WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 120: 3. Η δυναστεία των Κομνηνών.
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

16. Βαρβαρικοί επιδρομαί και πόλεμοι
επί του Κωνσταντίνου Θ'. Πατσινάκοι.
Ο τελευταίος Ελληνορρωσικός
πόλεμος.

Μεγάλαι βαρβαρικαί επιδρομαί εγένοντο εις τας Ευρωπαϊκάς επαρχίας του Ελληνικού κράτους υπό των πέραν του Ίστρου οικούντων Πατσινάκων, διαρκέσασαι έξ έτη, καθ' ά μέρος των Πατσινάκων εδέξατο τον Χριστιανισμόν.

Σπουδαιότατον πολεμικόν γεγονός της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ' είναι η του Ρώσου «μεγάλου ηγεμόνος» Ιαροσλαύου επί την Κωνσταντινούπολιν στρατεία. Οι Ρώσοι, αφού επί του Βλαδιμήρου προσήλθον εις την χριστιανικήν πίστιν, εις συχνάς και ζωηράς διετέλουν σχέσεις προς την Κωνσταντινούπολιν και εις αδιάλειπτον προς αυτήν πνευματικήν επικοινωνίαν. Εν τούτοις δεν έλειπον και εχθρικαί μεταξύ των δύο κρατών συγκρούσεις αναμιμνήσκουσαι την κατάστασιν την υφισταμένην μεταξύ των δύο κρατών πριν οι Ρώσοι προσέλθωσιν εις την χριστιανικήν πίστιν.

Αποθανόντος εν Ρωσία του Βλαδιμήρου τω 1015, το κράτος διενεμήθη μεταξύ των 8 υιών αυτού· αλλά μεταξύ τούτων την πρωτεύουσαν θέσιν ως μέγας ηγεμών (σημ. 153) έλαβεν ο Σβετοπόλσκης, άρξας μέχρι του 1019· μετά τον θάνατον δε τούτου ο αδελφός αυτού Ιαροσλαύος (1019-1054) υπήγαγεν υπό την αρχήν αυτού πάντας τους άλλους ηγεμόνας, αδελφούς τε και ανεψιούς. Ο Ιαροσλαύος δε ούτος εστράτευσεν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως ζητών εκδίκησιν διά τον φόνον Ρώσου τινός ευπατρίδου (βοϊάρου), φονευθέντος εν Κωνσταντινουπόλει έν τινι μεταξύ των Ελλήνων και των αυτόθι παροικούντων Ρώσων επελθούση έριδι. Επήλθε δε μετά στόλου εξ απείρου πλήθους τροχαντήρων συγκεκροτημένου και πολυαρίθμου στρατού συγκειμένου εξ εκατόν χιλιάδων ανδρών, Νορμανδών ή Βαράγγων, οίτινες δελεαζόμενοι από του ονόματος της Κωνσταντινουπόλεως και της προσδοκωμένης εκ της κατ' αυτής στρατείας απείρου λείας, πανταχόθεν έσπευσαν υπό τας σημαίας του Νορμανδοσλαύου «μεγάλου ηγεμόνος» της Ρωσίας. Αλλ' η μεγάλη αύτη Ρωσική στρατεία απέτυχεν ολοσχερώς, ένεκα της μεγάλης τρικυμίας ήν έπαθεν ο Ρωσικός στόλος εν τω στομίω του Βοσπόρου και των καταστροφών άς επήνεγκεν εις αυτόν το Ελληνικόν πυρ, και ένεκα της κατά θάλασσαν υπερτέρας δεξιότητος των Ελλήνων ναυτών. Μέγα μέρος του στόλου διεσκορπίσθη υπό της θυέλλης, το δε λοιπόν κατέστρεψεν ο υπό τον ναύαρχον Βασίλειον Ελληνικός στόλος. Ολίγοι των μυριάδων μαχητών του Ιαροσλαύου εσώθησαν επί των τροχαντήρων· οι δε λοιποί αποβάντες εις την ξηράν υπεχώρουν διά της παρά τον Εύξεινον Θρακικής και Βουλγαρικής παραλίας. Αλλά και ούτοι γενόμενοι παρά το στόμιον του Δανουβίου προσεβλήθησαν υπό του εκ Βάρνης ορμήσαντος κατ' αυτών Έλληνος στρατηγού Κατακαλών, και εν μέρει μεν κατεστράφησαν, εν μέρει δε ηχμαλωτίσθησαν. Ο Ιαροσλαύος διεσώθη εις Ρωσίαν μετ' ολίγον εκ των Ρώσων αυτού (161).

Η ατυχής αύτη επί το Βυζάντιον Ρωσική στρατεία ήτο η τελευταία εναντίον του Ελληνικού κράτους και της χριστιανικής Κωνσταντινουπόλεως Ρωσική στρατεία. Έκτοτε επήλθε και εν τω Ελληνικώ κράτει και εν Ρωσία και εν τη καθόλου Ανατολή κατάστασις πραγμάτων, ποιήσασα ήττον συχνάς και ζωηράς τας μεταξύ Ρωσίας και του Ελληνικού κράτους σχέσεις. Η Ρωσία μετά τον θάνατον του Ιαροσλαύου (1054) διηρέθη μεταξύ των τούτου υιών (162) και των εγγόνων εις πολλά κράτη και περιεπλάκη εις εμφυλίους πολέμους, κατά δε τας αρχάς του 13 αιώνος υπέκυψεν υπό το κράτος του εξ Ασίας φοβερού Μογγόλου επιδρομέως Δζεγγίς-χαν και των υιών αυτού.

Το δε Ελληνικόν κράτος, αφού περί τα τέλη του 10 και τας αρχάς του 11 αιώνος επί των μεγάλων βασιλέων Νικηφόρου Β', Ιωάννου Τσιμισκή και Βασιλείου Β' εξίκετο εις το ύψιστον, από των χρόνων του Ηρακλείου, σημείον της δυνάμεως και της δόξης αυτού, επί των διαδόχων του Βασιλείου Β' και ιδίως επί του Κωνσταντίνου Θ' ήρξατο διηνεκώς εξασθενούμενον και καταρρέον. Αιτία της νυν αρξαμένης ταύτης παρακμής και αδυναμίας του κράτους δεν ήτο μόνον η έλλειψις βασιλέων μεγάλων εφαμίλλων προς τους προειρημένους, αλλ' η νέα περί το κράτος δημιουργηθείσα κατάστασις των εξωτερικών πραγμάτων, περί ης ανάγκη να πραγματευθώμεν ειδικώτερον.

17. Οι νέοι πολέμιοι του κράτους.

Νέοι φοβεροί πολέμιοι προς Βορράν και Δυσμάς και Ανατολάς εγεννήθησαν κατά του κράτους, εργαζόμενοι δεινώς προς καταστροφήν αυτού.

Προς βορράν η κατάλυσις του Βουλγαρικού κράτους απήλλαξε μεν το Ελληνικόν κράτος πολεμίου οχληροτάτου και αγριοτάτου, αλλ' εξ άλλου ήγαγε το κράτος τούτο εις άμεσον επαφήν προς τους πέραν του Δανουβίου βαρβάρους πολεμικούς Τουρκικούς λαούς Ούγγρους, Πατσινάκους, Ούζους (ών μόνοι οι Ούγγροι κατά τους χρόνους του Κωνσταντίνου Θ' είχον προσέλθει εντελώς εις τον Χριστιανισμόν), αφ' ών τέως εχωρίζετο ως διά φραγμού διά του Βουλγαρικού κράτους. Και ενώ υφισταμένου του Βουλγαρικού κράτους οι ειρημένοι βάρβαροι ήσαν άμεσοι ή έμμεσοι, φανεροί ή λανθάνοντες, σύμμαχοι του Ελληνικού κράτους εναντίον των Βουλγάρων, νυν από συμμάχων εγίνοντο πολέμιοι και επιδρομείς επικίνδυνοι, ως μαρτυρεί και η τω 1048 γενομένη μεγάλη των Πατσινάκων επιδρομή. Αλλ' οι λαοί ούτοι ουδέ διενοήθησαν ουδέποτε ουδ' ηδύναντο να διανοηθώσι περί καταλύσεως του Ελληνικού κράτους, και διά τούτο οι εξ αυτών κίνδυνοι ήσαν πάντοτε παροδικοί.

Τουναντίον νέος κινδυνωδέστατος πολέμιος ηγέρθη εν τη Δύσει. Οι Νορμανδοί, οίτινες επί του Κωνσταντίνου Θ', καθά είπομεν, ως μισθοφόροι των Ελλήνων κατέστειλαν την κατά του βασιλέως τούτου στάσιν του Γεωργίου Μανιάκη, ου πολύ μετά το γεγονός τούτο, επί των διαδόχων του Κωνσταντίνου Θ', από μισθοφόρων εγένοντο κατακτηταί της Κάτω Ιταλίας, καταλύσαντες ολοσχερώς εν τη χώρα ταύτη το Ελληνικόν κράτος. Ο δ' αρχηγός αυτών ο πανουργότατος Ροβέρτος Γυσκάρδος, ήτοι Διάβολος, όμοιος ων εν πολλοίς κατά το πανούργον και πολύτροπον εν μέρει δε και κατά την βαρβαρότητα προς τον Βανδήλον Γεζέριχον (σελ. 52 και 61-62), είς των 12 υιών του Ταγκρέδου του εξ Ωτεβίλλης (Hauteville) της Γαλλικής Νορμανδίας και αδελφός Γουλιέλμου του Σιδηρόχειρος επικαλουμένου (του ιδρυτού του εν Κάτω Ιταλία Νορμανδικού κράτους), ανεγνωρίσθη επισήμως υπό του Πάπα ηγεμών της Κάτω Ιταλίας. Αφού δε μετά μικρόν οι Νορμανδοί ούτοι υπέταξαν εαυτοίς και την Σικελίαν, αφαιρέσαντες αυτήν από των Αράβων, συνεκρότησαν μέγα κράτος εκ των τέως Ελληνικών τούτων εν τη Δύσει χωρών και διενοήθησαν να εκτείνωσι το κράτος τούτο προς ανατολάς, Ο μνημονευθείς Ροβέρτος Γυσκάρδος επεχείρησεν, ορμώμενος από Ιταλίας, να καταλύση ολοσχερώς το Ελληνικόν κράτος και επί τούτω δεινούς διεξήγαγε πολέμους εναντίον των Ελλήνων περί τα τέλη έτι του 11 αιώνος.

Ενώ δε τοιούτος φοβερός πολέμιος από Δυσμών επεβούλευε τω Ελληνικώ κράτει, άλλος κίνδυνος έτι δεινότερος ενέσκηψεν εξ Ανατολών. Ήτο δ' ούτος ο κίνδυνος η εν Ασία επελθούσα κατά τους χρόνους τούτους (τον 11 αιώνα μ. Χ.) αναζωογόνησις του Μωαμεθανισμού διά νέας πολεμικωτάτης φυλής, της των Τούρκων. Και η αναζωογόνησις ακριβώς αύτη του Μωαμεθανισμού και η εν τη σκηνή της ιστορίας εμφάνισις μωαμεθανών Τούρκων υπήρξεν ολεθριωτάτη εις το Ελληνικόν κράτος, αφαιρέσασα εν σμικρώ το πλείστον των Ασιατικών, των και καλλίστων και ζωτικωτάτων χωρών του Κράτους, και επενεγκούσα βραδύτερον την οριστικήν κατάλυσιν του κράτους τούτου.

18. Τουρκικός Μωαμεθανισμός. Άραβες,
Πέρσαι, Τούρκοι.

Οι Άραβες, ών εν μέσω περί τας αρχάς του 7 μ. Χ. αιώνος εγεννήθη ο Μωαμεθανισμός, επί 2 αιώνας και επέκεινα υπήρξαν οι φοβεροί σημαιοφόροι της νέας θρησκείας. Δι' αυτών αύτη εξετάθη από των ερήμων της Πετραίας Αραβίας, ένθεν μεν διά της βορείου Αφρικής μέχρι του Ατλαντικού και των Πυρηναίων, ένθεν δε διά Συρίας, Ασσυρίας, Μηδίας και Περσίας μέχρι του Ώξου και του Ινδού. Οι Άραβες κατέστρεψαν το Περσικόν κράτος, ηκρωτηρίασαν δεινώς το Ελληνικόν, και προσβαλόντες αυτό εν τη καρδία αυτού, δεν κατώρθωσαν να κατενέγκωσι θανάσιμον πληγήν. Και αφού επί των τεσσάρων πρώτων αιρετών Χαλιφών, είτα δε διά δύο αλλεπαλλήλους αρξάντων δυναστικών οίκων (Ουμμεϊαδών και Αββασιδών) ανέπτυξαν όλην την δύναμιν του Αραβικού Μωαμεθανισμού επί δύο ολοκλήρους αιώνας, από των μέσων του 9 μ. Χ. αιώνος εισήλθον οριστικώς εις την περίοδον της παρακμής και αδυναμίας. Η αδυναμία αύτη προυχώρει αυξανομένη ακριβώς, καθ' ούς χρόνους το Ελληνικόν κράτος ετάσσετο υπό την ισχυράν Μακεδονικήν καλουμένην δυναστείαν, την αναδείξασαν τοσούτους μεγάλους βασιλείς και στρατηγούς. {222} Η από των μέσων δε του 8 μ. Χ. αιώνος αρξαμένη διαίρεσις του ενιαίου μεγάλου Χαλιφικού κράτους διά της ιδρύσεως χαλιφικού Ισπανικού κράτους (σελ. 177) έλαβεν ευρυτέρας διαστάσεις κατά τον επόμενον αιώνα, ότε ολόκληρος η βόρειος Αφρική απεχωρίσθη του χαλιφικού κράτους των Αββασιδών διά της εν ταις χώραις ταύταις ιδρύσεως νέας δυναστείας χαλιφικής, της των Φατιμιδών, δυναστείας δηλονότι απ' αυτού του Προφήτου καταγομένης. Η νέα χαλιφεία επί αιώνα ήνθησεν εν Αιγύπτω, εκείθεν άρχουσα της Β. Αφρικής.

Το κράτος των Αββασιδών χαλιφών του Βαγδατίου, των εκπροσωπούντων κυρίως την δύναμιν του Ισλάμ περιωρίσθη εις Ασίαν. Αλλά και ενταύθα από των αρχών του 10 αιώνος η εξουσία του Χαλίφου και η ενότης του κράτους κατέστησαν εικονικαί. Οι διοικηταί, ήτοι Αμίραι (ή Αμηράδες), των επαρχιών κατέστησαν κατ' ουσίαν ανεξάρτητοι, και το χαλιφικόν κράτος κατεκερματίσθη εις πλήθος μικρών κρατών, ών οι Αμίραι κατά τύπον και κατ' όνομα ανεγνώριζον την αρχήν του Χαλίφου· ιδρύθησαν δε και κράτη πειρατικά ανεξάρτητα εν τη Μεσογείω και τω Αιγαίω, ως το της Κρήτης. Ταύτην δε την κατάστασιν ακριβώς επωφελούμενοι οι μεγάλοι Έλληνες βασιλείς της Μακεδονικής δυναστείας ανεκτήσαντο από των μωαμεθανών τοσαύτας εν Μεσοποταμία, Συρία, Αρμενία και παρά τον Καύκασον χώρας· και περί τας αρχάς δε του 11 αιώνος εφαίνετο το Ελληνικόν κράτος αναλαμβάνον σχεδόν τα επί του Ηρακλείου προ της εμφανίσεως του Ισλάμ εν Ασία όρια αυτού εν μέσω του προς εαυτό διηρημένου και τεταπεινωμένου χαλιφικού κράτους. Αλλ' ακριβώς κατά τους χρόνους εκείνους επήλθεν απότομος και ριζική μεταβολή πραγμάτων, επενεγκούσα εντός βραχυτάτου χρόνου την ολοσχερή σχεδόν εν Ασία κατάλυσιν του Ελληνικού κράτους και την εκ νέου φοβεράν κραταίωσιν του Ισλάμ εν τη ηπείρω ταύτη. Η τοιαύτη απότομος μεταβολή δεν προήλθεν απλώς εκ του ότι μετά τον Βασίλειον Β' δεν εφάνησαν επί τινα χρόνον εν τω Ελληνικώ κράτει μεγάλοι βασιλείς και στρατηλάται, ουδ' εκ του ότι το χαλιφικόν κράτος ανέδειξε τοιούτους άνδρας, αλλ' εκ νέας όλως νεωστί παραχθείσης εν τω Ασιατικώ Ισλάμ και κόσμω μεταβολής. Το Αραβικόν μωαμεθανικόν κράτος παρήκμασε και εξησθένησεν, αλλά δεν εξησθένησε μετ' αυτού και το Ισλάμ. Τουναντίον, όπως ο από του 4 αιώνος εν τη Δυτική Ευρώπη πολιτικώς και στρατιωτικώς εξασθενήσας Λατινικός Χριστιανισμός ανεζωογονήθη υπ' αμφοτέρας τας επόψεις διά των βαρβάρων Γερμανικών φυλών, αίτινες έμπλεοι σφρίγους ενεφανίζοντο εν τη ιστορία· ούτω και εν Ασία από του 11 αιώνος ο Μωαμεθανισμός, ο εν τοις Άραψι στρατιωτικώς και πολιτικώς παρακμάσας και εξασθενήσας, ανεβίω εν άλλοις Ασιατικοίς λαοίς και διά των λαών τούτων. Δύο δε λαοί εν Ασία, πλην των Αράβων, εδέξαντο το Ισλάμ οι Πέρσαι και οι Τούρκοι.

Τούτων οι μεν Πέρσαι, όντες σπουδαίος οπωσδήποτε ιστορικός λαός και ίδιον έχοντες πολιτισμόν δι' αιώνων αναπτυχθέντα, ετήρησαν απέναντι του Ισλάμ εν αρχή θέσιν όλως παθητικήν, αναγκασθέντες ούτω ν' αποβάλωσι την αρχαίαν αυτών θρησκείαν και μέρος του αρχαίου βίου. Αλλά χρόνου προϊόντος ο Περσικός βίος ανεγεννήθη εν τω Ισλάμ διατηρών μεν την μωαμεθανικήν θρησκείαν, αλλ' αναζωογονήσας και την εθνικήν συνείδησιν, και εν ταύτη ίδιον αναπτύξας βίον εθνικόν, ιδίαν φιλολογίαν, τέχνην και ποίησιν. Η τοιαύτη εν τω Ισλάμ αναβίωσις του Περσικού βίου εξετάθη και επί τον χώρον τον πολιτικόν, και από των μέσων του 9 μ. Χ. αιώνος, ότε ήρξατο η εξασθένησις της κεντρικής εξουσίας της Χαλιφείας, ιδρύθησαν εν ταις αρχαίαις Περσικαίς χώραις πολλαί μωαμεθανικαί Περσικαί δυναστείαι και κράτη, μεγάλως προαγαγόντα τον μωαμεθανικόν πολιτισμόν. Αλλ' η καθόλου πολιτική ανάπτυξις των Περσών υπήρξε περιορισμένη. Ουδέν των μωαμεθανικών Περσικών κρατών συνέλαβε την μεγάλην μωαμεθανικήν ιδέαν του υποτάξαι τον κόσμον εις το Ισλάμ η δε κατακτητική αυτών ορμή υπήρξεν ασθενής. Και αυτά δε τα Περσικά μωαμεθανικά κράτη, άτινα υπήρξαν εν μέρει κατακτητικά, είχον δυναστείαν ηγεμονικήν Τουρκικήν. {224} Τοιούτον λ. χ. κράτος υπήρξε το κατά τον 10 αιώνα ιδρυθέν και κατά τον 11 αιώνα σφόδρα ακμάσαν κράτος των Γασναυιδών, όπερ ιδρυθέν εν τω νυν Αφγανιστάν εξετάθη εκείθεν επί του μεγάλου σουλτάνου Μαχμούτ Γασναυή επί μέγα μέρος της Ινδικής και διέδωκεν εν τη χώρα ταύτη, τον Μωαμεθανισμόν. Καθόλου όμως ο Περσικός Μωαμεθανισμός δεν εμεγαλούργησε πολιτικώς, αλλά πνευματικώς, παραγαγών ιδίως ποίησιν πλουσιωτάτην και μεγάλους ποιητάς και αριστουργήματα επικής και λυρικής ποιήσεως. Ο μέγας Πέρσης επικός ποιητής Φερδουσί (ακμάσας κατά τον 11 αιώνα), ο Όμηρος των Περσών, και ο μέγας λυρικός Σααδί (ακμάσας κατά τας αρχάς του 13 αιώνος) εισίν οι μεγάλοι αντιπρόσωποι της τοιαύτης ακμής της Περσικής ποιήσεως. Αλλά το έργον της πολιτικής και στρατιωτικής αναζωογονήσεως και νέας κοσμοκρατορικής ορμής και κινήσεως του Ισλάμ έλαχεν εις άλλην φυλήν Ασιατικήν ήττον πεπολιτισμένην, αλλά και νεαρωτέραν, και υπό ισχυροτέρου σφρίγους κατεχομένην, και φύσει πολεμικωτέραν και αρχικωτέραν. Ήτο δε η φυλή αύτη η Τουρκική.

Οι Τουρκικοί ή, ως λέγονται συνηθέστερον εν τη εθνολογία και τη γλωσσική, Τουρανικοί λαοί, αποτελούντες γλωσσικήν ενότητα εκτεινομένην από των ακτών της Βαλτικής μέχρι των ακτών της Σινικής θαλάσσης, διαιρούνται ανθρωπολογικώς εις λευκούς, τους καλουμένους ιδιαιτέρως Τούρκους, τους οικούντας εν τη Μέση και τη Δυτική Ασία και εν τη βορείω και τη ανατολική Ευρώπη, και κιτρίνους, τους καλουμένους ιδιαιτέρως Τα(ρ)τάρους και Μογγόλους, τους οικούντας εν τη βορειανατολική Ασία. Ονομαστότεροι εν τη ιστορία απέβησαν ανέκαθεν οι Τούρκοι.

Εν Ευρώπη ώκουν Τουρκικοί λαοί προ αμνημονεύτων χρόνων εν ταις ανατολικαίς ακταίς της Βαλτικής, καλούμενοι Φίννοι (ίδε σημ. 117) και σποράδην εν ταις νυν Ρωσικαίς Ευρωπαϊκαίς χώραις· εν Ασία δε ιδίως εν ταις προς ανατολάς της Κασπίας χώραις. Πολλοί δε των λαών τούτων, ως είδομεν, μετενάστευσαν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους εις Ευρώπην. Πάντες δε οι εν Ευρώπη Τουρκικοί λαοί, οι τε αρχαίοι ιθαγενείς Φίννοι και οι εξ Ασίας μεταναστάντες Βούλγαροι, Χάζαροι, Μαγιάροι, Πατσινάκοι, Ούζοι, Κουμάνοι, όντες εν αρχή βάρβαροι κτισματολάτραι ή έχοντες την θρησκείαν των μάγων, εγένοντο χριστιανοί. Οι δε εν Ασία, οίτινες, ως είδομεν, ίδρυσαν μέγα κράτος κατά τον 6 μ. Χ. διαλυθέν κατά τον 9 αιώνα, έμενον μέχρι του 10 αιώνος κτισματολάτραι ή οπαδοί της θρησκείας των μάγων. Χριστιανισμός εισεχώρησεν εις αυτούς από του 6 μ. Χ. αιώνος, ιδίως ο Νεστοριανός Χριστιανισμός από των εν Περσία Νεστοριανών μεταδοθείς, και ικαναί φυλαί Τουρκικαί από του 6 μέχρι του 11 αιώνος είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν. Αλλ' η από του 7 μ. Χ. αιώνος εν ταις Περσικαίς χώραις διαδοθείσα και εμπεδωθείσα μωαμεθανική θρησκεία διεδόθη κατά τους επομένους αιώνας και εν ταις Τουρκικαίς χώραις. Μία δε των Τουρκικών φυλών, η δεξαμένη τον Μωαμεθανισμόν κατά τον 11 αιώνα, είναι η ισχυρά φυλή των Σελτζούκων, ούτω κληθείσα υπό του γενάρχου Σελτζούκου. Η φυλή αύτη προσήλθεν εις τον Μωαμεθανισμόν και ίδρυσεν ισχυρόν μωαμεθανικόν κράτος, καλούμενον Σελτζουκικόν, καταστάν ονομαστότατον εν τη ιστορία του τε Ισλάμ και του Ελληνικού κράτους.

19. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι.

Πρώτος ονομαστός ηγεμών των επί Σελτζούκου ήδη ή βραδύτερον εις τον Μωαμεθανισμόν προσελθόντων Σελτζούκων είναι ο του Σελτζούκου εγγονός Τογρούλ βέης (163). Επί τούτου οι Σελτζούκοι μεταβάντες εκ των πέραν του Ώξου Τουρκικών χωρών εις τας εντεύθεν του ποταμού τούτου Ιρανικάς ή Περσικάς χώρας ίδρυσαν εν Περσία κράτος Τουρκικόν ισχυρόν υπό ηγεμόνας καλουμένους Σουλτάνους (164), καταλύσαντες τας εν ταις Περσικαίς χώραις Περσικάς μωαμεθανικάς δυναστείας. Ο χαλίφης του Βαγδατίου ανέθηκεν εις τον Τογρούλ βέην την διοίκησιν του όλου χαλιφικού κράτους, ονομάσας αυτόν «βασιλέα Ανατολής και Δύσεως» και επίτροπον του Χαλίφου. {226} Επί του Τογρούλ βέη, συγχρόνου του Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου, εγένοντο αι πρώται μεταξύ των Σελτζούκων και των Ελλήνων εν Αρμενία πολεμικαί συγκρούσεις, καθ' άς οι Έλληνες απώλεσαν μέρος των Αρμενικών αυτών κτήσεων. Τον Τογρούλ βέην θανόντα τω 1063 διεδέξατο ο γενναίος ανεψιός αυτού Αλπ-αρσλάν (1063-1075). Επί τούτου δε τα πολυπληθή των μωαμεθανών Σελτζούκων στίφη μετά φανατισμού νεοφωτίστων μωαμεθανών εισέβαλον ως κατακτηταί από Αρμενίας εις την Μικράν Ασίαν και εκυρίευσαν άπαν το ανατολικόν τμήμα της Ελληνικής ταύτης χερσονήσου μεθ' όλην την γενναίαν αντίστασιν, ήν αντέταξεν αυτοίς ο γενναίος βασιλεύς Ρωμανός Δ' ο Διογένης. Ταυτοχρόνως δε οι Σελτζούκοι κατέλαβον πάσαν την Μεσοποταμίαν (πλην της Εδέσσης) και πάσαν την προ ενός αιώνος υπό των Ελλήνων ανακτηθείσαν Συρίαν (μετά της Αντιοχείας). Και η Παλαιστίνη, ήν είχον προ μικρού προσαρτήσει εις το κράτος αυτών οι Φατιμίδαι της Αιγύπτου (σελ. 222-223), κατελήφθη νυν υπό των Σελτζούκων. Επί του υιού και διαδόχου του Αλπ-αρσλάν Μαλέκ-σαχ οι Σελτζούκοι εξέτειναν τας εν Μικρά Ασία κατακτήσεις μέχρι Βιθυνίας και των ακτών της Προποντίδος και του Αιγαίου, το δε κράτος των Σελτζούκων ανήλθεν εις το ύψιστον σημείον της δυνάμεως αυτού, εκτεινόμενον από του Ώξου και του Ινδού μέχρι Αιγύπτου και των Ασιατικών ακτών της Προποντίδος, των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μαλέκ-σαχ άρχων αυτός εν Περσία τας μεμακρυσμένας χώρας του κράτους Μικράν Ασίαν, Μεσοποταμίαν και Συρίαν κατέστησεν ίδια φεουδαλικά κράτη (σελ. 164) κυβερνώμενα κληρονομικώς υπό των συγγενών αυτού. Τότε δε και αι εν Μικρά Ασία από των Ελλήνων κυριευθείσαι χώραι απετέλεσαν ίδιον κράτος υποτελές τω Σελτζούκω σουλτάνω, δοθέν ως φέουδον εις τον συγγενή του Μαλέκ-σαχ Σουλεϊμάν τον Σελτζούκον. Ο Σουλεϊμάν κατέστησε πρωτεύουσαν του κράτους αυτού την περίφημον Νίκαιαν της Βιθυνίας (1080)· διά τούτο δε και το κράτος το Σελτζουκικόν εκλήθη εν αρχή κράτος της Νικαίας. Ούτω περί τα τέλη του 11 αιώνος οι Σελτζούκοι Τούρκοι έστησαν την έδραν του κράτους αυτών εις ολίγων ωρών από του Βοσπόρου και της Κωνσταντινουπόλεως απόστασιν, τα δε ύδατα της ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου πελάγους διεσχίζοντο υπό πειρατικών πλοίων Τουρκικών. Αλλ' είναι ήδη ανάγκη να επανέλθωμεν εις την Βυζαντινήν ιστορίαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥ
ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΜΕΧΡΙ
ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ

1. Το τέλος της Μακεδονικής δυναστείας.

Ο Κωνσταντίνος Θ' ο Μονομάχος εβασίλευσε μέχρι του 1054. Επειδή δε η Ζωή είχε τελευτήσει πρότερον, μόνη κληρονόμος της αρχής έμεινε νυν η Θεοδώρα, ήτις και μέχρι νυν ήτο συνάρχουσα τη τε Ζωή και τω Κωνσταντίνω. Εκυβέρνησε δε το κράτος η Θεοδώρα μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου Θ' μόνον δύο έτη, καθ' ά ουδέν ιδιαίτερον συνέβη άξιον λόγου. Μετά της Θεοδώρας δε αποθανούσης τω 1056 εξέλιπε και η Μακεδονική δυναστεία.

2. Μιχαήλ ΣΤ' ο Στρατιωτικός (1056-1057).
Ισαάκιος ο Κομνηνός (1057-1059). Κωνσταντίνος
Ι' ο Δούκας (1059-1067). Διογένης Ρωμανός Δ'
(1068-1071) και Μιχαήλ Ζ' (1071-1078).

Μετά τον θάνατον της Θεοδώρας και την έκλειψιν του Μακεδονικού οίκου, δύο μερίδες ήριζον περί της αρχής, η των πολιτικών και η των στρατιωτικών. Η πρώτη μερίς, ήτις ήρχεν επί της Θεοδώρας, ανεβίβασεν επί τέλους εις τον θρόνον τον γηραιόν και αδρανή Μιχαήλ ΣΤ', τον επικαλούμενον Στρατιωτικόν. Αλλ' η μερίς η στρατιωτική θεωρούσα τούτον όλως ανίκανον εν μέσω της σοβαράς εξωτερικής καταστάσεως των πραγμάτων και ιδίως του από Τούρκων κινδύνου, απεμάκρυνεν αυτόν μετ' ολίγους μήνας και ανεβίβασεν εις τον θρόνον τον γενναίον στρατιωτικόν άνδρα Ισαάκιον τον Κομνηνόν (1057). Ο Ισαάκιος εβασίλευσε δύο μόνον έτη, καθ' ά επολέμησεν επιτυχώς εναντίον των Ούγγρων και των Πατσινάκων και υπεχρέωσεν αμφοτέρους να διάγωσιν εν ειρήνη προς το κράτος. {227} Συνέστησε δε ως διάδοχον αυτού επί του θρόνου τον άνδρα, όν εθεώρει άριστον προς τας περιστάσεις, τον Κωνσταντίνον Δούκαν. Ούτος μετά τον θάνατον του Ισαακίου γενόμενος βασιλεύς έδειξε μεν αρετάς πολιτικώς, αλλά στρατιωτικώς εφάνη ανίκανος να υπερασπίση το κράτος ιδίως εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, οίτινες υπό τον μέγαν Σουλτάνον αυτών Αλπ-αρσλάν ήρξαντο τότε να εισβάλλωσιν εις την Μικράν Ασίαν. Διέπραξε δε ο Κωνσταντίνος Ι' και το μέγιστον σφάλμα να καταλίπη διά διαθήκης την βασιλικήν αρχήν εις τους τρεις υιούς αυτού και να καταστήση κηδεμόνα αυτών και επίτροπον της αρχής την λογίαν γυναίκα αυτού βασίλισσαν Ευδοκίαν, καθ' όν χρόνον το κράτος είχεν ανάγκην κυβερνητών γενναίων στρατιωτικών ανδρών. Αλλά προς ευτυχίαν του κράτους μικρόν μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου Ι' (1067) ο γενναίος στρατιωτικός Ρωμανός Διογένης κατηγορηθείς επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας, καθ' όν χρόνον εδικάζετο εφείλκυσε την προσοχήν της Ευδοκίας διά του ανδρικού παραστήματος και του αρρενωπού κάλλους αυτού ως και διά του τρόπου, καθ' όν ανέμνησε τους δικαστάς τα υπ' αυτού υπέρ του κράτους πεπραγμένα· ούτω δε από κατηγορουμένου και υποδίκου υψώθη εις τον θρόνον υπ' αυτής της Ευδοκίας, καταστησάσης αυτόν σύζυγον και συμβασιλέα παρά την ένορκον υπόσχεσιν ήν είχε δώσει αύτη τω Κωνσταντίνω Ι', ότι δεν έμελλε να έλθη προς ουδένα εις δευτέρου γάμου κοινωνίαν.

Ο Διογένης κατά τα τρία έτη της βασιλείας αυτού εφάνη αληθής ήρως αγωνισάμενος γενναιότατα μετά σμικρών στρατιωτικών δυνάμεων, και τούτων από μισθοφόρων Νορμανδών και άλλων βαρβάρων συγκειμένων (165), εναντίον των πολυπληθών και άριστα συγκεκροτημένων και πολεμικωτάτων στρατιών του Αλπ-αρσλάν. Διά δύο μεγάλων στρατειών, άς επεχείρησεν εναντίον του Αλπ-αρσλάν, υπερήσπισε τας εν Ασία ελληνικάς κτήσεις και απώθησε σχεδόν τους Τούρκους πέραν των ορίων της Μικράς Ασίας. Αλλ' εν τω τρίτω πολέμω, εισβαλών επιθετικός εις την Αρμενίαν, ηττήθη εν μάχη τινί και ηρωικώς μαχόμενος και τραυματισθείς συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο μεγάθυμος σουλτάνος των Σελτζούκων Αλπ-αρσλάν, θαυμάσας την γενναιότητα του ανδρός και επαξίως τιμών αυτήν ηξίωσε τον Διογένην βασιλικών τιμών και συνωμολόγησε προς αυτόν ειρήνην, αποδούς πάσαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν, αρκεσθείς δε μόνον εις υπόσχεσιν χρηματικής αποζημιώσεως (ή λύτρων του βασιλέως), και ταύτης διδομένης απλώς διά του βασιλικού λόγου του Ρωμανού. Έδωκε δε τω βασιλεί Διογένει και στολήν και φρουράν βασιλικήν. Αλλ', ενώ ο Ρωμανός επέστρεφεν ούτω διά της Μικράς Ασίας εις την πρωτεύουσαν, οι ενταύθα συγγενείς του οίκου Δούκα, ο του Κωνσταντίνου Ι' αδελφός Ιωάννης Δούκας και οι περί αυτόν, επωφεληθέντες την περί αιχμαλωσίας του βασιλέως είδησιν, εκήρυξαν αυτόν έκπτωτον και ανεβίβασαν εις τον θρόνον τον πρεσβύτατον του Κωνσταντίνου Ι' υιόν Μιχαήλ Ζ', πέμψαντες δε στρατόν κατά του Διογένους ηνάγκασαν αυτόν να παραιτηθή την βασιλικήν αρχήν επί τω όρω της ασφαλείας της ζωής αυτού. Αλλ' ο Ρωμανός Διογένης συλληφθείς είτα παρανόμως εξωρύχθη τους οφθαλμούς και απέθανεν οικτρώς εκ της από του παθήματος τούτου επελθούσης φρικτής νόσου, γενναίως μέχρι τέλους τα πάντα υπομείνας.

Η βασιλεία του Μιχαήλ Ζ', του επικληθέντος Παραπινακίου (166), υπήρξε και εσωτερικώς και εξωτερικώς λίαν ασθενής. Και ενώ αυτός ο βασιλεύς έχων πρωθυπουργόν τον σοφώτατον εν τοις γράμμασιν άνδρα των τότε χρόνων Μιχαήλ τον Ψελλόν, τον και διδάσκαλον αυτού γενόμενον, ησχολείτο μόνον εις ανάγνωσιν βιβλίων και εις σύνθεσιν στίχων εμμέτρων, οι Τούρκοι συνεπλήρουν την κατάκτησιν της Μικράς Ασίας. Οι Σελτζούκοι του Αλπ-αρσλάν, μετά την καθαίρεσιν του Ρωμανού, ώρμησαν αύθις εις την Μικράν Ασίαν, απαλλαγέντες της συνομολογηθείσης προς τον βασιλέα εκείνον ειρήνης. Αποθανόντος δε τω 1072 του Αλπ-αρσλάν, επί του υιού και διαδόχου αυτού Μαλέκ-σαχ (σελ. 226) ο τούτου συγγενής Σουλεϊμάν κατελάμβανε το πλείστον της Μικράς Ασίας, καθιστών την Νίκαιαν πρωτεύουσαν του ενταύθα Σελτζουκικού κράτους.

Εν μέσω της αθλίας ταύτης καταστάσεως επαναστάσεις εξερράγησαν εναντίον του Μιχαήλ Ζ', όστις τω 1078 αποθέσας το στέμμα απεχώρησεν εις μοναστήριον. Τότε δε οι επιφανέστατοι των στρατηγών ήρισαν προς αλλήλους περί του βασιλικού θρόνου, μεχρισού τω 1081 κατέλαβε τούτον οριστικώς ο του προμνημονευθέντος βασιλέως Ισαακίου του Κομνηνού ανεψιός Αλέξιος ο Κομνηνός, γενόμενος ο πραγματικός ιδρυτής της δυναστείας των Κομνηνών.

3. Η δυναστεία των Κομνηνών.

Οι μεγάλοι Κομνηνοί βασιλείς Αλέξιος Α' (1081-1118), Ιωάννης (1118-1143) και Μανουήλ (1143-1180 μ. Χ.) επί αιώνα ολόκληρον ηγωνίσαντο γενναιότατα ίνα αποτρέψωσι τους απ' ανατολών και δυσμών επικρεμαμένους τω Κράτει δεινοτάτους κινδύνους και έδοσαν εις το κράτος τούτο την τελευταίαν αυτού εν τη ιστορία πολιτικήν και στρατιωτικήν αίγλην.

{230} Καθ' όν χρόνον ο Αλέξιος ανήλθεν εις τον θρόνον (1081), οι Σελτζούκοι είχον στήσει, καθά είρηται, ου μακράν των Ασιατικών οχθών του Βοσπόρου, εν Νικαία, την έδραν του κράτους αυτών του περιλαμβάνοντος ήδη σχεδόν άπασαν την Μικράν Ασίαν πλην των δυτικών παραλίων. Αλλά μείζων κίνδυνος ηπείλει το κράτος κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον από δυσμών. Ο γνωστός ημίν Ροβέρτος Γυσκάρδος ορμηθείς από της Ιταλίας και καταλαβών την Κέρκυραν ώρμησεν εις την κατάκτησιν της όλης Ευρωπαϊκής Ελληνικής χερσονήσου, νικήσας λαμπρώς τον Αλέξιον περί το Δυρράχιον εν μεγάλη μάχη το αυτό έτος της αναρρήσεως του βασιλέως· κατέλαβε δε πάσαν σχεδόν την Ήπειρον και μέρος της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, απειλών και την Κωνσταντινούπολιν. Αλλ' ο Αλέξιος, μη καταβαλλόμενος ευκόλως υπό των συμφορών του πολέμου, κατώρθωσε διά της επιμονής, καρτερίας και δραστηριότητος αυτού να συγκροτήση νέον στρατόν και να εκδιώξη των Ελληνικών χωρών τους Νορμανδούς, νικήσας τον του Ροβέρτου υιόν και επίτροπον Βοημούνδον (1083). Μετά την εκδίωξιν δε των Νορμανδών εστράφη και κατά των Σελτζούκων Τούρκων της Μικράς Ασίας· αλλ' ενταύθα μικράς μόνον ήρατο επιτυχίας, ανακτησάμενος την απέναντι σχεδόν της Κωνσταντινουπόλεως υπό Τούρκων κατεχομένην Νικομήδειαν και την Σινώπην (1087). Εξ άλλου δε οι Τούρκοι νέας κατέλαβον εν τη Μικρά Ασία χώρας, προχωρήσαντες μέχρι των δυτικών παραλίων, ένθα συγκροτούντες στόλους πειρατικούς ελυμαίνοντο τας Ελληνικάς νήσους και τας ακτάς του Αιγαίου.

Ενώ δε ο Αλέξιος εν μέσω τοιούτων δυσχερειών εξωτερικών ηγωνίζετο υπέρ της εξωτερικής αμύνης του κράτους και υπέρ της εσωτερικής διοικητικής και οικονομικής ανορθώσεως αυτού, νέοι από δυσμών επήλθον επικίνδυνοι πολεμισταί, οι λεγόμενοι Σταυροφόροι.

Οι Σταυροφόροι, ήτοι οι πολυπληθείς χριστιανοί ιππόται μαχηταί, οι κατά τους χρόνους τούτους εξ Ευρώπης μεταβαίνοντες εις τους Αγίους τόπους των χριστιανών (εις Παλαιστίνην), ίνα ελευθερώσωσιν αυτούς από των Μωαμεθανών, δεν ήσαν απ' ευθείας πολέμιοι του Ελληνικού κράτους, αλλ' οπωσδήποτε απετέλουν στρατόν πολυπληθή, διερχόμενον διά των χωρών του Κράτους άνευ πολλής τάξεως και πειθαρχίας, περιέχοντα δε και πολλά άτακτα στοιχεία ταχέως παρεκτρεπόμενα εις ληστείας. Προς τούτοις τινές των αρχηγών εφάνησαν θρασείς και αλαζόνες προς τους Έλληνας και προυκάλεσαν ρήξεις. Πλην τούτων μίσος αμοιβαίον εχώριζε τους Ευρωπαίους τούτους από των Ελλήνων, διότι οι μεν Έλληνες εθεώρουν αυτούς βαρβάρους, ως ήσαν οι κατά τον 4, 5 και 6 μ. Χ. πρόγονοι αυτών· ούτοι δε τουναντίον επαιρόμενοι εκ της στρατιωτικής αυτών δυνάμεως και ανδρείας περιεφρόνουν τους Έλληνας ως ανάνδρους. Εις πάντα δε ταύτα προσετίθετο και το εκ του Εκκλησιαστικού σχίσματος προερχόμενον μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών αμοιβαίον θρησκευτικόν μίσος. Μεθ' όλα ταύτα ο Αλέξιος μετά σπανίας συνέσεως κατώρθωσε ν' αποτρέψη πάντα κίνδυνον εκ μέρους των Σταυροφόρων και να επωφεληθή μάλιστα τους τούτων κατά των Τούρκων εν Ασία πολέμους ίνα ανακτήσηται την Νίκαιαν και πολλάς Ελληνικάς εν Ασία χώρας.

Τον Αλέξιον τελευτήσαντα τω 1118 διεδέξατο ο υιός αυτού Ιωάννης, ο επικληθείς, ένεκα της αγαθότητος του χαρακτήρος αυτού, Καλοϊωάννης. Ο Ιωάννης Κομνηνός και εν τοις έργοις της ειρήνης εφάνη ηγεμών και κυβερνήτης άριστος και εν τοις πολέμοις ανδρείος μαχητής και στρατηγός. Πολεμήσας εν Μικρά Ασία κατά των Σελτζούκων αφήρεσεν απ' αυτών αξιόλογον μέρος εν Μικρά Ασία και ιδίως εν Παφλαγονία, ένθα ανακτησάμενος την Κασταμώνα, ήτις ην κοιτίς του οίκου των Κομνηνών, ετέλεσε θρίαμβον κατά την εις την βασιλεύουσαν επάνοδον αυτού. Στρατεύσας δε και εις την Συρίαν, ένθα ικανάς πόλεις κατείχαν οι Φράγκοι (167)  Σταυροφόροι, ενέπνευσε σεβασμόν άμα και φόβον τοις τε Μωαμεθανοίς και τοις Φράγκοις και ηνάγκασε τους εν Συρία Φράγκους ηγεμόνας να αναγνωρίσωσι την κυριαρχίαν του Έλληνος βασιλέως. Ο Ιωάννης ετελεύτησε τω 1143, καταλιπών την βασιλείαν εις τον υιόν αυτού Μανουήλ Α'.

Ο Μανουήλ Α' (1143-1180) κατά την γενναιότητα και ιδίως την προσωπικήν ανδρείαν ήτο πολλώ υπέρτερος του τε πάππου και του πατρός, ίσως μάλιστα ην ο ανδρειότατος πάντων των εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως ανελθόντων αυτοκρατόρων αλλά κατά την σύνεσιν την πολιτικήν υπελείπετο αμφοτέρων των ενδόξων προγόνων αυτού. Ο βασιλεύς ούτος και υπό της όλης περί το κράτος καταστάσεως των πραγμάτων αναγκαζόμενος, αλλά και υπό της ιδίας αυτού ακαθέκτου πολεμικής ορμής ελαυνόμενος, διεξήγαγε δι' όλης της μακράς αυτού βασιλείας πολέμους κατά πάσας τας διευθύνσεις. Προς βορράν επολέμησεν εναντίον των πέραν του Δανουβίου βαρβάρων και ιδίως των Πατσινάκων, έτι δε και εναντίον των Ούγγρων, οίτινες εις στενωτέρας νυν περιήλθον σχέσεις προς το Ελληνικόν κράτος, και Σέρβων και Δαλματών, των αποστάντων κατά τους χρόνους τούτους από της Βυζαντινής αυτοκρατορίας προς δυσμάς εναντίον των από Ιταλίας και Σικελίας Νορμανδών, οίτινες αύθις υπό τον ηγεμόνα αυτών Ρογήρον Β' (ανεψιόν του Ροβέρτου Γυσκάρδου) επετέθησαν εναντίον των Ευρωπαϊκών επαρχιών του κράτους καταλαβόντες την Κέρκυραν και είτα προχωρήσαντες μέχρι Κορίνθου και Θηβών (1147), εξεβλήθησαν δε του κράτους υπό του Μανουήλ διά δυσχερών αγώνων, των συγκροτηθέντων ιδίως περί την Κέρκυραν, ήν ανεκτήσατο αύθις ο γενναίος βασιλεύς. Δεν περιωρίσθη δε ο Μανουήλ απλώς εις απόκρουσιν των πολεμίων, αλλά και επιθετικός γενόμενος ικανάς αφήρεσε πόλεις και φρούρια εν Ιταλία από του κράτους των Νορμανδών, άτινα απολέσας μετά νέας αποτυχίας πολεμικάς συνωμολόγησεν επί τέλους ειρήνην προς τον εν τω μεταξύ διαδεξάμενον τον πατέρα αυτού ηγεμόνα των Νορμανδών Γουλιέλμον Α' (1155 ή 1158). Ο Μανουήλ εταπείνωσε προς τούτοις τον αρνούμενον εις αυτόν υποταγήν Φράγκον δούκα της Αντιοχείας Ρενάλδον και κατέστησεν αυτόν ευπειθέστατον υποτελή.

Αλλ' οι πλείστοι και επιτυχέστατοι των πολέμων του Μανουήλ εγένοντο εναντίον των εν Μικρά Ασία Σελτζούκων Τούρκων, όντων νυν διηρημένων εις πολλά μικρά κράτη, και πολλάς αξιολόγους ανεκτήσατο εν Μικρά Ασία χώρας, κατεσκεύασε δε ενταύθα χάριν των πολέμων και στρατιωτικήν οδόν αξιόλογον, παραβαλλομένην προς τα μέγιστα των τοιούτων αρχαίων δημοσίων έργων των Ρωμαίων.

Εν μέσω δε των ατελευτήτων τούτων πολέμων περιεσπάτο ο Μανουήλ και υπό των εκ δυσμών, ιδίως από Γαλλίας και Γερμανίας, σταυροφόρων. Οι ηγεμόνες της δευτέρας σταυροφορίας Λουδοβίκος Β' της Γαλλίας και Κορράδος Γ' της Γερμανίας, κατά το 1149 διερχόμενοι δι' Ελληνικών χωρών, περιήλθαν εις εχθρικάς σχέσεις προς τους Έλληνας και πολλάς παρεσκεύασαν δυσχερείας εις τον Μανουήλ, αλλά ταύτας υπερενίκησεν ο Μανουήλ διά τε της τόλμης και της φρονήσεως αυτού. Επί τέλους όμως αποφασίσας να ταπεινώση εντελώς το εν Μικρά Ασία Σελτζουκικόν κράτος, επεχείρησε στρατείαν μεγάλην (1174), ήτις μετά τας πρώτας επιτυχίας απέληξεν (1176) εις μεγάλην ήτταν και την απώλειαν πολλών διά των προηγουμένων πολέμων του Μανουήλ ανακτηθεισών χωρών. Αλλά και μετά τας ατυχίας ταύτας εξηκολούθησεν ο Μανουήλ τον κατά Τούρκων πόλεμον, περιορίζων τας επιδρομάς αυτών, εωσού ο κατά το 1180 επελθών θάνατος του βασιλέως έθηκε τέρμα εις τον πόλεμον τούτον.

4. Αλέξιος Β' και Ανδρόνικος Α'.

Ο Μανουήλ Α' κατέλιπε τον θρόνον εις τον δευτερότοκον υιόν αυτού Αλέξιον διατελούντα υπό την κηδεμονίαν της Γαλλίδος μητρός αυτού Μαρίας, δευτέρας συζύγου του Μανουήλ (η πρώτη ήτο Γερμανίς γυναικαδέλφη του αυτοκράτορος Κορράδου Γ') θυγατρός του δουκός της Aντιοχείας Ραιμούνδου. Η κυβέρνησις της Μαρίας ως Γαλλίδος και καθολικής και περιστοιχιζομένης υπό πλήθους Γάλλων, και τα διαδιδόμενα περί του ηθικού μέρους του ιδιωτικού βίου αυτής ήγειραν δυσαρεσκείας μεγάλας εν τω λαώ της Κωνσταντινουπόλεως. Ταύτας δε επωφελήθη ανήρ τις εκ του οίκου του βασιλικού πολυτροπώτατος και κακοτροπώτατος, Ανδρόνικος ο Κομνηνός, εγγονός του Αλεξίου Α' (εκ του δευτέρου υιού αυτού Ισαακίου), ανεψιός του Ιωάννου Α' και εξάδελφος του Μανουήλ Α'. Ο Ανδρόνικος ήτο το τερατώδες μίγμα αρετών επιπλάστων και πονηρίας και μοχθηρίας μεγάλης, ακολαστότατον διάγων βίον, έχων μεν το εξωτερικώς και κατ' επιφάνειαν επαγωγόν και αξιαγάπητον του ήθους και σωματικόν κάλλος και παραβαλλόμενος υπό τινων προς τον Αλκιβιάδην, αλλά των μεν αρετών τούτου ουδαμώς ή κατ' επιφάνειαν μετέχων, των δε κακιών αυτού το ανυπέρβλητον μέγεθος εν τω βίω αυτού εικονίζων, τύπος ων καθόλου χαρακτήρος φαύλου και κιβδηλοτάτου και ανθρώπου ουδέν έχοντος όσιον και ιερόν και ουδεμίαν αρχήν ηθικήν. Μετά πολλάς περιπετείας του βίου και πλάνας, εν αίς πολλά έπραξε και εκακούργησε, πολλά δ' έπαθε, και μετά επιβουλάς γενομένας υπ' αυτού εναντίον αυτού του Μανουήλ, ο πολύτροπος ανήρ τυχών συγγνώμης είχε διορισθή διοικητής της εν Πόντω Οινόης και διέμενεν εκεί καθ' όν χρόνον ετελεύτησεν ο Μανουήλ. Ο Ανδρόνικος μαθών νυν την παρά τω πλήθει της Κωνσταντινουπόλεως επικρατούσαν κατά της Μαρίας δυσαρέσκειαν έσπευσεν εκ του Πόντου και ως πατήρ υπό του λαού της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος δεκτός κατέλαβε την αρχήν ως κηδεμών και επίτροπος του Αλεξίου και δεινότατον ήγειρε κατά των Λατίνων διωγμόν. Μετ' ολίγον εφόνευσε την Μαρίαν και αυτόν τον Αλέξιον και κατέλαβε την υπερτάτην αρχήν, λαβών βία ως γυναίκα και την του Αλεξίου νεαράν σύζυγον Αγνήν, την θυγατέρα του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ'. Ως βασιλεύς εκυβέρνησεν ο Ανδρόνικος (1183-1185) φαυλότατα καταδιώκων απηνώς πάντα άνθρωπον, όν εθεώρει ως έχοντα αξίαν τινά, όμοιος κατά τούτο προς τον Ιουστινιανόν Β' τον Ρινότμητον, επιδιώκων δε δημοτικότητα δι' αισχράς δημαγωγίας και προστατεύων τα γράμματα και την παίδευσιν. Επί του τυράννου τούτου το κράτος έπαθε δεινήν συμφοράν. Όσοι των Λατίνων Κωνσταντινουπόλεως κατώρθωσαν να διαφύγωσι τας ενταύθα κατ' αυτών διαταχθείσας υπό του Ανδρονίκου και υπό του όχλου τελουμένας σφαγάς, συγκροτήσαντες στόλον δεινώς ελυμαίνοντο τας κατά την Προποντίδα και το Αιγαίον Ελληνικάς παραλίας, στίφη δε Νορμανδών πολυπληθή ορμήσαντα αύθις από Ιταλίας εις την Ήπειρον και καταλαβόντα αμαχητί το Δυρράχιον διηυθύνθησαν διά Μακεδονίας εις την Θεσσαλονίκην, καθ' όν χρόνον και στόλος 200 πλοίων κατελάμβανε τας Ιονίους νήσους και είτα έπλεεν εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης (1185). Η πόλις αύτη εκυριεύθη εξ εφόδου μετά ολιγοήμερον πολιορκίαν και έπαθε τα πάνδεινα υπό των καταλαβόντων αυτήν Λατίνων· φόνοι, αιχμαλωσίαι, αρπαγαί, λεηλασίαι και παντός είδους συμφοραί επλήρωσαν την μεγάλην ταύτην δευτέραν του κράτους πόλιν, όπως προ 300 περίπου ετών, ότε εκυριεύθη υπό του αρνησιθρήσκου αρχηγού των Σαρακηνών πειρατών Λέοντος του Τριπολίτου (σ. 198). Τότε δε συλληφθείς εκακώθη δεινώς υπό των Φράγκων και ο περίφημος αρχιεπίσκοπος ων τότε Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, ο σοφός σχολιαστής του Ομήρου, όστις μετά πολλά παθήματα κάμψας διά της αγαθότητος αυτού και αυτούς τους βαρβάρους κατακτητάς αποκατέστη αύθις εις τον θρόνον αυτού.

Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψιν της Θεσσαλονίκης εκινήθησαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως κατά γην και κατά θάλασσαν επερχόμενοι κατ' αυτής. Αλλ' εν τω μεταξύ επανάστασις εκραγείσα ενταύθα κατά του Ανδρονίκου επήνεγκε την πτώσιν και τον οίκτιστον [168] υπό του επαναστάντος λαού τελεσθέντα φόνον αυτού. Εις τον θρόνον ανήλθεν ο εκ του συγγενούς προς τους Κομνηνούς οίκου των Αγγέλων Ισαάκιος ο Άγγελος. Ούτος επωφελούμενος την εν τω λαώ και τω στρατώ εκ της πτώσεως του Ανδρονίκου επελθούσαν ηθικήν έξαρσιν κατενίκησε τους Νορμανδούς διά του γενναίου στρατηγού Βρανά κατά γην και κατά θάλασσαν και ηνάγκασεν αυτούς να αποχωρήσωσι πασών των υπ' αυτών καταληφθεισών Ελληνικών χωρών πλήν τινων Ιονίων νήσων.

Και ούτω μεν ο τω 1185 απειλήσας την ύπαρξιν του κράτους κίνδυνος απεσοβήθη. Αλλ' ο κίνδυνος ούτος ενέσκηψεν αύθις από Φράγκων μετά 18 έτη επενεγκών την κατάλυσιν του Κράτους. Επειδή δε το γεγονός τούτο συνδέεται μετά της λεγομένης Τετάρτης ή Λατινικής Σταυροφορίας, ανάγκη, πριν προχωρήσωμεν περαιτέρω, να διαλάβωμεν ενταύθα διά βραχέων περί των Σταυροφοριών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'

ΑΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΙ

1. Πρώτη Σταυροφορία.

Σταυροφορίαι εν τη ιστορία εκλήθησαν, καθά είδομεν, στρατείαι γενόμεναι προς ελευθέρωσιν των αγίων τόπων εκ των Μωαμεθανών. Ως και αλλαχού είπομεν, ανέκαθεν εν τη Δύσει εθεωρείτο ευσεβεστάτη πράξις θρησκευτική η εις Παλαιστίνην χάριν προσκυνήσεως των Αγίων Τόπων αποδημία. Και ενόσω μεν της Παλαιστίνης ήρχον οι Ουμμεϊάδαι και μετ' αυτούς οι Αββασίδαι χαλίφαι, δεν παρενεβάλλοντο πολλά κωλύματα εις τους από Δύσεως προσκυνητάς. Αλλ' αφ' ού χρόνου οι Φατιμίδαι χαλίφαι της Αιγύπτου κατέλαβον την Παλαιστίνην (από των αρχών του 11 αιώνος), ιδίως επί του Φατιμίδου χαλίφου Χακήμ (996-1021), σφοδρός εγένετο καταδιωγμός των χριστιανών· ο ναός της Αναστάσεως κατηδαφίσθη τότε, εκτίσθη δε ύστερον τω 1055 υπό του αυτοκράτορος του Ελληνικού κράτους δι' ιδιαιτέρας προς τον Φατιμίδην χαλίφην Μουστασίρ συνθήκης. Και αφ' ού δε περί το τέλος του 11 μ. Χ. αιώνος οι Σελτζούκοι Τούρκοι επί του σουλτάνου Μαλέκ-σαχ αφήρεσαν την Παλαιστίνην από των Φατιμιδών, εξηκολούθησαν οι κατά της χριστιανικής πίστεως εν τοις Αγίοις τόποις διωγμοί. Τούτους δε βλέποντες οι εκ Δύσεως προσκυνηταί μετά την εις Ευρώπην επάνοδον περιέγραφον τα γινόμενα κατά τρόπον εξεγείροντα την ιεράν αγανάκτησιν των χριστιανών. Εντεύθεν παρά πολλοίς των χριστιανικών λαών και ηγεμόνων της Δύσεως παρήχθη η ιδέα μεγάλης υπέρ των Αγίων Τόπων προς την Ανατολήν στρατείας. Οι πάπαι ασμένως υπέθαλπον την ιδέαν ταύτην, βλέποντες εν τη πραγματώσει αυτής την εις Ανατολήν επέκτασιν της ιδίας αυτών δυνάμεως και ροπής. Ότε δε τω έτει 1093-1094 μοναχός τις ερημίτης από Νορμανδίας (εξ Αμβιανού) της Γαλλίας καταγόμενος Πέτρος ή Κουκούπετρος, εν Παλαιστίνη γενόμενος, είδε τους ενταύθα εναντίον των χριστιανών και της Εκκλησίας αυτών διωγμούς, επιστρέψας εις την Ευρώπην εξέθηκε πάντα όσα είδε τω πάπα Ουρβανώ Β'. Ούτος δε προθύμως επελάβετο της ευκαιρίας ίνα διά του Πέτρου και δι' άλλων μοναχών και ιερέων και επισκόπων κηρύξη εν τοις Ευρωπαϊκοίς λαοίς μέγαν ιερόν πόλεμον υπέρ των τόπων, «ένθα έστησαν οι πόδες του Κυρίου». Το κήρυγμα επέτυχε λαμπρώς, και το επόμενον έτος 1095 συνεκροτήθη εν Κλερμών της Γαλλίας μεγάλη Εκκλησιαστική Συνέλευσις, εις ήν παρέστησαν χιλιάδες κληρικών και λαϊκών, αυτός δε ο πάπας ελθών τότε εις Κλερμών, αφού ετέλεσε μεγαλοπρεπή εκκλησιαστικήν τελετήν, ελάλησεν εις το μέγα πλήθος, ως ο Μωυσής, ανελθών εις το όρος, και ενέπνευσεν άρρητον τοις πάσιν ενθουσιασμόν και κοινή εγένετο νυν απόφασις περί ιερού πολέμου. Εντεύθεν ευθύς πολυπληθή στίφη υπό την αρχηγίαν διαφόρων μοναχών, και αυτού του Κουκουπέτρου, ή ιπποτών εξεχύθησαν εις τας ανατολικάς χώρας της Ευρώπης, μεταβαίνοντα εις την Παλαιστίνην. Αλλά τα πρώτα ταύτα άτακτα στίφη, παρεκτραπέντα εις πολλάς καθ' οδόν αταξίας, κατεστράφησαν άλλα μεν εν Ουγγαρία και εν Βουλγαρία υπό των κατοίκων των χωρών τούτων, άλλα δε (τα υπό τον Πέτρον), αφού διήλθον τας εν Ευρώπη Ελληνικάς επαρχίας και διεπεραιώθησαν τον Βόσπορον, εξωλοθρεύθησαν υπό του ξίφους των Σελτζούκων της Νικαίας. Το επόμενον έτος εξεκίνησαν εξ Ευρώπης τα κύρια σταυροφορικά στρατεύματα των ηγεμόνων και των ιπποτών, συγκείμενα το πλείστον εκ Γάλλων και Νορμανδών (της Γαλλίας και της Κάτω Ιταλίας). Ως σύμβολον οι στρατευόμενοι νυν υπέρ του Χριστού έφερον επί του δεξιού ώμου ερυθράν εικόνα του σταυρού, όθεν εκλήθησαν και σταυροφόροι. Οι ονομαστότατοι των αρχηγών της πρώτης ταύτης στρατείας ήσαν ο Λοθαρίγγιος Γοδεφρείδος ο Βουιλλώνος, ο Νέστωρ κληθείς της στρατείας (ένεκα της ηλικίας, της ανδρείας, της ευσεβείας και της πολιάς φρονήσεως), μετά των αδελφών αυτού Βαλδουίνου και Ευσταθίου, Ροβέρτος ο δουξ της εν Γαλλία Νορμανδίας, υιός του Γουλιέλμου του Κατακτητού (σελ. 154), Ροβέρτος ο κόμης Φλανδρίας, αδελφός του βασιλέως της Γαλλίας Φιλίππου Α', Ραϊμούνδος ο κόμης Τολώσης, ο γνωστός ημίν εκ της Βυζαντινής ιστορίας Βοημούνδος ο υιός του Ροβέρτου Γυσκώρδου (σελ. 230) ως αρχηγός των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας και ο τούτου αδελφιδούς [169] Ταγκρέδος, ο Αχιλλεύς κληθείς της Σταυροφορίας ένεκα της ανδρείας αυτού, και ο επίσκοπος Αδείμαρος (έχων ως επισκοπήν την παρά τα Πυρηναία κειμένην Γαλλικήν πόλιν Puy), ο και πρώτος εκ των ηγεμόνων άρξας της στρατείας. Ούτος ως επίτροπος του Πάπα εθεωρείτο τιμητικώς αρχιστράτηγος· πράγματι δ' όμως ουδεμία υφίστατο αρχιστρατηγία. Ούτοι πάντες μετά των μαχητών αυτών εκ διαφόρων τόπων διά διαφόρων οδών διηυθύνθησαν εις Κωνσταντινούπολιν ως τόπον συνενώσεως. Ενταύθα δε, αφού υπεχρεώθησαν να δώσωσιν όρκον φεουδαλικής πίστεως εις τον Αλέξιον Α' (ωρκίσθησαν δηλονότι ότι των χωρών, άς έμελλον να κυριεύσωσιν από των Μωαμεθανών εν Ασία, ως ανηκουσών πρότερον εις το Ελληνικόν κράτος, υπέρτατον κυρίαρχον έμελλον να θεωρώσι τον Έλληνα αυτοκράτορα, αυτοί κυβερνώντες αυτάς ως φεουδαλικοί υποτελείς άρχοντες), διεπεραιώθησαν επί Ελληνικών πλοίων, ανερχόμενοι εις 400 περίπου χιλιάδας μαχητών, εις την Ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου, και μετ' ολίγον επολιόρκησαν την πρωτεύουσαν του εν Μικρά Ασία Σελτζουκικού κράτους Νίκαιαν. Προχωρησάσης δε της πολιορκίας ο σουλτάνος του κράτους τούτου Κιλίτζ-αρσλάν Α' (υιός του Σουλεϊμάν, ίδε σελ. 226) παρέδωκε ταύτην ουχί εις τους Σταυροφόρους, αλλ' εις τον παρακολουθούντα μετά στρατού τους Σταυροφόρους αυτοκράτορα Αλέξιον (170). Τούτο δυσηρέστησε τοις αρχηγοίς των Σταυροφόρων, αλλ' ο Αλέξιος κατώρθωσε να εξευμενίση αυτούς δια δώρων. Οι δε Σταυροφόροι διέσχισαν νυν την Μικράν Ασίαν καθ' όλον το μήκος από της βορειοδυτικής άκρας προς την νοτιανατολικήν, πολλάς συγκροτούντες μάχας νικηφόρους προς τον Κιλίτζ-αρσλάν, αλλ' αποδεκατιζόμενοι και αυτοί. Εισελάσαντες δε (1087) εις την βόρειον Συρίαν κατέλαβον την Αντιόχειαν και εντεύθεν πορευόμενοι διά της παραλίας το πλείστον, εν μέσω πολλών ταλαιπωριών αφίκοντο (1098) εις την αγίαν πόλιν, την προ μικρού ανακτηθείσαν υπό του Φατιμίδου χαλίφου της Αιγύπτου, ήν και κατέλαβον εξ εφόδου και διέπραξαν δεινήν σφαγήν των Μωαμεθανών κατοίκων. Ίδρυσαν δε τότε και κράτος Χριστιανικόν καλέσαντες αυτό βασίλειον της Ιερουσαλήμ και βασιλέα εξέλεξαν τον Γοδεφρείδον Βουιλλώνος διανείμαντες εν εαυτοίς οι αρχηγοί τας κυριευθείσας χώρας ως φέουδα του βασιλείου. Το βασίλειον της Ιερουσαλήμ ιδρυθέν εν μέσω του μωαμεθανικού κόσμου και διατελούν εις πολέμους διηνεκείς προς τους μωαμεθανούς ηγεμόνας της Αιγύπτου και της Συρίας, διετηρήθη επί 100 περίπου έτη διά της διηνεκούς στρατιωτικής υπηρεσίας αυτών τούτων των εν Παλαιστίνη και Συρία Σταυροφόρων, και διά των εξ Ευρώπης διηνεκώς συρρεόντων νέων Σταυροφόρων, προ πάντων δε διά των εν Ιερουσαλήμ συγκροτηθέντων τότε μοναχικών ιπποτικών ταγμάτων των ενούντων τον βίον του Χριστιανού μοναχού προς τον του Χριστιανού ιππότου και μαχητού (σελ. 168). Τοιαύτα τάγματα μοναχικά συνεστάθησαν το των Ιωαννιτών (κληθέντων ούτως από του προστάτου του τάγματος αγίου Ιωάννου Προδρόμου) και το των Ναϊτών (κληθέντων ούτως εκ της κατοικίας αυτών, ούσης εγγύς του τόπου, ένθα ην το πάλαι ο ναός του Σολομώντος.

Αλλά ταύτα πάντα δεν ήρκουν ούτε εις την διατήρησιν του βασιλείου της Ιερουσαλήμ ούτε εις την καθόλου προστασίαν του Χριστιανισμού εν Συρία και Παλαιστίνη. Και διά τούτο εγένοντο και άλλαι νέαι μεγάλαι σταυροφορίαι.