Όστις δε αποθάνη χωρίς διαθήκην άτεκνος όλως από άρρενα και θήλεα τέκνα, τα μεν άλλα ως προς αυτόν ας γίνουν συμφώνως με τον προηγούμενον νόμον, το θήλυ δε και το άρρεν ως ίσοι δικαιούχοι ας σπεύσουν εις τον κλήρον από την ιδίαν γενεάν εις τον ερημωθέντα οίκον, και εις αυτούς ας κατακυρωθή ο κλήρος. Και πρώτον μεν ας σπεύση η αδελφή, του, δεύτερον η θυγάτηρ του αδελφού του, τρίτον η κόρη της αδελφής, τέταρτον η αδελφή του πατρός του, πέμπτον η κόρη του αδελφού του πατρός του, έκτον η κόρη της αδελφής του πατρός. Αύται δε να κάμουν συνοικέσιον με εκείνους συμφώνως με την συγγένειαν και τον νόμον, καθώς ενομοθετήσαμεν προηγουμένως.
Ας μη μας διαφύγη δε η σκληρότης των τοιούτων νόμων, ότι δηλαδή κάποτε επιβάλλει ακάμπτως εις τον εκάστοτε πλησιέστερον συγγενή του αποθανόντος να νυμφευθή την συγγενή του, και ότι δεν φαίνεται να λαμβάνη υπ' όψιν του ότι άπειρα εμπόδια συμβαίνουν, διά να μη θέλη να πεισθή κανείς εις τας τοιαύτας διαταγάς και να προτιμήση να πάθη οτιδήποτε, όταν υπάρχουν ασθένειαι και βλάβαι του σώματος ή της διανοίας εις κανένα από τους διατασσομένους να νυμφευθούν ή να υπανδρευθούν. Και ίσως δι' αυτά νομισθή ο νομοθέτης ότι δεν εφρόντισε διόλου, το οποίον δεν είναι ορθόν. Λοιπόν ας ειπούμεν και υπέρ του νομοθέτου και υπέρ του δεχομένου τον νόμον κάπως ως κοινόν προοίμιον να δώσουν συγγνώμην εις τον νομοθέτην οι διατασσόμενοι, διότι, επειδή φροντίζει διά τα κοινά, δεν είναι δυνατόν συγχρόνως να εξοικονομή και τας ατομικάς συμφοράς εκάστου, αλλά συγχρόνως να συγχωρήσουν και τους υφισταμένους τον νόμον, διότι ευλόγως κάποτε δεν ημπορούν να εκτελέσουν τας διαταγάς του νομοθέτου, όσας ούτος επιβάλλει, διότι δεν τους γνωρίζει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λοιπόν, καλέ Ξένε, τι πρέπει να κάμη εις τοιαύτας περιστάσεις, διά να είναι εντός του ορθού;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Είναι ανάγκη, φίλε Κλεινία, να εκλέξη διαιτητάς διά τους τοιούτους νόμους και διά τους υφισταμένους τους νόμους.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κάποτε ο από πλούσιον πατέρα ανεψιός δεν θέλει να λάβη εκουσίως γυναίκα την θυγατέρα του θείου του, κομπάζων και έχων τον νουν εις μεγαλίτερον γάμον. Κάποτε δε είναι δυνατόν, εάν ο νομοθέτης του επιβάλη την μεγαλιτέραν συμφοράν, να αναγκασθή να απειθήση εις τον νόμον, αφού τον αναγκάζει να λάβη σύζυγον μανιακήν, ή με άλλας φοβεράς του σώματος ή της ψυχής συμφοράς, τας οποίας όταν έχη πλησίον του, είναι ανυπόφορος η ζωή δι' αυτόν. Λοιπόν η συμβουλή μας δι' αυτά ας γίνη νόμος ως εξής. Εάν προκειμένου περί διαθήκης καταγγέλλη κανείς τους κειμένους νόμους και δι' άλλα οποιαδήποτε ζητήματα και μάλιστα και διά τον γάμον, ότι ασφαλώς, αν ήτο παρών και έζη ο ίδιος ο νομοθέτης, ποτέ δεν θα τους ηνάγκαζε να κάμουν ούτω πως και να νυμφευθούν ούτε να υπανδρευθούν αυτοί που αναγκάζονται τόρα να κάμουν το καθέν από αυτά τα δύο, κάποιος δε από τους οικιακούς ή κανείς επίτροπος το ειπή ότι ο νομοθέτης άφησε ως διαιτητάς και πατέρας διά τους ορφανούς και τας ορφανάς του δεκαπέντε εκ των νομοφυλάκων, τότε ας παρουσιασθούν εμπρός εις αυτούς και ας δικασθούν όσοι διαφιλονικούν κανέν παρόμοιον ζήτημα, και ας εκτελέσουν τας αποφάσεις των ως εγκύρους. Εάν δε κανείς νομίζη ότι ανετέθη μεγαλιτέρα του πρέποντος δύναμις εις τους νομοφύλακας, ας τους εγκαλέση εις το δικαστήριον των εγκρίτων δικαστών και ας δικασθή διά τα φιλονικούμενα· όστις δε χάση την δίκην ας λάβη από τον νομοθέτην κατάκρισιν και όνειδος, τα οποία δι' εκείνον που έχει νουν είναι πρόστιμον ανώτερον από πολλά χρήματα.
Αλλά τόρα τα μικρά ορφανά είναι ως να γεννώνται κάπως δευτέραν φοράν. Και βεβαίως μετά την πρώτην των γέννησιν ανεφέραμεν ποία θα είναι η ανατροφή και η εκπαίδευσίς των. Αλλά κατά την δευτέραν αυτήν περίοδον, η οποία είναι στερημένη πατρός, πρέπει να εύρωμεν τρόπον, ώστε η τύχη της ορφανίας να προξενήση όσον το δυνατόν ολιγώτερον οίκτον διά την συμφοράν της. Πρώτον λοιπόν διά νομοθεσίας ορίζομεν δι' αυτούς ως πατέρας αντί των γονέων των όχι χειροτέρους τους νομοφύλακας, και μάλιστα διατάσσομεν έκαστον έτος να φροντίζουν ως διά συγγενείς των, αφού προλογίσωμεν τα αρμόδια δι' αυτούς και διά τους επιτρόπους ως προς την ανατροφήν των ορφανών.
Νομίζω ότι εις κάποιαν προηγουμένην ευκαιρίαν ανεπτύξαμεν το ζήτημα, ότι αι ψυχαί των αποθανόντων έχουν κάποιαν δύναμιν μετά θάνατον, με την οποίαν φροντίζουν διά τας υποθέσεις των ανθρώπων. Δι' αυτά δε υπάρχουν αληθείς λόγοι, αλλά είναι εκτενείς. Είναι δε ανάγκη δι' αυτά να πιστεύη κανείς τας άλλας παραδόσεις, αι οποίαι είναι τόσον πολλαί και τόσον παλαιαί, εξ άλλου δε να πιστεύη και εις τους νομοθέτας ότι είναι αληθινά αυτά, εάν βέβαια οι νομοθέται δεν είναι εντελώς ανόητοι. Αφού λοιπόν αυτά συμβαίνουν ούτω πως κατά φύσιν, πρώτον μεν ας φοβούνται τους επουρανίους θεούς, οι οποίοι έχουν είδησιν διά την εγκατάλειψιν των ορφανών και ως προς αυτά τα πράγματα ακούουν με οξείαν ακοήν και βλέπουν με οξύ βλέμμα, και προς τους δικαίους εις αυτά φαίνονται ευμενείς, μισούν δε πάλιν πολύ τους υβρίζοντας τα ορφανά και τα έρημα, διότι νομίζουν ότι αυτά είναι μεγίστη και ιερωτάτη παρακαταθήκη. Έπειτα πρέπει να φοβούνται τας ψυχάς των μεταστάντων, αι οποίαι εκ φύσεως έχουν την δύναμιν να φροντίζουν υπερβολικά διά τα τέκνα των, και αι οποίαι εις τους τιμώντας αυτά είναι ευμενείς, εις δε τους υβρίζοντας αυτά εχθρικαί, έπειτα δε και τας ψυχάς εκείνων, οι οποίοι ζουν ακόμη, αλλά ευρίσκονται εις το γήρας και εις τας μεγαλιτέρας τιμάς. Διότι εις μίαν και ευνομουμένην και ευτυχή πόλιν τα τέκνα των τέκνων είναι με ευχαρίστησιν φιλόστοργα. Αυτούς λοιπόν πρέπει να λάβη υπ' όψιν του ο επίτροπος και ο άρχων, αν έχη έστω και ολίγον νουν, και να προσέχη και να προφυλάσσεται ως προς την ανατροφήν και την εκπαίδευσιν των ορφανών, και όσον του είναι δυνατόν να τα ευεργετή με όλας του τας δυνάμεις ως να συνεισφέρη έρανον διά τον εαυτόν του και τους ιδικούς του.
Λοιπόν όστις πείθεται εις τον προτασσόμενον του νόμου λόγον και δεν κάμνει καμμίαν ύβριν εις ορφανόν δεν θα γνωρίζη ζωηρώς την οργήν του νομοθέτου δι' αυτά, όστις όμως απειθεί και αδικεί κανένα έρημον από πατέρα και μητέρα, ας πληρώνη διπλήν την βλάβην παρά όσον εάν εγίνετο κακός εις ένα αμφιθαλή παίδα. Όσον δε διά την άλλην νομοθεσίαν διά τους επιτρόπους ως προς τους ορφανούς, και διά τους άρχοντας ως προς την επιμέλειαν των επιτρόπων, εάν μεν δεν είχον παραδείγματα ανατροφής παίδων ελευθέρων με το να ανατρέφουν τους ιδικούς των και να φροντίζουν διά τα ιδικά των πράγματα, ακόμη δε εάν δεν είχον νόμους περί αυτών των ιδίων ζητημάτων πολύ ορθά εξηγημένους, τότε θα υπήρχε λόγος να νομοθετήσωμεν κάπως νόμους περί επιτροπείας διαφορετικούς καθό ειδικούς, ποικίλλοντας με ιδιαιτέρας ασχολίας τον βίον των ορφανών και των μη ορφανών. Αλλά τόρα ως προς αυτά δεν έχει σπουδαίαν διαφοράν εις ημάς η κηδεμονία ορφανών από την πατρονομικήν, συγχρόνως δε δεν είναι διόλου ίση ως προς τας τιμάς και τας ατιμώσεις και τας επιμελείας. Και δι' αυτό ακριβώς ο υπάρχων πρόλογος εις την νομοθεσίαν των ορφανών απειλεί σοβαρώς.
Ακόμη δε είναι πολύ επίκαιρος και η εξής απειλή: όστις επιτροπεύει θήλυ ή άρρεν και όστις διωρίσθη φύλαξ των επιτροπικών νόμων και φροντίζει δι' αυτά, ας μη αγαπά ολιγώτερον από τα ιδικά του τέκνα εκείνον τον οποίον κατέλαβεν η τύχη της ορφανίας ούτε να φροντίζη διά τα χρήματα του τροφίμου του χειρότερον από τα ιδικά του, αλλά ως προς την προθυμίαν καλλίτερον ακόμη και από τα ιδικά του. Αυτόν δε και μόνον τον νόμον ας φυλάττη έκαστος διά τα ορφανά και ας επιτροπεύη.
Εάν δε κανείς εκτελή τα τοιαύτα αλλέως παρά τον νόμον τούτον, ο μεν άρχων ας τιμωρήση τον επίτροπον, ο δε επίτροπος ας καταγγείλη τον άρχοντα εις το δικαστήριον των εκλεκτών και ας του επιβάλη διπλάσιον πρόστιμον από ό,τι θα αποφασίση το δικαστήριον. Εάν δε ο επίτροπος φανή εις τους συγγενείς ή εις κανένα άλλον πολίτην ότι αμελεί ή κακουργεί, ας τον καταγγείλη αυτός εις το ίδιον δικαστήριον. Εις ό,τι δε καταδικασθή, ας πληρώση το τετραπλάσιον και ας αποδοθή το μεν ήμισυ εις τον παίδα, το άλλο ήμισυ εις τον ενάγοντα. Μόλις δε ηλικιωθή κανείς από τους ορφανούς, εάν νομίζη ότι εκηδεμονεύθη κακώς, ας επιτρέπεται έως πέντε έτη μετά το τέλος της κηδεμονίας να τον καταγγείλη διά την κηδεμονίαν. Εάν δε καταδικασθή κανείς από τους επιτρόπους, να ορίση το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση. Εάν δε καταδικασθή κανείς από τους άρχοντας ότι εξ αμελείας εκακοποίησε τον ορφανόν, ας ορίση μεν το δικαστήριον τι πρέπει να πληρώση εις το παιδίον, εάν δε το έπραξε από αδικίαν, εκτός του προστίμου ας απομακρυνθή από το αξίωμα των νομοφυλάκων, το δε κοινόν της πόλεως ας εκλέξη άλλον νομοφύλακα εις την θέσιν αυτού διά την χώραν και την πόλιν.
Συμβαίνουν διαφοραί των πατέρων προς τα τέκνα των και των τέκνων προς τους γονείς μεγαλίτεραι από το πρέπον, μέσα εις τας οποίας και οι πατέρες θα ενόμιζαν ότι πρέπει να νομοθετήση ο νομοθέτης να επιτρέπεται εις αυτούς εάν θέλουν να αποκηρύξουν τον υιόν των ενώπιον όλων διά του κήρυκος ότι δεν είναι ιδικός των πλέον, και πάλιν οι υιοί τους πατέρας των, οι οποίοι από ασθενείας ή από το γήρας κατήντησαν ανυπόφοροι, να επιτρέπεται να τους καταγγέλλουν ως απομωρανθέντας. Αυτά δε πραγματικώς συμβαίνουν εις ανθρώπους με κάκιστα ήθη· άλλως, αν είναι οι μισοί κακοί, λόγου χάριν όχι ο πατήρ κακός, αλλά ο υιός, ή το αντίθετον, δεν συμβαίνουν συμφοραί, αι οποίαι είναι γεννήματα τόσον μεγάλης έχθρας. Και λοιπόν εις άλλην πολιτείαν ο αποκηρυχθείς υιός δεν θα εγίνετο υποχρεωτικώς άπατρις, εις αυτήν όμως την πολιτείαν, εις την οποίαν θα εφαρμοσθούν οι παρόντες νόμοι, είναι ανάγκη να εκπατρισθή εις άλλην χώραν ο αποκηρυχθείς. Διότι έξω από τους πέντε χιλιάδας σαράντα οίκους δεν είναι δυνατόν να προστεθή άλλος. Διά τούτο πρέπει, όστις πρόκειται να πάθη τούτο δικαίως, να μη αποκηρυχθή μόνον από τον πατέρα, αλλά από ολόκληρον το συγγενολόγι. Πρέπει δε ως προς αυτά να ακολουθούν κάπως τον εξής νόμον. Όποιον κυριεύση έξαψις εντελώς παράφορος είτε δικαίως είτε όχι, ώστε να επιθυμήση να απομακρύνη από το συγγενολόγι του εκείνον που εγέννησε και ανέθρεψε, ας μη επιτρέπεται τόσον ασημάντως ούτε τόσον γρήγορα να εκτελή αυτό, αλλά πρώτον ας συγκεντρώση όλους τους συγγενείς του μέχρι των εξαδέλφων, επίσης δε και τους συγγενείς του υιού του εκ μέρους της μητρός, και εμπρός εις αυτούς ας ομιλήση εναντίον του διαφωτίζων αυτούς ότι είναι άξιον χάριν όλων να αποκηρυχθή από το συγγενολόγι. Ας επιτρέψη δε και εις τον υιόν του να ομιλήση εξ ίσου ότι δεν είναι άξιος να πάθη τίποτε από αυτά. Και αν μεν πείθη τους παρόντας ο πατήρ και έχη μαζί του την πλειονοψηφίαν της συγγενείας, χωρίς να ληφθή υπ' όψιν η ψήφος του πατρός και της μητρός και του κατηγορουμένου παρά μόνον των άλλων όσοι είναι ενήλικες είτε γυναίκες είτε άνδρες, ούτω πως και συμφώνως με αυτά ας επιτρέπεται εις τον πατέρα να αποκηρύξη τον υιόν, αλλέως όμως ποτέ. Τον δε αποκηρυχθέντα, εάν μεν κανείς από τους πολίτας θέλη να τον υιοθετήση, ας μην τον εμποδίζη κανείς νόμος. Διότι τα ήθη των νέων επλάσθησαν να επιδέχωνται πολλάς μεταβολάς εις την ζωήν. Μετά δε την αποκήρυξίν του, εάν εντός δέκα ετών δεν θελήση κανείς να τον υιοθετήση, τότε οι επιμεληταί της αποικίας των επιγόνων ας φροντίσουν και δι' αυτούς, διά να λάβη μέρος κανονικώς εις την ιδίαν αποικίαν.
Εάν δε καμμία ασθένεια ή γήρας ή σκληρότης χαρακτήρος ή και όλα αυτά μαζί κάμνουν κανένα εξωφρενικόν πολύ διαφορετικά από τους περισσοτέρους, και αυτός φθείρη την οικίαν ως κυρίαρχος των ιδικών του πραγμάτων, χωρίς να αντιλαμβάνωνται τούτο οι άλλοι πλην των συγκατοικούντων, ο δε υιός του απορή και διστάζη να τον καταγγείλη ως απομωρανθέντα, ας υπάρχη δι' αυτόν ο νόμος πρώτον μεν να έλθη εις τους γεροντοτέρους εκ των νομοφυλάκων και να διηγηθή την συμφοράν του πατρός του, εκείνοι δε εννοήσαντες τελείως να τον συμβουλεύσουν αν είναι ανάγκη, να κάμη την καταγγελίαν ή όχι. Εάν δε τον συμβουλεύσουν να καταγγείλη, αυτοί ας γίνουν συγχρόνως και μάρτυρες του καταδότου και σύνδικοι, ο δε καταδικασθείς ας κηρυχθή εις το εξής έκπτωτος από τα ιδικά του και ανίκανος να διαθέση και το μικρότερον πράγμα, και ας κατοική εις το εξής εις τον οίκον ωσάν παιδίον.
Εάν ο ανήρ με την γυναίκα του δεν συμβιβάζωνται με κανένα τρόπον κατά κακήν των μοίραν μεταξύ των, είναι ανάγκη δέκα άνδρες από τους νομοφύλακας οι μεσαίας ηλικίας να φροντίζουν διά τοιαύτα ζητήματα, δέκα δε επίσης από τους άρχοντας τους επιμελουμένους τους γάμους των γυναικών. Και εάν μεν βεβαίως κατορθώσουν να τους συμβιβάσουν, ας έχη κύρος η πράξις των, εάν δε αι ψυχαί των εξερεθίζωνται περισσότερον, ας ζητήσουν όσον είναι δυνατόν τι σύζυγος θα είναι κατάλληλος, δι' έκαστον από τους δύο. Είναι δε πιθανόν οι τοιούτοι να μη έχουν ήμερα ήθη. Και λοιπόν πρέπει να προσπαθήσουν οι άρχοντες να τους συνενώσουν με ηρεμώτερα και ηπιώτερα ήθη, ώστε να είναι συμβιβαστοί. Και όσοι μεν από τους ασυμβιβάστους είναι άτεκνοι ή έχουν ολίγα τέκνα, αυτοί ας αποβλέπουν εις το νέον συνοικέσιον και προς απόκτησιν τέκνων. Όσοι όμως έχουν αρκετά τέκνα, αυτοί ας κάμουν το διαζύγιον και το νέον συνοικέσιον χάριν της συντροφιάς εις το γήρας και της αμοιβαίας περιποιήσεως.
Εάν δε αποθάνη η γυνή και αφήση τέκνα θήλεα και άρρενα, τότε ο νόμος συμβουλεύει τον άνδρα χωρίς να τον υποχρεώνη να αναθρέψη τα τέκνα χωρίς να φέρη εις την οικίαν μητρυιάν. Εάν όμως δεν υπάρχουν τέκνα, να νυμφευθή υποχρεωτικώς, έως ότου να γεννήση αρκετά τέκνα και διά την οικογένειάν του και διά την πόλιν. Εάν δε αποθάνη ο ανήρ και αφήση αρκετά τέκνα, ας μείνη εκεί η μήτηρ των τέκνων και ας τα ανατρέφη. Εάν δε φαίνεται κάπως νεωτέρα και δεν δύναται να ζήση υγιώς χωρίς άνδρα, οι συγγενείς ας το ανακοινώσουν εις τας περί γάμου αρμοδίας γυναίκας και ας κάμουν ό,τι εγκριθή μεταξύ των ιδίων και εκείνων. Εάν όμως είναι στερημένοι τέκνων, τότε και χάριν τεκνοποιήσεως. Ας είναι δε αρκετός αριθμός των τέκνων έν άρρεν και έν θήλυ συμφώνως με τον νόμον.
Όταν δε αναγνωρίζεται μεν ότι το γεννηθέν είναι τέκνον των παραδεχομένων αυτό, χρειάζεται όμως να κριθή ποιον πρέπει να ακολουθήση το γεννηθέν, τότε, εάν μεν μία δούλη το γεννήση με δούλον ή ελεύθερον ή απελεύθερον, ωρισμένως ας ανήκη εις τον κύριον της δούλης το γεννηθέν.
Εάν δε καμμία ελευθέρα γεννήση τέκνον με δούλον, το γεννηθέν ας ανήκη εις τον κύριον του δούλου. Εάν δε από τον ίδιον εγέννησε η δούλη του, ή η ιδία κυρία εγέννησε από τον δούλον της και τούτο αποδειχθή τελείως, το μεν τέκνον της γυναικός ας το στείλουν αι γυναίκες εις άλλην χώραν μαζί με τον πατέρα του, το δε τέκνον του ανδρός ας το στείλουν οι νομοφύλακες μαζί με την μητέρα του.
Αμέλειαν δε προς τους γονείς ούτε θεός ούτε άνθρωπος νοήμων ημπορεί ποτε να συμβουλεύση κανένα. Πρέπει δε να εννοήση έκαστος ότι το εξής προοίμιον, το οποίον θα ήρμοζε και διά τους θεούς, είναι ορθόν να θεσπισθή διά τας τιμάς και τας ατιμώσεις των γονέων. Νόμοι διά τους θεούς υπάρχουν αρχαίοι εις όλους δύο ειδών. Δηλαδή άλλους μεν από τους θεούς τους βλέπομεν καθαρά και τους τιμώμεν, δι' άλλους δε υψώνομεν αγάλματα, τα οποία σεβόμενοι, αν και είναι άψυχα, νομίζομεν ότι πολλήν ευχαρίστησιν προξενούμεν εις τους εμψύχους θεούς εξ αιτίας αυτών. Λοιπόν όστις έχει εις την οικίαν του πατέρα ή μητέρα ή τους πατέρας και τας μητέρας αυτών ως κειμήλια απηυδημένους από το γήρας, ας μη σκεφθή ποτε ότι, αν έχη τοιούτον άγαλμα υψούμενον ως εικόνισμα μέσα εις την οικίαν του, θα έχη περισσότερον κύρος, αρκεί να λατρεύη ορθώς αυτό όστις το έχει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποίαν ορθότητα εννοείς λοιπόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εγώ θα σου ειπώ. Διότι βεβαίως είναι καλόν να ακούετε τα τοιαύτα, καλοί μου φίλοι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε και μη σε μέλει.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ο Οιδίπους, λέγουν, περιφρονηθείς ηυχήθη εις τα τέκνα του, όσα και έκαστος διαδίδει ότι εξετελέσθησαν και εισηκούσθησαν από τους θεούς. Και ο Αμύντωρ ότι εκαταράσθη τον υιόν, του Φοίνικα οργισθείς, και τον Ιππόλυτον ο Θησεύς, και άλλοι άλλους απείρους, από τους οποίους έγινε σαφές ότι εισακούουν οι θεοί τους γονείς εναντίον των τέκνων. Διότι έχει δύναμιν η κατάρα των γονέων εναντίον των τέκνων όσον ουδεμία άλλη εναντίον άλλου, και πολύ δικαίως. Λοιπόν ας μη νομίση κανείς ότι, μόνον όταν περιφρονήται ο πατήρ από τα τέκνα, και η μήτηρ, ο θεός εισακούει τας ευχάς των κατά φύσιν, όταν όμως τιμάται και ευχαριστήται υπερβολικά και δι' αυτά παρακαλή ολοψύχως τους θεούς διά τα αγαθά των τέκνων του, τάχα τότε δεν πρέπει να πιστεύη ότι και αυτά εξ ίσου τα εισακούουν και τα εκτελούν Αλλά τότε δεν θα ήσαν δίκαιοι χορηγοί των αγαθών, πράγμα το οποίον ελάχιστα, νομίζω, αρμόζει εις τους θεούς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν ας φρονούμεν εκείνο που είπαμεν ολίγον προηγουμένως, ότι προς ευχαρίστησιν των θεών δεν είναι δυνατόν να αποκτήσωμεν άλλο σεβαστότερον άγαλμα από τον πατέρα και τον προπάτορα, αν αμελήσωμεν αυτούς εις το γήρας, και τας μητέρας, αι οποίαι έχουν την ιδίαν χάριν, ενώ, όταν κανείς τους γεραίρη με τιμάς, ο θεός ευχαριστείται. Διότι άλλως δεν θα εισήκουε αυτούς. Και βεβαίως είναι θαυμάσιον το έμψυχον εικόνισμα των προγόνων μας μέσα εις την οικίαν μας περισσότερον από τα άψυχα αγάλματα. Διότι όσα είνε έμψυχα, όταν τα περιποιούμεθα, ενώνουν μαζί μας τας ευχάς των, όταν δε τα περιφρονούμεν, κάμνουν το αντίθετον, ενώ τα άψυχα δεν κάμνουν ούτε το έν ούτε το άλλο. Ώστε, εάν κανείς μεταχειρίζεται ορθώς τον πατέρα του και τον προπάτορά του και όλους αυτούς, θα έχη πλησίον του τα σπουδαιότερα πράγματα, διά να αποκτήση την εύνοιαν των θεών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ λαμπρά το είπες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν πας όστις έχει νουν φοβείται και τιμά τας ευχάς των γονέων του, διότι γνωρίζει ότι εις πολλούς πολλάκις έφεραν αποτέλεσμα. Αφού λοιπόν αυτά εδόθησαν εκ φύσεως ούτω πως, διά μεν τους αγαθούς είναι εύρημα οι γηραιοί πρόγονοι, εάν ζήσουν μέχρι των εσχάτων ημερών της ζωής των, και, εάν αποθάνουν νέοι, είναι υπερβολικά ποθητοί, διά δε τους κακούς είναι όσον χρειάζεται φοβεροί. Έκαστος λοιπόν ας τιμά με όλας τας νομίμους τιμάς τους γονείς του πειθόμενος εις τους παρόντας λόγους.
Αλλ' αν τυχόν κανείς είναι κυριευμένος από παράδοσιν κωφήν εις τοιαύτα προοίμια, ο εξής νόμος είναι ορθόν να υπάρχη δι' αυτούς. Εάν κανείς εντός αυτής της πόλεως είναι αμελής προς τους γονείς του περισσότερον του δέοντος και δεν υποχωρή και εκτελή όλα τα θελήματά των περισσότερον από τους υιούς του και από όλους τους απογόνους του και από τον εαυτόν του, ας το κάμη γνωστόν όστις υποφέρει κανέν τοιούτον, είτε μόνος του είτε στέλλων άλλον, εις τους τρεις γεροντοτέρους νομοφύλακας και εις τρεις από τους επιστατούντας εις τους γάμους των γυναικών. Αυτοί δε ας φροντίσουν τιμωρούντες τους αδικούντας, εάν μεν είναι ακόμη νέοι, με ξυλοκόπημα και με δεσμά μέχρι της ηλικίας των τριάντα ετών, αν είναι άνδρες, αι δε γυναίκες, και δέκα έτη αν είναι γεροντότεραι, ας τιμωρούνται με τας ιδίας τιμωρίας. Εάν όμως προχωρήσουν πέραν αυτής της ηλικίας και δεν παύουν να έχουν την ιδίαν αδιαφορίαν προς τους γονείς των, αλλά τους κακοποιούν, ας τους εγκαλούν εις δικαστήριον εξ εκατόν και ενός πολιτών, οι οποίοι να είναι οι γεροντότεροι από όλους.
Αν δε καταδικασθή κανείς, ας ορίση το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση, χωρίς να αποφύγουν τίποτε από όσα είναι δυνατόν να πάθη ή να πληρώση άνθρωπος. Εάν όμως κανείς κακοποιούμενος δεν ημπορή να το δηλώση, όστις πληροφορηθή από τους ελευθέρους ας το αναγγείλη εις τους άρχοντας, άλλως ας θεωρήται κακός και ας είναι υπόδικος βλάβης, εις τον θέλοντα. Εάν δε καταγγείλη το πράγμα δούλος, ας ελευθερωθή, και, εάν μεν είναι δούλος των κακοποιούντων ή των κακοποιουμένων, ας ελευθερωθή από την εξουσίαν, εάν δε κανενός άλλου πολίτου, ας καταβάλη εις την θέσιν του το αντίτιμον το δημόσιον, οι δε άρχοντες ας φροντίσουν να μην αδικήση κανείς τον τοιούτον, εκδικούμενος αυτόν διά την καταγγελίαν.
Δι' όσας βλάβας προξενεί ο είς εις τον άλλον με φάρμακα, τα μεν θανάσιμα από αυτά εξετάσθησαν λεπτομερώς, διά δε τας άλλας βλάβας, δηλαδή είτε βλάπτει κανείς με ποτά ή με φαγητά ή με αλοιφάς εκουσίως και εκ προμελέτης, από αυτά ακόμη τίποτε δεν ελέχθη. Δηλαδή δύο ειδών φαρμακώματα υπάρχουν εις το ανθρώπινον γένος, των οποίων είναι δύσκολος η διασάφησις. Διότι αυτό, το οποίον είπαμεν τόρα σαφώς, είναι φυσική βλάβη του σώματος με άλλο σώμα. Υπάρχει όμως και έν άλλο, το οποίον καταπείθει με μαγείας και διαβάσματα και με κάποια γοητεύματα, καθώς λέγονται, άλλους μεν ότι οι τολμώντες να τους βλάψουν έχουν αυτήν την δύναμιν, άλλους δε ότι περισσότερον από κάθε άλλον βλάπτονται από αυτούς, διότι έχουν την δύναμιν να τους μαγεύουν. Αυτά λοιπόν και όλα τα παρόμοια ούτε εύκολον είναι να γνωρίζη κανείς πως εδόθησαν εκ φύσεως, ούτε εάν το γνωρίση, είναι εύκολον να καταπείση άλλους. Ούτε είναι πρέπον να προσπαθήση κανείς να μεταπείση τας ψυχάς των ανθρώπων, οι οποίοι είναι προκατειλημμένοι μεταξύ των δι' αυτά, αν τύχη να ιδούν κηρίνας απομιμήσεις είτε εις τας θύρας είτε εις το σταυροδρόμι είτε εις τα μνήματα των γονέων των, και να τους παρακινήση να περιφρονούν όλα αυτά χωρίς να έχουν σαφή ιδέαν δι' αυτά.
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Νόμοι και Επινομίς Το πιο ώριμο από τα έργα του Πλάτωνος, σε δώδεκα βιβλία. Ο διάλογος, στον οποίο δεν παρουσιάζεται πια, διδάσκοντας ή ελέγχοντας, ο Σωκράτης, μα κάποιος ανώνυμος Αθηναίος, δηλαδή ο Πλάτων, διεξάγεται κατά το διάστημα μιας πορείας από την Κνωσσό ως το άντρο του Διός: μιας ημέρας. Στον διάλογο παίρνουνε μέρος ο Λακεδαιμόνιος Μέγιλος, και ο Κρητικός Κλεινίας, που εκπροσωπούν τα δύο περιφημότερα αρχαία πολιτεύματα, το μινωικό και το σπαρτιατικό. Εδώ δε θα συναντήσουμε περιγραφές χαρακτήρων και επεισόδια, κάθε συζητητής παρουσιάζεται απλά σαν εκπρόσωπος μιας ωρισμένης θεωρίας, για να διατυπωθή τελικά η ώριμη φιλοσοφική αντίληψη του Πλάτωνος σε πολιτικό σύστημα, επιδεχτικό εφαρμογής. Η «Επινομίς», αποτελώντας συνέχεια των «Νόμων» είναι ταυτόχρονα και μια επεξήγησή τους συχνά. Μεταφραστής ο Κ. Ζάμπας. Τόμοι τέσσερις.
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
1) Το θέμα τούτο συζητείται ευρύτατα εις τον «Πολιτικόν».
2) Τοιαύτη περίπου και η νεωτέρα θεωρία του Λαπλάς περί σχηματισμού των ουρανίων σωμάτων.
3) Ησίοδος Έργ. 300 — 304.
4) Οδυσσείας τ 43.
5) Ιδέ «Επινομίδα».
6) Τους τοιούτους ανθρώπους χαρακτηρίζει συνήθως η υγεία της καρδίας και σωματική ευρωστία.
7) Νόμος του Σόλωνος· ιδέ και σελ. 60.