The Project Gutenberg eBook of Πέρσαι
Title: Πέρσαι
Author: Aeschylus
Translator: I. Zervos
Release date: April 9, 2012 [eBook #39409]
Most recently updated: January 28, 2020
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
έχει.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Π Ε Ρ Σ Α I
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΕΡΒΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ
Ο ποιητής της Τραγωδίας.
Ο Αισχύλος, ο μέγιστος τραγικός εγεννήθηκεν εις την Ελευσίνα το 525
π. χ. από αρχοντικόν αρχαιότατον γένος. Είχεν ανατροφήν και μόρφωσιν
επιμελημένην, ώστε η ποιητική του μεγαλοφυία επρόφθασεν ενωρίς να
φανερωθή και ήτον είκοσι πέντε χρόνων ότε συναγωνίσθη με τους
ονομαστούς δραματοποιούς Πρατίναν και Χοιρίλον, χωρίς όμως να νικήση.
Άνδρα τον ευρήκαν οι Μηδικοί πόλεμοι — πολεμιστήν ηρωικόν εις τον Μαραθώνα, όπου πολλά τ ρ ω θ ε ί ς α π ε κ ο μ ί σ θ η δ ι ά φ ο ρ ε ί ο υ, και εις τους άλλους έπειτα δοξασμένους εναντίον των Περσών αγώνας. Όμοια το καλόν γένος του έβγαλε γενναίους τους αδελφούς του τον Κυνέγειρον που έπεσε μοναδικά αγωνιζόμενος εις τον Μαραθώνα και τον Αμεινίαν που αρίστευσεν ως Τριήραρχος εις την Σαλαμίνα.
Η Τραγωδία προ του Αισχύλου ευρίσκετο εις την αρχήν της. Αι παραστάσεις απετελούντο από θρησκευτικούς ύμνους και πρώτος τότε ο Θέσπις έβαλεν ένα πρόσωπον να ομιλή εις τας διακοπάς των ύμνων. Ο Αισχύλος ελαττώνοντας τα χορικά έβαλε και δεύτερον πρόσωπον, έτσι δε εμορφώθη ο διάλογος, με τον οποίον εγίνετο η αφήγησις της υποθέσεως. Συνάμα, όπως αναφέρουν υστερώτεραι πληροφορίαι, ο Αισχύλος επενόησε πλούσια σκηνικά παρουσιάζοντας ζωγραφίας, μηχανάς, βωμούς, τάφους, σάλπιγγας, φαντάσματα και Εριννύας, ευρήκε δε διά τους ηθοποιούς τον κ ό θ ο ρ ν ο ν, τας χ ε ι ρ ί δ α ς και τα π ρ ο σ ω π ε ί α — τρόπον δηλαδή ενδυμασίας που να παρουσιάζη τους ηθοποιούς μεγαλοπρεπεστέρους· γενικώς και εις κάθε τραγωδίαν συμφωνοτέρους με την υπόθεσιν. Τέλος τα πρόσωπα του χορού από 50 τα περιώρισεν εις 13. Ώστε εμόρφωσε την Ελληνικήν τραγωδίαν όπως αυτή έμεινεν έκτοτε.
Σύμφωνα με την τότε συνήθειαν ο Αισχύλος εις κάθε δραματικόν αγώνα, εις τον οποίον μετείχε, εδίδασκε τρεις τραγωδίας και έν δράμα σατυρικόν. Αι τρεις τραγωδίαι του ήσαν πάντοτε η αφήγησις ενός μόνου μύθου και δι' αυτό από τους γραμματικούς λέγονται τριλογίαι. Έγραψεν 90 τραγωδίας, ως αναφέρουν, εις δε τους δραματικούς αγώνας 13 φοράς ανεκηρύχθη νικητής.
Όμως εκαυχάτο περισσότερον διά τον ηρωισμόν του εις τον πόλεμον παρά διά την υπέροχον ποιητικήν αξίαν του, όπως φανερώνει και το επίγραμμα του τάφου του, που λέγεται ότι το έγραψεν ο ίδιος:
Αισχύλου Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει
μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας
αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι
και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.
Και εις αυτόν όπως εις όλους τους αληθινά υπερόχους η ενέργεια και η τόλμη — ήτοι ο δυνατός χαρακτήρ — υπήρξαν διά την ατομικήν του υπόστασιν πλέον αισθητά παρ' ό,τι η σκέψις, η οποία όμως μόνον όταν υπάρχη δυνατός χαρακτήρ φανερώνεται αληθινά ισχυρά, υψηλή, ωραία και ευγενική — ζωντανευμένη από της φύσεως την αλήθειαν.
Η υπόθεσις της τραγωδίας.
Αντίθετα προς τας άλλας τραγωδίας βασισμένας εις μύθον, οι «Πέρσαι»
έχουν υπόθεσιν πραγματικήν και σύγχρονον, αποτελούν δε ύμνον της
νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσών.
1. Εις την αρχήν χορός επισήμων γερόντων Περσών εξιστορεί το πλήθος του στρατού του Ξέρξου, την ερήμωσιν των Ασιατικών χωρών και τον φόβον αυτού μη καταστραφή ο στρατός.
2. Έπειτα προσφωνεί την Άτοσσαν, μητέρα του Ξέρξου, που τρομαγμένη από όνειρόν της προφητικόν διηγείται αυτό εις τους γέροντας ζητούσα τας συμβουλάς των. Ενώ ο Χορός της λέγει να δεηθή εις τους θεούς δια ν' αποτρέψουν το κακόν έρχεται αγγελιοφόρος, που οδυρόμενος διηγείται την καταστροφήν του στρατού. Η είδησις ότι εσώθη ο Ξέρξης κάμνει την μητέρα του ν' ακούση ησυχώτερα τας λεπτομερείας του ολέθρου εις την Σαλαμίνα. Όταν δε η Άτοσσα αποσύρεται διά να δεηθή εις τους θεούς, ο χορός θρηνεί και φανερώνει φόβον μήπως επαναστατήσουν οι λαοί της Ασίας.
3. Επιστρέφοντας η Άτοσσα με τα χρειαστά προς θυσίαν προσφέρει χοάς εις τον τάφον του Δαρείου, ενώ ο Χορός εγκωμιάζει τον νεκρόν παρακαλώντας αυτόν να φανή δια να συμβουλεύση και βοηθήση τους Πέρσας.
4. Το φάσμα του Δαρείου εμφανίζεται και ακούοντας την καταστροφήν εξηγεί ότι οι θεοί ετιμώρησαν την αλαζονείαν του Ξέρξου, προλέγει ότι διά την ασέβειαν και οι λοιποί, όσοι ευρίσκονται εις την Ελλάδα, Πέρσαι θα καταστραφούν και συμβουλεύει να μη γίνη πλέον πόλεμος εναντίον των Ελλήνων. Ο Χορός ύστερα εξυμνεί τας παλαιάς νίκας του Δαρείου εις την Ασίαν.
5. Τέλος έρχεται ο Ξέρξης με σχισμένην την βασιλικήν πορφύραν, άοπλος και μόνος. Αναγνωρίζει τα σφάλματά του, και οδύρεται μαζί με τον Χορόν των γερόντων, οι όποιοι με το άσμα και με τον χορόν παριστάνουν εκφραστικά την αθλιότητα του βασιλέως.
Τα πρόσωπα της τραγωδίας.
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
ΑΤΟΣΣΑ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΕΙΔΩΛΟΝ [φάσμα)
ΤΟΥ ΔΑΡΕΙΟΥ
ΞΕΡΞΗΣ
Η σκηνή εις τα Σούσα, μέσα εις τον περίβολον του ανακτόρου και
κοντά εις τον τάφον του Δαρείου.
Ι. Ζερβός.
ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΠΕΡΣΑΙ
ΧΟΡΟΣ
Από τους Πέρσας, που έφυγαν για τη χώρα
της Ελλάδος, λεγόμαστε οι πλέον πιστοί
και φύλακες μείναμε στα πλούσια παλάτια τώρα
εκεί που κρύβονται πολλοί θησαυροί.
(1)
Εμάς σαν γεροντότερους έχει τάξει
ο βασιληάς ο Ξέρξης, του Δαρείου ο γυιός,
να επιβλέπουμε της χώρας την τάξι.
Όμως στην ψυχή μας τώρα ο γυρισμός
του αμέτρητου στρατού του βασιλέα
κάποιαν ανησυχία γεννάει βαθειά.
Γιατί της Ασίας όλ' η δύναμι η ακμαία
είναι φευγάτη και απόμεινε κάθε νειά
τον άνδρα της να αποζητάη στο σπίτι,
(2)
κι' ουδέ μας ήρθεν άγγελος κανείς εδώ
πεζός ή ιππέας στων Περσών την πόλι,
από εκείνους που εδώ και τόσον καιρό
ξεκινώντας απ' τα Σούσα εφύγαν
κι' απ' τα Εκβάτανα κι' απ' το Κίσσιο το παληό
κι' άλλοι μ' αλόγατα κι' άλλοι με πλοία επήγαν
κι' άλλοι πεζοί, κάνοντας στρατό πυκνό.
Σαν ο Αμίστρης με το Μεγαβάτη και τον Αρταφέρνη
και ο Αστάσπης, οπού είναι των Περσών αρχηγοί
κι' οπού καθένας πάνω του εξουσία φέρνει,
κι' όλοι τους είναι υπήκοοι του βασιλέα πιστοί
και που στρατό πολύ οδηγώντας ξεκινήσαν,
ιππείς ικανοί και του τόξου σκοπευταί
που τρομεροί και εις την όψι τους ήσαν
κ' εις τον πόλεμον άφοβοι με πείσμα μαχηταί.
Καθώς κι' ο Αρτεμβάρης, που αναγαλλιάζει
γι' άλογα η ψυχή του κι' ο λαμπρός σκοπευτής
ο Ιμαίος κι' ο Σωσθάνης, 'πού δαμάζει
τ' άλογα, ο ξακουστός ιππευτής.
κι' ο Μασίστρης κι' ο Φαρανδάκης και άλλοι,
που ο μέγας Νείλος ο πολυτρόφος έστειλ' εδώ,
ύ Σουσισκάνης, ο Πηγασταγών απ' την Αίγυπτο τη μεγάλη
κι' ο πολύς ο Αρσάμης, που διαφεντεύει το ναό
της ιερής Μέμφιδος, κι' ο Αριόμαρδος, που ορίζει
της πανάρχαιες Θήβες κι' αυτοί που κατοικούν
εκεί που της χώρες το νερό της πλημμυρίζει —
όλοι τους ναύται φοβεροί, που αδύνατο να μετρηθούν.
Ακολουθούν των τρυφηλών Λυδών τα πλήθη
και κάθε άλλο έθνος, που πλέον βαθειά
στη στεριά της Ασίας εγεννήθη,
που ο Μητρογάθης και ο Αρκτεύς με παλληκαριά
τους οδηγούν — του βασιλέα υπήκοοι φίλοι —
κι' οπού οι πλούσιες Σάρδεις μ' άρματα πολλά
σε διπλούς στίχους και τριπλούς τους έχουν στείλη
(3)
— στην όψι τους όλοι φοβεροί και στη θωριά.
Κ' εκείνοι που μένουν κοντά στον ιερό τον Τμώλο,
ο Μάρδων κι' ο Θάρυβις, καυχηθήκαν λογχισταί ισχυροί
πως το Ελληνικό γένος θα το σκλαβώσουν όλο.
Κοντά τους πήγαν κ' οι ακοντισταί οι Μυσοί.
Συμμάζεμα λαών σαν φουσκοθαλασσιά μεγάλη
(4)
ξαπόστειλε κ' η Βαβυλών, οπού έχει θησαυρούς
άλλους σε πλοία μέσα κι' άλλους πάλι
πεζούς, τοξότες όλους διαλεκτούς.
Κι' απ' όλης της Ασίας κάθε λαόν άλλο
κι' από κάθε μια πολεμική γενειά
ακολουθούσαν φοβεροί τον βασιλέα το μεγάλο
όλοι τους αρματωμένοι με σπαθιά.
Τέτοιος έφυγε ανθός απ' την Περσική χώρα,
άνδρες που ολάκαιρη της Ασίας η γη
τους έθρεψε και τους αποζητάει τώρα,
κι' οπού γονειοί, γυναίκες με θλιμμένη ψυχή
τους προσμένουν στενάζοντας· και με τρομάρα
βλέπουν της μέρες μάταια να περνούν.
Κι' όσ' ο καιρός διαβαίνει, τόσο με λαχτάρα
αυτούς που μακρυά βρίσκονται τους καρτερούν.
Στροφή Α'.
Έτσι ο στρατός του βασιληά
ο καστροπολεμίτης τώρα
εις τη γειτονική τη χώρα
επέρασε κατ' αντικρύ
πάνω σε πλοία αραδιασμένα,
κι' όλα μαζί σχοινοδεμένα.
Κ' έτσι της Έλλης τον πορθμό
(5)
που ήταν του Αθάμα θυγατέρα,
ο στρατός διάβη. Κ' ένα ως πέρα,
γεφύρι απλώνοντας γερό
με ξύλα καλοκαρφωμένα
εις της θαλάσσης τον αυχένα
εταίριαξέ το ωσάν ζυγό.
Αντιστροφή Α'.
Και της Ασίας ο πολεμικός
ο άρχοντας κοπάδι ανθρώπους
στους εχθρικούς εκείνους τόπους
από δυο δρόμους οδηγεί.
Γιατί ακλουθούν άλλοι σιμά του
κι' άλλοι στα πλοία τα δικά του
σύμφωνα πλέουν κατά εκεί.
Εις τους τρανούς του στρατηγούς,
οπού σκληροί είναι, καυχιέται
ο άνδρας αυτός, οπού λογιέται
ωσάν θεός κι' από γενιά
χρυσόγονη έχει γεννηθή.
(6)
Στροφή Β'.
Τα μάτια του αστραποβολάν
όπως του δράκοντα το βλέμμα
όπου διψάει για αίμα.
Κ' έχει βραχίονες αυτός
αμέτρητους στη διαταγή του.
Κι' άρχοντας είναι αμετρήτου
πλήθους ναυτών.
Το Σύριον άρμα του οδηγώντας
με Άρη τοξότη ξεκινώντας
τους στρατιώτες του οδηγεί
να πολεμήσουν με τα τόξα
άνδρας, που απόκτησαν τη δόξα
σαν λογχισταί.
(7)
Αντιστροφή Β'.
Κι' ούτε κανείς πολεμιστής
και με κανένα ποτέ τρόπον
αυτό το ρεύμα των ανθρώπων,
που ωσάν της θάλασσας τρανό
κύμα κι' ανίκητο έχει ορμήσει,
θα ημπορούσε να εμποδίση
μπροστά του υψώνοντας φραγμούς.
Στροφή Γ'.
Όμως και ποιος τάχα θνητός
κάθε θεού δολερή σκέψι
θα πρόφθανε να την προβλέψη!
(7α)
Και ποιος ποτέ του θα ημπορούσε
με γοργό πόδι να επηδούσε
μακρυά από δόλο θεϊκό;
Αντιστροφή Γ'.
Η τέτοια του θεού βουλή
μας δείχνεται σαν καλωσύνη
ως που σε δίχτυα της μας κλείνει
πλεγμέν' από της συμφορές.
Κι' όταν σ' αυτά μέσα μπλεχθούμε
αδύνατο να λυτρωθούμε
εμείς οι άμοιροι θνητοί.
Στροφή Δ'.
Όμοια είναι βούλημα παληό
από θεούς ταγμένο
κ' είναι της Μοίρας γραμμένο
και ριζικό
σε πόλεμο πάντα τους νάναι
οι Πέρσαι κάστρα να κτυπάνε
που θα παρθούν
(8)
και να ορμούν οπού κι' αν λάχη
σε ανήμερη με άλογα μάχη
σε κάθε αγώνος κλονισμό
κι' όπου κι' αν μέλεται καμμία
να ρημαδιάξη πολιτεία
και να σβυστή.
Αντιστροφή Δ'.
Άτρομα εμάθαν
(9)
να θωρούν
τα κύματα που δάσος μοιάζουν
όταν στο πέλαγο ανταριάζουν
απ' των άνεμων την ορμή,
και να εμπιστεύωνται σε ξάρτια
και σε σχοινιά και σε κατάρτια
(10)
των πλοίων που ποντοπορούν.
Στροφή Α'.
Αυτά, με πέπλο τώρα πόνου
μαυροφορώντας την ψυχή,
(11)
γεννούν στο νου μου ταραχή.
Το «Αλλοίμονό μου
(12)
πάει ο Περσικός στρατός!»
μην ακουσθή σαν κοπετός
από τα έρημα τα Σούσα.
Αντιστροφή Α'.
Κι' από το Κίσσιο μια φωνή
μην ακουσθή όμοια τρανή
κι' αντιλαλούσα.
Κι' «αλοίμονό μου!»
μη πουν γυναίκες με οδυρμό
σχίζοντας πέπλα με καϋμό
και με μανία πόνου.
Στροφή Β'.
Γιατί οι άνδρες πήγαν όλοι
με το στρατάρχη τους μαζί,
πλήθος ιππέων και πεζοί
απ' της Ασίας κάθε πόλι,
περνώντας το γεφυρωμένο
κι' από της δυο μεριές στενό,
σαν μελισσών σμήνος πυκνό,
για να βρεθούν σε τόπο ξένο.
Αντιστροφή Β'.
Κι' από των γυναικών τη θλίψι
θερμό το δάκρυ πλημμυρεί
την κλίνη τη συζυγική·
γιατί τον άνδρα — που έχει λείψει
τώρα στα ξένα — μόνη
κάθε Περσίδα αποζητά
κι' απ' την αγάπη λαχταρά
κι' από τον πόθο λυώνει.
Όμως εμπρός, ω Πέρσαι, ας μαζευθούμε
κοντά στο αρχαίο παλάτι εκεί
(13)
γιατί με γνώσι πρέπει να σκεφθούμε
κι' όπως η περίστασις το καλεί
πώς να βρίσκεται ο βασιλιάς τώρα
ο Ξέρξης του Δαρείου το παιδί,
που του προγόνου του τώνομα
(14)
όλ' η χώρα
επήρε το η δική μας και η φυλή.
Κ' εις εμάς τώρα να κρίνουμε ανήκει
ποιο από τα δυο; του δοξαριού η βολή
παίρνει στον πόλεμο τη νίκη
ή της δυνατής λόγχης η αιχμή;
Αλλά κατά εδώ βλέπω να προβάλη
φως όμοιο με βλέμμα θεϊκό.
Η μητέρα φθάνει του βασιλιά η μεγάλη
που ωσάν βασίλισσα την προσκυνώ.
Και όλοι μας ως ο νόμος προστάζει
με λόγια τρισευγενικά
να την υποδεχθούμε εδώ ταιριάζει.
Χαίρε, ω βασίλισσα σεπτή
η πρώτη απ' της Περσίδες
του Ξέρξου η μάννα η σεβαστή,
που τον Δαρείο συ είδες
γι' άνδρα — των Περσών θεό —
κ' είχες τον έτσι ταίρι
κι' οπού θεόν όμοια είχες γυιό . .
Αν και καλά — ποιος ξέρει;
μήπως της τύχης η παληά
άλλαξε πλέον η γνώμη
και τον στρατό μας δεν βοηθά
στον κάθε πόλεμον ακόμη.
ΑΤΟΣΣΑ
Γι' αυτό κι' εγώ φεύγοντας απ' το παλάτι
το χρυσοστόλιστο και τον κοιτώνα, που ήτο
και του Δαρείου και δικός μου ήρθα εδώ πέρα
γιατί κ' εμένα την καρδιά ταράζει ο φόβος
— και μάλιστα γι' αυτό θα ειπώ σας, φίλοι,
κάποιο μου λόγο, που του νου δεν είναι
γέννα, ουδέ του φόβου του ιδικού μου —
(15)
Μην τάχα μια κακή μεγάλη τύχη
με πόδι δολερό ρίχνοντας χάμω
του Δαρείου τη δύναμι, που με βοήθεια
κάποιου θεού απόκτησεν εκείνος,
ξάφνου εις τη σκόνη τώρα την κυλίση,
σαν παλαιστή, που νικημένος έχει πέσει.
Κ' έτσι έχω στο νου μου διπλήν έγνοια
που αδύνατο να ιστορηθή με λόγια,
πως κάθε ανδρός η δύναμι δεν λάμπει
στον κόσμο, όσο το αξίζει, χωρίς πλούτη
και πάλι πως τα πλούτη δεν τιμάει ο κόσμος
σα δεν τα κυβερνάει κανείς άνδρας.
Έτσι κι' αν τα πλούτη μας ακέραια είναι
όμως για του σπιτιού το μάτι έχω το φόβο
— και μάτι εγώ πως είναι λογαριάζω
στο σπίτι η παρουσία του άρχοντά του.
Για όλ' αυτά, που όπως σας τα είπα είναι
δόστε μου συμβουλές εσείς, πιστοί μου,
ω Πέρσαι γηραιοί, γιατί από σας προσμένω
την πειό καλή πάντα ν' ακούσω γνώμη.
ΧΟΡΟΣ
Γνώριζέ το εσύ, βασίλισσα της χώρας,
και δυο φορές δεν είναι ανάγκη να στο ειπούμε,
είτε με λόγο είτε με πράξι εμείς μπορούμε
θα είμαστε πρόθυμοι οδηγοί δικοί σου.
και στην περίστασι σου τώρ' αυτή συμβούλους
καλείς που σ' αγαπούν στ' αλήθεια.
ΑΤΟΣΣΑ
Ονείρατα στον ύπνο μου εγώ βλέπω
πάντα πολλά, αφ' όταν, το στρατό του
στέλλοντάς τον εις των Ιώνων τη χώρα,
μαζί του εξεκίνησε κι' ο γυιός μου ο ίδιος
τον τόπο εκείνο θέλοντας να υποδουλώση.
Όμως δεν είχα ιδή ποτέ μου ως τώρα
όνειρο τόσο ζωντανό σαν τούτο
που εφάνη μου την περασμένη νύκτα.
Κι' άκουσε να στο ιστορήσω τώρα.
Δύο γυναίκες — λέγει — καλοφορεμένες
εμπρός μου εφανερώθηκαν στον ύπνο
η μια με πέπλους Περσικούς πλούσια ντυμένη
(16)
κ' η άλλη με ανοικτό των Δωριέων χιτώνα.
(17)
Ψιλότερες από της τωρινές γυναίκες
είχαν αληθιν' αψεγάδιαστη ωραιότη
Κ' εφαίνοντο αδελφές από το ίδιο να είναι γένος.
Κ' εκατοικούσαν όπως ώρισεν η τύχη
η μία — λέει — στα μέρη της Ελλάδος
κ' η άλλη στη βαρβαρική τη χώρα.
Κ' εφάνη μου πως είδα την στιγμήν εκείνη
οι δύο τους να πιάνωνται στα χέρια
και πως ζυγώνοντας ο γυιός μου της κρατούσε
κι' αγωνιζότουν να της ησυχάση,
ως που της έζεψε στο άρμα το δικό του
αντάμα και της δυο και χαλινάρια
τους έβαλεν απ' τον αυχένα των στο στόμα
(18)
.
Κ' η μια σαν να εκαμάρωνε για το στολίδι
με υπακοή στομώνοντας το χαλινάρι,
όμως η άλλη σπαρταρούσε, ως που μ' αγώνα
συντρίβοντας το άρμα με τα χέρια,
ορμητική, αχαλίνωτη το παρασύρει
σπάζοντάς του κ' εις τη μέση το τιμόνι·
ο γυιός μου χάμω από το άρμα πέφτει
κ' εκεί επαράστεκε ο πατέρας του ο Δαρείος,
θλιμμένος σαν να εσυμπονούσε το παιδί του·
κι' όταν έτσι τον αγνάντεψεν ο Ξέρξης
σχίζει τους πέπλους από 'πάνωθέ του.
Αυτά είδα στ' όνειρό μου χθες την νύχτα
κι' όταν σηκώθηκα απ' την κλίνη και τα χέρια
εις το τρεχάμενο έπλυνα νερό της βρύσης
(19)
επήγα εις το βωμό κρατώντας δώρα
θυσία εις τους θεούς να τα προσφέρω,
από κακό μελλάμενο να μας φυλάξουν.
Όμως ξάφνου έν' αετό κατατρεγμένο
θωρώ να πέφτη στο βωμό του Φοίβου.
Ο φόβος
(20)
μ' άφηκε βουβή την ώρα εκείνη·
κ' ένα γεράκι ύστερα ξεφτέρι
(21)
βλέπω
ολόισα πετώντας μ' ανοικτές φτερούγες
να ρίχνεται του αετού και με τα νύχια
να του μαδάη πεισματικά την κεφαλή του,
έτσι που ο αετός κουρνιάζοντας με φόβο
χωρίς αντίσταση άφηνε το κορμί του.
Αυτά εγώ τα φοβερά στον ύπνο μου είδα
και σεις ακούστε τα· γιατί γνωρίζει
καλά καθένας σας πως αν ο γυιός μου
στον πόλεμον νικήση ξακουστός θα γίνη,
κι' αν αποτύχη πάλι κανενός δεν έχει
να δώση λόγο για τα έργατά του,
ώστε φθάνει ο ίδιος να σωθή και βασιλέας
πάντα του θάναι εις αυτήν εδώ τη χώρα.
ΧΟΡΟΣ
Δεν θέλομε, ω μητέρα, εμείς·
ούτε μεγάλο φόβο ούτε και θάρρος
να σου δώσουν τα δικά μας λόγια.
Κάλλιο προς τους θεούς να καταφύγης
(22)
και για ό,τι κακόν εις τώνειρό σου είδες
ζήτησέ τους απ' αυτό να σε γλυτώσουν
αφήνοντας μονάχα όλα τα καλά
να ξεδιαλύνουν για τ' εσέ και το παιδί σου
και για την πόλη και τους φίλους σου όλους.
Ύστερα χρέος σου είναι και σπονδές να κάμης
εις τη γη κ' εις τους νεκρούς· κι' ακόμα
τον Δαρείο τον άνδρα σου, που ως είπες
είδες στον ύπνο απόψε, παρακάλεσέ τον
να στείλη αυτός από της γης τα βάθη
κάθε καλό εις το φως για σε και το παιδί σου,
κι' ό,τι εναντίον εις τα καλά σας είναι
εις τα κατάβαθα της γης ν' αφανισθή
μέσ' στα σκοτάδια. Έτσι ο νους μου
για σε τώρα μαντεύοντας ευρήκε
αυτά καλόβολα
(23)
να συμβουλεύση·
και κρίνω πως ό,τι κι' αν λάχη
θα βγουν προς το καλό σου πάντα.
ΑΤΟΣΣΑ
Έτσι των ονείρων μου εσύ πρώτος
καλόγνωμος εξηγητής μου ξεδιαλύνεις
πως σε καλό θα βγουν αυτά για το παιδί μου
και για το σπίτι μου. Ο θεός να δώση!
Κ' εγώ θυσίες, όπως ώρισες να γίνουν,
θα κάμω εις τους θεούς κ' εις τους νεκρούς μου
αμέσως που επιστρέψω στο παλάτι.
Όμως, ω φίλοι, επιθυμώ πολύ να μάθω
σε ποιο του κόσμου μέρος είν' αι Αθήναι.
ΧΟΡΟΣ
Κατά τη Δύση πέρα, εκεί που βασιλεύει ο Ήλιος.
ΑΤΟΣΣΑ
Κι' αυτήν την πόλη ωρέχθηκε να πάρη ο γυιός μου;
ΧΟΡΟΣ
Γιατί έτσι ολάκαιρ' η Ελλάς θα ήτο δική του.
ΑΤΟΣΣΑ
Έχουν στρατό πλήθος πολύ κ' εκείνοι;
ΧΟΡΟΣ
Έχουν τέτοιο στρατόν, οπού ως τα τώρα
πολλά κακά εις τους Μήδους έχει κάμει.
ΑΤΟΣΣΑ
Στο χέρι τους τι λογής όπλο λάμπει;
Μήπως το βέλος που απ' το τόξο φεύγει;
ΧΟΡΟΣ
Όχι· δόρατα κρατούν για μάχη
από κοντά, και οπλισμό με ασπίδα
(23α)
ΑΤΟΣΣΑ
Μαζί με αυτά τι άλλο; πλούτη έχει ο τόπος;
ΧΟΡΟΣ
Κάποιαν έχουν εκεί πηγήν αργύρου
(24)
,
θησαυρόν που απ' τα σπλάχνα της γης παίρνουν.
ΑΤΟΣΣΑ
Και ποιος της χώρας ηγεμόνας είναι
και σαν αφέντης τον στρατόν ορίζει;
ΧΟΡΟΣ
Κανενός δεν λέγονται αυτοί δούλοι
ούτε κ' υπήκοοι
(25)
είναι κανενός ανθρώπου.
ΑΤΟΣΣΑ
Και πώς θα ημπορούσαν να πολεμήσουν έτσι
τους εχθρούς που θάρχονταν να τους κτυπήσουν;
ΧΟΡΟΣ
Έτσι όπως εξέκαμαν και του Δαρείου
τόσον πολύ στρατό και διαλεγμένο.
ΑΤΟΣΣΑ
Άσχημα λόγια λες, που των ξενιτεμμένων
τα γονικά
(26)
σ' έγνοια μπορεί να βάνουν.
ΧΟΡΟΣ
Όμως, λογιάζω, γρήγορα θα μάθης
όλα καταλεπτώς
(27)
, γιατί του ανθρώπου,
που τρέχει κατά εδώ, το βήμα του είναι
περσικόν, όπως καθένας βλέπει,
κι' αυτός θα φέρνη τώρα να σου αγγείλη
είτε καλόν είτε κακό κανένα πράγμα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ω πολιτείες της Ασίας όλης
(28)
,
ω χώρα Περσική — μεγάλου πλούτου
λιμάνι — πώς εξωλοθρεύθη
με ένα κτύπημα τόσο μεγάλος πλούτος
και πώς το άνθος των Περσών εχάθη χάμω!
Αλλοί μου! είν' άσχημο να πρωτοαγγείλω
συμφορές· όμως ανάγκη, ω Πέρσαι,
τη δυστυχία μας όλη να ιστορήσω,
γιατί ο στρατός εχάθη των βαρβάρων όλος.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή Α'.
Φριχτό, φριχτό είναι το κακό
(29)
κι' ακοίμητο γεννά καϋμό
Αλλοίμονό μου!
Με δάκρυα, Πέρσαι, φλογερά
κλάψτε γι' αυτή τη συμφορά.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έτσι όλα εχάθηκαν 'κεί κάτω
κ' εγώ ανέλπιστα τον ήλιο της πατρίδας βλέπω.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή Α'.
Επαρατράβηξε πολύ
σ' εμάς τους γέρους η ζωή
(30)
που ακόμα εμέλλετο να ζούμε
αυτήν απάντεχα ν' ακούμε
τη συμφορά.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όντας παρών ο ίδιος κι' όχι απ' άλλους
ακούοντας, ω Πέρσαι, θα ιστορήσω
τι συμφορές επάθαμε μεγάλες.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή Β'.
Ωιμέ
(31)
. Απ' της Ασίας τη γη
πλήθος βέλη μάταια εφύγαν
κ' εις την γη την εχθρική
της Ελλάδος επήγαν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Από νεκρούς που ελεεινά εχαθήκαν
είναι γεμάτες οι ακτές της Σαλαμίνος
κι' όλος ο τόπος εκεί πέρα γύρω.
ΧΟΡΟΣ
Αντιστροφή Β'.
Ωιμέ, ως το λες ήτον
όλοι δικοί μου αυτοί,
που απέθαναν και το κορμί των
η θάλασσα τώρα κρατεί
και με ναυάγια το σέρνει
στα βράχια και το παραδέρνει
(32)
.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κανένα όφελος δεν έφεραν τα τόξα
και ο στρατός μας επήγε όλος χαμένος
γιατί τον σύντριψαν τα έμβολα των πλοίων.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή Γ'.
Βγάλετε
(33)
όλοι μια φωνή
του πένθου μας τώρα τρανή
και των Περσών τέτοιο χαμό
θρηνήσατέ τον με οδυρμό
που όλα σε κακό μας βγήκαν
και τον στρατό μας αλλοί! ευρήκαν
ολέθριες οι συμφορές.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ω πολυμίσητο όνομα της Σαλαμίνος,
βαρυστενάζω όταν θυμάμαι τας Αθήνας.
ΧΟΡΟΣ
Απαίσια φοβερές είναι
για μας τους δόλιους αι Αθήναι
(34)
.
Ποτέ απ' το νου μου δεν θα βγουν
γιατί σε ορφάνια θα βρεθούν
πολλές Περσίδες με καϋμό
χήρες απ' άνδρα ή χώρις γυιό.
ΑΤΟΣΣΑ
Τόσην ώρα σιωπώ η δυστυχισμένη·
τα δεινά τόσο πολύ μ' έχουν ζαλίση
(35)
.
Γιατ' είν' αλήθεια τόση η συμφορά μας
που ούτε να ειπώ μπορώ ούτε να ρωτήσω.
Όμως οι άνθρωποι ανάγκη να υποφέρουν
τις δυστυχίες, οπού οι θεοί τους δίνουν
(36)
.
Και τώρα ησυχάζοντας εσύ την ταραχή σου,
αν και σωστά βαρυγνωμάς για το κακό μας,
ειπέ μας, την καταστροφή ιστορώντας,
ποιος δεν απέθανε και για ποιον πρέπει
να κλάψωμεν από τους άρχοντάς μας
(37)
οπού ορισμένοι να κρατούν τα σκήπτρα
της αρχηγίας, αφήκαν το στρατό τους
ακέφαλο, πεθαίνοντας στη μάχη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ατός του ο Ξέρξης ζη και το φως βλέπει.
ΑΤΟΣΣΑ
Ο λόγος σου ένα φως φέρνει μεγάλο
εις το δικό μου το παλάτι κι' άσπρη μέρα
μας έρχεται ύστερ' από νύχτα μαύρη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όμως ο Αρτεμβάρης, οπού ηγεμόνας ήτον
πάνω σε ιππείς δέκα χιλιάδες, εσκοτώθη
κοντά εις τας Σιληνίας στου γιαλού τα βράχια
(38)
και τον χιλίαρχο Δαδάκη απ' το καράβι
τον εξετίναξ' ένα κτύπημα της λόγχης.
Κι' ο ανδρειότερος απ' τους Βακτρίους ο Τενάγων,
που από γένος είν' εντόπιο, παραδέρνει
κοντά στη θαλασσόδαρτη του Αίαντος νήσο
(39)
.
Κι' ο Λίλαιος κι' ο Αρσάμης κι' ο Αργήστης τρίτος,
κάπου εκεί κοντά στο περιστεροτρόφο
το νησί, από τα κύματα φερμένοι,
κτυπάν πάνω στις πέτρες το κεφάλι.
Κι' ο Αρκτεύς, οπού κοντά εις του Νείλου
τις πηγές εκατοικούσε κι' ο Αδεύης,
και ο Φαρνούχος, που είχε Λυδικήν ασπίδα,
κι' οι τρεις από το ίδιο πλοίο έχουν πέσει.
Και του μυριόνταρχου του Μάταλλου απ' την Χρύση,
οπού ιππείς τριάντα χιλιάδες ωδηγούσε
άλλαξ' η όψη του και τα πυρά τα γένεια
τα πολύπυκνα στο αίμα του εβαφτήκαν,
κι' ο Μάγος Άραβας κι' ο Αρτάμης απ' τα Βάκτρα
κι' αυτός ξενιτεμμένος 'κει στη χώρα
τη σκληρή, τον θάνατό του ευρήκε.
Κι' ο Άμηστρις κι' ο Αμφιστρεύς, οπού το δόρυ
το πολύμοχθο στο χέρι του εκρατούσε
κι' ο ξακουστός Αριόμαρδος, οπού τας Σάρδεις
έκαμε να πενθήσουν, κι' ο Σεισάμης
ο Μύσιος κι' ο Θάρυβις που ηγεμόνας
ήτο σε διακόσια και πενήντα πλοία
εκείνος ο ώμορφος ο άνδρας απ' τη Λύρνα,
οικτρά ο άμοιρος στη μάχην εσκοτώθη.
Κι' ο Συέννεσις, ο πρώτος στην ανδρεία,
των Κιλίκων ο άρχοντας, που μόνος
πολεμώντας εξολοθρευμό μεγάλο
έκαμε στους εχθρούς κι' αυτός εχάθη,
πέφτοντας εις τη μάχη δοξασμένα.
Από τους αρχηγούς μας, οπού τέτοιοι ήσαν,
γι' αυτούς μόνο θυμάμενος σας είπα
κι' από τις τόσες δυστυχίες, που μας ήρθαν
ολίγες μόνο εγώ σας αναγγέλλω.
ΑΤΟΣΣΑ
Αλλοί! τις πιο μεγάλες συμφορές ακούω
που δίνουν εντροπή στους Πέρσας
και μυρολογιοΰ ξεφωνητά
(40)
μας φέρνουν.
Όμως ξαναγυρίζοντας στη διήγησί σου
πες μας πόσα ήσαν τα ελληνικά τα πλοία
για να τολμήσουν με τα έμβολά των
να κάμουν μάχη με τον Περσικό το στόλο.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν το πλήθος πάντοτ' έφερνε τη νίκη,
γνώριζε πως θα νικούσε ο στόλος των βαρβάρων
γιατ' είχαν μόνο οι Έλληνες τρακόσια πλοία
και ξέχωρ' απ' αυτά δέκα άλλα μόνο
(41)
.
Ενώ τα πλοία που ωδηγούσε ο Ξέρξης
ήσαν, όπως το ξέρω, μια χιλιάδα
κι' από αυτά ξεχώριζαν στη γρηγοράδα
δυο φορές εκατό κ' επτά ακόμα.
Αυτ' ήτον η αναλογία
(42)
. Θαρρείς τάχα
πως θενά εχάναμε τη μάχην έτσι;
Όμως κάποιος δαίμονας κακός, της τύχης
τη ζυγαριά βαρύνοντας απ' τώνα μέρος
(43)
,
εκατάστρεψ' έτσι το στρατό μας. Και την πόλη
της Παλλάδος οι θεοί την σώζουν.
ΑΤΟΣΣΑ
Ώστε όπως λες απόρθητ' είναι
των Αθηνών η πόλη;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γιατί τείχος
άπαρτο δικό της είναι οι άνδρες.
ΑΤΟΣΣΑ
Και ποιος αρχίνησε τη μάχη; πες μου
ποιος απ' τους δύο; οι Έλληνες πρώτοι
τη μάχη άρχισαν ή ο γυιός μου
στο πλήθος των πλοίων του θαρρώντας;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Άρχισε, ω δέσποινα, το κακόν όλο
κάποιος ολέθριος ή κακός δαίμων
π' άγνωστον είναι από πούθ' εφάνη.
Γιατί απ' των Αθηναίων το στρατό ένας άνδρας
Έλληνας ερχόμενος είπε του γυιού σου
του Ξέρξη αυτά: Πως άμα η νύχτα
πλακώση με το μελανό της πέπλο
οι Έλληνες πλέον δεν θα εμέναν
αλλά πηδώντας στα καθίσματα των πλοίων
θα ζητούσαν ο καθένας με κρυφή φευγάλα
όπου μπορούσαν τη ζωή να σώσουν
(44)
.
Κι' όταν εκείνος τάκουσεν αμέσως,
το δόλο του Έλληνος μη βάνοντας στο νου του
ουδέ τον φθόνο των θεών, προσταγή τέτοια
εις όλους τους ναυάρχους δίνει.
Μόλις ο φλογερός ο ήλιος πάψη
τη γη με της αχτίνες του να καίη
κ' εις τα αιθέρια πλάτη το σκοτάδι
απλωθή
(45)
, σε τρεις γραμμές να βάλουν,
τη μια πίσω στην άλλη, πυκνά πλοία
και με τα υπόλοιπα ολόγυρα τη νήσο
του Αίαντος να περιζώσουν και το διάβα
και τα στενά τα θαλασσόδαρτα
(46)
να πιάσουν,
ορίζοντας πως αν οι Έλληνες γλυτώναν
τον κακό τους θάνατο με το να φύγουν
κρυφά από κανένα μέρος, όλοι τότε
οι στρατηγοί θα έχαναν το κεφάλι.
Αυτά χαρούμενος τους είπε εκείνος
μη γνωρίζοντας πως οι θεοί το μέλλον
το είχαν ορίσει. Κι' όλοι τότε
οι στρατηγοί χωρίς καμμιά αταξία
και πειθαρχικά ετοίμαζαν το δείπνο
και κάθε ναύτης έδενεν εις το σκαρμό του
το κολοτράβηχτο
(47)
κουπί. Κι' όταν του ήλιου
το φως βασίλεψε κ' ήλθεν η νύχτα
κάθε διαφεντευτής κουπιού
(48)
στο πλοίον
έμπαινε καθώς και κάθε οπλίτης·
κ' η μια μακρυά παράταξη των πλοίων
την άλλην ακλουθούσε κι' όλοι επλέαν
ο καθένας στη γραμμή την ωρισμένη
κι' όλην τη νύχτα οι αρχηγοί των πλοίων
εκράτησαν στο πόδι όλους τους ναύτες.
Κ' η νύχτα επροχωρούσεν, αλλά των Ελλήνων
πούποτε ο στρατός δεν εφαινότουν
για κρυφή να ετοιμάζεται φευγάλα.
Κι' όταν ασπριδερή
(49)
επρόβαλεν η 'μέρα
κάνοντας καλοφώτιστη τη γη όλη
πρώτα-πρώτα εβοϋυσε των Ελλήνων
κραυγή, που ακούσθη ωσάν τραγούδι
και που την μυριαπόδωκε των βράχων
του νησιού ο αντίλαλος· τρομάρα
άρπαξεν όλους τους βαρβάρους, που η ελπίδα
η δική του σφαλερή αποδείχθη.
Γιατί ένα τακτικό παιάνα τότε
(50)
οι Έλληνες δεν τραγουδούσαν για να φύγουν,
αλλά με θάρρος ψυχερό σε μάχη ορμώντας·
κ' η σάλπιγγα με τον οξύ της ήχον
πιο πολύ τα εκόρωνε όλα εκείνα.
Κι' αμέσως με το πρόσταγμα αρπώντας
τα πολύρροχθα κουπιά αυτοί εκτυπούσαν
το βαρύηχο πέλαγος με τάξη
(51)
ώστε όλοι γρήγορα εφάνηκαν εμπρός μας.
Πρώτα το δεξιό κέρας προχωρούσε
με ησυχία και τάξη· κατόπι ο άλλος
ο στόλος προχωρούσεν όλος κι' ακουότουν
βουή πολλή ολούθε: «ω παίδες
των Ελλήνων προχωρείτε, την πατρίδα
ελευθερώνετε, παιδιά, γυναίκες,
και τα ιερά των πατρικών θεών μας
(52)
και των προγόνων λευθερώνετε τους τάφους·
σήμερα ο αγώνας μας είναι για όλα».
Και τότε η αχλαλοή η δική μας
στην Περσική τη γλώσσαν
(53)
απαντούσε
γιατί καιρός χρονοτριβής δεν ήταν πλέον.
Σύντομα δ' ένα πλοίο κτυπά έν' άλλο
με το χάλκινο έμβολο. Και ήταν
Ελληνικό το πλοίο, που πρώτο
ορμώντας με το έμβολο τσακίζει
τακροστόλια
(54)
ενός πλοίου των Φοινίκων.
Κι' άλλος ωρμούσεν εναντίον άλλου πλοίου
(55)
.
Και μ' όλ' αυτά εις την αρχή το ρεύμα
του Περσικού στρατού αντοχήν είχε.
Μα όπως σ' ένα στενό ο σωρός των πλοίων
ήταν μαζεμένος, συναμεταξύ τους
τα πλοία μας έσπαζαν τα κουπιά τους
και μόνα τους με τα χαλκόστομα έμβολα εχτυπιώνταν
και βοήθεια να δώσουν το ένα στ' άλλο
δεν ήταν δυνατό· και τα πλοία τότε
τα ελληνικά, σύγκαιρα όλα ορμώντας
ολόγυρα, κτυπούσαν
(56)
τα δικά μας πλοία
κι' αναποδογυρίζοντας έτσι τα βυθίζουν,
κι' ουδέ τη θάλασσα να ιδή κανείς μπορούσε,
τόσον από ναυάγια και νεκρούς ήταν γεμάτη.
Και του 'γιαλού οι ξέρες είχαν πλήθος
νεκρούς
(57)
και κάθε πλοίο των βαρβάρων
ωρμούσε εις άτακτη φύγη κωπηλατώντας —
όλος ο στόλος των βαρβάρων έφευγ' έτσι.
Κ' εκείνοι όμοια με παλαμίδες κι' άλλο
κανένα ψάρι του διχτύου
(58)
μας εβαρούσαν
και μας ερράχιζαν με τα κουπιά και με συντρίμμια
των ναυαγίων κι' απλώνονταν θρήνοι
κι' οδυρμοί στη θάλασσα όλη
ως που της νύχτας της ολόμαυρης το μάτι
τα έπαψεν όλα
(59)
. Όμως τόσον ήτο
το πλήθος των κακών που κι' αν ακόμη
ημέρες δέκα στη σειρά τα διηγούμουν
δεν θα έφθανα να τα ιστορήσω όλα
Γιατ' ήξερε το πώς ποτέ σε μιαν ημέραν
δεν χάθηκε τόσων ανθρώπων πλήθος.
ΑΤΟΣΣΑ
Αλλοίμονο! έτσι ένα πέλαγος μεγάλο
συμφορών εξέσπασε
(60)
πάνω στους Πέρσας
και πάνω στο γένος όλο των βαρβάρων
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όμως και τούτο γνώριζε, πως ούτε
και τα μισά των συμφορών έχεις ακούση,
γιατί ο χαμός, οπού έπαθαν οι Πέρσαι
στερνά, βαρύτερος διπλάσια ήτον.
ΑΤΟΣΣΑ
Και θα μπορούσε χειρότερη να γίνη
τύχη απ' αυτήν. Λέγε ποιάν άλλη
συμφοράν
(61)
οπού συνέβη στο στρατό μας
έχεις βαρύτερην να μας ειπής ακόμα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Οι πλέον ακμαίοι στην ηλικία Πέρσαι
κ' οι πιο καλοί στην ανδρεία και φημισμένοι
για την ευγένεια, που ήσαν κι' όλα
οι πλέον πιστοί στον βασιλιά, έχουν πεθάνη
από ένα θάνατο άθλιο ντροπιασμένο.
ΑΤΟΣΣΑ
Δυστυχισμένη εγώ! Τι μαύρη
συμφορά, ω φίλοι, μας ευρήκε!
Κι' από τι θάνατον επήγαν όλοι εκείνοι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Βρίσκεται κατεμπροστά εις της Σαλαμίνος
τα μέρη ένα νησί μικρό και για τα πλοία
κακολίμανο
(62)
, που εκεί κάπου στο 'γιαλό του
ο Παν ο καλοχορευτής φωλιάζει
(63)
.
Στο νησί αυτό ο Ξέρξης στέλνει εκείνους
με τον σκοπό, σαν οι εχθροί κατεστραμμένοι
έβγαιναν στο νησί, εύκολα τότε
τους Έλληνας να θανατώνουν κι' απ' το ρεύμα
το θαλάσσιο τους φίλους να γλυτώνουν,
σφαλερά έτσι προβλέποντας το μέλλον
(64)
.
Γιατί μόλις στους Έλληνας είχε χαρίση
ο θεός τον θρίαμβο της νίκης
την ίδια ημέρα της πανοπλίες φορώντας
πετάχθηκαν από τα πλοία κι' απ' ολούθε
έζωσαν όλο το νησί, ώστε κανένας
να φύγη δεν μπορούσε. Κ' εκεί τότε
οι Πέρσαι βαριά επληγώνοντο με πέτρες
(65)
κι' άλλους εσκότωναν τα βέλη οπού επέφταν
επάνω τους, ξεφεύγοντας από τα τόξα.
Στο τέλος με αχλαλοή χυμώντας όλοι
κτυπούν, κρεοκοπούν τα μέλη
των αθλίων, ως που κανένα δεν αφήκαν
ζωντανό. Κι' ο Ξέρξης τότε
εθρήνησε θωρώντας του κακού το βάθος.
Γιατ' είχε αυτός το θρόνο του στημένο
σε μέρος που έβλεπεν όλο το στρατό του
κοντά στην παραλία σ' αψηλό ένα λόφο
(66)
.
Και σχίζοντας τους πέπλους και μεγάλα
αφήνοντας ξεφωνητά προσταγή δίνει
βιαστική στον Περσικό στρατό να φύγη,
κι' ο ίδιος ρίχνεται όμοια στη φευγάλα.
Κοντά στην πρώτη τέτοια είναι η άλλη
συμφορά σου, που έχουμ' εμείς να κλαίμε.
ΑΤΟΣΣΑ
Δαίμονα
(67)
μαύρε, που έκαμες τους Πέρσας
στο νου τους να έχουν ψεύτικες ελπίδες.
Πικράν ο γυιός μου τιμωρία ευρήκε
θέλοντας να παιδέψη τας Αθήνας,
σαν να μην έφθαναν βάρβαροι τόσοι
οπού έφαγε πρωτήτερα ο Μαραθώνας
κι' οπού εκδίκησι του σκοτωμού των
πιστεύοντας ο γυιός μου πως θα λάβη
έπαθε τόσες συμφορές ο ίδιος.
Και τώρα είπες σε ποιο μέρος αφήκες
τα πλοία, όσα τον χαμό εγλυτώσαν.
Τίποτε βέβαιο να μας πης γνωρίζεις
(68)
;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Οι αρχηγοί των πλοίων, που απομείναν,
με αταξίαν ερριχτήκαν στη φευγάλα
κατά του ανέμου την πνοή
(69)
, κι' ο άλλος
ο στρατός στη γη της Βοιωτίας εχάθη,
άλλοι από δίψα ταλαιπωρημένοι
κοντά εις το ευφρόσυνο νερό της Κρήνης
κι' άλλοι απ' το δρόμο κατασκοτωμένοι.
Και μεις τότε περάσαμε στη χώρα
των Φωκέων κ' εις τη Δωρίδα κ' εις τον κόλπο
τον Μαλιακό, που πλούσια του ποτίζει
τον κάμπον ο Σπερχειός με τα νεράτου
τα ευεργετικά· κι' από εκεί πάλι
της Αχαΐας η πεδιάδα και της Θεσσαλίας
οι πολιτείες μας δεχθήκαν στερεμένους
από τροφές
(70)
, κ' οι πλέον πολλοί επεθάναν
εκεί πέρα από τη δίψα κι' απ' την πείνα,
γιατί και τα δυο αυτά κακά μαζύ μας ήρθαν.
Στερνά εφθάσαμε στον τόπο των Μαγνήτων
κ' εις των Μακεδόνων έπειτα τη χώρα,
κοντά στου Αξιού της όχθες κ' εις τους βούρκους
της Βόλβης, που έχει τα πολλά καλάμια
(71)
κ' εις το βουνό το Πάγγαιο κ' εις την Ηδωνίδα
χώρα. Όμως εκείνη εκεί τη νύχτα
πρόωρα εσήκωσε βαρύν χειμώνα
ο θεός και του καθάριου Στρυμόνα όλο
το τρεχάμενο νερό είχε πήξη.
Έτσι κι' αν από μας κανείς δεν είχε
πίστι καμμιά εις τους θεούς κι' αυτός ακόμα
επροσευχότουν κ' εδεότουν τότε
τη γη και τα ουράνια προσκυνώντας.
Κι' όταν έπαυσε ο στρατός τη δέησί του
προς τους θεούς, ύστερα εδιάβη το ποτάμι
το κρυσταλλόπηχτο· κι' από μας όποιος
είχε περάση πριν σκορπισθούν οι αχτίνες
του θεού πάνω στη γην, αυτός εσώθη·
γιατ' ύστερα ο λαμπερός του ήλιου κύκλος
ζεστός με φωτεινές αχτίνες
έλυωσε τα νερά τα παγωμένα,
ώστε που ο ένας έπεφτεν επά στον άλλο.
Γρήγορα όποιος τότε απαραιτούσε
τη ζωή του ευτυχισμένος ελογιότουν
(72)
.
Κ' οι λοιποί όσοι να σωθούν μπορέσαν,
οπού ήταν λιγοστοί, με πολύν κόπο
διαβαίνοντας τη Θράκη φθάνουν —
όχι πολλοί — στον τόπο του ο καθένας.
Έτσι, των Περσών η πολιτεία τώρα,
τους νέους που έχασεν αποζητώντας,
έχει να θρηνήση το χαμό τους· όλα
αυτά είν' αλήθεια. Όμως κι' άλλα
παράλειψα να ιστορήσω ακόμα
απ' τα κακά που έδωκε ο θεός στους Πέρσας.
ΧΟΡΟΣ
Ο δαίμονα απολέμητε
(73)
με βαρύ πόδι,
πως όλο το Περσικό επάτησες γένος.
ΑΤΟΣΣΑ
Ω δύστυχη εγώ· ποιάν έχει πάθη
καταστροφή ο στρατός· ω εσύ της νύχτας
προμήνυμα ολοφάνερο του ονείρου,
πόσο ξεκάθαρα της συμφορές μας όλες
μου της φανέρωσες. Κ' όμως σεις τόσο
στρεβλά εξηγούσατε τα ονείρατά μου.
Αλλά σαν που η συμβουλή η δική σας
μπορεί αλλέως να ωφελήση θέλω
δέησι πρώτα εις τους θεούς να κάμω
κ' ύστερα θα γυρίσω εδώ φέρνοντας δώρα
στη γη και στους δικούς μου πεθαμμένους
παίρνοντας ζυμαρικά απ' το παλάτι
(74)
.
Γιατί κι' αν ξέρω πως το κακό έχει γίνη
όμως ίσως για μας καλήτερο γίνη το μέλλον.
(75)
[Και σεις γι' αυτά τα γενομένα πρέπει
συμβουλές πιστές να δίνετε στους φίλους
τους πιστούς και αν πρωτήτερα έλθη
από μένα εδώ εις εσάς ο γυιός μου
παρηγορίες να του ειπήτε και μαζύ του
να πάτε συνοδία του στα παλάτια
μη κοντά στ' άλλα τα κακά μας έρθη κι' άλλο)
.
ΧΟΡΟΣ
Ω Ζευ βασιλιά, τέτοιο χαμό
εις των Περσών σκορπώντας το στρατό
οπού καυχιώνται εις την ισχύ των
κι' άνδρες πολλούς έχει η φυλή των
(76)
σε ζοφερό ένα πένθος τώρα
των Σούσων έκρυψες τη χώρα
και των Εκβατάνων.
Πλήθος Περσίδες θα θρηνήσουν
και της καλύπτρες των θα σχίσουν
με τα χέρια των που είν' απαλά
(77)
κι' ολημερίς δάκρυα πολλά
τα στήθια των θερμά θα βρέχουν
γιατί κι' αυτές σαν κ' εμάς έχουν
βαθύ τον πόνο.
Κι' άλλες αβρά μυρολογώντας
του κάκου θα θρηνούν ζητώντας
τους άνδρες των να ξαναϊδούν.
Κι' άλλες της κλίνης παραιτούν
τα στρώματα τα μυριοαφράτα
(78)
,
που τέρψι δίνουν εις τα νειάτα
τα ηδονικά
(79)
για να θρηνούν γοερά με κλάμμα
αχόρταστο. Κ' εγώ αντάμα
αυτών που ελείψαν το χαμό
τον πολυθρήνητο μυρολογώ
κατά πώς πρέπει
(80)
.