The Project Gutenberg eBook of Ο Γερμανικός Φιλελληνισμός
Title: Ο Γερμανικός Φιλελληνισμός
Author: Paulos Karolides
Release date: July 25, 2012 [eBook #40329]
Most recently updated: October 23, 2024
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic; otherwise the spelling of the book has not been changed. Footnotes have been converted to endnotes and are included in (). I have also added explanation of words in endnotes. These are included in [].// Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε (). Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές έχουν σημειωθεί με [].
Ο
ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΥΠΟ
ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1917
_________
Ο
ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΥΠΟ
ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ
KΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1917
_________
Οι λόγοι οι δόντες ημίν αφορμήν εις την σύνταξιν και δημοσίευσιν της μικράς ταύτης πραγματείας είναι οι εξής: Διδάσκων εν τη ενταύθα Εταιρεία των Φίλων του Λαού την ιστορίαν του μεγάλου αγώνος και λαβών αφορμήν να ποιήσωμαι λόγον, προς τοις άλλοις, περί του εν Ευρώπη Φιλελληνισμού ως συντελεστού σπουδαίου της επιτυχίας του αγώνος τούτου, προήχθην, ως ήτο επόμενον, να πραγματευθώ και περί του σπουδαιοτάτου και πρωτίστην εν τω περί Φιλελληνισμού κεφαλαίω της ιστορίας κατέχοντος θέσιν Γερμανικού Φιλελληνισμού. Η εντεύθεν προκύψασα παρά πολλοίς των αξιοτίμων ακροατών εντύπωσις κατά τούτο ην μεγάλη, ότι προκατειλημμένοι ούτοι εκ των καθ' εκάστην εν τω τύπω κατά κόρον γραφομένων περί των λεγομένων προστατίδων Δυνάμεων και περί των λαών αυτών ως των μόνων φιλελλήνων, δεν προσεδόκων ν' ακούσωσιν ότι ο Γερμανικός Φιλελληνισμός ήτο ο πρώτος και ακραιφνέστατος φιλελληνισμός. Εντεύθεν δ' εξέφρασαν πολλοί την επιθυμίαν ίνα τα από του βήματος της αιθούσης της Εταιρείας λεχθέντα υπ' εμού αναγινώσκωνται και εν ευρυτέρω κύκλω υπό του Ελληνικού λαού. Η τοιαύτη επιθυμία προερχομένη εξ αγνού και ευγενούς προς την ιστορικήν αλήθειαν και την ιστορικήν δικαιοσύνην αισθήματος αγάπης μοι εφάνη λίαν εύλογος και, ως παρά τω λαώ διαφώτισις σπουδαίου μέρους της εθνικής ιστορίας, υπηρεσία εθνική. Ουδαμώς πάντως πρόκειται ενταύθα περί των ως μήποτ' ώφειλε εν τοις εσχάτοις καιροίς διαιρούντων και διχαζόντων το έθνος ημών πολιτικών και εθνικών φρονημάτων και αισθημάτων ως προς τας σχέσεις αυτού προς εκατέραν των διαμαχομένων προς αλλήλας συστάσεων των μεγάλων Ευρωπαϊκών Λαών, αλλά περί συμφέροντος ηθικού, κοινού εις όλους τους Έλληνας, του συμφέροντος του γινώσκειν δηλονότι και μελετών το ανεπίληστον [1] ιστορικόν παρελθόν και της κατά μέρος τουλάχιστον, δια τοιαύτης γνώσεως, διαφωτίσεως της οδού της κατευθύνσεως της ιστορικής και εθνικής εν τω αχανεί μέλλοντι. Συμφέρον μέγα του γένους ημών είναι εν τη περί του μέλλοντος κρίσει αυτού να μη παραπλανάται εκ των συγκρουομένων προς άλληλα θερμών του παρόντος αισθημάτων, αλλά ν' αποβλέπη προς το μέλλον τούτο ψυχρώς και απαθώς εν πάση γνώσει και συνειδήσει της αληθείας. Το μέλλον του κόσμου του ιστορικού ανήκει, ως τα πάντα ήρξαντο αριδήλως [2] μαρτυρούντα, ουχί εις την πρωτοβουλίαν των Κυβερνήσεων, αλλ' εις την πρωτοβουλίαν των λαών. Ακριβώς δ' εν τη διακρίσει λαών και Κυβερνήσεων έγκειται η ιδιαιτέρα σπουδαιότης της ιστορίας του καθόλου [3] φιλελληνισμού.
Εν τη ιστορία του μεγάλου Ελληνικού αγώνος δύο υπήρξαν εξωτερικοί συντελεσταί εις την ευόδωσιν και τελικήν επιτυχίαν τούτου: Ο φιλελληνισμός ήτο η υπό των λαών της Ευρώπης λόγω και έργω δειχθείσα προς τον αγώνα συμπάθεια, και η πολιτική και πολεμική συνδρομή τινων Κυβερνήσεων Ευρωπαϊκών. Εν τω πρώτω κεφαλαίω, τω της συμπαθείας και ενεργού συνδρομής των λαών εις τον Ελληνικόν αγώνα, πρωτεύει η Γερμανία, αλλ' εν τω δευτέρω υστερεί, διότι δεν υπήρχε τότε Γερμανική Κυβέρνησις εθνική, το εθνικόν φρόνημα και αίσθημα εκπροσωπούσα, αλλά, ως θέλομεν ιδιαιτέρως πραγματευθή τούτο περαιτέρω, πολλαί κυβερνήσεις γερμανικαί, ών αι ασθενέστεραι ήσαν αι φιλελληνικαί, η δε ισχυροτάτη, ήτο η ψευδογερμανική Κυβέρνησις της Αυστρίας, η τοσούτον απηνώς πολεμία προς τον εθνικόν αγώνα των Ελλήνων, όσον και προς τον εθνικόν αγώνα των Γερμανών και προς πάντα καθόλου αγώνα εθνικόν. Ως προς δε τα της πολιτικής και πολεμικής συνδρομής τινων Κυβερνήσεων, η ευρεία και βαθεία μελέτη του ευρωπαϊκού πολιτικού ή διπλωματικού μέρους της ιστορίας του αγώνος πείθει πάντα ότι η μόνη Κυβέρνησις, ήτις ειργάσθη αληθώς πολιτικώς τε και διπλωματικώς και πολεμικώς, είναι η Ρωσσία, μόνη δυναμένη να λέγηται ευεργέτις, ουχί υποκειμενικώς, αλλ' εξ αντικειμένου, ουχί από συμπαθείας και λόγων οιωνδήποτε αισθηματικών, αλλ' εκ παραδόσεως πολιτικής, από λόγων ιστορικών, από λογικής πραγμάτων επιβαλλούσης τότε εις την Δύναμιν ταύτην τοιαύτην πολιτικήν. Πασών των άλλων μεγάλων Δυνάμεων η ενέργεια, ιδίως της Αυστρίας και Αγγλίας, έτι δε και της Γαλλίας, υπήρξεν επί έτη αντίδρασις ενεργητική ή παθητική εναντίον της Ρωσσικής ενεργείας, αγών προς ματαίωσιν της Ρωσσικής υπέρ των Ελλήνων ενεργείας. Αυτή δ' η πολιτική έπεισεν επί τέλους δύο των Δυνάμεων τούτων, την Αγγλίαν και την Γαλλίαν, να συμπράξωσι μετά της Ρωσσίας ουχί χάριν της Ελλάδος αυτής, αλλά διότι, και δι' άλλας αιτίας και διά την ισχυράν επίδρασιν του καθόλου φιλελληνισμού, δεν ηδύναντο ν' αντιπράξωσιν εις τας ενεργείας τας Ρωσσικάς. Ο πολυθρύλητος Άγγλος φιλέλλην πολιτικός Γ. Κάννιγκ επί έτη εδέσμευσε την Ρωσσικήν ενέργειαν διά μυρίων λοξοδρομικών κινήσεων εν τοις κρισιμωτάτοις του αγώνος καιροίς, τέλος δ' ηνώθη μετά της Ρωσσίας ίνα επιτηρή και περιστείλη εντός στενοτάτων ορίων την Ρωσσικήν ενέργειαν. Η Γαλλία προσεχώρησεν εις τον Αγγλορωσσικόν σύνδεσμον, ίνα διασπάση και τον σύνδεσμον τούτον, ως απροκαλύπτως ωμολόγησε προς την Αυστριακήν Κυβέρνησιν ο Γάλλος πρωθυπουργός Βιλλέλ, προσθέτων ότι «πρέπει τις ενίοτε να συμβιβασθή μετά του κακού ίνα επιτύχη του αγαθού». Πάσαι αι ενέργειαι αι Αγγλικαί και Γαλλικαί εν τη «τερατώδει» κληθείση υπό του Μετερνίχου εν τω Ελληνικώ ζητήματι ενώσει των τριών Δυνάμεων, απέβλεπον προς αυτόν τον σκοπόν, να μη επιτρέψωσιν εις την Ρωσσίαν ίνα προφάσει ενεργείας υπέρ Ελλάδος επενέγκη την πτώσιν του Οθωμανικού Κράτους. Η εν Ναυαρίνω ναυμαχία δεν ήτο έργον των Κυβερνήσεων, αλλά του ναυάρχου Κοδριγκτώνος, όστις διά τούτο ακριβώς απεδοκιμάσθη και επέμφθη εις δίκην. Η δε ναυμαχία εκείνη, ως λέγει αληθέστατα ο Πρόκες, κατά τρίχα δεν ήθελε προαγάγει την λύσιν του ελληνικού ζητήματος, αν μη εγίνετο ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τω 1828-29. Ο Βασιλεύς Κάρολος I ήτο προσωπικώς λίαν φιλέλλην και εδείχθη προσωπικώς ευεργέτης της Ελλάδος· αλλ' η Γαλλική πολιτική δεν έπαυε του να είναι διπρόσωπος εν ταις υπέρ Ελλάδος επιβεβλημέναις αυτή ενεργείαις, και εν αυτή έτι τη εις Πελοπόννησον στρατεία. Η δε Αγγλική ειργάσθη πάντοτε και μετά τον πόλεμον του 1828-29, ίνα περιστείλη όσον ήτο δυνατόν τα υπέρ της Ελλάδος αποτελέσματα του πολέμου εκείνου. Μόνον δε η εσωτερική ηθική δύναμις του αγώνος και η αίγλη η ηρωική, ήν περιεβλήθη, και η μετά της τοιαύτης ιδιότητος του αγώνος συνδεομένη ηθική ισχύς του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού κατίσχυσαν, εν ώ μέτρω ήτο δυνατόν, των επιβούλων ενεργειών της πολιτικής και εδέσμευσαν εις το άρμα του Φιλελληνισμού και της Ρωσσίας Αγγλίαν και Γαλλίαν. Συνελόντι ειπείν [4] , δύο δυνάμεις, πλην της τρίτης ή μάλλον πρώτης, της αλκής [5] του Ελληνικού, συνετέλεσαν εις την επιτυχίαν του ελληνικού αγώνος, ο φιλελληνισμός και η Ρωσσική πολιτική. Περί πάσης άλλης ευρωπαϊκής πολιτικής εν τω Ελληνικώ αγώνι τούτο μόνον δύναται να ρηθή, ότι ήτο φανερά η κεκρυμμένη επίβουλος αντενέργεια εναντίον της Ρωσσικής πολιτικής. Και όμως, και η πολιτική αύτη, ένεκα της ηθικής δυνάμεως του εξ ιδέας προελθόντος αγώνος και του παρομαρτούντος [6] αυτώ φιλλεληνισμού, συνέπραττεν αφανώς και αδήλως, αλλά πραγματικώς, παρά την γνώσιν και την θέλησιν των δρώντων, εις την επικράτησιν της Ρωσσικής πολιτικής, διότι αύτη και εξ αντικειμένου μόνον και τυχαίως έστω και συμπτωματικώς ήτο φιλελληνική εν τοις πράγμασιν αυτοίς. Καθόλου δε περί της ευρωπαϊκής πολιτικής και διπλωματίας εν τω ελληνικώ αγώνι είναι αδύνατον εν παντί βήματι να μη αναμνησθή τις των ρημάτων του μεγάλου Γερβίνου: «Εάν η ελληνική επανάστασις δεν είχε χαρακτήρα ούτω τραγικόν, εάν η φρικώδης σοβαρότης των πολιτικών αγώνων και των παντοειδών συμφορών και καταθλίψεων δεν εξηρτάτο εκ του ιδιοτρόπου παιγνίου των ισχυρών, ήθελε τις επιχειρήσει να γράψη τα διπλωματικά μέρη της ιστορίας ταύτης ώσπερ σάτυραν χλευαστικήν· διότι σπανίως εν τω μυστηριώδει μίτω της ιστορίας τοσούτον φανερώς εφάνη το δίκτυον, σπανίως δε εγένετο δήλον πόσον ασθενείς και ευτελείς είναι αι δυνάμεις αι ιθύνουσαι τοσούτον συχνά τας μεγάλας τύχας των λαών». Ταύτα ο Γερβίνος περί του διπλωματικού παράγοντος του ελληνικού αγώνος. Πάντη αντιθέτως έχουσι τα του ετέρου ευρωπαϊκού παράγοντος, του Φιλελληνισμού.
Α' ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΘΟΛΟΥ
Ο φιλελληνισμός και ως πράγμα και ως όνομα, είναι προϊόν
πνευματικόν της νεωτέρας ευρωπαϊκής ιστορίας. Εν τη αρχαία Ελλάδι
φιλέλλην εκαλείτο ου μόνον ο φίλος των Ελλήνων ξένος (ως ο Άμασις
της Αιγύπτου), αλλά και Έλλην φιλογενής, ιδίως δε ο την ελληνικήν παίδευσιν
καλλιεργών και προστατεύων, όπως ο των Συρακοσίων ηγεμών Ιέρων. Εντεύθεν δε
το όνομα εσήμαινεν, όπως και το φιλαθήναιος και το
Ελληνικός, και τον πεπολιτισμένον άνθρωπον. Και εν τοις Ρωμαϊκοίς
δε χρόνοις το όνομα εδίδετο εις τους καλλιεργούντας την ελληνικήν παίδευσιν και
τον ελληνικόν πνευματικόν βίον Ρωμαίους (Σκηπίωνα, Φλαμινίνον), και μάλιστα εις
Αυτοκράτορας, οίοι Αδριανός, Μάρκος Αυρήλιος, Γαλλιηνός. Το όνομα μετά τους
Ρωμαϊκούς χρόνους λησμονηθέν, ανεφάνη μετά πολλούς αιώνας εν τοις νεωτέροις
χρόνοις, κατά την περίοδον της καλουμένης Αναγεννήσεως
(Renaissance), από του 14 και 15 μ. Χ· δηλονότι αιώνος. Η διά της
Αναγεννήσεως αρξαμένη μεγάλη προς την αρχαίαν ελληνικήν
γλώσσαν, φιλολογίαν, τας καλάς τέχνας και σύμπαντα τον ελληνικόν πνευματικόν
βίον αγάπη παρήγαγε κατά φυσικήν συνεφέλκυσιν ιδεών και αισθημάτων αγάπην
τινά και προς παν απ' ευθείας ή εμμέσως προς το αρχαίον ελληνικόν συνδεόμενον,
κατά φυσικήν δε και λογικήν ακολουθίαν και προς τους νεωτέρους Έλληνας. Ο
τοιούτος ελληνισμός ήκμασε προ πάντων εν Γερμανία, ένθα οι μεγάλοι ηγέται της
ελληνικής παιδεύσεως και τα ονόματα αυτών έτι μετεποίουν εις ταυτόσημα
ελληνικά (ο Δεσιδέριος μετωνόμασεν εαυτόν Έρασμον, ο Ραϊχλίνος Καπνίωνα, ο
Σβάρζερτ Μελάγχθονα), αλλ' υπήρχε και εν Ιταλία τουλάχιστον κατά τον 15 και 16
αιώνα. Αλλ' ο τοιούτος φιλελληνισμός ο ευρωπαϊκός κυρίως εν Γερμανία εστράφη
θετικώς προς το υπό το Οθωμανικόν Κράτος Ελληνικόν και έλαβε κατά μικρόν
σάρκα και υπόστασιν πολιτικήν αποβλέπουσαν εις την πολιτικήν αποκατάστασιν
των νέων Ελλήνων. Η κοιτίς του νέου τούτου μετά τον πνευματικού συνημμένου
πολιτικού, ούτως ειπείν, φιλελληνισμού είναι η Γερμανία, εντεύθεν δε ο
Γερμανικός φιλελληνισμός κατέλαβεν έξοχον θέσιν κατά τον μέγαν υπέρ
ελευθερίας ελληνικόν αγώνα.
Β' Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Ο Γερμανικός φιλελληνισμός διαφέρει και υπερέχει ηθικώς και πνευματικώς τον εν
πάσαις ταις άλλαις ευρωπαϊκαίς χώραις, διαρκούντος του αγώνος, παραχθέντος
φιλελληνισμού κατά τούτο, ότι είναι ο αρχαιότερος διαρκέστερος, ακραιφνέστερος
[7]
, εγκαρδιώτερος, από φρονημάτων βαθυτέρων και αισθημάτων υψηλοτέρων και
μάλλον πεφωτισμένων προελθών, ο εις μείζονας θυσίας και χρημάτων και αίματος
υποβολών εαυτόν και πλέον καρποφόρος, ως ηθική και πνευματική δύναμις,
αποβάς. Διαφέρει δε και κατά τούτο ότι προϋπήρχε της επαναστάσεως και
συνετέλεσεν ηθικώς εις την έκρηξιν αυτής, ενώ ο των άλλων χωρών φιλελληνισμός
προήλθεν εκ του αγώνος αυτού· έτι δε μάλλον διαφέρει του των άλλων χωρών
φιλελληνισμού κατά τούτο, ότι έχει χαρακτήρα καθολικώτερον πνευματικόν,
ενεργώς νοερόν, ενώ ο της άλλης Ευρώπης, προελθών κυρίως από των φοβερών
συμφορών της επαναστάσεως, έχει χαρακτήρα μάλλον αισθηματικόν και
χριστιανικώς φιλάνθρωπον. Ο Γερμανικός φιλελληνισμός, ο εξεγερθείς
ισχυρότατος, σφοδρότατος άμα τη αρχή του αγώνος και μετασχών των πρώτων
μαχών (εν Θερμοπύλαις μόλις ένα μήνα μετά την έναρξιν του αγώνος παρά τον
γενναίως μαχόμενον Αθανάσιον Διάκον έπεσαν ικανοί φιλέλληνες Γερμανοί, εν οίς
και ο από ευγενούς οίκον Χολσταϊνικού καταγόμενος Βάλδεμαρ Κουάλεν), είχε
χαρακτήρα καθολικής ιδεώδους φιλανθρωπίας εν τη παρά τοις
αρχαίοις σημασία του ονόματος, της αγάπης δηλονότι προς παν το εν τω
ανθρωπίνω βίω και ιστορία μέγα και ευγενές. Ο Γερμανικός φιλελληνισμός, δεν
προήλθεν απλώς από φιλανθρώπου συμπαθείας προς τας συμφοράς των
σφαζομένων, αιχμαλωτιζομένων, εξανδραποδιζομένων θυμάτων του αγώνος, ούτε
απλώς από θαυμασμού προς τα ηρωικά έργα των γενναίων μαχητών της
ελευθερίας· υπό τούτων επερρώσθη προϋπάρχων αυτών· προήλθε δε από βαθείας
αγάπης, θαυμασμού και λατρείας προς τα ονόματα Έλληνες και Ελλάς, προς την
αρχαίαν Ελλάδα, προς την Χριστιανικήν Ελλάδα, προς το Έθνος όπερ εν ονόματι
των προγόνων αυτού εξεγειρόμενον, παρίστατο εις την σκηνήν του πολιτικού
κόσμου μετ' αξιώσεων και δικαιωμάτων αποκαταστάσεως εις την παλαιάν αυτού
δόξαν και εύκλειαν. Εντεύθεν ο Γερμανικός φιλελληνισμός ήτο ποιητικός άμα και
πρακτικός, ποιητικός εν τη προς την ιδέα και το ιδεώδες πτήσει, πρακτικός εν τη
προς επιτυχίαν του αγώνος ενεργώ συμπράξει· ιδεώδης άμα και πραγματικός,
ιδεώδης εν τη αντιλήψει και τω ενθουσιασμώ, πραγματικός εν τη εθελοθυσία
[8]
. Παραδείγματα τοιούτου φιλελληνισμού ήσαν λίαν σπάνια εκτός της Γερμανίας
(οίον το του Λόρδου Βύρωνος και του Συνταγματάρχου Στάνχοπ εν Αγγλία καί τινων
Αμερικανών εν ήττονι βαθμώ). Και ενώ εν ταις λοιπαίς πεπολιτισμέναις χώραις
μέχρι τον 1824-25 αραιά μόνον απαντώσι παραδείγματα φιλελληνισμού, η
Γερμανία από του 1821 εμφανίζεται ως μεγάλη κοιτίς και φλογερόν εργαστήριον
φιλελληνισμού· Πανεπιστήμια, Ακαδήμειαι, Σύλλογοι επιστημονικοί είνε τα κέντρα
της μεγάλης φιλελληνικής κινήσεως και ενεργείας, καθηγηταί δε και η Ακαδημαϊκή
νεότης είναι οι κυριώτατοι πράκτορες της τοιαύτης κινήσεως. Εκείνο, όπερ ο
λόρδος Γράνβιλ είπε τω 1873 τοις φοιτηταίς Αγγλικών πανεπιστήμιων, ότι η
Ακαδημαϊκή νεότης εδημιούργησε την νέαν Ελλάδα, αληθεύει κυρίως περί της
Ακαδημαϊκής νεότητος της Γερμανικής. Ποιηταί και ποιήτριαι, λόγιοι πάσης τάξεως,
συγγραφείς και δημοσιογράφοι, πολιτειολόγοι και μυθιστοριογράφοι, βασιλείς και
βασιλόπαιδες, στρατηγοί και στρατιώται, εστρατεύοντο πάντες υπέρ του ελληνικού
αγώνος.
Αλλ' ενταύθα ευρίσκεταί τις πάντως προ της εξής απορίας και ερωτήσεως: Πώς ούτως εχόντων των πραγμάτων η Γερμανία δεν μετέσχεν ως κράτος του υπέρ ελευθερίας αγώνος των Ελλήνων και κατέλιπε το έργον τούτο εις κράτη υποδεέστερα αυτής κατά την ηθικήν ρώμην και ζέσιν του φιλελληνισμού; Πώς η Γερμανία ή το Γερμανικόν Κράτος δεν εγένετο Δύναμις ευεργέτις της Ελλάδος, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία; Αι τοιαύται ερωτήσεις είναι καθ' εαυτάς αρκούντως σοβαραί και πείθουσιν ημάς ίνα, πριν ή προχωρήσωμεν εις την περαιτέρω παράστασιν και αφήγησιν του Γερμανικοί φιλελληνισμού, λύσωμεν το ούτω προβαλλόμενον ημίν ζήτημα.
Και λοιπόν απαντώντες εις την άνω ερώτησιν, λέγομεν ότι κατά τον χρόνον, καθ' όν ο πυρσός του γερμανικού φιλελληνισμού, αναρριπισθείς εν αρχή του αγώνος, μετεποίησε πάσαν την διανοουμένην και αισθανομένην Γερμανίαν απ' άκρου εις άκρον εις κάμινον φλεγομένην πυρός φιλελληνικού, κράτος Γερμανικόν ή Γερμανία ως κράτος και δύναμις πολιτική δεν υπήρχεν. Αι μεγάλαι ελπίδες και προσδοκίαι του Γερμανικού λαού, του τοσούτον ενθουσιωδώς και ηρωικώς αγωνισαμένου υπέρ ελευθερίας εναντίον του Ναπολεοντείου Γαλλικού ζυγού και λαβόντος παρά των ηγεμόνων αυτού πανδήμους υποσχέσεις και επαγγελίας περί πολιτικής ενότητος και περί συγκροτήσεως κράτους Γερμανικού ηνωμένου, εψεύσθησαν δεινώς, και τον καταλυθέντα του Ναπολέοντος ζυγόν διεδέξατο ο απολυταρχικός της ιεράς Συμμαχίας ζυγός· και το χείριστον, εν τη δημιουργηθείση τω 1815 Γερμανική πολυαρχία, εν τη λεγομένη Γερμανική ομοσπονδία των πολλών μεγάλων, μεσαίων και μικρών Κρατών η Αυστρία, το κράτος το μέγιστον και ισχυρότατον, το έχον την προεδρίαν εν τω ομοσπονδιακώ συμβουλίω των κρατών των Γερμανικών και την ηγεσίαν εν τη εξωτερική πολιτική της ομοσπονδίας, ήτο, κατά πνεύμα και το αίσθημα το εθνικόν, το ήκιστα πάντων γερμανικόν. Και είχε μεν το κράτος τούτο γερμανικόν πληθυσμόν ικανώς ισχυρόν και είχεν επίσημον γλώσσαν την γερμανικήν, αλλ' εν πάσι τοις άλλοις κεφαλαίοις του πολιτικού και πνευματικού βίου των Γερμανών ήτο ου μόνον το ήκιστα γερμανικόν, αλλά και το μάλιστα πολέμιον προς την Γερμανίαν ως λαόν και έθνος.
Εν τω πολυσυνθέτω τούτω πολιτικώ μουσείω εθνών και λαών η μόνη δύναμις η συνέχουσα τα πάντα ήτο η δυναστική ενότης και ο κύριος χαρακτήρ του Κράτους ήτο δυναστικός, πολεμιώτατος προς πάσαν αρχήν εθνότητος ως δύναμιν διαλυτικήν του Κράτους. Εντεύθεν η Αυστρία ήτο η γενομένη αιτία της ματαιώσεως πάσης προς πολιτειακήν ελευθερίαν και εθνικήν ενότητα του Γερμανικού έθνους, του ζητούντος αμφότερα ταύτα, ως αντάλλαγμα των μεγάλων αυτού εθνικών πολέμων των ετών 1813-15, ενεργείας των άλλων Γερμανικών Κυβερνήσεων και των πολιτικών και των εθνικών ηγετών και αντιπροσώπων της εθνικής ιδέας του γερμανικού λαού. Αι δε διαβόητοι αρχαί της Ιεράς Συμμαχίας του 1815, ών επετήδευε την θερμήν προστασίαν και φρούρησιν, ήσαν απλώς προσχήματα προς καταπολέμησιν ουχί των ανατρεπτικών πολιτικής και κοινωνικής τάξεως επαναστατικών αρχών, ως προσεποιείτο ότι επίστευεν, αλλά της εθνικής ιδέας των Γερμανών.
Ο απέναντι του εξωτερικού κόσμου διερμηνεύων την πολιτικήν ταύτην Γερμανός το γένος πρίγκηψ Μετερνίχος, αρχιγραμματεύς της αυτοκρατορίας, εκήρυττεν εξ ίσου ως απλά γεωγραφικά ονόματα και γεωγραφικούς όρους τα ονόματα Ελλάς, Ιταλία και Γερμανία· και ήσαν αυτώ αι περί εθνικής ενότητος ιδέαι των Γερμανών και πάντα τα εθνικά ζητήματα των Γερμανών τοσούτον μισητά όσον και τα των Ιταλών και των Ελλήνων. Την δε εν τω ελληνικώ αγώνι μισελληνικωτάτην αυτού πολιτικήν υπηγόρευεν αυτώ προ πάντων ο φόβος Ρωσοτουρκικού πολέμου ο δυνάμενος να προέλθη εκ του αγώνος εκείνου, πολέμου δυναμένου να λάβη ευρείας διαστάσεις και να περιπλέξη και την Αυστρίαν, καθ' όν χρόνον το Κράτος τούτο στρατιωτικώς και οικονομικώς εν τοιαύτη διετέλει καταστάσει, ώστε εκ τοιούτου τινός πολέμου ζημίας μόνον και καταστροφάς ηδύνατο ν' αναμένη. Αλλ' η Αυστριακή αύτη πολιτική εύρισκε στήριγμα και εκτός των ορίων του Αυστριακού Κράτους. Η Αγγλική πολιτική των χρόνων εκείνων διηυθύνετο υπό του διαβοήτου μαρκησίου Λονδονδέρρυ του διά δηλητηριώδους διπλωματικού καλάμου καταπολεμούντος τον ελληνικόν αγώνα και ενισχύοντος την Μετερνίχειον μισελληνικήν πολιτικήν εν Γερμανία και εν Ευρώπη διά συνεννοήσεων διηνεκών και συνεντεύξεων προς τον Αυστριακόν αρχιγραμματέα. Αλλά και η Ρωσική πολιτική του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου Α' απεκήρυξεν εν αρχή τον ελληνικόν αγώνα ως έχοντα την αυτήν αρχήν προς τα εν Ιταλία και εν Ισπανία ανατρεπτικά κινήματα· και ότε δε τάχιστα διέγνω τον χαρακτήρα αυτού τον αληθή, και πάλιν εν ταις πολιτικαίς ενεργείαις αυτού υπέκυψεν εις τας υποβολάς και εισηγήσεις της Αυστριακής πολιτικής. Μετά δε της Ρωσίας και Αυστρίας συνετάσσετο και η μισελληνικήν πολιτικήν μετερχομένη τότε Γαλλία. Εν Γερμανία το κράτος, το δεύτερον μετά την Αυστρίαν ερχόμενον ως προς το μέγεθος και την ισχύν, ήτο το Πρωσσικόν, όπερ απέναντι της Αυστρίας, μεθ' ής συνετάσσετο σύμπασα η Ευρώπη τω 1821-22, δεν ηδύνατο ν' ακολουθήση πολιτικήν ελευθέραν φιλελληνικήν. Και όμως η πολιτική της Πρωσσίας απ' αρχής του ελληνικού αγώνος ήτο κατ' ουσίαν φιλελληνική. Καθ' όν χρόνον ο Μετερνίχος τον ελληνικόν αγώνα εχαρακτήριζεν ως έργον ψεύδους και απάτης καταδεδικασμένον αρχήθεν εις αποτυχίαν ως πάντα τα έργα του σκότους και του ψεύδους, την δε ενδεχομένην επιτυχίαν αυτού ως μεγίστην συμφοράν εν Ευρώπη, ο δε περίφημος Γεντζ ο βοηθός αυτού, εκείνος του πολιτικού βίου του οποίου, κατά Γερβίνον, εκάστη σελίς απεκάλυπτε και έν αίσχος, εκάλει τους Έλληνας φυλήν καταχθονίαν, και εν Αγγλία δε ο Λονδονδέρρυ εκήρυττεν ότι ο αγών ο ελληνικός είχε την αυτήν αρχήν και χαρακτήρα, όν τα εν τη λοιπή Ευρώπη ανατρεπτικά κινήματα, και ότι εκ της επιτυχίας του αγώνος τούτου χάος μόνον και κυκεών πολιτικός και ηθικός ηδύνατο να προκύψη, άτε μη εχούσης της ελληνικής φυλής ουδέ δυναμένης να παραγάγη εξ εαυτής στοιχείον πολιτικής αναγεννήσεως· και ότι Αγγλία και Ευρώπη σύμπασα ησθάνοντο την ανάγκην να διαμαρτυρηθώσιν ισχυρώς εναντίον πάσης σκέψεως και αποπείρας της διά Ρωσοτουρκικού πολέμου αντικαταστάσεως εν Ευρώπη οθωμανικού κράτους δι' Ελληνικού· κατά τον χρόνον, λέγομεν, εκείνον μόνη κυβέρνησις μεγάλης Δυνάμεως ευρωπαϊκής συνηγορούσα υπέρ του ελληνικού αγώνος ήτο η Πρωσσική. Και ενώ τα επίσημα φύλλα της Πρωσσικής κυβερνήσεως, από φόβου συγκρούσεως προς την Αυστρίαν, τους Έλληνας εθεώρουν αθώα θύματα πλάνης, η Πρωσσική Κυβέρνησις ου μόνον εν τη προς την Ρωσικήν περί των ελληνικών πραγμάτων εγκύκλιον απαντήσει αυτής επεδοκίμαζε την δι' ευρωπαϊκού συνεδρίου ως ευρωπαϊκού ζητήματος λύσιν του ελληνικού ζητήματος, αλλά και δι' υπομνήματος συνταχθέντος υπό του εν τω Υπουργείω των Εξωτερικών συμβούλου Αγκιλλών (βραδύτερον Υπουργού των Εξωτερικών) συνηγόρει υπέρ των ελληνικών δικαίων. Το υπόμνημα τούτο συνταχθέν κατά Ιούλιον 1821 συμφώνως προς το πνεύμα της υπό του πρωθυπουργού της Πρωσσίας κόμητος Άρδεμβεργ προς τον βασιλέα εκθέσεως της 10/22 Ιουνίου, έλεγεν: «Η ελληνική επανάστασις είναι αποτέλεσμα των καταπιέσεων της Πύλης, λαβούσα απλώς αφορμήν προς έκρηξιν εκ της επιδράσεως του εν Ευρώπη επαναστατικού κόμματος. Η αρχή και η δύναμις της επαναστάσεως έγκεινται εν αυτώ τω έθνει των Ελλήνων των καταστάντων ικανών να εξεγερθώσιν ένεκα της παρακμής και αδυναμίας των Τούρκων και της ωμότητος αυτών, ής ένεκα το ζήτημα το ελληνικόν μετετράπη εις ζήτημα φιλανθρωπίας, έτι δε εν τη κοινή της Ευρώπης γνώμη, ήν ασπάζονται πάντες οι φίλοι της εννόμου τάξεως, του χριστιανισμού και της δικαιοσύνης. Η ελληνική επανάστασις ουδέν κοινόν έχει προς τας της Νεαπόλεως Σαρδηνίας, Ισπανίας και Πορτογαλλίας, πλην ίσως της αφορμής της εκρήξεως. Οι Έλληνες δεν είναι αντάρται εναντίον νομίμου εξουσίας, ουδ' είναι άνθρωποι διακινδυνεύοντες υπέρ τεμαχίου τινός χάρτου πάντα τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής τάξεως. Εκείνο, όπερ ώπλισεν αυτούς, εισίν αισθήματα ευγενέστατα και ευγενέστατοι σκοποί· η δε του Σουλτάνου δεσποτεία δεν είναι Κυβέρνησις, αλλά παραφθορά πάσης κυβερνήσεως· ουδεμία υπάρχει υποχρέωσις υποταγής εις την τοιαύτην δεσποτείαν, καθ' ής και εν παντί άλλω χρόνω θα εδράττετό τις των όπλων ορμώμενος από αισθημάτων φιλανθρωπίας και θρησκευτικής αληθείας, Όπερ σήμερον απαγορεύεται υπό υψηλότερου σκοπού . . . Ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος δεν θα δυνηθή ν' αντιστή μέχρι τέλους προς υπαγορεύσεις της ευσεβείας και της φιλανθρωπίας αυτού. Κατ' ακολουθίαν ο πόθος της διατηρήσεως της ειρήνης και της ομονοίας εναντίον των επαναστάσεων άγει εξ ανάγκης εις την μόνην οδόν του να κατασταθή ο ελληνικός αγών ζήτημα ευρωπαϊκόν και να προληφθή η Ρωσσική επέμβασις διά της επεμβάσεως της Ευρωπαϊκής, εν άλλαις λέξεσι να τεθώσιν οι Έλληνες υπό την προστασίαν της Ευρώπης» .
Ταύτα έλεγε προς την Ευρώπην τέσσαρας μόλις μήνας μετά την έκρηξιν της Ελληνικής επαναστάσεως η Πρωσσική Διπλωματία, καθ' όν χρόνον πλην της Ρωσσίας πάσαι αι λοιπαί μεγάλαι Δυνάμεις διέκειντο εχθρικώτατα προς τον αγώνα. Ημείς αναδιφήσαντες όσα ηδυνήθημεν διπλωματικά έγγραφα αναγόμενα εις την ιστορίαν του αγώνος απ' αρχής μέχρι τέλους αυτού, ουδέν εύρομεν κατά την ορθήν αντίληψιν και κρίσιν των πραγμάτων, κατά την ανυπόκριτον ειλικρίνειαν και παρρησίαν, κατά την θερμότητα των αισθημάτων και τον σεβασμόν προς την αλήθειαν και την δικαιοσύνην, ουδέν έγγραφον δυνάμενον να παραβληθή καν προς το ανωτέρω Πρωσσικόν υπόμνημα, και διά τούτο προ 25 ήδη ετών συγγράφοντες την διπλωματικήν ιστορίαν του μεγάλου αγώνος και καταχωρίζοντες εν αυτή το ειρημένον έγγραφον ελέγομεν: «Ούτω αι υγιέσταται και αληθέσταται και δικαιότατοι αρχαί και θεωρίαι περί της φύσεως και του χαρακτήρος της ελληνικής επαναστάσεως και περί του τρόπου της λύσεως του ελληνικού ζητήματος εξηγγέλλοντο υπό της Πρωσσίας εις την Ευρώπην από του 1821 και συνιστάτο η διά της κοινής ευρωπαϊκής ενεργείας πρόληψης είτε περιορισμός παντός Ευρωπαϊκού πολέμου. Εν τω υπομνήματι τούτω διαλάμπει αληθώς ουχί απλώς η ασφαλής διάγνωσις του αληθούς χαρακτήρος του ελληνικού αγώνος (διότι τούτον διεγίνωσκε κατά βάθος και αυτός ο Μετερνίχος, καίπερ εν τω φανερώ όλως τουναντίον ομολογών και κηρύττων), αλλ' η πολιτική χρηστότης, η ειλικρίνεια και η παρρησία, μεθ' ής η Πρωσσία εισηγείτο τη Ευρώπη την μόνην απέναντι του ελληνικού αγώνος τηρητέαν ορθήν πολιτικήν. Εις την τοιαύτην περί του ελληνικού αγώνος γνώμην της Πρωσσικής Κυβερνήσεως (προσεθέτομεν) συνετέλεσεν ουκ ολίγον και ο φιλελληνικός ενθουσιασμός ο κατά το πρώτον ήδη έτος καταλαβών την μη Αυστριακήν Γερμανίαν κ.λ.π.».
Εις ταύτα προστίθεμεν νυν ενταύθα, ότι η Πρωσσική διπλωματία απ' αρχής μέχρι τέλους του αγώνος εφάνη πρόθυμος εις πάσας τας υπέρ Ελλάδος προτασσομένας ενεργείας εργαζομένη υπό το πνεύμα τούτο και εν Πετρουπόλει και εν Λονδίνω· — και εν Κωνσταντινουπόλει δε ετήρησε γλώσσαν αυστηρού, αλλ' ειλικρινούς συμβούλου προς την Πύλην. Τω δε 1827, ότε η Γαλλία ως όρον της εις την Αγγλορωσικήν περί Ελλάδος συνεννόησιν προσχωρήσεως αυτής έθηκε την εις συνθήκην μεταξύ των πέντε Δυνάμεων μετατροπήν του Αγγλορωσικού πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως, η Πρωσσική Διπλωματία ειργάσθη εκθύμως [9] προς τούτο και εν Λονδίνω (διά του πρέσβεως Μπύλωβ) και εν Βιέννη, αλλ' άπασαι αι προς τον σκοπόν τούτον καταβληθείσαι ενέργειαι αυτής εματαιώθησαν υπό της Αυστριακής κακονοίας· και η Πρωσσία (ήτις άλλως δεν είχε στόλον ίνα πέμψη αυτόν εις τας ελληνικάς θαλάσσας) ηναγκάσθη υπό των Αυστριακών εις ουδετερότητα απλώς ευμενή, ίνα μη διά της προς την Αυστρίαν φανεράς αντιπράξεως προκαλέση εσωτερικάς ανωμαλίας και περιπλοκάς εν τη Γερμανική ομοσπονδία. Άλλως η Πρωσσία εποιήσατο χρήσιν πάντοτε όσης είχεν εν Κωνσταντινουπόλει ροπής πολιτικής, ίνα πείση την Πύλην εις τας υπέρ της Ελλάδος προτάσεις των τριών Δυνάμεων. Άξιον δε σημειώσεως, ότι ο βασιλεύς της Πρωσσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ' και ο τότε επίδοξος διάδοχος Φρειδερίκος Γουλιέλμος, ούτος μάλιστα λίαν απολυταρχικάς πρεσβεύων αρχάς, ιδιωτικώς εφάνησαν λίαν φιλέλληνες (όπως πάντες σχεδόν οι Γερμανοί ηγεμόνες) και προσήνεγκον και αδράς χρηματικάς δωρεάς υπέρ του αγώνος. Ούτως εξηγησάμενοι την θέσιν της Πρωσσικής πολιτικής εν τω ελληνικώ αγώνι, μεταβαίνομεν εις την ιδιαιτέραν ιστορίαν του Γερμανικού φιλελληνισμού.
Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
ΕΝ ΤΩ ΕΛΛΗΝΙΚΩ ΑΓΩΝΙ
Ο φιλελληνισμός ο Γερμανικός, ο μετά την έναρξιν του αγώνος του ελληνικού τω
1821 μετά τοσαύτης ορμής και ενεργείας εκδηλωθείς, ήτο απόρροια
φιλελληνισμού δυνάμει υπάρχοντος εν τη χώρα ταύτη απ' αιώνων και διά της
σπουδής και καλλιεργείας των ελληνικών γραμμάτων επί αιώνας αναπτυχθέντος.
Τα πρώτα σπέρματα του τοιούτου φιλελληνισμού ερρίφθησαν εν Γερμανία από της
δευτέρας πεντηκονταετίας του 10 μ. Χ. αιώνος, ότε μετά πολλάς ενεργείας
καταβληθείσας εκ μέρους του Βασιλέως των Γερμανών και Αυτοκράτορος του
Αγίου Ρωμαϊκού Κράτους Όθωνος Α' και επανειλημμένας εις την αυλήν
Κωνσταντινουπόλεως πρεσβείας, επέμφθη εις Γερμανίαν διά Ρώμης (ένθα
ετελέσθησαν οι γάμοι) η πορφυρογέννητος βασιλόπαις Θεοφανώ ως περίπυστος
[10]
νύμφη του υιού και επιδόξου διαδόχου (του Όθωνος Β' έπειτα βασιλέως και
αυτοκράτορος). Οι εν τη ακολουθία της Ελληνίδος βασιλόπαιδος ευρισκόμενοι
λόγιοι έθεσαν εν Γερμανία τας πρώτας βάσεις καλλιεργείας των ελληνικών
γραμμάτων, ήτις δεν εξέλιπεν έκτοτε εν Γερμανία. Κατά δε τον 15 και 16 αιώνα, ότε
οι Έλληνες εξ Ανατολής λόγιοι τοσαύτην παρέσχον επίδοσιν εν Ιταλία εις την των
ελληνικών γραμμάτων σπουδήν, οι εν Ιταλία παιδευθέντες πρώτοι μεγάλοι
Γερμανοί ελληνισταί Ιωάννης Ραϊχλίνος ή Καπνίων, και ο εκ Ροττερδάμης Έρασμος
οι μεταβαλόντες, ως είπομεν, από σφοδράς αγάπης προς τα ελληνικά γράμματα
και τα Λατινικά και Γερμανικά ονόματα αυτών εις ελληνικά ταυτόσημα,
εκαλλιέργησαν και διέδοσαν ισχυρώς τα ελληνικά γράμματα, διδάσκοντες,
εκδίδοντες και μεταφράζοντες αρχαίους Έλληνας ποιητάς και συντάσσοντες
γραμματικάς της ελληνικής γλώσσης. Πάντες ούτοι ένεκα του προς την αρχαίαν
ελληνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν ενθουσιασμού αυτών ησθάνοντο συμπάθειαν
προς την Ελλάδα· αλλ' η συμπάθεια αύτη είχεν απλώς χαρακτήρα ηθικόν και
πλατωνικόν. Μόνον ο του Μελάγχθονος φίλος Λούθηρος ερρήγνυε κραυγήν
οδύνης προς λαούς και ηγεμόνας επί τοις παθήμασι των χριστιανών της Ανατολής·
αλλά και του Λουθήρου το αίσθημα είχε χαρακτήρα φιλανθρωπίας γενικωτέρας
χριστιανικής. Τον αυτόν χαρακτήρα είχον και τα υπέρ των Χριστιανών της Ανατολής
κηρύγματα τον Γερμανού καθολικού μοναχού Σχέρερ περί τα τέλη τον 16 αιώνος.
Ως γνωστόν, ου πολύ μετά τον θάνατον τον Λουθήρου, οι προτεστάνται θεολόγοι
της Τυβίγγης έπεμψαν εις Κωνσταντινούπολιν τον θεολόγον Στέφανον Γέρλαχ, ίνα
συνάψη σχέσεις μεταξύ των ευαγγελικών Γερμανών και της ορθοδόξου εκκλησίας.
Έκτοτε δ' ήρξατο εν Γερμανία μείζον υπέρ της ελληνικής εκκλησίας και υπέρ των
Ελλήνων διαφέρον, ει και αι περί συνεννοήσεως μεταξύ των εκκλησιών
διαπραγματεύσεις εις ουδέν απέληξαν αποτέλεσμα. Του τοιούτου δε διαφέροντος
σύμπτωμα υπήρξε και η τω 1584 υπό του Κρουσίου εκδοθείσα περίφημος
Turcograecia. Η από τον επομένου (17ου) αιώνος έτι μάλλον ενισχυθείσα μεταξύ
της ελληνικής Ανατολής και της Γερμανίας πνευματική επικοινωνία έδωκε κατά
μικρόν εις τον εν Γερμανία φιλελληνισμόν, χαρακτήρα και διεύθυνσιν θετικωτέραν,
αποβλέπουσαν εις την ελευθέρωσιν των Ελλήνων. Κήρυξ διαπρύσιος
[11]
και σημαιοφόρος της νέας ταύτης διευθύνσεως υπήρξε περί τα τέλη του 17ου
αιώνος ο εν Νυρεμβέργη ιεροκήρυξ Ιωάννης Βύλφερ (Wülfer). Ούτος νέος έτι
ών (18 ετών) εξέδωκε πραγματείαν επιγραφομένην «η Ελλάς θρηνούσα την
ερήμωσιν αυτής και επικαλουμένη βοήθειαν παρά των αλλοδαπών, μάλιστα παρά
των Τευτόνων». Βραδύτερον ο Βύλφερ έγραψε συγκινητικάς επιστολάς προς τους
εν Βενετία Έλληνας. Εν νέα δε πραγματεία, εκθέτων τα όσα έπασχεν η Ελλάς,
επεκαλείτο την βοήθειαν πάντων των ηγεμόνων και μάλιστα του αυτοκράτορος
Λεοπόλδου Α', προς όν παρίστανε την Ελλάδα ερχομένην ικέτιν και λέγουσαν εν
γλώσση Ελληνική Ομηρική: «Κλύθι ω Αυτόκρατορ· ικέτις τέιν άντα ικάνω.» και
αφηγουμένη πάντα όσα οι Έλληνες οι αρχαίοι έπραξαν υπέρ της ανθρωπότητος και
ικετεύουσα τους αγαθούς βασιλείς της Εσπερίας ίνα ελευθερώσωσι
τους χριστιανούς Έλληνας, εφώνει τάδε: «Ουδέν ελευθερίης βέλτερόν εστιν
ανθρώποις· όστις ελευθερίης απολαύει, όλβιος εστιν· ός κείνης στέρεται, κρυεραίς
άταισι παλαίει». Η επίκλησις της Ελλάδος ετελεύτα ομηρικώτατα «Νυνί, φίλοι, των
βαρβάρων άιδι προϊάπτετε ψυχάς· έστι γαρ έχθιστος ανθρώπων ο Τούρκος». Εις το
ποίημα τούτο του Βύλφερ απήντησεν ο εν Άλτδορφ της Βαυαρίας ελληνιστής
καθηγητής Κένιγ δι' επιγράμματος ελληνικού, επικροτών εις τας ιδέας του Βύλφερ.
Καθ' όν χρόνον Βύλφερ και Κένιγ εκήρυττον ταύτα, νικηφόροι προήλαυνον αι
στρατιαί του αυτοκράτορος Λεοπόλδου Α' και του ηρωϊκού Δουκός και Εκλέκτορος
της Βαυαρίας Μαξιμιλιανού Εμμανουήλ Β' εις τον Κάτω Δανούβιον και εις την
ελληνικήν Χερσόννησον και επιτροπεία Ελλήνων σπουδαστών εν Γερμανικοίς
Πανεπιστημίοις προσήρχετο προς τον Βαυαρόν ήρωα εκλιπαρούσα την
ελευθέρωσιν της Ελλάδος. Και η μεν επελθούσα τω 1699 ειρήνη επέσχε την
περαιτέρω προέλασιν των νικηφόρων Γερμανικών στρατιών. Αλλ' ο γερμανικός
φιλελληνισμός ελάμβανεν έκτοτε διεύθυνσιν θετικήν πολιτικήν, χωρών εκ
παραλλήλου προς την εν τοις Γερμανικοίς Πανεπιστημίοις τεραστίαν επίδοσιν της
των ελληνικών γραμμάτων καλλιεργείας και εν αμίλλη προς ταύτην. Η προσοχή των
Γερμανών Φιλολόγων ήρξατο επεκτεινομένη κατά μικρόν από του ύψους της
κλασσικής φιλολογίας και επί την φιλολογίαν την νεοελληνικήν και επί τους νέους
Έλληνας. Άπασα δε η ελληνική φιλολογία ήρξατο να επιδρά σπουδαιότατα και επί
την γερμανικήν γραμματείαν, ουχί μόνον την κλασσικήν, αλλά και την δημοτικήν. Η
κατά την οκτωκαιδεκάτην εκατονταετηρίδα διηγηματική ποίησις, λέγει ο
καθηγητής Αρνόλδος, ασμενίζει ως επί το πολύ εις εγχωρίους ελληνικάς υποθέσεις.
Ο Wieland και ο Heinse εισάγουσιν εις το Γερμανικόν κοινόν τας ελληνικάς
σκηνογραφίας. Ο Heinse εν τη περιφήμω πραγματεία αυτού Ardinghello (Μακάρων
νήσοις), εν ή εκτίθενται αι περί πλαστικής και ζωγραφικής θεωρίαι αυτού (τη
εκδοθείση τω 1787), λαμβάνει την υπόθεσιν εκ της νεωτέρας Ελλάδος· εν τω μέσω
δε του Αιγαίου πελάγους αναθρώσκει
[12]
η ιδεώδης του ποιητού πολιτεία· υπό το φαιδρόν δε τούτο κλίμα θέλει να
επαναγάγη ο ποιητής το κράτος του Ελληνισμού και να εξελάση την βαρβαρότητα.
Δέκα έτη μετά το Ardinghello (τω 1797) εφάνη η μυθιστορία ο «Υπερίων» ή ο «εν
Ελλάδι ερημίτης» του μεγίστου λυρικού ποιητού Φρειδερίκου Χέλδερλιν, εν ή
ποιητική μεγαλοφυία, βάθος και πλούτος διανοημάτων, υπόθεσις ευγενεστάτου
ελληνικού πνεύματος και συναρπάζουσα τας ψυχάς υψιπέτεια εισίν ηνωμένα και
ήτις έχει την έμπνευσιν εκ της νέας Ελλάδος. Ο Υπερίων, ο πρωταγωνιστής, εν ώ
απεικονίζεται αυτό το πνεύμα και ο βίος του ποιητού, είναι ο πρώτος νεώτερος
Έλλην εν τη γερμανική ποιητική γραμματεία, εκπροσωπών τον νεώτερον
ελληνισμόν εν τη αναγεννήσει του αρχαίου και δους αφορμήν εις την παρά τοις
Γερμανοίς γένεσιν του ελληνικού ζητήματος υπό έννοιαν πολιτικήν, του ζητήματος
δηλονότι της πολιτικής αποκαταστάσεως του Ελληνικού Γένους. Τοσαύτη δε
υπήρξε κατά τους χρόνους εκείνους η της Γερμανικής ποιήσεως και φιλολογίας επί
την προαγωγήν του ζητήματος τούτου ηθική ροπή, ώστε τω 1801, ότε ήρξαντό τινα
μικρά επαναστατικά κινήματα εν τη Στερεά Ελλάδι, ο περίφημος εν τω
Πανεπιστημίω της Ιένης καθηγητής των ελληνικών γραμμάτων Άσιος ηθέλησε να
κατέλθη εις την Ελλάδα ίνα αγωνισθή.
Ότι ο φιλελληνισμός ούτος δεν απέβαλε και τον όν είχε κυρίως κατά τον 16 αιώνα θρησκευτικόν εν μέρει χαρακτήρα και ότι, καθ' όν χρόνον οι σοφοί φιλόλογοι και φιλόσοφοι από βημάτων πανεπιστημιακών εκήρυττον την ελευθερίαν της Ελλάδος, το αυτό εποίουν και ιεροκήρυκες οίος ο μνημονευθείς ελληνιστής άμα και θεολόγος Βύλφερ και ο θεολόγος Tschirmer τω 1813 και ο Iken εν τω «Ελληνίω» αυτού εκήρυττεν ότι είνε μεγάλη πλάνη το νομίζειν ότι η ελληνική εκκλησία αφίσταται πολύ της ευαγγελικής, τούτο βεβαίως δεν δύναται ν' αμφισβητηθή· αλλ' εγγύτερον προς την αλήθειαν ευρίσκονται οι φρονούντες, ότι ο Γερμανικός φιλελληνισμός του 18 και των αρχών του 19 αιώνος ήτο κυρίως ισχυρά αφύπνισις του πνευματικού φιλελληνισμού (Humanismus) του 15 και 16 αιώνος, κίνησις φιλολογική και αισθητική. Η λατρεία του αειζώου ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής τέχνης έδωκεν, ως λέγει και ο Caminade, εις την έξαρσιν ταύτην του ενθουσιασμού τον αληθή αυτής χαρακτήρα, υπέρ πάντας δε τους άλλους Γερμανούς οι φιλόλογοι και οι φιλόσοφοι Γερμανοί ήσαν, κατά Heine, οι καταληφθέντες υπό φλογός φιλελληνισμού, ο Θείρσιος εν Μονάχω, ο Ζόινε (Zeune) εν Βερολίνω, ο Ιάκοψ εν Γότθη, ο Φόσσιος εν Εϊδελβέργη, ο Κρύγιος [Κρούγιος] εν Λειψία.
Έτι τω 1811 ο κλεινός γεωγράφος και ιστορικός Ούκερτ έγραψεν «Εικόνας εξ Ελλάδος», άς ανέθηκεν εις τον Γκαίτε Βόλφιον και Φόσσιον· εν τη πραγματεία δε ταύτη κηρύσσεται ως επικειμένη η ελευθέρωσις της Ελλάδος. Δύο έτη μετά τον Ούκερτ ο κλεινός ελληνιστής Φρειδερίκος Θείρσιος εν Ακαδημεική διατριβή προήγγελλε την προσεχή ανάστασιν του «προσφιλούς λαού», μετά δύο δ' έτη πάλιν ο βαρώνος Ιωσήφ Άουφενβουργ ήθελε να κατέλθη εις Ελλάδα, ίνα εργασθή προς ελευθέρωσιν αυτής· αλλ' ο νεαρός ενθουσιώδης ευπατρίδης, αφού προυχώρησε μέχρι της Τρεβίζης, ηναγκάσθη να επανέλθη εις τα ίδια. Όπως ο κατά τα έτη 1813-14 εν τω υπέρ ελευθερίας των Γερμανών αγώνι υπέρ της Γερμανικής ελευθερίας ενθουσιασμός συνήπτετο μετά του υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος ενθουσιώδους πόθου, ούτω και η από του 1815 καταλαβούσα τας ευγενείς Γερμανικάς ψυχάς επί τη ματαιώσει των εθνικών ελπίδων περί ενότητος και πολιτειακής ελευθερίας απογοήτευσις έτι μάλλον εξήπτε τον πόθον της ελληνικής ελευθερίας· και εν τη ιδέα ταύτη εύρισκον παραμυθίαν και ανακούφισιν ηθικήν αι ψυχαί των υπέρ της Γερμανίας ενθουσιώντων μεγάλων Γερμανών και επί μακρόν έκτοτε η φιλοπατρία η Γερμανική συνεδέετο μετά της αγάπης προς την νέαν Ελλάδα και πάντες οι μεγάλοι Γερμανοί φιλοπάτριδες ήσαν και φιλέλληνες. Ότε τω 1812 ο τότε φιλελεύθερος έτι Γερμανός ποιητής Κοτσεβούε (ο βραδύτερον γενόμενος αντιδραστικός και οικτρόν ένεκα τούτου ευρών τέλος) εποίησε το ποίημα αυτού «Τα ερείπια των Αθηνών» και εψάλη τούτο ως εξόδιον εν τω βασιλικώ θεάτρω της Πέστης, μελοποιηθέν υπό του Μπετόβεν, γενική συγκίνησις και κατάνυξις βαθεία κατέλαβε πάντας επί ταις συμφοραίς της αναξιοπαθούσης Ελλάδος. Αι από του παρελθόντος δε αιώνος ήδη αρξάμεναι πνευματικαί σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας έτι μάλλον συνεσφίγχθησαν, επιστολαί από επιστημονικών συλλόγων Γερμανικών επέμποντο εις Έλληνας λογίους ενθαρρύνουσαι τους υπέρ αναγεννήσεως αγώνας, Έλληνες δε λόγιοι διωρίζοντο μέλη Ακαδημειών, ως ο Άνθιμος Γαζής (μέλος των Ακαδημειών Βερολίνου και Μονάχου). Αύτη η Αυστριακή Βιέννη, ήτις περί τα τέλη του 18 και τας αρχάς του 19 αιώνος ήτο κέντρον μικράς ελληνικής άμα και φιλελληνικής κινήσεως, εγένετο τω 1815, ότε εκρίνετο ενταύθα και ερρυθμίζετο η τύχη των λαών και κρατών της Ευρώπης, εντευκτήριον μεγάλων Ελλήνων και φιλελλήνων. Ενταύθα συνηντήθησαν Ιάκωβος Γριμμ, Άνθιμος Γαζής, Ιωάννης Καποδίστριας· αλλά πάσαι αι υπέρ Ελλάδος παρά τοις ισχυροίς ενέργειαι αυτών υπέρ Ελλάδος εματαιώθησαν υπό της Αυστριακής πολιτικής, ής ο αντιπρόσωπος αρχιγραμματεύς της Αυτοκρατορίας πρίγκηψ Μετερνίχος έλεγε προς τον εν ταις προπαρασκευαστικαίς επιτροπείαις του Συνεδρίου προτείνοντα την βελτίωσιν της θέσεως των Ελλήνων I. Καποδίστριαν, ότι δεν εγνώριζεν έθνος ελληνικόν, αλλά μόνον υπηκόους χριστιανούς του Σουλτάνου, όπως δεν εγνώριζεν έθνος Γερμανικόν και έθνος Ιταλικόν. Το μόνον έργον του Καποδιστρίου εν Βιέννη υπήρξε τότε, ως γνωστόν, η ίδρυσις της «Εταιρείας των Φιλομούσων» προς διάδοσιν της παιδείας εν Ελλάδι, ής Εταιρείας ενεγράφησαν ως μέλη πλείστοι ηγεμόνες, εν οίς πρώτος ο Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, και πολιτικοί άνδρες. Ως γνωστόν, έν έτος μετά το συνέδριον της Βιέννης ιδρύθη, κατά μίμησιν της υπό του Καποδιστρίου ιδρυθείσης, η «Εταιρεία των Φιλικών», αλλ' αύτη έλαβεν ευθής πολιτικόν χαρακτήρα αποβλέπουσα εις την ελευθέρωσιν του έθνους. Της εταιρείας ταύτης λαβών γνώσιν ο Θείρσιος εγένετο εξωτερικόν μέλος αυτής και εδιπλασίασεν έκτοτε τον υπέρ της Ελλάδος ζήλον, κηρύττων και από έδρας πανεπιστημιακής και από βήματος Ακαδημειών και Συλλόγων την προσεχή ελευθέρωσιν της Ελλάδος, μέχρις ού, εκραγείσης τω 1821 της επαναστάσεως, ίδρυσεν ευθύς, παρορμήσει του επιδόξου διαδόχου του Βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκου, ομού μετά του έπειτα Υπουργού γενομένου βαρώνου Σεγκ τον φιλελληνικόν σύλλογον του Μονάχου, ού εγένετο Πρόεδρος. Έν των υπέρ Ελλάδος μεγάλων έργων του Θειρσίου ευθύς εξ αρχής της επαναστάσεως ήτο ότι κατώρθωσε να προσαγάγη εις τας υπέρ Ελλάδος γνώμας και ενεργείας αυτού την μέγα δυναμένην τότε εν τη δημοσία γνώμη Γερμανίας και Ευρώπης και πρωτίστην των Γερμανικών εφημερίδων Αυγουσταίαν «Γενικήν εφημερίδα» (Algemeine Zeitung von Augsburg), ήτις μέχρι τέλους υπεστήριζε τον ελληνικόν αγώνα, δεχομένη εις τας στήλας αυτής πάσας τας υπέρ Ελλάδος πραγματείας των φιλελλήνων. Μετά του Θειρσίου ηνώθη ο της φιλοσοφίας καθηγητής Κρύγιος, όστις και συνέταξε πρόγραμμα, ήτοι εναρκτήριον λόγον πανεπιστημιακόν «περί αναγεννήσεως της Ελλάδος», και περί τα μέσα Ιουλίου 1821 εξέδωκε την πρώτην προκήρυξιν περί συστάσεως επικουρικών συλλόγων και συλλογής εράνων. Εις το κήρυγμα τούτο προσήλθεν αρωγός ο βαρώνος Δάλβεργ και ο περίφημος Γάγερν. Ο Γάγερν πρώτος συνέλαβε το σχέδιον της συγκροτήσεως λεγεώνος φιλελλήνων. Και, συνωδά προς το σχέδιον του Γάγερν, απέτεινεν ο Θείρσιος (6/18 Αυγούστου) επίκλησιν προς τους Γερμανούς. Η επίκλησις αύτη τοσούτω μάλλον ισχυράν εύρεν ηχώ εν τη διανοία των Γερμανών, όσον πλην του εν Μονάχω είχον ιδρυθή τω 1821 σύλλογοι φιλελληνικοί εν Στουττγάρδη, Τυβίγγη, Φρειβούργω, Εϊδελβέργη και Φραγκφούρτη και έν τισι πόλεσι της Γερμανικής Ελβετίας, ενώ τουναντίον, ως λέγει ο Αρνόλδος, εν άλλαις ευρωπαϊκαίς χώραις ο φιλελληνισμός ου μόνον ουδαμώς υπεστηρίζετο, αλλά και κατεδιώκετο. Τουναντίον δ' εν Γερμανία, καίπερ καταδιωκόμενος απηνώς, ηθικώς τε και πολιτικώς, υπό της πανισχύρου Αυστριακής πολιτικής, πανταχού εθριάμβευε, μεθ' όσα εν Βιέννη εδημοσιεύοντο δηλητηριώδη εναντίον των Ελλήνων άρθρα εν τω οργάνω του διαβοήτου Γεντζ «Αυστριακώ παρατηρητή» (Oesterreichischer Beobachter), υπ' αυτού του Γεντζ ως κύρια άρθρα ή εν είδει ανταποκρίσεως δήθεν εξ Ελλάδος συντασσόμενα, και υπό του Τουρκιστού Χάμμερ, του γράψαντος βραδύτερον την ιστορίαν του Οθωμανικού κράτους, εν τοις «Βιενναίοις Χρονικοίς» γραφόμενα. Δεινή εναντίον του εν Γερμανία φιλελληνισμού εξηγείρετο τότε η διεφθαρμένη ηθικώς Αυστριακή αριστοκρατία και διπλωματία, αριθμούσα εν ταις τάξεσιν αυτής πάντας τους Αυστριακούς διπλωμάτας, εν οίς τινες ομού μετά του Γεντζ και διά καλάμου δηλητηριώδους κατεπολέμουν τον ελληνικόν αγώνα, οίος ο εν Πετρουπόλει τω 1824-25 Αυστριακός πρεσβευτής κόμης Λεβζέλτερν εξενεγκών το διαβόητον απόφθεγμα: «η Ευρώπη δεν οφείλει εις την αρχαίαν Ελλάδα ουδέ το τέταρτον του πολιτισμού, όν επορίσθη παρά των Αράβων». Εν Γερμανία αυτή μόνον οι χρηματιστικοί κύκλοι της Φραγκφούρτης αντέδρων ασθενώς εναντίον του ρεύματος του φιλελληνισμού. Τουναντίον δε εν ετέρω μεγάλω εμπορικώ και χρηματιστικώ κέντρω της Γερμανίας, τω Αμβούργω, η φιλελληνική κίνησις επήνεγκε και την ίδρυσιν ουχί μιας, αλλά πολλών φιλελληνικών επιτροπειών. Αυτό το Βερολίνον κατέστη κέντρον μεγάλης φιλελληνικής κινήσεως, μεθ' όλην την επιτετηδευμένην της Κυβερνήσεως επιφυλακτικήν πολιτικήν. Ου μόνον σοφοί μεγάλοι συγγραφείς, οι μέγιστοι ιστορικοί Νέανδρος και Νείβουρ (ούτος μάλιστα κατέχων θέσιν επισημοτάτην εν τη υπηρεσία του Κράτους) και ο περίφημος επί επιστημονική μεγαλοφυία και επιστημονική φιλανθρωπία καθηγητής της ιατρικής Χύφελανδ ήσαν ηγέται της εν Βερολίνω φιλελληνικής κινήσεως, αλλά και ο του θρόνου διάδοχος, (όπως και ο βασιλεύς πατήρ αυτού), καίπερ άλλως πρεσβεύων αρχάς πολιτικάς απολυταρχικάς (κατά τα δόγματα της πολιτικής φιλοσοφίας του Άλλερ). Διά των ανδρών τούτων και διά πλείστων άλλων περιφανών λογίων, καθηγητών, συγγραφέων, απ' άκρου εις άκρον της Γερμανίας η φιλελληνική κίνησις ευθύς από του πρώτου έτους τεραστίας έλαβεν εκτάσεις εξωτερικάς και έντασιν εσωτερικήν. Ευγενείς δέσποιναι, λέγει ο Αρνόλδος, εκ της ανωτάτης των ευπατριδών τάξεως περιήρχοντο από οικίας εις οικίαν, συνεπιβοηθούντων του βασιλέως και του πεφωτισμένου πρίγκηπος διαδόχου και του Δημοτικού συμβουλίου.
Εν Βρεσλαυία της Πρωσσίας στρατιώται και υπηρέται προσήρχοντο εις τας επιτροπείας φέροντες τον οβολόν αυτών. Ιδίως οι φιλόλογοι διέπρεπον επί φιλελληνική θέρμη. Συγκινητικώτατοι ήσαν ιδίως οι λόγοι, μεθ' ών ο γηραιός Φόσσιος, ο μεταφραστής των ομηρικών επών, συνώδευσε την εν Εϊδελβέργη εκ χιλίων φιορινιών (2 1/2 χιλ. φρ.) συνδρομήν αυτού «ως μικράν δόσιν του μεγάλου χρέους, ανθ' ής έτυχε παρά της Ελλάδος παιδεύσεως». Εν Λειψία δ' εντός του ναού του Αγίου Θωμά ο καθηγητής Τσίρνερ εκήρυττεν ακαταπαύστως υπέρ των εν Ανατολή καταδυναστευομένων χριστιανών. Πολλοί συγγραφείς φιλελληνικών πονημάτων αφιέρουν τα εκ της πωλήσεως αυτών εισπραττόμενα χρήματα εις τους ελληνικούς συλλόγους. Ου μόνον δε φιλέλληνες, αλλά και έτεροι συγγραφείς έπραττον το αυτό εκ φιλανθρωπίας, λέγει ο Αρνόλδος. Εμελοποιούντο άσματα, εδημοσιεύοντο χαλκογραφίαι, ετελούντο συναυλίαι, ετυπούντο βιβλία, τα πάντα επεχειρούντο προς υλικήν των Ελλήνων συνδρομήν. Πλείστοι όσοι ήσαν οι προσελθόντες εθελονταί. Εις την κλήσιν του Δάλβεργ υπείκοντες, έδραμον νέοι και πρεσβύτεροι εις τα εν Στουττγάρδη και Ασσαφενβούργω (της Βαυαρίας) κεντρικά στρατολογικά γραφεία. Ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί, ενώ ήλπιζον ταχείαν προαγωγήν μένοντες εν τη πατρίδι αυτών, έμποροι και χειρώνακτες, διδάκτορες της φιλοσοφίας, φοιτηταί και καλλιτέχναι, συγγραφείς και ποιηταί, έτι δε και γυναίκες καταλέγονται εις την χορείαν των εθελοντών. Τω 1821-22 επέμφθησαν εις την Ελλάδα υπό των φιλελληνικών Συλλόγων 327 εθελονταί· έτεροι δε εθελονταί απήλθον ιδίοις αναλώμασιν [13] . Ο του Νείβουρ φίλος Λίβερ μάτην ηγωνίσθη να πραγματώση τα ιδεώδη αυτού σχέδια εν Ελλάδι· αλλ' ηρώων ουδεμία υπήρχεν έλλειψις. Μεταξύ των πρώτων εθελοντών, τον πρώτον ήδη μήνα της επαναστάσεως σπευσάντων εις την Ελλάδα, ήν, ως ερρήθη, ο από Ολσατίας (Χόλστεϊν) ευγενής Βάλδεμαρ Κουάλεν, πεσών εν τη μάχη των Θερμοπυλών παρά τον ηρωικώς ενταύθα μαχόμενον Αθ. Διάκον. Θαυμάσια ανδραγαθήματα διέπραξεν εν Ελλάδι, κατά τον Αρνόλδον, ο λοχαγός Φάβεκ. Εν τοις νεαροίς αγωνισταίς τοις καταβάσιν εις Ελλάδα συνηριθμείτο και ο αξιωματικός Σάγχορστ, επί θυγατρί γαμβρός του περιωνύμου Πρώσσου στρατάρχου Γναϊζενάου. Μεγάλας υπηρεσίας προσήνεγκεν εις την Ελλάδα ο το πρώτον έτος ήδη της επαναστάσεως κατελθών εις Ελλάδα, εκ των κατά του Ναπολέοντος πολέμων γνωστός Βυρτεμβέργιος στρατηγός Νόρμαν Έρενφελς, γενναίως υπερασπίσας την Πύλον εναντίον του Τουρκικού στόλου και είτα γενναίως αγωνισάμενος και τραυματισθείς εν τη μάχη του Πέτα (1822). Ο φιλελληνισμός ο Γερμανικός εισεχώρησε τότε και εις την παιδαγωγικήν επί τοσούτον (λέγει πάντοτε ο Γερμανός Αρνόλδος), ώστε είς των αρίστων καθηγητών, ο Μυγχ, μεγαλοφώνως απεφαίνετο υπέρ της εισαγωγής της καθ' Έλληνας προφοράς των ελληνικών γραμμάτων εις τα Γερμανικά γυμνάσια. Και οι εν τοις γυμνασίοις μαθηταί κατελήφθησαν τότε υπό τοσούτου και τηλικούτου ενθουσιασμού, ώστε εν τοις τετραδίοις αυτών εικόνιζον τας νίκας των Ελλήνων· είς δε των φιλελλήνων τούτων μαθητών (ο ύστερον επιφανής ιστορικός Ερνέστος Κούρτιος) έλαβε παρά του Γυμνασιάρχου ράπισμα ένεκα της φιλελληνικής παραφοράς αυτού. Και ο ύστερον μέγας ιστορικός Γερβίνος, ο τοσούτον θαυμασίαν συγγράψας ιστορίαν του ελληνικού αγώνος, νέος ών τότε και μεστός φιλελληνισμού, μόλις και μετά βίας εκωλύθη υπό των γονέων αυτού του μεταβήναι εις Ελλάδα· αλλ' η Ελλάς η στερηθείσα τότε ενός περιπλέον φιλέλληνος πολεμιστού ημείφθη είτα μυριοπλασίως διά του καλάμου του μεγαλοφυούς ιστοριογράφου του ελληνικού αγώνος. Αλλ' ενταύθα γενόμενοι του λόγου ακούσωμεν και ολίγων τινών του μεγάλου τούτου ιστορικού περί του εν Γερμανία φιλελληνισμού ρημάτων.