WeRead Powered by ReaderPub
Απολογία Σωκράτους cover

Απολογία Σωκράτους

Chapter 6: ***
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The text records a trial speech in which a philosopher answers accusations of corrupting youth and not honoring the city's gods, explaining that his public questioning arises from a search for genuine knowledge and that his reputation for wisdom reflects recognition of his own ignorance. He rebukes sophistical rhetoric, appeals to conscience and the examined life, describes a personal divine sign that guides him, refuses to abandon his mission for fear of death, and accepts the legal outcome calmly while urging moral care by his followers.

[Ενταύθα τελειόνει η απολογία του Σωκράτους. Μετά τούτο οι δικασταί απεσύρθησαν εις διάσκεψιν, ίνα αποφασίσουν αν είνε ένοχος ο Σωκράτης εις την αποδοθείσαν εις αυτόν κατηγορίαν ή όχι. Απεφάνθησαν δε διά ψήφων 281 ότι ο Σωκράτης είνε ένοχος (56) . Μετά τούτο, γνωσθείσης της αποφάσεως, επηκολούθησεν άλλη συζήτησις, ίνα ορισθή η ποινή, οπού έπρεπε να επιβληθή εις τον ένοχον· διό και λαμβάνει πάλιν τον λόγον ο Σωκράτης.)

XXV. Και άλλοι μεν πολλοί λόγοι συνετέλεσαν, ω άνδρες Αθηναίοι εις το να μη οργισθώ δι' αυτό τα συμβάν, ότι με κατεδικάσατε ως ένοχον, το κυριώτατον δε είνε ότι δι' εμέ δεν υπήρξεν απροσδόκητος η απόφασίς σας αύτη· μάλιστα πολύ περισσότερον παραξενεύομαι διά το γενικόν εξαγόμενον της ψηφοφορίας. Διότι εγώ τουλάχιστον δεν ήλπιζα ότι η διαφορά μεταξύ των καταδικαστικών και αθωωτικών ψήφων θα ήτο τόσον μικρά, αλλ' ότι θα κατεδικαζόμην με παρά πολύ μεγαλυτέραν πλειοψηφίαν. Τόρα δε, ως φαίνεται, εάν τριάκοντα μόνον ψήφοι ερρίπτοντο αντιθέτως, ήθελον αθωωθή. Το βέβαιον όμως είνε ότι από τον Μέλητον, κατά την γνώμην μου, και τόρα, μετά την απόφασίν σας αυτήν, εσώθην. Και όχι μόνον εσώθην, αλλά προσέτι, είνε πασίδηλον βεβαίως, ότι αν δεν προσήρχοντο εις τα δικαστήριον ο Άνυτος και ο Λύκων ως συνήγοροι αυτού, διά να με κατηγορήσουν, όχι μόνον, θα εκηρυττόμην αθώος, αλλά ο Μέλητος θα επλήρωνε μάλιστα και πρόστιμον χιλίων δραχμών (57) διότι δεν θα συνεκέντρονεν υπέρ της κατηγορίας έν πέμπτον περιπλέον του ημίσεος των ψήφων των δικαστών.

XXVI. Προτείνει λοιπόν εναντίον μου ο καλός άνθρωπος την ποινήν του θανάτου. Ας είνε. Αλλ' εγώ τόρα, ω άνδρες Αθηναίοι, ποίαν ποινήν διά τον εαυτόν μου να σας αντιπροτείνω (58) . Μήπως δεν είνε φανερόν ότι θα ορίσω εκείνην την ποινήν, της οποίας είμαι άξιος; Ποίας λοιπόν ποινής είμαι άξιος; Εις ποίαν σωματικήν ποινήν, ή εις τι χρηματικόν πρόστιμον κρίνω άξιον να καταδικασθώ, διότι από την διεστραμμένην μου γνώμην δεν ησύχαζα διόλου εις όλην μου την ζωήν, αλλ' αφού παρημέλησα όλα εκείνα, διά τα οποία με τόσην σπουδήν φροντίζει ο περισσότερος κόσμος, την απόκτησιν πλούτου, την διοίκησιν των οικιακών μου υποθέσεων, τας στρατηγικάς θέσεις και τα αξιώματα, το πολιτικόν βήμα και τας λοιπάς αρχάς, και αφού δεν έλαβα μέρος εις καμμίαν κομματικήν στάσιν και συνωμοσίαν, τα οποία τόσον συνήθη είνε εις την πόλιν αυτήν, διότι εγνώρισα τον εαυτόν μου τωόντι πολύ περισσότερον έντιμον άνθρωπον ή ώστε να θέλω να σώσω την ζωήν μου ενασχολούμενος εις αυτά τα ανάξια κατ' εμέ έργα, εις αυτά μεν δεν ενησχολήθην διόλου, εις τα οποία εάν ενησχολούμην, δεν θα ήμουν ωφέλιμος μήτε εις σας, μήτε εις τον εαυτόν μου, ενησχολούμην δε εις αυτά μόνον, να παρέχω ιδιαιτέρως εις έκαστον εξ υμών την πλέον μεγίστην ευεργεσίαν, ως προ ολίγου είπον, επιχειρών να πείθω έκαστον από σας να μη φροντίζη μήτε διά τας ιδικάς του υποθέσεις, πριν φροντίση πρότερον διά τον εαυτόν του πώς να γείνη χρηστότατος και σοφώτατος, μήτε διά τας υποθέσεις της πόλεως πριν φροντίση πρότερον δι' αυτήν την πόλιν, και διά τα λοιπά επίσης να μεριμνά κατά τον ίδιον τρόπον. Τι λοιπόν είμαι άξιος να πάθω, αφού είμαι τοιούτος; Πολύ μέγα καλόν, ω άνδρες Αθηναίοι, εάν πρέπη βεβαίως κατά την αξίαν μου τη αληθεία να ορίσητε την ανταμοιβήν μου· και μάλιστα καλόν τωόντι τοιούτον, το οποίον ήθελεν είναι κατάλληλον δι' εμέ. Τι λοιπόν καλόν αρμόζει εις άνθρωπον πένητα, ευεργέτην σας όμως, όστις έχει ανάγκην μεγάλης αναπαύσεως διά να ενασχολήται διαρκώς εις το να σας δίδη συμβουλάς; Καμμία άλλη ανταμοιβή, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν αρμόζει καλύτερον τόσον, όσον το να τρέφεται πάντοτε αυτός ο άνθρωπος εις το Πρυτανείον, πολύ δικαιότερον βεβαίως αυτός, παρά όστις από σας ενίκησεν εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, εις ιππικόν δρόμον εξ ενός ή δύο ίππων ή εις δρόμον αρμάτων εκ τριών ή τεσσάρων ίππων. Διότι εκείνος μεν διά της νίκης του συντελεί να είσθε σεις ευδαίμονες μόνον κατά το φαινόμενον, ενώ εγώ σας κάμνω να είσθε αληθώς τοιούτοι· και εκείνος μεν δεν έχει ανάγκην διόλου της βοηθείας σας προς διατροφήν του. Εγώ δε έχω μεγάλην ανάγκην. Εάν λοιπόν πρέπει εγώ με δικαιοσύνην να ορίσω την αμοιβήν, της οποίας είμαι άξιος, προτείνω αυτήν την αμοιβήν, να τρέφωμαι δημοσία δαπάνη εις το Πρυτανείον (59) .

XXVII. Ίσως λοιπόν ακόμη και την στιγμήν αυτήν κατά την οποίαν λέγω ταύτα, σας φαίνομαι ότι ομιλώ ωσάν διά να σας παρακαλώ με ταπείνωσιν να λάβετε οίκτον δι' εμέ, δεικνύων με αυτόν τον τρόπον μου μεγάλην αυθάδειαν. Αυτό όμως, ω άνδρες Αθηναίοι, δεν έχει ούτως, αλλ' ωμίλησα κατ' αυτόν τον τρόπον μάλλον διά τον εξής λόγον. Εγώ είμαι πεπεισμένος ότι, όσον εξαρτάται από την θέλησίν μου, εν γνώσει δεν ηδίκησά ποτε κανένα άνθρωπον, αλλ' εις τούτο υμάς δεν ημπορώ να πείσω σήμερον· επειδή ολίγον χρόνον αναμεταξύ μας συνωμιλήσαμεν. Κατά την ιδέαν μου όμως, εάν είχατε νόμον να μη δικάζωνται εντός μιας μόνον ημέρας (60) τα περί θανάτου εγκλήματα, αλλά να εξακολουθή η δίκη δι' αυτά εις περισσοτέρας κατά συνέχειαν ημέρας, καθώς τούτο ισχύει εις άλλας πόλεις, τότε θα κατώρθονα να σας πείσω. Τώρα όμως δεν είνε εύκολον πράγμα εις τόσον ολίγον διάστημα να απαλλάξω τον εαυτόν μου από τόσον μεγάλας συκοφαντίας και δυσφημήσεις. Ενώ λοιπόν εγώ είμαι πεπεισμένος ότι δεν ηδίκησα ποτέ κανένα άλλον άνθρωπον, βεβαίως δεν θα αδικήσω ποτέ τον εαυτόν μου και δεν θα είπω κατηγορίας εναντίον του εαυτού μου, λέγων ότι είμαι άξιος να υποστώ ποινήν τινα και να προτείνω ο ίδιος τοιαύτην ποινήν διά τον εαυτόν μου. Διατί; Από ποίον φόβον; Αλήθεια, μήπως υποστώ αυτήν την ποινήν, όπου προτείνει δι' εμέ ο Μέλητος, διά την οποίαν είπον ότι δεν γνωρίζω αληθώς ούτε αν είνε καλή, ούτε αν είνε κακή; Να εκλέξω λοιπόν κανέν από ταύτα τα κακά, τα οποία γνωρίζω μετά βεβαιότητος ότι είνε κακά και να προτείνω αυτό ως ποινήν μου; Τι από τα δύο; Να προτείνω ως ποινήν μου τα δεσμά; Και ποία ανάγκη να ζω διαρκώς μέσα εις το δεσμωτήριον, και να είμαι υπόδουλος εις την εκάστοτε ισχύουσαν εξουσίαν των Ένδεκα; (61) Αλλά να προτείνω την χρηματικήν ποινήν διά τον εαυτόν μου και να είμαι κλεισμένος εις το δεσμωτήριον έως ότου ήθελα πληρώσει το πρόστιμον; Αλλ' αυτό είνε δι' εμέ το ίδιον, το οποίον τόρα δα είπα, να ζω δηλαδή διαρκώς φυλακισμένος εντός του δεσμωτηρίου· διότι δεν έχω χρήματα, με τα οποία να πληρώσω το πρόστιμον. Αλλά τέλος πάντων να προτείνω διά τον εαυτόν μου ως ποινήν την εξορίαν; Ίσως τωόντι ηθέλατε με θεωρήσει άξιον της ποινής αυτής και ηθέλατε με καταδικάσει εις εξορίαν. Αλλ' όμως θα ήμουν πολύ φιλόζωος, ω άνδρες Αθηναίοι, εάν είμαι τόσον ασυλλόγιστος, ώστε να μη ημπορώ να σκεφθώ ότι σεις μεν, οι οποίοι είσθε συμπολίται μου, δεν ημπορέσατε να υπομείνητε τας ομιλίας μου και τα αποφθέγματά μου, αλλά εθεωρήσατε αυτάς πολύ περισσότερον οχληράς και μισητάς, ή ώστε να τας υποφέρετε, και διά τούτο επιθυμείτε τώρα να απαλλαγήτε από αυτάς, άλλοι δε βεβαίως άνθρωποι ευκόλως θα τας υπομείνουν. Τούτο δεν είνε διόλου δυνατόν, ω άνδρες Αθηναίοι. Λοιπόν ωραία θα ήτο η ζωή δι' εμέ, αφού απέλθω εις εξορίαν, άνθρωπος εις τόσον μεγάλην ηλικίαν πλέον, να ζω πλανώμενος από πόλεως εις πόλιν και διωκόμενος ως ένας αγύρτης ή κατάδικος. Διότι είνε βέβαιον ότι όπου και αν υπάγω, οι νέοι θα ακροώνται πάντοτε τους λόγους μου, καθώς εγίνετο και ενταύθα· και αν μεν τους αποδιώκω από πλησίον μου, αυτοί οι ίδιοι θα με καταδιώξουν πείθοντες εις τούτο τους γονείς των· αν δε πάλιν δεν τους αποφεύγω, τότε και οι γονείς των και οι συγγενείς θα με αποδιώξουν από την πόλιν χάριν εκείνων των ιδίων ως διαφθορέα.

XXVIII. Αλλ' ίσως βέβαια ήθελεν ειπεί τις. Ω Σώκρατες, όταν προς χάριν μας ήθελες αφήσει την πόλιν μας, δεν θα ήτο δυνατόν να ζης σιωπών του λοιπού και ησυχάζων; Εις τούτο δα να πείσω πολλούς από σας, βλέπω ότι είνε δυσκολώτατον από όλα. Διότι και εάν είπω ότι το να σιωπώ σημαίνει ότι είμαι απειθής εις τον θεόν των Δελφών, και δι' αυτόν τον λόγον δεν δύναμαι να ησυχάζω, δεν θα με πιστεύσητε εκλαμβάνοντες αυτό ως ειρωνείαν και εάν πάλιν σας είπω ότι αυτό δεν είνε μόνον καθήκον, αλλά τυχαίνει να είνε και το πλέον μέγιστον καλόν δι' ένα άνθρωπον, να ομιλή όλας τας ημέρας της ζωής του περί αρετής και περί των άλλων ωφελίμων εις τον βίον θεμάτων, περί των οποίων σεις με ηκούσατε να ομιλώ, και να εξετάζω τον εαυτόν μου και τους άλλους ανθρώπους και ότι η απερίσκεπτος και ανεξάρτητος ζωή δεν είνε ζωή αξία διά τον άνθρωπον, εάν ήθελον λέγει ταύτα, ακόμη ολιγώτερον ηθέλατε με πιστεύσει. Αλλά ταύτα μεν είνε, καθώς εγώ τα λέγω, ω άνδρες· να σας κάμω όμως να τα πιστεύσετε, δεν είνε εύκολον. Προς τούτοις εγώ συνάμα δεν εσυνήθισα να θεωρώ τον εαυτόν μου άξιον καμμιάς ποινής. Βεβαίως όμως εάν είχα χρήματα, θα προέτεινα διά τον εαυτόν μου την ποινήν των χρημάτων, τόσων δε, όσα ήμουν εις θέσιν να πληρώσω. Διότι αυτό δεν θα μου επροξένει καμμίαν βλάβην. Τώρα όμως δεν ημπορώ να προτείνω την ποινήν αυτήν, διότι δεν έχω τίποτε, εκτός αν ίσως θέλετε να ορίσητε ποινήν δι' εμέ τόσον πρόστιμον, όσον ημπορώ εγώ να πληρώσω. Ίσως δε θα ημπορούσα να σας πληρώσω πρόστιμον μίαν μναν. Εις τόσον λοιπόν πρόστιμον καταδικάζω τον εαυτόν μου. Ο Πλάτων όμως ούτος, ο οποίος είνε παρών εδώ, ω άνδρες Αθηναίοι, και ο Κρίτων και ο Κριτόβουλος και ο Απολλόδωρος με παρακινούν να προτείνω πρόστιμον έως τριάκοντα μνας, και γίνονται οι ίδιοι εγγυηταί μου· καταδικάζω λοιπόν τον εαυτόν μου εις τόσον πρόστιμον· ούτοι δε θα είνε προς υμάς εγγυηταί αξιόχρεοι των χρημάτων τούτων.

(Αφού ο Σωκράτης πειθόμενος εις τον νόμον κατεδίκασε τον εαυτόν του εις πρόστιμον, οι δικασταί απεσύρθησαν εις διάσκεψιν, μετά ταύτα δε εξελθόντες απήγγειλαν την απόφασίν των και κατεδίκασαν τον Σωκράτην εις θάνατον. Τότε ο Σωκράτης λαμβάνει πάλιν διά τελευταίαν φοράν τον λόγον).

XXIX. Διά να κερδήσετε δε, ω άνδρες Αθηναίοι, ολίγον βεβαίως χρόνον, όστις μου απομένει ακόμη διά να ζήσω, διότι είμαι γέρων και θα απέθνησκον, πολύ κακήν φήμην θ' αποκτήσετε, και θα κατηγορηθήτε, από εκείνους οπού έχουν την διάθεσιν να ονειδίζουν την πόλιν, διότι κατεδικάσατε εις θάνατον τον Σωκράτην αυτόν τον σοφόν άνθρωπον διότι θα είπουν αναντιρρήτως ότι είμαι σοφός, αν και δεν είμαι, εκείνοι οπού θέλουν να μεγαλώσουν τα αίσχος σας. Εάν λοιπόν ηθέλατε περιμείνει ολίγον καιρόν ακόμη, θα επήρχετο εις εμέ ο θάνατος μόνος του φυσικά, και ηθέλατε απολαύσει εκείνο, τα οποίον τόσον πολύ εποθήσατε. Διότι βλέπετε βεβαίως ότι η ηλικία μου πλέον είνε μακράν μεν της ζωής, πλησίον δε του θανάτου. Αυτά δε λέγω όχι δι' όλους υμάς, αλλά μόνον δι' εκείνους, οι οποίοι με κατεδίκασαν εις θάνατον. Προς αυτούς δε τους ιδίους λέγω ακόμη και τα εξής. Ίσως στοχάζεσθε, ω άνδρες, ότι εγώ κατεδικάσθην δι' έλλειψιν λόγων τοιούτων, διά των οποίων θα σας έπειθον, εάν εφρόνουν ότι έπρεπεν όλα τα μέσα να μεταχειρισθώ και όλα τα επιχειρήματα να είπω όσα ηδυνάμην, ώστε να αποφύγω την καταδίκην. Αυτό διόλου δεν είνε αληθές. Κατεδικάσθην αληθώς, όχι όμως δι' έλλειψιν λόγων ή επιχειρημάτων, αλλά δι' έλλειψιν θρασύτητος και αναισχυντίας και επιθυμίας του να λέγω προς υμάς τοιαύτα, οποία θα σας επροξένουν μεν μεγίστην ευχαρίστησιν να τα ακούετε, να θρηνώ και να οδύρωμαι παρακαλών υμάς και άλλα πολλά τοιαύτα να κάμνω και να λέγω, ανάρμοστα εις εμέ, καθώς εγώ τα θεωρώ· οποία δα έχετε συνηθίσει μάλιστα να ακούετε πάντοτε από τους άλλους κατηγορουμένους. Αλλ' ούτε τότε προ της αποφάσεως ενόμισα ότι έπρεπεν ένεκα του κινδύνου να πράξω κανέν άνανδρον, ούτε τόρα μετά την καταδίκην μου μετανοώ, διότι κατ' αυτόν τον τρόπον έκαμα την απολογίαν μου, αλλά πολύ περισσότερον προτιμώ να αποθάνω με την απολογίαν, την οποίαν έκαμα, παρά να ζήσω με τον άλλον τρόπον εκείνον των παρακλήσεων και των δακρύων. Ούτε εις το δικαστήριον βεβαίως, ούτε εις τον πόλεμον, ούτε εγώ, ούτε άλλος κανείς έντιμος άνθρωπος πρέπει να ζητή να εφεύρη μηχανήν πώς να αποφύγη τον θάνατον, παν μέσον προς τούτο μεταχειριζόμενος. Διότι εις τας μάχας μάλιστα πολλάκις γίνεται φανερόν ότι τον θάνατον βεβαίως πολύ ευκολώτερον ίσως ήθελεν αποφύγει κανείς ρίπτων τα όπλα και ζητήσας έλεος από τους εχθρούς· υπάρχουν δε προσέτι και άλλα πολλά μέσα χωριστά εις κάθε ένα κίνδυνον, ώστε να αποφεύγη κανείς τον θάνατον, εάν προβαίνη εις τόσην αναισχυντίαν ώστε να κάμνη και να λέγη τα πάντα. Αλλά φοβούμαι, ω άνδρες, μήπως δεν είνε αυτό το δύσκολον να διαφύγη κανείς τον θάνατον, αλλά μήπως είνε πολύ δυσκολώτερον να αποφύγη την καταισχύνην. Διότι αύτη τρέχει πολύ ταχύτερον από τον θάνατον. Και λοιπόν εγώ τόρα, επειδή είμαι γέρων και βραδύς, συνελήφθην υπό του πλέον βραδυτέρου πράγματος από εμέ, οι δε κατήγοροί μου, επειδή είνε όντως ρωμαλέοι και ταχείς, συνελήφθησαν υπό του πλέον ταχυτέρου, υπό της ατιμίας. Και τόρα, εγώ μεν θα απέλθω καταδικασθείς από σας εις θάνατον, οι δε κατήγοροί μου καταδικασθέντες από την δύναμιν της αληθείας εις ατιμίαν και αδικίαν. Και εγώ βεβαίως είμαι έτοιμος να υποστώ την ποινήν, οποία υπ' αυτών ωρίσθη. Αυτά μεν λοιπόν ίσως ούτως έπρεπε να γείνουν καθώς και έγιναν, και νομίζω ότι αυτά έγιναν καλώς και καθώς έπρεπε.

XXX. Μετά δε τούτο πλέον επιθυμώ, ω σεις οπού με κατεδικάσατε, να προμαντεύσω διά σας τι θα σας συμβή και δι' άλλους λόγους, τους οποίους παραλείπω, αλλά και διότι ευρίσκομαι τόρα εις αυτήν την επίσημον ώραν, κατά την οποίαν ιδίως οι άνθρωποι αποκτούν την ικανότητα να προλέγουν το μέλλον, όταν πλησιάζη ο θάνατός των (62) .

Σας αναγγέλλω λοιπόν, ω άνδρες σεις, οπού με εφονεύσατε, ότι τιμωρία μεγάλη θα επέλθη εις σας, ευθύς μετά τον θάνατόν μου, η οποία θα είνε πολύ περισσότερον σκληροτέρα, μα τον Δία, ή όσον είνε ο θάνατος, εις τον οποίον με κατεδικάσατε. Διότι τόρα επράξατε τούτο στοχαζόμενοι ότι ηθέλατε απαλλαχθή από το να δώσετε λόγον διά τας πράξεις του βίου σας. Και όμως θ' αποβή τούτο πολύ εναντίον διά σας, καθώς εγώ σας το προλέγω. Πολύ περισσότεροι θα υπάρξουν κατόπιν από εμέ εκείνοι, οπού θα σας ελέγχουν, τους οποίους εγώ τόρα εμπόδιζον διά της παρουσίας μου, σεις δε δεν τους εβλέπατε, και τόσον περισσότερον οχληροί θα είνε, όσον είνε πλέον νεώτεροι, και σεις πολύ περισσότερον θ' αγανακτήσετε τότε. Διότι εάν στοχάζεσθε ότι, με το να καταδικάζετε ανθρώπους εις θάνατον, θα εμποδίσετε άλλους από το να σας ονειδίζουν διότι δεν ζήτε ορθώς, δεν σκέπτεσθε ορθώς. Διότι ο τρόπος αυτός της απαλλαγής από τον έλεγχον ούτε είνε πολύ δυνατόν να κατορθωθή, διότι θα αναφανώσιν άλλοι κατόπιν από εκείνους πάλιν, ούτε είνε έντιμος, διότι προκύπτει όνειδος εις τον φονεύοντα· αλλ' εκείνος ο τρόπος της απαλλαγής είνε άριστος και ευκολώτατος, να μη εμποδίζη κανείς τους άλλους από το να ελέγχουν αυτόν, αλλά να είνε έτοιμος, αυτός ο ίδιος έχων παρεσκευασμένον τον εαυτόν του με ποίον τρόπον να φανή όσον το δυνατόν ωφελιμώτατος. Αφού λοιπόν προείπον αυτά διά σας, οι οποίοι με κατεδικάσατε εις θάνατον, δύναμαι πλέον, να σας αφήσω.

XXXI. Με σας δε, οι οποίοι εδώσατε αθωωτικήν ψήφον εις εμέ, ευχαρίστως ήθελον συνομιλήσει εις υποστήριξιν αυτού, το οποίον τόρα συνέβη εις εμέ, ενόσω οι άρχοντες, οι Ένδεκα, είνε απησχολημένοι με τα προκαταρκτικά της απαγωγής μου, και δεν εσύρθην ακόμη εις το δεσμωτήριον, όπου αφού απαχθώ, πρέπει να υποστώ την θανατικήν ποινήν. Αλλά σας παρακαλώ, ω άνδρες, παραμείνατε ολίγην ακόμη ώραν. Διότι κανέν εμπόδιον δεν υπάρχει να συνομιλήσωμεν μεταξύ μας, ενόσω έχομεν καιρόν ακόμη. Διότι θέλω να καταστήσω φανερόν προς υμάς ως προς φίλους μου, ποίαν σημασίαν επί τέλους έχει αυτό, το οποίον εις εμέ τόρα συνέβη. Εις εμέ, ω άνδρες δικασταί — και δεν απατώμαι, φρονώ, εάν ονομάζω δικαστάς μόνον σας, οι οποίοι μου εδώσατε αθωωτικήν ψήφον — συνέβη κάτι τι πολύ καταπληκτικόν. Η μαντική φωνή του οικειοτάτου μου δαιμονίου, καθ' όλον μεν τον προηγούμενον χρόνον της ζωής μου πολύ συχνά πάντοτε εναντιόνετο, ακόμη και εις τας πλέον ασημάντους περιστάσεις, οσάκις εδοκίμαζα να επιχειρήσω έργον τι, το οποίον ήθελεν αποβή κακώς δι' εμέ. Τώρα όμως συνέβησαν εις εμέ αυτά δα, τα οποία βλέπετε και σεις οι ίδιοι, τα οποία πραγματικώς και κατά την ατομικήν του γνώμην έκαστος ήθελε θεωρήσει ως μεγάλα κακά και γενικώς από τον περισσότερον κόσμον θεωρούνται ότι είνε τα πλέον βαρύτατα από όλα τα κακά. Και όμως εις εμέ ούτε όταν εξήλθα την πρωίαν αυτήν εκ του οίκου μου εναντιώθη το σημείον του θεού, ούτε όταν ήλθα εδώ ενώπιον του δικαστηρίου, ούτε και όταν ήρχισα την απολογίαν μου, εις κανέν μέρος του λόγου μου, οσάκις έμελλα να είπω τι, εναντιώθη. Και όμως εις άλλας ομιλίας μου πολλάκις τωόντι με διέκοπτεν εις το μέσον του λόγου και με εμπόδιζε να είπω τι, το οποίον είχα σκεφθή να είπω. Σήμερον κατά την δίκην μου αυτήν το δαιμόνιον πουθενά δεν εναντιώθη και δεν με απέτρεψε καθ' όλα τα στάδια αυτής, εις ό,τι εγνώριζε ότι ημπορούσα να ενεργήσω ή να είπω. Ποίον λοιπόν στοχάζομαι ότι είνε το αίτιον αυτής της σιωπής του δαιμονίου; Εγώ θα σας τα εξηγήσω. Αυτό το οποίον συνέβη σήμερον εις εμέ φαίνεται ότι είνε πολύ μέγα καλόν. Και αναμφιβόλως δεν φρονούμεν ορθώς ημείς, όσοι νομίζομεν ότι ο θάνατος είνε κακόν πράγμα. Σπουδαία δε απόδειξις αυτού δι' εμέ είνε τούτο· ότι εξάπαντος ήθελεν εναντιωθή εις εμέ κατά την συνήθειάν του το οικειότατόν μου δαιμόνιον, εάν δεν έμελλα εγώ να πράξω αγαθόν πράγμα.

XXXII. Ας σκεφθώμεν δε και κατά τον εξής τρόπον, διότι θα ίδωμεν, καθώς φρονώ, ότι είνε μεγάλη ελπίς να είνε αυτό καλόν πράγμα. Ο θάνατος έν εκ των δύο είνε· ή βεβαίως είνε τοιούτον πράγμα, ώστε να είνε μηδέν, και ο αποθανών να μη έχη καμμίαν αίσθησιν κανενός πράγματος, ή καθώς λέγουν, τυχαίνει να είνε κάποια μεταλλαγή και μετοίκησις της ψυχής από τον κόσμον τούτο εις άλλον τόπον. Και εάν βέβαια δεν υπάρχει καμμία αίσθησις εις τον αποθανόντα, αλλ' ο θάνατος είνε τοιούτος, οποίος είνε ο ήρεμος ύπνος, όταν κανείς κοιμώμενος μήτε όνειρον κανέν δεν βλέπει, τότε θαυμάσιον κέρδος ήθελεν είνε ο θάνατος. Διότι εγώ στοχάζομαι ότι, εάν έπρεπε κανείς, αφού εκλέξη μίαν τοιαύτην νύκτα, κατά την οποίαν να κοιμηθή τόσον βαθειά, ώστε μήτε όνειρον να ίδη, και αφού αντιπαραβάλη όλας τας λοιπάς νύκτας και όλας τας λοιπάς ημέρας της ζωής του με αυτήν την νύκτα, εάν έπρεπε να σκεφθή τότε και να είπη ποίας ημέρας και νύκτας έζησεν εις τον βίον του πλέον ευτυχέστερον και πλέον γλυκύτερον από αυτήν την νύκτα, στοχάζομαι ότι όχι μόνον ένας ιδιώτης και απλούς άνθρωπος, αλλά και αυτός ο μέγας βασιλεύς της Περσίας πολύ ολίγας θα εύρη τας ημέρας αυτάς και νύκτας, συγκριτικώς προς τας λοιπάς ημέρας της ζωής του. Εάν λοιπόν τοιούτον πράγμα είνε ο θάνατος, τότε εγώ δικαίως τον θεωρώ κέρδος. Διότι ολόκληρος ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου διόλου δεν φαίνεται πραγματικώς ότι είνε πλέον μακρότερος από μίαν νύκτα. Εάν δε πάλιν ο θάνατος είνε ωσάν μία αποδημία από αυτόν τον τόπον εις κανένα άλλον, όθεν είνε αληθινά όσα λέγονται, ότι εκεί λοιπόν ευρίσκονται όλοι οι νεκροί, τότε ποίον άλλο καλόν ημπορεί να φαντασθή κανείς ότι είνε μεγαλύτερον από αυτό, ω άνδρες δικασταί; Διότι εάν κανείς, αφού έλθη εις τον Άδην γλυτώσας από αυτούς, οι οποίοι ψευδώς διατείνονται ότι είνε δικασταί, εύρη εκεί τους αληθινούς δικαστάς, οι οποίοι ίσα-ίσα, ως λέγουν, απονέμουσιν εκεί την δικαιοσύνην, ο Μίνως και ο Ραδάμανθυς και ο Αιακός και ο Τριπτόλεμος και άλλοι όσοι από τους ημιθέους υπήρξαν δίκαιοι εις την ζωήν των, άρα γε κακή θα ήτο η αποδημία αύτη; Ή πάλιν να συναναστραφή κανείς εκεί με τον Ορφέα και τον Μουσαίον και τον Ησίοδον και τον Όμηρον, πόσα ήθελε στέρξει κανείς από σας να πληρώση; Διότι εγώ βεβαίως όχι μίαν φοράν, αλλά πολλάκις επιθυμώ να αποθάνω, εάν αυτά είνε αληθινά. Αφού και εις εμέ τον ίδιον κατ' εξοχήν τερπνή ήθελεν είνε η συναναστροφή εκεί, διότι θα ήτο δυνατόν να συνομιλώ με τον Παλαμήδην και τον Αίαντα τον Τελαμώνιον και όλους τους λοιπούς ήρωας της αρχαιότητος, όσοι κατεδικάσθησαν αδίκως εις θάνατον· και θα εύρισκον όχι ολίγην ευχαρίστησιν, καθώς εγώ στοχάζομαι, να αντιπαραβάλω τα ιδικά μου παθήματα με τα ιδικά των· και τέλος το προσφιλέστατον από όλα δι' εμέ, θα διηρχόμην τας ημέρας μου εξετάζων και ερευνών ακαταπαύστως εκείνους, οπού ευρίσκονται εκεί, καθώς έπραττον και ενταύθα, ποίος τωόντι από αυτούς είνε σοφός αληθώς και ποίος πιστεύει μεν ότι είνε σοφός, πράγματι δε δεν είνε.

Πόσον δε ήθελε κανείς στέρξει να πληρώση, ω άνδρες δικασταί, διά να υποβάλη εις εξέτασιν εκείνον, οπού ωδήγησεν εναντίον της Τροίας τον πολυάριθμον στρατόν, ή τον Οδυσσέα, ή τον Σίσυφον, ή τόσους άλλους αναριθμήτους, όσους ημπορούσε να ονομάση κανείς τόρα και άνδρας και γυναίκας; Με τούτους δε να συνομιλώ και να συναναστρέφωμαι και να εξετάζω αυτούς, ήθελεν είναι δι' εμέ μία απείρως μεγάλη ευδαιμονία. Εξάπαντος δε οι εκεί δικασταί, ως φρονώ, δεν καταδικάζουν βεβαίως δι' αυτόν τον λόγον κανένα εις θάνατον. Διότι εκτός ότι και καθ' όλα τα λοιπά οι εκεί είνε πλέον ευδαιμονέστεροι από τους εδώ, είνε προσέτι και αθάνατοι, εάν είνε βεβαίως αληθινά τα λεγόμενα.

XXXIII. Αλλά και σεις πρέπει, ω άνδρες δικασταί, να έχετε καλάς ελπίδας διά τον θάνατον, καθώς εγώ είμαι εύελπις, και να νομίζετε ότι κατ' εξοχήν αληθές είνε αυτό μόνον, ότι διά τον ενάρετον άνθρωπον δεν υπάρχει κανέν κακόν, ούτε ενόσω ζη, ούτε αφού αποθάνη, ουδέ παραμελούνται από τους θεούς όσα αφορώσιν εις αυτόν. Και τα ιδικά μου δε συμβάντα τόρα δεν έγιναν κατά τύχην, αλλ' εις εμέ είνε φανερόν τούτο, ότι το να αποθάνω πλέον, ώστε ν' απαλλαχθώ από τας μερίμνας και φροντίδας, θα ήτο καλύτερον δι' εμέ από το να ζω. Διά τούτο ακριβώς σήμερον πουθενά δεν με απέτρεψεν η θεία φωνή, ενώ έκαμνα την απολογίαν μου. Και εναντίον λοιπόν εκείνων, οπού με κατεδίκασαν και εναντίον των κατηγόρων μου πολύ-πολύ δεν αγανακτώ. Και όμως δεν με κατεδίκαζαν και δεν με κατηγόρουν με αυτήν την πρόθεσιν, ώστε να μου προξενήσουν καλόν, αλλά με τον στοχασμόν ότι με βλάπτουν. Δι' αυτήν δε την κακήν των πρόθεσιν μόνον είνε άξιον να τους μεμφθή κανείς. Όμως αν και δεν έχουν καλήν δι' εμέ διάθεσιν, μίαν μόνον μικράν χάριν ζητώ από αυτούς.

Σας παρακαλώ, ω άνδρες, τους υιούς μου, όταν φθάσουν εις την εφηβικήν ηλικίαν, να τιμωρήσητε προξενούντες εις αυτούς αυτήν την ιδίαν λύπην, με την οποίαν σας ελύπουν εγώ, προτρέποντες αυτούς εις την αρετήν, δοκιμάζοντες την σοφίαν των και εξελέγχοντες τας μωρίας των, εάν σας φαίνωνται ότι προτιμούν τα πλούτη, ή άλλο κανέν όμοιον από την αρετήν, και εάν πιστεύουν ότι είνε σπουδαίοι, ενώ είνε όλως διόλου μηδαμινοί, να ονειδίζετε αυτούς, καθώς εγώ ωνείδιζον υμάς, διότι δεν φροντίζουν δι' εκείνα τα πράγματα, διά τα οποία πρέπει, και στοχάζονται ότι είνε κάτι τι μέγα, ενώ είνε όλως διόλου ανάξιοι. Και εάν κάμνετε αυτά, τότε εγώ θα είμαι ευχαριστημένος από την δικαιοσύνην σας και εγώ ο ίδιος και τα τέκνα μου.

Αλλ' ως τόσον είνε καιρός πλέον ν' αποσυρθώμεν απ' εδώ, εγώ μεν διά να αποθάνω, σεις δε διά να ζήσετε. Ποίοι όμως από ημάς μεταβαίνουν εις καλύτερον μέρος, είνε άδηλον εις όλους, εκτός μόνον του θεού.

***

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικό χρονικό. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους αρίστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου. Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Απολογία του Σωκράτους. Το δράμα της δίκης και της καταδίκης Σωκράτους, και κυρίως η απλή και σοφή εξιστόριση της ζωής και της διδασκαλίας του, όπως μας δίδεται από τον ίδιο το Σωκράτη, ενώ απολογείται σαν υπεράσπιση του εαυτού του κατά των κατηγόρων του.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο. Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 ΤΗΛ. 614.686, 634.506 ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10


1) Σ. Μ. Παρά Ξενοφώντι (Απομν. 1, 6, 1) ο Σωκράτης λέγει: «Διέρχομαι τον χρόνον μετά των φίλων μου φυλλομετρών τα βιβλία των παλαιοτέρων σοφών και επιθεωρών τους θησαυρούς της σοφίας των διαλέγω ό,τι μου φαίνεται ωραίον και ωφέλιμον».

Προς τούτοις, επειδή κατά τους χρόνους εκείνους, ότε ήκμαζον εν Αθήναις εις μέγιστον βαθμόν αι επιστήμαι και αι τέχναι, συνέρρεον πανταχόθεν επιφανέστατοι άνδρες, σοφοί και ποιηταί και καλλιτέχναι, ο Σωκράτης ηγάπα να συνάπτη σχέσεις και συναναστρέφεται μετ' αυτών.

2) Αθηναίους ονομάζει ο Σωκράτης τους δικαστάς του. Η συνήθης δε προσφώνησις εις τους δικανικούς λόγους ήτο «άνδρες δικασταί».

3) Ότε εδικάζετο ο Σωκράτης, ήτο εβδομηκοντούτης, ως λέγεται κατωτέρω.

4) Ενταύθα εσύχναζον οι ευγενείς και πλούσιοι και εύποροι εν γένει Αθηναίοι. Λέγει δε ο Δίων Χρυσόστομος ότι ο Σωκράτης ως επί το πλείστον διέτριβεν εις την αγοράν, εισήρχετο εις τας παλαίστρας και εκάθητο πλησίον των τραπεζιτών. Λέγει δε και ο Ξενοφών εις τα Απομνημονεύματά του ότι εις τοιαύτα μέρη εσύχναζεν ο Σωκράτης, όπου ήτο βέβαιος ότι ήθελε συναντήσει παρά πολλούς, ίνα μετ' αυτών διαλεχθή κατά την συνήθειάν του.

5) Οι δικασταί όντες άνθρωποι ουχί εκ ταπεινού και ευτελούς γένους ανεστρέφοντο μετά των αριστοκρατικών και πλουσίων.

6) Εις τας πολυπληθείς συναθροίσεις ως και την εκκλησίαν του δήμου και τα δικαστήρια εγίνοντο διάφοροι θόρυβοι και κρότοι και κραυγαί, είτε προς αποδοκιμασίαν είτε προς επιδοκιμασίαν των λεγομένων.

7) Οι τελευταίοι κατήγοροι του Σωκράτους ήσαν ο Άνυτος, ο Μέλητος και ο Λύκων. Και κατήγορος μεν κυρίως ήτο ο Μέλητος, οι δε λοιποί δύο ήσαν συνήγοροι αυτού.

Ο Άνυτος, υιός του πλουσίου εργοστασιάρχου Ανθεμίωνος, ο επιφανέστατος των κατηγόρων, ήτο ρήτωρ, εξελέγη δε και στρατηγός των Αθηναίων, ότε εν Πύλω εμάχοντο. Είτα φυγών επί των Τριάκοντα, και μετά του Θρασυβούλου, του οποίου ήτο φίλος, επανελθών, είχε μεγάλην ισχύν εν Αθήναις. Μετά τον θάνατον του Σωκράτους ηναγκάσθη να φύγη εξόριστος εις Ηράκλειαν του Πόντου, όπου, ως λέγεται, εθανατώθη υπό των Ηρακλεωτών λιθοβοληθείς. Εν τω Πρωταγόρα ο Πλάτων εισάγει, τον στρατηγόν τούτον ομιλούντα με εμπάθειαν κατά των σοφιστών.

Ο Λύκων ήτο δημόσιος ρήτωρ, όστις και διηύθυνε την κατά του Σωκράτους κατηγορίαν. Ήτο ο ασημότατος των άλλων.

Ο Μέλητος, υιός του Μελήτου, τον δήμον Πιτθεύς, εν τω Ευθύφρονι του Πλάτωνος παρίσταται ως νέος αφανής και άγνωστος. Άγνωστον είνε αν ο υπό του Αριστοφάνους σατυριζόμενος ποιητής (Βάτραχ. 130) είναι αυτός ο ίδιος, ή ο υιός του, ή άλλος τις νεανίας.

8) Ο χρόνος δι' έκαστον ομιλούντα ενώπιον του δικαστηρίου προσδιωρίζετο διά της κλεψύδρας, με την οποίαν διά καταρρέοντος ηρέμα ωρισμένου ποσού ύδατος εμέτρουν τον χρόνον.

9) Ο κατήγορος, εις βεβαίωσιν ότι δεν συκοφαντεί υποβάλλων εις το δικαστήριον την κατηγορίαν, έδιδεν όρκον, επικυρών το κατηγορητήριόν του. Τούτο εκαλείτο αντωμοσία.

10) Ο Σωκράτης διετύπωσεν ενταύθα εν είδει κατηγορητηρίου επισήμου, όλας τας συκοφαντίας και του Αριστοφάνους και όλων των πρώτων εχθρών του, τας οποίας αντικρούει εις το μέρος τούτο της απολογίας του.

11) Εννοεί τας Νεφέλας του Αριστοφάνους, ήτις εγράφη επίτηδες προς διακωμώδησιν του Σωκράτους. Η κωμωδία αυτή παρεστάθη το έτος 423 π. Χ.

12) Ο Γοργίας ήτο είς εκ των κορυφαίων σοφιστών, σύγχρονος του Σωκράτους. Πεμφθείς υπό των Λεοντίνων της Σικελίας, της πατρίδος του, εις Αθήνας ως πρέσβυς, ίνα ζητήση βοήθειαν, τόσον εγοήτευσεν αυτούς διά των επιδεικτικών λόγων του, μεστών ποιητικής χάριτος, ώστε παρακληθείς έμεινεν εις Αθήνας, όπου εδίδασκε την ρητορικήν. Ο σκεπτικισμός του, ον επρέσβευε, προσείλκυσε πολλούς προσηλύτους. Συνέθεσε βιβλίον επιγραφόμενον «Περί του μη είναι» ή «περί φύσεως», εν τω οποίω προσεπάθησε να αποδείξη 1, ότι ουδέν υπάρχει· 2, και αν υπάρχη τι, δεν είνε δυνατόν να το γνωρίση τις· 3, και αν υπάρχη τι και αν δυνατόν να το γνωρίση τις, δεν δύναται όμως να το κάμη γνωστόν εις τους άλλους.

Ο Πρόδικος, άλλος αυτός σοφιστής, είνε γνωστός, διότι επληρόνετο πολύ ακριβά διά τα μαθήματά του.

Ο Ιππίας, σοφιστής και αυτός, περί του οποίου ανάγνωθι τους δύο ομωνύμους διαλόγους του Πλάτωνος «Πρώτον και δεύτερον Ιππίαν».

13) Εννοεί τον Εύηνον, ότις κατήγετο εκ της νήσου Πάρου.

14) Ούτος ήτο βαθύπλουτος τόσον, ώστε κατά την μαρτυρίαν του Πλουτάρχου ωνομάζετο απλώς ο πλούσιος. Εις τον οίκον του δε συνηθροίζοντο όλοι οι σοφοί των χρόνων εκείνων. Εσυγγένευε με τον Περικλέα και τον Αλκιβιάδην. Αλλά καταδαπανήσας ασώτως τα πλούτη αυτού απέθανε πένης.

15) Ήτοι 500 δρ. (κατά δε την σημερινήν του χρυσού αξίαν 3500 δρ. περίπου). Εκάστη μνα είχεν αξίαν 100 δρ. αττικών. Το ποσόν τούτο ήτο ολίγον σχετικώς με τους μισθούς, τους οποίους ελάμβανεν ο Γοργίας ή ο Πρωταγόρας. Ούτοι ελάμβανον από κάθε μαθητήν των μισθόν 100 μνας ήτοι 10,000 δρ. (κατά δε την σημερινήν του χρυσού αξίαν 70,000 δρ.)

16) Ο Χαιρεφών ήτο από τους πλέον ενθουσιώδεις μαθητάς του Σωκράτους, μιμούμενος τον διδάσκαλόν του και εις την ενδυμασίαν ακόμη.

17) Αυτολεξεί ο χρησμός είχεν ως εξής· «σοφός Σοφοκλής, σοφώτερος δ' Ευριπίδης, ανδρών δ' απάντων σοφώτατος Σωκράτης».

18) Τον όρκον τούτον έκαμνεν ο Ραδάμανθυς μη επιτρέπων να ορκίζωνται οι άνθρωποι εις τον θεόν· το αυτό έκαμνε και ο Σωκράτης, διά να μη ορκίζεται εις τους θεούς.

19) Τραγωδοποιοί και τραγικοί ποιηταί, οι γράφοντες τραγωδίας, τα σήμερον καλούμενα γενικώς δράματα.

20) Διθυραμβοποιοί εκαλούντο οι ποιούντες τους διθυράμβους, ύμνους μεγαλοπρεπείς εις τιμήν του Διονύσου, εκ της αναπτύξεως των οποίων εγεννήθη η τραγωδία ότε επενοήθη ο πρώτος υποκριτής.

21) Εννοεί τους επικούς, λυρικούς και ιαμβικούς ποιητές.

22) Οι ποιηταί εθεωρούντο ως εμπνεόμενοι υπό του θείου και ως διερμηνείς των Μουσών.

23) Θεόμαντις λέγεται ο προφητεύων τα μέλλοντα εκ θείας εμπνεύσεως.

24) Εννοεί τους μετερχομένους τας βαναύσους λεγομένας τέχνας, οι οποίοι και δημιουργοί ωνομάζοντο, μετερχόμενοι διάφορα επαγγέλματα προς κοινήν χρήσιν, οίον οι τέκτονες, οι χαλκείς, οι σκυτοτόμοι και λοιποί.

25) Ο Μέλητος είχε γράψει τραγωδίαν και άλλα ποιήματα.

26) Ο πατήρ του Ανύτου είχε μέγα βυρσοδεψείον, ο ίδιος δε ήτο ρήτωρ.

27) Ο Λύκων ήτο ίων το γένος, τον δήμον Θορίκιος, πένης δε, διακωμωδούμενος υπό πολλών ποιητών.

28) Το κείμενον της εναντίον του Σωκράτους κατηγορίας διεσώθη παρά Διογένει Λαερτίω, έχει δε ούτω :

«Τάδε εγράψατο και αντωμόσατο Μέλητος ο Μελήτου, Πιτθεύς, Σωκράτει Σωφρονίσκου Αλωπεκήθεν· αδικεί Σωκράτης ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα καινά δε δαιμόνια εισηγούμενος· αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων. Τίμημα θάνατος».

29) Οι δικασταί οι δικάσαντες τον Σωκράτην ήσαν οι Ηλιασταί, οι αποτελούντες την Ηλιαίαν (η λέξις σημαίνει συνάθροισιν) το πολυμελέστατον δικαστήριον των Αθηναίων, το οποίον συνεκροτείτο εκλεγομένων κατ' έτος 6000 πολιτών εκ των υπερβάντων το 30 έτος της ηλικίας. Ούτοι πάντες διηρούντο εις τμήματα δέκα εκ 500 δικαστών έκαστον, των χιλίων παραμενόντων ως αναπληρωτών, και εδίκαζον όλα τα εγκλήματα εκτός των φόνων, η εκδίκασις των οποίων ήτο ανατεθειμένη εις τον Άρειον Πάγον.

30) Δύο Βουλαί υπήρχον εν Αθήνας, η Βουλή των Πεντακοσίων, η ασχολουμένη ιδίως περί τα πολιτικά, και η Βουλή του Αρείου Πάγου, κυρίως μέγα δικαστικόν σώμα με την ανωτέραν εποπτείαν επί της ηθικής του Κράτους.

31) Εις την Εκκλησίαν του δήμου ήσκει ο λαός εν τη Αθηναϊκή δημοκρατία την κυριαρχικήν του δύναμιν συνερχόμενος και διασκεπτόμενος περί των υπερτάτων συμφερόντων της πολιτείας, πολέμου, ειρήνης, συμμαχιών, φορολογίας κλπ. Εις τας σπουδαίας αποφάσεις η πλειοψηφία έπρεπε να απαρτίζεται από 6000 ψήφους. Η Εκκλησία συνήρχετο κατά πρώτον μεν εις την αγοράν, ύστερον δε εις την Πνύκα, αντικρύ του Αρείου Πάγου.

32) Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος μαθητής του Αναξιμένους, διδάσκαλος του Περικλέους, του Ευριπίδου και άλλων μεγάλων ανδρών. Έλεγεν ότι ο ήλιος είνε μύδρος διάπυρος μεγαλύτερος από την Πελοπόννησον, η δε σελήνη ότι έχει κατοικίας και λόφους και φάραγγας.

33) Ο Ευριπίδης μαθητής του Αναξαγόρου παρενέβαλεν εις τας τραγωδίας του τοιαύτας θεωρίας του διδασκάλου του ιδίως περί της φύσεως της γης και του ηλίου, περί των οποίων ήκουον και εμάνθανον οι θεαταί. Αυτό εννοεί ενταύθα ο Σωκράτης.

Ορχήστρα είνε το μέρος του θεάτρου ένθα ίστατο ο χορός των αρχαίων δραμάτων.

34) Ενταύθα, ως φαίνεται, ο Μέλητος δεν απαντά, αλλά κάμνει διαφόρους θορύβους καταστενοχωρούμενος.

35) Ο Μέλητος εξακολουθεί τηρών σιγήν.

36) Ομήρου Ιλ. Σ. 96—98.

37) Ομήρου Ιλ. Σ. 104.

38) Ο Σωκράτης διεκρίθη εις τας μάχας αυτάς διά την ανδρείαν του. Εις μεν την Ποτείδαιαν έσωσε τον Αλκιβιάδην, εις δε το Δήλιον έσωσε τον Ξενοφώντα. Ως γνωστόν κατά την τελευταίαν αυτήν μάχην οι Αθηναίοι ενικήθησαν υπό των Βοιωτών, εφονεύθη δε και ο στρατηγός αυτών Ιφικράτης. Οι δε στρατιώται του Σωκράτους ετράπησαν εις φυγήν.

39) Κατ' έτος εξελέγοντο εν Αθήναις 500 βουλευταί εκ των πολιτών των εχόντων ηλικίαν 30 ετών, ανά 50 εξ έκαστης φυλής, οίτινες απετέλουν την ούτω λεγομένην Βουλήν των πεντακοσίων, συνερχομένην τακτικώς εις το Βουλευτήριον, κείμενον εν τω έσω Κεραμεικώ. Ίνα δε μη είνε ηναγκασμένη όλη η Βουλή καθ' εκάστην να συνεδριάζη, να μη στερήται δε πάλιν η πόλις την ανωτάτην αρχήν, διηρείτο η Βουλή εις 10 τμήματα εκ 50 βουλευτών, των βουλευτών εκάστης φυλής, τα οποία τμήματα κατά σειράν συνήρχοντο καθ' εκάστην και συνεσκέπτοντο περί των πραγμάτων της πόλεως επί ένα αρχαίον μήνα έκαστον. Η φυλή αύτη ελέγετο πρυτανεύουσα, ο χρόνος των συνεδριάσεών της πρυτανεία και οι βουλευταί πρυτάνεις. Εκ των πρυτάνεων είς εκάστην ημέραν εκλεγόμενος εκαλείτο επιστάτης, όστις εφύλαττε τας κλεις της Ακροπόλεως, του ταμείου και την σφραγίδα του Κράτους.

40) Η ναυμαχία αύτη έγινε παρά τας Αργινούσας, τρεις νησίδας παρά την Λέσβον, μεταξύ Λακεδαιμονίων υπό τον ναύαρχον Καλλικρατίδαν, των Αθηναίων οδηγουμένων υπό των δέκα στρατηγών, οίτινες και ενίκησαν. Η ναυμαχία αύτη περιγράφεται υπό του Ξενοφώντος (Ελλην. βιβλ. Α.).

41) Ο Νόμος διέτασσε δι' έκαστον κατηγορούμενον να γίνεται ιδιαιτέρα χωριστά δίκη.

42) Οι Αθηναίοι μεταμεληθέντες κατόπιν διά την παράνομον καταδίκην των στρατηγών, κατεδίκασαν εις θάνατον ως συκοφάντας τους παραπλανήσαντας τον λαόν.

43) Ο Σωκράτης τυχών τότε να είνε πρόεδρος της πρυτανευούσης φυλής και επιστάτης διευθύνων κατά τον νόμον τας εργασίας της Εκκλησίας, ηρνήθη να θέση το ζήτημα τούτο εις ψηφοφορίαν.

44) Οι Τριάκοντα τύραννοι εγκατεστάθησαν περί το έτος 404 π. Χ. ότε ο Σωκράτης είχεν ηλικίαν 64—65 ετών.

45) Η θόλος ωνομάζετο και Πρυτανείον (διάφορον του παλαιού παρά την Ακρόπολιν Πρυτανείου)· ήτο αίθουσα θολωτή πλησίον του Βουλευτηρίου, ένθα οι Πρυτάνεις εθυσίαζον, συνεδρίαζον, έτρωγον και διέμενον. Εκεί διέμενον και οι Τριάκοντα.

46) Ο Λέων ούτος Σαλαμίνιος μεν κατά την πατρίδα, αλλά πολίτης Αθηναίος, έφυγεν εις Σαλαμίνα, υποβληθείς εις εκουσίαν εξορίαν, ίνα μη φονευθή υπό των Τριάκοντα, οι οποίοι ωρέγοντο να δημεύσουν την πλουσίαν περιουσίαν του.

47) Διά τοιούτων διαταγών οι τριάκοντα συνέλαβον εις Σαλαμίνα και Ελευσίνα 300 πολίτας φυγάδας, τους οποίους ομού κλείσαντες εις το δεσμωτήριον είτα διά μιας αποφάσεως όλους τους κατεδίκασαν εις θάνατον.

48) Υπονοεί ιδίως τον Κριτίαν, ένα εκ των Τριάκοντα, και τον Αλκιβιάδην, των οποίων τα ελαττώματα απεδίδοντο εις την διδασκαλίαν του Σωκράτους υπό των εχθρών αυτού.

49) Εκ της Αλωπεκής της Αντιοχίδος φυλής, με το όνομα του οποίου επιγράφεται ο γνωστός διάλογος του Πλάτωνος.

50) Πατήρ του Σωκρατικού Αισχίνου, εκ Σφηττού, δήμου της Ακαμαντίδος φυλής.

51) Κηφισιά δήμος της Ερεχθηίδος φυλής.

52) Ο επιφανέστατος των μαθητών του Σωκράτους, ο μέγας φιλόσοφος και συγγραφεύς της Απολογίας.

53) Ο Απολλόδωρος ούτος ηγάπα εξαιρετικώς τον Σωκράτην· ότε ούτος καταδικασθείς ωδηγείτο εις το δεσμωτήριον, ο Απολλόδωρος ανέκραξεν: Αλλ' εγώ δεν το υποφέρω αυτό, διότι βλέπω ότι αδίκως κατεδικάσθης· ο δε Σωκράτης θωπεύσας, ως λέγουν, ελαφρώς την κεφαλήν του είπε μειδιών: — Αλλά, φίλε μου, τι λοιπόν, επροτίμας να με ίδης να καταδικασθώ δικαίως;

54) Οδύσ. Τ. 163.

55) Υιοί του Σωκράτους ήσαν ο Λαμπροκλής, ο Σωφρονίσκος και ο Μενέξενος.

56) Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει ότι ο Σωκράτης κατεδικάσθη διά ψήφων 281. Ώστε και αν απ' αυτών αφαιρεθούν αι 30 ψήφοι απομένουν 251 καταδικαστικαί. Αλλά και ούτως ο υπόδικος δεν απελύετο διότι δεν υπήρχεν ισοψηφία, του δικαστηρίου ως γνωστόν αποτελουμένου εκ 500.

57) Ο κατήγορος έπρεπε να λάβη υπέρ της κατηγορίας του το ήμισυ των ψήφων των δικαστών και περιπλέον έν πέμπτον ακόμη, άλλως κατεδικάζετο εις πρόστιμον χιλίων δραχμών. Το κόμμα του Μελήτου δεν κατώρθωσε μόνον του να απαρτίση τον νόμιμον αριθμόν των ψήφων εναντίον του Σωκράτους και εδέησε να προστεθώσι και αι ψήφοι των κομμάτων του Ανύτου και Λύκωνος.

58) Εις τους τιμητούς λεγομένους αγώνας, οποία ήτο η παρούσα δίκη, ο νόμος δεν ώριζε την τιμωρίαν· αλλ' ο μεν κατήγορος εν τη κατηγορία προσδιώριζε και την ποινήν, ο δε κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα εκ του νόμου να ορίση την ποινήν, της οποίας εθεώρει τον εαυτόν του άξιον. Εις την παρούσαν δίκην το μεν δικαστήριον εκήρυξε τον Σωκράτην ένοχον, ο δε Μέλητος ώρισεν ως ποινήν τον θάνατον, ο δε Σωκράτης είχε την άδειαν εκ του νόμου να ορίση ποίαν εκ των τριών ποινών τούτων προτιμά· δεσμά διά βίου, πληρωμήν προστίμου ή εξορίαν. Ο νόμος ούτος εθεσπίσθη χάριν των δικαστών, διά να μη υπάρχη καμμία αμφιβολία περί της ενοχής του καταδικασθέντος, διότι ο ίδιος διεκήρυττεν ούτω ότι είνε ένοχος, αφού ώριζε και την ποινήν του. Ο Σωκράτης εφρόντισε να μη εμπέση εις την παγίδα αυτήν του νόμου. Ούτως ο Ξενοφών λέγει ότι δεν κατεδίκασε διόλου τον εαυτόν του, ουδέ εις τους φίλους του επέτρεψε να κάμουν τούτο, λέγων ότι τούτο θα εθεωρείτο ως ομολογία περί της ενοχής του. Όμως πειθόμενος εις τον νόμον είπεν ότι αντί ποινής θεωρεί τον εαυτόν του άξιον ανταμοιβής.

59) Οι Ολυμπιονίκαι και όσοι είχον προσφέρει μεγάλας υπηρεσίας εις την πόλιν, ετρέφοντο δημοσία δαπάνη εις το Πρυτανείον μετά των Πρυτάνεων· τούτο ελογίζετο παρά τοις Έλλησι μεγάλη τιμή. Το Πρυτανείον τούτο, διάφορον του αρχαίου παρά την Ακρόπολιν, ένθα εφυλάσσοντο και οι νόμοι του Σόλωνος, εκαλείτο και θόλος και σκιάς, ένθα συνεδρίαζον οι Πρυτάνεις και δημοσία ετρέφοντο.

60) Όλαι αι δίκαι εις τας Αθήνας έπρεπε να τελειώσουν εντός μιας ημέρας.

61) Οι Ένδεκα ήτο αρχή, εις την οποίαν υπήρχεν ανατεθειμένη η επίβλεψις των φυλακών της πόλεως.

62) Οι αρχαίοι επίστευον ότι προσεγγίζοντος του θανάτου, η ψυχή ελάμβανε θείαν τινά δύναμιν και ότι οι αποθνήσκοντες εχρησμολόγουν και προέλεγον τα μέλλοντα.