WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 156: 6. Τα εν Ασία και Αφρική.
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

5. Αι άλλαι ευρωπαϊκαί χώραι από του 11 μέχρι του
15 αιώνος.

Εν Ισπανία, αφού από του 11 αιώνος τα χριστιανικά κράτη έλαβον οριστικώς υπεροχήν απέναντι του παρακμάσαντος χαλιφικού κράτους των Ουμμεϊαδών, περιώρισαν κατά μικρόν το κράτος των Μωαμεθανών εις τας νοτιωτάτας χώρας της χερσονήσου. Εκ των πολλών δε μικρών χριστιανικών κρατών παρήχθησαν διά συγχωνεύσεως κατά τον 14 και 15 αιώνα δύο χριστιανικά κράτη, το της Καστιλίας και το της Αραγωνίας. Ταύτα δε ενωθέντα περί το τέλος του 15 αιώνος διά του γάμου του Φερδινάνδου του Καθολικού της Αραγωνίας (1479) και της Ισαβέλλης της βασιλίσσης της Καστιλίας παρήγαγον το μέγα και ηνωμένον Ισπανικόν κράτος των νεωτέρων χρόνων. Το μωαμεθανικόν κράτος της Γρενάδας, το τελευταίον λείψανον του εν Ισπανία κράτους των Αράβων, κατελύθη τω 1492 υπό της Ισαβέλλης.

Μετά του ηνωμένου κράτους της Ισπανίας δεν ηνώθη, αλλ' ανεπτύχθη καθ' εαυτό και ενισχυθέν κατά μικρόν απετέλεσε κατά τον 14 και 15 αιώνα ίδιον κράτος αξιόλογον η Πορτογαλία (η λαβούσα τω 1094 την γένεσιν και το όνομα από της πόλεως ή φρουρίου Πόρτοκάλε του νυν Οπόρτο, όπερ μετά της περί αυτό χώρας έδωκε τω έτει εκείνω ο Αλφόνσος ΣΤ' της Καστιλίας εις τον Ερρίκον τον Βουργουνδικόν, ηγεμονόπαιδα εκ του οίκου των Καπετιδών).

Εν τω κέντρω της Ευρώπης μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας παρήχθη από του 14 αιώνος η ελευθέρα εξ ελευθέρων κατ' ιδίαν πολιτειών συγκειμένη Ελβετική ομοσπονδία. Αρχή της Ελβετικής ελευθερίας εγένετο η κατά το έτος 1313 υπό του Γουλιέλμου Τέλλου εξέγερσις των Ελβετών εναντίον των αρχόντων του τόπου Αψβούργων ιπποτών (σελ. 292) (212).

Εν τη βορείω Ευρώπη αι τρεις Σκανδιναυικαί χώραι Δανία, Σουηδία, και Νορβηγία, ών η αρχαιοτέρα ιστορία εξετέθη ήδη εν τοις έμπροσθεν, απετέλεσαν περί τα τέλη του 14 αιώνος ενότητα πολιτικήν, ότε τω 1387 ανελθούσα εις τον Δανικόν θρόνον η Μαργαρίτα η «Σεμίραμις του Βορρά», γυνή συνετή και περίνους, ήνωσε τα τρία Σκανδιναυικά κράτη διά της περιφήμου Καλμαρικής, ήτοι εν Καλμάρ τη Δανική πόλει γενομένης τω 1397 συμβάσεως, υπό την κυριαρχίαν της Δανικής δυναστείας, υπό κοινόν βασιλέα διατηρούντος εκάστου κράτους το ίδιον αυτού πολίτευμα. Η διά της Καλμαρικής συμβάσεως επελθούσα ενότης διετηρήθη ως προς την Σουηδίαν μέχρι του 1520, ως προς δε την Νορβηγίαν ήτοι την ένωσιν Νορβηγίας και Δανίας μέχρι του 1814.

Η Ρωσία μετά την Μογγολικήν εισβολήν του 13 αιώνος έμεινε διηρημένη εις πολλά κατ' ιδίαν μικρά κράτη, αναγνωρίζοντα την υπερτάτην κυριαρχίαν του μεγάλου Χανάτου του Κιπτσάκ (σελ. 259). Κατά δε το 1243 παρήχθη νέον κράτος εκ της παρά τον ποταμόν Μόσχαν ιδρυθείσης ομωνύμου πόλεως Μόσχας, ής οι ηγεμόνες κατά μικρόν υπερίσχυσαν των άλλων Ρώσων ηγεμόνων και έδοσαν το όνομα αυτών (Μοσχοβίται) εις το έθνος των Ρώσων. Κατά τον 14 αιώνα και τας αρχάς του 15 οι ηγεμόνες, της Μόσχας (αυτοί υποκείμενοι εις τους Μογγόλους χάνους) υπέταξαν κατά μικρόν πάντας τους κατοίκους άλλων Ρωσικών χωρών και πόλεων και εκάλεσαν εαυτούς «μεγάλους ηγεμόνας πασών των Ρωσιών» (ήτοι Ρωσικών ηγεμονιών). Περί τα τέλη του 15 αιώνος η Μόσχα εκιδύνευσεν από των Μογγόλων (σελ. 277), μετά δε τον θάνατον του Τιμούρ δύο ιδρύθησαν ταταρικά κράτη εν Ρωσία, το του Καζάν και το του Αστραχάν. Οι ηγεμόνες της Μόσχας υπέκειντο εις την κυριαρχίαν του Χάνου του Καζάν. Πρώτος δε ο ηγεμών της Μόσχας Ιωάννης Γ' (1460-1505) ο λαβών σύζυγον την αδελφήν του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Σοφίαν απετίναξε τον ζυγόν του Χάνου. Τούτον διεδέξατο ο ομώνυμος έγγονος, (υιός του μετά τον Ιβάν Γ' άρξαντος Βασιλείου Β', 1505-1533) Ιβάν ο Τρομερός (1533-1588), ός και υπέταξε τα δύο εκείνα χανάτα και έλαβε πρώτος αυτός εν τοις Ρώσοις ηγεμόσι την προσωνυμίαν Τσάρος. Αλλά ταύτα ανήκουσιν εις την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων.

Περί Βοημίας και Ουγγαρίας ουδέν άλλο υπό καθόλου ιστορικήν έποψιν άξιον λόγου έχομεν να αναφέρωμεν ενταύθα, ειμή ότι η μεν Βοημία, ηνώθη (τω 1526) μετά του Αψβουργικού κράτους δυναστικώς ως ίδιον βασίλειον, η δε Ουγγαρία κατά τον 16 αιώνα κατά μέγα μεν μέρος προσηρτήθη μετά της πρωτευούσης Πέστης εις το Οθωμανικόν κράτος και εγένετο επαρχία τουρκική, το δε υπολειφθέν μέρος ηνώθη ως ίδιον βασίλειον μετά των λοιπών κτήσεων του Αψβουργικού οίκου.

Το δε κατά τα τέλη του 10 μ. Χ. αιώνος ιδρυθέν Σλαυικόν κράτος της Πολωνίας εν αρχή μεν ήτο δουκάτον ως φέουδον του Γερμανικού κράτους, είτα δε κατά τον 14 αιώνα προήχθη εις βασίλειον ανεξάρτητον υπό την δυναστείαν των Πιαστών (213) (1330) και εγένετο κατά τον 15 αιώνα εκ των ονομαστοτέρων κρατών της ανατολικής Ευρώπης, μη υποταχθέν εις τους Οθωμανούς.

Τα άλλα σλαυικά κράτη τα λεγόμενα νοτιοσλαυικά Σερβία, Βοσνία, Ερζεγοβίνη πάντα κατελύθησαν υπό του Μαχμούτ Β' μικρόν μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Τα δε κατά τον 13 και 14 αιώνα ιδρυθέντα πέραν του Δανουβίου Βλαχικά κράτη (Βλαχία και Μολδαυία) εγένοντο διαρκώς υποτελή τω Οθωμανώ Σουλτάνω. Και ταύτα μεν εν Ευρώπη.

6. Τα εν Ασία και Αφρική.

Εν Ασία δε μετά την διάλυσιν του μεγάλου Ταταρικού κράτους του Ταμερλάνου παρήχθησαν κατά τον 15 και 16 αιώνα το νέον κράτος της Περσίας και το εν Ινδική περίφημον κράτος του Μεγάλου Μογούλ, ιδρυθέν (τω 1505) υπό του εγγόνου του Τιμούρ Βαβούρ, το μέγιστον, μετά το Οθωμανικόν, μωαμεθανικόν κράτος των νεωτέρων χρόνων. Εν τη Κεντρική Ασία δε μετά την διάλυσιν του κράτους του Ταμερλάνου ιδρύθησαν διάφορα μωαμεθανικά τουρκικά και ταταρικά κράτη ανεξάρτητα. Εν Κίνα μετά την κατάλυσιν της υπό των Δζεγγισχανιδών ιδρυθείσης Μογγολικής δυναστείας, την γενομένην τω 1367 (σελ. 259), ιδρύθη η νέα δυναστεία ιθαγενής των Μιγκ (1367-1644).

Εν Αφρική το εν Αιγύπτω μωαμεθανικόν κράτος των Μαμελούκων, το περιλαμβάνον την Συρίαν και Μεσοποταμίαν και μέρος της Μικράς Ασίας (την Κιλικίαν), κατελύθη τω 1518 υπό του Οθωμανικού κράτους. Τότε δε και η τέως εις τους Μαμελούκους υποκειμένη Αραβία μετά των δύο ιερών πόλεων Μέκκας και Μεδινάς υπετάγησαν εις το Οθωμανικόν κράτος. Μετ' ολίγον δε και πάσα η Βόρειος Αφρική, πλην της Μαυριτανίας (Μαρόκκου) υπετάγη εις το αυτό κράτος.

Η περαιτέρω ιστορική κίνησις και εξέλιξις πανταχού του κόσμου ανήκει εις την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

ΒΡΑΧΕΙΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ
ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Το πολιτειακόν σύνταγμα του Βυζαντινού κράτους.

Η Βυζαντινών πολιτεία, ήτοι το πολίτευμα του Βυζαντιακού κράτους, ήτο απόρροια της ιστορικής αναπτύξεως του πολιτεύματος του Ρωμαϊκού κράτους. Ως γνωστόν, το πολίτευμα της Ρώμης εν αρχαιοτάτοις ήδη χρόνοις από τύπου κατ' αρχήν μοναρχικού γενόμενον δημοκρατικόν, εστηρίζετο πάντοτε επί θεσμών το πλείστον δημοκρατικών, και αφού επί του Αύγουστου κατ' ουσίαν κατέστη μοναρχικόν. Ο Οκταβιανός Αύγουστος, ού η αρχή συνήθως θεωρείται ως αρχή μοναρχίας ή αυτοκρατορίας, δεν ίδρυσεν εν Ρώμη μοναρχίαν κατά τύπον, αλλά την κατά τύπον δημοκρατικόν υφισταμένην πολιτείαν μετεποίησε κατ' ουσίαν εις μοναρχίαν, συγκεντρώσας πάσας τας αρχάς και τα αξιώματα της δημοκρατικής πολιτείας, τα τε πολιτειακά και τα στρατιωτικά και τα δικαστικά, εις το πρόσωπον εαυτού, γενόμενος ο αυτός ανήρ και δήμαρχος και ύπατος, και στρατηγός αυτοκράτωρ (imperator) και πρώτος ή πρωτεύων (214) της Συγκλήτου (princeps) και πραίτωρ. Της τοιαύτης δε συγκεντρώσεως κατασταθείσης διαρκούς εν τοις διαδόχοις αυτού, ιδρύθη εν Ρώμη και εν τω Ρωμαϊκώ κράτει αληθής μοναρχία υπό ονόματα δημοκρατικών εξουσιών συνηνωμένων εν ενί προσώπω. Αλλ' ει και ως προς τα ονόματα και τους τύπους η πολιτεία διετήρει την δημοκρατικήν αρχήν και αυτοί οι πράγματι μοναρχούντες και αυταρχούντες άνδρες, οι συγκεντρούντες εν εαυτοίς, ως είρηται, πάσαν την αρχήν, απέφευγον πάντα, τα επισήμως μοναρχικήν εξουσίαν σημαίνοντα ονόματα και προσωνυμίας, οίον το όνομα rex (= βασιλεύς), όμως τοσούτον κατ' ουσίαν η πολιτεία κατέστη μοναρχική, ώστε και αυτά τα δημοκρατικά ονόματα, ως ήτο λ. χ. το princeps (=princeps senatus, πρώτος της Συγκλήτου), imperator (=στρατηγός, αυτοκράτωρ), άτινα ήσαν δημοκρατικά, έλαβον σημασίαν μοναρχικήν· και το μεν princeps κατέστη συνώνυμον προς το ηγεμών, το δε imperator προς το υπέρτατος μοναρχικός άρχων της πολιτείας, μεταφραζόμενον υπό των Ελλήνων αυτοκράτωρ (215). Και αυτή η προσωνυμία αύγουστος (σεβαστός), όπερ τιμής ένεκεν είχε δοθή εις τον Οκταβιανόν υπό της Συγκλήτου, φερομένη και από των διαδόχων αυτού, κατήντησε να σημαίνη υπέρτατος ηγεμών. Και αυτό δε το οικογενειακόν όνομα του Οκταβιανού, το Καίσαρ, κατέστη ταυτόσημον προς το μονάρχης (216), όπως και αυτό το όνομα του λόφου, ένθα είχε την κατοικίαν αυτού, το του Παλατινού λόφου ή απλούστερον Παλατίου, μετέστη εις σημασίαν ηγεμονικής κατοικίας, ήτοι βασιλείων ή ανακτόρων.

Από της Ρωμαϊκής λοιπόν πολιτείας κατά την εν τοις αυτοκρατορικοίς λεγομένοις χρόνοις ιδίως εξέλιξιν αυτής παρήχθη η Βυζαντινή πολιτεία, και διά νέας ιδιοφυούς εξελίξεως και συναφείας και συνδυασμού προς άλλα πολιτειακά και ηθικά στοιχεία απετέλεσε συν τω χρόνω σύστημα πολιτειακόν μετά των πολλών και ποικιλωνύμων αρχών και εξουσιών αυτού, χωρίς ποτε το σύστημα τούτο να νομοθετηθή επισήμως και ν' αποτελέση γραπτόν σύνταγμα πολιτειακόν, όπως τα πολιτειακά συντάγματα των νεωτέρων Ευρωπαϊκών κρατών (217).

Το Βυζαντινόν λοιπόν πολίτευμα, όν κατά μέγα μέρος προϊόν της Ρωμαϊκής πολιτείας των αυτοκρατορικών χρόνων, ήτο ως προς το Ρωμαϊκόν αυτού μέρος μοναρχία κατ' ουσίαν. Κατέστη δε μοναρχία και κατά τύπον, διότι εξ αρχής οι Ελληνικοί λαοί, και προ της γενέσεως του Βυζαντινού κράτους της Ανατολής, μη εξετάζοντες τον εξωτερικόν τύπον της Ρωμαϊκής πολιτείας, εκάλουν τους αυτοκράτορας της Ρώμης βασιλέας και αυτοκράτορας, και Καίσαρας αυτούς προσαγορεύοντες απέδιδον εις το όνομα καθαρώς μοναρχικήν σημασίαν δηλούσαν και το αξίωμα αυτάρχου ηγεμόνος. Πλην τούτου το Βυζαντινόν κράτος άρχεται κυρίως από του

Κωνσταντίνου, όστις είνε ο πρώτος Χριστιανός αυτοκράτωρ της Ρώμης. Οι δε εν Ανατολή Χριστιανοί Έλληνες την μοναρχίαν ταύτην του Κωνσταντίνου εθεώρησαν αρχήν βασιλικήν καθηγιασμένην υπό θεού και απέδοσαν εις αυτήν όλας τας θείας ιδιότητας της βασιλείας, τας αποδιδομένας εν τη ιερά γραφή προς τον Δαυίδ και τους διαδόχους αυτού, άς η Χριστιανική εκκλησία παρέλαβε περί της βασιλείας εκ της Παλαιάς Διαθήκης και ανήνεγκεν εις τους Χριστιανούς αυτοκράτορας. Εντεύθεν δε οι βασιλείς οι εν Κωνσταντινουπόλει εκλήθησαν όπως και οι βασιλείς του Ισραήλ χριστοί του Κυρίου, ήτοι (διά του χρίσματος δεδοκιμασμένοι) εκλεκτοί γενόμενοι παρά του Θεού και υπ' αυτού τεταγμένοι άρχοντες του λαού. Κατά ταύτην λοιπόν η εν Βυζαντίω ιδρυθείσα Ελληνική μοναρχία συνεδυάσθη εν τω Χριστιανισμώ μετά της περί βασιλείας ιδέας της Ισραηλιτικής της Παλαιάς Διαθήκης και καθιερώθη και θρησκευτικως και καθηγιάσθη υπό της Εκκλησίας ως θεόθεν απορρέουσα, θεόθεν τεταγμένη βασιλεία, εν τω ιερώ προσώπω του μονάρχου εκπροσωπούσα τον χριστόν του Κυρίου (218), τον εκλεκτόν του Θεού, τον προστάτην και υπέρμαχον της Εκκλησίας αυτού, τον επεμβαίνοντα ενίοτε και εις τας δογματικάς εν τη Εκκλησία αναφυομένας έριδας, ίνα αποδώση την ειρήνην τη Εκκλησία.

Η μοναρχία αύτη κατά τας Ρωμαϊκάς αυτής παραδόσεις είχε χαρακτήρα στρατιωτικόν· του βασιλέως όντος κατά πρώτον αρχηγού του στρατού κυριωτάτη αρετή ήτο να είναι στρατιωτικός ανδρείος, στρατηγός συνετός, εν πολέμοις διανύων τον βίον και διά νικών ενδόξων λαμπρύνων το κράτος αυτού. Είνε αληθές, ότι το κράτος των Ελλήνων δεν ήτο κατακτητικόν και διά πολέμων διηνεκών δεν απέβλεπεν εις κατακτήσεις· αλλ' η άμυνα εντός του κράτους εναντίον των πανταχόθεν επιβουλευόντων αυτώ βαρβάρων ήτο τοσούτο συχνή και διαρκείς καθίστα τους πολέμους, ώστε ο ανώτατος άρχων εξ ανάγκης κύριον έργον είχε τον πόλεμον. Τούτο δ' όμως δεν εκώλυεν ίνα και εν ειρήνη και διά της ειρήνης προαγάγη το κράτος διά συνετής κυβερνήσεως.

Ως πολιτικός άρχων ο αυτοκράτωρ ήτο ανώτατος και απόλυτος νομοθέτης και ουδεμία άλλη υπήρχεν εξουσία μετέχουσα της νομοθεσίας, του κράτους, ήτο δε και υπέρτατος δικαστής και απονομεύς της δικαιοσύνης, απονεμομένης ταύτης διά των συνήθων δικαστηρίων. Ως υπέρτατος δε νομοθέτης και δικαστής εθεωρείτο «ουχ υποκείμενος νόμοις, αυτός ών άγραφος νόμος».

Εκκλησιαστικόν αξίωμα δεν είχεν ο αυτοκράτωρ και η Εκκλησία ως προς τούτο ήτο παντελώς κεχωρισμένη από της πολιτείας. Αλλ' ο βασιλεύς, ως βασιλεύς χριστιανός, ως χριστός του Κυρίου και εκλεκτός αυτού, ανεμιγνύετο εις τα θρησκευτικά ζητήματα ενόσω ταύτα ήπτοντο της εσωτερικής ησυχίας του κράτους. Τινές δε βασιλείς ενόμιζον ότι ηδύναντο να επεμβαίνωσι και εις τα της λατρείας και εις αυτά έτι τα δόγματα, αλλ' οι τοιούτοι εθεωρούντο υπερβαίνοντες τα όρια των δικαιωμάτων αυτών και προυκάλουν διαφόρους αντιπράξεις εκ μέρους της Εκκλησίας.

Η βασιλική αρχή δεν ήτο νόμω κληρονομική εν Βυζαντίω ένεκα της από της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καταγωγής αυτής, ήτις ούσα απλή συγκέντρωσις δημοκρατικών εξουσιών και μη φέρουσα τον νόμιμον τύπον μοναρχίας, δεν ηδύνατο ούτω να η [219] κληρονομική. Αλλ' ουχ ήττον το δικαίωμα το φυσικόν της κληρονομίας δεν έλειπε και εν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και παις παρά πατρός, αν επέτρεπον τα πράγματα, ελάμβανε την αρχήν. Τούτο δε συχνότερον εγίνετο εν Βυζαντίω, διότι ενταύθα η μοναρχία είχεν εν τη συνειδήσει του λαού μείζονα νομιμότητα και ο μονάρχης εθεωρείτο και ενομίζετο βασιλεύς, ήτοι μονάρχης κατ' ουσίαν και κατά τύπον, η δε θρησκευτική ιδιότης της βασιλείας ηύξανεν έτι μάλλον την νομιμότητα ταύτης. Αλλά μεθ' όλα ταύτα η κληρονομία δεν ήτο ασφαλής, και πολλάκις ο στρατός ένεκα της των πραγμάτων ανάγκης ανηγόρευε τον αυτοκράτορα αυτού. Αλλά και το δημοκρατικόν πνεύμα δεν είχεν εκλίπει εν τω Ελληνικώ κράτει της Ανατολής, όπως και εν τη Εκκλησία. Ενίοτε δε εν καιρώ ειρήνης, του θρόνου χηρεύοντος και φυσικού κληρονόμου μη υπάρχοντος, κλήρος και λαός ανηγόρευον τον αυτοκράτορα ή μετείχον της εκλογής αυτού. Ο αρχαίος στρατιωτικός χαρακτήρ της αυτοκρατορικής εξουσίας και το μη νόμω θετικώ κληρονομικόν της αρχής είχε και τούτο το ιδιαίτερον, ότι εν τω Ελληνικώ κράτει, όπως πρότερον εν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, γυνή δεν ανήρχετο εις τον θρόνον. Νόμος δεν υπήρχε ρητώς κελεύων τούτο, αλλά το πράγμα αντέβαινε προς τον όλον χαρακτήρα και τας παραδόσεις τας ιστορικάς. Ο σεβασμός ο ιερός προς τα κληρονομικά δικαιώματα του του@ θρόνου, άτινα άλλως θεωρούνται και εγγύησις ασφαλής της ησυχίας, τάξεως και ειρήνης εν τω κράτει, δεν υπήρχε τότε εν Βυζαντίω εν οίω βαθμώ σήμερον εν τοις ευρωπαϊκοίς κράτεσι. Γυναίκες ανήλθον εις την αρχήν, ως η Πουλχερία, αλλά πάντοτε έχουσαι συνάρχοντας άνδρας κυβερνώντας το κράτος, ενίοτε δε αυταί αύται ανεβίβαζον εις τον θρόνον τοιούτους άνδρας ερχόμεναι εις γάμου κοινωνίαν προς αυτούς (ως η Πουλχερία τω 451, η Αριάδνη τω 491, η Ζωή κατά τα έτη 1028-1054, η Ευδοκία τω 1068. Εξαίρεσιν ως προς τούτο αποτελεί η Ειρήνη (780-803) η γενομένη άρπαξ των δικαιωμάτων του υιού αυτής, και η Θεοδώρα (η θυγάτηρ του Κωνσταντίνου Η' και αδελφή της Ζωής) η άρξασα μόνη κατά τα έτη 1054-1056.

Η τιμητική προσωνυμία του υπερτάτου άρχοντος ήτο βασιλεύς και αυτοκράτωρ.

Το μεγαλειότατος ήτο άγνωστον εν Βυζαντίω, και η προσηγορία μεγαλειότης, η περί βασιλέως, είναι σπανιωτάτη και δεν σημαίνει ακριβώς εκείνο, όπερ σημαίνει νυν «η αυτού μεγαλειότης» (220). Ανάλογα προς το νυν μεγαλειότης και μεγαλειότατος ήσαν εν χρήσει παρά τοις Βυζαντινοίς (το καθοσίωσις = majestas ουδέποτε ελέγετο περί βασιλέων, αλλά περί του λαού), η βασιλεία (η βασιλεία σου), η υψηλή και μεγάλη βασιλεία, μέγας και υψηλός βασιλεύς, ο ευσεβέστατος βασιλεύς, ο άγιος βασιλεύς. Οι δε βασιλείς εν τοις διατάγμασιν αυτών ή γράφοντες προς άλλων κρατών ηγεμόνας ή προς τον Πάπαν εκάλουν εαυτούς «πιστούς βασιλείς και αυτοκράτορας Ρωμαίων» (άνευ του «ελέω θεού» του καθιερωθέντος παρά τοις Ευρωπαίοις ηγεμόσι, παρ' ημίν δε μάλλον εν τη Εκκλησία και εν τοις εκκλησιαστικοίς αξιώμασιν, ιδίως τοις πατριαρχικοίς, όντος εν χρήσει). Ητο δε η προσηγορία βασιλεύς η τιμητικωτάτη των προσηγοριών (ίδε σελ. 25-26 και σημ. 43), ής δεν ηξίουν οι ημέτεροι βασιλείς τους των άλλων εθνών, καλούντες τους μεν Ευρωπαίους ηγεμόνας ρήγας, τους των μωαμεθανών εξουσιαστάς και τους των Ρώσων άρχοντας· μόνον δε τους των Περσών προσηγόρευον βασιλείς. Ενώ δε επισήμως εκαλούντο πάντοτε βασιλείς και αυτοκράτορες, γενικώς αρχαιότερον μεν εκαλούντο βασιλείς, εν δε τοις μεταγενεστέροις χρόνοις επικρατέστερα ήν η προσωνυμία αυτοκράτωρ.

Άλλη προσωνυμία συνηθεστάτη του Ρωμαίου αυτοκράτορος ήτο το δεσπότης. Το όνομα τούτο εν τη Βυζαντινών πολιτεία είναι μετάφρασις του Dominus (= οικοδεσπότης, κύριος του κράτους και κύριος εν γένει), όπερ οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ελάμβαναν κατά μικρόν, ιδίως δε από του Διοκλητιανού. Εν Βυζαντίω μετηνέχθη το όνομα dominus εις δεσπότης κατά την κυριολεκτικήν του ονόματος τούτου σημασίαν. Και η αυτοκράτειρα ενταύθα εκλήθη δέσποινα. Αλλά το δεσπότης όπως και το ευρωπαϊκόν prince, principe εδίδετο προϊόντος του χρόνου ουχί απλώς εις τον αυτοκράτορα, αλλά και εις τους παίδας και αδελφούς αυτού, όπως βασίλισσαι εκαλούντο και αι βασιλόπαιδες (221). Βραδύτερον δε και η προσωνυμία αύτη μετά πολλών άλλων βασιλικών τιμών εδόθη και εις τους πατριάρχας (εξ ών ο Οικουμενικός μέχρι νυν καλείται «Αυθέντης και δεσπότης>), είτα δε και εις πάντας τους αρχιερείς (222).

Το Καίσαρ, όπερ εν Βυζαντίω κατά τον 4 έτι μ. Χ. αιώνα εσήμαινεν αυτοκράτορα δευτέρου βαθμού εν αντιθέσει προς τον αύγουστον αυτοκράτορα (οίος ην ο Ιουλιανός εν Γαλατία επί του Κωνσταντίνου Α') βραδύτερον εδίδετο εις τον δεύτερον μετά τον αυτοκράτορα άρχοντα του κράτους (ουδέποτε εις τον αυτοκράτορα). Αλλά το αξίωμα ήτο απλώς προσωπικόν και ουχί τακτική και διαρκής αρχή του κράτους.

Το δε Αύγουστος, όπερ ην εν αρχή τιμητική απλώς προσωνυμία και δι' ής προ πάντων ο στρατός ανηγόρευε τους εις τον θρόνον ανερχομένους αυτοκράτορας, εδίδετο και εις τας αυτοκρατείρας, αίτινες εκαλούντο αυγούστα και σεβαστή (223). Εκαλούντο δε αύται συνήθως και βασιλίδες και βασίλισσαι. Βασίλισσαι δε εκαλούντο εν τοις αρχαιοτάτοις Βυζαντινοίς χρόνοις, ως ερρήθη, και αι βασιλόπαιδες του αυτοκρατορικού οίκου, όπως εν τω Οθωμανικώ κράτει σουλτάναι (σουλτάν) καλούνται αι τε νόμιμοι γυναίκες των σουλτάνων και αι θυγατέρες αυτών.

Ο βίος ο αυλικός του Βυζαντίου, ως ερρυθμίσθη υπό του Διοκλητιανού και είτα υπ' αυτού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ήτο βασιλικός υπό ανατολικήν αυλικήν χροιάν, μετά διαφόρων ασιατικών αυλικών εθιμοτυπιών. Αλλ' ως εκ του πολυμελούς μοναρχικού χαρακτήρος τα αυλικά αξιώματα ήσαν και πολιτικά. Μεγάλοι δε αυλικοί άρχοντες ήσαν ο Κουροπαλάτης (ο αυλάρχης τρόπον τινά), ο παρακοιμώμενος, εις όν ην εμπεπιστευμένη η φυλακή των ανακτόρων και του κοιτώνος του βασιλικού εις ταύτα δε τα αξιώματα προσετέθη επί του αυτοκράτορος Νικηφόρου Β' του Φωκά και το σπουδαιώτατον καταστάν πολιτικόν άμα και αυλικόν αξίωμα του Προέδρου (224).

Το ανώτατον συμβούλιον του κράτους ελέγετο Σύγκλητος (βουλή) ή απλώς βουλή, και οι συγκροτούντες αυτήν Συγκλητικοί. Αλλ' η Σύγκλητος δεν ήτο αντιπροσωπεία εθνική, ως αι νυν βουλαί, αποτελούσα καθόλου ιδίαν αρχήν νομοθετικήν και ελεγκτικήν, αλλ' απλώς συμβούλιον, λαβόν μόνον το όνομα και τον τύπον από της αρχαίας Ρωμαϊκής βουλής ή Συγκλήτου, ήτις ήτο η αληθής κυβέρνησις της Ρώμης· αλλά νυν εν Κωνσταντινουπόλει απέβαλε πάσαν δύναμιν και ήτο συνέδριον συμβούλων του αυτοκράτορος, συζητούντων τα πράγματα και εκφερόντων γνώμας, εχούσης απλώς συμβουλευτικόν χαρακτήρα και ουδέποτε υποχρεωτικάς εις τον αυτοκράτορα. Οι συγκλητικοί απέλαυον εν τούτοις εξαιρετικών τιμών, καθόσον μάλιστα η Σύγκλητος συνέκειτο εξ απάντων των ανωτάτων πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων του κράτους. Ιδιαίτερον στενώτερον συμβούλιον του αυτοκράτορος εν τοις ανακτόροις συγκροτούμενον, και συγκείμενον εκ των ιδιαιτέρων ευνοουμένων τω αυτοκράτορι συγκλητικών, ούτινος συμβουλίου μετείχον και ο πατριάρχης και οι επιφανέστατοι των κληρικών, ελέγετο Σελέντιον. Εις την σύγκλητον ως και εις το σελέντων παρίστατο ο αυτοκράτωρ και διηύθυνε τας συζητήσεις, ως οι αρχαίοι ύπατοι. Το σελέντιον ή σιλέντιον είναι αυτό το λατινικόν όνομα το σημαίνον σιγήν και ησυχίαν. Είναι δε ο όρος ούτος της Βυζαντινών πολιτείας ειλημμένος εκ του silentium esse της των αρχαίων Ρωμαίων οιωνοσκοπίας, εν ή η σιγή (silentium κατ' αντίθεσιν προς το vitium = αμαρτία) ήτο ταυτόσημον προς την επιτυχίαν του οιωνισμού. Εντεύθεν, ως φαίνεται, silentium εσήμαινε και πάσαν εν σιγή και σοβαρότητι περί των δημοσίων διάσκεψιν. Εντεύθεν δε το εν τω σελεντίω της Κωνσταντινουπόλεως εν αρχαιοτέροις χρόνοις επικρατούν έθος ήτο ίνα και αυτός ο βασιλεύς δημηγορή ιστάμενος. Τα μέρος, ένθα συνεκροτείτο το Σιλέντιον, ελέγετο Σιλεντιαρίκι(ο)ν. Υπήρχον δε εν Βυζαντίω και Σιλεντιάριοι άρχοντες. Αλλά το αξίωμα τούτων ουδεμίαν άμεσον σχέσιν είχε προς το Σελέντιον. Εκαλούντο δε ούτοι και Ησυχοποιοί («οι αμφί τον βασιλέα σιγής επιστάται»). Η τούτων υπηρεσία ήτο, φαίνεται, απλώς αυλική.

Το αξίωμα των δύο υπάτων, όπερ εν τη δημοκρατουμένη Ρώμη απετέλει την ανωτάτην εκτελεστικήν εξουσίαν του κράτους, πολιτικήν τε και στρατιωτικήν, είχεν αποβάλει, ως γνωστόν, επί της αυτοκρατορίας την τοιαύτην σημασίαν. Ακριβέστερον ειπείν, ο είς των δύο υπάτων ήτο πάντοτε ο αυτοκράτωρ, εκτελών τα της υπατείας έργα εν τη Συγκλήτω, ο δε δεύτερος ύπατος εξελέγετο νυν ουχί υπό του λαού, αλλ' υπό του αυτοκράτορος, συνήθως εξ αυτών των στενωτάτων συγγενών αυτού (225). Αλλά το αξίωμα του δευτέρου υπάτου, όστις ήτο και επώνυμος ύπατος (του έτους), κατήντησε συν τω χρόνω απλούν τιμητικόν, όλως τυπικόν αξίωμα, πολυδάπανον τω λαμβάνοντι αυτό, ένεκα των κατά την αρχήν του έτους διδομένων υπ' αυτού πολυτελών εορτών, και διά τούτο κατηργήθη σιωπηλώς μεν επί του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, διά νόμου δε βραδύτερον τω 741.

Αλλ' εν Βυζαντίω ιδρύθησαν νέα αξιώματα πολιτικά μεγάλην λαβόντα επίδοσιν και δύναμιν εν τη πολιτεία. Εν τοις τοιούτοις αξιώμασιν αξιολογώτατα ήσαν τα των Λογοθετών (226) ήτοι των προϊσταμένων, ως οι νυν υπουργοί των απολυταρχικών κυβερνήσεων, των διαφόρων κλάδων της δημοσίας υπηρεσίας.

Οι σπουδαιότεροι των Λογοθετών ήσαν ο Γενικός ή του Γενικού ήτοι των Οικονομικών (κατά την αρχήθεν έννοιαν του ονόματος και εν αντιθέσει προς το αξίωμα του λογοθέτου των οικιακών, ή, ως λέγομεν ημείς σήμερον των αυτοκρατορικών κτημάτων), ο του Δρόμου, ο του στρατιωτικού, και ο των πλωίμων (του ναυτικού).

Ο λογοθέτης του Δρόμου ήτο εν αρχή ο υπουργός, ούτως ειπείν, της συγκοινωνίας και των ταχυδρομείων (227), αλλά κατά μικρόν η λογοθεσία, (228) αύτη ή το λογοθέσιον, ως λέγεται (το υπουργείον, ως λέγομεν ημείς σήμερον υπουργείον μεταφράζοντες το ministerium, ministére και υπουργός το minister, ministre, ministro) συνεκέντρωσεν εν εαυτώ την πλείστην εσωτερικήν του κράτους διοίκησιν και κατέστη τρόπον τινά υπουργείον των εσωτερικών, εν μέρει δε και των Εξωτερικών, (εισηγητής των πρέσβεων ήτο ο Λογοθέτης του Δρόμου). Δεν είναι ακριβώς γνωστόν αν ο καλούμενος Μέγας Λογοθέτης ήτο ο του Δρόμου ή ο του Γενικού. Φαίνεται εν τούτοις ότι η προσωνυμία αύτη ανήκει εις πολύ μεταγενεστέρους χρόνους, τους μετά την από των Φράγκων ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως (1261). Πρώτος δε Λογοθέτης κατά τινας μεν υπήρξεν ο Γεώργιος Ακροπολίτης (επί του Μιχαήλ Η' 1261-1282), κατ' άλλους δε Θεόδωρος ο Μετοχίτης επί του διαδόχου του Μιχαήλ Η' Ανδρονίκου Β'. Αλλά κατά τους χρόνους τούτους άγνωστον αν υπήρχον Λογοθέται προϊστάμενοι ιδιαιτέρων κλάδων υπηρεσίας ή είς μόνον υπήρχε Λογοθέτης καλούμενος τιμητικώς Μέγας λογοθέτης (229).

Παρά το αξίωμα του Λογοθέτου του δρόμου, ιδρύθη και νέον αξίωμα λογοθέτου του ταχυδρομείου, καλουμένου λογοθέτου του οξέος δρόμου. Πλην των τεσσάρων τούτων κυριωτέρων λογοθετών υπήρχον και πολλοί άλλοι λογοθέται προϊστάμενοι διαφόρων κλάδων υπηρεσίας πολιτικής, αυλικής και δικαστικής.

Μετά το αξίωμα των λογοθετών σπουδαιότατον αξίωμα πολιτικόν, εν μέρει δε και στρατιωτικόν, ήτο το του επάρχου της πόλεως, προελθόν και τούτο από της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (από του αξιώματος του Prefectus urbi). Ο έπαρχος εξετέλει καθήκοντα παρεμφερή εν Κωνσταντινουπόλει εν μέρει μεν προς τα του νυν αρχηγού της αστυνομίας, εν μέρει δε προς τα του δημάρχου.

Όμοιον ήτο και το αξίωμα κοιαίστωρος, εν μέρει αστυνομικόν, εν μέρει δικαστικόν (προελθόν και τούτο από του αρχαίου Ρωμαϊκού quaestor). Και ταύτα μεν τα κυριώτερα των πολιτικών αξιωμάτων.

Στρατιωτικά δε αξιώματα ήσαν τα των δύο ανωτάτων αρχηγών του στρατού, μαγίστρων καλουμένων. Μάγιστρος (εκ του λατ. magister = άρχων, επιστάτης) εκαλείτο πας στρατηγός, του δε εν επιστρατεία στρατού ο αρχηγός εκαλείτο στρατοπεδάρχης (magister castorum). Αλλ' εν Βυζαντίω μάγιστροι ιδίως εκαλούντο δύο ανώτατοι στρατιωτικοί αρχηγοί, πιθανώς ο της Ανατολής και ο της Δύσεως (της Ασίας και της Ευρώπης) οι κληθέντες ίσως βραδύτερον δομέστικοι (230) των σχολών της Ανατολής και της Δύσεως, οίτινες καλούνται ενίοτε και μάγιστροι.

Άλλο αξίωμα στρατιωτικόν είναι το του εταιρειάρχου, ήτοι του αρχηγού των εταιρειών. Εταιρείαι εκαλούντο εν αρχή τα επικουρικά στρατεύματα των συμμάχων ή υποτελών τω κράτει λαών. Αλλ' επειδή εκ τούτων το πλείστον συνήθως συνέκειτο η αυτοκρατορική φρουρά, αι εταιρείαι κατέστησαν ταυτόν ταις σχολαίς. Εντεύθεν γίνεται λόγος συχνός παρά τοις Βυζαντινοίς περί των εν τη πολιτεία εταιρειών και σχολών.

Αξίωμα στρατιωτικόν, άμα δε και πολιτικόν και διοικητικόν είναι και το του δουκός και μεγάλου δουκός. Δούκες ελέγοντο (εκ της κυριολεκτικής εννοίας του λατινικού ονόματος dux = αγός, οδηγός, αρχηγός) οι αρχηγοί του στρατού και του στόλου (μέγας δε δουξ εκαλείτο και ο μέγας ναύαρχος), αλλά λέγεται και δουξ (διοικητής) Αντιοχείας, Μεσοποταμίας κτλ. Τοιούτον είναι και το δρουγγάριος = ταγματάρχης (εκ του λατινικού drungus = στίφος (στρατιωτών)· αλλά δρουγγάριος ελέγετο και ο μοίραρχος του στόλου, έτι δε και διοικητής χώρας τινός του κράτους (231). Συνηθέστατον και πολυσήμαντον εν Βυζαντίω είναι και το αξίωμα του κόμητος (εκ του comes = επιστάτης, των αυτοκρατορικών της Ρώμης χρόνων), όν αυλικόν, πολιτικόν, στρατιωτικόν (κόμης δομεστίκων) και διοικητικόν (κόμης Ισαυρίας). Και του ονόματος τούτου η παρ' ημίν σημερινή χρήσις γίνεται υπό έννοιαν ευρωπαϊκήν.

Καθόλου δε προκειμένου περί των στρατιωτικών αξιωμάτων πρέπει να σημειωθή ενταύθα, ότι εν Βυζαντίω, ως νυν εν τω Οθωμανικώ κράτει, εν μέρει δε και εν τω Ρωσικώ, πάντα τα πολιτικά αξιώματα ήσαν κατά τύπον και στρατιωτικά και πάντες οι πολιτικοί άρχοντες και υπάλληλοι (πλην των μη στρατιωτικών συγκλητικών) είχον τιμιτικάς προσωνυμίας στρατιωτικάς· ήσαν, ως ελέγετο εν Βυζαντίω, από του Σπαθίου (οι από σπαθίου), ή σπαθάριοι (άνδρες της σπάθης) διαιρούμενοι εις τρεις τάξεις α') πρωσπαθαρίους (232), β') σπαθαροκανδιδάτους (233) και γ') τους απλώς σπαθαρίους καλουμένους.

Τουναντίον δε οι εξ επαγγέλματος σπαθοφόροι ήτοι οι στρατιωτικοί καλούνται στρατιώται. Τοιούτος είναι ο τακτικός πολεμιστής, συνήθως δε και τιμαριούχος, έχων παρ' εαυτόν και υφ' εαυτόν τα παλληκάρια αυτού.

Κατ' αντίθεσιν προς τους τοιούτους στρατιώτας οι εν τοις ορίοις προ πάντων τεταγμένοι άτακτοι πολεμισταί καλούνται συνήθως απελάται, όντες ληστρικοί ως και οι ταξειδάριοι (ίδε κατωτέρω). Ακρίται δε οι των άκρων φρουροί ή μάλλον φρούραρχοι. (Πρβλ. το Περσ. marzban = φρουρός ορίων, πρβλ. και το γερμανικόν markgraf = κόμης ορίων). Το σπουδαιότατον τούτο στρατιωτικόν αξίωμα παρεστάθη ποιητικώς και εξυμνήθη εν τω περιφήμω έπει του ήρωος Διγενή Ακρίτου, της ηρωικής ταύτης εκπροσωπήσεως των ακριτών εν τοις ατάκτοις, αλλ' ηρωικοίς αυτών εν τοις μεθορίοις εναντίον των Αράβων πολέμοις. Οι Απελάται και Ακρίται εισί μέχρι τινός πρόδρομοι των κλεφτών και αρματωλών της τουρκοκρατουμένης Ελλάδος.

Οι στρατιώται λέγονται και ταξάτοι εκ του τάξις (= τακτικοί) συνήθως όταν αποτελώσι την στρατιωτικήν φρουράν των πόλεων ή των φρουρίων (234) Ταύτα διά βραχυτάτων περί της στρατιωτικής οργανώσεως του κράτους.

Περί της διοικητικής διαιρέσεως του κράτους της επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου γενομένης και αντικαταστησάσης τα αρχαίον σύστημα της απλής εις επαρχίας (provinciæ) διαιρέσεως εγένετο ήδη λόγος εν άλλω τόπω (σημ. 45). Η τριπλή αύτη διαίρεσις εις επαρχότητας (præfecturæ), διοικήσεις (diœceses) και επαρχίας (Provinciæ) (235) αντικατεστάθη εν τοις μετά τον Ηράκλειον χρόνοις διά νέου συστήματος απλής πάλιν διαιρέσεως εις θέματα, ών οι διοικηταί εκαλούντο στρατηγοί (σημ. 146). Τοιαύτα θέματα κατά τον 10 αιώνα ήσαν 29, ών 17 εν Ασία και 12 εν Ευρώπη. Βραδύτερον ο αριθμός ούτος ηυξήθη κατά πολύ, ουχί αυξανομένων των χωρών του κράτους, αλλά περιστελλομένων των ορίων των θεμάτων.


Αι ολίγαι αύται σημειώσεις προσετέθησαν ενταύθα απλώς ίνα διευκολύνωσι τους αναγνώστας της Βυζαντινής ιστορίας εις την κατανόησιν των στοιχειωδεστάτων της Βυζαντινών πολιτείας. Ευχής έργον εν τούτοις είναι να συγγραφή περί της Βυζαντινών πολιτείας πραγματεία εκτενής και συστηματική, ομοία προς το μέγα και επιστημονικώς σπουδαιότατον πόνημα του συναδέλφου καθηγητού Σ. Βάση «περί της Ρωμαίων πολιτείας».

Τ Ε Λ Ο Σ

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΙΝ ΕΚΔΕΔΟΜΕΝΑ


Εισαγωγή εις την Καθολικήν ιστορίαν.

(Βιβλιοπωλείον Γαλανού, οδός Σταδίου).

Καθολικής Ιστορίας Α' Τόμος.
 (Βιβλιοπωλ. Τζάκα, οδός Πανεπιστημίου 81, και Βιβλιοπ. Γαλανού).
Εισαγωγή εις την Ιστορίαν του ΙΘ' αιώνος.
(Βιβλιοπωλείον Εστίας, οδός Σταδίου).
Ιστορία του ΙΘ' αιώνος εις 3 τόμους.
 (Βιβλιοπωλείον Εστίας, οδός Σταδίου).
Στράβωνος τα περί Μικράς Ασίας.
 (Βιβλιοπωλείον Γαλανού)

ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΑΧ. 4


1] Καθόλου: Γενικά, συνολικά.

2) Μεσαιωνική ιστορία (ή ιστορία του Μεσαίωνος, ή ιστορία των Μέσων αιώνων ή Μέση Ιστορία) καλείται το τμήμα εκείνο της Παγκοσμίου ιστορίας τα περιλαμβάνον την χρονικήν περίοδον την εκτεινομένην από του τέλους του 5 μ. Χ. αιώνος μέχρι των μέσων του 15 μ. Χ. αιώνος ή ειδικώτερον και ακριβέστερον καθ' ημάς τους Έλληνας από του έτους 476, όπερ θεωρείται το τέλος του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, μέχρι του 1453, του έτους δηλονότι της υπό των Οθωμανών αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Καλείται δε το τμήμα τούτο της ιστορίας Μεσαιωνική ή Μέση ως κειμένη μεταξύ της αρχαίας και της από του 15 μ. Χ. αιώνος αρχομένης Νέας ιστορίας ή ιστορίας των Νεωτέρων χρόνων.

3) Το κράτος των Σασσανιδών καλείται και μέσον Περσικόν κράτος εν αντιθέσει προς το αρχαίον κράτος των Αχαιμενιδών και το Μωαμεθανικόν Περσικόν κράτος των νεωτέρων χρόνων.

4) Εκ των Αλλαμανών τούτων προήλθε το παρά τοις Γάλλοις γενικόν όνομα των Γερμανικών λαών και της Γερμανίας Allemands, Allemagne.

5) Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός γενόμενος τω 293 καίσαρ είχεν υποχρεωθή υπό του Διοκλητιανού να αποπέμψη την Ελένην, ίνα νυμφευθή κόρην αυτοκράτορος (την θετήν θυγατίρα του Μαξιμιανού Θεοδώραν), Εις ομοίαν υποχρέωσιν είχεν υποβληθή τότε και ο Γαλέριος. Διότι ο Διοκλητιανος ήθελεν ίνα διά της μεταξύ των αυτοκρατόρων συγγενείας διατηρηθή η ενότης του κράτους.

6) Πολλοί υπό των Ρωμαίων αυτοκρατόρων εγένοντο διωγμοί κατά των Χριστιανών, αρχής γενομένης από του φοβερού διωγμού του Νέρωνος (64 μ. Χ.)· ο δε επί του Διοκλητιανού και των συναρχόντων αυτού γενόμενος δεινότατος διωγμός ήτο ο δέκατος των μεγάλων διωγμών. Λέγεται ότι ο Διοκλητιανός επεχείρησε τον διωγμόν τούτον φρονών ότι η θρησκευτική διαίρεσις επέφερε την εσωτερικήν ασθένειαν του Ρωμαϊκού κράτους και ζητών να ενισχύση αυτά εσωτερικώς δια της ενότητος της θρησκείας. Φαίνεται δε ότι επί το πνεύμα του αυτοκράτορος επέδρασαν και ιερείς και αρχιερείς της αρχαίας εθνικής λατρείας, οίτινες, βλέποντες τους ναούς και τους βωμούς αυτών εγκαταλειπομένους ένεκα του Χριστιανισμού, και ερημουμένους, έπεισαν τον Διοκλητιανόν ότι αι πολλαί συμφοραί του κράτους προήρχοντο εκ της οργής των παραμελουμένων θεών. Ο Διοκλητιανός, αφού εδίστασεν επί τινα χρόνον, επείσθη τέλος υπό του Γαλερίου, όντος σφοδρού πολεμίου των Χριστιανών, να εκδώση διάταγμα απαγορεύον την εις τας δημοσίας υπηρεσίας προαγωγήν των Χριστιανών και την δημοσία υπό τούτων τέλεσιν της λατρείας αυτών και διατάσσον την κλείσιν των Χριστιανικών ναών. Το διάταγμα τούτο το εκδοθέν Νικομηδεία τω 303 (Edictum Nicomediae = διάταγμα Νικομηδείας καλούμενον) και τοιχοκολληθέν εν τη πόλει ταύτη εσχίσθη υπό τινος Χριστιανού. Τούτο και το άλλο γεγονός, ότι εξερράγη τότε πυρκαϊά εν τω παλατίω του αυτοκράτορρς, εγένετο αιτία του σφοδροτάτου κατά Χριστιανών άπαντος του κράτους διωγμού, εν ώ δι' ανηκούστων φρικτών βασάνων εβιάζοντο οι Χριστιανοί υπό των εξηγριωμένων υπό του φανατισμού Ρωμαίων στρατιωτών να αρνηθώσι την πίστιν αυτών. Αλλ' εναντίον της αγρίας λύσσης των διωκτών και των φρικτών βασάνων οι Χριστιανοι αντέταξαν την ακατάβλητον ηθικήν αντίστασιν της εν τη πίστει καρτερικής επιμονής, περιφρονούντες και βασάνους και θάνατον και μετά υπερανθρώπου γενναιότητος υπομένοντες τας θλίψεις και προθύμως μάλιστα θνήσκοντες υπέρ της πίστεως, ίνα λάβωσι τον στέφανον των μαρτύρων. Η φοβερά αύτη περίοδος του διωγμού, εξ ής εξήλθε νικήτρια η Χριστιανική πίστις και Εκκλησία, τοιαύτην κατέλιπε μνήμην παρά τοις Χριστιανοίς, ώστε εθεωρήθη ως αληθής χρόνος της θεμελιώσεως της Εκκλησίας και διά τούτο Χριστιανικοί τινες λαοί (Κόπται και Αβησσυνοί) μέχρι νυν προς τη χρονολογία της από Χριστού γεννήσεως ποιούνται χρήσιν και της μαρτυρικής καλουμένης χρονολογίας, αρχομένης από της βασιλείας του Διοκλητιανού (384).

7) Είνε αληθές ότι ο Κωνσταντίνος τον τύπον του βαπτίσματος έλαβε βραδύτερον περί τα τέλη της ζωής αυτού. Αλλά τούτο έπραξε κατά την τότε συνήθειαν πολλών, οίτινες ούτως εποίουν, ίνα, άπαξ καθαρθέντες των αμαρτιών διά του βαπτίσματος, μηκέτι αμαρτάνωσιν, εγγύς όντες της προς Θεόν αποδημίας.

8) Η αίρεσις αύτη (εναντίον των αρχών της καθολικής και ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτις διδάσκει, ότι εν τη τρισυποστάτω θεότητι ο Υιός είναι τέλειος Θεός, προ πάντων των αιώνων γεννηθείς υπό του πατρός, ου ποιηθείς, θεός έχων την αυτήν προς τον πατέρα ουσίαν) εδίδασκεν ότι ο Υιός ήτο κτίσμα του πατρός γεννηθείς εν χρόνω. Εδίδασκε δε ταύτα ο αιρεσιάρχης Άρεως, ίνα, κατά την δόξαν αυτού, δώση μείζονα μονοθεϊστικόν χαρακτήρα εις την Χριστιανικήν θρησκείαν.

9) Η εν Νικαία Σύνοδος καταδικάσασα την διδασκαλίαν του Αρείου, καθ' ήν ο Υιός ελέγετο ότι ήτο κτίσμα του Πατρός, εδογμάτισεν ότι ο Υιός δεν εποιήθη, αλλ' εγεννήθη εκ του Πατρός προ πάντων των αιώνων, ως φως εκ φωτός, ως θεός αληθινός εκ θεού αληθινού και ομοούσιος τω πατρί, ήτοι έχων την αυτήν προς τον πατέρα ουσίαν, θεός δηλονότι ων κατ' ουσίαν.

10) Εθνικός παράγεται εκ του έθνους ή μάλλον έθνη ουχί εν τη Ελληνική σημασία του ονόματος, αλλ' εν τη της μεταφράσεως της Εβραϊκής λέξεως κοΐμ= έθνη. Ούτως ωνόμαζον οι Εβραίοι τους μη Εβραίους, εν αντιθέσει προς εαυτούς ως «εκλεκτόν (περιούσιον) λαόν του Κυρίου». Εντεύθεν και οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων παραλαβόντες το όνομα εκ της ιεράς Γραφής εκάλεσαν δι' αυτού πάντας τους ειδωλολάτρας. Εντεύθεν δε και εν τη Λατινική οι ειδωλολάτραι κατά μετάφρασιν του ειρημένου εβραϊκού ονόματος καλούνται υπό των Λατίνων Πατέρων της Εκκλησίας gentes = έθνη και gentiles = εθνικοί.

11) Ο Κωνσταντίνος μικρόν προ του θανάτου αυτού επεχείρησε μικράν τινα νικηφόρον στρατείαν εναντίον βαρβάρου τινός Σκυθικού λαού, των Σαρματών.

12) Ούτω βραδύτερον και εν Ευρώπη ο της Ουγγαρίας πρώτος βασιλεύς Στέφανος (997-1038 μ. Χ.) γενόμενος Χριστιανός και εργασάμενος εν τω κράτει αυτού υπέρ της διαδόσεως του Χριστιανισμού ωνομάσθη υπό του τότε Πάπα Σιλβέστρου Απόστολος και Αποστολική Μεγαλειότης. Την προσωνυμίαν δε ταύτην της Αποστολικής Μεγαλειότητος λαβόντες από του 1758 και οι Αψβούργοι μονάρχαι της Αυστρίας και Ουγγαρίας φέρουσι μέχρι σήμερον ως διάδοχοι του Στεφάνου Α'.

13) Βασιλέας ωνόμαζον τους Ρωμαίους αυτοκράτορας οι Έλληνες ανέκαθεν, ουχί σπανίως και αυτοκράτορας καλούντες αυτούς. Εν Βυζαντίω βραδύτερον συνεδυάσθησαν αι δύο προσωνυμίαι προς δήλωσιν της αρχής του υπερτάτου άρχοντος, όστις εκαλείτο «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων».

14) Χριστός ήτοι κεχρισμένος είνε μετάφρασις της Εβρ. λέξεως μασσά ήτοι, κατά ελληνικόν σχηματισμόν, Μεσσίας. Ούτως εκαλούντο παρά τοις Εβραίοις οι ιερείς, οι προφήται και οι βασιλείς διότι διά συμβολικής τελετής της χρίσεως ελάμβανον τας ιδιότητας και τα αξιώματα ταύτα, εντεύθεν δε χριστός ή μεσσίας του Κυρίου εσήμαινεν «εκλεκτός του Θεού διά χρίσματος τοιούτος αναδειχθείς», εκλήθησαν δε ούτω βραδύτερον μόνον οι βασιλείς· εντεύθεν δε χριστός ή μεσσίας και βασιλεύς κατέστησαν συνώνυμοι εν τη Π. Δ. Εκλήθη δε και ο Κύριος ημών Ιησούς Μεσσίας και Χριστός, ως προσδοκώμενος βασιλεύς του Ισραήλ, και υπό ευρυτέραν έννοιαν ως ουράνιος βασιλεύς της δόξης, ως Κύριος Χριστός ήτοι Θεός Βασιλεύς· ενώ οι Χριστιανοί βασιλείς του Ελληνικού Κράτους του Βυζαντίου εκαλούντο, ως πάλαι οι βασιλείς του Ισραήλ, απλώς χριστοί του Κυρίου: εκλεκτοί του Θεού.

15) Ο Κωνσταντίνος, πριν ή εμπεδωθή στερεώς εν τη καρδία αυτού η Χριστιανική πίστις και εν ταις πράξεσιν αυτού η Χριστιανική ηθική, δεν έμεινεν απηλλαγμένος καί τινων ανθρωπίνων αδυναμιών και ωμοτήτων. Ούτω κατά το 326 εφονεύθησαν τραγικώς κατά διαταγήν αυτού η τε γυνή αυτού Φαύστα και ο γενναίος (από της πρώτης αυτού γυναικός Μαμερτίνης) υιός Κρίσπος, ως λέγεται, ένεκα των ανακαλυφθεισών μεταξύ αυτών αθεμίτων σχέσεων.

16) Σημειωτέον ότι ευθύς μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου του Μεγάλου εφονεύθησαν πάντες οι πλάγιοι τούτου συγγενείς, αδελφοί, θείοι και ανεψιοί, υπό των αρχηγών του στρατού, ενεργούντων υπέρ των υιών του Κωνσταντίνου του Μ., μόνοι δε σωθέντες επέζησαν τη καταστροφή ταύτη δύο ανεψιοί αυτού (παίδες του αδελφού αυτού Ιουλίου Κωνσταντίου) Γάλλος και Ιουλιανός.

17) Ημιαρειανοί ελέγοντο εκείνοι εκ των Αρειανών, οίτινες μετριάζοντες και τροποποιούντες την περί του Υιού διδασκαλίαν του Αρείου, δεν εκάλουν μεν τον Υιόν κτίσμα του Πατρός, ως ο Άρειος, αλλά ούτε ομοούσιον τω Πατρί (ήτοι την αυτήν ουσίαν έχοντα προς τον πατέρα), αλλ' απλώς ομοιούσιον τω πατρί (ήτοι όντα ομοίας ουσίας προς τον πατέρα).

18) Ο Ιουλιανός κατέλιπεν εύφημον μνήμην και ως ελληνιστής και γλαφυρός συγγραφεύς εν τη ιστορία της Ελληνικής λογοτεχνίας γράψας ικανάς πραγματείας και επιστολάς, ών ουκ ολίγαι σώζονται μέχρι νυν.

19) Ο Ουλφίλας κατήγετο από της Μικράς Ασίας, από Καππαδοκίας. Οι πρόγονοι αυτού είχον αιχμαλωτισθή εν Καππαδοκία υπό των Γότθων καθ' όν χρόνον ούτοι επί του αυτοκράτορος Ουαλεριανού είχον επιδράμει μέχρι των ένδον της Μικράς Ασίας (ίδ. σελ. 12) απάγοντες μεθ' εαυτών μέγα πλήθος αιχμαλώτων, εν οίς υπήρχον και ουκ ολίγοι Χριστιανοί. Μεταξύ δε των Χριστιανών αιχμαλώτων υπήρχον και οι γονείς ή πρόγονοι του Ουλφίλα, αχθέντες αιχμάλωτοι από Καππαδοκίας εις την χώραν των Γότθων. Ο Ουλφίλας γεννηθείς εν τη χώρα των Γότθων και ανατραφείς υπό των γονέων εν τη πίστει τη Χριστιανική, γινώσκων δε και την γλώσσαν την Γοτθικήν εδίδαξε τους Γότθους την Χριστιανικήν πίστιν μεταφράσας εις την Γοτθικήν και τα Ευαγγέλια και μέρος της Παλαιάς Διαθήκης. Επειδή δε κατά τον χρόνον εκείνον ούτε οι Γότθοι ούτε άλλος τις Γερμανικός λαός είχεν αλφάβητον, ο Ουλφίλας επενόησε τον Γοτθικόν αλφάβητον σχηματίσας αυτόν από συνδυασμού Ελληνικών γραμμάτων μετά τινων άλλων εκ των αρχαίων συμβολικών σημείων (ρούνων, runen) των Γερμανών ληφθέντων στοιχείων. Του Ουλφίλα η Μετάφρασις των ιερών γραφών είναι το πρώτον και αρχαιότατον μνημείον της Γερμανικής γλώσσης, ως ελαλείτο αύτη υπό των Γότθων, και της Γερμανικής φιλολογίας (Χειρόγραφον αρχαιότατον της μεταφράσεως ταύτης σώζεται εν τη βιβλιοθήκη της Ουψάλης της Σουηδίας). Ο Ουλφίλας δε ούτος ήτο επίσκοπος και αντιπρόσωπος των Γότθων εν τη α' Οικουμενική Συνόδω και έζη έτι επί των χρόνων του Ουάλεντος.

20) Οι εν τη Ρωμαϊκή υπηρεσία ισχυροί βάρβαροι απέφευγον ν' αναγορεύωσιν εαυτούς αυτοκράτορας είτε μη έχοντες την προς τοιούτον νεωτερισμόν ηθικήν τόλμην είτε μη θεωρούντες εαυτούς αρμοδίους προς την αρχήν ταύτην, αλλ' ανήγον εις την αυτοκρατορικήν αρχήν άνδρας Ρωμαίους εξαρτωμένους ηθικώς απ' αυτών και ήρχον αυτοί πράγματι εν ονόματι των τοιούτων αυτοκρατόρων.

21) Λατινικού, διότι οι συγκροτούντες αυτό λαοί (πριν ή κατέλθωσιν εις αυτό οι από βορρά βάρβαροι Γερμανοί), ήτοι οι κάτοικοι της Ιταλίας, Γαλατίας, Ιβηρίας (εν μέρει δε και της Βρεττανίας) ήσαν Λατινόφωνοι λαλούντες παρεφθαρμένας Λατινικάς διαλέκτους, τας λεγομένας νεολατινικάς. Οι Νεολατινικοί ούτοι λαοί καλούνται και Ρωμανικοί λαοί (εκ του Romanus = Ρωμαίος) και αι γλώσσαι αυτών Ρωμανικαί. Το όνομα Ρωμαίος, όπερ ουδεμίαν είχε πλέον έννοιαν εθνολογικήν, αλλά απλώς πολιτικήν, ιδιοποιούντο μάλλον οι Έλληνες Χριστιανοί της Ανατολής (παρ' οίς το Έλλην εσήμαινε τον οπαδόν της Ελληνικής θρησκείας εν αντιθέσει προς το Χριστιανός και το Ιουδαίος (ίδ. σημ. 10). Λατίνους καλούσιν ούτοι τους Δυτικούς κατ' αντίθεσιν προς εαυτούς ως Ρωμαίους.