WeRead Powered by ReaderPub
Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ cover

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Γ

Chapter 2: ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'. ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A philosophical dialogue presents a detailed program of legislation for organizing a polis, treating urban planning, public architecture, and civic institutions alongside moral and educational regulation. Topics include placement of temples, markets and courts, debate over fortifications versus an integrated defensive city-ring, rules for communal meals and marriage arrangements, and responsibilities of magistrates for sanitation and enforcement. The discussion considers how law shapes private habits, the limits of individual freedom within ordered society, and the lawgiver’s duty to design institutions that cultivate virtue and public welfare, while repeatedly addressing practical difficulties of implementing ambitious reforms.

Εάν δε εις τα βρόχινα νερά ο υψηλότερον καλλιεργών ή και ο ομότοιχος ζημιώνει τους χαμηλοτέρους, διότι δεν επιτρέπει την εκροήν, ή αντιθέτως ο υψηλότερα ευρισκόμενος αφήνη όπως τύχη τα ρεύματα και βλάπτη τον κάτω, και ως προς αυτά δεν δέχωνται να συνεννοηθούν μεταξύ των, εις μεν την πόλιν ας προσκαλέση όστις θέλει τον αστυνόμον, εις δε τον αγρόν τον αγρονόμον και ας ορίση αυτός τι πρέπει να κάμη ο καθείς από τους δύο. Όστις δε δεν τηρεί την τάξιν ας υποστή τιμωρίαν φθονεράς ψυχής και συγχρόνως κακεντρεχούς, και, αν καταδικασθή, ας πληρώση διπλασίως την ζημίαν εις τον παθόντα, εάν δεν θελήση να υπακούση εις τους άρχοντας.

Των δε οπωρικών πρέπει να κάμνουν χρήσιν όλοι ως εξής. Δύο ειδών δώρα μας χαρίζει η θεά της γεωργίας· το έν είναι ο αθησαύριστος καρπός του Διονύσου, το δε άλλο ο κατάλληλος εκ φύσεως διά να αποθηκευθή. Λοιπόν ας υπάρχη διά τα οπωρικά ο εξής νόμος. Όστις γευθή άωρα οπωρικά, είτε σταφύλια είτε σύκα, πριν να φθάση ο καιρός του τρύγου, ο οποίος συμπίπτει με τον Αρκτούρον, είτε εις τα ιδικά του χωράφια είτε εις ξένα, ας πληρώνη ιερόν πρόστιμον εις τον Διόνυσον πενήντα δραχμάς, όταν κόπτη από τα ιδικά του, όταν δε κόπτη από τα γειτονικά, μίαν μναν, εάν δε από άλλα χωράφια, δύο τρίτα της μνας. Όστις δε θελήση να δοκιμάση το σταφύλι το οποίον εσχάτως ήρχισαν να το ονομάζουν γενναίον (11) και τα γενναία σύκα, εάν μεν δρέπη από τα ιδικά του, ας τα απολαμβάνη όπως θέλει και όταν θέλη, εάν όμως από κτήματα άλλου χωρίς να τον πείση συμφώνως με τον νόμον (12) ότι δεν πρέπει να σηκώνη ό,τι δεν ετοποθέτησε, ας τιμωρήται. Εάν δε δούλος χωρίς να πείση τον ιδιοκτήτην δρέπη κανέν από αυτά, εις κάθε ράγα σταφυλίου και εις κάθε σύκον της συκής ας τρώγη ισαρίθμους ξυλιές. Ο δε μέτοικος ας αγοράζη τα ώριμα οπωρικά, αν του αρέσουν να τρώγη τοιαύτα. Εάν δε κανείς ξένος νεοφερμένος επιθυμήση να φάγη οπωρικά, όταν περνά από τον δρόμον, τα μεν γενναία ας τα δρέπη, εάν θέλη, ο ίδιος και είς υπηρέτης του χωρίς πληρωμήν απολαμβάνων φιλοξενίαν, από τα άωρα όμως και τα παρόμοια ας εμποδίζη ο νόμος τους ξένους να δρέπουν. Εάν όμως από αμάθειαν εγγίση, κανείς ή ο δούλος του, ο μεν δούλος να τιμωρήται με ξύλον, ο δε ελεύθερος να εκδιώκεται με συμβουλάς και ας οδηγήται να δρέπη, τα άλλα οπωρικά, τα οποία δεν χρησιμεύουν ως αποθηκευμένη σταφίς και ως οίνος και ως ξηρά σύκα. Όσον δε διά τα απίδια και τα μήλα και τα ρώδια και όλα τα παρόμοια, ας μην είναι εντροπή να δρέπη κρυφίως κάτι, αλλά όστις συλληφθή, εάν είναι ηλικίας κάτω των τριάντα ετών, ας κτυπάται και ας αποκρούη τα κτυπήματα χωρίς τραύματα, δίκη όμως να μην υπάρχη δι' αυτά εις τον ελεύθερον. Εις δε τον ξένον καθώς εις τα οπωρικά ας επιτραπή και από αυτά να δρέπη. Εάν δε κανείς γεροντότερος δρέπη από αυτά, όταν το φάγη επιτοπίως και δεν μετακομίζη τίποτε, καθώς ο ξένος ας μετέχη όλων αυτών, εάν όμως δεν υπακούη εις τον νόμον, ας κινδυνεύη να αποκλεισθή από τον αγώνα της αρετής, εάν έως τότε υπενθυμίση κανείς αυτά εις τους τότε κριτάς.

Το δε νερόν είναι δι' όλα τα κηπουρικά η απαραίτητος τροφή, αλλά ευκόλως νοθεύεται. Δηλαδή ούτε η γη ούτε ο ήλιος ούτε οι άνεμοι, οι οποίοι με το νερόν ζωογονούν τα προϊόντα της γης, δεν είναι εύκολον να νοθευθούν με δηλητήρια ή με μετακινήσεις ή κλοπάς, εις την φύσιν όμως του νερού όλα αυτά είναι δυνατόν να γίνουν. Διά τούτο βεβαίως απαιτείται υπερασπιστής νόμος. Λοιπόν ας υπάρχη ο εξής νόμος περί αυτού. Αν κανείς νοθεύη εκ προαιρέσεως ξένον νερόν είτε της πηγής είτε και αποθηκευμένον με φάρμακα ή με σκαψίματα ή με κλοπάς, τότε όστις ζημιώνεται ας τον εγκαλή εμπρός εις τους αστυνόμους, και ας ορίζη την αξίαν της βλάβης· εάν δε κανείς καταδικασθή ότι βλάπτει κάποιον με δηλητηριάσεις, εκτός του προστίμου, ας καθαρίση τας πηγάς ή το αγγείον του νερού, όπως ορίζουν οι νόμοι των ερμηνευτών ότι πρέπει να γίνεται η κάθαρσις από τον καθένα.

Όσον δε διά την συγκομιδήν όλων των προϊόντων, ας επιτρέπεται εις τον επιθυμούντα να μετακομίζη διά παντός τόπου τα ιδικά του, όταν ή διόλου δεν ζημιώνη κανένα, ή κερδίζη ο ίδιος τριπλάσιον κέρδος από την ζημίαν του γείτονος. Εις αυτά δε πραγματογνώμονες να είναι οι άρχοντες και δι' όλα τα άλλα όσα κανείς εκ προθέσεως βλάπτει άλλον άνευ της αδείας του διά της βίας ή κρυφίως ή τον ίδιον ή κάτι τι ιδικόν του με τα ιδικά του κτήματα. Όλα τα παρόμοια αφού τα αποδείξη εις τους άρχοντας, ας τον τιμωρήση, αν η βλάβη είναι έως τρεις μνας. Εάν όμως υπάρχη καμμία μεγαλιτέρα καταγγελία του ενός κατά του άλλου, ας παρουσιάση την δίκην εμπρός εις τα κοινά δικαστήρια και ας τιμωρήση τον αδικούντα. Εάν δε κανείς από τους άρχοντας φανή ότι με άδικον γνώμην αποφασίζει τας τιμωρίας, ας είναι υπόδικος του ζημιωθέντος διά τα διπλάσια. Τα δε αδικήματα των αρχόντων εις εκάστην δίκην όστις θέλει ας τα εφεσιβάλλη εις τα κοινά δικαστήρια. Επειδή δε είναι χιλιάδες των χιλιάδων και μικροί οι νόμοι, συμφώνως με τους οποίους πρέπει να γίνωνται αι τιμωρίαι, και ως προς την έναρξιν της δίκης και ως προς τας προσκλήσεις και τους κλητήρας, είτε με δύο είτε με οσουσδήποτε είναι ανάγκη να προσκληθούν, και ως προς όλα τα παρόμοια, ούτε ανομοθέτητα είναι δυνατόν να μείνουν, ούτε όμως άξια γέροντος νομοθέτου είναι αυτά, αλλά οι νέοι ας νομοθετήσουν αυτά συμφώνως με τα προηγούμενα νομοθετήματα, μιμούμενοι με τα μικρά τα μεγάλα και γνωρίζοντες την υποχρεωτικήν αυτών ανάγκην έως ότου να φανούν ότι είναι αρκετοί οι νόμοι. Τότε δε πλέον ας τους καταστήσουν αμετακινήτους και ας ζουν πλέον έχοντες αυτούς ως μέτρον.

Ως προς δε τους άλλους τεχνίτας πρέπει να γίνη το εξής. Πρώτον μεν κανείς εντόπιος ας μη καταγίνεται εις τα τεχνικά επαγγέλματα, ούτε δούλος ανδρός εντοπίου. Διότι έχει αρκετήν τέχνην και έχουσαν ανάγκην πολλής ασκήσεως και πολλής διδασκαλίας συγχρόνως ο πολίτης όστις προσπαθεί να διασώση την κοινήν διακόσμησιν της πόλεως και να την αποκτήση, πράγμα το οποίον δεν πρέπει να εκτελήται παρέργως. Δύο όμως επιτηδεύματα ή δύο τέχνας να εκτελή με ακρίβειαν σχεδόν δεν είναι ικανή καμμία ανθρωπίνη φύσις, ούτε πάλιν την μίαν να εκτελή ο ίδιος επαρκώς, διά δε την άλλην να επιθεωρή άλλον ο οποίος την εκτελεί. Αυτό λοιπόν πρέπει πρώτον να υπάρχη εις την πόλιν. Δηλαδή κανείς σιδηρουργός ας μην είναι συγχρόνως και κτίστης ούτε πάλιν κτίστης να επιστατή εις άλλους σιδηρουργούς περισσότερον παρά εις την ιδικήν του τέχνην, προφασιζόμενος ότι, επειδή επιστατεί εις πολλούς δούλους, οι οποίοι εργάζονται δι' αυτούς, ευλόγως φροντίζει περισσότερον δι' αυτούς, διότι από αυτούς έχει περισσότερα εισοδήματα παρά από την τέχνην του, αλλά μίαν τέχνην να έχη έκαστος πολίτης και από αυτήν να αποκτά τα προς το ζην. Αυτόν λοιπόν τον νόμον ας τον λεπτουργήσουν και ας τον διαφυλάττουν οι αστυνόμοι, και τον μεν εντόπιον, εάν έχη περισσοτέραν κλίσιν εις καμμίαν τέχνην παρά εις την άσκησιν της αρετής, ας τον τιμωρούν με προσβολάς και με στερήσεις τιμών, έως ότου να λάβη ευθύν δρόμον, εάν δε κανείς από τους ξένους επαγγέλλεται δυο τέχνας, να τον τιμωρούν με δεσμά και με πρόστιμα χρηματικά και με εξορίας από την πόλιν και ας τον αναγκάζουν να έχη μίαν ιδιότητα και όχι πολλάς. Διά δε τον μισθόν αυτών και τας εργολαβίας και εάν άλλος κανείς αυτούς ή αυτοί κανένα άλλον προσπαθήσουν να αδικήσουν, διά ποσόν μεν έως πενήντα δραχμών ας τους δικάζουν οι αστυνόμοι, διά περισσότερα όμως από αυτό ας δικάζουν τα κοινά δικαστήρια συμφώνως με τον νόμον.

Φόρον δε κανείς να μη πληρώνη εις την πόλιν ούτε διά τα εξαγόμενα πράγματα ούτε διά τα εισαγόμενα. Διά δε το θυμίαμα και όσα άλλα είναι αποικιακά αρωματικά και την πορφύραν και όλα τα χρώματα διά την βαφήν όσα δεν παράγει ο τόπος, ή διά καμμίαν άλλην τέχνην, η οποία έχει ανάγκην εισαγωγής πραγμάτων του εξωτερικού, χωρίς καμμίαν επείγουσαν ανάγκην ούτε να εισάγη κανείς ούτε καλόν να εξάγη τίποτε από όσα είναι ανάγκη να μείνουν εντός του τόπου. Δι' όλα δε αυτά πάλιν να είναι πραγματογνώμονες και επιμεληταί από τους νομοφύλακας, αφού αφαιρεθούν οι πέντε γεροντότεροι, οι άλλοι δώδεκα. Διά δε τον πόλεμον και διά τα πολεμικά όργανα, εάν χρειάζεται ή καμμία τέχνη να εισαχθή ή κανέν φυτόν ή μεταλλικόν αντικείμενον, ή δεσμευτικόν ή κανέν ζώον κατάλληλον εις τοιαύτην χρήσιν, ας είναι πληρεξούσιοι διά την εισαγωγήν και εξαγωγήν τούτων οι ίππαρχοι και οι στρατηγοί, συγχρόνως όμως θα τους δίδη την άδειαν και θα τα παραδέχεται η πόλις, νόμους δε αρμοδίους δι' αυτά θα θεσπίσουν αρκετούς οι νομοφύλακες. Καπηλεία όμως προς κερδοσκοπίαν ούτε αυτού του πράγματος ούτε άλλου κανενός να μη γίνεται ούτε εις την χώραν ούτε εις την πόλιν.

Διά την τροφήν δε και την διανομήν των προϊόντων της χώρας εάν ορισθή το ορθόν συμφώνως κάπως με τον Κρητικόν νόμον, θα είναι καλόν. Δηλαδή το όλον της παραγωγής των δώδεκα τμημάτων της χώρας πρέπει να το μοιρασθούν όλοι καθώς και θα εξοδεύεται.

Έκαστον δε από αυτά τα δωδέκατα, λόγου χάριν του σίτου και της κριθής και συμφώνως με αυτά και όλα τα άλλα διανεμόμενα προϊόντα και όλα τα ζώα όσα έχει έκαστος προς πώλησιν, ας διαιρεθούν εις τρία ίσα μέρη, και το έν μεν μέρος ας προορισθή διά τους ελευθέρους, το άλλο διά τους δούλους αυτών και το τρίτον διά τους εργάτας και γενικώς τους ξένους, και αν κανείς από τους διαμένοντας προσωρινώς χρειάζεται τροφήν και όσοι έρχονται διά καμμίαν υπόθεσιν της πόλεως ή κανενός ιδιώτου, από όλα τα αναγκαιούντα το έν τρίτον μόνον ας είναι υποχρεωτικώς προς πώλησιν, από δε τα άλλα δύο τρίτα τίποτε να μην είναι υποχρεωτικόν να πωληθή. Πώς λοιπόν ημπορούν αυτά να μοιρασθούν όσον το δυνατόν ορθότερον; Πρώτον είναι βεβαίως φανερόν ότι άλλοτε μοιράζομεν ίσα και άλλοτε όχι ίσα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως είναι επόμενον άλλα από αυτά να τα παράγη η γη καλλίτερα και άλλα χειρότερα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν από αυτά τα τρία μέρη κανέν ας μην είναι μεγαλίτερον ούτε το διδόμενον εις τους κυρίους ή εις τους δούλους ούτε πάλιν το προωρισμένον διά τους ξένους, αλλά η διανομή ας αποδίδη εις όλους την ισότητα της ομοιότητος. Αφού όμως έκαστος πολίτης λάβη τα δύο τρίτα, ας είναι πληρεξούσιος πώς θα μοιράση εις τους δούλους και τους ελευθέρους, δηλαδή ας μοιράζη όσα θέλει και όποια θέλει. Το δε πλεόνασμα τούτων πρέπει να μοιράζεται με μέτρα και με αριθμόν κατά τον εξής τρόπον, δηλαδή αφού γίνουν ίσα με τον αριθμόν όλων των ζώων όσα τρέφονται από την γην, να τα μοιράζωμεν. Κατόπιν δε πρέπει δι' έκαστον να ορισθούν χωρισταί κατοικίαι. Αρμόζει δε εις αυτά η εξής τάξις.

Πρέπει να υπάρχουν δώδεκα προάστια ανά έν εις το μέσον εκάστου δωδεκατημορίου, εις έκαστον δε προάστιον πρώτον μεν να χωρισθούν τα ιερά και η αγορά των θεών και των ακολούθων των θεών δαιμόνων, είτε αυτοί είναι κάποιοι εντόπιοι των Μαγνήτων (13) είτε ιδρύματα κανενός άλλου λαού αναφερομένου από την ιστορίαν, αποδίδοντες εις αυτούς τας τιμάς των παλαιών ανθρώπων. Της δε Εστίας και του Διός και της Αθηνάς και όστις θεός από τους άλλους είναι αρχηγός του σχετικού δωδεκατημορίου, να ιδρυθούν παντού ιερά. Πρώτον δε να κτισθούν κατοικίαι πλησίον αυτών των ιερών, όπου είναι υψηλότερον το μέρος, διά να είναι όσον το δυνατόν ασφαλής καταφυγή των φρουρών. Όλην δε την άλλην χώραν να την μοιράσουν εις τους τεχνίτας διαιρουμένους εις δεκατρία μέρη. Και το μεν έν μέρος να κατοικήση εντός της πόλεως, αφού και αυτό μοιρασθή πάλιν εις τα δώδεκα μέρη της πόλεως, εγκαθιστάμενον απ' έξω και κυκλικώς, εις έκαστον δε προάστιον να συνοικισθούν τα κατάλληλα διά τους γεωργούς γένη των τεχνιτών. Επιμεληταί δε αυτών θα είναι οι άρχοντες εκ των αγρονόμων, και θα φροντίζουν πόσους και ποίους χρειάζεται έκαστος τόπος και πού αν κατοικήσουν θα είναι ολιγώτερον οχληροί και περισσότερον ωφέλιμοι εις τους γεωργούς. Εντός δε της πόλεως θα έχουν την ανάλογον επιμέλειαν οι άρχοντες εκ των αστυνόμων.

Τόρα δε εις τους αγορανόμους ανήκει να φροντίζουν διά τα καθέκαστα της αγοράς. Η δε δευτέρα φροντίς αυτών κατόπιν από την επιθεώρησιν των ιερών της αγοράς μήπως τα έβλαψε κανείς, θα είναι να επιθεωρούν τας πράξεις των ανθρώπων επιβλέποντες την σωφροσύνην και την υβριστικότητα και τιμωρούντες τον έχοντα ανάγκην τιμωρίας.

Από δε τα οψώνια πρώτον μεν να προσέχουν αν, όσα ωρίσθησαν να πωλούν οι πολίται εις τους ξένους, γίνονται συμφώνως με τον νόμον. Ο δε νόμος είναι, την πρώτην εκάστου μηνός όποιον μέρος είναι προωρισμένον να πωληθή εις τους ξένους να το εξάγουν όσοι αντιπρόσωποι υπάρχουν διά τους πολίτας ξένοι ή δούλοι, και πρώτον το δωδεκατημόριον του σίτου. Οι δε ξένοι δι' όλον τον μήνα θα αγοράσουν τον σίτον και όσα πωλούνται εις την αγοράν του σίτου την πρώτην του μηνός. Την δε δεκάτην του μηνός ας κάμνουν διά τα υγρά εκείνοι μεν πώλησιν, αυτοί δε αγοράν αρκετήν δι' όλον τον μήνα. Την δε εικοστήν ας γίνεται αγορά των ζώων όσα έχει ανάγκην έκαστος να πωλήση ή να αγοράση ο ίδιος, και όσα σκεύη ή πράγματα οι μεν γεωργοί θα τα πωλήσουν, λόγου χάριν δέρματα ή οποιαδήποτε ενδύματα, ή πλέγματα, ή συμπιλήματα, ή άλλα παρόμοια, οι δε ξένοι να τα αγοράσουν από άλλους που έχουν.

Καπηλικαί δε πωλήσεις τούτων ή της κριθής ή του σίτου, τα οποία εμοιράσθησαν ως τροφή, και όλης της άλλης τροφής των αστών ας μη γίνωνται εις τους δούλους, ούτε να αγοράζωνται από κανένα τοιούτον, εις δε τας αγοραπωλησίας των ξένων ο ξένος ας πωλή εις τους τεχνίτας και τους δούλους αυτών, και ας πωλούν λιανικώς τον οίνον και τον σίτον, το οποίον ακριβώς οι περισσότεροι το ονομάζουν καπηλείαν, και από τα διαμοιρασθέντα ζώα οι κρεοπώλαι ας πωλούν εις τους ξένους και τους τεχνίτας και τους δούλους αυτών. Όλην δε την καύσιμον ύλην ας αγοράζη ο ξένος όταν θέλη καθ' ημέραν εις μεγάλα μεν ποσά από τους αντιπροσώπους των προαστίων, αυτός δε ας πωλή εις τους ξένους, όσον θέλει και όταν θέλη. Όλα δε τα άλλα πράγματα και σκεύη όσα χρειάζεται έκαστος, να τα πωλούν μετακομίζοντες εις την κοινήν αγοράν εκάστου τόπου, και όπου νομίσουν κατάλληλον οι νομοφύλακες και οι αγορανόμοι μαζί με τους αστυνόμους ας ορίσουν θέσεις καταλλήλους διά τα οψώνια. Και εις αυτά τα μέρη να ανταλλάσσουν νόμισμα με πράγμα και πράγμα με νόμισμα, χωρίς κανείς να κάμη την ανταλλαγήν με πίστωσιν.

Όστις δε κάμνει πίστωσιν, είτε εισπράξη είτε όχι, να μένη ευχαριστημένος, διότι δεν υπάρχει δίκη διά τοιαύτας συναλλαγάς. Το δε αγορασθέν ή πωληθέν αν είναι περισσότερον και με περισσοτέραν τιμήν από την οριζομένην από τον νόμον, ο οποίος ορίζει τα όρια και διά τα δύο αυτά, τότε πλέον ας αναγραφή εις τα βιβλία των νομοφυλάκων το πλεόνασμα και ας εξαλείφεται το έλλειμμα.

Τα ίδια δε ας γίνωνται και ως προς την καταγραφήν της περιουσίας των μετοίκων. Ας προβαίνη δε εις την μετοίκισιν όστις θέλει με τας ρητάς συμφωνίας, ότι δηλαδή επιτρέπεται εις τον επιθυμούντα και δυνάμενον από τους ξένους να μετοικίση, εάν έχη τέχνην και μένη εις τον τόπον όχι περισσότερα από είκοσι έτη, αφ' ότου εγγραφή. Μετοίκιον δε να μη πληρώνη ούτε το ελάχιστον, παρά μόνον να είναι σώφρων, ούτε πάλιν άλλον φόρον διά καμμίαν αγοράν ή πώλησιν. Όταν δε συμπληρωθούν τα έτη, να λάβη την περιουσίαν του και να φύγη. Εάν δε εις αυτά τα έτη τού συμβή να κριθή ως εξυπηρετήσας καλώς τα συμφέροντα της πόλεως, και έχη πεποίθησιν ότι θα καταπείση την βουλήν και την συνέλευσιν του λαού και ζητήση ή να εγκριθή κάποια προθεσμία διά την αναχώρησίν του ή εντελώς να μείνη εις όλην του την ζωήν, ας παρουσιασθή και ας πείση την πόλιν εις ό,τι ζητεί και τότε αυτά ας εκτελεσθούν. Εις δε τους παίδας των μετοίκων, οι οποίοι είναι τεχνίται και έφθασαν εις το δέκατον πέμπτον έτος της ηλικίας των, της μεν μετοικίας ο χρόνος ας αρχίζη από αυτό το δέκατον πέμπτον έτος, κατόπιν δε, αφού διαμείνη (ο μέτοικος) είκοσιν έτη, ας υπάγη όπου αγαπά, εάν δε θέλη να μείνη, ας μείνη με τους ιδίους όρους. Όστις δε απέρχεται ας εξαλείφη την καταγραφήν της περιουσίας του, η οποία υπάρχει προηγουμένως εις τα βιβλία των αρχόντων.

ΒΙΒΛΙΟΝ Θ'.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν δε από αυτά συμφώνως με όλας τας προηγουμένας πράξεις είναι φυσικόν να τακτοποιηθούν διά νόμων αι δίκαι. Και λοιπόν όσον διά τα ζητήματα, διά τα οποία πρέπει να γίνωνται δίκαι, άλλα μεν ελέχθησαν, δηλαδή ως προς την γεωργίαν και τα συναφή με αυτήν, τα δε σπουδαιότερα δεν ελέχθησαν ακόμη, αλλά ποίαν τιμωρίαν πρέπει να λαμβάνη το καθέν χωριστά και εις ποίους δικαστάς να υπάγεται, δι' αυτά τόρα πλέον θα ομιλήσωμεν κατόπιν εκείνων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και βεβαίως είναι κάπως εντροπή όλα να τα ορίζωμεν νομοθετικώς, όσα πρόκειται να νομοθετήσωμεν τόρα διά την τοιαύτην πόλιν, η οποία φρονούμεν ότι θα κατοικηθή καλώς και θα απολαύση όλην την ορθότητα εις την εξάσκησιν της αρετής. Διότι εις τοιαύτην πόλιν και κατ' αρχήν ακόμη είναι κάπως εντροπή, καθώς είπα, να υποθέσωμεν ότι ημπορεί να γεννηθή κανείς μετέχων της μοχθηρίας των πολιτών των άλλων πόλεων, ώστε να χρειασθή προληπτική και απειλητική νομοθεσία, εάν ευρεθή κανείς, ως να υπάρχη φόβος να γεννηθή κανείς τοιούτος, και διά να τον αποτρέψωμεν και διά να τιμωρήσωμεν τας εκτελεσθείσας παρανομίας. Επειδή όμως ημείς δεν νομοθετούμεν καθώς οι παλαιοί νομοθέται ενομοθέτουν διά τους παίδας των θεών, δηλαδή τους ήρωας, καθώς λέγει η παράδοσις, οι οποίοι κατήγοντο από θεούς, ούτε δι' άλλους γεννηθέντας από θεούς, αλλά είμεθα άνθρωποι και εις ανθρώπων σπέρματα νομοθετούμεν προς το παρόν, δεν είναι βλασφημία να φοβούμεθα, μήπως γεννηθή κανείς μεταξύ των συμπολιτών μας κάπως αιμοβόρος, ο οποίος να είναι εις τοιούτον βαθμόν σκληρός, ώστε να μη κάμπτεται και καθώς εκείνα τα γνωστά σπέρματα δεν λυώνουν εις το πυρ ομοίως και αυτός να μην αναλύεται εις δάκρυα από τους νόμους, οι οποίοι είναι τόσον αυστηροί. Δι' αυτούς λοιπόν θα ορίσω ίσως όχι ευχάριστον νόμον πρώτον περί της ιεροσυλίας, αν κανείς τολμήση να πράξη τούτο. Και διά τον πολίτην μεν όστις ανετράφη ορθώς ούτε επιθυμούμεν, ούτε είναι πιθανόν τόσον πολύ να πάθη αυτήν την ασθένειαν, ίσως όμως οι δούλοι αυτού και οι ξένοι και οι δούλοι των ξένων δοκιμάσουν πολλά τοιαύτα. Διά τούτους λοιπόν κυρίως, ουχ ήττον όμως και φοβούμενος την αδυναμίαν όλης της ανθρωπίνης φύσεως θα ειπώ τον νόμον περί της ιεροσυλίας και των ομοίων άλλων όσα είναι δυσκολοθεράπευτα και ανίατα νοσήματα.

Αλλά πρέπει να ειπούμεν προοίμια όσον το δυνατόν σύντομα εις όλους αυτούς τους νόμους συμφώνως προς την προηγηθείσαν εξήγησιν. Τα εξής δε ημπορεί κανείς να ειπή προς τον τοιούτον συνομιλών και συμβουλεύων αυτόν, τον οποίον σκανδαλίζει κακή επιθυμία όλην την ημέραν και τον εξυπνά την νύκτα και τον παρακινεί να υπάγη εις κάποιον ναόν διά να ιεροσυλήση: Αγαπητέ μου, δεν είναι ανθρώπινον κακόν ούτε θείον αυτό το οποίον σε προτρέπει να υπάγης εις την ιεροσυλίαν, αλλά κάποιον μικρόβιον λύσσης εμφυτευόμενον εις τους ανθρώπους κληρονομικώς αλιτήριον από παλαιάς και ανεξιλεώτους παρανομίας, το οποίον πρέπει να προσέχη έκαστος με όλην την δύναμίν του. Αλλά ποία είναι η αποφυγή αυτού; Άκουσε. Όταν σου έρχεται καμμία τοιαύτη σκέψις, τρέξε εις τους εξορκισμούς. Πήγαινε ικέτης εις τους ναούς των αποτρεπτικών θεών, πήγαινε εις τας συναναστροφάς των ανδρών των φημιζομένων εις την πόλιν μας ως αγαθών, και άλλα μεν άκουε, άλλα δε προσπάθησε να τα ειπής ο ίδιος, ότι δηλαδή πρέπει έκαστος να τιμά τα καλά και τα δίκαια. Τας δε συναναστροφάς των κακών απόφευγε ανεπιστρεπτί. Και όταν κάμης αυτά, εάν μεν ελαφρύνεται η ασθένειά σου, καλά, ειδεμή, θεωρήσας καλλίτερον τον θάνατον, ελευθερώσου από την ζωήν.

Εις αυτά τα προοίμια που ψάλλομεν ημείς διά τους συλλογιζομένους όσα είναι έργα ανόσια και πολιτοφθόρα, όταν μεν κανείς υπακούη, ο νόμος πρέπει να σιωπήση, όταν όμως δεν υπακούη, τότε πρέπει να του φωνάξη δυνατά. Όστις όμως συλληφθή ιερόσυλος, εάν μεν είναι δούλος ή ξένος, ας γραφή εις το πρόσωπον και εις τας χείρας του το έγκλημά του και ας δαρή όσον κρίνουν οι δικασταί και ας διωχθή έξω από τα σύνορα της χώρας γυμνός. Διότι είναι πιθανόν, εάν τιμωρηθή ούτω πως, να γίνη καλλίτερος, σωφρονιζόμενος. Διότι δεν γίνεται καμμία καταδίκη προς το κακόν, όταν γίνεται συμφώνως με τον νόμον, αλλά κατορθώνει έν από τα δύο. Ή δηλαδή κάμνει καλλίτερον τον υφιστάμενον την καταδίκην ή ολιγώτερον κακόν. Εάν δε κανείς πολίτης ευρεθή να πράξη ποτέ κανέν τοιούτον, δηλαδή προς τους θεούς ή προς τους γονείς του ή προς την πόλιν να κάμη καμμίαν από τας ακατονομάστους παρανομίας, αυτόν πλέον ας τον θεωρή ο δικαστής ως αθεράπευτον, λαμβάνων υπ' όψιν ποίαν εκπαίδευσιν και ανατροφήν από την παιδικήν του ηλικίαν έλαβε και όμως δεν απέφυγε τα μέγιστα κακά. Ως καταδίκη λοιπόν δι' αυτόν ο θάνατος είναι το μικρότερον κακόν, τους άλλους όμως θα ωφελήση το παράδειγμά του, εάν δυσφημισθή και εξαφανισθή έξω από τα σύνορα της χώρας. Εις τα τέκνα του δε και εις την γενεάν του, εάν μεν παραιτήσουν τας πατρικάς των έξεις, ας υπάρχη δόξα και διάδοσις έντιμος, ότι καλώς και ανδροπρεπώς από το κακόν έφυγαν εις το αγαθόν.

Να δημευθούν δε τα πράγματα κανενός από αυτούς διά την πόλιν δεν είναι ορθόν, εις την οποίαν πρέπει οι ίδιοι και ίσοι κλήροι να διατηρούνται διαρκώς. Δι' αυτό, όταν κανείς θεωρηθή άξιος να καταδικασθή εις πρόστιμον, το πληρώνη όσον υπάρχει κανέν περίσσευμα εις τον επιδικασθέντα εις αυτόν κλήρον, όχι όμως περισσότερον. Την δε ακρίβειαν ως προς αυτά ας την προσέχουν οι νομοφύλακες από τας καταγραφάς και ας πληροφορούν περί της πραγματικής καταστάσεως τους δικαστάς, διά να μη στερηθή κανείς τον κλήρον του από έλλειψιν χρημάτων. Εάν δε κανείς θεωρηθή άξιος μεγαλιτέρου προστίμου, εάν τυχόν δεν είναι πρόθυμοι κάποιοι φίλοι του να εγγυηθούν και να συμπληρώσουν το ποσόν, διά να τον ελευθερώσουν, ας τιμωρηθή με δεσμά πολυετή και επιδεικτικά και με προπηλακισμούς.

Κανείς όμως πολίτης να μη στερήται ποτέ τα πολιτικά δικαιώματα διά καμμίαν παρανομίαν ούτε να εξορίζεται, αλλά εις θάνατον να καταδικάζεται ή εις δεσμά ή εις ξυλοκόπημα ή εις καθίσματα προσβλητικά ή στάσεις ή εξωκλησιασμούς ή χρημάτων πληρωμάς, καθώς είπαμεν προηγουμένως. Δικασταί δε ας είναι διά τον θάνατον οι νομοφύλακες και το κατ' εκλογήν εκ των περυσινών αρχόντων αποτελούμενον δικαστήριον. Τας δε καταγγελίας τούτων και τας προσκλήσεις μαρτύρων και όσα παρόμοια πρέπει να γίνωνται, αυτά πρέπει να τα φροντίσουν οι νεώτεροι νομοθέται.

Ιδικόν μας όμως έργον είναι να νομοθετήσωμεν την χρήσιν της ψήφου. Εκάστη λοιπόν ψήφος πρέπει να δίδεται φανερά, έμπροσθεν δε, του κατηγόρου και του κατηγορουμένου, ακριβώς εις το στόμα των, ας κάθηνται οι δικασταί κατά σειράν ηλικίας, όλοι δε οι πολίται όσοι έχουν σχόλην ας είναι προσεκτικοί ακροαταί των τοιούτων δικών. Να εκφωνή δε ένα λόγον πρώτον ο κατήγορος και έπειτα ο κατηγορούμενος. Κατόπιν δε από αυτούς τους λόγους να αρχίζη να ερωτά ο γεροντότερος, εισερχόμενος λεπτομερώς εις την εξέτασιν των λεχθέντων, κατόπιν δε του γεροντοτέρου όλοι οι άλλοι κατά σειράν ηλικίας να ερωτήσουν δι' οτιδήποτε περί των δύο αντιδίκων έχουν απορίαν από όσα ελέχθησαν ή δεν ελέχθησαν. Όστις δε δεν έχει απορίαν ας παραδίδη εις άλλον την σειράν. Από δε τας ερωτήσεις αφού επισφραγίσουν όσας νομίσουν ως κυριωτέρας, θέτοντες εις το έγγραφον τας σφραγίδας όλων των δικαστών, να το τοποθετήσουν εις την εστίαν και πάλιν την επομένην ημέραν να συνεδριάσουν και ομοίως ανακρίνοντες να τελειώσουν την δίκην και να θέσουν πάλιν τας σφραγίδας εις τα λεχθέντα. Και, αφού το εκτελέσουν αυτό τρεις φοράς και αποκτήσουν αποδείξεις και μαρτυρίας αρκετάς, να δώση έκαστος ιεράν ψήφον και να υποσχεθή εμπρός εις την Εστίαν όσον είναι δυνατόν ότι θα δικάση δικαίως και ούτω πως να δώση τέλος εις αυτήν την δίκην.

Κατόπιν δε από τους θεούς έρχονται τα εγκλήματα προς κατάλυσιν του πολιτεύματος. Δηλαδή όστις διά να αναδείξη άρχοντα ένα άνθρωπον υποδουλώνει τους νόμους και κάμνει την πόλιν να παρασύρεται από σωματεία, και ακριβώς εκτελεί τούτο εκβιαστικώς και διεγείρει φατριασμούς παρανόμως, αυτόν πρέπει να τον θεωρούμεν ως τον μεγαλίτερον εχθρόν της πόλεως. Όστις δε δεν μετέχει μεν κανενός τοιούτου, κατέχει όμως ανώτερα αξιώματα εις την πόλιν και, είτε είναι εν γνώσει είτε εν αγνοία, δεν έχει το θάρρος να υπερασπισθή την πατρίδα του, αυτόν πρέπει να τον θεωρούμεν κατά δεύτερον λόγον κακόν πολίτην. Πας δε ανήρ οσονδήποτε και αν είναι μικρός, ας καταγγέλλη εις τας αρχάς και ας εγκαλή εις δίκην εκείνον όστις σχεδιάζει κρυφίως την βιαίαν και παράνομον μεταβολήν του πολιτεύματος. Δικασταί δε ας γίνουν εις αυτούς καθώς και εις τους προηγουμένους, η δε πλειονοψηφούσα γνώμη ας επιβάλλη τον θάνατον. Με μίαν δε λέξιν τα αίσχη του πατρός και αι καταδίκαι των παίδων να μην επιβαρύνουν κανένα, εκτός εάν κανενός και ο πατήρ και ο πάππος και ο πατήρ του πάππου κατεδικάσθησαν εις θάνατον. Αυτούς δε η πόλις με όλην των την περιουσίαν εκτός μόνον όσον στοιχίζει ο κλήρος των, ας τους αποστέλλη εις την παλαιάν των πατρίδα και πολιτείαν. Όσοι δε πολίται έχουν τέκνα περισσότερα του ενός όχι κατώτερα των δέκα ετών, να εκλέξουν με κλήρον δέκα από αυτά, όσα κρίνει ο πατήρ ή ο πάππος ή από τον πατέρα ή από την μητέρα, και των κληρωθέντων τα ονόματα να τα στείλουν εις τους Δελφούς. Όποιον δε εκλέξη ο θεός, αυτόν να εγκαταστήσουν κληρονόμον εις τον ορφανικόν οίκον με αισιωτέραν τύχην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τρίτον δε ας υπάρχη όμοιος νόμος και ως προς το ποίοι θα είναι δικασταί, και ποίος ο τρόπος της διαδικασίας, δι' όσους κανείς εγκαλεί εις το δικαστήριον διά προδοσίαν. Ας είναι δε όμοιος αυτός ο νόμος με τους προηγουμένους και ως προς την διαμονήν των εγγόνων των ή την εκδίωξιν αυτών από την πατρίδα εξ ίσου και διά τον προδότην καθώς διά τον ιερόσυλον και τον ανατρέποντα διά της βίας τους νόμους της πατρίδος.

Διά δε τον κλέπτην είτε κλέπτει τίποτε σπουδαίον είτε κανέν μικρόν πράγμα, είς νόμος ας είναι και μία καταδίκη δι' όλους. Δηλαδή το κλοπιμαίον πρώτον πρέπει να το πληρώση εις το διπλάσιον, εάν καταδικασθή κανείς εις την τοιαύτην δίκην, και αν έχη αρκετήν άλλην περιουσίαν έξω από τον κλήρον του διά να πληρώση, εάν δε δεν έχη, να δεθή έως ότου να πληρώση ή να συμβιβασθή με τον αντίδικόν του. Εάν δε κατεδικάσθη δημοσία διά κλοπήν, εάν καταπείση την πόλιν ή πληρώση το κλοπιμαίον εις το διπλάσιον, ας ελευθερωθή από τα δεσμά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δηλαδή εννοούμεν, Ξένε μου, ότι δεν έχει καμμίαν διαφοράν διά τον κλέπτην αν έκλεψε μεγάλο ή μικρό πράγμα και αν έκλεψε από τα ιερά και όσια και όσα άλλα είναι ανόμοια ως προς την κλοπήν, διά τα οποία, ακριβώς διότι είναι ανόμοια, πρέπει ο νομοθέτης να εφαρμόζη όχι ομοίας τιμωρίας;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ λαμπρά, φίλε Κλεινία, σχεδόν ως υπνοβάτην με προσέκρουσες και με εσταμάτησες, και μάλιστα μου ενθύμισες πράγματα, τα οποία και εγώ προηγουμένως τα εσκέφθην, ότι δηλαδή τα διάφορα νομοθετήματα ποτέ δεν έγιναν με ορθόν τρόπον, διά να εκφρασθώμεν ούτω πως. Αλλά τόρα πώς το εννοούμεν και αυτό; Δεν ήτο κακή η παρομοίωσίς μας, όταν παρωμοιάσαμεν τους σήμερον δεχομένους νομοθεσίας προς δούλους ιατρευομένους από δούλους. Δηλαδή πρέπει να γνωρίζωμεν καλά, ότι, αν κάποτε κανείς ιατρός από τους μεταχειριζομένους εμπειρικά φάρμακα χωρίς να δίδουν εξηγήσεις συναντήση ελεύθερον ιατρόν εξηγούμενον εις ελεύθερον ασθενή, και ιδή ότι σχεδόν μεταχειρίζεται φιλοσοφίαν ολόκληρον εις τας οδηγίας του, και ότι αρχίζει από την αρχήν την ιστορίαν της ασθενείας και ερευνά ολόκληρον την φυσιολογίαν του σώματος, γρήγορα και δυνατά θα γελάση και δεν θα ειπή άλλο τίποτε παρά αυτά που έχουν πάντοτε πρόχειρα οι περισσότεροι από αυτούς τους θεωρουμένους ως ιατρούς. Δηλαδή θα ειπή, μωρέ άνθρωπε, συ δεν ιατρεύεις τον ασθενή, αλλά σχεδόν τον διδάσκεις, ως να έχη ανάγκην να γίνη ιατρός και όχι υγιής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν, εάν τα ειπή αυτά, δεν θα έχη δίκαιον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ πιθανόν, αλλά μόνον εάν συγχρόνως σκεφθή ότι όστις συζητεί περί νόμων, καθώς ημείς τόρα, αυτός εκπαιδεύει τους πολίτας, αλλά δεν νομοθετεί. Και λοιπόν άραγε και αυτό δεν θα είχαμεν δίκαιον να το ειπούμεν ημείς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ

Ίσως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ημείς όμως έχομεν έν ευτύχημα προς το παρόν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Το ότι δεν έχομεν καμμίαν απόλυτον ανάγκην να νομοθετήσωμεν πραγματικώς, αλλά απλώς να σκεφθώμεν περί όλου του πολιτεύματος και να προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν ποίον είναι το καλλίτερον και το αναγκαιότερον, και με ποίον τρόπον ημπορεί να εφαρμοσθή καλλίτερον. Και ακριβώς τόρα, καθώς φαίνεται, εάν θέλωμεν, έχομεν καιρόν να εξετάσωμεν το καλλίτερον, ειδεμή, το αναγκαιότερον ως προς τους νόμους. Λοιπόν ας προτιμήσωμεν όποιο μας αρέσει.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Γελοία, καλέ Ξένε, είναι η προβαλλομένη εκλογή μας, και κυριολεκτικώς θα εγινόμεθα όμοιοι προς νομοθέτας, τους οποίους εκυρίευσε κάποια υπερβολική μανία πλέον διά να τελειώσουν την νομοθεσίαν, ως να μην είναι δυνατόν να την αναβάλλουν διά την αύριον. Και όμως ημείς δόξα τω θεώ έχομεν καιρόν καθώς οι λιθολόγοι (πετράδες) ή όσοι αρχίζουν κάποιαν άλλην συλλογήν ύλης, να ξεφορτώσωμεν άφθονα υλικά, και από αυτά να εκλέξωμεν τα κατάλληλα διά το σύστημα το οποίον πρόκειται να κατασκευάσωμεν, και μάλιστα να εκλέξωμεν με την ησυχίαν μας. Λοιπόν τόρα ας θεωρήσωμεν τον εαυτόν μας ότι είμεθα όχι υποχρεωτικώς οικοδόμοι, αλλά με την ησυχίαν μας ακόμη άλλα μεν ξεχωρίζομεν, άλλα δε τακτοποιούμεν. Ώστε είναι ορθόν πλέον διά τους νόμους μας να ειπούμεν ότι άλλους μεν ορίζομεν, άλλους δε ξεχωρίζομεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως, φίλε Κλεινία, τουλάχιστον θα γίνη φυσικωτέρα η συζήτησίς μας περί των νόμων. Δηλαδή ας εξετάσωμεν, δι' όνομα των θεών, το εξής περί των νομοθετών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Γράμματα βεβαίως, είναι και οι συγγεγραμμένοι λόγοι άλλων πολλών συγγραφέων εις τας διαφόρους πόλεις, αλλά γράμματα είναι και οι λόγοι του νομοθέτου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δεν είναι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν άρα γε εις μεν τα συγγράμματα των ποιητών και όλων εν γένει όσοι χωρίς μέτρα ή με μέτρα συνέγραψαν τας αναμνήσεις και τας απεταμίευσαν ως συμβουλάς διά τον βίον πρέπει να προσέχωμεν, εις δε τα συγγράμματα των νομοθετών να μη προσέχωμεν; Ή πολύ περισσότερον εις αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τάχα δεν αρμόζει αποκλειστικώς μάλιστα εις τον νομοθέτην από όλους τους γράφοντας να διδάσκη συμβουλευτικώς περί καλών και αγαθών και δικαίων, ποία είναι και πώς πρέπει να τα εκτελούν όσοι θέλουν να γίνουν ευτυχείς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά τότε βεβαίως δεν είναι εντροπή ο Όμηρος και ο Τυρταίος και οι άλλοι ποιηταί να θεσπίζουν εκτενέστερον τον τρόπον της ζωής και των ασχολιών, οι οποίοι τα έγραψαν κακώς, ο δε Λυκούργος και ο Σόλων και όσοι εν γένει ανεδείχθησαν νομοθέται και έγραψαν γραπτούς νόμους να τα θεσπίσουν συντομώτερον; Ή μήπως από όλα τα συγγράμματα εις μίαν πόλιν οι νόμοι πρέπει να αναπτύσσωνται εκτενέστερον καλώς και εξόχως, τα δε συγγράμματα των άλλων να ακολουθούν εκείνους, ειδεμή να είναι καταγέλαστα; Θέλεις να φρονούμεν ούτω πως περί του τρόπου της συγγραφής των νόμων εις τας πόλεις, δηλαδή ως άλλοι πατέρες και μητέρες αγαπώντες αυτούς και νοήμονες να φαίνωνται οι γραπτοί νόμοι, και όχι ωσάν τύραννοι και σατράπαι, δίδοντες διαταγάς και απειλάς, και αφού τους γράψουν εις τους τοίχους να απαλλάσσωνται; Λοιπόν και ημείς τόρα ας σκεφθώμεν αν άραγε κατ' αυτόν τον τρόπον πρέπει να αποφασίσωμεν να ομιλήσωμεν περί των νόμων, είτε έχομεν την ικανότητα είτε όχι, αλλά τουλάχιστον φαινόμενοι πρόθυμοι. Και όταν βαδίσωμεν με αυτόν τον δρόμον, αν γίνη ανάγκη να πάθωμεν και τίποτε, ας το πάθωμεν. Αλλά είθε να είναι αγαθόν, και, αν θέλη ο θεός, είθε να γίνη κατ' αυτόν τον τρόπον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά το είπες, και ας κάμωμεν καθώς λέγεις.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν πρέπει να εξετάσωμεν πρώτον καθώς αρχίσαμεν, με ακρίβειαν περί των ιεροσύλων και περί πάσης κλοπής και όλων των αδίκων αποκτημάτων, και δεν πρέπει να δυστροπήσωμεν, εάν εις την σειράν της νομοθεσίας μας άλλα μεν τα εθεσπίσαμεν, άλλα δε τα συζητούμεν ακόμη. Διότι ημείς τόρα γινόμεθα νομοθέται, και δεν είμεθα ακόμη, ίσως όμως να γίνωμεν γρήγορα. Εάν λοιπόν συμφωνήτε δι' όσα είπα να εξετάσωμεν, καθώς είπα, ας τα εξετάσωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είμεθα εντελώς σύμφωνοι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν περί των καλών και των δικαίων, και όλων εν γένει ας προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν καλά το εξής, δηλαδή πόσον συμφωνούμεν τόρα και πόσον διαφωνούμεν και ημείς μεταξύ μας, οι οποίοι μάλιστα διισχυριζόμεθα, αν όχι άλλο τίποτε, τουλάχιστον ότι διαφέρομεν από τους περισσοτέρους, καθώς και οι περισσότεροι πάλιν μεταξύ των.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίας διαφοράς μας σκέπτεσαι λέγων αυτά;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εγώ θα προσπαθήσω να σου τας εξηγήσω. Εν γένει ως προς την δικαιοσύνην και τους δικαίους, είτε ανθρώπους είτε πράγματα και πράξεις, όλοι κάπως συμφωνούμεν ότι όλα αυτά είναι καλά, εις τρόπον ώστε διά τους δικαίους ανθρώπους και αν τύχη να είναι σωματικώς άσχημοι, εάν διισχυρίζετο κανείς ως προς το δίκαιον ήθος των τουλάχιστον ότι είναι ωραιότατοι, σχεδόν δεν είναι δυνατόν να φανή ότι ομιλεί δυσαρμονικώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τότε λοιπόν ορθώς ομιλεί;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ίσως. Ας ιδούμεν όμως, αφού είναι καλά όλα όσα σχετίζονται με την δικαιοσύνην, αν όλων αυτών και τα παθητικά αποτελέσματα είναι ίσα προς τα ενεργητικά.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Η ενέργεια, όταν είναι δικαία, σχεδόν καθ' όσον μετέχει της δικαιοσύνης, τόσον μετέχει και του καλού.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν και το πάθος, όταν μετέχη του δικαίου, εάν δεχθώμεν ότι γίνεται αναλόγως καλόν, δεν θα είναι σύμφωνος η απάντησίς μας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν όμως παραδεχώμεθα έν πάθημα ότι είναι δίκαιον, αλλά συγχρόνως και ότι είναι άσχημον, δεν θα διαφωνήσουν το δίκαιον και το καλόν, αφού έγιναν δεκτά τα δίκαια ως ασχημότατα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το είπες αυτό;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν είναι δύσκολον να το εννοήσης. Δηλαδή οι ολίγον προηγουμένως θεσπισθέντες από ημάς νόμοι ημπορούν να νομισθούν ότι συμβουλεύουν όλως διόλου τα αντίθετα από όσα λέγομεν τόρα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είπαμεν νομίζω ότι ο ιερόσυλος είναι δίκαιον να θανατωθή, ομοίως δε ο εχθρός των καλώς θεσπισμένων νόμων, και ακριβώς ενώ επρόκειτο να θέσωμεν πολλούς τοιούτους νόμους εσταματήσαμεν, διότι είδαμεν ότι αυτά είναι αμέτρητα παθήματα διαφόρου μεγέθους, είναι όμως και δικαιότερα από όλα τα παθήματα, αλλά και ασχημότερα συγχρόνως. Μήπως τυχόν δεν φανούν κατ' αυτόν τον τρόπον τα δίκαια με τα καλά άλλοτε μεν ως το ίδιον πράγμα, άλλοτε δε ως δύο αντίθετα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Σχεδόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν οι μεν περισσότεροι με τοιαύτην ασυμφωνίαν χαρακτηρίζουν απροσέκτως τα καλά και τα δίκαια.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό φαίνεται τουλάχιστον, Ξένε μου.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν την ιδικήν μας γνώμην, καλέ Κλεινία, ας εξετάσωμεν πάλιν τι φρονεί περί της συμφωνίας αυτών.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίας συμφωνίας και από ποίαν γνώμην;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νομίζω ότι εις τας προηγουμένας μας συζητήσεις εγώ το είπα ρητώς, αλλά, και αν δεν το είπα προηγουμένως, ειπέτε ότι το λέγω τόρα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι όλοι οι κακοί εις όλα είναι ακουσίως κακοί. Αφού δε τούτο είναι ούτως πως, έπεται λογικώς το εξής συμπέρασμα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι ο μεν άδικος είναι βεβαίως κακός, αλλά ο κακός είναι ακουσίως τοιούτος. Αλλά το εκούσιον δεν είναι δυνατόν να εκτελήται ακουσίως. Επομένως δι' εκείνον ο οποίος θεωρεί την αδικίαν ακούσιον, θα φανή ότι ακουσίως αδικεί ο αδικών. Και ακριβώς τόρα πρέπει να συμφωνήσετε μαζί μου. Δηλαδή εγώ λέγω συμφώνως με σας ότι όλοι αδικούν ακουσίως. Και αν δε κανείς χάριν φιλονικίας ή επιμονής λέγει ότι είναι ακουσίως άδικοι, αλλά εκουσίως αδικούν οι περισσότεροι, ο ιδικός μου διισχυρισμός παραδέχεται το πρώτον, όχι όμως το δεύτερον. Τότε λοιπόν με ποίον τρόπον εγώ θα είμαι σύμφωνος με τους λόγους μου, εάν σεις, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, με ερωτήσετε: Αφού λοιπόν, Ξένε μου, αυτά είναι ούτω πως, τι μας συμβουλεύεις διά την νομοθεσίαν της πόλεως των Μαγνήτων; Να νομοθετήσωμεν ή όχι; — Πώς όχι; θα ειπώ εγώ. Λοιπόν θα χωρίσης δι' αυτούς τα ακούσια και τα εκούσια αδικήματα, και των μεν εκουσίων πραγμάτων και αδικημάτων θα ορίσωμεν μεγαλιτέρας τας τιμωρίας, των δε άλλων μικροτέρας; Ή δι' όλα εξ ίσου, ως να μην υπάρχουν διόλου αδικήματα εκούσια;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς πραγματικώς, Ξένε μου. Και ακριβώς τι θα κάμωμεν δι' αυτά που λέγεις τόρα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Καλά με ερώτησες. Λοιπόν πρώτον ας κάμωμεν το εξής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι πράγμα;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας ενθυμηθώμεν ότι προηγουμένως μόλις τόρα δα ελέγαμεν ορθώς ότι ως προς τα δίκαια επικρατεί μεταξύ μας μεγάλη ταραχή και ασυμφωνία. Αφού δε σκεφθώμεν αυτό, ας ερωτήσωμεν πάλιν τον εαυτόν μας. Άραγε χωρίς να εύρωμεν ούτε να ορίσωμεν ποίαν διαφοράν έχουν αυτά μεταξύ των, τα οποία ωρισμένως εις όλας τας πόλεις από όλους τους ανέκαθεν διαπρέψαντας νομοθέτας θεωρούνται ως δύο είδη αδικημάτων, δηλαδή εκούσια και ακούσια και συμφώνως με αυτά κανονίζονται οι νόμοι, ημείς εδώ θα αποφανθώμεν ως εμπνευσμένοι από θεόν με ολίγας λέξεις και θα ελευθερωθώμεν, χωρίς να δώσωμεν καμμίαν εξήγησιν, ότι ορθώς έγινε η οριστική τρόπον τινά νομοθεσία; Αυτό δεν είναι δυνατόν, αλλ' είναι ανάγκη προ της νομοθεσίας να εξηγήσωμεν ότι είναι δύο και την διαφοράν μεταξύ των, ώστε, όταν κανείς εφαρμόζη την δικαιοσύνην εις έκαστον από τους δύο, να ακολουθή τα λεγόμενα και να είναι ικανός να κρίνη κάπως και το ορθώς νομοθετημένον και το όχι ορθώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μας φαίνεσαι ότι ομιλείς ορθώς, καλέ Ξένε. Δηλαδή ημείς έν από τα δύο πρέπει να κάμωμεν, ή να μη λέγωμεν ότι όλα αυτά τα αδικήματα είναι ακούσια, ή πρώτον να εξηγήσωμεν ότι αυτό ελέχθη ορθώς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από αυτά τα δύο λοιπόν το πρώτον δεν είναι δυνατόν εντελώς να γίνη από εμέ, δηλαδή να λέγω ότι δεν έχει ούτω πως, ενώ φρονώ ότι κατέχω την αλήθειαν. Διότι αυτό δεν θα ήτο ούτε νόμιμον ούτε όσιον. Λοιπόν κατά ποίον τρόπον είναι δύο αυτά, εάν δεν διαφέρουν μεταξύ των ως προς το ακούσιον και εκούσιον, αλλά κατ' άλλον τρόπον, αυτό πρέπει να εξηγήσωμεν κάπως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα, καλέ Ξένε, αυτό τουλάχιστον δεν ημπορούμεν ημείς να το φαντασθώμεν αλλέως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτό θα γίνη. Λοιπόν, καθώς φαίνεται, βλάβαι εις τας σχέσεις και συναναστροφάς των πολιτών συμβαίνουν πολλαί, και εις αυτά βεβαίως το εκούσιον και τα ακούσιον παίζει σπουδαίον μέρος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας μη θεωρήση κανείς όλας τας βλάβας ως αδικίας, και ας μη νομίζη ούτω πως διπλάσια τα άδικα τα συμβαίνοντα δι' αυτών, και άλλα μεν ότι είναι εκούσια, άλλα δε ακούσια. Διότι εις όλα τα πράγματα αι ακούσιαι βλάβαι δεν είναι κατώτεραι των εκουσίων ούτε εις το μέγεθος ούτε εις τον αριθμόν. Προσέξετε δε να ίδητε αν λέγω τίποτε σπουδαίον εις όσα πρόκειται να ειπώ, ή όλως διόλου τίποτε. Δηλαδή εγώ, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, εάν κανείς αδική κάποιον χωρίς να θέλη και ακουσίως, δεν παραδέχομαι ότι τον αδικεί μεν, αλλά ότι ακουσίως τον αδικεί, και επομένως να νομοθετήσω εις την νομοθεσίαν ότι τούτο είναι ακούσιον αδίκημα, αλλά όλως διόλου ούτε ως αδικίαν θα θεωρήσω την τοιαύτην βλάβην, εάν συμβή εις κανένα είτε μεγαλιτέρα είτε μικροτέρα. Πολλάκις μάλιστα, εάν συμβή ωφέλεια όχι αρμοδία, θα θεωρήσωμεν ότι είναι άδικος ο αίτιος της ωφελείας, εάν βεβαίως υπερισχύση η ιδική μου ψήφος. Διότι σχεδόν, φίλοι μου, ούτε εάν κανείς δίδη κάτι εις κάποιον από τα υπάρχοντά του, ούτε εάν αντιθέτως του αφαιρή κάτι, δεν πρέπει να θεωρήσωμεν ως απολύτως δίκαιον ή άδικον το τοιούτον, αλλά μόνον αν με δίκαιον ήθος και τρόπον ωφελεί κανείς κάποιον ή βλάπτει, αυτά μόνον πρέπει να λάβη υπ' όψιν του ο νομοθέτης και να προσέχη εις αυτά τα δύο, εις την αδικίαν και την βλάβην, και όσον μεν είναι δυνατόν να επανορθώνη με τους νόμους του την βλάβην, σώζων το καταστραφέν και σηκώνων επάνω το ριφθέν κάτω από κάποιον και επαναφέρων εις την υγείαν το δολοφονηθέν ή πληγωθέν, τέλος δε διά δώρων να εξιλεώση εμπρός εις τους δράστας και τους παθόντας εκάστην βλάβην και από εχθρούς να προσπαθήση να τους κάμη φίλους με τους νόμους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.