WeRead Powered by ReaderPub
Τίμαιος, Τόμος Β cover

Τίμαιος, Τόμος Β

Chapter 27: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIV.
Open in WeRead

About This Book

A philosophical account describes how a divine artisan shapes a cosmos from preexisting formless matter by imposing mathematical order and proportion. It explains the four classical elements as aggregates of infinitesimal triangular particles that combine into regular solids tied to fire, earth, air, and water, and shows how their rearrangement generates the visible world. The text constructs a world-soul and connects bodily life, perception, and change to underlying numerical and geometrical structures. Presentation mixes speculative mythic narrative, systematic mathematical demonstration, and natural-philosophical reflection on sensation and intelligible reality.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XL.

Νοσολογία (συνέχεια)(83).

Τρίτον δε είδος νοσημάτων υπάρχει, όπερ δέον να θεωρήσω-
μεν ότι γίνεται εκ τριών αιτίων, υπό του αέρος, δεύτερον υπό του
Δ. | φλέγματος και τρίτον υπό της χολής. Διότι όταν ο ταμίας
του αέρος εις το σώμα, δηλ. ο πνεύμων, δεν παρέχη τας διεξόδους
καθαράς, διότι έχει φραχθή από άλλα ρεύματα(84), εξ ενός μεν
επειδή ο αήρ δεν δύναται να εισέρχηται, εξ ετέρου δε επειδή εισ-
έρχεται περισσότερος του δέοντος, σαπίζει όσα μέρη δεν λαμβά-
νουσιν αναψυχήν (δεν δροσίζονται), εισδύων δε διά βίας εις τας
φλέβας και συστρέφων αυτάς, διαλύει το σώμα και μένει εγκε-
κλεισμένος εν μέσω αυτού, πιέζων το διάφραγμα. Εκ των αιτιών
Ε. | τούτων γεννώνται πολυάριθμα νοσήματα οδυνηρά μετά αφθό-
νου ιδρώτος. Πολλάκις δε, όταν η σαρξ εις το σώμα χωρίζηται,
ο αήρ, ο οποίος γεννάται εντός και αδυνατεί να εύρη έξοδον, προ-
ξενεί τους αυτούς πόνους, τους οποίους γεννώσι και τα εξωτερικά
αίτια, πόνους, οίτινες είναι μέγιστοι, οσάκις ο αήρ, περικυκλώνων
τα νεύρα και τας παρακειμένας μικράς φλέβας και εξογκώνων τους
μυς των ώμων και τα σχετικά νεύρα, παράγη μίαν τάσιν προς τα
οπίσω. Τα νοσήματα δε ταύτα ακριβώς διά το πάθημα της τά-
σεως ωνομάσθησαν τέτανοι και οπισθότονοι. Και η θεραπεία
τούτων είναι δύσκολος· διότι μόνον οι πυρετοί επερχόμενοι δύναν-
85. | ται υπέρ παν άλλο να διαλύσωσιν αυτάς. Ούτω το λευκόν
φλέγμα διά τον αέρα των πομφολύγων του είναι επικίνδυνον, όταν
εγκλείεται ούτος, και εάν έχη εκπνοάς έξω του σώματος είναι
ηπιώτερον, αλλά καθιστά το σώμα ποικίλον, διότι γεννά εξανθή-
ματα και λευκά στίγματα και άλλα τοιαύτα νοσήματα. Εάν δε
αναμιχθή με μαύρην χολήν και διασκορπισθή εις τας εν τη κε-
φαλή κυκλοφορίας, αίτινες είναι θειόταται, και συνταράξη αυτάς,
όταν μεν επέρχεται κατά τον ύπνον είναι ημερώτερον, όταν δε
επιτίθεται κατά την εγρήγορσιν δυσκόλως το σώμα απαλλάσσεται
Β. | αυτού. Και το νόσημα τούτο, επειδή είναι φύσεως ιεράς, δι-
καίως λέγεται ιερά νόσος. — Το οξύ δε και αλμυρόν φλέγμα είναι
η πηγή όλων των καταρροϊκών νοσημάτων· και επειδή οι τόποι,
εις τους οποίους ρέει, είναι διαφορώτατοι, λαμβάνει και διάφορα
ονόματα. — Ως προς τας φλογώσεις δε του σώματος, αίτινες κα-
λούνται ούτω εκ του ότι το σώμα καίεται και φλέγεται, όλαι γεν-
C. | νώνται εκ της χολής. Διότι, όταν αύτη ευρίσκη αναπνοάς προς
τα έξω, βράζουσα εκπέμπει ποικίλα εξογκώματα, αλλ' εάν μένη
κατάκλειστος μέσα, γεννά πολλά νοσήματα φλογιστικά. Και το
μέγιστον είναι, όταν η χολή, αναμιχθείσα με καθαρόν αίμα, δια-
σκορπίζη έξω της θέσεως των τας ίνας, αίτινες ήσαν διεσπαρμένοι
εις το αίμα, ίνα τούτο έχη συμμετρίαν λεπτότητος και πάχους,
και διά την πολλήν θερμότητα μη τρέχη ως ρευστόν έξω του σώ-
ματος αραιωθέντος(85), μήτε πάλιν διά την πολλήν πυκνότητα γενό-
μενον δυσκίνητον μόλις και μετά βίας κυκλοφορή εις τας φλέβας.
Δ. | Την αναλογίαν (μέτρον) ταύτην διατηρούσιν αι ίνες δι' αυτήν
την φυσικήν σύστασίν των. Διότι, όταν τις αφαιρών αυτάς και εκ
νεκρού και πηχθέντος αίματος τας συνάγη, τότε όλον το λοιπόν αίμα
αφανίζεται. Εάν όμως αφεθώσιν εκεί, ταχέως θα το πήξωσι με
την βοήθειαν του περικυκλούντος αυτό ψύχους. Επειδή δε ταύ-
την την δύναμιν έχουσιν αι ίνες εις το αίμα, η χολή, ήτις ήτο φύ-
σει παλαιόν αίμα(86), και ήτις πάλιν από τας σάρκας επιστρέφει ίνα
διαλυθή εις αυτό, κατά πρώτον χυνομένη θερμή και υγρά ολίγον κατ'
ολίγον, διά της επενεργείας των ινών πήγνυται· πηγνυμένη δε και
Ε. | σβυνομένη διά βίας, παράγει εντός χειμώνα και τρόμον. Όταν
δε επιρρέη αφθονωτέρα και υπερνικά διά της θερμότητος αυτής,
βράζουσα διαταράττει και θέτει εις αταξίαν τας ίνας. Και εάν
είναι ικανή να νικήση μέχρι τέλους, εισχωρήσασα εις την ουσίαν
του μυελού, διαλύει εκείθεν καίουσα τα παλαμάρια της ψυχής,
όπως λύουσι τα σχοινία ενός πλοίου, και την αφίνει ελευθέραν.
Όταν όμως είναι ασθενεστέρα και το σώμα ανθίσταται εις την
διάλυσιν, τότε η χολή νικάται και ή φεύγει εξ όλου του σώματος,
ή αποκρουσθείσα διά των φλεβών εις την κάτω ή την άνω κοι-
λίαν, φεύγουσα εκ του σώματος, ως εξόριστος από πόλιν στασιά-
86. | σασαν(87), παράγει διαρροίας και δυσεντερίας και πάντα τα
άλλα τοιαύτα νοσήματα.
Όταν τέλος το σώμα νοσήση προ πάντων από υπερβολικόν
πυρ (θερμότητα), γεννώνται καύματα και πυρετοί συνεχείς, όταν
δε από υπερβολήν αέρος, καθημερινοί πυρετοί(88), τριταίοι δε από
υπερβολήν ύδατος, διότι το ύδωρ κινείται βραδύτερον του αέρος
και του πυρός· όταν δε από υπερβολήν γης, επειδή αύτη είναι
κατά τέταρτον λόγον βραδυτάτη και καθαρίζεται εις περιόδους
τετραπλασίας χρόνου, γεννώνται οι τεταρταίοι(89) πυρετοί και μετά
μεγάλης δυσκολίας θεραπεύονται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLI.

Ψυχικαί νόσοι(90).

Β. | Και τα μεν νοσήματα του σώματος τοιουτοτρόπως γεν-
νώνται, τα δε της ψυχής γίνονται εκ της σωματικής διαθέσεως
κατά τον εξής τρόπον: Ότι η νόσος της ψυχής είναι η αφροσύνη·
δέον να το ομολογήσωμεν, αλλά της αφροσύνης δύο είναι τα είδη·
το έν είναι η μανία και το άλλο η αμαθία. Οιονδήποτε λοιπόν
πάθος, όπερ πάσχων τις έχει εν εαυτώ το έν ή το άλλο, δέον να
είπωμεν αυτό νόσον. Και ηδοναί δε και λύπαι υπερβολικαί πρέπει
να παραδεχθώμεν ότι είναι εκ των μεγίστων νόσων της ψυχής.
Διότι ο άνθρωπος όστις αισθάνεται υπερβολικήν χαράν, ή και υπό
C. | λύπης ευρίσκεται εις την εναντίαν κατάστασιν, σπεύδων άλλο
μεν να συλλάβη ουχί εις κατάλληλον καιρόν, άλλο δε να απο-
φύγη, δεν δύναται ούτε να ίδη ούτε να ακούση ορθώς κανέν πρά-
γμα, αλλά λυσσά και δεν έχει πλέον την δύναμιν να κάμνη χρή-
σιν του λογικού. Εκείνος δε, εις τον οποίον γεννάται σπέρμα
άφθονον και ορμητικόν εις τον μυελόν, και είναι ως δένδρον, όπερ
καρποφορεί περισσότερον του φυσικού μέτρου, ούτος δοκιμάζων
πολλάς λύπας και πολλάς ηδονάς εις τας επιθυμίας και εις τα
αποτελέσματα αυτών, και γινόμενος μανιακός κατά το περισσό-
τερον μέρος της ζωής του διά τας μεγίστας ταύτας ηδονάς και
Δ. | λύπας, ενώ έχει την ψυχήν νοσηράν και άφρονα ένεκα του
σώματος, δεν θεωρείται ως έχων νόσον, αλλά κακώς νομίζεται
ότι είναι εκουσίως κακός. Αλλ' όμως το αληθές είναι ότι η ακολα-
σία εις τας αφροδισίους ηδονάς κατέστη εις αυτόν νόσος της ψυχής
κατά μέγα μέρος ένεκα διαθέσεως ενός μόνου είδους, όπερ διά την
αραιότητα των οστών ρέει εις το σώμα και το υγραίνει. Και σχε-
δόν πάντα όσα λέγονται ακρασία εις τας ηδονάς προς όνειδος, ως
εάν οι κακοί ήσαν τοιούτοι εκουσίως, δεν προσάπτουσιν ορθώς
Ε. | όνειδος. Διότι ουδείς είναι κακός εκουσίως(91) αλλά διά τινα
κακήν διάθεσιν του σώματος ή δι' έλλειψιν ανατροφής ο κακός
γίνεται κακός. Και ταύτα είναι ατυχήματα εις πάντας και συμ-
βαίνουσιν και εις εκείνον, όστις δεν θέλει. Και πάλιν ως προς τας
λύπας κατά τον αυτόν τρόπον η ψυχή λαμβάνει πολλάς συμφοράς
διά του σώματος. Διότι όπου οι χυμοί των οξέων φλεγμάτων, και
των αλυκών και όσοι είναι πικροί και χολώδεις πλανηθέντες εις
το σώμα δεν ευρίσκουσι μεν αναπνοήν προς τα έξω, αλλά περι-
φερόμενοι εντός αποτελούσι κράμα αναμιγνύοντες τους ιδίους αυ-
87. | τών ατμούς με την κίνησιν της ψυχής, εκεί παράγουσι παν-
τοειδή ψυχικά νοσήματα άλλοτε μεν περισσότερα, άλλοτε δε ολι-
γώτερα, και άλλοτε μικρότερα ή μεγαλείτερα, Και τα νοσήματα
ταύτα μεταφερόμενα εις τας τρεις έδρας της ψυχής, όπου έκα-
στον αυτών προσπέση, εκεί παράγει πολλάς και διαφόρους ποι-
κιλίας δυσαρεσκείας και λύπης, και άλλας θρασύτητος και δει-
λίας, και προσέτι λήθης ομού και δυσμαθίας. Εκτός δε τούτων,
όταν από ανθρώπους ούτω κακώς συγκεκροτημένους γίνωνται κα-
καί πολιτείαι, και κατ' ιδίαν και δημοσίως εις τας πόλεις εκφωνών-
Β. | ται λόγοι, προσέτι δε δεν μανθάνωνται υπό των νέων μαθή-
ματα θεραπεύοντα τα κακά ταύτα, τότε, τοιουτοτρόπως όλοι γίνον-
ται κακοί, όσοι είναι τοιούτοι, διά τας δύο αιτίας όλως ακουσίας.
Και διά ταύτα πρέπει να μεμφώμεθα τους γονείς μάλλον παρά
τα τέκνα και τους ανατρέφοντας μάλλον παρά τους ανατρεφομέ-
νους. Λοιπόν πρέπει να έχωμεν προθυμίαν, όσον είναι δυνατόν
διά της αγωγής, διά των θεσμών και των διδασκαλιών να φεύγω-
μεν την κακίαν· να αποκτήσωμεν δε το εναντίον. Αλλά τούτο εί-
ναι άλλη σειρά λόγων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLII.

Θεραπευτική(92).

C. | Εκείνο δε πάλιν, το οποίον είναι αντίστροφον προς ταύτα,
ήτοι το αναφερόμενον εις τας θεραπείας των σωμάτων και των
διανοιών, δηλαδή διά ποίων μέσων συντηρούνται ταύτα, πάλιν είναι
φυσικόν και πρέπον να εκθέσωμεν προς ανταπόδοσιν. Διότι είναι
ορθότερον ο λόγος να πραγματεύηται περί των αγαθών μάλλον
παρά περί των κακών. Παν λοιπόν το αγαθόν είναι καλόν· το δε
καλόν δεν είναι άνευ μέτρου. Και το ζώον λοιπόν, το οποίον μέλ-
λει να είναι τοιούτον, πρέπει να υποθέσωμεν ότι έχει μέτρον
και αναλογίαν. Αλλά εκ των συμμετριών αντιλαμβανόμενοι τας
Δ. | σμικράς τας μετρούμεν, τας δε σπουδαιοτάτας και τας μεγί-
στας τας αμελούμεν εντελώς. Διότι ως προς τας υγείας και τας
νόσους, και τας αρετάς και τας κακίας ουδεμία συμμετρία ή ασυμ-
μετρία είναι μεγαλυτέρα από εκείνην την ψυχής προς το σώμα
αυτής. Και εκ τούτων ουδέν εξετάζομεν, ούτε εννοούμεν ότι, όταν
ψυχή ισχυρά και μεγάλη κατά παν μέρος αυτής φέρηται υπό σώ-
ματος ασθενεστέρου ή μικροτέρου, και όταν ακόμη τα δύο ταύτα
συνδυάζωνται αντιστρόφως, το όλον ζώον δεν είναι ωραίον. Διότι
είναι ασύμμετρον κατά τας σπουδαιοτάτας συμμετρίας, το δε ευ-
ρισκόμενον εις εναντίαν κατάστασιν είναι το ωραιότατον και ερα-
σμιώτατον θέαμα εις εκείνον, όστις δύναται να παρατηρή. Καθώς
Ε. | λοιπόν σώμα τι με σκέλη μακρότατα ή έχον άλλην τινά
αφθονίαν δυσανάλογον προς εαυτό, όχι μόνον είναι αισχρόν, αλλά
και εις τους κοινούς σκοπούς(93) προξενούν πολλούς καμάτους και
πολλά σπάσματα και διά την παραφοράν αυτού πολλάς πτώσεις,
είναι αίτιον εις εαυτό πολλών κακών, ούτω το αυτό τούτο πρέ-
πει να νοήσωμεν και περί του συνδυασμού τούτου, το οποίον ονο-
μάζομεν ζώον. Ότι δηλ. όταν η ψυχή ήτις είναι εις αυτό, ούσα
88. | υπερτέρα του σώματος, ευρίσκεται εις ερεθισμόν μέγαν τα-
ράττουσα αυτό όλον εντός, το γεμίζει από νόσους· και όταν αύτη
παραδίδεται συντόνως εις μελέτας και ζητήματα, φθείρει αυτό·
και όταν κάμνη διδαχάς και μάχας διά λόγων δημοσίως και ιδιω-
τικώς, διά των ερίδων και φιλονεικιών, αίτινες γεννώνται, φλέγουσα
αυτό όλον το διαλύει(94), και παράγουσα ρεύματα απατά τους πλεί-
στους των λεγομένων ιατρών και κάμνει αυτούς να αποδίδωσι το
κακόν εις άλλας αιτίας. Και όταν πάλιν σώμα τι μέγα και γεν-
ναιότατον ευρίσκεται συνδεδεμένον με μικράν και ασθενή διά-
Β. | νοιαν, επειδή φύσει υπάρχουσιν εις τους ανθρώπους δύο είδη
επιθυμιών, τροφής διά το σώμα και σοφίας δι' εκείνο, όπερ εν
ημίν είναι το θειότατον, επειδή αι κινήσεις του ισχυροτέρου νι-
κώσι και αυξάνουσι το μέρος αυτών, ενώ την ψυχήν καθιστώσι
μωράν και δύσκολον να μανθάνη και να ενθυμήται, παράγουσι την
μεγίστην νόσον, την αμαθίαν. Υπάρχει όμως μία μόνη σωτηρία
εις αμφότερα ταύτα, να μη ασκώμεν την ψυχήν άνευ του σώμα-
τος μήτε το σώμα άνευ της ψυχής, ίνα ούτω υπερασπιζόμενα το έν
C. | κατά του άλλου γίνωνται ισόρροπα και υγιά. Ο μαθηματι-
κός(95) λοιπόν ή ο εργαζόμενος με τον νουν αυτού συντόνως ε;iς
τινα άλλην επιστήμην πρέπει να δίδη και εις το σώμα την απαι-
τουμένην άσκησιν, προσοικειούμενος την γυμναστικήν, και πάλιν
ο επιμελώς περιποιούμενος το σώμα του πρέπει να αποδίδη αντί
τούτου τας κινήσεις της ψυχής του, μεταχειριζόμενος μουσικήν
και μελετών πάσαν φιλοσοφίαν, εάν μέλλη δικαίως να ονομάζηται
συνάμα μεν ωραίος, συνάμα δε αγαθός αληθώς.
Και συμφώνως προς αυτά ταύτα πρέπει να θεραπεύωμεν και
τα ιδιαίτερα μέλη του σώματος, μιμούμενοι τα συμβαίνοντα εις το
σύμπαν. Δηλαδή επειδή το σώμα καίεται και ψύχεται από τα
Δ. | εισερχόμενα, και πάλιν από τα έξω πράγματα ξηραίνεται και
υγραίνεται και δέχεται εντυπώσεις συμφώνους με ταύτα τα πρά-
γματα ένεκα των δύο κινήσεων τούτων, όταν τις παραδίδη έρμαιον
εις τας κινήσεις ταύτας το σώμα του ενώ ευρίσκεται εις ανάπαυ-
σιν, τούτο νικηθέν υπ' αυτών καταστρέφεται. Εάν όμως μιμήται εκεί-
νην, την οποίαν ωνομάσαμεν μητέρα και τροφόν του παντός(96) και
δεν αφίνη ποτέ το σώμα του να μένη εις ησυχίαν, αλλά το κινή
και διαρκώς προξενή εις αυτό όλον σεισμούς τινας, τότε το υπε-
Ε. | ρασπίζει συμφώνως προς την φύσιν κατά των εξωτερικών
και εσωτερικών κινήσεων, και με τον μέτριον τούτον σεισμόν
βάλλει εις τάξιν κατά συγγένειαν προς την αμοιβαίαν αυτών θέσιν
τας πλανωμένας εντυπώσεις του σώματος και τα μέρη αυτού συμ-
φώνως προς όσα είπομεν πρότερον ομιλούντες περί του παντός.
Ο πράττων ταύτα δεν θα θέση εχθρόν πλησίον εχθρού ούτε θα
αφίση να γεννηθώσι πόλεμοι και ασθένειαι εις το σώμα αυτού,
αλλά θα κάμη ώστε φίλος τεθείς πλησίον φίλου να παρέχη την
89. | υγιείαν. Αφ' ετέρου εκ των κινήσεων αρίστη είναι η γινο-
μένη εν εαυτή και αφ' εαυτής (διότι είναι συγγενεστάτη με την
κίνησιν της διανοίας και της του σύμπαντος), χειροτέρα δε είναι
η γινομένη υπ' άλλου, και χειρίστη είναι εκείνη ήτις εις το σώμα,
όταν κατάκειται και ησυχάζη, δίδεται υπό άλλων κατά τα ιδιαίτερα
μέρη αυτού. Διά τούτο εκ των καθάρσεων και των αναπλάσεων
του σώματος εκείνη, η οποία γίνεται διά της γυμναστικής είναι
η αρίστη· δευτέρα δε έρχεται η διά των αιωρήσεων, είτε εντός
πλοίων είτε εντός οιωνδήποτε οχημάτων γίνονται χωρίς να προ-
Β. | ξενώσι κόπον. Τρίτον δε είδος κινήσεων είναι χρήσιμον μό-
νον, όταν απολύτως αναγκάζεται τις, άλλως δε δεν πρέπει ουδέ-
ποτε να το δέχηται όστις έχει νουν, και τούτο είναι το γινόμενον
διά φαρμακευτικής καθάρσεως χάριν ιατρείας. Διότι τα νοσήματα,
όσα δεν έχουσι μεγάλους κινδύνους δεν πρέπει να τα ερεθίζωμεν
με φάρμακα. Και τω όντι, η πορεία των νόσων ομοιάζει τρόπον
τινά με την φύσιν των ζώων, διότι και η σύστασις των ζώων έχει
περίοδον ζωής προσδιωρισμένην διά τα ιδιαίτερα είδη(97), ομοίως
δε έκαστον ζώον καθ' εαυτό έχει εκ φύσεως μοιραίον χρόνον ζωής
εξαιρουμένων των αναποφεύκτων παθημάτων. Διότι τα τρίγωνα
C. | εκάστου ατόμου ευθύς εξ αρχής αποτελούνται με μίαν προσ-
διωρισμένην δύναμιν, ώστε είναι ικανά να διαρκέσωσι μέχρι τινός
χρόνου, πέραν του οποίου δεν δύναται να εξακολουθήση η ζωή.
Κατά τον αυτόν τρόπον είναι και η σύστασις των νοσημάτων. Και
όταν τις καταστρέφη ταύτην έξω του πεπρωμένου χρόνου με
φάρμακα, γίνονται συνήθως εκ μικρών μεγάλα νοσήματα και εξ
ολίγων πολλά. Διά τούτο πρέπει πάντα τα τοιαύτα νοσήματα να
κυβερνά τις με δίαιτας του ζην, καθ' όσον έχει την ευκολίαν, αλλά
Δ. | να μη τα ερεθίζη με φάρμακα και να κάμνη δυσκολωτέραν
την θεραπείαν του κακού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIII.

Αγωγή ψυχής(98).

Αρκούσι τα ειρημένα περί του ζώου κατά το σύνολον αυτού
και περί του σωματικού μέρους αυτού και περί του τρόπου καθ'
ον τις κυβερνών τούτο και κυβερνώμενος(99) υπ' αυτού δύναται να
ζήση συμφωνότατα με τον λόγον. Αλλά περισσότερον τούτου και
πρότερον αυτού το μέρος εκείνο, όπερ θα παιδαγωγήση αυτό (το
σώμα), πρέπει όσον είναι δυνατόν να το προετοιμάσωμεν ούτως, ώστε
να είναι κάλλιστον και άριστον προς το έργον της παιδαγωγίας.
Να πραγματευθώμεν λοιπόν ακριβώς περί τούτων θα ήτο έργον
Ε. | αρκετά μέγα καθ' εαυτό· αλλά εάν τις εν παρέργω θίξη
αυτό, αναλόγως προς όσα πρότερον είπομεν, όχι εκτός του προκει-
μένου θα ηδύνατο να περάνη αυτό διά του συλλογισμού θεωρών
τα πράγματα ως έπεται. Συμφώνως προς εκείνα, τα οποία πολλάκις
είπομεν, ότι δηλ. τρία είδη ψυχής κατοικούσιν εντός ημών εις τρεις
διαφόρους τόπους, και ότι έκαστον έχει τας κινήσεις του, κατά
τον αυτόν τρόπον και τώρα όσον το δυνατόν συντομώτατα πρέπει
να είπωμεν, ότι εκείνο εξ αυτών, το οποίον διάγει εις αργίαν και
το οποίον ησυχάζει καθ' όλας τας κινήσεις του, εξ ανάγκης γίνε-
ται ασθενέστατον. Το δε διάγον εις γυμνάσια είναι ισχυρότατον.
90. | Διά τούτο πρέπει να προσέχωμεν, όπως έχωσι μεταξύ των
τας κινήσεις αναλόγους. Και ως προς μεν το είδος της ψυχής, το
οποίον είναι εντός ημών κυρίαρχον, πρέπει να νοώμεν τούτο, ότι
δηλ. ο Θεός το έδωκεν εις έκαστον ημών ως θείον δαιμόνιον, και
είναι εκείνο, το οποίον λέγομεν ότι κατοικεί εις την κορυφήν του
σώματος ημών, και το οποίον από της γης μας υψώνει προς την
συγγένειαν ημών εν τω ουρανώ. Διότι, και τούτο λέγομεν ορθό-
τατα, είμεθα φυτόν όχι γήινον αλλά ουράνιον. Διότι η θεότης,
Β. | εκείθεν, οπόθεν η ψυχή έλαβε την πρώτην αρχήν της, κρα-
τούσα την κεφαλήν και ρίζαν ημών ανηρτημένην(100), διατηρεί
όρθιον όλον το σώμα ημών. Εις εκείνον λοιπόν, ο οποίος δαπανάται
εις επιθυμίας ή φιλονικείας και εις ταύτα καταπονείται μεθ' υπερ-
βολής, εξ ανάγκης γεννώνται γνώμαι θνηταί, και κατά πάντα τρό-
πον, όσον είναι δυνατόν εις ένα να είναι θνητός, ουδέν τούτου λεί-
πει απ' αυτόν, διότι μόνον το θνητόν μέρος έχει θρέψη. Εκείνος όμως,
όστις παρεδόθη εις την φιλομάθειαν και εις την νόησιν της αλη-
θείας, και εκ των δυνάμεων αυτού ταύτας προ πάντων έχει γυ-
μνάση, είναι απολύτως αναγκαίον ούτος να νοή πράγματα αθά-
C. | νατα και θεία, αν βεβαίως δύναται να φθάση την αλήθειαν·
καθ' όσον δε η ανθρωπίνη φύσις δύναται να μετάσχη της αθα-
νασίας, κανέν μέρος τούτου δεν θα λείπη εις αυτόν, και επειδή
πάντοτε υπηρετεί το θείον και διατηρεί εν τάξει και τιμά τον δαί-
μονα, όστις κατοικεί εντός αυτού, θα είναι εξόχως ευδαίμων. Και
η θεραπεία όλων είναι μία μόνη πάντοτε, ήτοι να δίδωνται εις
έκαστον μέρος αι κατάλληλοι τροφαί και κινήσεις. Αλλ' εις το εν-
Δ. | τός ημών κατοικούν θείον συγγενείς κινήσεις είναι τα δια-
νοήματα του παντός και αι περιφοραί αυτού. Ταύτας λοιπόν ακο-
λουθών έκαστος, και διορθόνων τας κινήσεις, αίτινες κατά την γέν-
νησιν ημών διεφθάρησαν εντός της κεφαλής ημών, πρέπει με την
μάθησιν των αρμονιών και των κύκλων του παντός να εξομοιώνη
το νοούν (υποκείμενον) προς το νοούμενον (αντικείμενον)(101) κατά
την αρχικήν φύσιν αυτού, αφού δε εξομοιώση αυτά θα δώση ούτω
τέλος εις τον βίον εκείνον τον άριστον, τον οποίον οι θεοί προέθε-
σαν διά τον παρόντα και τον μέλλοντα χρόνον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ XLIV.

Περί γενέσεως γυναικών και ζώων(102). Τέλος.

Α. | Και ήδη εκείνο, όπερ εξ αρχής ανελάβομεν να πραγματευθώ-
μεν περί του σύμπαντος μέχρι της γενέσεως του ανθρώπου, δυνά-
μεθα να είπωμεν, ότι έφθασεν εις το τέλος αυτού. Διότι ως προς
τα άλλα ζώα, με ποίον τρόπον ταύτα εγεννήθησαν, θα κάμωμεν
σύντομον λόγον χωρίς να μακρολογήσωμεν περισσότερον του αναγ-
καίου. Και ούτω δυνάμεθα να φρονώμεν, ότι ετηρήσαμεν ακριβώς
το προσήκον μέτρον εις τους περί αυτών λόγους. Θα είπωμεν λοι-
πόν τα τοιαύτα ως εξής: Εκ των γεννηθέντων ανδρών όσοι ήσαν
δειλοί και διήλθον την ζωήν αυτών εις αδικίας, κατά πιθανόν λό-
γον εις την δευτέραν γέννησιν μετεβλήθησαν εις γυναίκας. Και διά
91. | ταύτα κατ' εκείνον τον χρόνον οι θεοί επενόησαν τον έρωτα
της συνουσίας, συστήσαντες έν ζώον έμψυχον εντός ημών των αν-
δρών και έν άλλο εις τας γυναίκας, και εδημιούργησαν και το έν
και το άλλο κατά τον εξής τρόπον: Τον οχετόν του ποτού εκεί όπου
το ποτόν αφού έλθη διά του πνεύμονος υπό τους νεφρούς εις την κύ-
στιν, έπειτα αποκρούει αυτό έξω υπό την πίεσιν του αέρος, τον έθεσαν
δι' οπής εις συγκοινωνίαν με τον μυελόν, όστις εκ της κεφαλής διά
του αυχένος χωρεί διά της σπονδυλικής στήλης, και τον οποίον
Β. | εις τους προηγουμένους λόγους ημών ωνομάσαμεν σπέρμα.
Ούτος (ο μυελός) επειδή είναι έμψυχος και εύρεν αναπνοήν, εγέν-
νησεν εις αυτόν την ζωτικήν επιθυμίαν της εκροής εκείθεν, όθεν
δύναται να αναπνέη, και παρήγαγεν ούτω τον έρωτα της γεννή-
σεως. Και διά ταύτα το γεννητικόν μόριον (των ανδρών) γενόμενον
απειθές και δεσποτικόν, ως ζώον μη υπακούον εις τον λόγον, θέ-
λει να εξουσιάζη τα πάντα με τας μανιώδεις επιθυμίας του. Εις
δε τας γυναίκας αι λεγόμεναι μήτραι και υστέραι διά τας αυτάς αι-
C. | τίας, επειδή υπάρχει εντός αυτών ως ζώον επιθυμούν να γεννά
παίδας, όταν μένη χωρίς να παράγη καρπόν πολύν χρόνον μετά
την ωρισμένην εποχήν του, αγανακτεί και βαρυθυμεί και πλανώ-
μενον πανταχού του σώματος, φράττει τας εξόδους του αέρος, και
εμποδίζον την αναπνοήν φέρει το ζώον εις τας εσχάτας αμηχα-
νίας, και προξενεί παντοίας άλλας νόσους. Και τούτο (γίνεται),
έως ου η επιθυμία και ο έρως συνενώσαντες και τους δύο, τρόπον
Δ. | τινα συλλέγοντες καρπόν από δένδρων, σπείρωσιν εις την μή-
τραν, ως εις καλλιεργημένον αγρόν ζώα(103), αόρατα διά την σμι-
κρότητα αυτών και άπλαστα ακόμη, έπειτα τα διαχωρίσωσι και
τα θρέψωσι μέσα όσον να γίνωσι μεγάλα, και μετά τούτο τα φέ-
ρωσιν εις το φως και τελειώσωσι την γέννησιν αυτών. Αι γυναί-
κες λοιπόν και όλον το θηλυκόν γένος τοιαύτην έλαβον γέννησιν.
Το γένος έπειτα των πτηνών παρήχθη διά μεταμορφώσεως,
γεννών πτερά αντί τριχών, από άνδρας ακάκους αλλά κούφους,
και οίτινες ομιλούσι περί των ουρανίων πιστεύοντες διά την μω-
Ε. | ρίαν των ότι διά της όψεως ευρίσκουσι τας βεβαιοτάτας απο-
δείξεις περί τούτων(104). Το δε χερσαίον και άγριον γένος εγεννήθη
εξ εκείνων, οίτινες δεν ασχολούνται εις την φιλοσοφίαν και δεν
εξετάζουσι τίποτε περί της φύσεως του ουρανού, διότι δεν μετα-
χειρίζονται τους κύκλους της κεφαλής, αλλά ακολουθούσιν ως
οδηγούς μόνον τα μέρη της ψυχής, τα οποία είναι εις τα στήθη.
Ένεκα των έξεων τούτων στηρίζουσιν εις την γην τα έμπροσθεν
μέλη και τας κεφαλάς, ελκόμενα εις αυτήν υπό της συγγενείας,
και έχουσι τας κεφαλάς επιμήκεις(105) και πολυειδείς, κατά τον τρό-
πον κατά τον οποίον οι κύκλοι της ψυχής των συνεθλίβησαν υπό
της αργίας. Εκ ταύτης δε της αιτίας η γενεά αυτών έγεινε με
92. | τέσσαρας και περισσοτέρους πόδας, καθ' όσον ο Θεός έδωκε
μεγαλύτερον αριθμόν βάσεων εις τα έχοντα περισσοτέραν έλλειψιν
φρενών, ίνα έλκωνται περισσότερον εις την γην. Όσα δε εξ αυ-
τών είναι όλως εστερημένα νου και απλώνουσιν εις την γην ολό-
κληρον το σώμα αυτών, επειδή δεν είχον πλέον χρείαν ποδών,
τα παρήγαγον άνευ ποδών και έρποντα επί της γης. Το δε τέ-
ταρτον γένος, το οποίον ζη εις τα ύδατα, εγεννήθη εξ εκείνων,
οίτινες είναι εντελώς ανόητοι και αμαθείς, τους οποίους οι θεοί, οι
Β. | μεταπλάττοντες, δεν έκριναν αξίους ούτε καθαράς αναπνοής,
διότι είχον την ψυχήν των ακάθαρτον υπό πάσης υπερβολής, αλλά
αντί της λεπτής και καθαράς αναπνοής του αέρος απώθησαν αυτούς
εις την θολεράν και βαθείαν αναπνοήν του ύδατος. Ούτως εγεννήθη
το γένος των ιχθύων και των οστρέων και των άλλων, όσα είναι
εντός των υδάτων, και προς τιμωρίαν της αμαθείας αυτών έλαβον
την εσχάτην κατοικίαν(106). Και συμφώνως προς πάντα ταύτα τότε
και τώρα τα ζώα μεταβαίνουσι το έν εις το άλλο(107) και μεταμορ-
φούνται καθ' όσον αποβάλλουσιν ή αποκτώσι νουν ή ανοησίαν(108).