WeRead Powered by ReaderPub
Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Δ cover

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Δ

Chapter 6: ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΑ'. ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A pair of philosophical dialogues sets out a lawgiver's deliberations about justice, human passions, and the structure of legal penalties. The speakers analyze how impulses such as rage, fear, and desire, together with different forms of ignorance, lead to wrongdoing, and they propose legal classifications for errors and crimes while distinguishing accidental from intentional homicide. Recommended measures include graduated sanctions, ritual purification, and mitigations for offenders impaired by age, illness, or compulsion, alongside rules for adjudication. Practical prescriptions combine moral psychology, civic education, and procedural detail to govern individual conduct and maintain public order.

Και λοιπόν τόρα πλέον τα τρία ζητήματά μας, δηλαδή ότι υπάρχουν θεοί και ότι φροντίζουν και ότι είναι εντελώς άκαμπτοι έξω από το δίκαιον, θέλετε να δεχθώμεν ότι απεδείχθησαν επαρκώς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι; Και μάλιστα είμεθα σύμφωνοι με αυτούς τους λόγους.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και είναι μεν αληθές ότι ελέχθησαν κάπως ορμητικώτερον ένεκα της επιμονής των κακών ανθρώπων. Αλλά, φίλε Κλεινία, η λογομαχία αυτή έγινε, διά να μη νομίζουν ότι από την συζήτησιν τους δίδεται δικαίωμα να κάμνουν ό,τι θέλουν οι κακοί, δηλαδή ό,τι και όσα και οποίου είδους πράγματα φαντάζονται διά τους θεούς. Λοιπόν ημείς είχομεν την προθυμίαν να ομιλήσωμεν δι' αυτά ωσάν νεώτεροι. Και αν δε μικρόν αποτέλεσμα εφέραμεν εις το να καταπείσωμεν αυτούς τους ανθρώπους να μισήσουν τον εαυτόν των, και κάπως να αγαπήσουν τα αντίθετα ήθη, πάλιν θα είχε πολύ καλά την θέσιν του το προοίμιον μας εις τους νόμους περί ασεβείας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αλλά υπάρχει ελπίς, ειδεμή βεβαίως η γενεά των λόγων δεν θα κατακρίνη την νομοθεσίαν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κατόπιν λοιπόν από το προοίμιον αρμόζει να γίνη λόγος μεταξύ μας, ο οποίος να ερμηνεύση ορθώς τους νόμους, προκηρύττων εις όλους τους ασεβείς να εγκαταλείψουν τους ασεβείς των τρόπους, και να έλθουν με τους ευσεβείς. Δι' όσους δε δεν πείθονται, ας υπάρχη ο εξής νόμος περί της ασεβείας. Εάν κανείς ασεβή με λόγους ή με έργα, ο παρευρισκόμενος ας τον αποκρούση καταγγέλλων αυτόν εις τους άρχοντας. Από δε τους άρχοντας όσοι λάβουν είδησιν πρώτοι, ας τον εγκαλέσουν εις το αρμόδιον διά τοιαύτας υποθέσεις δικαστήριον συμφώνως με τους νόμους. Εάν δε καμμία αρχή λάβη είδησιν και δεν εκτελέση αυτά, η ιδία ας γίνη υπόδικος ασεβείας εις τον θέλοντα να τιμωρήση αυτήν χάριν των νόμων.

Εάν δε καταδικασθή κανείς, ας ορίση το δικαστήριον μίαν τιμωρίαν δι' εκάστην ασέβειαν χωριστά. Και λοιπόν δι' όλους ας είναι βάσις τα δεσμά. Από δε τα τρία δεσμωτήρια, τα οποία υπάρχουν εις την πόλιν, έν μεν κοινόν διά τους περισσοτέρους εις την αγοράν, χάριν της θεραπείας των σωμάτων εις πολλούς, έν δε πλησίον της νυκτερινής συγκεντρώσεως των αρχόντων (5), ονομαζόμενον σωφρονιστήριον, έν δε πάλιν εις το μέσον της χώρας, όπου τυχόν είναι έρημον μέρος και όσον το δυνατόν αγριώτερον, το οποίον να λάβη φήμην κάποιας τιμωρίας. Από δε τας τρεις αιτίας της ασεβείας, τας οποίας εξετάσαμεν, δύο είδη αποτελούνται, από εκάστην και γίνονται έξ τα διάφορα γένη των ασεβούντων εις τα θεία, τα οποία δεν έχουν ανάγκην ίσης τιμωρίας ούτε ομοίας.

Δηλαδή όστις δεν πιστεύει απολύτως εις τους θεούς, έχει όμως ήθος εκ φύσεως δίκαιον, αυτός μισεί πάντοτε τους κακούς από αποτροπιασμόν δε της αδικίας δεν δέχεται να πράξη τας τοιαύτας πράξεις και αποφεύγει τους μη δικαίους ανθρώπους και αγαπά τους δικαίους (6). Εις όσους όμως εκτός του ότι φρονούν ότι τα πάντα είναι έρημα από θεούς συμπέσουν και ακράτειαι των ηδονών και των λυπών, και υπάρχει ισχυρά ανάμνησις και οξύνοια μαθήσεως, η μεν απιστία εις τους θεούς είναι κοινή εις αυτούς καθώς και εις εκείνους, ως προς την βλάβην όμως των άλλων ανθρώπων εκείνο μεν το γένος κάμνει ολιγώτερα κακά, αυτό όμως περισσότερα. Δηλαδή ο μεν πρώτος θα είναι αθυρόστομος ως προς τους θεούς και τας θυσίας και τους όρκους, και ενώ περιγελά τους άλλους πιθανόν να κάμη άλλους ομοίους του, εάν δεν τιμωρηθή. Ο δε άλλος δεν πιστεύει μεν καθώς ο προηγούμενος, θεωρείται όμως αγαθός, αλλά είναι φορτωμένος με δολιότητα και οπισθοβουλίαν, από αυτούς δε πολλοί αναδεικνύονται ψευδομάντεις και πάσης μαγείας ζωηροί οπαδοί, επίσης δε από αυτούς κάποτε αναδεικνύονται και τύραννοι και λαοπλάνοι και στρατηγοί και σχεδιασταί μυστικών ιεροτελεστιών. Από αυτούς λοιπόν ημπορούν να σχηματισθούν πολλά γένη. Αλλά τα σπουδαιότερα διά την νομοθεσίαν είναι δύο. Εξ αυτών το μεν ειρωνικόν δεν είναι άξιον μόνον ενός θανάτου, ούτε δύο αλλά πολλών, το δε άλλο έχει ανάγκην συμβουλών και δεσμών. Ομοίως δε και το γένος αυτών που νομίζουν ότι οι θεοί δεν φροντίζουν αποτελεί άλλα δύο γένη, και το άλλο που τους θεωρεί παρακλητούς άλλα δύο. Από αυτά δε, τα οποία διαχωρίζονται κατ' αυτόν τον τρόπον, όσοι μεν έγιναν τοιούτοι από ανοησίαν χωρίς καμμίαν κακίαν του θυμικού και του ήθους, αυτούς ο δικαστής ας τους περιορίση συμφώνως με τον νόμον εις το σωφρονιστήριον όχι ολιγώτερον των πέντε ετών. Εις τούτο δε το διάστημα ας μη τους επισκέπτεται άλλος πολίτης παρά μόνον τα μέλη της νυκτερινής συγκεντρώσεως των αρχόντων ομιλούντες συμβουλευτικώς προς αυτούς προς σωτηρίαν της ψυχής των. Όταν δε συμπληρωθή ο χρόνος των δεσμών των, εάν μεν κανείς από αυτούς φαίνεται ότι είναι σώφρων, ας κατοική μαζί με τους σώφρονας, αν δε όχι, και αν καταδικασθή πάλιν εις παρομοίαν δίκην, ας τιμωρηθή διά θανάτου.

Όσοι δε έγιναν θηριώδεις ως προς την απιστίαν προς τους θεούς ή ως προς το να θεωρούν αυτούς αμελείς ή παρακλητούς, και περιφρονούντες τους ανθρώπους δελεάζουν πολλούς εκ των ζώντων, διότι δισχυρίζονται ότι παραπλανούν τους αποθανόντας και υπόσχονται να μεταπείσουν τους θεούς ωσάν με συγχωροχάρτια, δελεάζοντες αυτούς με θυσίας και προσευχάς και ύμνους, και ούτω πως προσπαθούν να κυριεύσουν τελείως και τα άτομα και ολοκλήρους οικογενείας και πόλεις χάριν των χρημάτων, από αυτούς όστις καταδικασθή ως ένοχος ας ορίση το δικαστήριον δι' αυτόν να τεθή εις δεσμά συμφώνως με τον νόμον, να μη πλησιάζη δε αυτόν κάνεις ελεύθερος, να λαμβάνη δε ωρισμένην τροφήν από τους νομοφύλακας. Όταν δε αποθάνη, να τον πετάξουν άταφον έξω από τα σύνορα. Εάν δε κανείς ελεύθερος συντελή εις την ταφήν του, ας υπόκειται εις δίκην ασεβείας από τον τυχόντα. Εάν δε αφήση εις την πόλιν παίδας αρκετούς, οι επιμελούμενοι των ορφανών ας φροντίζουν και δι' αυτούς, ως όχι ολιγώτερον ορφανούς, ευθύς από την ημέραν της καταδίκης του πατρός των.

Δι' όλα δε αυτά ας ορισθή κοινός νόμος, ο οποίος τους περισσοτέρους από αυτούς θα τους κάμη ολιγώτερον να σφάλλουν με έργα και με λόγους προς τους θεούς, μάλιστα ολιγώτερον ανοήτως, διότι δεν θα επιτρέπεται να εκκλησιάζωνται έξω από τον νόμον. Δηλαδή ας υπάρχη δι' όλους γενικώς ο εξής νόμος.

Κανείς να μην έχη προσκυνήματα εις την ατομικήν του κατοικίαν. Όταν δε κανείς αποφασίση να εκτελέση θυσίαν, ας υπάγη εις τα δημόσια προσκυνήματα, διά να θυσιάση, και ας δώση τα θύματα εις τας χείρας των ιερέων και των ιερειών, όσοι έχουν δικαίωμα να φροντίζουν δι' αυτά. Ας προσευχηθή δε μαζί και αυτός και όστις άλλος θέλει μαζί του. Αυτά δε ας γίνωνται διά τον εξής λόγον. Προσκυνήματα και εικόνας θεών δεν είναι εύκολον να τοποθετή κανείς, αλλά χρειάζεται μεγάλη σκέψις, διά να γίνη τούτο ορθώς. Έπειτα αι γυναίκες προ πάντων όλαι καθώς και οι εντελώς ανίσχυροι και οι κινδυνεύοντες και οι στενοχωρημένοι, μέσα εις την στενοχωρίαν των, ή και αντιθέτως, όταν εύρουν καμμίαν σωτηρίαν, συνηθίζουν να καθιερώνουν πάντοτε εκείνο το μέρος και να τάζουν θυσίας και εικόνας εις τους θεούς και τους δαίμονας και τους παίδας των θεών, και εις τας εξύπνους οπτασίας από τον φόβον των και εις τα όνειρά των. Ομοίως δε οι αναφέροντες πολλάς οπτασίας θεωρούν ως θεραπείαν το να μεταβάλλουν εις βωμούς και προσκυνήματα όλας τας οικίας και όλα τα χωρία, και εις τα καθαρά μέρη και όπου αλλού τύχη από αυτά τα μέρη. Δι' όλα αυτά πρέπει να κάμωμεν συμφώνως με τον νόμον που λέγομεν τόρα. Ακόμη δε διά τους ασεβείς, διά να μη προφασίζωνται τα τοιαύτα εις τας πράξεις των, τοποθετούντες προσκυνήματα και βωμούς εις τας ατομικάς των κατοικίας και νομίζοντες ότι πρέπει κρυφίως να εξιλεώνουν τους θεούς με θυσίας και με προσευχάς, και να αυξάνουν απείρως την αδικίαν εις τον εαυτόν των και εις τους επιτρέποντας αυτά προφασιζόμενοι τους θεούς, οι οποίοι είναι ανώτεροί των, και τότε δικαίως όλη η πόλις να έχη την προκοπήν (!) τρόπον τινά των ασεβών.

Και λοιπόν τον νομοθέτην ο θεός θα τον κατακρίνη. Δηλαδή ας ορισθή αυτός ο νόμος, να μην έχη κανείς προσκυνήματα θεών εις την ατομικήν του κατοικίαν. Όστις δε αποδειχθή ότι έχει άλλα και ιερουργεί έξω από τα δημόσια, εάν μεν τα έχη κάποιος ανήρ ή γυνή, ο οποίος δεν έκαμε κανέν από τα μεγάλα και ανόσια έργα, τότε, όστις λάβη είδησιν ας τον καταγγείλη εις τους νομοφύλακας, αυτοί δε ας τον διατάξουν να μεταφέρη εις τα δημόσια προσκυνήματα τα ατομικά του, εάν δε δεν πείθεται, ας τον τιμωρήσουν έως ότου να μεταφερθούν. Εάν δε γίνη κανείς φανερός ότι διέπραξε ασέβειαν, όχι παιδικήν αλλά ανδρικήν, είτε διότι ετοποθέτησε προσκυνήματα εις ιδιόκτητά του μέρη, είτε διότι εθυσίασεν ο ίδιος δημοσίως εις οιουσδήποτε θεούς, επειδή θυσιάζει, ενώ δεν είναι καθαρός, ας τιμωρηθή διά θανάτου. Κατά πόσον δε είναι παιδικόν το σφάλμα ή όχι, ας το κρίνουν οι νομοφύλακες και τότε ας τον εγκαλέσουν εις το δικαστήριον και ας επιβάλουν εις αυτόν την ποινήν της ασεβείας.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΙΑ'.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα πλέον είναι ανάγκη να θέσωμεν την αρμόζουσαν τάξιν διά τας μεταξύ των πολιτών συναλλαγάς. Γενικόν δε μέτρον είναι το εξής. Μήτε κανείς να εγγίζη τα ιδικά μου χρήματα όσον είναι δυνατόν, μήτε πάλιν να μου πάρη και το ελάχιστον, χωρίς να με πείση. Συμφώνως δε με αυτά τα ίδια θα κάμω και εγώ ως προς τα χρήματα των άλλων, όταν έχω νουν σώφρονα.

Και λοιπόν λέγομεν ότι τον θησαυρόν πρώτον τον οποίον απεθήκευσε κανείς ως κειμήλιον διά τον εαυτόν του και τους ιδικούς του, αν δεν είναι από τους ιδικούς μου προπάτορας, τότε ούτε να τον εύρω θα ευχηθώ, ούτε, αν τον εύρω, θα τον μετακινήσω, ούτε πάλιν θα τον ανακοινώσω εις τους λεγομένους μάντεις, οι οποίοι οπωσδήποτε θα με συμβουλεύσουν να σηκώσω το αποθηκευμένον εις την γην. Διότι δεν είναι δυνατόν τόσον πολύ να ωφεληθώ ως προς την απόκτησιν χρημάτων, όσον θα προοδεύσω εις τον όγκον της αρετής της ψυχής και του δικαίου, εάν δεν πάρω τον θησαυρόν, αποκτών άλλο κτήμα απέναντι άλλου, καλλίτερον μέσα εις καλλίτερον μέρος, δηλαδή προτιμήσας την δικαιοσύνην μέσα εις την ψυχήν παρά τον πλούτον εις την περιουσίαν μου. Διότι και εις άλλα εφαρμόζεται καλώς η παροιμία να μη κινή κανείς τα ακίνητα, αλλά και εις αυτό ημπορεί να εφαρμοσθή ως έν από εκείνα. Πρέπει δε να πιστεύωμεν και εις τους λεγομένους περί αυτών μύθους, ότι δηλαδή διά την τεκνογονίαν δεν συμφέρουν τα τοιαύτα.

Όστις όμως φανή αμέριμνος διά τα τέκνα του και περιφρονήση τον νομοθέτην αυτού του νόμου, και όσα δεν απεθήκευσε ούτε ο ίδιος ούτε κανείς από τους πατέρας των πατέρων του τα σηκώση χωρίς να καταπείση τον αποθέσαντα, και ούτω πως καταστρέφει ωραιότατον νόμον και απλούστατον και διόλου αγενούς ανδρός νομοθεσίαν, ο οποίος είπε· «ό,τι δεν κατέθεσες μη το σηκώνεις», (7) και περιφρονήση αυτούς τους δύο νομοθέτας και σηκώση πράγμα που δεν απεθήκευσε αυτός, όχι κανέν μικρόν αλλά κάποτε υπερβολικόν πλήθος θησαυρού, αυτός τι πρέπει να πάθη; Και λοιπόν τι θα πάθη μεν από τους θεούς, ο θεός το ηξεύρει. Όστις όμως τον ιδή πρώτος, εάν μεν συμβή το τοιούτον μέσα εις την κεντρικήν πόλιν, ας το γνωστοποιήση εις τους αστυνόμους, εάν δε εις κανέν μέρος της πόλεως, εις τους αγορανόμους, εάν δε εις κανέν μέρος της άλλης χώρας εις τους αγρονόμους και τους άρχοντας αυτών. Αφού δε ειδοποιηθούν, ας στείλη να ερωτήση η πόλις τους Δελφούς. Και ό,τι αποφανθή ο θεός και διά τα χρήματα και διά τον μετακινήσαντα, αυτό ας εκτελέση η πόλις υπηρετούσα τας μαντείας του θεού. Και αν μεν ο καταδότης είναι ελεύθερος, ας αποκτήση υπόληψιν αρετής, εάν δε δεν καταδώση, ας αποκτήση φήμην κακίας. Εάν δε είναι δούλος, εάν μεν καταδώση, είναι πολύ ορθόν να γίνη ελεύθερος και να αποδώση η πόλις το αντίτιμόν του εις τον κύριόν του· εάν δε δεν καταδώση, ας τιμωρηθή διά θανάτου.

Κατόπιν δε από αυτόν είναι καλόν να ακολουθήση και διά τα μικρά και διά τα μεγάλα είς και ο αυτός νόμος, ο εξής. Εάν κανείς αφήση κάπου ιδικόν του πράγμα εκουσίως ή ακουσίως, όστις το εύρη ας το αφήση εις την θέσιν του, φρονών ότι φυλάττει η ενοδία θεότης (η έφορος των οδών) τα τοιαύτα, τα οποία είναι αφιερωμένα εις την επιτήρησιν της θεότητος. Εάν όμως παραβαίνων κανείς ταύτα εξ απειθείας τα σηκώση και τα φέρη εις την οικίαν του, τότε, αν μεν είναι δούλος μικρού αντιτίμου και τον συναντήση κανείς όχι κατωτέρας ηλικίας των τριάντα ετών, ας του δώση πολλούς ραβδισμούς. Εάν δε είναι κανείς ελεύθερος, εκτός του να θεωρήται κατά κοινήν γνώμην ακοινώνητος των νόμων, ας πληρώση το δεκαπλάσιον του αντιτίμου εις τον αφήσαντα το πράγμα εν τη οδώ.

Εάν δε κανείς κατακρίνη κάποιον ότι έχει κάτι από τα ιδικά του μέγα ή μικρόν, αυτός δε ομολογή μεν ότι το έχει, όχι όμως το ιδικόν του, τότε, εάν μεν είναι καταγραμμένον εις τα βιβλία των Αρχόντων το κτήμα συμφώνως με τον νόμον, ας προσκληθή ο κάτοχός του εις την αρχήν, και ας το καταθέση. Όταν δε φανερωθή, εάν μεν έχη καταγραφή εις τα βιβλία εις ποίον ανήκει από τους διαφιλονικούντας αυτό, ας το πάρη αυτός και ας φύγη. Εάν δε είναι κανενός άλλου έξω από τους παρευρισκομένους, όποιος δώση αξιόπιστον εγγυητήν χάριν του απουσιάζοντος, ότι θα το παραδώση εις εκείνον, ας το σηκώση καθώς θα έκαμνε εκείνος. Εάν όμως το φιλονικούμενον δεν έχη καταγραφή εις τα βιβλία των αρχόντων, ας κατατεθή μέχρι της δίκης πλησίον τριών αρχόντων εκ των γεροντοτέρων. Και αν το κρατημένον είναι σφαχτόν, όστις χάση την δίκην περί αυτού ας πληρώνη και την τροφήν του εις τους άρχοντας. Την δε υπόθεσιν να την δικάσουν εντός τριών ημερών οι άρχοντες.

Ας συμμαζεύη από οπουδήποτε τον δούλον του όστις θέλει, εάν έχη τας φρένας του, και ας τον κάμη ό,τι θέλει από όσα είναι ευσεβή. Αλλά ας συμμαζεύη και χάριν άλλου συγγενούς του ή φίλου τον φεύγοντα (δούλον) διά να ελευθερωθή. Εάν δε κάποιος προσπαθή να αποσπάση κανένα, διά να τον ελευθερώση ωσάν δούλον συμμαζευόμενον, τότε ας τον παραιτήση ο συμμαζεύων αυτόν, αλλά ο αποσπών αυτόν ας αφήση τρεις αξιοπίστους εγγυητάς και τότε ας τον αποσπάση, όχι όμως αλλέως. Εάν δε κανείς αποσπά έξω από αυτά, ας θεωρηθή ένοχος και, αν καταδικασθή, ας πληρώνη την διπλασίαν της σημειωθείσης βλάβης εις εκείνον, από τον οποίον τον απέσπασε.

Αλλά ας συμμαζεύη και τον απελεύθερον, εάν δεν περιποιήται τους απελευθερώσαντας αυτόν, ή περιποιείται όχι επαρκώς. Η περιποίησις είναι να συχνάζη τρεις φοράς τον μήνα ο απελευθερωθείς εις την οικίαν του απελευθερώσαντος και να ερωτά τι πρέπει να κάμη από ό,τι είναι δίκαιον και συγχρόνως δυνατόν. Και διά τον γάμον του να κάμη ότι εγκρίνει όστις υπήρξε άλλοτε κύριός του, να μη επιτρέπεται δε να γίνη πλουσιώτερος από τον απελευθερώσαντα. Το δε πλεόνασμα ας γίνεται κτήμα του κυρίου του. Να μη μένη δε περισσότερον από είκοσι έτη ο απολυθείς, αλλά καθώς και οι άλλοι ξένοι να απέλθη, αφού λάβη την περιουσίαν του, εκτός εάν πείση και τους άρχοντας και τον απελευθερώσαντα. Εάν δε κανείς απελεύθερος ή από τους άλλους ξένους αποκτήση περιουσίαν περισσοτέραν από το τρίτον τίμημα, (τάξις) από την ημέραν που θα συμβή αυτό εντός τριάντα ημερών ας λάβη τα ιδικά του και ας αναχωρήση, και ας μη δίδεται καμμία άδεια διαμονής πλέον εις αυτόν από τους άρχοντας. Εάν δε κανείς απειθήσας εις αυτούς εγκαλεσθή εις το δικαστήριον και καταδικασθή, ας τιμωρηθή διά θανάτου και τα χρήματά του ας γίνουν δημόσια. Αι δε τιμωρίαι αυτού ας γίνωνται εις τας φυλετικάς δίκας, εάν δεν απαλλαχθούν από τας καταγγελίας προηγουμένως ενώπιον των γειτόνων ή εις τα κατ' εκλογήν δικαστήρια.

Εάν δε εγγίζη ως ιδικόν του κανέν ζώον ή οτιδήποτε άλλο από τα πράγματά του, ας το επιστρέψη ο κρατών αυτό εις τον πωλήσαντα ή εις τον δωρήσαντα αυτό με τρόπον αξιόχρεον και νόμιμον ή άλλον έγκυρον τρόπον εντός μεν τριάντα ημερών εις τον πολίτην ή και τον μέτοικον της πόλεως, εις δε τον ξένον εντός πέντε μηνών (ας το παραδώση), αλλά το μέσον της προθεσμίας να αποτελή ο μην των χειμερινών τροπών του ηλίου.

Όσα δε κανείς ανταλλάσσει αγοράζων ή πωλών εις άλλον, ας παραδίδη το πράγμα εις το ιδιαιτέρως ωρισμένον προς τούτο μέρος της αγοράς δι' έκαστον και ας λάβη αμέσως το αντίτιμον διά να ξεκάμη, όχι όμως εις κανέν άλλο μέρος, ούτε επί πιστώσει να κάμη κανενός πράγματος πώλησιν ή αγοράν. Εάν δε με άλλον τρόπον ή εις άλλους τόπους ανταλλάσση κανείς με άλλον οτιδήποτε απέναντι οποιουδήποτε πράγματος, μόνον αν έχη πεποίθησιν εις το πρόσωπον, με το οποίον συναλλάσσεται, ας κάμη αυτά, έχων υπ' όψει του ότι δεν υπάρχουν δίκαι συμφώνως με τους νόμους διά τα πωληθέντα συμφώνως με αυτόν τον τελευταίον τρόπον που λέγομεν.

Όσον δε διά τα δάνεια όστις θέλει ας δανείζεται από τους φίλους του. Εάν όμως συμβή καμμία φιλονικία περί του δανείου, ας κανονίσουν αυτοί μόνοι των έχοντες υπ' όψει ότι δεν επιτρέπονται δίκαι περί τοιούτων ζητημάτων εις κανένα με κανένα τρόπον.

Όστις δε πωλήση τοις μετρητοίς και λάβη αντίτιμον του πράγματος όχι κατώτερον των πενήντα δραχμών, ας μένη υποχρεωτικώς εντός της πόλεως δέκα ημέρας, ο δε αγοραστής ας γνωρίζη την κατοικίαν του πωλητού μη τυχόν έχη κανέν παράπονον εναντίον του, καθώς συμβαίνει συνήθως εις τοιαύτα ζητήματα και χάριν των επιστροφών, αι οποίαι γίνονται συμφώνως με τους νόμους. Η δε νόμιμος επιστροφή ή όχι ας συμβαίνη ως εξής. Εάν κανείς πωλήση δούλον πάσχοντα από φθίσιν, από λιθίασιν, από στραγγουρίαν, ή από την λεγομένην ιεράν νόσον (σεληνιασμόν) ή και από καμμίαν άλλην άγνωστον εις τους περισσοτέρους ασθένειαν χρονίαν και ανίατον σωματικήν ή ψυχικήν, τότε, εάν μεν τον πωλήση εις ιατρόν ή γυμναστήν, ας μη επιτραπή εις αυτόν να επιτύχη επιστροφήν, ούτε εάν κανείς ομολογήση την αλήθειαν πριν τον πωλήση εις κάποιον. Εάν όμως τον πωλήση κανείς τεχνίτης εις ιδιώτην, τότε όστις τον αγοράση ας τον επιστρέψη εντός εξαμήνου, εκτός όταν πάσχη από ιεράν νόσον. Δι' αυτήν δε ας επιτρέπεται να γίνη η επιστροφή εντός ενός έτους. Ας εικασθούν δε και οι δύο εμπρός εις ιατρούς, όσους εκλέξουν και οι δύο εκ συμφώνου. Όστις δε χάση την δίκην, ας πληρώση το διπλάσιον του αντιτίμου της πωλήσεως. Εάν δε επώλησε ιδιώτης προς ιδιώτην να επιτρέπεται μεν επιστροφή καθώς ελέχθη και διά τους προηγουμένους, επίσης δε και δίκη, αλλά όστις χάση την δίκην ας πληρώση το αντίτιμον εις το απλούν. Εάν δε πωλήση κανείς φονέα εν γνώσει και του πωλητού και του αγοραστού, ας μη επιτυγχάνη επιστροφήν διά τοιαύτην πώλησιν, εάν όμως εν αγνοία του αγοραστού, τότε να γίνεται η επιστροφή οιανδήποτε ώραν το αντιληφθή κανείς από τους αγοραστάς, η δε κρίσις να γίνη ενώπιον πέντε νομοφυλάκων, των νεωτέρων από όλους, αν δε αποδειχθή δικαστικώς ότι το εγνώριζε, τότε και τας οικίας του αγοραστού ας καθαρίση συμφώνως με τον νόμον του ερμηνευτού και ας πληρώση εις τον αγοραστήν το τριπλάσιον του αντιτίμου.

Όστις δε ανταλλάσσει ή νόμισμα απέναντι νομίσματος ή κανέν οποιονδήποτε ζώον ή πράγμα άψυχον, ας δίδη πάντοτε συμφώνως με τους νόμους και ας λαμβάνη ακίβδηλα πράγματα. Ως προοίμιον δε καθώς εις τους άλλους νόμους, ας παραδεχθώμεν και διόλην αυτήν την κακίαν το εξής. Έκαστος οφείλει να γνωρίζη ότι υπάγεται εις την ιδίαν κατηγορίαν η κιβδηλεία και το ψεύδος και η απάτη, και είναι εκείνη, διά την οποίαν πολύ κακώς οι περισσότεροι συνηθίζουν να εφαρμόζουν την διάδοσιν ότι, εάν γίνεται εις κατάλληλον ευκαιρίαν το τοιούτον, ημπορεί να έχη την θέσιν του πολλάκις, οι οποίοι όμως αφήνουν απροσδιόριστον το επίκαιρον και το πού και πότε και με αυτήν την εκφρασιν πολύ ζημιώνονται και ζημιώνουν άλλους.

Εις τον νομοθέτην δε δεν επιτρέπεται να αφήση τούτο απροσδιόριστον, αλλά πρέπει να το διασαφήση εντός μεγαλειτέρων ή μικροτέρων ορίων. Και λοιπόν και τώρα ας το ορίσωμεν. Κανείς ποτε ας μη μεταχειρισθή ούτε ψεύδος ούτε απάτην ούτε κανέν αντικείμενον κίβδηλον ούτε με λόγον ούτε με έργα επικαλούμενος συγχρόνως τους θεούς, εάν δεν θέλη να γίνη ο πλέον θεομίσητος άνθρωπος. Τοιούτος δε είναι όστις ορκίζεται ψευδείς όρκους και δεν σκοτίζεται διόλου διά τους θεούς, κατά δεύτερον δε λόγον όστις ψεύδεται ενώπιον των ανωτέρων του. Ανώτεροι δε είναι οι καλλίτεροι απέναντι των χειροτέρων και οι γέροντες απέναντι των νέων. Διά τούτο και οι γονείς είναι ανώτεροι από τα τέκνα και οι άνδρες από τας γυναίκας και τα παιδία και οι άρχοντες από τους αρχομένους. Τούτους δε πρέπει όλοι να τους σέβωνται και εις όλα τα άλλα αξιώματα και μάλιστα εις τα πολιτικά, χάριν των οποίων συνέπεσε το ζήτημα τούτο. Δηλαδή πας άνθρωπος της αγοράς, ο οποίος κιβδηλοποιεί κάτι, ψεύδεται και απατά και επικαλούμενος τους θεούς ορκίζεται συμφώνως με τους νόμους των αγορανόμων χωρίς ούτε τους ανθρώπους να εντρέπεται ούτε τους θεούς να σέβεται. Και βεβαίως είναι καλή πράξις να μη μιαίνη κανείς ευκόλως τα ονόματα των θεών, αλλά να ευρίσκεται εις την θέσιν που ευρισκόμεθα συνήθως οι περισσότεροι ως προς την καθαρότητα και τον εξαγνισμόν προς τους θεούς.

Εάν όμως οπωσδήποτε δεν υπακούη κανείς, ας υπάρχη ο εξής νόμος. Όστις πωλεί οτιδήποτε εις την αγοράν, ας μην ειπή ποτέ του δύο τιμάς διά τα πωλούμενα, αλλά ας λέγη ωρισμένην τιμήν, και αν δεν επιτύχη αυτήν, είναι ορθόν να το αποσύρη, και αυτήν την ιδίαν ημέραν δεν πρέπει να ορίση ούτε μεγαλιτέραν ούτε μικροτέραν τιμήν. Ας λείπη δε πας έπαινος και όρκος διά τα πωλούμενα πράγματα. Εάν δε κανείς δεν υπακούη εις αυτά, όστις τον επιτύχη από τους πολίτας, χωρίς να είναι κάτω των τριάντα ετών εις την ηλικίαν, αν θέλη να τιμωρήση τον ορκιζόμενον, ας τον κτυπά χωρίς να φοβηθή τίποτε κακόν, αν δε αμελήση και δεν υπακούση, ας κατακριθή ως προδότης των νόμων. Εκείνον δε που πωλεί κανέν κίβδηλον και δεν ημπορεί να υπακούση εις τους λόγους τούτους, όστις τον επιτύχη από τους γνωστούς, εάν είναι ικανός να τον εξελέγξη, ας τον εξελέγξη εμπρός εις τους άρχοντας, και αν μεν είναι δούλος ή μέτοικος, ας πάρη το κίβδηλον αντικείμενον, ο δε πολίτης, εάν μεν δεν τον εξελέγξη, ας δυσφημισθή ως κακός, διότι στερεί τους θεούς τα δικαιώματά των, εάν δε τον εξελέγξη, ας το αφιερώση εις τους θεούς, οι οποίοι προστατεύουν την αγοράν. Όστις δε αποδειχθή ότι πωλεί κανέν τοιούτον, εκτός της στερήσεως του κιβδήλου, όσας δραχμάς ζητήση διά το πωλούμενον, τόσας φοράς ας ξυλισθή με την μάστιγα από τον κήρυκα εις την αγοράν, αφού αυτός διαλαλήση διά ποίον λόγον πρόκειται να ξυλισθή. Δι' όλας δε τας κιβδηλοποιήσεις και τας κακουργίας των πωλητών ας λάβουν πληροφορίας από τους ειδικούς και οι αγορανόμοι και οι νομοφύλακες και ας γράψουν εις μίαν στήλην τι πρέπει να κάμη ο πωλητής και τι όχι και ας τα τοποθετήσουν εμπρός από το αγορανομείον, διά να χρησιμεύσουν ως νόμοι σαφείς διά την κίνησιν της αγοράς.

Όσον δε διά τους αστυνόμους ωμιλήσαμεν αρκετά εις τα προηγούμενα, εάν όμως φανή καμμία πρόσθετος ανάγκη, ας την ανακοινώσουν εις τους νομοφύλακας και αφού γράψουν ό,τι νομισθή ελλιπές, ας τοποθετήσουν επάνω εις μίαν στήλην εντός της αστυνομίας και τα πρώτα και τα δεύτερα θεσπίσματα αυτής της αρχής.

Αμέσως δε κατόπιν από τας κιβδηλοποιήσεις έρχεται το επάγγελμα της καπηλείας. Αφού δε γενικώς δώσωμεν περί αυτών συμβουλήν και λόγον, κατόπιν θα θέσωμεν τον νόμον. Δηλαδή όλη η καπηλεία εδημιουργήθη εις τας πόλεις όχι προς βλάβην, όταν είναι σύμφωνος με την φύσιν, αλλά όλως το αντίθετον. Διότι βεβαίως πώς δεν είναι ευεργετικός πας όστις οποιανδήποτε περιουσίαν η οποία είναι ασύμμετρος και ανώμαλος την κάμνει ομαλήν και συμμετρικήν; Αυτό πρέπει να δεχθώμεν ότι κάμνει και η δύναμις του νομίσματος, και ο έμπορος πρέπει να φρονούμεν ότι δι' αυτό προωρίσθη και ο μισθωτός και ο ξενοδόχος και ότι όλοι αυτοί, οι οποίοι είναι άλλοι κοσμιώτεροι και άλλοι κάπως απειρόκαλοι, αυτόν τον προορισμόν έχουν βεβαίως, να προμηθεύουν ευκολίας εις όλους διά τας ανάγκας των και εξομάλυνσιν των περιουσιών. Τότε λοιπόν ποία είναι η αιτία διά να θεωρούνται αυτά τα επαγγέλματα όχι καλά και τι συνέτεινε εις το να δυσφημισθούν, ας το εξετάσωμεν, ώστε, και αν όχι εις το σύνολόν του, τουλάχιστον εις μερικά του μέρη να ημπορέσωμεν να το θεραπεύσωμεν με τον νόμον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό το ζήτημα δεν φαίνεται μικρόν ούτε έχει ανάγκην ολίγης ικανότητος. Αλλά πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φίλε Κλεινία, πολύ μικρά τάξις ανθρώπων και εκ φύσεως ολίγη και με τελείαν ανατροφήν μορφωμένη, όταν έλθη εις την ανάγκην και επιθυμίαν κανενός πράγματος, έχει την ικανότητα να συγκρατήται εις το ορθόν μέτρον, και όταν της δοθή ευκαιρία να λάβη πολλά χρήματα, είναι νηφάλιος και προτιμά από το πολύ το μέτριον. Τα πλήθη όμως των ανθρώπων όλως αντιθέτως διάκεινται από αυτούς, δηλαδή και αι ανάγκαι των είναι υπέρμετροι και, ενώ επιτρέπεται να κερδίσουν τα μέτρια, προτιμούν να κερδίσουν απλήστως. Διά τούτο λοιπόν όλαι αι τάξεις αι ασχολούμεναι εις την καπηλείαν και το εμπόριον και τα ξενοδοχικά είδη εσυκοφαντήθησαν και περιέπεσαν εις εξευτελιστικούς ονειδισμούς. Διότι, εάν κανείς (πράγμα το οποίον δεν εύχομαι να γίνη ποτέ ούτε ημπορεί να γίνη) υποχρεώση — αυτό είναι κωμικόν βεβαίως να το ειπή κανείς, αλλ' όμως θα το ειπούμεν — να γίνουν ξενοδόχοι οι καλλίτεροι άνδρες εις όλα τα μέρη δι' ολίγον καιρόν, ή να γίνουν κάπηλοι, ή να κάμουν κανέν παρόμοιον επάγγελμα, ή γυναίκες από καμμίαν ανάγκην της ειμαρμένης να λάβουν μέρος εις αυτάς τας βιωτικάς ασχολίας, τότε ήτο δυνατόν να εννοήσωμεν πόσον είναι αγαπητόν και προσφιλές έκαστον από αυτά και πόσον, εάν εγίνετο με λογικήν και με τρόπον αδιάφθορον, θα εξετιμώντο όλα αυτά τα επαγγέλματα με γόητρον μητρός και τροφού. Τόρα όμως, αφού έκαστος χάριν καπηλείας ιδρύει εις έρημα μέρη οικοδομάς και όπου υπάρχουν μακρινοί δρόμοι προς όλας τας διευθύνσεις, και υποδέχεται μέσα εις αναπαυτικά καταλύματα ταξιδιώτας ευρισκομένους εις στενοχωρίαν ή ωθουμένους από την αγρίαν βίαν των κακοκαιριών, παρέχων καλοκαιρινήν ανάπαυσιν ή εις τους καύσωνας αναψυχήν, κατόπιν όμως δεν προσφέρει εις αυτούς φιλοξενίας ως προς φίλους συμφώνως με την υποδοχήν, αλλά ωσάν εχθρούς αιχμαλώτους υποχειρίους τους ελευθερώνει απέναντι μιαρωτάτων και αδίκων και ακαθάρτων λύτρων, όλα αυτά και τα παρόμοια αισχρά πραξικοπήματα εναντίον όλων αυτών συνετέλεσαν να συκοφαντηθή η βοήθεια η παρεχομένη εις τους ευρισκομένους εις απορίαν. Δι' όλα αυτά λοιπόν πρέπει να εύρη φάρμακον ο νομοθέτης.

Και βεβαίως είναι ορθόν και παλαιόν το ρητόν ότι είναι δύσκολον να πολεμή κανείς προς δύο πράγματα και μάλιστα αντίθετα, καθώς συμβαίνει εις τας ασθενείας και εις άλλας πολλάς περιπτώσεις. Ωρισμένως δε και τόρα η εναντίον αυτών μάχη είναι εναντίον δύο, δηλαδή της πτωχείας και του πλούτου, εκ των οποίων αυτός μεν διέφθειρε την ψυχήν των ανθρώπων με την τρυφηλότητα, εκείνη δε με τα βάσανα παρωθεί αυτήν εις την αναίδειαν. Λοιπόν ποία θεραπεία ημπορεί να ευρεθή διά την ασθένειαν αυτήν εις μίαν νοήμονα πόλιν; Πρώτον μεν να υπάρχη όσον το δυνατόν περιωρισμένον το γένος των καπήλων. Έπειτα να ανατίθεται εις ανθρώπους, οι οποίοι εάν διαφθαρούν, δεν θα προκύψη μεγάλη καταστροφή εις την πόλιν. Τρίτον δε πρέπει οι ίδιοι οι μετέχοντες των επαγγελμάτων αυτών να εύρουν τρόπον να μη μεταδίδωνται ευκόλως τα ήθη της αναιδείας και της δουλοπρεπούς ψυχής.

Κατόπιν λοιπόν από αυτό το προοίμιον ας ορισθή με το καλό ο εξής νόμος. Από τους Μάγνητας, τους οποίους ο ευνοϊκός θεός τους συνοικίζει και πάλιν, όσοι είναι γεωμόροι ανήκοντες εις τας πέντε χιλιάδας σαράντα κατοικίας, ας μη γίνη κανείς κάπηλος ούτε εκουσίως ούτε ακουσίως, ούτε έμπορος ούτε να αναλάβη καμμίαν υπηρεσίαν εις ιδιώτας μη ίσους με αυτόν, εκτός του πατρός του και της μητρός του και των άλλων ανιόντων συγγενών και όλων των γεροντοτέρων του όσοι είναι ελεύθεροι ελευθέρως.

Το δε ελευθερόφρον και το δουλοπρεπές με ακρίβειαν μεν δεν είναι εύκολον να το ορίσωμεν διά νόμου, ας κρίνεται όμως από τους θεωρηθέντας ως αρίστους εις την αγάπην του πρώτου και αποστροφήν του δευτέρου. Οποιοσδήποτε δε λάβη μέρος εις την καπηλείαν με οποιονδήποτε τέχνασμα, ας τον καταγγέλλη ως καταισχύνοντα το γένος του ο βουλόμενος προς τους θεωρουμένους ως πρώτους, εάν δε κριθή ότι καταρρυπαίνει με ανάξιον επάγγελμα την πατρικήν του οικίαν, ας υποβληθή εις τα δεσμά έν έτος, διά να απομακρυνθή από αυτό, και αν το επαναλάβη πάλιν, τότε ας δεθή δύο έτη, και εις πάσαν ενοχοποίησίν του ας εξακολουθή να διπλασιάζη τον προηγούμενον χρόνον της ποινής.

Δεύτερος όμως νόμος ας ορισθή ο εξής. Πρέπει να είναι μέτοικος ή ξένος όστις πρόκειται να γίνη κάπηλος. Τρίτος δε, ότι, διά να είναι όσον το δυνατόν καλός ή όσον το δυνατόν ολιγώτερον κακός ο τοιούτος συγκάτοικος της πόλεώς μας, πρέπει οι νομοφύλακες να είναι φύλακες όχι μόνον εκείνων, τους οποίους είναι εύκολον να προφυλάξουν διά να μη γίνουν παράνομοι και κακοί, δηλαδή όσοι είναι εκ φύσεως και εξ ανατροφής καλοί, αλλά τους αντιθέτους και τους επαγγελλομένους επαγγέλματα, τα οποία έχουν ροπήν κάπως ισχυράν διά να τους παρακινούν να γίνουν κακοί, πρέπει να προφυλάττουν περισσότερον. Αφού λοιπόν η καπηλεία είναι πολυειδής και περιλαμβάνει πολλά παρόμοια επαγγέλματα, δι' όσα κριθούν από αυτά ως απαραίτητα να μείνουν εις την πόλιν, πρέπει να συνεδριάσουν πάλιν οι νομοφύλακες μετά των πραγματογνωμόνων εις έκαστον είδος καπηλείας, καθώς διετάξαμεν προηγουμένως ως προς την κιβδηλοποιίαν, η οποία είναι συγγενές έργον με αυτήν, και αφού συνεδριάσουν να συσκεφθούν ποίον κέρδος είναι ορθόν να δίδη εις τον κάπηλον η αγορά και η κατανάλωσις, αφού δε καταγράψουν να θεσπίσουν την ορισθείσαν αγοράν και κατανάλωσιν και να φυλάττουν την καταγραφήν και οι αγορανόμοι και οι αστυνόμοι και οι αγρονόμοι. Και τότε πλέον η καπηλεία σχεδόν θα ωφελή όλους, πολύ δε ολίγον θα ημπορή να βλάπτη τους χρησιμοποιούντας αυτήν εντός των πόλεων.

Όσα κανείς ομολογεί ότι τα εσυμφώνησε, αλλά δεν τα εκτελεί συμφώνως με την συμφωνίαν, να υπάρχουν δίκαι περί μη εκτελέσεως της συμφωνίας εις τα φυλετικά δικαστήρια, εάν εις την διαιτησίαν ή εμπρός εις τους γείτονας δεν ημπορούν προηγουμένως να συμβιβασθούν δι' όλα, εκτός μόνον δι' όσα εμποδίζουν οι νόμοι ή κανέν ψήφισμα, ή όσα κανείς συμφωνήση εκβιασθείς από καμμίαν άδικον υποχώρησιν.

Είναι δε η τάξις των τεχνιτών ιερά υπό την προστασίαν του Ηφαίστου και της Αθηνάς, οι οποίοι επροίκισαν την ζωήν μας με διαφόρους τέχνας, επίσης δε του Άρεως και της Αθηνάς, οι οποίοι επενόησαν άλλας αμυντικάς τέχνας διά να σώζουν τα έργα των τεχνιτών. Δικαίως δε και η τάξις αυτών προστατεύεται από αυτούς τους θεούς. Αυτοί λοιπόν όλοι διαρκώς προστατεύουν την χώραν και τον δήμον, οι μεν πρώτοι ως κυρίαρχοι των πολεμικών αγώνων, οι δε δεύτεροι αποτελειώνοντες την κατασκευήν των εμμίσθων οργάνων και των έργων. Αυτοί λοιπόν ως προς αυτά δεν πρέπει να ψεύδωνται, σεβόμενοι τους θεούς τους προγόνους αυτών. Εάν λοιπόν τόρα κανείς από τους τεχνίτας δεν τελειώση εις τον συμφωνημένον χρόνον έν έργον από κακίαν, χωρίς να σεβασθή διόλου τον βιοδότην θεόν, και φρονών ότι ως ιδικός του ο θεός θα τον συγχωρήση, μη έχων διανοητικήν όρασιν, αυτός πρώτον μεν θα υποστή τιμωρίαν χάριν του θεού, εκτός δε τούτου, δι' αυτόν ας υπάρχη ο εξής νόμος. Ας πληρώση το αντίτιμον του έργου, διά το οποίον ηπάτησε τον παραγγελιοδότην του, και πάλιν εξ αρχής ας το εκτελέση δωρεάν εις τον συμφωνημένον χρόνον.

Και εις τον αναλαμβάνοντα μίαν εργασίαν ο παρών νόμος συμβουλεύει τα ίδια, τα οποία συνεβούλευσε και εις τον πωλητήν, δηλαδή να μη προσπαθή να ζητήση μεγαλίτερον αντίτιμον, αλλά όσον το δυνατόν μόνον την αξίαν του πράγματος, Το ίδιον λοιπόν και διά τον αναλαμβάνοντα μίαν εργασίαν.

Διότι ο τεχνίτης βεβαίως γνωρίζει την αξίαν. Εις τας πόλεις λοιπόν των ελευθέρων δεν πρέπει με την τέχνην του, η οποία είναι καθάρειον και ανόθευτον πράγμα εκ φύσεως, να προσπαθή ο ίδιος τεχνίτης να εξαπατήση με τεχνάσματα τους ιδιώτας, αλλά να υπάρχη εκδίκησις δι' αυτά εις τον αδικούμενον απέναντι του αδικούντος.

Εάν δε πάλιν κανείς παρήγγειλε έν έργον εις τεχνίτην και δεν πληρώνη το αντιμίσθιόν του ακριβώς όπως έγινε η νόμιμος συμφωνία, και ασεβή προς τον Δία τον πολιούχον και Αθηνάν, οι οποίοι προστατεύουν την πολιτείαν και από μανίαν δι' ολίγον κέρδος καταλύει μεγάλας επικοινωνίας, ας υπάρχη ο νόμος βοηθός μαζί με τους θεούς εις την αλληλεγγύην της πόλεως.

Δηλαδή όστις έλαβε πρώτος το έργον από τον τεχνίτην και δεν πληρώνη το αντιμίσθιόν του εις την συμφωνηθείσαν προθεσμίαν, ας πληρώση το διπλάσιον.

Εάν δε διαρρεύση ολόκληρον έτος, ενώ όλα τα άλλα οφειλόμενα χρήματα δεν φέρουν κανένα τόκον, αυτός ας πληρώση δι' εκάστην δραχμήν κατά μήνα ένα οβολόν, αι δε δίκαι αυτών να γίνωνται εις τα φυλετικά δικαστήρια.

Είναι δε δίκαιον και περί της διασώσεως των πολεμικών τεχνιτών, δηλαδή των στρατηγών και όσοι είναι τεχνίται εις τοιαύτα πράγματα, να ειπούμεν εν παρέργω ότι γενικώς τους ενθυμήθημεν μαζί με τους τεχνίτας, διότι και αυτοί είναι τεχνίται καθώς εκείνοι. Λοιπόν, εάν και από αυτούς κανείς αναλάβη είτε εκουσίως είτε κατά διαταγήν έν δημόσιον έργον και το εκτελέση καλώς, ο δε δήμος αποδώση τας τιμάς δικαίως, αι οποίαι είναι ως μισθοί διά τους πολεμικούς άνδρας, τότε ο νόμος δεν θα παύση ποτέ να εγκωμιάζη αυτόν (τον δήμον). Εάν όμως αποκτήση κανέν καλόν έργον εκ των πολεμικών χωρίς να αποδώση τας τιμάς, ο νόμος θα τον κατακρίνη. Λοιπόν ας υπάρχη αυτός ο νόμος εις ημάς ανάμικτος με έπαινον, και συμβουλευτικός, όχι όμως υποχρεωτικός διά το πλήθος των πολιτών, να τιμά κατά δεύτερον λόγον τους αγαθούς άνδρας, όσοι είναι σωτήρες όλης της πόλεως είτε με την ανδρείαν των είτε με πολεμικάς εφευρέσεις. Διότι βεβαίως κατά πρώτον λόγον το μεγαλίτερον βραβείον πρέπει να δοθή εις εκείνους, οι οποίοι θα ημπορέσουν να εκτιμήσουν εξόχως τους γραπτούς νόμους των αγαθών νομοθετών.

Και λοιπόν τα μεγαλίτερα συμβόλαια όσα συνομολογούν μεταξύ των οι άνθρωποι, εκτός βεβαίως των ορφανικών και των επιτροπικών περί επιμελείας των ορφανών, σχεδόν ωρίσθησαν από ημάς. Τόρα λοιπόν, κατόπιν από εκείνα που είπαμεν, είναι ανάγκη να ορίσωμεν οπωσδήποτε αυτά. Αφορμή δε δι' όλα αυτά είναι αι επιθυμίαι των μελλοθανάτων να κάμουν διαθήκην και αι περιπέτειαι εκείνων, οι οποίοι δεν άφησαν απολύτως καμμίαν διαθήκην. Ανέφερα δε την λέξιν ανάγκη, φίλε Κλεινία, διότι έλαβα υπ' όψιν την δυστροπίαν και την δυσκολίαν αυτών. Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν και να αφήσωμεν αυτό το ζήτημα ατακτοποίητον. Δηλαδή έκαστος πολλά θα εθέσπιζε και όλοι διαφορετικά μεταξύ των και αντιθέτως και με τους νόμους και με τα ήθη των ζώντων και με τα ιδικά των προηγούμενα, πριν να φθάσουν εις την στιγμήν της διαθήκης, εάν κανείς τους έδιδε το δικαίωμα να είναι απολύτως έγκυρος η διαθήκη, την οποίαν θα εκτελέση κανείς με οποιανδήποτε ψυχικήν κατάστασιν εις το τέλος της ζωής του. Διότι κάπως είμεθα ανόητοι και χαϊδευμένοι οι περισσότεροι, όταν πλέον νομίζωμεν ότι πρόκειται να αποθάνωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς αυτό, καλέ Ξένε;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ. Είναι δύσκολον πράγμα, φίλε Κλεινία, ο άνθρωπος που πρόκειται να αποθάνη, και επιφορτίζει εις τους νομοθέτας λόγον πάρα πολύ φοβερόν και δύσκολον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή θέλει εις όλα αυτός να έχη κύρος, συνηθίζει να ομιλή με οργήν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Είναι φρίκη, θεέ μου, φωνάζει αυτός, εάν τα ιδικά μου πράγματα δεν έχω δικαίωμα να τα δώσω εις όποιον θέλω ή όχι, και εις άλλον περισσότερα και άλλον ολιγώτερα εξ όλων όσοι εδείχθησαν εις εμέ κακοί και όσοι αγαθοί, βασανισθέντες αρκετά εις τας ασθενείας μου, άλλοι δε εις τα γηρατειά μου και εις άλλας διαφόρους περιπετείας μου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Λοιπόν δεν σου φαίνονται, καλέ Ξένε, ότι έχουν δίκαιον;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μου φαίνεται, φίλε Κλεινία, ότι οι παλαιοί νομοθέται ήσαν μαλθακοί και ότι ενομοθέτησαν βλέποντες και σκεπτόμενοι εις μικράν έκτασιν των ανθρωπίνων πραγμάτων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επειδή εφοβούντο αυτόν τον λόγον, αγαπητέ μου, έθεσαν τον εξής νόμον, να έχη δικαίωμα έκαστος να διαθέση τα πράγματά του απολύτως όπως θέλει, εγώ όμως και συ θα απαντήσωμεν αρμονικότερα εις τους μελλοθανάτους πολίτας μας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

θα ειπούμεν: Καλοί μας φίλοι και κυριολεκτικώς εφήμεροι, εις αυτήν την στιγμήν σας είναι δύσκολον να γνωρίζετε τα ιδικά σας πράγματα και προ πάντων να γνωρίζετε τον εαυτόν σας, καθώς λέγει και το επίγραμμα των Δελφών (γνώθι σαυτόν). Εγώ λοιπόν που είμαι νομοθέτης ούτε εσάς σας θεωρώ ότι ανήκετε εις τον εαυτόν σας ούτε αυτήν την περιουσίαν, αλλά εις ολόκληρον την γενεάν σας και την προγενεστέραν και την μεταγενεστέραν, και πολύ περισσότερον εις την πόλιν ανήκει και το γένος σας και η περιουσία σας. Και αφού αυτά είναι ούτω πως δεν θα συγκατατεθώ μαζί σας εκουσίως, εάν κανείς με τας θωπείας μέσα εις την τρικυμίαν της ασθενείας σας και εκ του γήρατός σας σάς καταπείση να διαθέσετε τα υπάρχοντά σας έξω από το δίκαιον, αλλ' ό,τι είναι και δι' όλην την πόλιν το καλλίτερον και διά το γένος σας, αυτό έχων υπ' όψει μου θα νομοθετήσω, θέτων το συμφέρον εκάστου ατόμου εις κατωτέραν θέσιν. Σεις δε με ευσπλαγχνίαν και ευμένειαν προς ημάς είθε να απέλθετε όπου τόρα απέρχεσθε συμφώνως με την ανθρωπίνην φύσιν. Ημείς δε θα φροντίσωμεν ως κηδεμόνες δι' όλους τους ιδικούς σας και όχι μόνον διά μερικούς. Αυτά λοιπόν ας είναι ως συμβουλαί και ως πρόλογος και των ζώντων και των μελλοθανάτων, φίλε Κλεινία, νόμος δε ας είναι ο εξής. Όστις γράφει διαθήκην διαθέτων τα πράγματά του και είναι πατήρ τέκνων, πρώτον μεν όποιον από τους υιούς κρίνει άξιον να γίνη κληρονόμος του ας το γράψη. Από δε τα άλλα του τέκνα, εάν μεν παρέχει κανέν εις άλλον προς υιοθεσίαν και εκείνος το δέχεται, ας γράψη και αυτό. Εάν, δε περισσεύη κανείς από τους υιούς του, ο οποίος δεν υιοθετήθη διά κανένα κλήρον, και ο οποίος υπάρχει ελπίς να σταλή κατά τον νόμον εις καμμίαν αποικίαν, εις αυτόν ας έχη το δικαίωμα ο πατήρ να δώση από τα άλλα χρήματά του όσα θέλει, έξω από τον πατρικόν κλήρον και από όλας τας πέριξ αυτού εγκαταστάσεις, και αν είναι υιοί περισσότεροι, ας μοιράση ο πατήρ εις έκαστον όπως θέλει τα περισσεύματα έξω από τον κλήρον.

Όποιος δε από τους υιούς έχει ήδη αποκατασταθή εις κατοικίαν, εις αυτόν να μη δίδη μέρος από τα χρήματα. Ομοίως δε και εις την θυγατέρα του, εις την οποίαν υπεσχέθη τις ότι θα γίνη σύζυγός της, να μη δώση τίποτε ο πατήρ, εις την μη έχουσαν δε υπόσχεσιν γάμου, να δώση. Εάν δε εις κανένα από τους υιούς ή τας θυγατέρας παρουσιασθή κανείς κλήρος παραχωρηθείς κατόπιν της διαθήκης εκείνης, ας τον αφήση αυτός εις τον κληρονόμον του διαθέτου της διαθήκης. Εάν δε δεν αφήση άρρενα τέκνα αλλά θήλεα ο διαθέτης, ας ορίση ως άνδρα δι' οποιανδήποτε θυγατέρα του οποιονδήποτε θέλει και ως υιόν του ας του αφήση γραπτώς την κληρονομίαν. Εάν δε ο υιός κανενός αποθάνη εις παιδικήν ηλικίαν, πριν να γίνη ενήλιξ, είτε γνήσιος είναι είτε υιοθετημένος, ας γράψη και δι' αυτήν την περίπτωσιν ο διαθέτης ποίος πρέπει να γίνη υιός του υπό καλλιτέρους οιωνούς. Εάν δε κανείς, είναι εντελώς άτεκνος και γράφη διαθήκην, ας αφαιρέση από τα ιδικά του μέρη το δεκατημόριον και ας το δωρήση εις όποιον θέλει. Όλα δε τα άλλα ας τα παραδώση εις τον υιοθετημένον και ας κάμη αυτόν αμέμπτως ευγνώμονα υιόν συμφώνως με τον νόμον.

Όταν δε κανενός οι παίδες έχουν ανάγκην επιτρόπων, εάν μεν αποθάνη αφήσας διαθήκην και ορίσας επιτρόπους διά τους παίδας ανθρώπους οι οποίοι θέλουν και ομολογούν ότι θα επιτροπεύσουν οποιουσδήποτε και οσουσδήποτε θέλει συμφώνως με αυτό το άρθρον της διαθήκης, ας είναι έγκυρος η εκλογή των επιτρόπων. Εάν όμως ή απολύτως δεν γράψη διαθήκην, όταν αποθάνη, ή είναι ελλιπής εις την εκλογήν των επιτρόπων, τότε να είναι έγκυροι επίτροποι οι πλησιέστεροι συγγενείς του πατρός και της μητρός και είς από τους φίλους του αποθανόντος, αυτούς δε ας τους ορίσουν οι νομοφύλακες εις τους έχοντας έλλειψιν ορφανούς. Και επί όλης της επιτροπής και των ορφανών ας επιστατούν οι δεκαπέντε γεροντότεροι εκ των νομοφυλάκων, και διαιρεθέντες ανά τρεις ας επιστατούν ανά έν έτος και πάλιν άλλοι τρεις το άλλο έτος έως ότου να συμπληρωθούν αι πέντε περίοδοι. Αυτή δε η διάταξις ας μη λείψη ποτέ όσον είναι δυνατόν. Εάν δε κανείς αποθάνη χωρίς να αφήση απολύτως καμμίαν διαθήκην, αφήση όμως τέκνα έχοντα ανάγκην κηδεμονίας, ας εφαρμοσθούν αυτοί εδώ οι νόμοι εις την ανάγκην αυτών των τέκνων.

Όταν κανείς καταλείπη θήλεα τέκνα αιφνηδίως αποθνήσκων, ας συγχωρήση τον νομοθέτην, εάν εκ των τριών όρων μόνον τους δύο λαμβάνη υπ' όψιν διά την αποκατάστασιν των θυγατέρων του, δηλαδή την πλησιεστέραν συγγένειαν και την διάσωσιν του κλήρου, τον τρίτον όμως όρον, τον οποίον ημπορούσε ο ίδιος ο πατήρ να τον σκεφθή, δηλαδή από όλους τους πολίτας να κρίνη από τα ήθη και τους τρόπους τον κατάλληλον διά να γίνη εις αυτόν μεν υιός, εις δε την θυγατέρα του γαμβρός, αυτόν τον παραλείπη, διότι είναι αδύνατος η εξέτασις αυτού. Λοιπόν περί αυτών ας υπάρχη ο εξής νόμος. Εάν όστις δεν έκαμε διαθήκην αφήση θυγατέρας, ο ομοπάτριος αδελφός του αποθανόντος ή ο άκληρος ομομήτριος ας λάβη την θυγατέρα και τον κλήρον του αποθανόντος. Εάν δε δεν υπάρχη αδελφός, αλλά υιός του αδελφού, ας κάμη το ίδιον, εάν συμβιβάζωνται αι ηλικίαι των δύο. Εάν δε δεν υπάρχη κανείς από αυτούς, υπάρχη όμως υιός της αδελφής του, ας κάμη το ίδιον. Τέταρτος δε έρχεται ο αδελφός του πατρός, πέμπτος ο υιός αυτού, έκτος ο υιός της αδελφής του πατρός, και κατά τον ίδιον τρόπον ας εξακολουθή ο πλησιέστερος συγγενής από τους αδελφούς εις τους υιούς, κατά πρώτον μεν εις τα άρρενα, έπειτα δε εις τα θήλεα, εάν αποθάνη κανείς και αφήση θήλεα τέκνα. Την δε συμμετρίαν και ασυμμετρίαν της ηλικίας των διά τον γάμον ας την κρίνη ο δικαστής παρατηρών γυμνά τα άρρενα, και μέχρι ομφαλού γυμνά τα θήλεα.

Εάν δε υπάρχη έλλειψις συγγενών μέχρι των εγγόνων του αδελφού και των παίδων του πάππου, τότε από όλους τους άλλους πολίτας οποιονδήποτε εκλέξη η κόρη μαζί με τους επιτρόπους εκούσιον εκουσία, αυτός ας γίνη κληρονόμος του αποθανόντος και γαμβρός της θυγατρός του. Αλλά είναι δυνατόν και εντός της πόλεως να υπάρχη μεγάλη έλλειψις πολλών τοιούτων ζητουμένων γαμβρών. Αν λοιπόν καμμία στενοχωρημένη βλέπη ότι κάποιος εντόπιος εστάλη εις αποικίαν και έχη εις τον νουν της εκείνος να γίνη κληρονόμος του πατρός της, αυτός, εάν μεν είναι συγγενής, ας σπεύση προς τον κλήρον συμφώνως με την διάταξιν του νόμου, εάν δε είναι έξω από την γενεάν, και είναι από τους εκτός της συγγενείας πολίτας, ας είναι έγκυρος συμφώνως με την εκλογήν των επιτρόπων και της κόρης του αποθανόντος να την νυμφευθή και επιστρέφων εις την πατρίδα του να λάβη τον κλήρον του αδιαθέτου.