WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 110: 13. Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος (976-1025).
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

6. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου Ζ' του Πορφυρογεννήτου
μέχρι του έτους 945.

{200} Τον Λέοντα ΣΤ' διεδέξατο ο εκ της τετάρτης γυναικός υιός αυτού Κωνσταντίνος Ζ', Πορφυρογέννητος και ούτος επικληθείς και υπό το όνομα τούτο κυρίως γνωστός γενόμενος εν τη ιστορία. Ο Κωνσταντίνος ην επταετής την ηλικίαν ότε ετελεύτησεν ο πατήρ, διετέλει δ' εν αρχή υπό την κηδεμονίαν του πατραδέλφου θείου αυτού Αλεξάνδρου. Αλλά και τούτου τελευτήσαντος μετά έν έτος (913), ανέλαβε την κηδεμονίαν η μήτηρ αυτού Ζωή. Μετ' ολίγον όμως και η Ζωή αφηρέθη την εξουσίαν υπό του ναυάρχου Ρωμανού Λεκαπηνού, όστις κατέστησε τον αυτοκράτορα και ως γαμβρόν αυτού, δους αυτώ εις γάμον την θυγατέρα αυτού Ελένην, εγένετο δε και συμβασιλεύς αυτού (918). Αλλά μη αρκούμενος εις τούτο κατέστησε και τους τρεις υιούς αυτού συμβασιλείς· ώστε νυν πενταπλή βασιλεία διείπε τα του κράτους του Ελληνικού, και εν τη συστάδι ταύτη των πέντε βασιλέων την εσχάτην θέσιν κατείχεν ο νομιμώτατος πάντων Κωνσταντίνος Ζ'. Αλλ' επί τέλους, ότε αυτός ο Ρωμανός εξεβλήθη της αρχής υπό των τριών υιών αυτού (944), ο Κωνσταντίνος ανδρωθείς, ενεργεία της φιλάρχου γυναικός αυτού Ελένης, εξέβαλε της αρχής τους ασεβείς σφετεριστάς και έμεινε μόνος κύριος της αρχής (945) (152). Η μέχρι του 945 πενταρχία, εν ή επρώτευεν ο Ρωμανός Α'. υπήρξεν ατυχεστάτη και ως προς την εσωτερικήν διοίκησιν του κράτους και ως προς την εξωτερικήν άμυναν αυτού. Ο φοβερός των Βουλγάρων ηγεμών ή τσάρος Συμεών και μετά τον θάνατον του Λέοντος ΣΤ' εξηκολούθει τας καταστρεπτικάς αυτού επιδρομάς, μέχρι των προθύρων αυτών και των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως εκτείνων αυτάς. Μόλις δε μετά τον θάνατον αυτού τον επελθόντα τω 929 ηδυνήθη να αναπνεύση η πρωτεύουσα και να ανακουφισθώσιν εκ των συμφορών του φοβερού επιδρομικού πολέμου αι Ευρωπαϊκαί επαρχίαι του κράτους. Εν τοις αυτοίς δε χρόνοις εξηκολούθουν έτι αι πειρατικαί επιθέσεις των Σαρακηνών, ει και ούτοι τω αυτώ έτει, καθ' ό η Κωνσταντινούπολις εκινδύνευσεν από των Βουλγάρων (919), είχον πάθει δεινήν κατά θάλασσαν ήτταν υπό του Ελληνικού στόλου. Τω δε 941 νέαν στρατείαν εποιήσαντο εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως οι Ρώσοι υπό τον ηγεμόνα αυτών Ιγώρ τον υιόν του Ρούριχ (σελ. 199) μετά χιλίων πλοίων. Αλλά νυν κατώρθωσαν οι εν Κωνσταντινουπόλει, ηγουμένου του γενναίου στρατηγού Θεοφάνους, διά των υπαρχόντων αυτοίς δρομώνων (ήτοι πλοίων ευδρόμων) και των πυρφόρων πλοίων να καταστρέψωσι τον Ρωσικόν στόλον παρά το στόμιον του Βοσπόρου. Τα λείψανα του καταστραφέντος στόλου κατέφυγον εις τας ασιατικάς ακτάς του Βοσπόρου, ενταύθα δε κατεστράφησαν και αυτά· και τα πληρώματα δε των πλοίων, άτινα ένοπλα είχον διασπαρή κατά τας ακτάς ταύτας προς προμήθειαν τροφών, κατεστράφησαν προσβληθέντα κατά γην υπό των στρατηγών Βάρδα, Φωκά και Κουρκούα. Ο Ιγώρ επέστρεψεν εκ της ατυχούς αυτού στρατείας μετά 10 μόνον πλοίων.

Επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ', διατελούντος έτι υπό την κηδεμονίαν του Ρωμανού, ναυάρχου έτι όντος, σημαντικάς ήραντο νίκας τω 916 τα Ελληνικά στρατεύματα εναντίον των Αράβων υπό τον γενναίον στρατηγόν Κουρκούαν. Αλλ' ο εν Ευρώπη επικίνδυνος καθιστάμενος Βουλγαρικός πόλεμος κατέστησε μετ' ολίγον αναγκαίαν την εξ Ασίας ανάκλησιν του Κουρκούα και την συνομολόγησιν ειρήνης προς τον χαλίφην Μοκταδίρ. Εις την πρεσβείαν την Ελληνικήν, την μεταβάσαν τότε εις το Βαγδάτιον προς τον σκοπόν τούτον, έκτακτος και πρωτοφανής κατά την λαμπρότητα εγένετο υποδοχή υπό της αυλής του Χαλίφου. Αλλ' η τότε (917) συνομολογηθείσα ειρήνη βραχύ διήρκεσεν· ανανεωθέντος δε του πολέμου τα Ελληνικά όπλα προυχώρησαν νικηφόρως εις την Μεσοποταμίαν, ως περί τούτου γενήσεται λόγος εν οικείω τόπω. Τοιαύτα τα κατά την πρώτην την πολυαρχικήν περίοδον της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ' γενόμενα.

7. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου του Πορφυρογενήτου
από του 945 μέχρι του θανάτου αυτού (959).

Ο Κωνσταντίνος Ζ' μείνας μόνος κύριος του κράτους εβασίλευσε 14 έτη. Η νέα αύτη περίοδος της βασιλείας αυτού υπήρξεν ικανώς ισχυρά και ένδοξος. Και δεν ήτο μεν ο Κωνσταντίνος ανήρ ρέκτης και δραστήριος, ούτε είχεν αρετάς πολιτικάς και στρατιωτικάς εξόχους, αλλ' ήν λόγιος υφ' ήν έννοιαν και ο πατήρ αυτού, μεγάλην αισθανόμενος φιλοδοξίαν προς το συγγράφειν και συγγράψας αληθώς πολλά και ποικίλης ύλης συγγράμματα. Η καθόλου δ' όμως κατάστασις των πραγμάτων ήτο τοιαύτη εν τω κράτει και τω περί αυτό πολιτικώ κόσμω, ώστε ο Κωνσταντίνος Ζ' εκ των πραγμάτων αυτών καθίστατο ισχυρός και σεβαστός τοις ξένοις λαοίς και ηγεμόσι βασιλεύς του Ελληνικού κράτους. Παρά τον ήκιστα πολεμικόν χαρακτήρα του βασιλέως υπήρχον εν τω κράτει ουκ ολίγοι άνδρες στρατιωτικοί εξόχου ικανότητος. Τουναντίον δε το Αραβικόν κράτος μετά τον θάνατον του χαλίφου Αλμουτασσέμ περιήλθεν, ως είπομεν και θέλομεν έτι ιδεί εφεξής, εις μεγάλην εσωτερικήν αδυναμίαν και πραγματικήν αποσύνθεσιν· οι δε στρατηγοί του Βασιλέως δεν επολέμουν κατά του όλου στρατού του Χαλίφου, αλλά κατά των κατά τόπους αντιτασσομένων αυτοίς στρατιωτικών δυνάμεων των διοικητών ή Αμηρών (Αμηράδων) των τόπων, οίτινες είχον καταστή πραγματικοί κύριοι των χωρών, άς εκυβέρνων εν ονόματι του Χαλίφου, Ούτως εχόντων των πραγμάτων, μικρά ανάπτυξις στρατιωτικής δυνάμεως εκ μέρους του Ελληνικού κράτους ηδύνατο να φέρη μεγάλας επιτυχίας, ως πράγματι εγένετο. Οι στρατηγοί πολεμούντες επιτυχώς εν Συρία και Μεσοποταμία εκυρίευσαν από των Αράβων χίλια φρούρια εν τη βορείω Συρία και εν Μεσοποταμία. Εν Ευρώπη δε οι Βούλγαροι μετά τον θάνατον του φοβερού Συμεών δεν επανέλαβον τας επιδρομάς, αρκουμένων των βασιλέων αυτών εις ολίγας χρηματικάς δωρεάς, άς οι Έλληνες βασιλείς έπεμπον αυτοίς. Του Ελληνικού κράτους η ηθική δύναμις, περιωπή και αίγλη υψώθη ενώπιον του εξωτερικού κόσμου. Και μεγάλοι σύγχρονοι ηγεμόνες λαών, ο μέγιστος των εν Ισπανία αρξάντων Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδουρραχμάν Γ' (σ. 180) και ο ισχυρός βασιλεύς των Γερμανών Όθων Α', ο γενόμενος βραδύτερον και αυτοκράτωρ του αγίου Ρωμαϊκού κράτους (σ. 151), έπεμψαν πρέσβεις εις την αυλήν της Κωνσταντινουπόλεως, ίνα συνάψωσι σχέσεις φιλικάς προς τον Έλληνα βασιλέα.

Αλλ' η μάλιστα αξιομνημόνευτος προς τους ξένους ηγεμόνας και δυνάστας σχέσις του Κωνσταντίνου Ζ' ήτο η προς την χήραν του γνωστού ημίν Ρώσου ηγεμόνος Ιγώρ ηγεμονίδα (153) Όλγαν, την επιτροπεύουσαν τότε τον ανήλικον του Ιγώρ υιόν και διάδοχον Σβετοσλαύον. Η Όλγα ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν τω 954 και έτυχε τιμών, οίαι προσήκον εις ηγεμόνας κράτους υποδεεστέρου και ημιβαρβάρου. Σκοπός της εις Κωνσταντινούπολιν επισκέψεως της Όλγας ήτο να ίδη την μεγάλην και πολυύμνητον εν τοις βαρβάροις «βασιλικήν πόλιν» (154), ως ωνόμαζον αυτήν έκτοτε οι Ρώσοι, και να συνάψη σχέσεις φιλικάς προς τους Έλληνας βασιλείς· κατά δε τους Ρώσους χρονογράφους και να βαπτισθή εν Κωνσταντινουπόλει, όπερ και εγένετο κατά τας Ρωσικάς παραδόσεις, ενώ οι Έλληνες χρονογράφοι των χρόνων τούτων ουδέν αναφέρουσι περί της βαπτίσεως ταύτης. Αληθές εν τούτοις είναι ότι η Όλγα ήτο χριστιανή και τιμάται παρά των Ρώσων ως πρώτη χριστιανή βασιλίς και ισαπόστολος, όπως παρ' ημίν η Αγία Ελένη. Υπήρχον δε κατά τους χρόνους τούτους ικανοί χριστιανοί εν Ρωσία, αλλά το μέγα πλήθος του έθνους, ιδίως των ευγενών, των βοϊάρων καλουμένων, ήσαν έτι ειδωλολάτραι, τοιούτος δε ήτο και έμεινε μέχρι τέλους και αυτός ο υιός της Όλγας «μέγας ηγεμών» Σβετοσλαύος. Πρώτον δε επί του υιού του Σβετοσλαύου τούτου και επί του εγγόνου της Όλγας Βλαδιμήρου ο Χριστιανισμός επεκράτησεν εν Ρωσία και εγένετο επίσημος θρησκεία του κράτους.

Αλλ' από της εις Κωνσταντινούπολιν επισκέψεως της Όλγας αι προς το Ελληνικόν κράτος σχέσεις των Ρώσων κατεστάθησαν στενώτεραι και ζωηρότεραι και συνετέλεσαν εις την εν Ρωσία διάδοσιν του Χριστιανισμού.

Ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος, εφ' ού ταύτα πάντα εγένοντο, ετελεύτησε τω 959 καταλιπών την βασιλείαν τω υιώ αυτού Ρωμανώ.

8. Ρωμανός Β' (959-963 μ.)

Ο τέσσαρα μόνον έτη βασιλεύσας Ρωμανός Β' ήτο μεν ανήρ αθλητικός το σώμα και το πνεύμα ουχί ασθενής, αλλ' ουχί των δημοσίων πραγμάτων πάνυ αντιληπτικός και συνετός επιμελητής. Ουχ ήττον η βραχυχρόνιος βασιλεία του Ρωμανού Β' υπήρξεν ενδοξοτάτη εις το κράτος ένεκα των κατορθωμάτων των μεγάλων στρατιωτικών ανδρών της βασιλείας ταύτης, εν οίς επρώτευσεν ο Νικηφόρος Φωκάς, υιός του εν τοις έμπροσθεν μνημονευθέντος Βάρδα Φωκά. Λαμπρόν και ενδοξότατον έργον του Νικηφόρου Φωκά ήτο η υπ' αυτού γενομένη τω 960-961 προς ανάκτησιν της Κρήτης στρατεία, η υπό λαμπροτάτης στεφθείσα επιτυχίας. Η νήσος αύτη, προ 138 ετών κυριευθείσα (823) υπό Σαρακηνών Ανδαλουσίων ή Ισπανών πειρατών, διετέλει έκτοτε υπό την πειρατικήν δυναστείαν την ιδρυθείσαν ενταύθα υπό του αρχιπειρατού Αβουχαφίζ (σελ. 185) φωλεά και ερμητήριον των ανά την Μεσόγειον και το Αιγαίον πειρατικών στόλων και στρατειών των Σαρακηνών. Τω δε 960, ότε ανετέθη τω Νικηφόρω η αρχηγία της εναντίον της εν τη νήσω πειρατικής δυναστείας στρατείας, ήρχε της νήσου ο εκ των απογόνων του Αβουχαφίζ αμίρης Αβδούλ-αζίζ. Η πρωτεύουσα του νησιωτικού Σαρακηνού κράτους Χάνδαξ (το νυν Ηράκλειον, ούτω καλουμένη εκ του περί την πόλιν χάνδακος, ήτοι βαθείας τάφρου) επολιορκήθη υπό του Ελληνικού στρατού και εκυριεύθη μετά 8 μήνας, κατελήφθησαν δε και τα λοιπά μέρη της νήσου. Ο Νικηφόρος Φωκάς επέστρεψεν εν θριάμβω εις την βασιλεύουσαν, φέρων άπειρον λείαν εκ της νήσου, ήν είχον σωρεύσει εν αυτή επί μακρόν χρόνον αι τοσαύται εναντίον των Ελληνικών παραλίων και νήσων πειρατικαί στρατείαι των πειρατών δυναστών της νήσου. Και αυτός δε ο τελευταίος Σαρακηνός δυνάστης της νήσου συλληφθείς αιχμάλωτος ήχθη εις την πρωτεύουσαν μετά του νικηφόρου στρατού και ηκολούθησε τω θριάμβω του Νικηφόρου. Και αυτός μεν έζησεν εν Κωνσταντινουπόλει εν ανέσει και τιμή διατηρών την θρησκείαν αυτού, αλλ' οι παίδες αυτού ησπάσαντο τον Χριστιανισμόν και απετέλεσαν οικογένειαν λίαν ονομαστήν εν Κωνσταντινουπόλει κατά τους επομένους χρόνους (155).
 
Μετά το κατόρθωμα τούτο ο Νικηφόρος εδρέψατο νέας δάφνας νίκης στρατεύσας τω 961 εις την Ασίαν και πολλάς νίκας αράμενος κατά των Αράβων των πέραν του Ευφράτου χωρών και 60 κυριεύσας φρούρια. Ενώ δε μετά τας μεγάλας ταύτας επιτυχίας επέστρεφεν ο Νικηφόρος εις την πρωτεύουσαν (963), έτι όντος αυτού καθ' οδόν, ετελεύτησεν εν Κωνσταντινουπόλει ο βασιλεύς Ρωμανός, καταλιπών ως διαδόχους της αρχής, δύο ανηλίκους υιούς, Βασίλειον και Κωνσταντίνον, γεννηθέντας εκ της Ελληνίδος γυναικός αυτού Θεοφανούς, ήν είχε νυμφευθή μετά την άτεκνον θανούσαν Βέρθαν (σελ. 200). Ο Νικηφόρος ελθών τότε εις Κωνσταντινούπολιν ανέλαβε, συμπράττοντος και του πατριάρχου Πολυεύκτου, ενός των αγιωτάτων, εναρετωτάτων και συνετωτάτων πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, την κηδεμονίαν και επιτροπείαν των δύο παίδων ως θετός πατήρ αυτών ασκών την υπερτάτην αρχήν εν ονόματι αυτών. Νυμφευθείς δε τότε και την χήραν βασίλισσαν και νυν βασιλομήτορα Θεοφανώ ανηγορεύθη και βασιλεύς, ουδαμώς παραβλαπτομένων των δικαιωμάτων των ειρημένων Βασιλείου και Κωνσταντίνου, αμφοτέρων βασιλέων και νυν προσαγορευομένων. Ούτω δε επήλθε κατάστασις πραγμάτων ασυνήθης μεν εν τοις καθ' ημάς χρόνοις, αλλ' άριστα συμβιβαζομένη μετά των πολιτικών θεσμών και των πολιτικών ηθών των τότε χρόνων και της καθόλου καταστάσεως των τότε πραγμάτων εν τω Ελληνικώ κράτει και αποβαίνουσα σφόδρα ωφέλιμος τω τε κράτει και τη αρχούση δυναστεία τη βασιλική, ής εσέβετο και εφρούρει τα δίκαια ο Νικηφόρος διά της συμβασιλείας αυτού.

9. Ο Νικηφόρος Φωκάς ως βασιλεύς.

Γενόμενος βασιλεύς ο Νικηφόρος Φωκάς ως Νικηφόρος Β' νέας επεχείρησε (964) στρατείας νικηφόρους εν Ασία εναντίον των εν Κιλικία, Συρία και Μεσοποταμία μωαμεθανών κατά τόπους Αμηρών, ήτοι ανεξαρτήτων κατ' ουσίαν διοικητών του Χαλίφου του Βαγδατίου. Εν Κιλικία ανεκτήσατο την περίφημον ιστορικωτάτην πόλιν Ταρσόν, ήτις ήν προπύργιον του Μωαμεθανισμού εναντίον της Μικράς Ασίας· ανεκτήσατο δε κατά την στρατείαν ταύτην διά του στόλου του Ελληνικού την από του 7 ήδη αιώνος κατά μέγα μέρος υπό Σαρακηνών κατεχομένην Κύπρον. Αφού δε μετά νέων δαφνών ενδόξων νικών επέστρεψεν εκ της στρατείας ταύτης εις την βασιλεύουσαν (τω 965), ήλθον ενταύθα πρέσβεις του ηγεμόνος των Βουλγάρων Πέτρου ζητούντες παρά του βασιλέως τας καθυστερουμένας από τινος χρόνου χρηματικάς δωρεάς. Είδομεν ότι οι Βούλγαροι μετά τον θάνατον του Συμεών έπαυσαν τας επιδρομάς αυτών, αρκούμενοι εις τας χρηματικάς δωρεάς, άς έπεμπεν αυτοίς ο βασιλεύς ουχί ως φόρον, αλλ' ως χορηγίαν ή δώρον διδόμενον παρ' ισχυρού και πλουσίου βασιλέως προς πένητα και βάρβαρον ηγεμόνα. Αλλ' ο Νικηφόρος Β' μετά την εις τον θρόνον άνοδον είχε παύσει τας τοιαύτας δωρεάς. Και νυν ο ηγεμών των Βουλγάρων εξέλεξε στιγμήν ακαταλληλοτάτην ίνα απαιτήση διά πρέσβεων παρά του νικηφόρου και τροπαιούχου εξ Ασίας επιστρέψαντος βασιλέως δωρεάν χρηματικήν και μάλιστα ως φόρον οφειλόμενον. Ο Νικηφόρος δεξάμενος τους Βουλγάρους πρέσβεις, εν τη υπερηφάνω συναισθήσει της δυνάμεως και δόξης αυτού καθύβρισε τον ηγεμόνα αυτών, καλέσας αυτόν «σκυτοτρώκτην και διφθερίαν [156] και τρίδουλον εκ προγόνων», είπε δε ότι μετ' ολίγον έμελλε να έλθη εις την Βουλγαρίαν ο κράτιστος και μέγιστος βασιλεύς Ρωμαίων, ίνα αποτίση αυτώ μετ' ακριβείας τον φόρον, εξαγγέλλων απειλήν πολέμου κατά Βουλγάρων, εις όν ήρξατο να παρασκευάζηται.

Αλλ' ο πόλεμος ούτος, πριν ή έτι άρξηται, έλαβεν απροσδόκητον τροπήν από Ελληνοβουλγαρικού γενόμενος Ελληνορρωσικός. Ο Νικηφόρος Β' δηλονότι, θέλων να περατώση ταχέως τον κατά των Βουλγάρων πόλεμον, επεζήτησε την συμμαχίαν του τότε ηγεμόνος των Ρώσων Σβετοσλαύου προτρέπων αυτόν να εισβάλη εις Βουλγαρίαν μετά στρατού. Ο Σβετοσλαύος εδέξατο προθύμως την πρότασιν και επήλθε μετά στρατού εναντίον της Βουλγαρίας και εισβαλών εις αυτήν κατέλαβε μέγα μέρος της χώρας. Αλλ' ο Σβετοσλαύος μετ' ολίγον μετεβλήθη από συμμάχου εις πολέμιον. Διότι παρασυρθείς και υπό της ιδίας αυτού πλεονεξίας και κενοδοξίας και υπό των προδοτικών ραδιουργιών του προς αυτόν πεμφθέντος Έλληνος πρέσβεως, του πατρικίου Καλοκύρη, ήθελε να προσαρτήση την Βουλγαρίαν εις το Ρωσικόν αυτού κράτος. Αλλ' η τοιαύτη διαγωγή του Σβετοσλαύου μετέβαλεν εντελώς την πολιτικήν του βασιλέως Νικηφόρου. Διότι ούτος ουδαμώς ανεχόμενος την υπό Ρώσων κατάκτησιν της Βουλγαρίας, ως θεωρών τούτο κινδυνωδέστατον εις το Ελληνικόν κράτος, νυν παρέστη ως προστάτης της υπό Ρώσων υποτασσομένης Βουλγαρίας και προέτεινε συμμαχίαν τω προ μικρού υπ' αυτού καθυβρισθέντι ηγεμόνι της Βουλγαρίας Πέτρω. Ούτος προθύμως εδέξατο την πρότασιν του Νικηφόρου Β' και έπεμψε πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν (968). Αλλ' η προσδοκωμένη νυν Ελληνοβουλγαρική εναντίον Ρώσων συμμαχία δεν συνωμολογήθη, διότι ο μεν Πέτρος της Βουλγαρίας απέθανεν αιφνιδίως τω έτει τούτω (968) προ της συνομολογήσεως της συμμαχίας, οι δε δύο υιοί και κληρονόμοι της αρχής αυτού Ρωμανός και Βόρις συνελήφθησαν υπό των Ρώσων. Ούτω τον κατά Ρώσων πόλεμον έμελλον να αναλάβωσι μόνον οι Έλληνες. Ο πόλεμος όμως ούτος δεν εγένετο επί του Νικηφόρου Β', αλλ' επί του διαδόχου αυτού Ιωάννου Τσιμισκή, και διά τούτο τα κατ' αυτόν εκτεθήσονται εν τη ιστορία του βασιλέως τούτου. Ο δε Νικηφόρος έστρεψεν εν τω μεταξύ την προσοχήν αυτού εις άλλα μέρη.

Καθ' όν χρόνον τω 968 διέτριβον εν Κωνσταντινουπόλει Βούλγαροι πρέσβεις προς συνομολόγησιν Ελληνοβουλγαρικής συμμαχίας, αφίκετο εις Κωνσταντινούπολιν και άλλος, από Δύσεως ούτος, επίσημος πρεσβευτής, πεμφθείς υπό του Όθωνος Α' του βασιλέως των Γερμανών και από του 965 αυτοκράτορος του «αγίου Ρωμαϊκού κράτους». Ο πρεσβευτής ούτος ήτο ο επίσκοπος Κρεμώνης Λουιτπράνδος και προ 20 ετών ελθών εις Κωνσταντινούπολιν ως πρεσβευτής του βασιλέως της Άνω Ιταλίας Βερεγγαρίου Β'. Διά της πρεσβείας ταύτης ήθελεν ο Όθων Α' να αναγνωρισθή παρά της εν Κωνσταντινουπόλει βασιλείας ως Ρωμαίος αυτοκράτωρ της Δύσεως, συγχρόνως δε να προτείνη συνοικέσιον μεταξύ του υιού και διαδόχου αυτού (Όθωνος Β') και μιας των θυγατέρων του Ρωμανού Β' (αδελφών των βασιλέων Βασιλείου και Κωνσταντίνου, Θεοφανούς και Άννης). Ο Νικηφόρος απέρριψεν αποτόμως αμφοτέρας τας αιτήσεις, μη θέλων να καλέση τον Όθωνα βασιλέα ή αυτοκράτορα Ρωμαίον (σ. 152), αλλ' απλώς ως ρήγα των Γερμανών, μη στέργων δε να συνάψη συνοικέσιον προς ηγεμόνα καταπολεμούντα εν Ιταλία τα Ελληνικά συμφέροντα, ορεγόμενον δε και των εν τη Κάτω Ιταλία Ελληνικών κτήσεων ως προικός της εκ Κωνσταντινουπόλεως πεμφθησομένης νύμφης. Και ου μόνον αι προτάσεις απερρίφθησαν, αλλά και αυτός ο πρεσβευτής Λουιτπράνδος έτυχεν υποδοχής ήκιστα ευμενούς και τιμητικής, μάλλον δε περιφρονητικής, ταχθείς εις θέσιν κατωτέραν εν ταις επισήμοις τελεταίς και εν τη βασιλική τραπέζη και αυτής της του Βουλγάρου απεσταλμένου. Προς τούτοις ο Νικηφόρος Β' εν τη επισήμω ακροάσει τη δοθείση εις τον πρεσβευτήν του Όθωνος εκάλεσε τούτον ασεβή και τον πρεσβευτήν αυτού κατάσκοπον. Ως προς την περί συνοικεσίου δε πρότασιν εδόθη αυτώ απάντησις ότι δεν ήτο δυνατόν πορφυρογεννήτου βασιλέως πορφυρογέννητος θυγάτηρ να δοθή προς γάμον εις αλλόφυλον άρχοντα (157). Ο Λουιτπράνδος πολλάς υποστάς περιπετείας εν Κωνσταντινουπόλει ανεχώρησεν έμπλεως οργής και πικρίας, και εν τη εκθέσει, ήν μετά την επιστροφήν έγραψε λατινιστί περί της πρεσβείας αυτού προς τον Όθωνα, εξήμεσε μυρίας ύβρεις εναντίον του βασιλέως Νικηφόρου και της αυλής και του λαού της Κωνσταντινουπόλεως και παντός ό,τι ην Ελληνικόν. Είναι δε ο Λουιτπράνδος ούτος (όστις ην εκ των ολίγων τότε εν τη Δύσει λογίων των χρόνων εκείνων) ο πρώτος, μετά τους αρχαίους Λατίνους, μισέλλην της νέας Ευρώπης, ο πρώτος γράψας εν τω Μεσαίωνι κατά των Ελλήνων και γενόμενος πρόδρομος των πολλών και ποικίλων μισελλήνων Ευρωπαίων συγγραφέων των νεωτέρων χρόνων.

Τω αυτώ δ' έτει, καθ' ό ήλθεν ο Λουιτπράνδος εις Κωνσταντινούπολιν ως πρεσβευτής του Όθωνος, οι δε Ρώσοι εγένοντο κύριοι της Βουλγαρίας, ο Νικηφόρος Β' επεχείρησε νέαν εν Ασία εναντίον των Μωαμεθανών στρατείαν στεφθείσαν και ταύτην υπό λαμπροτάτης επιτυχίας και λαμπρυνθείσαν ιδίως διά της ανακτήσεως (969) της μεγάλης και επισημοτάτης πόλεως της Συρίας, της προ 330 περίπου ετών υπό των Αράβων αφαιρεθείσης από του κράτους Αντιοχείας. Ο βασιλεύς, όστις προ της αλώσεως της πόλεως ταύτης, διατάξας καλώς τα κατά την πολιορκίαν και την εκπόρθησιν αυτής, είχεν επιστρέψει, εις Κωνσταντινούπολιν, παρεσκευάζετο εις τον κατά των Ρώσων πόλεμον, ότε στυγερά συνωμοσία έθηκε τέρμα εις την ζωήν αυτού προ της ενάρξεως του πολέμου. Της συνωμοσίας ψυχή ήτο η ασεβής χήρα του Ρωμανού και η νυν βασιλίς και βασιλομήτωρ Θεοφανώ, εις ήν είχεν αποδοθή και ο αιφνίδιος θάνατος του Ρωμανού Β', μετέσχε δε ταύτης και αυτός ο ανεψιός του Νικηφόρου και εν τη πολεμική σχολή τούτου λαμπρότατος στρατηλάτης αναδειχθείς Ιωάννης ο Τσιμισκής, όστις είχεν ελκύσει εφ' εαυτόν και τα βλέμματα της ηδυπαθούς Θεοφανούς.

Ο φόνος του Νικηφόρου Β' ετελέσθη απανθρωπότατα, των συνωμοτών κατασφαξάντων εν μεσονυκτίοις ώραις τον προσευχόμενον την ώραν εκείνην βασιλέα. Μετά την τέλεσιν του φόνου ο Ιωάννης ανεκηρύχθη βασιλεύς υπό των συνωμοτών.

10. Ιωάννης ο Τσιμισκής (969-976).

Και ο μεν Ιωάννης Τσιμισκής διά φρικώδους βασιλοκτονίας ανήλθεν εις τον θρόνον, αλλ' η ασεβής πρωτεργάτις και συνεργάτις της μιαιφονίας Θεοφανώ δεν εδρέψατο τους καρπούς της βδελυράς αυτής κακουργίας. Ο επί του Οικουμενικού θρόνου καθήμενος πατριάρχης Πολύευκτος, ο αυστηρός και ατρόμητος εν τη επιτελέσει του καθήκοντος ανήρ, καθ' ήν ώραν ενεφανίσθη εν τω ναώ της του Θεού Σοφίας ο Ιωάννης ίνα στεφθή, επέβαλεν αυτώ ως όρον της στέψεως την εκ των ανακτόρων απομάκρυνσιν της Θεοφανούς και την εκ μέρους του βασιλέως παύσιν πάσης προς αυτήν σχέσεως, έτι δε και τον σεβασμόν των δικαιωμάτων των μικρών βασιλέων Βασιλείου και Κωνσταντίνου. Και ούτω μεν ο Ιωάννης εστερεώθη επί του θρόνου προστάτης απλούς και συμβασιλεύς γενόμενος των νομίμων κληρονόμων της βασιλείας. Η δε επταετής βασιλεία του Ιωάννου, ούσα συνέχεια της ενδόξου βασιλείας του Νικηφόρου Β', επλήρωσε νέας σελίδας της Ελληνικής ιστορίας μεγαλουργημάτων και δόξης.

Ο Ιωάννης Τσιμισκής ευρών κατά την εις την αρχήν άνοδον την Βουλγαρίαν κατεχομένην υπό Ρώσων και θεωρών ως πρώτιστον και απαραίτητον έργον αυτού την εκ της χώρας ταύτης εξέλασιν των επικινδύνων τούτων και πλεονεκτιστάτων έκτοτε φανέντων πολεμίων, ήθελε να διεξαγάγη τον κατά των Ρώσων έκδημον τούτον και επιθετικόν πόλεμον άνευ οιουδήποτε άλλοθεν περισπασμού. Διά τούτο, εν αντιθέσει προς τον προκάτοχον αυτού Νικηφόρον, μετήλθε προς τον Όθωνα Α' φιλικήν πολιτικήν. Και δεν ανεγνώρισε μεν αυτόν ως αυτοκράτορα, αλλ' ότε ο Όθων έπεμψε νέαν πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν, ίνα συγχαρή τω βασιλεί επί τη εις τον θρόνον ανόδω, ανανεώση δε συγχρόνως την περί αγχιστείας πρότασιν, επέτρεψεν ίνα η πρεσβυτέρα των δύο πορφυρογεννήτων βασιλοπαίδων, η τη μητρί ομώνυμος Θεοφανώ, δοθή εις τον ομώνυμον υιόν και διάδοχον του Όθωνος Α'. Μετά μεγάλης και μεγαλοπρεπούς ακολουθίας ανεχώρησεν η περίπυστος [158] νύμφη από Κωνσταντινουπόλεως εις Ιταλίαν, ένθα εν Ρώμη ετελέσθησαν (972) οι γάμοι αυτής μετά του διαδόχου του βασιλικού θρόνου της Γερμανίας και του αυτοκρατορικού θρόνου της Δύσεως. Διά του γάμου δε τούτου συνήφθησαν, ως ερρήθη ήδη (σελ. 152), σχέσεις στενώτεραι μεταξύ των Ελληνικών χωρών και της Γερμανίας.
Κατά τον χρόνον δε τούτον ήρξατο ο Ιωάννης του κατά Ρώσων πολέμου, όστις ήτο πόλεμος ενταυτώ και κατά Βουλγάρων, διότι εξ ανάγκης νυν ούτοι επολέμουν μετά των Ρώσων εναντίον των Ελλήνων.

11. Ο μέγας Ελληνορρωσικός πόλεμος του 971.
  Κατάλυσις του Βουλγαρικού κράτους.

Κατά Μάρτιον του 971 ανεχώρησεν ο βασιλεύς από Κωνσταντινουπόλεως μετά στρατού ουχί μεν λίαν πολυπληθούς, αλλ' ισχυρώς ωργανωμένου και στόλου μέλλοντος διά του Ευξείνου να εισέλθη εις τον Δανούβιον. Ταχύς και ορμητικός υπερβάς και σχεδόν απαρατήρητος υπό Ρώσων και Βουλγάρων ο Ελληνικός στρατός τον Αίμον επήλθε ραγδαίος εναντίον του κυριωτάτου φρουρίου της Βουλγαρίας Πραισθλαύας (ή Περθσλαύας), ένθα ευρίσκοντο ο του Σβετοσλαύου αρχιστράτηγος Σφέγγελος, οι δύο Βούλγαροι ηγεμόνες και ο προδότης Έλλην πρεσβευτής Καλοκύρης. Και ούτοι μεν έφυγον ευθύς προς τον εν Δοροστόλω (νυν Σιλιστρία) τότε μένοντα Σβετοσλαύον, οι δε περί τον Σφέγγελον Ρώσοι αντέταξαν κρατεράν άμυναν εναντίον των γενναιότατα επιτιθεμένων Ελλήνων. Αλλ' η Πρεθσλαύα κατελήφθη ταχέως υπό των Ελλήνων· των δε Ρώσων άλλοι μεν ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι δε κατέφυγον εις το Δορόστολον· επίσης ηχμαλωτίσθη και εκ των εν τω φρουρίω Βουλγάρων ηγεμόνων ο Ρωμανός. Νυν ο Ελληνικός στρατός ώρμησεν από Πρεθσλαύας εις το Δορόστολον, καθ' όν χρόνον και ο Ελληνικός στόλος εισελθών εις τον Δανούδιον απέκλειεν από του μέρους του ποταμού το φρούριον. Ο Σβετοσλαύος πολιορκηθείς ούτως εν Δοροστόλω, μετά κρατεράν έφοδον των Ελλήνων, εν οίς διεκρίθη ο τότε εν τω Ελληνικώ στρατώ ως Έλλην (χριστιανός γενόμενος) υπηρετών υιός του αιχμαλωτισθέντος τελευταίου Αμίρου της Κρήτης Αβδούλ-αζίζ, καλούμενος Κωνσταντίνος Ανεμάς, φονεύσας τον γενναιότατον Ρώσον πολέμαρχον Ίκμορα ηναγκάσθη να προτείνη τω βασιλεί την συνομολόγησιν ειρήνης. Προς τον σκοπόν τούτον το πρώτον νυν εν τη ιστορία ήλθον εις συνέντευξιν εν τω Δανουβίω επί σχεδίας τινός Έλλην βασιλεύς και αυτοκράτωρ και Ρώσος ηγεμών ή μέγας ηγεμών (ο έσχατος των ειδωλολατρών Ρώσων ηγεμόνων). Συνωμολογήθη δε η ειρήνη επί τω όρω ίνα οι Ρώσοι εκκενώσωσιν εντελώς την Βουλγαρίαν και επιστρέψωσιν εις Ρωσίαν φέροντες μεθ' εαυτών όσα είχον λάφυρα. Αλλά και τα λάφυρα ταύτα, άτινα έμενον ούτω το μόνον εις τους Ρώσους κέρδος, απέβησαν ολέθρια εις αυτούς. Διότι ένεκα τούτων προσεβλήθησαν οι Ρώσοι κατά την επάνοδον, διερχόμενοι διά της Μολδαυίας, υπό του ενταύθα οικούντος τότε Τουρκικού έθνους των Πατσινάκων και εν τη προσβολή ταύτη ου μόνον τα λάφυρα απώλοντο, αλλά και αυτός ο Σβετοσλαύος απώλεσε την ζωήν.

Ο δε Έλλην βασιλεύς αιχμαλώτους πέμψας νυν εις Κωνσταντινούπολιν αμφοτέρους τους Βουλγάρους ηγεμόνας και μείνας μόνος κύριος της Βουλγαρίας δεν επέτρεψε πλέον να διορισθή Βούλγαρος ηγεμών, αλλά καταλύσας την Βουλγαρικήν μοναρχίαν και κατ' ουσίαν μεταβαλών την χώραν εις Ελληνικήν επαρχίαν, διήρεσεν αυτήν εις επτά τοπαρχίας κυβερνωμένας υπό ιδίων τοπαρχών ή, ως καλούνται Σλαυιστί, βοεβοδών, ή κομήτων, ως εκαλούντο υπό των Βυζαντινών.

Τοιούτον ένδοξον τω Ελληνικώ κράτει πέρας έλαβεν ο μέγας Ελληνορρωσικός εν Βουλγαρία πόλεμος.

12. Οι κατά Αράβων πόλεμοι του Τσιμισκή
και ο θάνατος αυτού.

Μετά τον κατά Ρώσων και Βουλγάρων πόλεμον ανέλαβεν ο Ιωάννης την συνέχισιν των κατά Αράβων της Συρίας και Μεσοποταμίας ενδόξων στρατειών του Νικηφόρου Β'. Και εν τοις πολέμοις δε τούτοις πολύν έδειξεν ο βασιλεύς ηρωισμόν άμα δε και στρατηγικήν δεξιότητα και πολλάς και λαμπράς ήρατο νίκας, πολλάς κυριεύσας πόλεις και φρούρια και καταλαβών προς τη υπό του Νικηφόρου ανακτηθείση ήδη καθ' ολοκληρίαν βορείω Συρία, και μέγα μέρος της νοτίου Συρίας και ιδίως την μεγάλην και περίφημον πόλιν Βηρυτόν. Μετά την άλωσιν της Βηρυτού επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν ίνα παρασκευασθή εις νέαν ερρωμενεστέραν έτι στρατείαν εν Ασία, σκοπών να εκτείνη τον πόλεμον εις την Παλαιστίνην, ν' ανακτήσηται την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ και ν' αποδώση εις το κράτος εν Ασία τα σύνορα, άτινα είχεν επί του Ηρακλείου προ της μωαμεθανικής εισβολής. Αλλ', ενώ τοιαύτα μεγαλουργά μελετών σχέδια επέστρεφεν εις την βασιλεύουσαν, απέθανεν (976) κατά την εις την πρωτεύουσαν επάνοδον, δηλητηριασθείς καθ' οδόν υπό του αρχιθαλαμηπόλου Βασιλείου, ούτινος είχεν ανακαλύψει καθ' οδόν τας μεγάλας προς ζημίαν του κράτους οικονομικάς καταχρήσεις και σφετερισμούς.

13. Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος (976-1025).

Ο Βασίλειος Β', όστις επταετής ήδη είχεν αναγορευθή βασιλεύς μετά τον θάνατον του πατρός αυτού Ρωμανού Β', αλλά διετέλει ως και ο νεώτερος αδελφός αυτού και συμβασιλεύς υπό την κηδεμονίαν των συμβασιλέων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου Τσιμισκή, νυν μετά τον θάνατον του Τσιμισκή, εικοσαετής ήδη ων, έμεινε μόνος κατ' ουσίαν κυβερνήτης του κράτους, έχων τιμητικώς και κατ' όνομα συμβασιλέα τον αδελφόν αυτού Κωνσταντίνον. Από της αρχής δε της νέας ταύτης περιόδου της βασιλείας αυτού περιεπλάκη ο Βασίλειος εις μέγαν και ατελεύτητον προς τους Βουλγάρους πόλεμον, διαρκέσαντα μετά μικρών διαλειμμάτων 42 έτη. Οι Βούλγαροι, μετά τον θάνατον του Τσιμισκή, καταλύσαντες το υπό του Ιωάννου επιβληθέν αυτοίς σύστημα κυβερνήσεως (αφού εδραπέτευσαν και οι εν Κωνσταντινουπόλει ως αιχμάλωτοι μένοντες Βόρις και Ρωμανός) ανηγόρευσαν ηγεμόνα, ήτοι τσάρον, τον τέταρτον υιόν ενός των υπό του Τσιμισκή διορισθέντων βοεβοδών (του Σίσμαν) καλούμενον Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ εισβαλών ευθύς μετά την ανάρρησιν αυτού εις την δυτικήν Μακεδονίαν κατέστησεν έδραν του κράτους αυτού την Αχρίδα και δεινάς εντεύθεν επεχείρησεν επιδρομάς καθ' όλας τας χώρας της Ελληνικής χερσονήσου μέχρι Πελοποννήσου. Εσκόπει δε νυν ο Σαμουήλ ουδέν πλέον ουδέν έλαττον ή να καταλύση εντελώς το εν Ευρώπη Ελληνικόν κράτος και να ιδρύση κράτος Βουλγαρικόν, περιλαμβάνον πάσαν την εν Ευρώπη Ελληνικήν χερσόνησον. Εν τη εκτελέσει δε του σχεδίου τούτου ευρών ο Σαμουήλ τον Βασίλειον περισπώμενον εν Ασία υπό της επικινδυνωδεστάτης ενταύθα αποστασίας του στρατηγού Σκληρού, κατέλαβεν ευχερώς Μακεδονίαν, Ήπειρον την τε παλαιάν (την κυρίως Ήπειρον) και την νέαν (την νυν Αλβανίαν) και της Θεσσαλίας το πλείστον. Αι επιτυχίαι αύται του Σαμουήλ, η κατάληψις χωρών ακραιφνώς Ελληνικών και ο επιδιωκόμενος υπ' αυτού τελικός σκοπός του πολέμου έδοσαν εις τούτον χαρακτήρα φυλετικού ανταγωνισμού φανατικωτάτου και μακροχρονίου και πεισματωδεστάτης αιματηράς πάλης, ολεθριωτάτης αποβάσης τε τοις Βουλγάροις. Τας κατά τα πρώτα έτη του πολέμου επιτυχίας του Σαμουήλ διεδέξαντο ήτται και αποτυχίαι ευθύς ως ο Βασίλειος απαλλαγείς των εν Ασία περισπασμών έστρεψε την προσοχήν αυτού ολόκληρον επί τον Βουλγαρικόν πόλεμον, επιτιθέμενος πανταχού και αυτός, και διά των ικανωτάτων στρατηγών αυτού, εναντίον των Βουλγάρων και εν Βουλγαρία, και εν Μακεδονία, και εν Ηπείρω, και εν Θεσσαλία. Διότι ο πόλεμος λαβών ευρυτάτας διαστάσεις διεξήγετο καθ' απάσας τας από του Δανουβίου μέχρι της Αδριατικής θαλάσσης και του Αμβρακικού κόλπου και των Θερμοπυλών χώρας. Τέλος μετά πολλάς εκατέρωθεν νίκας και ήττας και αμφιρρόπους μάχας εγένετο τω 996, εικοστώ έτει του πολέμου, η μεγάλη περί τον Σπερχειόν μάχη, εν ή των Βουλγάρων μεν στρατηγούντος αυτού του Σαμουήλ, των δε Ελλήνων του γενναίου στρατηγού Νικηφόρου του Ουρανού, έπαθον πανωλεθρίαν οι Βούλγαροι, ετραυματίσθη δε και αυτός ο Σαμουήλ. Μετά την μάχην ταύτην αποχωρησάντων ολοσχερώς των Βουλγάρων από των νοτιωτέρων Ελληνικών χωρών Θεσσαλίας και Ηπείρου, ο πόλεμος περιωρίσθη κυρίως εις την Μακεδονίαν, εις την Νέαν Ήπειρον και εις την Βουλγαρίαν (την μεταξύ δηλονότι του Δανουβίου και του Αίμου χώραν). Πολλαί πάλιν συνεκροτήθησαν μάχαι εν ταις χώραις ταύταις, αποβάσαι το πλείστον υπέρ των Ελλήνων, πολλά φρούρια υπό των Βουλγάρων κατεχόμενα μετά πεισματώδη και φανατικήν αντίστασιν εξεπορθήθησαν υπό των Ελλήνων, εωσού τω 1014, τριακοστώ ογδόω έτει του πολέμου, επήλθεν οριστική τροπή των πραγμάτων. Τω έτει τούτω ο Σαμουήλ ηγούμενος στρατού Βουλγαρικού πεντεκαίδεκα χιλιάδων ανδρών, εκυκλώθη υπό των Ελλήνων κατά την εν Μακεδονία θέσιν Κλειδίον· και αυτός μεν κατώρθωσε να φύγη έφιππος, αλλ' ο στρατός αυτού παρεδόθη ολόκληρος εις τον βασιλέα. Λέγεται δε ότι ο Βασίλειος, θέλων να δώση παράδειγμα αυστηρόν τοις Βουλγάροις, έπεμψεν εις τα ίδια τους Βουλγάρους τούτους αιχμαλώτους, αφού εξώρυξε τους οφθαλμούς πάντων, καταλιπών μόνον τον έτερον των οφθαλμών εις ένα επί εκάστης εκατοντάδος, ίνα χρησιμεύση ούτος ως οδηγός. Τη καταστροφή ταύτη επηκολούθησε ταχύς ο θάνατος του Σαμουήλ. Ο του Σαμουήλ υιός και διάδοχος Γαβριήλ εφάνη πρόθυμος να υποταχθή εις τον βασιλέα. Αλλ' ο βασιλεύς σκοπών να καταλύση ολοσχερώς και το νέον Βουλγαρικόν κράτος, ουδεμίαν δεχόμενος υποταγήν, εξηκολούθει τον πόλεμον μέχρι τελείας καταλήψεως πασών των υπό Βουλγάρων εν Βουλγαρία και εκτός αυτής κατεχομένων χωρών. Ούτω δε ο πόλεμος εξηκολούθησε μέχρι του 1019, ότε πάντες οι Βούλγαροι αρχηγοί ή εφονεύθησαν ή παρεδόθησαν, κατελύθη εντελώς το Βουλγαρικόν κράτος και η Βουλγαρία άπασα εγένετο απλώς επαρχία του Ελληνικού κράτους, κυβερνωμένη υπό διοικητών από Κωνσταντινουπόλεως πεμπομένων. Μέρος των αιχμαλωτισθέντων Βουλγάρων διεσπάρη εις τας Ασιατικάς κατά τα όρια της Μηδίας χώρας, οι δε λοιποί Βούλγαροι εγένοντο ειρηνικοί υπήκοοι του κράτους. Ο αυτοκράτωρ Βασίλειος Β' μετά την εντελή περάτωσιν του πολέμου μετέβη από Αχρίδος διά Μακεδονίας, πανταχού ευφημούμενος, εις τας νοτίους Ελληνικάς χώρας, ίνα επανέλθη εις την πρωτεύουσαν διά του εν Πειραιεί αναμένοντος αυτόν Ελληνικού στόλου. Εν Αθήναις γενόμενος ανήλθεν εις την Ακρόπολιν και εν τω Παρθενώνι, τω μεταποιηθέντι νυν εις ναόν χριστιανικόν της αειπαρθένου Μαρίας Θεοτόκου, προσήνεγκεν ευχαριστηρίους δεήσεις εις τον θεόν αναθείς και αναθήματα νικητήρια τη Θεοτόκω (159). Από του Πειραιώς ο βασιλεύς επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, ετέλεσε δε θρίαμβον λαμπρότατον, εν ώ ανευφημούμενος υπό του λαού προσηγορεύετο και Βουλγαροκτόνος, ως καταλύσας την δύναμιν και το κράτος των Βουλγάρων. Η εις το Ελληνικόν κράτος υποταγή των Βουλγάρων συνεπήγαγε την εμπέδωσιν της κυριαρχίας του κράτους και επί των ομόρων τοις Βουλγάροις Σλαυικών λαών, Σέρβων και Κροατών. Ούτω δε το κράτος εξετάθη νυν προς βορράν και προς δυσμάς μέχρι του κάτω και του άνω Δανουβίου, και εγένετο όμορον βορειοδυτικώς μεν τοις Ούγγροις, τοις πρότερον εναντίον των Βουλγάρων συμμάχοις των Ελλήνων, ών εν μέσω ήρξατο διαδιδόμενος ο Χριστιανισμός κατά τους χρόνους τούτους, βορειανατολικώς δε προς τους εν τη νυν Βλαχία και Μολδαυία οικούντας βαρβάρους, ειδωλολάτρας έτι το πλείστον, Τουρκικούς λαούς, Ούζους και Πατσινάκους.

14. Ελληνορρωσικαι σχέσεις επί του
Βασιλείου Β'.

Εν αντιθέσει προς τα γενόμενα κατά τον επί Τσιμισκή Ελληνορρωσικόν πόλεμον, ότε Ρώσοι και Βούλγαροι επολέμουν ομού κατά των Ελλήνων, επί του Βασιλείου Β' κατά τον μέγαν και μακρότατον Ελληνοβουλγαρικόν πόλεμον οι Ρώσοι ου μόνον ουδένα πόλεμον ή επιδρομήν εποιήσαντο εις το Ελληνικόν κράτος, αλλά και οικειότερον ηθικώς και θρησκευτικώς, πολιτικώς και δυναστικώς συνεδέθησαν προς αυτό. {215} Εν Ρωσία τον μετά το τέλος του Ελληνορρωσικού πολέμου κατά την οίκαδε επάνοδον φονευθέντα Σβετοσλαύον διεδέξατο (972) ο υιός αυτού Βλαδίμηρος Α' (φέρων και ούτος ως ο πατήρ αυτού όνομα καθαρώς Σλαυικόν. Ούτος στρατεύσας εναντίον των Χαζάρων αφήρεσε παρ' αυτών πάσας τας περί την Κριμαϊκήν χερσόνησον χώρας και αυτήν την Κριμαίαν. Τότε δε επήλθε και κατά της μόνης εν τη χερσονήσω ταύτη υφ' Ελλήνων έτι κατεχομένης πόλεως Χερσώνος και πολιορκήσας κατέλαβε την πόλιν (988). Αλλά κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον ο ηγεμών και μετ' αυτού άπαν το των Ρώσων έθνος προσήλθεν εις την χριστιανικήν πίστιν, λαβόντες αυτήν παρά της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Και εν αυτή ακριβώς τη Χερσώνι εβαπτίσθη ο Βλαδίμηρος ανάδοχον έχων τον αυτοκράτορα Βασίλειον Β', κληθείς δ' ένεκα τούτου και Βασίλειος. Ούτω δε της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως θυγάτηρ εγένετο και εκλήθη η νέα Εκκλησία της Ρωσίας, κέντρον και μητρόπολιν έχουσα το Κίεβον και μητροπολίτην καθ' άπασαν την Ρωσίαν τον επίσκοπον Κιέβου. Και η πόλις αύτη εγένετο έκτοτε ιερά τοις Ρώσοις, διότι παρ' αυτήν εν τω Βορυσθένει (Δανάπρει) εβαπτίσθησαν τότε μυριάδες Ρώσων. Διά της χριστιανικής πίστεως συνεδέθησαν νυν οι Ρώσοι στενώς προς την Κωνσταντινούπολιν και τους Έλληνας ου μόνον απλώς ηθικώς και θρησκευτικώς, αλλά και ιεραρχικώς, διότι η εκκλησία του Ρωσικού κράτους διά της μητροπόλεως Κιέβου εξηρτήθη κανονικώς, ήτοι κατά εκκλησιαστικήν πολιτειακήν τάξιν, από της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ήτις διώριζε τον Μητροπολίτην ή πρωθιεράρχην της Ρωσίας, πέμπουσα αυτόν συνήθως από Κωνσταντινουπόλεως. Συχνόταται δε νυν και ζωηρόταται συνήφθησαν σχέσεις εκκλησιαστικαί μεταξύ του Ελληνικού κράτους και της Ρωσίας. Αυτός δε ο Βλαδίμηρος γενόμενος χριστιανός εζήτησε να συνάψη αγχιστείαν προς τον βασιλικόν οίκον της Κωνσταντινουπόλεως και ητήσατο εις γάμον διά πρεσβείας την βασιλόπαιδα Άνναν, την νεωτέραν των δύο θυγατέρων του Ρωμανού Β' και αδελφών του Βασιλείου Β'. Και προς εκδήλωσιν ευγνωμοσύνης επί τη αποδοχή της αιτήσεως αυτού απέδωκε την Χερσώνα εις το Ελληνικόν κράτος (160).

Ο Βασίλειος Β', διαρκούντος του μεγάλου προς Βουλγάρους πολέμου, επετέλεσεν εν Ασία έργα και στρατιωτικώς και πολιτικώς σπουδαία. Τω δε 991 εν τη ακμή αυτή του βουλγαρικού πολέμου μεταβάς εις τον Καύκασον προσήρτησεν εις το κράτος την κατά την διαθήκην του άπαιδος βασιλέως της Ιβηρίας (Γεωργίας) Δαυίδ εις το Ελληνικόν κράτος κληροδοτηθείσαν Ιβηρικήν χώραν, εκτείνων ούτω τα εν Ασία ανατολικά όρια του κράτους μέχρι της Κασπίας θαλάσσης.

Τω αυτώ δ' έτει περιέστειλεν ο βασιλεύς και τας εν Αρμενία εναντίον των χριστιανών Αρμενίων επιδρομάς των εν τη χώρα ταύτη Μωαμεθανών και διέταξε τα κατά την Αρμενίαν ως κυρίαρχος της χώρας. Περί τον αυτόν δε χρόνον στρατεύσας και κατά των Αβασγών του Καυκάσου υπήγαγε τον λαόν τούτον υπό την κυριαρχίαν του Ελληνικού κράτους. Και εν Συρία δε ημπέδωσε την νεωστί αποκατασταθείσαν ενταύθα δύναμιν του Κράτους ασφαλίσας την κατοχήν των υπό του Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου ανακτηθεισών ενταύθα Ελληνικών πόλεων.

Τοιαύτα εν Ασία διέπραττεν έργα ο ρέκτης βασιλεύς καθ' όν χρόνον εμαίνετο εν Ευρώπη ο βουλγαρικός πόλεμος. Αλλ' εν μέσω των δεινών περισπασμών του αυτού πολέμου ο Βασίλειος Β' ηνώρθου την δύναμιν του Ελληνικού κράτους και εν τη Κάτω Ιταλία. Ενταύθα ο πόλεμος εγίνετο κατ' αυτού του επ' αδελφή γαμβρού γενομένου αυτώ Όθωνος Β', του διαδεξαμένου τω 973 τον τότε τελευτήσαντα πατέρα αυτού Όθωνα Α'. Ο Όθων Β' εστράτευσε, στεφθείς εν Ρώμη αυτοκράτωρ, εις την Κάτω Ιταλίαν (881), ίνα καταλάβη την χώραν ταύτην ως δήθεν ανήκουσαν εις το δυτικόν Ρωμαϊκόν κράτος, θεωρών δε και άλλως αυτήν προίκα της γυναικός αυτού Θεοφανούς. Αλλ' εν τη στρατεία ταύτη ηττήθη ο Όθων Β' και μικρού δειν συνελαμβάνετο αιχμάλωτος υπό των Ελλήνων, ησφαλίσθη δε εν τη Κάτω Ιταλία επί του Βασιλείου Β' η Ελληνική κυριαρχία.

Ούτως επί του Βασιλείου Β' από της Κάτω Ιταλίας και από των μυχών του Αδρίου και των οχθών του άνω Δανουβίου μέχρι Καυκάσου και Κασπίας και Ευφράτου το Ελληνικόν κράτος ανεκτήσατο την προτέραν αυτού δύναμιν και κυριότητα, προ πάντων δε ανύψωσε την ηθικήν αυτού αίγλην και γοητείαν.

Τοιαύτη ήτο η δύναμις του κράτους καθ' όν χρόνον ετελεύτησε τον βίον ο Βασίλειος Β' (25 Δεκεμβρίου 1025 μ. Χ.).

15. Κωνσταντίνος Η'.

Ο Βασίλειος Β' απέθανεν άπαις (ή ως φαίνεται και άγαμος)· έμεινε δε μόνος νυν άρχων και κυβερνήτης του κράτους ο γηραιός ήδη αδελφός και συμβασιλεύς εκ παίδων, Κωνσταντίνος Η', βασιλεύσας μόνος έτη τρία μετά τον θάνατον του αδελφού και ουδέν άξιον λόγου εν τω χρόνω τούτω διαπράξας. Διάδοχος αυτού, μη έχοντος υιόν, εγένετο (1028) ο επί θυγατρί γαμβρός Ρωμανός (Γ') Αργυρός, νυμφευθείς την δευτέραν των τριών θυγατέρων αυτού Ζωήν (η πρώτη Ευδοκία εγένετο εκ νεότητος μοναχή). Ο Αργυρός ήτο ανήρ μετρίας ικανότητος. Και επεχείρησε μεν να συνεχίση τα εν Μεσοποταμία πολεμικά έργα των μεγάλων προκατόχων αυτού Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννου Τσιμισκή και Βασιλείου Β', αλλ' απέτυχεν οικτρώς (1030)· έμελλε δε να επενέγκη ου σμικράς απωλείας εις το κράτος εν ταις χώραις εκείναις, αν μη ο γενναίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης αποκαθίστα εν ταις περί τον Τίγρητα χώραις την ηθικήν δύναμιν του κράτους εμπνέων τρόμον τοις Μωαμεθανοίς. Τον Ρωμανόν Αργυρόν τελευτήσαντα τω 1034 διεδέξατο ο τέως τραπεζίτης της βασιλικής αυλής Μιχαήλ Δ' ο Παφλαγών, προς όν συνήψε δεύτερον γάμον η Ζωή. Επί του Μιχαήλ Δ' (1034-1041) οι εν Κωνσταντινουπόλει επεχείρησαν την από Αράβων ανάκτησιν της Σικελίας (σ. 185 και 189) πέμψαντες επί τούτω στόλον και στρατόν εις την νήσον. Και ο μεν εν τοις έμπροσθεν μνημονευθείς γενναίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ανακληθείς από της Ασίας και γενόμενος αρχηγός του στρατού του αποβάντος εις την νήσον κατώρθωσε μετά πολλάς στρατιωτικάς επιτυχίας να καταλάβη σχεδόν άπασαν την νήσον. Αλλά τότε οι περί τον αρχηγόν του στόλου Στέφανον, γαμβρόν επ' αδελφή του Μιχαήλ Δ', υπό φθόνου καταληφθέντες προς τον μέγαν στρατηγόν ενήργησαν διά ραδιουργιών και επέτυχον να ανακληθή μεν ούτος, να ανατεθή δε η αρχιστρατηγία εις τον Στέφανον αυτόν. Αλλ' αποτέλεσμα της ανατεθείσης τω Στεφάνω αρχηγίας ήτο η εν βραχεί απώλεια συμπάσης της νήσου, περιελθούσης αύθις υπό το κράτος των Μωαμεθανών, πλην της πρωτευούσης Μεσσήνης, ήν διετήρησαν οι Έλληνες.

Τον Μιχαήλ Δ', αποχωρήσαντα της αρχής και γενόμενον μοναχόν, μετά μικρόν δε αποθανόντα (1041), διεδέξατο ο τούτου ανεψιός (υιός του μνημονευθέντος ανικάνου ναυάρχου και στρατηγού Στεφάνου) Μιχαήλ Ε', υιοθετηθείς υπό της Ζωής χάριν μείζονος νομιμοφροσύνης. Αλλ' ο Μιχαήλ Ε', ο επικαλούμενος υπό του λαού εμπαικτικώς Καλαφάτης, χάριτι της Ζωής προ πάντων ανελθών εις τον θρόνον, ήθελε νυν να μείνη μόνος βασιλεύς απαλλασσόμενος της συμβασιλείας της Ζωής. Αλλ', ότε επειράθη να πέμψη ταύτην εις μοναστήριον, ο λαός εξηγέρθη υπέρ της Ζωής και της αδελφής αυτής, αναγκάσας αυτόν τον Μιχαήλ να αποχωρήση της αρχής και να μεταβή εις μοναστήριον (1042).

Αι δύο αδελφαί έμειναν νυν μόναι κύριαι του κράτους. Αλλ' αύται, νοούσαι ότι το κράτος δεν ήτο δυνατόν να κυβερνηθή υπ' αυτών εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό πολλών κινδύνων, εξελέξαντο και τρίτον συνάρχοντα, τον συγγενή προς τον βασιλικον οίκον Κωνσταντίνον (Θ') τον Μονομάχον, όστις και ενυμφεύθη την παρήλικα ήδη γενομένην Ζωήν. Ούτω δε η πραγματική του κράτους κυβέρνησις περιήλθεν εις τον Κωνσταντίνον Θ', άνδρα μετρίας αξίας, έχοντα μέν τινας αρετάς, αλλά και πολλάς κακίας, μη επαρκούντα δε εν πάσιν εις τας απαιτήσεις της θέσεως, καθ' όν χρόνον τα του κράτους ήρξαντο αύθις δεινώς ταρασσόμενα και εσωτερικώς, αλλά προ πάντων εξωτερικώς και δη και εν τη Ανατολή και από Δύσεως και από βορρά. Επαναστάσεις εσωτερικαί σοβαραί ετάραττον το κράτος ήδη από της βασιλείας του Μιχαήλ Δ', ιδίως δ' επανάστασίς τις Βουλγαρική βιαίως κατασταλείσα. Επί δε του Κωνσταντίνου Θ' σοβαρωτάτη επανάστασις εγένετο υπό του γνωστού ημίν στρατηγού Γεωργίου Μανιάκη. Διορισθείς ούτος αρχιστράτηγος των εν τη Κάτω Ιταλία στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και παυθείς μετά μικρόν ανηγορεύθη βασιλεύς υπό του στρατού. Αλλ' οι περί τον Κωνσταντίνον Θ' κατώρθωσαν διά των από της βορείου Γαλλίας ελθόντων τότε εις την Κάτω Ιταλίαν Νορμανδών μισθοφόρων (σ. 158) να καταβάλωσι την στάσιν. Ο Μανιάκης όμως και μετά την ήτταν διαπεραιωθείς μετά του υπολειπομένου έτι αυτού στρατού από Υδρούντος εις Δυρράχιον εβάδιζεν εντεύθεν κατά της πρωτευούσης νικήσας τα κατ' αυτού πεμφθέντα στρατεύματα. Αλλ' έν τινι συμπλοκή πεσών από του ίππου αιφνιδίως απέθανε γενόμενος, ως φαίνεται, θύμα προδοτικής δολοφονίας. Δύο άλλαι κατά του Κωνσταντίνου Θ' στάσεις του Λέοντος Τορνικίου και του Θεοφίλου Ερωτικού ταχέως κατεβλήθησαν διά τε της τόλμης και της ανδρείας και της επιεικούς προς τους ηττηθέντας διαγωγής του βασιλέως.

Επί του Κωνσταντίνου Θ' τον Οικουμενικόν πατριαρχικόν θρόνον διέποντος του πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου, τον δε παπικόν θρόνον της Ρώμης του Λέοντος Θ', επήλθε και το οριστικόν πλέον έκτοτε καταστάν μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας σχίσμα (1054), αναφυεισών νέων τότε μεταξύ των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης ερίδων, ών κατ' ακολουθίαν πάπας Ρώμης και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αφώρισαν αλλήλους. Πάσαι λοιπόν αι αυτοκέφαλοι εν Ανατολή ορθόδοξοι Εκκλησίαι και αυτή η νεοφώτιστος Ρωσική συνηνώθησαν μετά της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως εν τη καταδίκη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας ως αιρετικής, ούτω δε οριστικόν επήλθε Σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας.