WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 136: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

ΓΕΝΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

1. Τα Σελτζουκικά κράτη της Περσίας,
Μικράς Ασίας και Συρίας.

{256} Είδομεν (σελ. 226) ότι το μέγα Σελτζουκικόν κράτος, το ιδρυθέν υπό των μεγάλων Σελτζούκων σουλτάνων Τογρούλ βέη, Αλπ-αρσλάν και επί του Μαλέκ-σαχ εκταθέν από των ορίων της Σινικής μέχρι της Προποντίδος και του Αιγαίου πελάγους, επί του αυτού ηγεμόνος διηρέθη εις τρία τμήματα· εις το κύριον Σελτζουκικόν κράτος της Περσίας, εις τα εν Συρία και Μεσοποταμία πολλά φεουδαλικά μωαμεθανικά κράτη και εις το Σελτζουκικόν κράτος της Μικράς Ασίας. Εκ τούτων τα μεν εν Συρία μικρά Σελτζουκικά κράτη κατελύθησαν τα μεν υπό των Σταυροφόρων (ως το της Αντιοχείας), τα δε ύστερον υπό των Εγιουβιδών και των Μαμελούκων σουλτάνων της Αιγύπτου, των εκτεινάντων την αρχήν αυτών από της Αιγύπτου επί την Συρίαν και την Μεσοποταμίαν. Το δε εν Μικρά Ασία Σελτζουκικόν κράτος, το έχον πρωτεύουσαν εν αρχή την Νίκαιαν, εξασθενήσαν είτα υπό των Σταυροφόρων Φράγκων και υπό του Ελληνικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως και απολέσαν την Νίκαιαν και πολλάς δυτικάς της Μικράς Ασίας χώρας περιελθούσας εις το Ελληνικόν κράτος (σημ. 170), περιωρίσθη εις τα ενδότερα της Μικράς Ασίας έχον πρωτεύουσαν το Ικόνιον και διά τούτο και κράτος Ικονίου καλούμενον και διατηρούμενον έτι επί του Μιχαήλ Η'. Το δε κύριον Σελτζουκικόν κράτος μετά τον Μαλέκ σαχ ήρξατο εξασθενούν και επί τέλους κατελύθη υπό νέου κράτους εν Περσία ιδρυθέντος του κράτους του καλουμένου Χοβαρεσμιακού.

2. Χοβαρέσμιοι και Μογγόλοι.
Δζεγγίς-χαν.

Το Χοβαρεσμιακόν κράτος, κληθέν ούτως από της εν τη Μέση Ασία κοιτίδος αυτού Χοβαρεσμίας (της νυν Χίβας), παρήχθη από μιας επαρχίας του μεγάλου Σελτζουκικού κράτους της Περσίας. Οι ηγεμόνες της επαρχίας ταύτης αποστάντες (περί τα μέσα του 12 μ. Χ. αιώνος) από των Σελτζούκων σουλτάνων της Περσίας ου μόνον ησφάλισαν την ανεξαρτησίαν αυτών, αλλά και επί τέλους κατέλυσαν το κράτος (περί τα τέλη του 12 αιώνος), ού ήσαν εν αρχή απλώς έπαρχοι, είτα δε υποτελείς ηγεμόνες (175). Εκτείναντες δε είτα το κράτος αυτών προς ανατολάς εις τας Τουρκικάς και Ταταρικάς χώρας ήλθον εις σύγκρουσιν προς τους Μογγόλους, οίτινες κατά τους χρόνους τούτους είχον ιδρύσει κράτος περιλαμβάνον πάσας τας Μογγολικάς χώρας και μέγα μέρος της βορείου Κίνας. Ιδρυτής του μεγάλου τούτου Μογγολικού κράτους ήτο ο μογγόλος φύλαρχος Τεμουτσίν (γεννηθείς τω 1163), όστις, αφού ήνωσεν υπό το κράτος αυτού πάσας τας ανά τας ευρυτάτας χώρας της Ανατολικής Ασίας Μογγολικάς φυλάς, εν γενική των φυλαρχών συνόδω εκηρύχθη Δζεγγίς-χαν, ήτοι μέγιστος ή υπέρτατος Χαν, ως ερμηνεύουσι συνήθως το όνομα. Τότε ο Τεμουτσίν, ως άλλος Αττίλας, θεωρών εαυτόν προωρισμένον άρχοντα του κόσμου, και ως τοιούτος υπό των περί αυτόν πιστευόμενος, επεχείρησε πολέμους μεγάλους προς πάσαν διεύθυνσιν. Και αφού εταπείνωσε το βόρειον Σινικόν κράτος (η Κίνα ήτο διηρημένη τότε εις βόρειον και νότιον κράτος), εστράφη προς δυσμάς εναντίον του Χοβαρεσμιακού κράτους· αφού δε κατενίκησε τους μεγάλους ηγεμόνας του κράτους τούτου, τον Μωάμεθ Γ' και μετά τούτον τον γενναιότατον υιόν αυτού Δζελαλεδδίν Μακβερνή, κατέστη κύριος πασών των τότε ευδαιμόνων χωρών της Μέσης Ασίας, πανταχού φέρων την καταστροφήν και την ερήμωσιν, εκπορθών πόλεις οχυράς ο βάρβαρος ούτος και ειδωλολάτρης Χάνος, τη βοηθεία Σινών μηχανικών, ούς ήγε μεθ' εαυτού. Και ο μεν φοβερός Δζεγγίς-χαν ετελεύτησε τω 1227 εν τω μέσω των μεγάλων αυτού περί νέων πολέμων βουλευμάτων και ενεργειών, καταλιπών εις τους διαδόχους αυτού κράτος εκτεινόμενον από της Μαντζουρίας μέχρι της Κασπίας θαλάσσης και της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας. Οι δε υιοί και διάδοχοι αυτού υπό την υπερτάτην αρχήν του κατ' εκλογήν εκ του οίκου εκλεγομένου υπερτάτου Χάνου εξηκολούθησαν τας κατακτήσεις αυτών εν Ασία και εν Ευρώπη. Και εν Ασία μεν άπασα η Σινική (το τε βόρειον δηλονότι και το νότιον Σινικόν κράτος) κατελήφθη υπό των Μογγόλων ωσαύτως δε και η Κορέα, το Τογκίνον, η Κοχιγκίνα, μέρος της Ινδικής και το Θιβέτ και πάσα η Σιβηρία μέχρι της βορείου Παγωμένης θαλάσσης, εν όλω υπέρ τα 8/10 της όλης Ασιατικής ηπείρου. Εν Ευρώπη δε οι Μογγόλοι καθυπέταξαν πάσαν την νυν Ευρωπαϊκήν Ρωσίαν από των Ουραλίων και του Ευξείνου μέχρι της Βαλτικής θαλάσσης· έτι δε την Πολωνίαν και το ανατολικόν μέρος της νυν Πρωσίας. Ουγγαρία, Σερβία, Βουλγαρία (176) ησθάνθησαν τα δεινά της Μογγολικής επιδρομής, της εμποιούσης τότε τρόμον και φρίκην εις άπασαν την Ευρώπην. Υπέρ το εν τέταρτον της νυν γνωστής γης υπετάγη εις τους Μογγόλους. Ο πάπας Ιννοκέντιος Δ' ηθικώς, ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Β' (σελ. 240) και οι ιππόται του Τευτονικού τάγματος διά των όπλων ηγωνίσθησαν προς περιορισμόν του Μογγολικού κατακλυσμού και σωτηρίαν της λοιπής Ευρώπης. Ο νέος ούτος βαρβαρικός κατακλυσμός δεν ήψατο απ' ευθείας του Ελληνικού κράτους ούτ' εν Ευρώπη ούτ' εν Ασία. Αλλ' οι εν Μικρά Ασία γειτονεύοντες τω Ελληνικώ κράτει Σελτζούκοι ηγεμόνες ανεγνώρισαν την αρχήν των Μογγόλων Χάνων. Μόνοι εκ των μωαμεθανών οι Μαμελούκοι σουλτάνοι της Αιγύπτου υπερήσπισαν τελεσφόρως την ελευθερίαν αυτών. Εις την Αίγυπτον δε κατέφυγε τότε και η υπό των ειδωλολατρών Μογγόλων εκδιωχθείσα του Βαγδατίου Χαλιφεία, αφού η ιερά αύτη πρωτεύουσα του μωαμεθανικού κόσμου και έδρα των Χαλιφών κατελήφθη τω 1258 υπό των ειδωλολατρών Μογγόλων, φονευσάντων τον τότε Χαλίφην και καταλυσάντων το κράτος της εν Βαγδατίω Χαλιφείας (177).

{259} Αλλά μετά την τεραστίαν αύξησιν, ήν μετά τον θάνατον του Δζεγγίς-χαν έλαβε το Μογγολικόν κράτος, ήτο βεβαίως αδύνατον να διατηρηθή η ενότης αυτού· εκ δε της προ του τέλους ήδη του 13 αιώνος επελθούσης διαλύσεως αυτού προέκυψαν πολλά ιδιαίτερα κράτη, ών τα ονόματα είναι· α') το προς ανατολάς της Κασπίας εν ταις Τουρκικαίς και Ταταρικαίς χώραις εκτεινόμενον κράτος Τσαγατάι (το λαβόν το όνομα έκ τινος των υιών του Δζεγγίς-χαν καλουμένου Τσαγατάι)· β') το Ιράν, το συγκείμενον κυρίως εκ των Ιρανικών ή Περσικών χωρών της Μέσης Ασίας, περιλαμβάνον δε και μέρος της Συρίας και το υπό Μογγόλων αφαιρεθέν από του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου μέρος της Μικράς Ασίας· γ') το Τουράν, συγκείμενον το πλείστον εκ χωρών Σιβηρικών· δ') το κράτος Κιπτσάκ το εκτεινόμενον από Κασπίας μέχρι Ευξείνου και Βαλτικής και άρχον της δυτικής Συρίας και της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας· ε') το μέγα Σινικόν μογγολικόν κράτος.

Η εν τη ιστορία εμφάνισις των ειδωλολατρών Μογγόλων και αι υπ' αυτών γενόμεναι επιδρομαί και τεράστιαι κατακτήσεις ηπείλησαν περισσότερον τον μωαμεθανικόν κόσμον ή τον χριστιανικόν. Οι Μογγόλοι κατέλυσαν το κράτος της Χαλιφείας των Αββασιδών το έχον κέντρον το Βαγδάτιον, οι αυτοί δε κατέλυσαν και τα πλείστα των μωαμεθανικών κρατών της Ασίας· εφάνη δε επί μίαν στιγμήν κατά τον 13 μ. Χ. αιώνα ότι διά των ειδωλολατρών Μογγόλων έμελλε να καταπέση διά παντός το κράτος του Ισλάμ. Και ο μεν κίνδυνος ούτος απετράπη εγκαίρως· διότι τα εκ της διαλύσεως του μεγάλου Μογγολικού κράτους προκύψαντα ιδιαίτερα Μογγολικά κράτη τα μνημονευθέντα ανωτέρω μετέστησαν, πλην του Σινικού μογγολικού κράτους, προ του τέλους έτι του 13 αιώνος εις το Ισλάμ και έδοσαν νέαν απροσδόκητον ισχύν και δύναμιν εις αυτό. Αλλά και καθ' όν έτι χρόνον ο Ισλαμικός εν Ασία κόσμος εφαίνετο εκτιθέμενος εις κίνδυνον καταστροφής εκ μέρους των ειδωλολατρών Μογγόλων, και τότε έτι αφανώς και λεληθότως εν μέσω της μογγολικής θυέλλης ενεκυμονείτο κράτος μωαμεθανικόν, όπερ εξ αυτής ταύτης της μογγολικής θυέλλης αφανώς προελθόν εγένετο πυρήν νέου φοβερού παγκοσμίου Ισλαμικού κράτους και δη και Χαλιφικού, αποτελούντος μέχρι νυν το κέντρον του Ισλαμικού κόσμου και μεγίστην ασκήσαντος και ασκούντος έτι ροπήν επί τας τύχας του Ελληνισμού. Το κράτος τούτο ήν το Οθωμανικόν.

3. Αφανής αρχή του Οθωμανικού κράτους.

Καθ' όν χρόνον ο Δζεγγίς-χαν μετά των απειραρίθμων αυτού στιφών εισήλαυνε φοβερός και καταστρεπτικός εις τας χώρας του Χοβαρεσμιακού κράτους, φύλαρχός τις Τούρκος Σουλεϊμάν, εκ των πέραν του Ώξου Τουρκικών χωρών εις την Χοβαρεσμίαν μεταναστεύσας, υπηρέτει ως μισθοφόρος στρατιωτικός αρχηγός άρχων 50 χιλιάδων ψυχών της φυλής αυτού, ών το πλείστον ήσαν μαχηταί. Ούτος φεύγων νυν, εν μέσω της φοβεράς επιδρομής, προς δυσμάς επέπλευσεν ακινδύνως του μογγολικού κατακλυσμού του κατακλύσαντος την Μέσην Ασίαν και αφίκετο εις τας όχθας του Ευφράτου. Κατά την διάβασιν του ποταμού τούτου πνιγέντος του Σουλεϊμάν οι τέσσαρες υιοί αυτού διανείμαντες προς αλλήλους τα στίφη τα επόμενα τω πατρί αυτών απεχωρίσθησαν, άλλος άλλοθι ζητούντες μισθοφορικήν υπηρεσίαν παρά μωαμεθανοίς ηγεμόσιν. Είς δε τούτων ο καλούμενος Ερτογρούλ (=ανήρ ευθύς) μετά του λαχόντος εις αυτόν πλήθους, εν ώ υπήρχον εκατοντάδες τινές ιππέων μαχητών, ήλθεν εις την Μικράν Ασίαν και εισελθών εις την υπηρεσίαν του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου Αλαεδδίν Α' (σ. 256-257) έλαβε παρ' αυτού ως φέουδον ή τιμάριον μικράν τινα χώραν εν τοις ορίοις του Τουρκικου και του Ελληνικού κράτους εν τη αρχαία Βιθυνία, ου μακράν της Προύσης. Το μικρόν τούτο κράτος κατέστη ταχέως πυρήν στρατιωτικού κράτους, συρρεόντων εις αυτό εκ των πέριξ πολλών Τούρκων και Ελλήνων έτι πολεμιστών αρνησιθρήσκων των μεθορίων Ελληνικών φρουρίων ή σταθμών, προσελκυσμένων διά των προς τον υιόν του Ερτογρούλ φιλικών σχέσεων. Ταύτα εγένοντο βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, χωρίς το πράγμα να παράσχη τοις εν Κωνσταντινουπόλει ελαχίστην καν υπόνοιαν μέλλοντος κινδύνου και χωρίς καν ίσως να καταστή γνωστόν ως εκ της ασημότητος αυτού. Ο Ερτογρούλ ετελεύτησε τω 1289 βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του υιού και διαδόχου του Μιχαήλ Η' Ανδρονίκου Β'.

Ο τον Ερτογρούλ κληρονομήσας εν τη μικρά ηγεμονική κτήσει υιός αυτού Οσμάν (ή Οθωμάν, ή Ούθμανος, ως καλούσιν αυτόν οι Βυζαντινοί)· και αναγνωρισθείς επισήμως διά διπλώματος ως υποτελής άρχων υπό του σουλτάνου του Ικονίου Αλαεδδίν, ηύξησε το κράτος αυτού ταχέως, αφαιρών διά μικρών ληστρικών μαχών φρούρια και πολίχνας του Ελληνικού κράτους εν Βιθυνία ιδίως διά του εξ Ελλήνων καταγομένου Μιχαήλ (178). {261} Τέλος δε περί τας αρχάς του 14 αιώνος, αφού το Σελτζουκικόν κράτος του Ικονίου κατελύθη υπό των Μογγόλων της Περσίας και το ανατολικόν τμήμα της Μικράς Ασίας υπήχθη υπό το κράτος των Μογγόλων τούτων, αι δυτικαί μωαμεθανικαί χώραι της Μικράς Ασίας (αι εντεύθεν του Άλυος) αι υπαγόμεναι τέως εις το κράτος του Ικονίου, κατεστάθησαν νυν ιδιαίτερα ανεξάρτητα κράτη υπό τους διοικητάς, τους γενομένους νυν ηγεμόνας κληρονομικούς των χωρών, άς πρότερον διώκουν εν ονόματι του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου. Τα κράτη ταύτα έλαβον τα ονόματα αυτών εκ των ανδρών, οίτινες έτυχον όντες διοικηταί και νυν ανεξάρτητοι δυνάσται κατά τον χρόνον της καταλύσεως του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου (Καραμάν, Αϊδίν, Σαρουχάν). Είς των τοιούτων κληρονομικών δυναστών κατέστη νυν εν Βιθυνία ο Οσμάν άρχων του Οσμανικού ή Οθωμανικού απ' αυτού κληθέντος κράτους αυτού (179).

Ο Οσμάν, γενόμενος ελεύθερος δυνάστης και προσαγορευόμενος σουλτάνος (ή πιθανώτερον βέης (σημ. 163) ή Εμίρης) (180), έτι μάλλον εξέτεινε το μικρόν κράτος αυτού εν Βιθυνία, των εν Κωνσταντινουπόλει περισπωμένων υπό των εν Ευρώπη σπουδαιοτέρων αυτοίς δοκούντων πραγμάτων και ελαχίστην παρεχόντων προσοχήν εις τα εν Μικρά Ασία γενόμενα. Ούτω δε ο Οσμάν από επιτυχίας εις επιτυχίαν προβαίνων επολιόρκησεν επί τέλους την μεγάλην πρωτεύουσαν της Βιθυνίας Προύσαν, ήτις και κατελήφθη υπό των πολεμαρχών αυτού μικρόν προ του θανάτου αυτού (1326 μ. Χ.). Το γεγονός τούτο απεκάλυψεν εις τους Έλληνας πάσαν την δύναμιν του νέου εντός των ορίων σχεδόν του Ελληνικού κράτους αφανώς και λεληθότως ιδρυθέντος και αναδειχθέντος μωαμεθανικού κράτους και πάσαν την σοβαρότητα του εκ τούτου κινδύνου. Διό ανάγκη να μεταβώμεν εις την ιστορίαν των συγχρόνων του Οσμάν Ελλήνων αυτοκρατόρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ
ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΑΛΩΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

1. Οι αυτοκράτορες Ανδρόνικος Β'
(1282-1328) και Ανδρόνικος Γ' (1328-1342).

Τον Μιχαήλ Η' διεδέξατο ο υιός αυτού Ανδρόνικος Β', ανήρ λόγιος, φιλόσοφος και θεολόγος, αλλ' ήκιστα ικανός προς την κυβέρνησιν του κράτους εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό μεγάλων κινδύνων. Οι αυτοί κίνδυνοι, οίτινες περιεστοίχιζον το κράτος επί του Μιχαήλ Η', υφίσταντο έτι, πλην του αποτραπέντος ήδη από Ιταλίας κινδύνου. Οι Βούλγαροι ήρχον απάσης της βορείου Θράκης, και της Φιλιππουπόλεως αυτής, ο δε γνωστός ημίν Σέρβος βασιλεύς Στέφανος Β' ο Νεμανίδης (1282-1321) καταλαβών την Μακεδονίαν κατέστησε τα Σκόπια έδραν του κράτους αυτού, και το παραδοξότερον, γενόμενος γαμβρός επί θυγατρί του Ανδρονίκου Β' κατώρθωσεν ίνα η γενομένη αρπαγή χωρών ανηκουσών εις το Ελληνικόν κράτος αναγνωρισθή ως νόμιμος προικοδότησις της Παλαιολογίνης γυναικός αυτού. Αλλ' εκτός τούτων και των άλλων γνωστών Φράγκων πολεμίων του Ελληνικού κράτους, νυν επί του Ανδρονίκου Β' προσετέθησαν και άλλοι πολέμιοι εις αυτό. Οι Μογγόλοι οι κατασταθέντες παρά τον Προύθον (σελ. 259) εξέτεινον εκείθεν τας επιδρομάς αυτών μέχρι της Θράκης. Εν Μικρά Ασία, καθά είδομεν, διά της ιδρύσεως του Οθωμανικού κράτους εδημιουργείτο νέα πηγή φοβερών εις το κράτος κινδύνων. Ωσεί δε μη ήρκουν οι τοσούτοι πολέμιοι, και νέος προσετέθη από νότου ένεκα της ατασθαλίας του Ανδρονίκου Β'. {263} Οι γνωστοί ημίν ιππόται του Ιεροσολυμιτικού τάγματος του Αγίου Ιωάννου, αφού κατά τους χρόνους ακριβώς της βασιλείας του Ανδρονίκου Β' συνετελέσθη η υπό των Μαμελούκων κατάλυσις του χριστιανικού κράτους της Παλαιστίνης, φυγόντες από της Παλαιστίνης είχον εγκαταστή εν Κύπρω, τη μόνη υπολειφθείση εκ του χριστιανικού κράτους της Ιερουσαλήμ χριστιανική κτήσει (181), εζήτησαν δε να καταλάβωσι και την Ρόδον ίνα καταστήσωσιν αυτήν προπύργιον του Χριστιανισμού κατά των εν Μικρά Ασία Τούρκων.

Η Ρόδος κατείχετο τότε εν μέρει μεν υπό των Ελλήνων, εν μέρει δε υπό των εκ Μικράς Ασίας επιδραμόντων εις την νήσον Τούρκων (ουχί, εννοείται, των Οθωμανών). Οι δε ιππόται εζήτησαν διά της μεσιτείας του Πάπα να συνεννοηθώσι προς τον Ανδρόνικον Β' ίνα καταλάβωσιν ούτοι αντί χρημάτων πάσαν την νήσον ως φέουδον αυτοκρατορικόν, γινόμενοι υποτελείς του Ελληνικού κράτους. Η λύσις αύτη ήτο, ως είχον τα πράγματα, η μόνη κατά το ενόν σύμφορος εις το κράτος. Αλλ' ο Ανδρόνικος αντί πάσης απαντήσεως έπεμψε στόλον και στρατόν εις την νήσον. Οι Ιωαννίται υπό τον μέγαν μάγιστρον αυτών (ούτως εκαλείτο ο αρχηγός του τάγματος) Φάλκωνα Βιλλαρέτον ενίκησαν και τον στόλον και τον στρατόν τον Ελληνικόν και εκδιώξαντες εκ της νήσου και Έλληνας και Τούρκους κατέστησαν αυτήν έκτοτε (1310) κράτος εαυτών (διό εκλήθησαν και ιππόται της Ρόδου ή Ρόδιοι ιππόται), διατελέσαν τοιούτον μέχρι του 1522.

Εν μέσω της ούτως οικτράς εξωτερικής καταστάσεως των πραγμάτων και εσωτερικώς το κράτος κατετρύχετο υπό εμφυλίων ερίδων και πολέμων. Ο Ανδρόνικος Β', αφού κατέστησε συμβασιλέα αυτού τον έγγονον αυτού Ανδρόνικον Γ' (υιόν του προώρως τελευτήσαντος υιού αυτού Μιχαήλ) περιήλθεν εις έριδας προς τούτον. Εκ των ερίδων τούτων το κράτος διηρέθη εις δύο. Και εν μεν τη Κωνσταντινουπόλει ήρχεν ο Ανδρόνικος Β', εν δε τη Αδριανουπόλει ο Ανδρόνικος Γ'. Αι δύο κυβερνήσεις επολέμουν προς αλλήλας, έχουσα εκατέρα ως σύμμαχον εαυτής τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους, οίτινες αμφότεροι ειργάζοντο ούτω προς ίδιον όφελος. Οι Βούλγαροι μάλιστα ως σύμμαχοι του Ανδρονίκου Γ' ηπείλησαν και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Τέλος υπερισχύσαντος οριστικώς του Ανδρονίκου Γ' (1328), ο Ανδρόνικος Β' μετά τινων ετών ιδιωτικόν βίον απεχώρησεν εις μοναστήριον, ένθα ετελεύτησε τω 1332. Διαρκούντων των εμφυλίων τούτων πολέμων οι Οθωμανοί εν Ασία κατέλαβον, καθά είρηται, την Προύσαν και κατέστησαν αυτήν πρωτεύουσαν του κράτους αυτών, οπόθεν ορμώμενοι επί του υιού και διαδόχου του Οσμάν Ουρχάν ειργάζοντο επιτυχώς επί της μοναρχίας του Ανδρονίκου Γ' να καταλάβωσιν άπασαν την Βιθυνίαν, εκτείνοντες ήδη τας επιδρομάς αυτών μέχρι των όχθων του Βοσπόρου. Άπαξ τω 1330 εστράτευσεν ο Ανδρόνικος εις την Ασίαν, ίνα αναχαιτίση τας προόδους του νέου εν τοις προθύροις του κράτους ιδρυθέντος και ακαθέκτως προς την καρδίαν τούτου προχωρούντος μωαμεθανικού κράτους. Αλλ' η μάχη της Φιλοκρήνης έληξεν εις νίκην λαμπράν των Οθωμανών. Αι περίφημοι ιστορικαί πόλεις Νίκαια και Νικομήδεια κατ' ακολουθίαν της νίκης ταύτης και μετ' αυτών πάσα η Βιθυνία μέχρι του Βοσπόρου κατελήφθησαν υπό των Οθωμανών. Ο Ανδρόνικος ουδέν πλέον έπραξε προς σωτηρίαν του εν Ασία Ελληνισμού. Ετελεύτησε δε τω 1341.

2. Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος (1341-1391)
και Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός (1341-1354).

Ο Ανδρόνικος κατέλιπεν αποθνήσκων διάδοχον ανήλικον, καταστήσας επίτροπον αυτού διά διαθήκης τον φίλον αυτού Ιωάννην Καντακουζηνόν. Αλλά την επιτροπείαν ταύτην ήθελε να έχη και η φίλαρχος βασιλομήτωρ χήρα του Ανδρονίκου Γ' Άννα η Σαβοϊκή (εκ του δουκικού οίκου της Σαβοΐας καταγομένη), περί αυτήν δε συνήχθησαν πάντες οι αντιπολιτευόμενοι τω Καντακουζηνώ. Εντεύθεν προέκυψαν νέαι έριδες εσωτερικαί, επενεγκούσαι διαίρεσιν ομοίαν και χείρονα της επί Ανδρονίκου Β' και Ανδρονίκου Γ'. Ο Καντακουζηνός υποστηριζόμενος υπό του Κράλη της Σερβίας, όστις ην τότε ο μέγιστος και ονομαστότατος των Σέρβων βασιλέων Στέφανος Δουσσάν (1331-1355), εκήρυξεν εαυτόν αυτοκράτορα εν Διδυμοτείχω και ίδρυσεν ιδίαν κυβέρνησιν. Ούτω δε δύο αυτοκράτορες και δύο αυτοκρατορικαί αυλαί και κυβερνήσεις εκυβέρνων από Κωνσταντινουπόλεως (ένθα εκυβέρνων εν ονόματι του Ιωάννου του Παλαιολόγου οι περί την Άνναν την Σαβοϊκήν) και εν Διδυμοτείχω (ένθα εκυβέρνα ως αυτοκράτωρ ο Ιωάννης Καντακουζηνός) τα ελεεινά λείψανα του υπό Τούρκων, Φράγκων, Βουλγάρων και Σέρβων κατακερματιζομένου και υπό των περί τον Δανούβιον βαρβάρων (Κουμάνων, Πατσινάκων, Ούζων, Μογγόλων) δηουμένου Ελληνικού κράτους. Το δε χείριστον, αι δύο αύται κυβερνήσεις επολέμουν προς αλλήλας συμμαχούσαι μετά Σέρβων, Βουλγάρων και Τούρκων, προς όφελος πραγματικόν ουχί εαυτών, αλλά των συμμάχων αυτών.

Κατά τους χρόνους ακριβώς τούτους της διπλής κυβερνήσεως, ενώ οι Βούλγαροι κατείχον έτι το βόρειον μέρος της Θράκης, ο των Σέρβων Κράλης Στέφανος Δουσσάν επωφελούμενος τους εμφυλίους εν τω ελληνικώ κράτει πολέμους κατέλαβε πάσαν την Μακεδονίαν πλην της Θεσσαλονίκης, την Θεσσαλίαν, Αλβανίαν και την Ήπειρον και εστέφθη εν Σκοπίοις ως Τσάρος Σέρβων ομού και Ελλήνων. Αλλά και οι Οθωμανοί Τούρκοι της Μικράς Ασίας, αφού υπό τον ηγεμόνα αυτών Ουρχάν κατέλαβον πάσας τας εν Ασία Ελληνικάς κτήσεις (πλην της Σμύρνης και Φιλαδελφείας, αίτινες εχωρίζοντο από του Οθωμανικού κράτους της Βιθυνίας διά κτήσεων άλλων τουρκικών δυναστειών) (182), ετράπησαν επί την κατάκτησιν και των ευρωπαικών ελληνικών χωρών, προσκαλούμενοι ούτως ειπείν υπ' αυτών των Ελλήνων ηγεμόνων. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Κατακουζηνός πολεμών τω 1342 προς τους περί την Άνναν την Σαβοϊκήν εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτού τον Τούρκον ηγεμόνα του Αϊδινίου Αμούρβεγ τον άρχοντα των αρχαίων χωρών Ιωνίας, (Λυδίας και Καρίας), πέμψαντα αυτώ μεγάλην ναυτικήν και στρατιωτικήν δύναμιν. Αλλά τότε η Άννα εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτής αυτόν τον ηγεμόνα των Οσμάνων ή Οθωμανών Ουρχάν, σπεύσαντα και τούτον εις βοήθειαν των εν Κωνσταντινουπόλει μετά δυνάμεως πολλής. Μετ' ολίγον (1346) ο Ιωάννης, όπως εξουδετερώση πάσαν εκ μέρους του Ουρχάν προς την πολεμίαν αυτώ κυβέρνησιν βοήθειαν και συνδέση τον Οθωμανόν άρχοντα προς εαυτόν ως σύμμαχον, έπεμψεν εις τον γυναικωνίτην του γηραιού (το 58 της ηλικίας άγοντος έτος) σουλτάνου την δεκατριετή αυτού θυγατέρα Θεοδώραν.

Και εγένετο μεν κατά τον χρόνον τούτον συμβιβασμός τις μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων εν Κωνσταντινουπόλει, όν επεκύρωσεν, ούτως ειπείν, ο τότε επισκεψάμενος την Κωνσταντινούπολιν και εκ του σύνεγγυς ιδών και νοήσας τα κατά την αθλίαν κατάστασιν του Ελληνικού κράτους Ουρχάν· αλλά μετ' ολίγον νέαι έριδες νέον επήνεγκον εμφύλιον πόλεμον (135-1354), καθ' όν ο μεν Ιωάννης Παλαιολόγος εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτού τους Βενετούς, Σέρβους και Βουλγάρους, ο δε Καντακουζηνός την του λεγομένου γαμβρού αυτού Οθωμανού άρχοντος Ουρχάν. Ο Ουρχάν έπεμψεν ασμένως τον υιόν αυτού Σουλεϊμάν μετά δυνάμεως στρατιωτικής εις Θράκην. Ο Σουλεϊμάν διαπεραιωθείς εις τον Ελλήσποντον (1353) κατέλαβεν οχυράν θέσιν κατά την Θρακικήν τούτου όχθην εγγύς της Καλλιπόλεως (ή Καλλιουπόλεως), μετ' ολίγον δε και αυτήν την Καλλίπολιν (1354) (183), ουχί ίνα δω ταύτην τω Καντακουζηνώ, αλλ' ίνα καταστήση αυτήν βάσιν και ορμητήριον του εν Ευρώπη Οθωμανικού κράτους. Ούτω τω έτει 1353-1354 οι Οθωμανοί Τούρκοι έθετον πόδα στερρόν εις την Ευρώπην. Και ο μεν Καντακουζηνός αθυμήσας επί τοις γενομένοις απεχώρησεν εις μοναστήριον (1355), ένθα ετελεύτησε μετά μικρόν (1359), ο δε Ιωάννης Παλαιολόγος μετά τινας προς τον υιόν του Καντακουζηνού Ματθαίον έριδας έμεινε μόνος κύριος του Ελληνικού κράτους άρξας μέχρι του 1391.

Κατά την δευτέραν ταύτην περίοδον της αρχής ή μάλλον της μοναρχίας του Ιωάννου Παλαιολόγου μεγίστη σύγχυσις και χάος πολιτικόν επεκράτει ου μόνον εν τω ελληνικώ κράτει, αλλά και εν πάση τη ελληνική χερσονήσω. Έλληνες άρχοντες εν Κωνσταντινουπόλει και τη νοτίω Θράκη και μέρει τινί της Μακεδονίας, σποραδικώς δε και εν άλλαις τισί γωνίαις της χερσονήσου, Βούλγαροι άρχοντες εν τη βορείω Θράκη, Σέρβοι κατέχοντες μέγα μέρος της Μακεδονίας, την θεσσαλίαν, Αλβανίαν και Ήπειρον, Φράγκοι εν τη δυτική Ελλάδι (εν μέρει δε και εν Ηπείρω και εν Αλβανία) και εν τη Πελοποννήσω, Βενετοί εν τω Αιγαίω και οι νεήλυδες [184] Οθωμανοί της Θράκης, απετέλουν το περίεργον εθνογραφικόν και πολιτικόν μωσαϊκόν της κατά τους χρόνους τούτους ιστορίας της χερσονήσου ταύτης. Ουδέν των εν αυτή χριστιανικών κρατών εφαίνετο έχον την δύναμιν να ιδρύση μόνιμόν τι και στερρόν. Των Ελλήνων η δύναμις ήτο ότι κατείχον την Κωνσταντινούπολιν και την Θεσσαλονίκην, ήρξαντο δε θέτοντες αύθις πόδα στερρόν εις την Πελοπόννησον· και απετέλουν μεν ούτοι το πνευματικώς υπερέχον και αριθμητικώς ισχυρότερον στοιχείον, το στηρίζον τας αξιώσεις αυτού επί εθνικών και ιστορικών δικαίων, αλλά στρατιωτικώς ήσαν ασθενείς και πολιτικώς ασύντακτοι. Οι Σέρβοι εφάνησαν επί μίαν στιγμήν επί του Δουσσάν ως μέλλοντες να αντικαταστήσωσι το Ελληνικόν κράτος διά του Σερβικού, καταλαμβάνοντες την Κωνσταντινούπολιν, αλλά τα όνειρα ταύτα διελύθησαν ταχέως μετά τον θάνατον του Δουσσάν (1355) και διά του θανάτου αυτού. Οι Βούλγαροι ήσαν οι πάντοτε απλώς βάρβαροι επιδρομείς, κατέχοντες μεν βία χώρας τινάς ελληνικάς εντεύθεν του Αίμου, αλλ' ουδέν δυνάμενοι να ιδρύσωσι πολιτικώς, μόνιμον και διαρκές. Οι Βενετοί απετέλουν απλώς κράτος αποικιακόν εμπορικόν, οι δε λοιποί Φράγκοι μικρά φεουδαλικά κράτη διεσπαρμένα άνευ εσωτερικής συνοχής και ενότητος. Το μόνον στρατιωτικώς και πολιτικώς ζωτικόν στοιχείον το δυνάμενον διά της υλικής βίας να ιδρύση τι μόνιμον ήτο το έναγχος [185] τον πόδα εις την Ευρώπην θέσαν Τουρκικόν άμα δε και μωαμεθανικόν κράτος, το κράτος των Οσμανιδών ή Οθωμανών. Και περί τούτου ενταύθα ανάγκη να είπωμέν τινα εν συντόμω.

3. Το Οθωμανικόν κράτος επί των διαδόχων
του Οσμάν, Ουρχάν (1326-1389) και
Μουράτ (1361-1389).

Ο Οσμάν ετελεύτησε (1326) ευτυχήσας να μάθη ακόμη την υπό του στρατού αυτού κατάληψιν της Προύσης, ένθα ετάφη και ο νεκρός αυτού. Επί του υιού και διαδόχου αυτού Ουρχάν το Οθωμανικόν κράτος έλαβε νέαν δύναμιν ου μόνον εξωτερικήν, αλλά και εσωτερικήν. Η γένεσις και ανάπτυξις του Οθωμανικού κράτους είναι έν των θαυμασιωτάτων εν τη ιστορία γεγονότων. Το κράτος τούτο, ως είπομεν, συνέστη υπό ολίγων τινών εκατοντάδων πολεμιστών και όμως εντός βραχυτάτου χρόνου κατέλαβε σύμπασαν σχεδόν την τότε Ελληνικήν Ασίαν και μετ' ολίγον μεταβιβάσαν το κέντρον της δυνάμεως αυτού εξ Ασίας εις Ευρώπην καθυπέταξε πάντας τους εν τη Ελληνική χερσονήσω προς αλλήλους περί επικρατήσεως πολιτικής ερίζοντας λαούς, κατέστη δε φοβερόν εις Ευρώπην. Η αιτία της θαυμαστής ταύτης ταχείας αναπτύξεως της δυνάμεως των Οθωμανών εξηγείται πολλαχώς. Πρώτον το Οθωμανικόν κράτος εν αυτή τη γενέσει αυτού ήτο στρατιωτικόν, όπως η αρχαία Ρώμη, ιδρυθέν υπ' ανδρών πολεμιστών και ενισχυθέν, ως εκ του πολεμικού αυτού χαρακτήρος ευθύς εξ αρχής εκ των πέριξ συρρευσάντων πολεμιστών. {267} Ευθύς δε εξ αρχής διωργανώθη στρατιωτικώς στηριχθέν επί αριστοκρατίας τιμαριωτικής στρατιωτικής, καθ' ήν πας πολεμιστής γενναίος ανδραγαθήσας εν τω πολέμω ήτο και αριστοκρατικός τιμαριούχος και πας τιμαριούχος ήτο στρατιωτικός άρχων του τιμαρίου, υποχρέωσιν κυριωτάτην έχων να εξοπλίση πάντας τους δυναμένους να φέρωσιν όπλα κατοίκους του τιμαρίου (ή σαντζακίου) αυτού άνδρας. Ήσαν δε τα τιμάρια ταύτα ουχί όπως τα ευρωπαϊκά φέουδα μεγάλαι κτήσεις δυνάμεναι να εξασθενώσι την δύναμιν του κράτους, αλλά μικρά, ως τα Νορμανδικά της Αγγλίας (σελ. 154), προωρισμένα να δώσωσι τω κράτει διοργάνωσιν ασφαλή στρατιωτικήν. Είναι δε χαρακτηριστικόν ως προς τον στρατιωτικόν χαρακτήρα του κράτους και τούτο, ότι παν τιμάριον ή διοίκησις εκαλείτο σανδζάκι ήτοι σημαία, ως αποτελούν διαίρεσιν απλώς στρατιωτικήν του κράτους. Δεύτερον το Οθωμανικόν κράτος δεν ιδρύθη εν χώραις, ουχί μωαμεθανικαίς, αλλά χριστιανικαίς. Η κοιτίς αυτού υπήρξεν η τότε πυκνότατον ελληνικόν πληθυσμόν έχουσα χώρα της Μικράς Ασίας, η Βιθυνία, αυτή η κοιτίς και εστία δηλονότι του τοσούτον προ μικρού ακμάζοντος Ελληνικού κράτους της Νικαίας. Πολλοί δε Έλληνες αρνησίθρησκοι ήσαν οι πρώτοι ήρωες του κράτους προσελκυόμενοι υπ' αμοιβών, τιμής και αξιωμάτων και τιμαρίων. Προς τούτοις, επειδή η κοιτίς του Οθωμανικού κράτους υπήρξε χώρα Ελληνική και οι πρώτοι πόλεμοι εγίνοντο κατά Χριστιανών, οι πόλεμοι ούτοι, όπως οι εν αρχή της διαδόσεως του Ισλάμ είχον χαρακτήρα θρησκευτικόν, ιερών πολέμων, μετά φανατισμού μεγάλου διεξαγόμενοι υπό των Τούρκων μαχητών και υπό των νεοφωτίστων Χριστιανών αρνησιθρήσκων. Σημειωτέον δε ότι οι Οθωμανοί ηύξησαν το κράτος αυτών εν αρχή μόνον διά χριστιανικών χωρών και διά πολέμων κατά Χριστιανών. Αφού εν Μικρά Ασία εκυρίευσαν την Ελληνικήν χώραν Βιθυνίαν, δεν εστράφησαν εναντίον των εν τη Μικρά Ασία μωαμεθανικών κρατών, αλλ' ετράπησαν ευθύς επί την Ευρώπην, μόνην βάσιν έχοντες εν Ασία την εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως κειμένην Βιθυνίαν αφού δε εν Ευρώπη ηύξησαν και ενίσχυσαν το κράτος αυτών, τότε από της Ευρώπης ήρξαντο να στρατεύωσι κατά των εν Ασία μωαμεθανικών χωρών. Άπας δε ο μέγας στρατός ή το πλείστον του στρατού, δι' ού εξέτειναν το κράτος αυτών εν Ευρώπη, συνεκροτείτο από Χριστιανών γενομένων μωαμεθανών. Τούτο εγένετο ιδίως επί του Ουρχάν διά της συστάσεως του περιβοήτου τάγματος των γιανιτσάρων.

Ο Ουρχάν διωργάνωσε πολιτικώς και στρατιωτικώς τελειότερον το Οθωμανικόν κράτος, έχων άνδρας δύο βοηθούς εις το έργον τούτο, τον αδελφόν αυτού Αλαεδδίν, όν κατέστησε βεζίρην, και τον περίφημον Καρά-Χαλίλ Τσεντερελί, δι' ού διωργάνωσε τον στρατόν. Ο στρατός συνέκειτο από ελαφρού ιππικού των δρομέων (Ακινδζί) και από βαρέος ωπλισμένου ιππικού των τιμαριούχων (εσπαχί)· και το πεζικόν δε συνεκροτήθη εκ πολλών, νέων διάφορα ονόματα φερόντων στρατιωτικών συστημάτων, ών το σπουδαιότατον και φοβερώτατον υπήρξε το των Γενιτσέρων, ήτοι του νέου τάγματος.

Οι Γενίτσεροι εστρατολογούντο από χριστιανών διά του περιβοήτου στρατολογικού συστήματος του καλουμένου ελληνιστί «Παιδομαζώματος». Πάσα χώρα καταλαμβανομένη υπό των Οθωμανών έδει να δίδη εις τον στρατόν ωρισμένων αριθμόν παίδων χριστιανών, ανανεούμενον κατ' έτος. Οι παίδες ούτοι, έχοντες ηλικίαν 7-15 ετών, εγίνοντο φανατικοί μωαμεθανοί, ανατρεφόμενοι και ασκούμενοι ως φανατικοί στρατιώται του Ισλάμ ούτε γονείς έχοντες, ούτε οικογένειαν άτε μη νυμφευόμενοι, αλλά μόνην κατοικίαν γνωρίζοντες το στρατόπεδον, μόνην οικογένειαν το τάγμα αυτών και μόνον πατέρα τον Σουλτάνον. Είχον δε και πολλά προνόμια, εν οίς τα σπουδαιότατον ήτο ότι απετέλουν την σουλτανικήν φρουράν και εστράτευον μόνον μετά του Σουλτάνου, όστις ην υπόχρεως ένεκα τούτου να μετάσχη πάντοτε της στρατείας ως αρχιστράτηγος. Ο βίαιος τρόπος της εις τον Μωαμεθανισμόν προσαγωγής των χριστιανών παίδων, ο αντιβαίνων εις τας αρχάς του Κορανίου (σελ. 101), εδικαιολογήθη σοφιστικώς υπό του εισηγητού του συστήματος Καρά-Χαλίλ (= Μαύρου Χαλίλ), αποφαινομένου ότι πάντες οι άνθρωποι γεννώνται εν τω κόσμω δυνάμει Μουσλίμ ήτοι προωρισμένοι να ώσι μουσλίμ και ότι πας ανήλικος πρέπει να θεωρήται μουσλίμ ως μη γινώσκων έτι εκ της ηλικίας το πεπλανημένον της θρησκείας (της χριστιανικής), εις ήν ανήκει, και ότι μόνον εις τους ενήλικας χριστιανούς επιτρέπεται να εμμείνωσιν εν τη πλάνη. Διά του φοβερού συστήματος της από χριστιανών στρατολογίας των γενιτσάρων διπλή προσεγίνετο δύναμις και ωφέλεια υλική και ηθική εις το Οθωμανικόν κράτος· α') ηυξάνετο ο πληθυσμός ο μωαμεθανικός (εντεύθεν δε και ο οθωμανικός) κατ' ευθύν λόγον της ελαττώσεως του χριστιανικού, διηνεκώς και συστηματικώς αφαιμασσομένου χάριν των μωαμεθανών Οσμάνων, και ούτω, δεινόν ειπείν, συνεκροτείτο κράτος φοβερόν μωαμεθανικόν από των τέκνων των χριστιανών, κράτος Οθωμανικόν εξ Ελλήνων (186)·, β') η Ελλάς διά των ιδίων αυτής τέκνων, διά των ιδίων αυτής χειρών, εσπάρασσε τα σπλάγχνα αυτής χάριν του Ισλάμ και του Οθωμανικού κράτους (187). Διά τοιούτων δυνάμεων οι Οθωμανοί εν μέσω του Ελληνισμού και διά ζύμης Ελληνικής ιδρύσαντες και διοργανώσαντες το κράτος αυτών επί του Οσμάν και του Ουρχάν, ετράπησαν επί των διαδόχων τούτων εις την κατάκτησιν της Ευρωπαϊκής Ελληνικής χερσονήσου.

4. Οι διάδοχοι του Ουρχάν. Μουράτ
(1361-1389) και Βαγιαζίτ (1389-1403),
και οι σύγχρονοι Έλληνες βασιλείς Ιωάννης
(1341-1391) και Μανουήλ Παλαιολόγοι.

Τον Ουρχάν διεδέξατο ο δευτερότοκος υιός αυτού Μουράτ, ή Αμουράτ Α' του πρωτοτόκου Σουλεϊμάν αποθανόντος προ του πατρός. Επί τούτου ραγδαίως οι Οθωμανοί από της Καλλιπόλεως ορμώμενοι εχώρησαν εις τα ένδον της Βυζαντινής Θράκης και κατέλαβον το αυτό έτος το οχυρόν φρούριον Διδυμότειχον, ευθύς δ' ύστερον την δευτέραν πόλιν του Ελληνικού κράτους Αδριανούπολιν, ήν και μετ' ολίγον κατέστησαν καθέδραν του εν Ευρώπη κράτους αυτών· εξέτειναν δε τας επιδρομάς αυτών ένθεν μεν μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως, ένθεν δε μέχρι των υπωρειών του Αίμου, καταλαβόντες την Φιλιππούπολιν και πάσας τας πόλεις της βορείου Θράκης (τας υπό Ελλήνων ή Βουλγάρων κατεχομένας) και καταστήσαντες υποτελή (1366) τον Βασιλέα (της Βουλγαρίας)· εισέδυσαν δε και εις την Μακεδονίαν. Τα Ελληνικά στρατεύματα τα αντιτασσόμενα ταχέως διεσκορπίζοντο υπό των ακαθέκτων εν τη ορμή αυτών Οθωμανικών ταγμάτων, ιδίως των Γιανιτσάρων, και ουκ ολίγοι εκ των αρχηγών των στρατών και των φρουραρχών των φρουρίων ηυτομόλουν προς τον εχθρόν, αρνούμενοι και την πίστιν την πάτριον και την εθνότητα, γινόμενοι μωαμεθανοί και λαμβάνοντες τιμάς και αξιώματα. Το δε παιδομάζωμα επύκνου δεινώς τας φάλαγγας των μαχητών του Ισλάμ διά του άνθους του Ελληνικού έθνους.

Εν τοιαύτη καταστάσει πραγμάτων ο αυτοκράτωρ Ιωάννης ουδεμίαν πλέον δυνάμενος να έχη πεποίθησιν επί τας ιδίας δυνάμεις επεζήτει βοήθειαν έξωθεν. Προς τούτο τω 1367 επεχείρησεν επίπονον οδοιπορίαν εις την πρωτεύουσαν της Ουγγαρίας (Πέστην) ίνα εκλιπαρήση την βοήθειαν του βασιλέως αυτής Λουδοβίκου του Μεγάλου, άνευ ουδενός πρακτικού αποτελέσματος. Επανελθών δε εξ Ουγγαρίας μετέβη τω μεθεπομένω έτει εις Ρώμην και εν πάση επισημότητι και πομπή έδωκεν όρκον της πίστεως αυτού (18 Οκτωβρίου 1369) εν τη Εκκλησία του Αγίου Πέτρου σύμφωνον προς απαιτήσεις του Πάπα, κηρύσσων ούτω την ενώσιν των Εκκλησιών. Αλλά προς αμοιβήν ουδέν άλλο έλαβε παρά του Πάπα ή συστατικάς επιστολάς προς τους διαφόρους Ευρωπαίους ηγεμόνας, ών επεσκέψατο τας αυλάς, και παρ' ών κενάς υποσχέσεις μόνον επέτυχε. {271} Τέλος δε επανελθών τω 1370 μετά πολλάς περιπετείας και αποτυχίας (188) εις το κράτος αυτού κενός και άπρακτος, ηναγκάσθη να συνομολογήση ειρήνην (1370) προς τον Μουράτ, δι' ής υπισχνείτο να δίδη αυτώ ετήσιον φόρον υποτελείας.

Μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης ταύτης ο Μουράτ εστράφη ησύχως προς κατάκτησιν πολλών χωρών της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, αφαιρών ταύτας από των διαδόχων του Δουσσάν Σέρβων ηγεμόνων· εισήλασεν εις την Αλβανίαν, καταλαβών ενταύθα την περίφημον Κρόιαν· κατέστησεν υποτελή τον βασιλέα της Σερβίας Λάζαρον, αφήρεσε δε μετ' ολίγον την παρά τα όρια της Βουλγαρίας διατελούσαν Ελληνικήν πόλιν Σαρδικήν ή Σόφιαν (1382). Συγχρόνως δε ο Μουράτ εξέτεινε το κράτος αυτού και εν Ασία· διότι οι ενταύθα ηγεμόνες των άλλων μικρών τουρκικών κρατών, των εκ της καταλύσεως του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου παραχθέντων (σελ. 261), και μάλιστα ο της Καραμανίας, βλέποντες την εν Ευρώπη πρόοδον των Οθωμανών, συνησπίσθησαν εις κοινόν πόλεμον κατά του Μουράτ. Αλλ' ούτος ταχύς επελθών διέλυσε την σύστασιν και καθυπέταξε χώρας τινάς Τουρκικάς εν Μικρά Ασία (1386). Έκτοτε ο Μουράτ και οι διάδοχοι αυτού αναγκαζόμενοι να πολεμώσι και εν Ευρώπη κατά των Χριστιανών και εν Μικρά Ασία κατά Τούρκων ομοφύλων, επέτοντο διηνεκώς από της μιας ηπείρου εις την ετέραν, και το Οθωμανικόν κράτος ην, ούτως ειπείν, επί αιώνα στρατόπεδον αχανές εν διαρκεί κινήσει διατελούν και δίκην παλιρροίας και πλημμυρίδος κατακλύζον νυν μεν την εν Ευρώπη Ελληνικήν χερσόνησον, νυν δε την Μικράν Ασίαν. Προς τούτοις ο Μουράτ εν ταις διηνεκέσι ταύταις από Ευρώπης εις Ασίαν και τανάπαλιν στρατείαις ήρξατο εκτελών το αρχαίον ασιατικόν πολιτικόν σύστημα του εμπεδούν το κράτος διά μετοικεσιών των άπαξ υποτασσομένων χωρών. Και πολλούς μεν χριστιανούς κατοίκους της Θεσσαλίας, Ηπείρου, Αλβανίας και Μακεδονίας αναστάτους ποιών εκ της πατρίδος αυτών μετώκιζεν εις την Μικράν Ασίαν, πολλούς δε μωαμεθανούς των εν Ασία, ιδίως εν τω κράτει της Καραμανίας (ή τω νέω κράτει του Ικονίου) υποτασσομένους κατοίκους μετώκιζεν εις τας Ευρωπαϊκάς χώρας (τους λεγομένους Κονιάριδας ως εκ του Ικονίου του κράτους της Καραμανίας μετοικισθέντας, ών διατηρούνται ή διετηρούντο έτι απόγονοι εν Θεσσαλία μέχρι προ ολίγου). Τέλος ο Μουράτ εκυρίευσε τω 1386 και την Θεσσαλονίκην, ουδαμώς προσέχων εις την προς τον αυτοκράτορα Ιωάννην συνομολογηθείσαν συνθήκην του 1370. Τω αυτώ έτει (1386) οι Οθωμανοί εισβαλόντες εις την Βουλγαρίαν κατέλαβον πάσαν την χώραν μέχρι του Δανουβίου και συνέλαβεν αιχμάλωτον τον τελευταίον Βούλγαρον ηγεμόνα Σίσμαν. Εις τούτον ο Σουλτάνος κατέλιπε το κράτος αυτού ως υποτελές, κρατήσας εαυτώ μόνον το οχυρόν φρούριον Σιλίστριαν. Αλλ', ότε μετ' ολίγον απέστη εκ νέου ο Σίσμαν, πάσα η Βουλγαρία εγένετο επαρχία Οθωμανική (1388). Και εις μεν τον Σίσμαν εχαρίσατο ο Σουλτάνος την ζωήν, τον δε υιόν και διάδοχον αυτού, γενόμενον μωαμεθανόν, διώρισε διοικητήν της εν Μικρά Ασία Αμισού. Ούτως αδόξως και αισχρώς έληξε τα νέον Βουλγαρικόν κράτος και ο δυναστικός αυτού οίκος.

Η τοιαύτη προς τον Δανούβιον πρόοδος των Οθωμανών εμβαλούσα τρόμον εις τους παροικούντας χριστιανικούς λαούς, Σέρβους, Βοσνίους, Κροάτας, Βλάχους, Πολωνούς, Ούγγρους και Αλβανούς έτι, παρήγαγε μεγάλην εναντίον του Μουράτ σύστασιν. Αλλ' ο συνηνωμένος στρατός αυτών ηττήθη ολοσχερώς εν τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389), ήτις θεωρείται ότι υπήρξε τάφος της ελευθερίας των νοτιοσλαυικών λαών. Εν τω Κοσσυφοπεδίω δε έπεσε και ο Μουράτ μικρόν μετά την μάχην (189).

Ο τον Μουράτ Α' διαδεξάμενος υιός αυτού Βαγιαζίτ, ο επικαλούμενος ένεκα της ορμητικότητος και οξύτητος αυτού Γιλδιρίμ ήτοι Κεραυνός, δεν επωφελήθη την μεγάλην νίκην όσον ηδύνατο να επωφεληθή αυτήν, άτε επειγόμενος να μεταβή εις Ασίαν. Διά τούτο ηρκέσθη απλώς να καταστήση αύθις υποτελή τον ηγεμόνα της Σερβίας λαβών παρ' αυτού όρκον πίστεως, τρεπόμενος δε νυν επί την Ασίαν, ένθα οι Τούρκοι ηγεμόνες είχον συνασπισθή αύθις εναντίον των Οθωμανών. Κατά την εις Ασίαν διάβασιν ο Βαγιαζίτ διελθών προ του Βυζαντίου ανενέωσε την προς τον εντός των τειχών του Βυζαντίου κεκλεισμένον αυτοκράτορα Ιωάννην συνθήκην της υποτελείας, καθιστώσαν υπόχρεων νυν επί πλέον τον αυτοκράτορα να συνοδεύη τω Σουλτάνω εν ταις τούτου στρατείαις μετά 12 χιλ. ανδρών, τους αυτούς έχων μετά του Σουλτάνου φίλους και εχθρούς. {273} Εν Ασία δε γενόμενος ο Σουλτάνος κατενίκησε ταχέως τους αντιστάντας κατ' αυτού Τούρκους ηγεμόνας, ών κατέλυσε νυν την αρχήν πλην του της Καραμανίας. Τα κράτη του Αϊδινίου, του Σαρουχάν (Μαγνησίας) και Μεντεσέ (Λυκίας και Καρίας) προσηρτήθησαν νυν εις το Οθωμανικόν κράτος, ως και το ήμισυ του κράτους της Καραμανίας. Ούτω πλέον του ημίσεος της μικράς Ασίας προσηρτήθη εις το Οθωμανικόν κράτος. Κατά την στρατείαν δε ταύτην εκυριεύθη εξ εφόδου υπό του Βαγιαζίτ η μόνη έτι εν Μικρά Ασία ελευθέρα μετά την Σμύρνην (190) μένουσα Ελληνική πόλις Φιλαδέλφεια, της εφόδου δε ταύτης μετέσχον, καθά λέγεται, κατά τραγικωτάτην των πραγμάτων περιπλοκήν και περιπέτειαν ο αυτοκράτωρ Ιωάννης και ο υιός και συμβασιλεύς αυτού Μανουήλ, συνοδεύσαντες τω Σουλτάνω κατά τας συνθήκας εν στρατιωτική υπηρεσία (1390).

Τω επομένω έτει (1391) αποθανόντος εν Κωνσταντινουπόλει του αυτοκράτορος Ιωάννου, ο υιός και συμβασιλεύς του πατρός υπ' αυτού του Βαγιαζίτ αναγνωρισθείς, αλλ' από της τελευταίας εν Ασία στρατείας του Σουλτάνου ως όμηρος εν Προύση κρατούμενος Μανουήλ, φυγών εντεύθεν εν αγνοία του Σουλτάνου ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν και ανέλαβε την κυβέρνησιν του κράτους. Ο Σουλτάνος οργισθείς επί τούτω απέκλεισεν επί 7 έτη διαρκώς την Κωνσταντινούπολιν διά στρατού επιτηρητικού. Μετ' ολίγον η αποστασία του ηγεμόνος της Καραμανίας ήγαγεν εκ νέου τον Σουλτάνον εις Ασίαν, ένθα κατέλυσεν ολοσχερώς το κράτος της Καραμανίας και προσήρτησεν αυτό εις το Οθωμανικόν κράτος. Επιστρέψας δε ο Σουλτάνος εις την Ευρώπην επεχείρει επιδρομάς εις την Βιθυνίαν και Ουγγαρίαν, καθίστα δε υποτελή τον ηγεμόνα της Βλαχίας. Τότε τέλος η χριστιανική Ευρώπη συγκινηθείσα επί τοις γενομένοις και τον ίδιον κίνδυνον εν τω ολέθρω του εν Ανατολή Χριστιανισμού διαβλέπουσα επεχείρησε σταυροφορίαν τινά ικανώς ισχυράν, ής μετέσχον πλείστοι Γάλλοι και Γερμανοί ευγενείς και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Σιγισμούνδος, Οι σταυροφόροι προυχώρησαν μέχρι Νικοπόλεως της Βουλγαρίας, καταλαβόντες άνευ αντιστάσεως πολλά φρούρια κατεχόμενα υπό των Οθωμανών εν Βλαχία και Βουλγαρία (ιδίως την Όρσοβαν και το Βιδίνιον). Αλλ' η παρά την Νικόπολιν φοβερά μάχη (22 Σεπτεμβρίου 1396), καθ' ήν ενίκων εν αρχή οι Σταυροφόροι, μετεβλήθη από νίκης εις ήτταν δεινήν. Πλείστοι των ευγενών Γάλλων και Γερμανών εφονεύθησαν ή ηχμαλωτίσθησαν απολυθέντες έπειτα (ως ο φιλέλλην Γάλλος ευπατρίδης Βουσικώ, ίδε κατωτέρω) επί βαρυτάτοις λύτροις. Αυτός ο βασιλεύς Σιγισμούνδος εσώθη μετά πολλών περιπετειών φυγών επί πλοίου διά του Δανουβίου εις τον Εύξεινον και εκείθεν διά του Βοσπόρου, Ελλησπόντου, Αιγαίου, Μεσογείου και Αδρίου επιστρέψας εις το κράτος αυτού.

Ο Βαγιαζίτ, αφού εκήρυξεν εις τον μωαμεθανικόν κόσμον πομπωδώς την κατά των χριστιανών λαμπράν νίκην, εστράφη αύθις κατά της Κωνσταντινουπόλεως, μεταβαλών τον μέχρι νυν αποκλεισμόν εις πολιορκίαν, απειλήσας την πόλιν και από θαλάσσης και πιέζων αυτήν διά λιμού δεινού. Αλλά τότε ο κατά το προηγούμενον έτος αιχμαλωτισθείς εν τη μάχη της Νικοπόλεως και είτα επί λύτροις ελευθερωθείς και εις Γαλλίαν επανελθών Γάλλος ευπατρίδης Βουσικώ καταρτίσας μικρόν στόλον και στρατόν δαπάναις του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου ΣΤ' ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, εξεδίωξε τα αποκλείοντα αυτήν τουρκικά πλοία, και αφού επεσίτισε την πόλιν, εν ή διήλθε τον χειμώνα του 1397-1398, έπεισε τον Μανουήλ ν' ακολουθήση αυτώ εις Ευρώπην προς επίκλησιν βοηθείας παρά των χριστιανών ηγεμόνων αυτής. {274} Ο Μανουήλ ανεχώρησε μετά του Βουσικώ από Κωνσταντινουπόλεως, και καταλιπών την συναποπλεύσασαν οικογένειαν αυτού εν Πελοποννήσω, μετέβη εις Ιταλίαν, και εκείθεν διά Βενετίας και Μεδιολάνου εις Γερμανίαν, Γαλλίαν και Αγγλίαν, πανταχού μεν παρά τοις χριστιανοίς ηγεμόσι τυγχάνων μεγάλων τιμών, αλλ' ουδεμίαν λαμβάνων πραγματικήν βοήθειαν, εωσού μετά 4-5 έτη μεγάλαι πραγμάτων εν Ανατολή μεταβολαί ανεκάλεσαν αυτόν ταχέως εις το κράτος αυτού.

Ο Σουλτάνος μετά την αναχώρησιν του Μανουήλ ανεγνώρισεν ως αυτοκράτορα εν Κωνσταντινουπόλει τον του Μανουήλ ανεψιόν (υιόν του Ανδρονίκου) Ιωάννην, λαβόντα την εξουσίαν ταύτην μυστική συναινέσει και του Μανουήλ, ίνα επιτροπεύση αυτόν κατά την εις Ευρώπην αποδημίαν. Ο Ιωάννης υπεβλήθη εις ταπεινωτικάς παραχωρήσεις προς τον Σουλτάνον συναινέσας εις την αύξησιν του μέχρι νυν τελουμένου χρηματικού φόρου και εις το να κτισθή νέον μωαμεθανικόν τέμενος εν Κωνσταντινουπόλει, έτι δε εις ίδρυσιν συνοικίας μωαμεθανικής εν αυτή αποτελούσης ίδιον προάστειον και εχούσης και καδήν ήτοι μωαμεθανόν δικαστήν ιδιαίτερον, δικάζοντα κατά το μωαμεθανικόν δίκαιον τας μεταξύ των μωαμεθανών δίκας. Μετά ταύτα ο Σουλτάνος έπεμψε στρατόν εις την Μικράν Ασίαν, όστις κατέλαβε πάσας τας μέχρι Ευφράτου μη υποταχθείσας έτι εις το Οθωμανικόν κράτος χώρας, συγχρόνως δε εισέβαλεν αυτός μετά στρατού εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας. Κατά την στρατείαν ταύτην, αφού αι κυριώταται πόλεις της Θεσσαλίας κατελήφθησαν υπό του Σουλτάνου, ο Οθωμανικός στρατός κατέλαβεν αμαχητί την Λαμίαν και την Φθιώτιδα, διαβάς δε ακωλύτως τα στενά των Θερμοπυλών εκυρίευσε την Λοκρίδα και Δωρίδα και Βοιωτίαν και Αττικήν μετά των Αθηνών (191), της πόλεως των Φιλοσόφων, ως αποκαλούσιν αυτήν οι Οθωμανοί χρονογράφοι.

Από της Ανατολικής Ελλάδος ο Σουλτάνος (192) έπεμψε στρατόν υπό τους στρατηγούς αυτού Ιακούπ και τον εξ Ελλήνων καταγόμενον Εβρενόν εις την Πελοπόννησον (193), οίτινες διέδραμον την χερσόνησον από βορρά προς νότον λεηλατούντες αυτήν, κατέλαβον δε το Άργος και ελεηλάτησαν αυτό. Τότε δε πλήθος των αιχμαλώτων κατοίκων της κυρίως Ελλάδος (30 περίπου χιλιάδες ψυχών) μετωκίσθησαν βία, ήχθησαν δε αντί τούτων εις τας Ελληνικάς χώρας Τούρκοι εξ Ασίας κατά το σύστημα το εγκαινισθέν υπό του Μουράτ (σ. 271-272). Αλλ' αι Οθωμανικαί αύται εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας επιδρομαί δεν επήνεγκον την τούτων οριστικήν εις το Οθωμανικόν κράτος προσάρτησιν. Διότι ακριβώς κατά τους χρόνους τούτους, ότε το Ελληνικόν κράτος είχε περιορισθή κυρίως σχεδόν μόνον εις την Κωνσταντινούπολιν και εφαίνετο επικειμένη η οριστική πτώσις αυτού, πάσα δε η χριστιανική Ανατολή από του Αδρίου μέχρι του Ευφράτου είχε περιέλθει εις το κράτος του Βαγιαζίτ, ενέσκηψεν εξ ανατολών θύελλα δεινή εναντίον του Οθωμανικού κράτους κατακρημνίσασα τον Βαγιαζίτ από του ύψους της δυνάμεως αυτού και απειλήσασα τον όλεθρον του Οθωμανικού κράτους, δούσα δε εις το Ελληνικόν κράτος καιρόν ν' αναπνεύση επί μικρόν ελευθέρως και να παρατείνη επί ήμισυν έτι αιώνα τον βίον αυτού. Η θύελλα αύτη προήλθεν εκ του εν Ασία συγκροτηθέντος αχανούς Ταταρομογγολικού κράτους και νέου ιδρυτού αυτού του περιβοήτου Τιμουρλέγκ ή, ως καλείται συνήθως, Ταμερλάνου.