Στροφή Α'.
Έτσι στενάζει τώρα
όλη της Ασίας η χώρα·
ερημωμένη.
Πω, πω! ωδηγούσε τον στρατό
ο Ξέρξης και βαβαί εις το χαμό
(81)
τους πήρε ο Ξέρξης.
Κι' όλα αυτά από αφροσύνη
ο Ξέρξης τα δεινά μας δίνει
με τα καράβια.
Γιατί στην εκστρατείαν αυτή
ο Δαρείος να μην οδηγή
το στράτεμμά μας;
εκείνος που τον αγαπούσαν
τα Σούσα και που δεν μπορούσαν
να πάθουν οι στρατοί μαζύ του;
Αντιστροφή Α'.
Και τους πεζούς
και τους θαλασσινούς
όλους αυτούς πω, πω, μαζύ
τους έφεραν καράβια εκεί
με πλώρες γαλαζοβαμμένες
και με φτερούγες απλωμένες
(82)
όλες μαζύ προς τον αγέρα·
και τα καράβια όλους κει πέρα,
ουαί, ουαί, τους αφανίσαν
στης συμπλοκές, που όλες ήσαν
τόσον ολέθριες για μας.
Κι' από των Ιώνων τα χέρια ο βασιλιάς
όπως ακούμε ξέφυγε με κόπους
στους πεδινούς της Θράκης τόπους
τους βαρυχείμωνους κ' εχθρούς
Στροφή Β'.
Οι πρώτοι που έπεσαν νεκροί
στην Κυχρειώτικην ακτή
σαπίζουν τώρ' αλλοίμονό τους
όπως ουαί κ' ήταν γραφτό τους
από τη μοίρα
(83)
.
Αλλοί! δικοί σου στεναγμοί
ας βουίζουν τώρα κ' οι καϋμοί
ας σε δαγκάνουν και ξεφωνητά
του πόνου σου ας παν ψηλά
στον ουρανό. Και η κραυγή σου
από την θλίψι της ψυχής σου
μυρολογίστρα ας ακουσθή
πιο άγρια, πιο δυνατή.
Αντιστροφή Β'.
Στα βράχια κυματοδαρμένοι
(84)
ωιμέ κει πέρα οι σκοτωμένοι
γδύνονται τώρ' απ' τα βουβά
της αγνής θάλασσας παιδιά
(85)
·
κι' αλλοί μου, αλλοί, το κάθε σπίτι
βυθίσθηκε σε μαύρη θλίψι
γιατί ο άνδρας του έχει λείψη.
Κι' ωρφανεμένοι από τους γυιούς
οι γέροι έως τους ουρανούς
θρηνολογούν για το κακό τους
ξεσπώντας όλο τον καϋμό τους
(86)
.
Στροφή Γ'.
Κι' όσοι την Ασία κατοικούν
δεν θα θέλουν πια να υποταγούν
στους Πέρσας τώρα
(87)
.
Κι' ούτε δασμούς αναγκασμένοι
θα δίνουν κι' ούτε ως πριν σκυμμένοι
ως τη γη χάμω
θα προσκυνούν τους άρχοντάς μας,
γιατί πάει πια του βασιλιά μας
η δύναμί του.
Αντιστροφή Γ'.
Και τώρα η γλώσσα των ανθρώπων
από της φυλακές θα βγη
(88)
,
γιατί εγλυτώσαν οι λαοί
κ' εκόπηκε ο ζυγός της βίας.
κι' όπως καθένας βουληθή
μ' ελευθερία θα ομιλή
(89)
.
Στου Αίαντα την κυματοδαρμένη
νήσο, η γη αιματοβαμμένη
έγινε τάφος των Περσών.
ΑΤΟΣΣΑ
Φίλοι, όποιος εις τη ζωή του λάχη
πολλά να δοκιμάση αυτός γνωρίζει
πως, όταν των κακών το κύμα
στον άνθρωπον επάνω πέση,
τότες όλα να τα φοβάται φθάνει·
και πάλι όποιον καλοπιάση η τύχη
αυτός πιστεύει πως το ίδιο πάντα
θάχη καλόν τον άνεμο της τύχης.
Έτσι για με είν' όλα τώρα γύρω
γεμάτα φόβο κ' εις τα μάτια τα δικά μου
οργής θεϊκής μου φανερώνονται σημάδια·
κ' εις τα δικά μου αυτιά ολοένα φθάνει
κάποια βουή, που δεν είναι της νίκης
(90)
.
Τέτοια γενάμενη απ' της συμφορές η ταραχή μου
ολότελα φοβίζει μου τα φρένα.
Γι' αυτό δίχως αμάξια απ' το παλάτι
και δίχως την πρωτήτερη τη συνοδία
εβίασθηκα να ερθώ εδώ πέρα πάλι,
φέρνοντας πρόθυμες σπονδές του γυιού μου
για τον πατέρα του — όλα εκείνα που πραΰνουν
των πεθαμμένων της ψυχές· από αγελάδα
άγεννη καλόπιοτο άσπρο γάλα
(91)
και της ανθοδουλεύτρας μέλισσας ακόμη
το στάλαμμα, το διάφανο το μέλι
και βρυσικό νερόν από καθάρια
βρύσι κι' άδολο πιοτό από μάννα
αγροτική
(92)
— το πιοτό που είναι καμάρι
του πολύχρονου αμπελιού, κι' ακόμη
απ' την ωριόξανθην εληά που απ' τα φύλλα
θαλερή παντοτεινά είναι η ζωή της
καρπόν ευωδιακό και στεφανοπλεγμένα
άνθια, της γης της καρποφόρας γέννες.
Αλλ' ω εσείς φίλοι, συντροφάιστε με ύμνους
της σπονδές μου στους πεθαμμένους τώρα
και τον θεϊκό Δαρείο καλέστε νάρθη
(93)
όταν στου Άδη τους θεούς προσφέρω
της χωματόπιοτες θυσίες τούτες.
ΧΟΡΟΣ
Του βασιλειά γυναίκα, ω σεβαστή
στους Πέρσας
(94)
, τη σπονδή σου αυτή
στείλε την συ στην υποχθόνια χώρα
κ' εμείς θα δεηθούμε με ύμνους τώρα
εις των νεκρών τους οδηγούς
(95)
να γένουν
καλόγνωμοι για όλους αυτούς που μένουν
κάτω απ' τη γη
(96)
.
Έτσι ω των ταρτάρων δαίμονες αγνοί,
ω Ερμή και Γη κι' ω των νεκρών εσύ
βασιλιά, στείλατ' επάνω εδώ στο φως
τον ίσκιο
(97)
του Δαρείου γιατί μόνο αυτός
γνωρίζει αν στη συμφορά καμμιά
βοήθεια θα μας έρθη πειά
(98)
.
Στροφή Α'.
Ο μακαρίτης βασιληάς
ο ισόθεος τάχα ν' αγροικά
όσα εγώ βαρβαρικά
βουύζω λόγια;
(99)
τα βογγητά και μυρολόγια
τον θρήνο και τον κοπετό; Από το χώμα κάτω αυτό
μ' ακούει τάχα;
Αντιστροφή.
Όμως για χάρι μας, ω εσύ Γη
κι' ω εσείς οι άλλοι κυβερνήτες του Άδη
στρέξετε τώρα απ' το σκοτάδι
ο θεϊκός άρχοντας να ερθή
που τον εγέννησαν τα Σούσα
και θεός ήταν των Περσών
(100)
.
Επάνω εδώ στείλετε αυτόν
που όμοιο του κανένα ακόμα
ποτέ δε σκέπασε το χώμα
το Περσικό
(101)
.
Στροφή Β'.
Αγαπητός ήτον εκείνος
και το μνημείο τούτο εδώ
όμοια μας είναι αγαπητό
γιατί όψι αγαπητή μας κρύβει.
(102)
Ω Αϊδωνέα, γενού οδηγός του
και φέρε πάλι εδώ στη γη
τον βασιλιά Δαρείο, εσύ.
(103)
Αντιστροφή Β'.
Γιατί ποτέ δεν έχασε άνδρες
εις του πολέμου της βαρειές
κι' ανθροποφόνες συμφορές.
Και θεοφώτιστος λεγότουν
από τους Πέρσες κ' ήτο αλήθεια,
(104)
καλοδηγώντας τον στρατό.
Στροφή Γ'.
Βαλήν, ω παληέ μας Βαλήν
(105)
σήκω· πρόβαλε απ' τη γη·
εις του μνημείου την κορφή
δείξου, τη χρυσοβαμμένη
υψώνοντας τη ποδεμή σου
(106)
και το λοφίο της βασιλικής
τιάρας δείχνοντας. Στη γης
έλα, ω άβλαβε Δαρείε, πατέρα.
Αντιστροφή Γ'.
Πρόβαλε, βασιλιά, ν' ακούσης
καινούργιες δυστυχίες του βασιλιά.
Σαν απ' τον Άδη μαύρη καταχνιά
απάνω μας έχει απλωθή,
τι όλ' η νειότη έχει χαθή.
έλα, ω άβλαβε Δαρείε, πατέρα.
Επωδός.
Αλλοίμονό μας, τρις αλλοί!
Ω εσύ, που τη θανή σου
την πολυκλάψαν οι δικοί σου,
αφέντη, αφέντη, γιατί 'πες μας
οι διπλές τούτες συμφορές μας
(107)
στη χώρα επλάκωσαν αυτή;
τα καράβια όλα έχουν χαθή
τα τρίσκαρμα, και τώρα εμείς
χωρίς καράβια εμείναμε, χωρίς . . .
(108)
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ (109)
Ω πιστοί μου εσείς, γυιοί πιστών πατέρων,
της νειότης σύντροφοι μου, γέροι Πέρσαι,
από ποιον πονά τώρα η πολιτεία πόνο;
και θρηνολογάει, βογγά, σέρνεται χάμω;
(110)
Στον τάφο δίπλα η γυναίκα μου όπως ήρθε
— αν και πρόθυμα της χοές εγώ λαβόντας —
όμως τρέμω. Γιατί και σεις στον τάφο
κοντά στεκάμενοι βαριοθρηνείτε,
και με φωνές ψυχοκαλέστρες και με γόους
με κράζετε απ' τον τάφο μου, ζητώντας
να σηκωθώ· αν και βολετό δεν είναι
το έβγα του, και οι θεοί του κάτω κόσμου
ν' αρπάζουν είναι πιο καλοί παρά ν' αφήνουν.
Όμως σαν που τώρα ο λόγος μου από 'κείνους
εισακούσθη, 'φτάνω. Και ταχυά εσείς πέστε —
να μη χρονίσω πιότερο απ' ό,τι πρέπει —
τι συμφορά καινούργια ήρθε στους Πέρσες.
ΧΟΡΟΣ
Την όψι σου ντρέπομαι ν' ατενίσω,
αγνάντια σου ντρέπομαι να μιλήσω
την παληά μου έχοντας συστολή.
(111)
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Όμως σαν που ανέβηκ' απ' τον κάτω κόσμο
εισακούοντας τους θρήνους τους δικούς σας,
όχι πολύλογα μα σύντομα ομιλώντας
όλα εξηγάτε τα χωρίς ντροπή σ' εμένα,
ΧΟΡΟΣ
Φοβάμαι να κάμω σου τη γνώμη·
(112)
φοβάμαι και τα ενάντια να 'πω ακόμη,
που κακοϊστόρητα σε φίλους είναι.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Αλλά μια που ο φόβος ο παληός τα φρένα
τα δικά σας αντισκόβει, εσύ ω γυναίκα
ευγενική, του κρεββατιού παληά συντρόφισσά μου,
σταματώντας της κλάψες και τους θρήνους πες μου·
κάτι που να είναι ξάστερο. Οι δυστυχίες πάντα
οι ανθρώπινες — το ξέρουμε — λαχαίνουν
στους θνητούς. Κι' απ' τη στεριά πολλά συμβαίνουν
κι' απ' τη θάλασσα πολλά δεινά εις τους ανθρώπους
σαν η ζωή καιρό περσότερο τραβήξη.
(113)
ΑΤΟΣΣΑ
Συ π' όλους τους θνητούς πέρασες σ' ευδαιμονία,
γιατί όσον καιρό έβλεπες το φως του ήλιου
ζωήν απ' όλους ζηλεμμένην επερνούσες
κι' ωσάν θεός καλότυχα μέσα στους Πέρσες,
όμοια καλοτυχίζω σε και τώρα, πεθαμμένο
πριχού να ιδής των συμφορών το βάθος.
Όμως κοντολογίς, Δαρείε, το συνέβηκε θ' ακούσης.
(114)
Χάθηκαν όλα των Περσών — να στο πω έτσι.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Με ποιο όμως τρόπο; Θανατικό έχει πέσει
ή επανάστασι στην πολιτεία μέσα εγίνη;
ΑΤΟΣΣΑ
Κανέν από τα δυο. Αλλά, στας Αθήνας
κοντά, εκαταστράφηκε ο στρατός μας όλος.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Και ποιος από τους γυιούς μου στρατηγούσε; Λέγε.
ΑΤΟΣΣΑ
Ο αρειμάνιος Ξέρξης, αδειάζοντας την χώραν όλην. (115)
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Και σε στεριά ή σε πέλαο την μωρία έπραξε τούτη;
ΑΤΟΣΣΑ
Στα δυο μαζύ. Διπλό ήτον μέτωπο δυο στρατευμάτων. (116)
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Και πώς πεζός στρατός μπόρεσε τόσος να περάση;
ΑΤΟΣΣΑ
Μηχανικά έζεψε της Έλλης το στενό κ' έκαμε διάβα.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Κι' αυτόν ετόλμησε το μέγα Βόσπορο να κλείση;
ΑΤΟΣΣΑ
Έτσι εγίνη· ίσως με δαιμόνου τη βοήθεια. (117)
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Αλλοί! μέγας δαίμονας θα στρέβλωσε το νου του.
ΑΤΟΣΣΑ
Και τώρα φαίνεται πόσο έκαμε κακό μεγάλο.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Και τι συνέβηκε εις αυτούς κ' έτσι θρηνείτε;
ΑΤΟΣΣΑ
Το ναυτικό παθόντας, ξωλόθρευσε και το στρατό μας.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Έτσι λοιπόν πολεμοχάθη ο στρατός όλος; (118)
ΑΤΟΣΣΑ
Και για τ' αυτό πανέρημα θρηνούν τα Σούσα.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Αλλοί! στου στρατού την τόση δύναμι και τη βοήθεια.
ΑΤΟΣΣΑ
Και των Βακτρίων όλος ο λαός εχάθη, εξόν οι γέροι.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Ο άμοιρος! Τι νεολαία συμμάχων έχασ' έτσι!
ΑΤΟΣΣΑ
Και μόνος, λεν, έρμος ο Ξέρξης και με λίγους . . .
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Και πώς λοιπόν και πού εκατάντησεν; Εσώθη;
ΑΤΟΣΣΑ
Στο γιοφύρι που έζεψε της δυο στεριές ήρθε με βιάσι. (119)
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Κι' αληθινά εσώθηκε στη στεριά τούτη;
ΑΤΟΣΣΑ
Ναι, ξάστερος ήρθε μας και βέβαιος λόγος.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Αλλοί! ταχύ αλήθεψαν οι χρησμοί.
(120)
Κι' ο Δίας
τα θεία λόγια πραγμάτωσεν επά στο γυιό μου.
Κ' εγώ θαρρούσα πως αργότερα, κατόπι
θα τα εκτελούσαν οι θεοί. Όμως έτσ' είναι:
Όταν ατός του βιάζεται κανείς, τότε συντρέχει
κι' ο θεός μαζύ του. Έτσι και τώρα
πηγή κακών ανέβρυσε για όλους τους φίλους.
Ο γυιός μου, τους χρησμούς μη νοιώθοντας, με τόλμη
άπραγη εκίνησε, κ' έλπισε δούλο να κρατήση
με δεσμά τον ιερόν Ελλήσποντο, το ρέμμα
του θείου Βοσπόρου θέλοντας να σταματήση.
Έτσι το πέρασμα εβουλήθηκε ν' αλλάξη.
Και μ' αλυσίδες σφυροκοπημένες του πελάγου
πολλήν έκτασι δένοντας, εδιάβη
με πάμπολλο στρατόν, ασύνετα έτσι
νομίζοντας, αυτός θνητός, πως θα νικήση
τους θεούς όλους και τον Ποσειδώνα ακόμη.
Αυτά δεν φανερώνουν πως ο γυιός μου είχε
του νου του αρρώστια;
(121)
Αληθινά φοβούμαι
μην ο πολύς ο πλούτος — τα δικά μου κόπια —
ευκολοάρπαχτα γενούν απ' όποιον λάχη.
ΑΤΟΣΣΑ
Αυτά δα εδιδάχθη ο πολεμόχαρος ο Ξέρξης
μ' επίβουλους ανθρώπους ομιλώντας,
που τούλεγαν πως ενώ εσύ με το σπαθί σου
έδωκες στα παιδιά σου μέγα πλούτο
αυτός κάθεται άπρακτος από ανανδρία
άδοξά του κλεισμένος μέσ' στο σπίτι,
(122)
τον πλούτο αφήνοντας αναύξητο τον πατρικό του.
Τα τέτοια ονειδίσματα συχνά 'πό άνδρες
επίβουλους ακούοντας πήρε την τέτοια
απόφασι κ' εστράτευσε για την Ελλάδα.
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Απ' αυτούς έγιν' αλήθεια μεγαλώτατο έργο
κι' αλησμόνητο που όμοιο μ' αυτό κανένα·
την πολιτεία δεν άδειασε των Σούσων,
αφ' όταν έδωκεν ο βασιλιάς ο Ζευς εις έναν άνδρα
την εξουσία της πολυπρόβατης Ασίας
μονάχος να την κυβερνά, σκήπτρο κρατώντας.
(123)
Κ' ήτον ο Μήδος πρώτος του στρατού ηγεμόνας
και κατόπι του εσυμπλήρωσε το έργο ο γυιός του,
γιατί το νου του η φρόνησι τον εκυβέρνα,
Και στερνά απ' αυτόν, τρίτος, ο Κύρος,
ευτυχισμένος αυτός άνδρας, κυβερνώντας,
την ειρήνη εχάρισε σ' όλους τους φίλους.
και των Λυδών και των Φρυγών τα έθνη επήρε
κι' όλην με πόλεμον κυρίευσε την Ιωνία,
γιατί φρόνιμος ήτο και θεός δεν τον εχθρεύθη.
Κι' ο γυιός του Κύρου τέταρτος του στρατού ηγεμόνας
έγινε· και πέμπτος βασιλιάς ήτον ο Μέρδις,
(124)
ντροπή της πατρίδας και των αρχαίων θρόνων.
Κι' αυτόν με δόλο εσκότωσε μέσ' στο παλάτι
ο αντρειωμένος Αρταφέρνης με βοήθεια φίλων,
οπού είχαν ορκισθή μαζύ του ετούτο.
(125)
[Κ' έκτος ο Μάραφις κ' έβδομος ο Αρταφέρνης]
ως που σ' εμένα η εξουσία έλαχε κατόπι,
ως εγώ εβουλήθηκα
(126)
κ' εγώ εκστρατείες
πλήθος ενέργησα με στρατό πλήθος.
Όμως τόσο κακό ποτέ δεν έκαμα στην πόλι.
Αλλά ο γυιός μου ο Ξέρξης, αυτός νέος όντας
έχει και νέες ιδέες και δεν θυμάται
της ιδικές μου συμβουλές· γιατί εσείς τούτο
να ξέρετε ξεκάθαρα, συνομήλικοί μου
πως όσοι βασιλιάδες γίναμε, εμείς όλοι
δεν κάναμε κανείς τόσα κακά στη χώρα.
ΧΟΡΟΣ
Τι λοιπόν, ω βασιλιά Δαρείε, έτσι τελειώνεις
το λόγο σου; Πώς, 'πες μας, απ' αυτά κατόπι,
ο Περσικός λαός θέλει ευτυχήσει τώρα;
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Αν δεν εκστρατεύετε για χώρα Ελλήνων,
και πιότερος ακόμη αν είναι ο στρατός των Μήδων
γιατ' η ίδια τους η γη είναι βοηθήτρα.
ΧΟΡΟΣ
Πώς τώπες; Πώς είναι τους η γη βοηθήτρα;
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Σκοτώνοντας με πείνα το περίσσιο πλήθος.
ΧΟΡΟΣ
Αλλά γενναίο θα φτιάσουμε κ' εκλεχτό στόλο. (127)
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Κι' όμως ουδ' ο στρατός που έμεινε στα Ελληνικά μέρη
θα δυνηθή επιστρέφοντας ν' απογλυτώση.
ΧΟΡΟΣ
Τι είπες; Δεν έφυγε ο στρατός των βαρβάρων
όλος, διαβαίνοντας το στενό της Έλλης;
ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
Λίγοι γλύτωσαν απ' τους πολλούς· αν στα ειπωμένα
απ' τους θεούς δώσουμε ακόμη πίστιν
(128)
λογιάζοντες όσα αληθινά βγήκαν ως τώρα.
Γιατί όχι ένα μέρος απ' των θεών τα λόγια
αλλά όλα τους πέρα κι' ως πέρα επαληθεύουν!
Κι' αν έτσι αυτό συμβαίνη, βέβαια ο Ξέρξης
πλήθος διαλεχτό στρατού κει πέρα αφήνει
δίνοντας σε μάταιες ελπίδες πάλι πίστι.
Και θ' απομένη ο στρατός στην πεδιάδα,
που την ποτίζει του Ασωπού το ρεύμα
λίπασμα καλό αφήνοντας στη Βοιωτική χώρα.
Εκεί τα πιο χειρότερα δεινά τους απομένει
για την αυθάδεια να πάθουνε κι' ασέβειά τους,
— αυτοί που όταν έφθασαν εις την Ελλάδα
ουδέ τ' αγάλματα ντράπηκαν των θεών να κλέψουν
ουδέ τους ναούς να κάψουν. Κ' οι βωμοί έτσι
κατεστράφηκαν, και των θεών οι τόποι όλοι
συθέμελα αναποδογύρισαν πέρα κι' ως πέρα.
Για τούτο, σαν που έπραξαν κακά, το ίδιο
κι' όχι λιγώτερα παθαίνουν και θα πάθουν,
τι δεν στέρεψε η βρύσι των κακών, κι' ακόμα τρέχει.
Τόσος θα γίνη της σφαγής του αιμάτου ο βούρκος
(129)
στη γη των Πλαταιών από την Δωρική τη λόγχη.
Και των νεκρών οι θημωνιές σωροί ακόμα
εις την τριτόσπορη κατόπι γενιά ανθρώπων
σιωπηλά θα φανερώνουν στων θνητών τα μάτια·
πως ο άνθρωπος ν' αλαζονεύεται πολύ δεν πρέπει
γιατ' η βρισιά ανθίζοντας καρπό της βγάνει
της συμφοράς ταστάχυ, κι' από τούτο
πολύκλαφτο η βρισιά θερίζει θέρο.
(130)
Τέτοια βλέποντας ταντίποινα των έργων τούτων
μη βγάλετε από το νου σας τας Αθήνας
και την Ελλάδα, ουδέ κανείς σας παραιτώντας
την ευτυχία την τωρινή ας ζητήση άλλην,
χάνοντας έτσι ταγαθά του τα μεγάλα.
Γιατί ο Ζευς βαρύς και ίσιος παραστέκει
(131)
·
τιμωρητής κάθε μεγάλης περηφάνειας.
Με τούτα πρέπει σεις να νουθετήτε
το γυιό μου, γνώσι δίνοντάς τους για να πάψη
ασύνετα προς τους θεούς ν' αυθαδιάζη.
Και συ γηραιά κι' αγαπητή, του Ξέρξη η μάννα,
σπίτι επιστρέφοντας, πρεπούμενη να πάρης
στολή του γυιού σου και να πας για υποδοχή του.
(132)
Γιατί απ' τη λύπη των κακών όλα έχει σχίσει
τα πολυκέντητα φορέματα και τώρα
στο κορμί του επάνω κρέμονται ταποξεσκλίδια.
(133)
Και παρηγόρα τον εσύ με γλυκά λόγια,
γιατί μόνον εσέ, όπως ξέρω, θα δεχθή ν' ακούσης.
Κ' εγώ κάτω απ' τη γήστόν τάφο πγαίνω.
Χαίρετε, ω γέροντες, αν και κακή είν' η τέτοια
χαρά, και πάσα μέραν η ψυχή σας
ας δίνεται στην ηδονή, γιατί τα πλούτια
σε τίποτε δεν ωφελούν τους πεθαμμένους.
ΧΟΡΟΣ
Πόσον εθλίβηκα μαθόντας δεινά τόσα
που οι βάρβαροι τραβούν και θα τραβήξουν.
ΑΤΟΣΣΑ
Ω τύχη! Τι! πολλές μέσ' την ψυχή μου
θλίψεις εφώλιασαν! κι' απ' όλες με δαγκάνει
πιο πολύ τούτ' η συμφορά, που ακούω,
του γυιού μου τη ντροπή — μ' αποξεσκλίδια
το δικό του το κορμί να είναι ντυμένο.
Όμως πηγαίνω και στολήν από το σπίτι
κομίζοντας θα τρέξω προς το γυιό μου.
Τον που αγαπώ στη δυστυχία δεν θεν' αφήσω.
ΧΟΡΟΣ
Στροφή Α'.
Ωιμένα! ελάχαμε ζωή
μεγάλη εμείς κ' ευτυχισμένη
(134)
κ' ενάρετα κυβερνημένη
όσο της χώρας την αρχή
την είχε ο γέρος ο Δαρείος
ο αγαθός μαζί κι' ανδρείος
που όμοιος ήτον με θεούς.
Αντιστροφή Α'.
Και πρώτ' απ' όλα εμείς τρανές
τότες εκάναμ' εκστρατείες
και πυργωμένες πολιτείες
(135)
επαίρναμε παντοτινά.
Κι' από τον πόλεμο στερνά
απείραχτοι και δίχως κόπο
(136)
ευτυχισμένοι εδώ στον τόπο
ξαναγυρίζαμ' όλοι εμείς.
Στροφή Β'.
Και πόσες πόλεις πήρε δίχως
το ρεύμα του Άλυ να διαβή
(137)
κι' ουδέ απ' τον τόπον του να βγη!
Της πολιτείες έτσι επήρε
όσες εις την ακρογιαλιά
του Στρύμονα είναι και κοντά
με τα χωριά της Θράκης.
Αντιστροφή Β'.
Και όσες πέρα απ' τα νερά,
προς τη στεριά είναι κτισμένες,
με πύργους περιτειχισμένες,
υπάκουαν στο βασιλιά.
Κι' όσες στης Έλλης τον πλατύ πορθμό
κι' όσες στην Προποντίδ' ακόμα
την βαθύκολπη κι' όσες στο στόμα
του Πόντου, υπάκουαν κι' αυτές.
Στροφή Γ'.
Και τα νησιά του ακρωτηριού
που είν' απ' το πέλαγο λουσμένα
και βρίσκονται γειτονεμένα
με τούτη την στεριάν εδώ.
Η Λέσβο, η Σάμος η 'ληοτρόφα,
η Χίος κ' η Μύκονος κ' η Πάρος,
η Νάξος κ' η Άνδρος που σιμά
στην Τήνο βρίσκεται γειτονικιά.
Αντιστροφή Γ'.
Κ' η εξουσία του απλωνότουν
στα στεριογείτονα νησιά
που έχουν πολλά θαλασσινά,
(138)
τη Λήμνο, την Ίκαρο, τη Ρόδο
την Κνίδο και μαζί μ' αυτές
στης πόλεις της Κυπριακές
(139)
την Πάφο, τους Σόλους και την άλλη
την Σαλαμίνα, που για μας
τούτης αιτία της συμφοράς
εστάθηκ' η μητρόπολί της.
(140)
Επωδός.
Κι' όμοια εξουσίασε με νου
στην Ιωνία πόλεις άλλες,
ευτυχισμένες και μεγάλες,
που Έλληνες σ' αυτές οικούν.
Κι' ακάματην είχαν ανδρεία
οι άνδρες όσους για εκστρατεία
(141)
ολούθ' εμάζευεν αυτός.
Μ' από θεού έστρεψε πάλι
η τύχη^ κ' έτσι τη μεγάλη
τραβούμε τούτη συμφορά,
δεινά παθόντας τρομερά
εις του πελάου της συμπλοκές.
(142)
ΞΕΡΞΗΣ
Ωού!
Ο δύστυχος εγώ που τέτοια μαύρη
(143)
κ' έτσι αναπάντεχη μούλαχε μοίρα·
πόσο μονόγνωμα η τύχη ωργίσθη,
με των Περσών το γένος. Τι θα γίνω
εγώ ο ταλαίπωρος; παραλυμένη
αισθάνομαι τη δύναμι του κορμιού μου
μπροστά στους ηλικιωμένους τούτους
(144)
Πέρσες. Άμποτες, ω Δία, κ' εμένα
με τους άνδρες μαζί τους πεθαμμένους
να μ' είχε σκεπάσει του θανάτου η μοίρα.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοί, βασιλιά, του ανδρειωμένου
στρατού· κι' αλλοί του τιμημένου
και τρανού γένους των Περσών·
αλλοί και του άνθους των ανδρών,
που εθέρισεν η κακή τύχη.
Η ίδια η γη μυρολογάει
(145)
τη δικιά μας νεολαία που πάει
από μοίραν άδικου θανάτου
χαμένη, στον Αδη κάτου·
ο Ξέρξης στους Πέρσες εστάθη
φορτωτής
(146)
του Χάρου· τι εχάθη
πλήθος ανθρώπων που τώρα
στρατοκοπάν για τ' Άδη τη χώρα·
(147)
της γης ο άνθος πολεμιστάδες
του τόξου, χιλιάδες, μυριάδες
είναι τους οι σκοτωμένοι.
Ωιμένα κι' αλλοί! στη χαμένη
δύναμι. Της Ασίας η χώρα,
βασιλιά, εγονάτισε τώρα
εγονάτισε, ωιμένα, βαρειά.
ΞΕΡΞΗΣ
Στροφή Α'.
Οχού! εμέ ας με κλαίνε
και πως γεννήθηκα ας το λένε
για δυστυχία της γενιάς μου
και της πατρίδας.
ΧΟΡΟΣ
Του γυρισμού το καλώς ήρθες
με μια κακόφωνη βουή
κι' αχλαλοή θρηνητική
σαν πως Μαρυανδυνός
(148)
θρηνολογάτορας δεινός
θα στο φωνάξουμε με θρήνους.
ΞΕΡΞΗΣ
Αντιστροφή Α'.
Γοερά θρηνήστε με τρανές
(149)
μυρολογιού αγριοφωνές,
γιατί η τύχη με διπλή
με βάρεσε καταδρομή.
ΧΟΡΟΣ
Θρήνους αλήθεια θενά ειπούμε·
κι' απ' τα δεινά μας σαστισμένοι,
για τ' όσα θαλασσοδαρμένοι
επάθαμε, θενά κλαφτούμε,
μυρολογώντας όμοια πάλι
με πολλά δάκρυα τη μεγάλη
καταστροφή.
ΞΕΡΞΗΣ
Στροφή Β'.
Τι ο Άρης των Ιώνων μονομιά,
(150)
θεριεύοντας των Ιώνων το στόλο,
το κακό ετούτο μας έφερεν όλο,
θερίζοντάς μας επά στη βαθειά
τη θάλασσα και στην ακτή.
ΧΟΡΟΣ
Κι' ας τα μάθαινα όλα, ωιμέ!
Πού βρίσκονται οι άλλοι δικοί μας;
και πού όσοι επαράστεκαν σε;
ο Φαρανδάκης κι' ακόμα ο Σούσας
κι' ο Ψάμμις κι' ο Πελάγων αντάμα
κι' ο Αγδαβάτας με τον Δοτάμα
κι' απ' τ' Αγβάτανα ο Σουσισκάνης.
ΞΕΡΞΗΣ
Αντιστροφή Β'.
Εκεί επαραίτησά τους, γκρεμισμένους
από Τύριο πλοίο, όλους πνιγμένους,
στης Σαλαμίνας της ακρογιαλιές
επά σε πέτρες να χτυπούν σκληρές.
ΧΟΡΟΣ
Ωιμέ! κι' ο δικός σου Φαρνούχος τι απογίνη;
κι' ο τρανός Αριόμαρδος κι' ο βασιλιάς
Σενάλκης κι' ο Λίλαιος, παιδί γενιάς
μεγάλης
(151)
κι' ο Μέμφις κ' οι άλλοι εκείνοι
ο Μασίστρας κι' ο Θάρυβις κι' ο Αρτεμβάρης
κι' ο Υσταίχμας τι απογίνηκαν; πες.
ΞΕΡΞΗΣ
Στροφή Γ'.
Αλλοί μου κι' αλλοί μου.
Της πανάρχαιες να ιδούν δεν προφθάσαν
της μαύρες Αθήνες κ' εχάσαν
μονομιάς τη ζωή,
κι' οχού! οχού! οι φτωχοί
σπαρταρούν επά σ' έρημη γη.
(152)
ΧΟΡΟΣ
Και του Βατανώχου το γυιό, τον πιστό σου
επόπτη, που τόσο αγαπητός σου
ήτον και στρατούς σου αριθμούσε
(153)
— υ υ — —
του Σησάμη και του Μεγαβάτη τους γυιούς
και τον Οιβάρη και τον Πάρθο κι' αυτούς
τους άφηκες όμοια, τους άφησες κει.
Ωχ! ωχ, τι μεγάλο στους Πέρσες κακό
και παράκακο λέω το εγώ.
ΞΕΡΞΗΣ
Αντιστροφή Γ'.
Πάνωθέ μου κακοπούλι σηκώνεις
που συντρόφους καλούς μου θυμά,
(154)
λέγοντας μου εσύ τα κακά
ταλησμόνητα. Κ' έτσι αιματώνεις
μέσ' τα στήθια τη μαύρη καρδιά.
ΧΟΡΟΣ
Όμως κι' άλλους αποζητούμεν εμείς.
Τον Ξάνθι που είχαν οι Μάρδοι αρχηγό,
τον Διαιξί κι' Αγχάρη, που τους ιππείς
με τον Αρσάκη αρχηγούσαν και τον τρανό
Κηγδαγάτη και τον Λυθίμνα, μαζί
και τον Τόλμο, τον ήρωα πολεμιστή.
Πάν τώρα όλοι τους, στον τάφο παν
χωρίς καν άρματα την ταφή ν' ακλουθάν.
(155)
ΞΕΡΞΗΣ
Στροφή Α'
Όλοι τους παν του στρατού οι αρχηγοί. (156)
ΧΟΡΟΣ
Άδοξα εχάθηκαν όλοι μαζί.
ΞΕΡΞΗΣ
Ωιμέ, ανέλπιστο οι θεοί κακό
έδωκαν που άλλο ωσάν κι' αυτό
η Άτη ποτέ της δεν έχει ιδεί.
ΞΕΡΞΗΣ
Αντιστροφή Α'.
Αγιάτρευτη μας ήρθε κακομοιριά
ΧΟΡΟΣ
Μας ήρθε αλήθεια και φανερά. (157)
ΞΕΡΞΗΣ
Με νέα, με νέα δεινά, δεινά.
ΧΟΡΟΣ
Τι πόλεμο κάνοντας θαλασσινό
με των Ιώνων το έθνος το ναυτικό
νικήθηκε η γενιά των Περσών.
ΞΕΡΞΗΣ
Στροφή Β'.
Αλήθεια. Κι' ο άμοιρος για τούτο εγώ
ξολοθρεύτηκα έτσι με τόσο στρατό.
ΧΟΡΟΣ
Και τι απ' τους Πέρσες εγλύτωσε τάχα;
ΞΕΡΞΗΣ
Νά ιδές. Ετούτα του στρατού μου μονάχα. (158)
ΧΟΡΟΣ
Τα θωρούμε οι άμοιροι εμείς, τα θωρούμε.
ΞΕΡΞΗΣ
Κ' η θήκη ακόμα των βελών μου αυτή. (159)
ΧΟΡΟΣ
Τι; δικό σου μονάχα αυτό έχει σωθή;
ΞΕΡΞΗΣ
Για την άδεια μονάχα τη θήκη μου λέτε;
ΧΟΡΟΣ
Το τίποτε εσώθηκεν απ' τα πολλά.
ΞΕΡΞΗΣ
Βοήθεια καμμία δεν έχουμε πια.
ΧΟΡΟΣ
Φυγοπόλεμη των Ιώνων δεν είναι η γενιά. (160)
ΞΕΡΞΗΣ
Αντιστροφή Β'.
Είναι στη μάχη ορμητική
κι' αλήθει' αναπάντεχο έχω ιδεί
κακό απ' αυτήν.
ΧΟΡΟΣ
Για του στόλου τη φυγή μας λες;
ΞΕΡΞΗΣ
Τα ρούχα μου έσχιζα για της τρανές
κακοτυχιές μας.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο μου κι' αλλοί.
ΞΕΡΞΗΣ
Βέβαια και τρις αλλοί. (161)
ΧΟΡΟΣ
Γιατί διπλή η συμφορά και τριπλή. (162)
ΞΕΡΞΗΣ
Δικές μας θλίψες των εχθρών χαρές.
ΧΟΡΟΣ
Και τώρα εκατάντησαν κολοβές
οι δικές μας δυνάμεις.
(163)
ΞΕΡΞΗΣ
Προπομπό μου δεν έχω κανένα.
ΧΟΡΟΣ
Κι' ούτε φίλο. Τους πήρε, ωιμένα,
του πελάγου η δεινή συμφορά.
ΞΕΡΞΗΣ
Στροφή Γ'.
Το κακό κλάψετέ το κ' εσείς γοερά
κ' εις τα σπίτια σας έτσι γυρίστε.
ΧΟΡΟΣ
Κλαίμε με πόνο κ' αναφυλλητό! (164)
ΞΕΡΞΗΣ
Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου. (165)
ΧΟΡΟΣ
Μοναχός του ο θρήνος ξεσπά, βασιλιά.
ΞΕΡΞΗΣ
Θρηνείστε για τη δυστυχιά μου.
ΧΟΡΟΣ
Ωιμένα κι' ωιμένα βαρειά
είναι τούτη για μας συμφορά,
το αχ το λέμε πονώντας στ' αλήθεια.
ΞΕΡΞΗΣ
Αντιστροφή Γ'.
Τα μαλλιά σας τραβάτε για χάρι δική μου.
ΧΟΡΟΣ
Χάρι για κακό κακή κακά γεναμένη. (166)
ΞΕΡΞΗΣ
Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου.
ΧΟΡΟΣ
Οχού, οχού, δυστυχιά, δυστυχιά.
ΞΕΡΞΗΣ
Κλάφτε κι' ακόμα πιο γοερά.
ΧΟΡΟΣ
Ωιμένα κι' ωιμέ.
Με τα δικά μου βογγητά μαζί
μια μαύρη θα σμίξω αλήθεια πληγή.
ΞΕΡΞΗΣ
Στροφή Δ'.
Και με Μύσιο θρήνο τα στήθια χτυπάτε. (167)
ΧΟΡΟΣ
Κακομοιριά μας, κακομοιριά.
ΞΕΡΞΗΣ
Και τα γένια σας τάσπρα τραβάτε για με.
ΧΟΡΟΣ
Τα τραβάμε θρηνώντας, τα τραβάμε ωιμέ.
ΞΕΡΞΗΣ
Με άγριο κλάψετε ξεφωνητό. (168)
ΧΟΡΟΣ
Θαν το κάνουμ' αλλοί μου κι' αυτό.
ΞΕΡΞΗΣ
Αντιστροφή Δ'.
Και τα ρούχα στους κόρφους σας σχίστε.
ΧΟΡΟΣ
Κακομοιριά, κακομοιριά.
ΞΕΡΞΗΣ
Για το στρατόν ακόμα θρηνήστε
της κόμης τραβώντας της τρίχες.
ΧΟΡΟΣ
Της τραβάμε θρηνώντας, της τραβάμε ωιμέ
ΞΕΡΞΗΣ
Και τα μάτια σας δάκρυα ας έχουν.
ΧΟΡΟΣ
Ολονένα τα δάκρυά μας τρέχουν (169) .
ΞΕΡΞΗΣ
Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου.
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονό μου! κι' αλλοί!
ΞΕΡΞΗΣ
Γυρίστε σπίτι σας μ' οδυρμό. (170)
ΧΟΡΟΣ
Αλλοίμονο, αλλοί!
ΞΕΡΞΗΣ
Αλλοί, στην Περσίδα τη γη.
ΧΟΡΟΣ
Ωιμένα στην άμοιρη αυτή.
ΞΕΡΞΗΣ
Οχού μου, σε τούτη τη χώρα.
ΧΟΡΟΣ
Οχού, πού εκατάντησε τώρα.
ΞΕΡΞΗΣ
Καλοπόδεμοι μυρολογάτε. (171)
ΧΟΡΟΣ
υ — — υ υ —
ΞΕΡΞΗΣ
Οχού στην Περσίαν, οχού!
ΧΟΡΟΣ
Στην κακόμοιρη χώραν οχού!
ΞΕΡΞΗΣ
Πόσοι στα τρίσκαρμα πλοία οι νεκροί! (172)
ΧΟΡΟΣ
Σε προβοδάμε θρηνώντας αλλοί. (173)
* * *
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) με δημιουργικές μεταφορές της, από τους αρίστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Ομηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΟΝΩ Το δράμα αυτό αποτελεί υψηλότατον ύμνο των ελληνικών νικών κατά των Περσών, την εποχή των μηδικών πολέμων. Η μεγαλοπρεπής αφήγηση της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κρίνεται σαν μοναδικό υπόδειγμα επικολυρικής περιγραφής.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 38
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10
1) «Πολυχρύσων». Εις τα βασιλικά παλάτια έκρυβαν οι Πέρσαι τους θησαυρούς. Ηροδότου 5, 49. πρβλ. Στράβωνος σελ 731.↩
2) «Νυός δ' άνδρα βαΰζει» (πρβλ. λατινικόν nurus)= βοά ζητούσα τον άνδρα. Πρβλ. Αγαμέμνονος στ. 456.↩
3) Φανερώνεται το πλήθος και το πυκνόν της παρατάξεως. Ίδε Σχολ. «τέθριππα και εξάιπα τάγματα» ήτοι δίζυγοι και τρίζυγοι ίλαι.↩
4) «Σύρδην» = δίκην κυμάτων Πρβλ. Επτά επί Θήβας 1070.↩
5) Τον Ελλήσποντο.↩
6) Η δυναστεία του Δαρείου έλεγεν ότι η καταγωγή της ήτον από τον Περσέα, υιόν της Δανάης, γεννημένον από τον Δία, που διά να αποκτήση την Δανάην μετεβλήθη εις χρυσήν βροχήν.↩
7) Ο Αισχύλος συχνά παρουσιάζει τους Πέρσας να επαινούν τους Έλληνας. Έτσι εδώ οι τοξόται Πέρσαι, που πολεμούν δηλαδή από μακράν, επήγαν, λέγει, να πολεμήσουν τους δοξασμένους ως λογχιστάς Έλληνας, ήτοι άνδρας που πολεμούν με γενναιότητα στήθος με στήθος.↩
7alpha) «Δολόμητιν δ' απάτην θεού τις ανήρ θνητός αλύξει;» = το αλύσκειν εις την έννοιαν του διαφεύγω προβλέποντας.↩
8) Πολέμους πυργοδαΐκτους = πύργους δαΐζοντας, ήτοι εις πολέμους, που καταρρίπτουν φρούρια. Σχολ. νεωτ. Πρβλ. και Χοηφόρων στ. 859.↩
9) Έμαθαν οι Πέρσαι. = Φανερώνεται έτσι με το «έμαθον» ειρωνεία, διότι οι Πέρσαι όχι εκ φύσεως αλλ' ανόητα από μάθησιν έγιναν ναυτικοί.↩
10) «Πίσυνοι λεπτοδόμοις πείσμασι» εμπιστευόμενοι εις εξαρτήματα (πανιά) συγκρατημένα με λεπτά σχοινιά. Ίδε Οδύσ. 10, 96, 127.↩
11) «Μελαγχίτων φρην = ψυχή ενδυμένη με μαύρον από πένθος χιτώνα.↩
12) «Οά:» Περσικόν επιφώνημα οδυρμού αντίστοιχο με το ιδικό μας αλλοί και αλλοίμονο.↩
13) Στέγος αρχαίον = το μέρος του ανακτόρου που εχρησίμευεν ως βουλευτήριον Πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 2, 788 «οι δ' αγοράς αγόρευον επί Πριάμοιο θύρισιν» και 7, 336. Εκεί ήτον ο τάφος του Δαρείου.↩
14) Του Περσέως.↩
15) Η εξήγησις είναι σύμφωνα με την ερμηνείαν του Weklein. Παλαιότερη και πλέον αδύνατη ερμηνεία είναι: «θα ειπώ λόγο, που δεν εγέννησεν ο νους μου, αν και δεν ήμουν χωρίς φόβον».↩
16) «Πέπλοισι ησκημένη» πλούσια ντυμένη. Περί της σημασίας του ασκείν πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 10, 438, 23, 743 και Οδύσ. 1, 439.↩
17) Η Δωρική εσθής ήτο χιτών μάλλινος, ανοικτός εις τους ώμους και συνδεόμενος εκεί με περόνην ή με πόρπην. Τον εφόρουν παλαιότερα όλοι οι Έλληνες. Ηρόδ. 5, 88 «η δε Δωρική εσθής πάσα η αρχαίη των γυναικών η αυτή ην την νυν Δωρίδα καλέομεν».↩
18) «Λέπαδν επ' αυχένων τίθησι».↩
19) Ύστερ' από κακόν όνειρον οι Έλληνες εσηκώνοντο και ερραντίζοντο με νερό. Ίδε Χοηφ. 533 κ. ε. — Αριστοφάνους Βάτρ. 1340 κ. ε.↩
20) «Φοίβου . . . φόβω» παρήχησις όπως εις τας Χοηφόρους, στ. 910. Έμεινε και εις την μετάφρασιν.↩
21) «Κίρκον» είδος γερακιού, σήμερα κιρκινέζος ή ξεφτέρι.↩
22) «Θεούς δε προστροπαίς ικνουμένη»↩
23) «Θυμόμαντις, ων σοι πρευμενώς παρήνεσα». Ίδε Ομήρου Οδύσ. 1200.↩
23alpha) «Έγχη σταδαία και φεράσπιδες σαγαί».↩