) έγεινεν εις τα αριστερά χάριν του
ήπατος, δηλ. διά να το διατηρή πάντοτε λαμπρόν και καθαρόν,
ως εις κάτοπτρον παρακείμενον έν μάκτρον (σπόγγος) έτοιμον
πάντοτε και προητοιμασμένον. Διά τούτο και όταν γεννώνται πέ-
ριξ του ήπατος ακαθαρσίαι εκ νόσου τινός του σώματος, η αραιό-
της του σπληνός καθαρίζει αυτάς όλας δεχομένου εντός εαυτού,
διότι έχει υφανθή κοίλος και χωρίς αίματος. Όθεν γεμίζων από
Δ. | τας ακαθαρσίας αυξάνει μεγάλως και εξογκούται, και πάλιν
όταν το σώμα καθαρισθή, ταπεινούται και επανέρχεται εις τον
πρώτον όγκον αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XXXIII.

Το θνητόν μέρος της ψυχής. Έντερα. Μυελός. Οστά. Σπέρμα. Εγκέφαλος. Κεφαλή. Σπονδυλική στήλη - Νεύρα και Σάρκες. Στόμα. Δέρμα. Τρίχες - Όνυχες(60).

Περί της ψυχής λοιπόν, πόσον μέρος έχει θνητόν και πόσον θείον
και πού και μετά ποίων οργάνων και διά τίνας αιτίας ετοποθετήθη-
σαν ταύτα τα μέρη χωριστά, την αλήθειαν, ως είπομεν, μόνον όταν
ο Θεός συμφωνήση, τότε δυνάμεθα να διισχυρισθώμεν ότι γνωρί-
ζομεν αυτήν. Ότι όμως είπομεν πιθανά, και τώρα και εφεξής
όσον περισσότερον εξετάζομεν τούτο, δυνάμεθα να διακινδυνεύσω-
Ε. | μεν να το βεβαιώσωμεν και το βεβαιούμεν. Το δε ακολουθούν
εις ταύτα πρέπει να επιζητήσωμεν κατά τον αυτόν τρόπον, είναι
δε τούτο το πώς έγεινε το επίλοιπον του σώματος(61). Ότι δε συν-
ετέθη κατά τον εξής συλλογισμόν, δύναται να αρμόζη εις αυτό
περισσότερον πάντων. Οι συστήσαντες το γένος ημών εγνώριζον
την ακολασίαν των ποτών και των φαγητών, η οποία θα υπάρχη
εις ημάς, και ότι διά την λαιμαργίαν θα κάμνωμεν χρήσιν αυτών
πολύ περισσοτέραν του πρέποντος και του αναγκαίου. Λοιπόν διά
να μη γείνη διά τας νόσους αιφνιδία καταστροφή, και ίνα μη το
ανθρώπινον γένος απολεσθή ευθύς πριν ή φθάση εις την τελειό-
73. | τητά του, ταύτα προβλέποντες, κατεσκεύασαν δοχείον όπερ
καλείται κάτω κοιλία, ίνα περιλαμβάνη το περίσσευμα του ποτού
και του φαγητού, και συνέστρεψαν εις γύρους τα έντερα, όπως μη
διαπερώσα έξω η τροφή ταχέως αναγκάζη το σώμα να ζητή πά-
λιν ταχέως άλλην τροφήν, και ίνα μη γεννώσα απληστίαν κατα-
στήση όλον το ανθρώπινον γένος ένεκα της γαστριμαργίας αφιλό-
σοφον και άμουσον και ανυπότακτον εις το θειότατον μέρος, το
οποίον είναι εντός ημών.
Περί δε των οστών και των σαρκών και περί όλου εκείνου,
Β. | το οποίον είναι ομοίας φύσεως, λέγομεν ότι ταύτα έχουσιν
ως εξής: Εις όλα ταύτα αρχή υπήρξεν η γέννησις του μυελού.
Διότι οι δεσμοί της ζωής, διά των οποίων η ψυχή είναι συνδεδε-
μένη με το σώμα, επειδή είναι δεδεμένοι εις τον μυελόν, είναι ως
αι ρίζαι του ανθρωπίνου γένους. Αυτός δε ο μυελός έγεινεν εξ
άλλων πραγμάτων. Δηλαδή εκ των τριγώνων όσα ήσαν αρχικά,
κανονικά και λεία, ικανά να παραγάγωσι μετά της μεγίστης ακρι-
βείας πυρ και ύδωρ και αέρα και γην, ο Θεός αποχωρίζων από
C | τα σχετικά είδη αυτών και αναμιγνύων μεταξύ των μετά τι-
νος αναλογίας, ίνα προμηθεύση το κοινόν γεννητικόν σπέρμα εις
όλον το ανθρώπινον γένος, κατεσκεύασε τον μυελόν εξ αυτών. Και
μετά τούτο εφύτευσεν εις τον μυελόν τα τρία είδη της ψυχής και
τα συνέδεσε. Και όσα και οποία ήσαν τα σχήματα, τα οποία
έκαστον των ειδών αυτών έμελλε να έχη, εις τοσαύτα και τοι-
αύτα σχήματα διήρεσεν αυτόν τον μυελόν ευθύς κατά την αρ-
χικήν διανομήν. Και το μέρος αυτού, όπερ έμελλε να έχη εν
εαυτώ, ως αγρός, το θείον σπέρμα, πλάσας αυτό στρογγύλον παν-
Δ. | ταχόθεν επωνόμασεν εγκέφαλον, διότι όταν έκαστον ζώον
ήθελεν αποτελεσθή, το αγγείον, όπερ θα περιείχε το μέρος τούτο,
θα ήτο η κεφαλή. Το μέρος δε, το οποίον έμελλε να κατέχη το
λοιπόν και θνητόν μέρος της ψυχής, διήρεσεν εις σχήματα στρογ-
γύλα άμα και προμήκη και τα ωνόμασεν όλα μυελόν· και εκ τού-
των ως εξ αγκυρών ρίπτων τους δεσμούς όλης της ψυχής πέριξ
αυτού έπλασεν όλον το σώμα ημών, αφού πρώτον συνέπηξε δι'
όλον τον μυελόν έν σκέπασμα οστέινον.
Ε. | Το οστούν δε τούτο συνέστησεν ως εξής: Κοσκινίσας γην
καθαράν και λεπτήν εζύμωσεν αυτήν και ύγρανε με μυελόν· μετά
δε τούτο την έβαλεν εις το πυρ, έπειτα την εβύθισεν εις το ύδωρ
και πάλιν εις το πυρ και πάλιν εις το ύδωρ, και μεταφέρων τοιου-
τοτρόπως πολλάκις αυτήν εις τούτο και εις εκείνο την έκαμε
τοιαύτην, ώστε να μη δύναται να διαλυθή ούτε υπό του ενός ούτε
υπό του άλλου. Μεταχειριζόμενος λοιπόν ταύτην την ύλην ετόρ-
νευσε πέριξ του εγκεφάλου οστεΐνην σφαίραν, εις την οποίαν
74. | αφήκε στενήν διέξοδον. Και πέριξ του αυχενίου και του νω-
τιαίου μυελού πλάσας εκ της αυτής ύλης σπονδύλους, διέταξε τον
ένα υπό τον άλλον ως στρόφιγγας αρχίσας από της κεφαλής
καθ' όλον τον κορμόν. Και ίνα διασώση το όλον σπέρμα, περι-
έφραξεν αυτό εντός λιθίνου περιβόλου, κατασκευάσας αρθρώσεις,
και μεταχειριζόμενος την ενέργειαν του ετέρου (του μεταβλητού),
ίνα ούτω μεταξύ αυτών εκτελήται κίνησις και κάμψις(62).
Θεωρήσας δε ότι ο τρόπος του είναι της οστεΐνης φύσεως ήτο
Β. | πολύ σαθρότερος του δέοντος και ακαμπτότερος, και ότι γι-
νόμενος διάπυρος και ψυχόμενος(63) εναλλάξ, θα σαπή και θα δια-
φθείρη ταχέως το σπέρμα εντός αυτού, διά τούτο επενόησε τα
νεύρα και την σάρκα, ίνα με εκείνα μεν, συνδέσας όλα τα άλλα
μέλη, καθ' όσον (τα νεύρα) εντείνονται ή χαλαρούνται, δώση εις
το σώμα την ευκολίαν να κάμπτηται και να εκτείνηται πέριξ των
σπονδύλων. Την δε σάρκα επενόησεν, ίνα γίνη προπύργιον κατά
των υπερβολικών καυμάτων και ασφάλεια κατά του χειμώνος, προ-
σέτι δε και κατά των πτώσεων, ως ένδυμα συμπιλητόν, διότι η σαρξ
C. | μαλακώς και ευκόλως υποχωρεί εις τα άλλα σώματα και έχει
εν εαυτή υγρόν θερμόν, το οποίον κατά μεν το θέρος ιδρώνει και
νοτίζον την επιφάνειαν δύναται να προξενή εις όλον το σώμα φυσι-
κόν ψύχος, τον δε χειμώνα απεναντίας με αυτό τούτο το πυρ δύνα-
ται να υπερασπίζηται αρκούντως κατά του ψύχους, το οποίον την
προσβάλλει και την περικυκλώνει έξωθεν. Ταύτα διανοηθείς ο Πλά-
στης ημών, συμμείξας και συναρμόσας την σάρκα εξ ύδατος και
πυρός και γης συνθέσας ζύμωμα από οξύ και αλμυρόν, και
Δ. | αναμίξας ταύτα εσχημάτισεν ούτω την σάρκα πλήρη χυμών
και μαλακήν. Τα δε νεύρα έκαμεν από μίγμα οστών και αζύμου
σαρκός, ως μίαν μέσην φύσιν μεταξύ εκείνων και ταύτης, μετα-
χειρισθείς προσέτι, χρώμα ξανθόν. Διά τούτο τα νεύρα απέκτησαν
φύσιν περισσότερον έντονον και γλοιώδη, παρά τας σάρκας, πε-
ρισσότερον δε μαλακήν και υγράν παρά τα οστά. Διά τούτων (νεύ-
ρων και σαρκών) περικαλύψας ο Θεός τα οστά και τον μυελόν,
Ε. | τα συνέδεσε μεταξύ των διά των νεύρων και μετά ταύτα εσκέ-
πασε πάντα ταύτα διά σαρκών. Και όσα μεν οστά περιείχον μεγαλύ-
τερον μέρος ψυχής, τα περιέφραξε με ολιγίστας σάρκας, όσα δε
είχον ολιγώτερον με πλείστας και πυκνοτάτας(64). Και προσέτι κατά
τας συνδέσεις των οστών, όπου ο λόγος δεν εδείκνυεν ανάγκην
τινά, διά την οποίαν έπρεπε να υπάρχωσι σάρκες, έθεσεν ολίγας
σάρκας, ίνα μη εμπόδιον γινόμεναι εις τας κάμψεις κάμνωσι τα σώ-
ματα δυσμεταχείριστα (βαρέα), ως γινόμενα ούτω δυσκίνητα, και
ίνα πάλιν, όταν θα ήσαν πολλαί και πυκναί και πολύ πεπιεσμέναι
μεταξύ των, διά την στερεότητα αυτών παράγουσαι αναισθησίαν,
μη καθιστώσι τας ενεργείας της διανοίας περισσότερον δυσμνημο-
νεύτους και περισσότερον μωράς.