WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 71: 9. Η Γαλλία κατά τον 9 και 10 αιώνα.
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

5. Κάρολος ο Μέγας ως βασιλεύς Φράγκων και
αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους.

Τον Πιπίνον διεδέξατο ως βασιλεύς των Φράγκων ο υιός αυτού Κάρολος Α', ο επικληθείς ύστερον Μέγας (εγεννήθη τω 742 μ. Χ.). Ο Κάρολος υπήρξεν ο μέγιστος των τε Φράγκων και πάντων των βαρβάρων ηγεμόνων, όσοι από της εν τη Δύσει καταλύσεως του Ρωμαϊκού κράτους ίδρυσαν ή εκυβέρνησαν κράτη βαρβαρικά, πολλά και μεγάλα τελέσας έργα εν τε πολέμοις και εν ειρήνη και μέγας εν πάσιν αναδειχθείς. Τω 773 κατέλυσεν οριστικώς το εν Ιταλία Λαγγοβαρδικόν κράτος ενώσας αυτό μετά του Φραγκικού υπό την δυναστείαν του οίκου αυτού. (107)

Κατά την στρατείαν ταύτην μετέβη ο Κάρολος εις Ρώμην, ένθα εδόθησαν αυτώ τιμαί, οίαι εδίδοντο εις πατρικίους και εις τον έξαρχον τον πεμπόμενον από Κωνσταντινουπόλεως. Επί πλέον δε χοροί παίδων φέροντες κλάδους ελαιών και βαΐα φοινίκων ανευφήμουν αυτόν λέγοντες· «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου υπέρμαχος της Εκκλησίας». Μετά μεγίστης ευσεβείας εισήλθεν εις τον ναόν του Αγίου Πέτρου γονυπετώς ασπαζόμενος εκάστην βαθμίδα της εισόδου. Τότε δε λέγεται ότι υπεγράφη μεταξύ αυτού και του Πάπα συνθήκη ασφαλίζουσα τω Πάπα την κυριαρχίαν πάσης της Μέσης και μέρους της Άνω Ιταλίας. {142} Ο Κάρολος πολλούς επεχείρησε και διεξήγαγε νικηφόρως πολέμους εναντίον των εν Ισπανία Αράβων, αφ' ών αφήρεσε την μεταξύ των Πυρηναίων και του Ίβηρος ποταμού χώραν, υπέταξε διά μακρών πολέμων πάντας τους Γερμανικούς λαούς, επολέμησε δε και εναντίον των Δανών και των προς ανατολάς της Γερμανίας οικούντων Σλαύων, και ηνάγκασε τους Σάξονας και άλλους τινάς μη χριστιανικούς Γερμανικούς λαούς να δεχθώσι τον Χριστιανισμόν. Τέλος δε διά πολλών στρατειών κατέλυσεν εντελώς το εν ταις χώραις ταις νυν καλουμέναις Αυστρία και Ουγγαρία σωζόμενον κράτος των Αβάρων, ών το όνομα εξηλείφθη πλέον οριστικώς από της ιστορίας, και συνεκρότησεν ούτω κράτος μέγα Ρωμαιογερμανικόν περιλαμβάνον σύμπασαν ομού την νυν Γαλλίαν και Γερμανίαν, εκτεινόμενον από της Ισπανίας μέχρι των ανατολικών ορίων της Γερμανίας, συνορεύον δε παρά τον Δανούβιον και εν Δαλματία και εν Ιταλία προς το κράτος το Ελληνικόν. Διωργάνωσε δε και εσωτερικώς το κράτος τούτο διά νόμων και θεσμών και εξέτεινε την ηθικήν πολιτικήν ροπήν αυτού και επί την Αγγλίαν. Προς το Ελληνικόν κράτος συνήψε σχέσεις εν αρχή φιλικάς και εμνήστευσε την θυγατέρα αυτού Ρότρουδιν ή ως καλούσιν αυτήν οι Βυζαντινοί χρονογράφοι ερμηνεύοντες το όνομα Ερυθρώ, προς τον υιόν του Λέοντος Δ' και της Ειρήνης Κωνσταντίνον τον Πορφυρογέννητον, πεμφθέντος εκ Κωνσταντινουπόλεως εις την αυλήν του Φράγκου βασιλέως ανδρός πεπαιδευμένου, καλουμένου Ελισσαίου, ίνα διδάσκη την ελληνικήν γλώσσαν την μέλλουσαν βασίλισσαν και αυγούσταν του Ελληνικού κράτους. Αλλ' η μνηστεία μεν αύτη διελύθη (108), βραδύτερον δε, ότε ο Κάρολος ανηγορεύθη αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους εποιήσατο, καθώς είπομεν, γάμου πρότασιν προς την Ειρήνην γενομένην αφορμήν της πτώσεως της βασιλίδος ταύτης.

Αυτό δε το αυτοκρατορικόν αξίωμα του Ρωμαίου αυτοκράτορος, όπερ έλαβεν ο Κάρολος τω 800, ήτο η λαμπρά κορωνίς και το επιστέγασμα της μέχρι τότε υπερτριακονταετούς ενδόξου βασιλείας αυτού. Ο Κάρολος είχεν ιδρύσει κράτος μέγα, μη ελαττούμενον κατά την έκτασιν του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους. Και έλειπε μεν εξ αυτού μέγιστον μέρος της Ιβηρικής χερσονήσου, όπερ ανήκε ποτε εις το δυτικόν Ρωμαϊκόν κράτος, και μέρος της Ιταλίας και η Αφρική, η Βρεττανία η Αγγλία, αλλ' εξ άλλου σύμπασα η Γερμανία, ής ελάχιστον μέρος είχον υποτάξει οι Ρωμαίοι, είχεν υποταχθή εις το κράτος του Καρόλου. Προς τούτοις η Αγγλία υπέκειτο εις την ηθικήν ροπήν αυτού, οι δε μικροί ηγεμόνες της Ιρλανδίας παρείχαν αυτώ δείγματα υποταγής. Και εις τοιούτον μέγαν ηγεμόνα, τοιούτον κράτος ιδρύσαντα και τον Χριστιανισμόν εις άπασαν την Γερμανίαν επιβαλόντα και ενιαίον χριστιανικόν κράτος εν τη Δύσει δημιουργήσαντα και προστάτην της Εκκλησίας γενόμενον, απλή προσωνυμία βασιλέως των Φράγκων εθεωρείτο υπό του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως λίαν σμικρόν. Εξ άλλου οι Πάπαι, οι μη θέλοντες πλέον να υποτάσσωνται εις τον νόμιμον Ρωμαίον αυτοκράτορα της Ανατολής, ενόμιζον ότι έπρεπε να ανασυστήσωσι την δυτικήν Ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν κατά τρόπον μη βλάπτοντα τα συμφέροντα αυτών. Διά ταύτα πάντα, ότε ο Κάρολος περί τα τέλη του 800 μ. Χ. μεταβάς εις Ρώμην εώρταζεν ενταύθα την εορτήν της Χριστού Γεννήσεως, εν αυτή τη ημέρα της μεγάλης εορτής, καθ' ήν ώραν ο Κάρολος εν τω ναώ του Αγίου Πέτρου προσήρχετο προς την Αγίαν Τράπεζαν, ίνα προσευχηθή, ο Πάπας Λέων Γ' έθηκεν επί την κεφαλήν αυτού στέφανον, του λαού αναφωνούντος: «Καρόλω τω αυγούστω τω στεφομένω υπό του Θεού, μεγάλω και ειρηνοποιώ αυτοκράτορι των Ρωμαίων, δοίη ο Θεός έτη πολλά και νίκην». Τότε δε ο Πάπας προσελθών έκλινεν ενώπιον αυτού, ως εποίουν οι πάπαι προ των αυτοκρατόρων εν αρχαιοτέροις χρόνοις· και έκτοτε ο τέως πατρίκιος Ρώμης καλούμενος Κάρολος εκαλείτο αυτοκράτωρ (imperator) και αύγουστος (109).

Διά του αξιώματος δε τούτου και της προσωνυμίας ελάμβανεν επίσημον κύρωσιν η εις χριστιανικόν κράτος ένωσις της δυτικής Ευρώπης. Αλλ' ο Κάρολος, ίνα καταστή αληθής αυτοκράτωρ του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, ως εκαλείτο νυν η νέα χριστιανική αυτοκρατορία της Δύσεως, έδει ν' αναγνωρισθή υπό του νομίμου Ρωμαίου αυτοκράτορος της Ανατολής, όστις ην ο βασιλεύς του Ελληνικού κράτους (καλούμενος επισήμως βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων). Αλλ' η μεν Ειρήνη, προς ήν ανήγγειλεν επισήμως ο Κάρολος την αναγόρευσιν αυτού ως αυτοκράτορος, έπεσε πριν λάβη καιρόν να αναγνωρίση, τον Κάρολον, ο δε Νικηφόρος Α' δεν ανεγνώρισεν αυτόν. Μόνον ο μετά Νικηφόρον βασιλεύς Μιχαήλ Α' ανεγνώρισε τον Κάρολον, μεθ' ό ούτος ως αντάλλαγμα απέδωκε την Δαλματίαν και Βενετίαν εις τους Έλληνας. Αλλ' οι βασιλείς καθόλου του Ελληνικού κράτους, πλην σπανίων εξαιρέσεων, δεν ανεγνώριζον το αυτοκρατορικόν αξίωμα των διαδόχων του Καρόλου, και διά τούτο δεν προσηγόρευον αυτούς ούτε ως βασιλείς (διά του ελληνικού ονόματος) ούτε αυτοκράτορας, αλλ' απλώς ρήγας (110).

{145} Ο Κάρολος συνήψε σχέσεις φιλικάς και προς τον περιώνυμον Αββασίδην χαλίφην του Βαγδατίου Αρούν-αλ-ρασίτ, όστις προς τοις άλλοις δώροις έπεμψεν εις την αυλήν του Καρόλου, εις το Ακουΐσγρανον δηλονότι (Aachen ή, ως λέγουσιν οι Γάλλοι, Aix-la-Chapelle) της Γερμανίας, και ελέφαντα, ούτινος η εν Ευρώπη τότε εμφάνισις και ο μετά μικρόν θάνατος (810) σημειούνται ως μέγα τι γεγονός εν τοις χρονικοίς της Φραγκικής ιστορίας των τότε χρόνων. Λέγεται υπό των Φράγκων, αλλ' αδεσπότως, ότι ο Αρούν-αλ-ρασίτ έπεμψε δήθεν τότε και τας κλεις του Παναγίου Τάφου εις τον Κάρολον ως αναγνώρισιν της προστασίας του Φράγκου τούτου ηγεμόνος επί τους Αγίους τόπους της Παλαιστίνης. Τοιαύτη εν κεφαλαίω η ιστορία του πρώτου μεγάλου και μεγαλοφυούς βαρβάρου ηγεμόνος της μεσαιωνικής Ευρώπης, του εκπροσωπούντος την περίοδον της από της βαρβαρότητος εις οπωσούν ανώτερον βίον μεταβάσεως της νέας Ευρώπης (111). Ο Κάρολος ετελεύτησε τω 814 μ. Χ.

6. Η Εκκλησία εν τη Δύσει και ο Παπισμός.

Η ιστορία του Καρόλου και του πατρός αυτού Πιπίνου μαρτυρεί οπόσην δύναμιν ηθικήν είχε προσλάβει κατά τους χρόνους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν, η Εκκλησία της Ρώμης και ο επίσκοπος αυτής ή, ως ελέγετο κοινώς, ο Πάπας. Και εν αρχαιοτέροις χρόνοις, από του Β' και Γ' αιώνος μ. Χ., οι επίσκοποι Ρώμης ως αρχιερείς της κοσμοκρατείρας πόλεως και ως διάδοχοι του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου, χρηματίσαντος, κατά τινα παράδοσιν, πρώτου επισκόπου Ρώμης, ηξίουν υπέρ εαυτών πρωτείον τι και ενίοτε υπερτάτην εν τη όλη Εκκλησία αρχήν. Αλλ' αι Εκκλησίαι της Ελληνικής Ανατολής, εν ή υπήρχον Εκκλησίαι υπό Αποστόλων ιδρυμέναι και άλλως περιφανείς γενόμεναι ένεκα των διαλαμψάντων εν αυταίς πατέρων, ουδεμίαν ουδέποτε άλλην ανεγνώριζον τω επισκόπω Ρώμης υπεροχήν ή απλούν τι πρεσβείον τιμής ως επισκόπω της πρωτευούσης εν τω κράτει πόλεως και διαδόχω του Πέτρου, και τούτου μόνον κατά το πρεσβείον της τιμής διακρινομένου από των άλλων Αποστόλων. Εθεώρουν δε τον Επίσκοπον Ρώμης πρώτον εν ίσοις (primus inter pares) και κατεπολέμουν ανέκαθεν πάσαν αξίωσιν του επισκόπου τούτου περί οιασδήποτε άλλης υπεροχής και κυριαρχίας εν τη Εκκλησία. Αλλ' εν τη Δύσει, ένθα ουδεμία μεν, πλην της Ρώμης, υπήρχεν εκκλησία Αποστολική, ολίγιστα δε, εκτός της Ρώμης, κέντρα εκκλησιαστικά περίλαμπρα, η Εκκλησία της Ρώμης ήδη κατά τους αρχαιοτέρους χρόνους μεγάλης απέλαυε τιμής, ο δ' επίσκοπος αυτής εθεωρείτο αρχηγός της Εκκλησίας. Μόνον αι εκκλησίαι της Αφρικής, ιδίως της Καρχηδόνος και της Ιππώνος (ής επίσκοπος ην ο Άγιος Αυγουστίνος κατά τον 5 αιώνα) αι αναδείξασαι επιφανεστάτους πατέρας της Εκκλησίας, ήσαν εν τη Δύσει αντίρροποι της δυνάμεως της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Αλλά και αύται κατά την επιδρομήν των Βανδήλων υπετάγησαν εις την Εκκλησίαν της Ρώμης διά του πάπα Λέοντος Α'.

Αφού δε από του Ε' αιώνος η Δύσις κατελήφθη το πλείστον υπό βαρβάρων λαών, ών τινές μεν ήσαν χριστιανοί αιρετικοί, τινές δε εθνικοί η Ρωμαϊκή Εκκλησία μεγάλους κατέβαλεν αγώνας, ίνα τους μεν αιρετικούς προσαγάγη εις την καθολικήν και ορθόδοξον Εκκλησίαν, τους δε εθνικούς, εις τον Χριστιανισμόν. Και οι μεν Αρειανοί Βησιγότθοι, Βουργούνδιοι, Λαγγοβάρδοι προσήλθον κατά μικρόν εις την Ορθοδοξίαν και αφωσιώθησαν εις την Εκκλησίαν της Ρώμης. Αλλά και οι μη χριστιανοί Γερμανικοί λαοί προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν ενεργείαις του Πάπα. Εις τους Φράγκους δεν έστειλεν ιεραποστόλους ο Πάπας, αλλ' η Καθολική Εκκλησία η εν Γαλατία, δι' ής προσήλθον οι Φράγκοι εις τον Χριστιανισμόν, και ο καθολικός κλήρος ήσαν σφόδρα αφωσιωμένοι εις την Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν.

Αλλ' εις τα άλλα έθνη τα Γερμανικά, τα μη Χριστιανικά κατά τον 5 αιώνα, έπεμψεν αυτός ο Πάπας ιεραποστόλους, δι' ών προσήγαγεν αυτούς εις την Χριστιανικήν εκκλησίαν. Περί τα τέλη του 6 μ. Χ. αιώνος ο πάπας Γρηγόριος Α' ο Μέγας έπεμψεν εις την Αγγλίαν τον ηγούμενον της εν Ρώμη μονής του Αγίου Ανδρέου Αυγουστίνον, όστις προσήγαγε τους Άγγλους εις τον Χριστιανισμόν. Κατά δε τον 7 μ. Χ. αιώνα ο πάπας Βιταλιανός έπεμψεν εις Αγγλίαν τον εκ Ταρσού της Μικράς Ασίας μοναχόν Θεόδωρον ως αρχιεπίσκοπον Κανταουρίας και πρωθιεράρχην της Αγγλίας. Ο Θεόδωρος διωργάνωσε την Εκκλησίαν της Αγγλίας ιεραρχικώς. Οι δ' Άγγλοι γενόμενοι χριστιανοί διά του Πάπα κατέστησαν θερμότατοι ζηλωταί της τε χριστιανικής Εκκλησίας και της παπικής εξουσίας. Και νυν πεπαιδευμένοι Άγγλοι μοναχοί ως ιεραπόστολοι της Ρωμαϊκής Εκκλησίας διέδιδον την χριστιανικήν πίστιν εν τοις κυρίως Γερμανικοίς λαοίς. Περί τα τέλη του 7 αιώνος (696) μοναχός Αγγλοσάξων, Ουιλλίβροδος (Willibrod) καλούμενος, διέδωκε την χριστιανικήν πίστιν μεταξύ των Φρεισίων εν τη νυν Ολλανδία και ίδρυσε την περίφημον επισκοπήν της Ουτρέχτης. Αλλά περιφημότερος ιεραπόστολος εν Γερμανία υπήρξεν ο του Ουιλλιβρόδου σύντροφος, και αυτός Αγγλοσάξων μοναχός, Ουιμφρείδος (Wynfrith), ο γνωστότερος υπό το λατινιστί μεταφρασθέν όνομα αυτού Βονιφάτιος, ο κατ' εξοχήν απόστολος των Γερμανών, ο προσαγαγών εις τον Χριστιανισμόν τα Γερμανικά έθνη των Θουριγγίων και των Εσσίων και άλλων Γερμανικών λαών και διορισθείς έπειτα επίσκοπος της τότε εν Γερμανία ιδρυθείσης επισκοπής της Μογουντίας.

Αλλά πλην των Αγγλοσαξόνων και Ιρλανδοί κληρικοί ως ιεραπόστολοι της Ρώμης διέδιδον την Χριστιανικήν θρησκείαν μεταξύ των Γερμανών. Οι Ιρλανδοί είχον παραλάβει τον Χριστιανισμόν πολλώ πρότερον των Αγγλοσαξόνων και δη κατ' αξιοσημείωτον τρόπον παρά των χριστιανών Βρεττανών, των εξολοθρευθέντων είτα κατά μέγιστον μέρος υπό των εθνικών Άγγλων (112). Εξ Ιρλανδίας δε από του τέλους του 6 μ. Χ. ορμώμενοι πολλοί ιεραπόστολοι μοναχοί, ών ονομαστότατοι είναι ο Πατρίκιος, Βρίγιττος, Κολούμβας, Κολουμβανός, διέδοσαν τον Χριστιανισμόν εν τοις Γερμανικοίς λαοίς. Πάντες ούτοι οι ιεραπόστολοι, οι πεμπόμενοι από Ρώμης, διδάσκοντες την χριστιανικήν πίστιν τους Γερμανικούς λαούς, εδίδασκον συγχρόνως και την εις τον επίσκοπον της Ρώμης, ως υπέρτατον αρχηγόν της Εκκλησίας, και εις την Εκκλησίαν της Ρώμης, ως έδραν του Αποστόλου Πέτρου, ως Πέτραν της πίστεως, υπακοήν και σεβασμόν. {148} Το ούτω παρά τοις λαοίς της Ευρώπης αυξηθέν κατά μικρόν και μεγαλυνθέν αξίωμα του επισκόπου Ρώμης, συνδυαζόμενον και μετά της ηθικής αίγλης, ήν πάντοτε η Ρώμη και μετά την πολιτικήν πτώσιν αυτής περιεβάλλετο απέναντι των βαρβάρων ως μεγίστη πόλις του κόσμου και κέντρον του πολιτισμού, έτι μείζονα προσελάμβανε δύναμιν ηθικήν και αντικαθίστα ηθικώς και θρησκευτικώς την πολιτικώς εκλιπούσαν κοσμοκρατορίαν της Ρώμης. Οι δε Φράγκοι ηγεμόνες Πιπίνος ο Βραχύς και Κάρολος ο Μέγας, επωφελούμενοι αυτοί υπέρ εαυτών το ηθικόν αξίωμα και κύρος της παπικής αρχής, έτι μείζονα λεληθότως περιήψαν δύναμιν πραγματικήν αύτη, αναγνωρίσαντες εις αυτήν το δικαίωμα του καθαιρείν και αναγορεύειν βασιλείς και απονέμειν (άρα και αφαιρείν) αυτοκρατορικόν αξίωμα. Η τοιαύτη δε εξ ιστορικών καθαρώς αιτίων προελθούσα και ευλόγως ένεκα των υπό της Ρωμαϊκής Εκκλησίας προς τον Χριστιανισμόν παρασχεθεισών μεγάλων υπηρεσιών αυξηθείσα δύναμις του Παπισμού παρεστάθη υπό της παπικής Εκκλησίας ως θεόθεν τεταγμένη εις τον κόσμον αρχή και εξουσία. Και ο επίσκοπος Ρώμης εθεωρήθη ως διάδοχος του Πέτρου, όν κατέστησε δήθεν ο Χριστός εν τω κόσμω ποιμένα των λογικών προβάτων αυτού, επίτροπος και τοποτηρητής αυτού του Χριστού έχων πάσαν εξουσίαν εν τω κόσμω, υπέρτατος ηγεμών και κριτής πάντων των ηγεμόνων.

Τα εν τη Δύσει αποτελέσματα της τοιαύτης επιδόσεως της παπικής εξουσίας θέλομεν ιδεί εν τη ιστορία των μετά τον Κάρολον χρόνων. Αλλ' εν Ανατολή, αντιθέτως προς τα εν τη Δύσει γινόμενα και κατ' αντίστροφον τούτοις αναλογίαν, εμειούτο διαρκώς το κύρος του επισκόπου Ρώμης. Διότι ούτος, μη προσέχων τον νουν εις την μεγάλην διαφοράν την υφισταμένην μεταξύ της Ελληνικής Ανατολής και της βαρβάρου Δύσεως και μη θέλων να εννοή τους πραγματικούς λόγους της εν τη Δύσει δυνάμεως αυτού, ήθελε να επιβάλη το μέγα εκείνο κράτος αυτού και εις την Ανατολήν. Αλλ' η Ανατολή ουδέν άλλο ήθελε να βλέπη εν τω Πάπα ή εκείνο, όπερ έβλεπε και ήτο το μόνον αληθές, επίσκοπον της πρεσβυτέρας Ρώμης, πρώτον εν ίσοις, ένα (και πρώτον εν τη σειρά) των πέντε πατριαρχών (Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), υπήκοον του αυτοκράτορος γενόμενον νυν αποστάτην, αναγορεύοντα αυθαιρέτως, καθ' υπέρβασιν των δικαιωμάτων αυτού, αυτοκράτορας εν τη Δύσει και σφετεριζόμενον ούτω δικαίωμα ανήκον εις τον μόνον νόμιμον κληρονόμον της αρχής του παγκοσμίου Ρωμαϊκού κράτους, τον εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορα. Η τοιαύτη τοσούτο διάφορος εν τη Ανατολή και εν τη Δύσει αντίληψις της εννοίας της παπικής αρχής συνδυαζομένη μετά της γενικής εξ ιστορικών αιτίων προερχομένης μεταξύ της Ελληνικής ή Ρωμαϊκής Ανατολής και της Λατινικής Δύσεως διαφοράς, και η ανίδρυσις δυτικής αυτοκρατορίας λεγομένης μεν Ρωμαϊκής, ούσης δ' αληθώς βαρβαρικής Φραγκικής, ηύρυνον διηνεκώς το μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χάσμα, όπερ συνδυαζόμενον και μετά θρησκευτικών διαφορών και ερίδων συνεπλήρωσε το προ πολλού παρασκευαζόμενον μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας Σχίσμα.

7. Οι διάδοχοι του Καρόλου. Αρχή του συστήματος
της ευρωπαϊκής συμπολιτείας των κρατών.

Του μεγάλου αυτού κράτους διάδοχον κατέλιπεν ο Κάρολος τον υιόν αυτού Λουδοβίκον τον Ευσεβή (814-840). Επί της βασιλείας του αγαθού μεν και ευσεβούς και λογίου, αλλ' αδρανούς και ασθενούς χαρακτήρος αυτοκράτορος τούτου πολλαί συνέβησαν έριδες και ταραχαί εν τω αυτοκρατορικώ οίκω και τω κράτει. Οι πρεσβύτεροι υιοί και ο Λοθάριος και ο Λουδοβίκος εξηγέρθησαν κατά του πατρός ένεκα της υπό τούτου δεικνυομένης ευνοίας εις τρίτον τινά υιόν Κάρολον, και αι ταραχαί αύται δεν έπαυσαν ούτε μετά του κατά το 840 επελθόντος θανάτου του Λουδοβίκου. Διότι νυν οι νεώτεροι αδελφοί Λουδοβίκος και Κάρολος εξηγέρθησαν κατά του πρεσβυτάτου Λοθαρίου αμφισβητούντες αυτώ την επί του όλου κράτους αρχήν, και μετά πολλάς αιματηράς μάχας συνήψαν οι τρεις αδελφοί προς αλλήλους την περί ειρήνης συνθήκην του Βεροδούνου (843). Διά ταύτης το μέγα Φραγκογερμανικόν κράτος διηρείτο εις τρία ιδιαίτερα αυτοτελή κράτη, της ενότητος της δυτικής αυτοκρατορίας διατηρουμένης μόνον εν τη προσωνυμία τη αυτοκρατορική του πρεσβυτάτου (Λοθαρίου). Και ο μεν Λοθάριος, ο και Αυτοκράτωρ, έλαβεν εντεύθεν μεν των Άλπεων το κράτος της Ιταλίας ήτοι το πρώην Λαγγοβαρδικόν κράτος, όπερ ο Κάρολος είχεν ενώσει μετά του μεγάλου Φραγκικού κράτους, πέραν δε των Άλπεων πάσας περίπου τας μεταξύ του Ροδανού, Άραρος (Saône), Μεύσου και Σκάλδιος προς δυσμάς και του Ρήνου προς ανατολάς χώρας. Πάσας τας προς δυσμάς των ποταμών τούτων χώρας, ήτοι τα 2|3 περίπου της νυν Γαλλίας, έλαβεν ο Κάρολος (ο επικαλούμενος Φαλακρός)· πάσας δε περίπου τας εκείθεν του Ρήνου χώρας, τας ακραιφνώς Γερμανικάς, έλαβεν ο Λουδοβίκος, όστις διά τούτο εκλήθη Γερμανός. Και ο μεν Λοθάριος ετήρησε την προσωνυμίαν του αυτοκράτορος (imperator), ως δε ελέγετο τότε έτι Γερμανιστί Καίσαρος (Kaiser), εννοείται, του Ρωμαϊκού κράτους, οι δε αδελφοί αυτού βασιλείς υπό την Ευρωπαϊκήν έννοιαν του ονόματος τούτου (ήτοι rex roi και König), ο μεν Κάρολος της Φραγκίας (France) ή Γαλλίας (113), ο δε Λουδοβίκος της Γερμανίας. Εν τη τοιαύτη δε διαιρέσει του κράτους, ει και οι την τοιαύτην διανομήν προς αλλήλους ποιούμενοι αδελφοί ωρμώντο απλώς υπό φιλοκτημοσύνης και φιλαρχίας, ουδεμιάς ιδέας ή φρονήματος υψηλοτέρου εμφορούμενοι, όμως εκ της φύσεως αυτής και της λογικής των πραγμάτων υπήρχον σπέρματα της κατά έθνη και φυλάς δημιουργίας μεγάλων κρατών και αρχή λεληθυία του κατά μικρόν αναπτυχθέντος συστήματος της συμπολιτείας των Ευρωπαϊκών κρατών, ήτις μέχρι σήμερον είνε η εδραία βάσις του πολιτειακού βίου της Ευρώπης. Έκαστον δηλονότι των τριών κρατών είχε και σπέρματα ιδίας εθνότητος, το μεν του Λοθαρίου (το εν Ιταλία) της Ιταλικής, το του Καρόλου της Γαλλικής, το δε του Λουδοβίκου της Γερμανικής (114).

Ούτως ο οίκος του Καρόλου του Μεγάλου διηρέθη εις τρεις δυναστικούς οίκους. Τούτων ο μεν του Λοθαρίου μετά την αποχώρησιν αυτού από του θρόνου (855) διηρέθη εις τρία ελάσσονα κράτη υπό τους τρεις υιούς αυτού Λουδοβίκον Β' (λαβόντα την Ιταλίαν και το αυτοκρατορικόν αξίωμα, ή μάλλον την προσωνυμίαν), Λοθάριον Β' (λαβόντα την απ' αυτού Λοθαριγγίαν κληθείσαν χώραν· ούτω καλείται μέχρι νυν μέρος της πάλαι μεγάλης Λοθαριγγίας) και Κάρολον (λαβόντα την Προβηγγίαν ή Βουργουνδίαν). Και ο μεν οίκος του Λοθαρίου εξέλιπεν ήδη τω 875. Αι δε χώραι αι εκτός των Άλπεων αι αποτελούσαι το κράτος τούτο, απαρτίσασαι μικρά κράτη, κατελήφθησαν συν τω χρόνω άλλαι υπό του Γερμανικού κράτους, άλλαι υπό του Γαλλικού. Η Ιταλία, δηλαδή το εν Ιταλία Φραγκικόν κράτος, απετέλεσεν ίδιον κράτος υπό διαφόρους ηγεμόνας. Εν Γερμανία ο οίκος του Καρόλου εξέλιπε τω 911, εν δε Γαλλία διήρκεσε μέχρι του 987. Ώστε εκ της διαλύσεως του κράτους, του Καρόλου δύο μεν προέκυψαν κράτη μεγάλα, το Γερμανικόν και το Γαλλικόν, πολλά δε μικρά, εν οίς το αξιολογώτερον ην το της Ιταλίας. Το αυτοκρατορικόν αξίωμα ελάμβανεν ο εξ οιουδήποτε των κρατών τούτων κατορθών να λάβη αυτό. {151} Αλλ', αφού ο οίκος του Καρόλου εξέλιπεν εν Γερμανία, οι βασιλείς της χώρας ταύτης υπό νέαν δυναστείαν κατώρθωσαν να ενώσωσι το αξίωμα του αυτοκράτορος μετά του αξιώματος του βασιλέως της Γερμανίας.

8. Το Γερμανικόν κράτος και η νέα
αυτοκρατορία.

Του Γερμανικού κράτους η αρχή είναι, καθώς είδομεν, το κράτος του Λουδοβίκου του Γερμανού, υιού του Λουδοβίκου Α' του Ευσεβούς και εγγόνου του Καρόλου του Μεγάλου. Είπομεν δε ότι η δυναστεία του Λουδοβίκου τούτου ήτοι ο εκ του Καρόλου του Μεγάλου καταγόμενος εν Γερμανία βασιλικός οίκος εξέλιπε τω 911 μετά του Λουδοβίκου του Παιδός καλουμένου. Τότε οι ιδιαίτεροι ηγεμόνες των διαφόρων Γερμανικών φυλών και τόπων απέστησαν οριστικώς από του εν Γαλλία έτι βασιλεύοντος οίκου του Καρόλου και εξέλεξαν ένα εξ εαυτών ως βασιλέα της Γερμανίας (912), τον δούκα της Φραγκονίας Κορράδον Α'. Μετά τούτον δε (αποθανόντα τω 918) εξελέγη βασιλεύς ο της Σαξονίας δουξ Ερρίκος ο Ορνιθοθήρας βασιλεύσας ισχυρώς μέχρι 936 και πολεμήσας εναντίον του τότε από της Ασίας επιδραμόντος εις την Ευρώπην βαρβάρου Τουρκικού έθνους των Ούγγρων ή Μαγιάρων. {151} Τον Ερρίκον διεδέξατο ως βασιλεύς των Γερμανών ο υιός αυτού Όθων Α', ισχυρότατος ηγεμών, όστις κατανικήσας ολοσχερώς τους Ούγγρους (955) παρά την Αυγούσταν της Βαυαρίας έθηκε τέρμα οριστικόν εις τας επί την Γερμανίαν επιδρομάς του λαού τούτου. Ο γενναίος ούτος βασιλεύς των Γερμανών ήνωσεν, όπως ο Κάρολος ο Μέγας, μετά του κράτους αυτού (962) το λεγόμενον βασίλειον της Ιταλίας (το περιλαμβάνον κυρίως την άνω Ιταλίαν), όπερ, αφού εξέλιπεν εν Ιταλία ο οίκος του Καρόλου (τω 875 ο εξ αρρενογονίας ευθύς κλάδος, τω δε 923 ο εκ θηλυγονίας πλάγιος κλάδος), ήτο μήλον έριδος μεταξύ των διαφόρων εγχωρίων της Άνω Ιταλίας μικρών ηγεμόνων. Επειδή δε ο της Ιταλίας ταύτης βασιλεύς ελέγετο και αυτοκράτωρ, ο Όθων μετά της προσωνυμίας του βασιλέως της Ιταλίας έλαβε και το αξίωμα ή την τιμητικήν προσωνυμίαν του αυτοκράτορος του Ρωμαϊκού κράτους. Έκτοτε τα τρία αξιώματα του βασιλέως των Γερμανών, βασιλέως της Ιταλίας και αυτοκράτορος του Ρωμαϊκού κράτους συνεδέθησαν αδιαρρήκτως προς άλληλα, και πας Γερμανός βασιλεύς, είτε διά κληρονομίας λαμβάνων το αξίωμα τούτο είτε δι' εκλογής (115), εγίνετο και βασιλεύς της Ιταλίας περιτιθέμενος συνήθως εν Μεδιολάνω το στέμμα το Λαγγοβαρδικόν το καλούμενον Σιδηρούν (116), είτα δε μεταβαίνων εις Ρώμην εχρίετο υπό του Πάπα αυτοκράτωρ του Αγίου Ρωμαϊκού κράτους (imperator sancti imperii Romani), όπερ από του χρόνου τούτου ωνομάζετο και άγιον Ρωμαϊκόν κράτος του Γερμανικού έθνους. {152} Ο Όθων Α' ακολουθών τω παραδείγματι του Καρόλου του Μεγάλου εζήτησε την αναγνώρισιν του αυτοκρατορικού αυτού αξιώματος υπό του εν Ανατολή βασιλέως του Ελληνικού κράτους του «βασιλέως και αυτοκράτορος Ρωμαίων» και σύναψιν κηδεστίας προς τον οίκον τον αυτοκρατορικόν της Ανατολής. Και κατ' αρχάς μεν απέτυχεν εν αμφοτέροις τοις διαβήμασι, διότι, όπως ο Κάρολος, ούτω και ο Όθων Α', ο Μέγας και ούτος επικληθείς, ένεκα της υπ' αυτού καταλήψεως μεγάλου μέρους της Ιταλίας περιήρχετο εις πολεμίας εν Ιταλία σχέσεις προς το ελληνικόν κράτος· αλλ' είτα επέτυχεν εν αμφοτέροις. Η Ελληνίς βασίλισσα Θεοφανώ (ίδ. κατωτέρω εν τη Βυζαντιακή ιστορία) εγένετο νύμφη του ομωνύμου υιού και διαδόχου του Όθωνος Α' (Όθωνος Β'). Ούτος, καίπερ ων στενός συγγενής του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικού οίκου, ακριβώς ένεκα της τοιαύτης συγγενείας περιήλθεν εις εχθρότητα εν τη Κάτω Ιταλία προς τους Έλληνας, ως έχων αξίωσιν να καταλάβη την χώραν ταύτην ως προίκα της γυναικός αυτού. Τον Όθωνα Β' (965-982) διεδέξατο ο από Θεοφανούς υιός αυτού Όθων Γ' (982-1002) και τούτον έπειτα θανόντα διεδέξατο ο εξάδελφος αυτού (ανεψιός του Όθωνος Α' από αδελφού) Ερρίκος Β' (1002-1024), {153} μεθ' ού εξέλιπεν ο Σαξονικός οίκος. Επί των Οθώνων, ένεκεν των προς την αυλήν της Κωνσταντινουπόλεως συγγενικών σχέσεων, ήρξατο κατά πρώτον συγκοινωνία και επικοινωνία μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών και διεδόθησαν εν Γερμανία τα πρώτα ασθενή σπέρματα της ελληνικής παιδεύσεως και των ελληνικών γραμμάτων. Τοιαύτη εν συντόμω η μέχρι του 11 μ. Χ. αιώνος ιστορία του περί τα μέσα του 9 αιώνος εκ της διαλύσεως του μεγάλου Φραγκικού κράτους προκύψαντος Γερμανικού.

9. Η Γαλλία κατά τον 9 και 10 αιώνα.

Το βασίλειον της Γαλλίας (France) εδημιουργήθη, ως είδομεν, ως τμήμα ιδιαίτερον αυτοτελές του μεγάλου Φραγκικού κράτους του Καρόλου του Μεγάλου, του διαλυθέντος κατ' ουσίαν τω 843 διά της συνθήκης του Βεροδούνου. Μετά τον Κάρολον τον Φαλακρόν, όστις είναι ο πρώτος εκ του οίκου του Καρόλου βασιλεύς του νέου κράτους, εβασίλευσαν ασθενώς από του 877-987 (ως βασιλείς της Γαλλίας) ο υιός αυτού Λουδοβίκος Β' ο Τραυλός, και οι εγγονοί Λουδοβίκος Γ' και Καρλόμανος και Κάρολος ο Απλούς, Λουδοβίκος Δ' Λοθάριος, Λουδοβίκος Ε' ο επικαλούμενος Σαπρός (986), μεθ' ού τω 987 εξέλιπε και εν Γαλλία, πολλώ βραδύτερον ή εν Ιταλία και Γερμανία ο οίκος του Καρόλου του Μεγάλου. Τότε δε Ούγων ο Καπέτος, ιδιαίτερος ηγεμών των Παρισίων, εξελέγη υπό των ηγεμόνων των Γαλλικών χωρών βασιλεύς της Γαλλίας. Και ούτω μεν έχει μέχρι του 1000 μ. Χ. η ιστορία της Δύσεως εν τοις τρισίν εκ του Φραγκικού κράτους παραχθείσιν Ευρωπαϊκοίς κράτεσι, Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία. Νυν δε μεταβαίνομεν εις την ιστορίαν των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.

10. Ιστορία της Αγγλίας από του 449
μέχρι 1066 μ. Χ.

Το Αγγλικόν κράτος ιδρύθη, ως είδομεν, τω 449 υπό των εκ Γερμανίας εις την Βρεττανίαν ελθόντων Αγγλοσαξόνων των συνήθως καλουμένων Άγγλων. Οι Άγγλοι ούτοι, αφού εγένοντο κύριοι πάσης της Βρεττανίας περιορίσαντες τους Βρεττανούς εν Ουαλλία και Κορνουαλλία, πανταχού δ' αλλαχού εξολοθρεύσαντες αυτούς, ίδρυσαν εν τη κατακτηθείση χώρα επτά ιδιαίτερα κράτη. Η περίοδος αύτη της Επταρχίας διήρκεσε μέχρι του 826 μ. Χ., ότε ο ηγεμών ενός των επτά κρατών, ο της Ουεσσεξίας (Wessex) κατώρθωσε να ενώση τα επτά κράτη εις έν και να γείνη ιδρυτής της Αγγλικής μοναρχίας. Εν τω μεταξύ περί τα τέλη του 7 και τας αρχάς του 8 αιώνος οι Άγγλοι, οίτινες συν τη εξαφανίσει των Βρεττανών είχον εξαφανίσει μετ' αυτών και παν ίχνος χριστιανισμού και Ρωμαϊκού πολιτισμού, εγένοντο χριστιανοί. Και κατά τρόπον αξιοσημείωτον, ενώ ήσαν είς των βαρβαρωτάτων Γερμανικών λαών των επιδραμόντων εις Ρωμαϊκάς χώρας, οι βαρβαρώτατοι ίσως πάντων μετά τους Βανδήλους, αφ' ού χρόνου εγένοντο Χριστιανοί, προηγήθησαν πάντων των άλλων εν τη οδώ του πολιτισμού, των γραμμάτων και της παιδεύσεως γενόμενοι διδάσκαλοι των άλλων λαών της Δύσεως και πλέον ευνομούμενοι εσωτερικώς ή πας άλλος εκ των νέων λαών της Ευρώπης. Αλλ' η διά του Εγβέρτου ιδρυθείσα Αγγλική μοναρχία επ' αυτού τε και επί των πρώτων διαδόχων αυτού, αντί να καταστήση ισχυρότερον το Αγγλικόν κράτος διά της μοναρχίας, εξησθένωσεν αυτό ένεκεν των εκ θαλάσσης επιδρομών. Τας επιδρομάς ταύτας εποιούντο οι λεγόμενοι Νορμανδοί ήτοι βόρειοι ανθρώποι (ίδ. κατωτέρω), οι κάτοικοι δηλονότι των βορειοτάτων χωρών της Ευρώπης Δανίας, Σουηδίας και Νορβηγίας, ιδίως οι Δανοί, οίτινες και κατέλαβον κατά τους χρόνους τούτους ικανόν μέρος των παραλίων της Αγγλίας καταπιέζοντες εντεύθεν τον Αγγλικόν λαόν. Εν μέσω της τοιαύτης χαλεπής καταστάσεως των πραγμάτων ανήλθεν εις τον θρόνον τω 871 ο εκ των εγγόνων του Εγβέρτου περίφημος Αλφρέδος, ο επικληθείς Μέγας, όστις μετά μεγάλης συνέσεως κυβερνών την χώραν και τους Δανούς κατά μικρόν ενίκησε και ολοσχερώς υπέταξε και την εσωτερικήν ευνομίαν και τάξιν διά σοφών νόμων εστερέωσε και την υλικήν ευημερίαν της χώρας και την πολιτικήν ελευθερίαν του Αγγλικού λαού διά θεσμών φιλελευθέρων προήγαγε και περί αναπτύξεως και παιδεύσεως εφρόντισε.

Αλλά μετά τον Αλφρέδον (τελευτήσαντα τω 900 μ. Χ.) επανελήφθησαν αι Δανικαί επιδρομαί, υποβοηθούμεναι και υπό εσωτερικών ταραχών των επελθουσών μετά τον θάνατον του Αλφρέδου. Τέλος δε περί το τέλος του 10 αιώνος Σουήνων ο βασιλεύς της Δανίας κατέλαβε το πλείστον της χώρας. Ο δε του Σουήνωνος υιός Κανούτος ο Μέγας, ο βασιλεύς Δανίας άμα και Νορβηγίας, συνεπλήρωσε την κατάκτησιν της, Αγγλίας, κυβερνήσας άλλως την χώραν μετά δυνάμεως και συνέσεως. Μετά τον θάνατον του Κανούτου καί τινας περί της κτήσεως της Αγγλίας μεταξύ των τούτου υιών έριδας, το κράτος περιήλθε πάλιν εις τον εκ του Αγγλοσαξονικού οίκου του Εγβέρτου και Αλφρέδου Α' Εδουάρδον τον Ομοληγητήν (1042-66). {154} Αποθανόντος δε του Εδουάρδου (1066) άπαιδος, κατέλαβε τον θρόνον του Άγγλος τις ευπατρίδης ισχυρός, Αράλδος, αλλά κατά τούτου επήλθε νυν από Γαλλίας ο ηγεμών των εν τη βορείω Γαλλία από του 911 εγκαταστάντων Νορμανδών (ίδε κατωτέρω) Γουλιέλμος ο λεγόμενος Κατακτητής. Ούτος νικήσας εν Άστιγγι τον Αράλδον (14 Οκτωβρίου 1066), φονευθέντα εν τη μάχη, έγινε κύριος της Αγγλίας και ίδρυσεν εν αυτή βασιλικόν οίκον βασιλεύοντα διά των πλαγίων αυτού γραμμών μέχρι νυν εν Αγγλία. Η Νορμανδική κατάκτησις του 1066 επέδρασε μεγάλως επί τον Αγγλικόν βίον, ου μόνον δυναστικώς και πολιτικώς, αλλά και εθνικώς και γλωσσικώς και κοινωνικώς και αντικατέστησε τον καθαρώς Γερμανικόν Αγγλοσαξονικόν λαόν διά του νέου Αγγλικού έθνους, του προελθόντος εκ της αναμίξεως του έθνους του Αγγλοσαξονικού μετά του έθνους των εν Γαλλία εκγαλλισθέντων ή εκρωμανισθέντων Νορμανδών. Τοιαύτη η ιστορία της Αγγλίας μέχρι του 1066, αφ' ού χρόνου νέα άρχεται περίοδος εν τη ιστορία της χώρας ταύτης.

11. Τα τρία Σκανδιναυικά κράτη.

Αι τρεις βορειόταται χώραι της Ευρώπης, αι καλούμεναι Σκανδιναυικαί, ήτοι η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, πολύ βραδέως εισέρχοται εις την ιστορίαν. Εκ τούτων η Δανία ωκείτο ανέκαθεν υπό λαών Γερμανικών βαρβάρων, ών η ιστορία μέχρι των χρόνων του Καρόλου του Μεγάλου είνε όλως μυθώδης. Επί του Καρόλου δε του Μεγάλου αναφέρεται βασιλεύς τις ισχυρός εν Δανία καλούμενος Γοδοφρείδος, καταβληθείς και ούτος υπό της δυνάμεως του Καρόλου. Επί των διαδόχων δε του Καρόλου φέρεται ο βασιλεύς Γώρμος ο πρεσβύτερος (863 μ. Χ.) υποτάξας πάντας τους μικρούς ηγεμόνας της Δανίας (ήτοι της Κιμβρικής ή Ιουτλανδικής χερσονήσου και των περί αυτήν νήσων) και διά τούτο γενόμενος πραγματικός ιδρυτής του Δανικού κράτους. Εκατόν και επέκεινα έτη μετά τούτον αναφέρεται ο βασιλεύς Αράλδος Β', εφ' ού πρώτον ο Χριστιανισμός και μετά του Χριστιανισμού πολιτισμός τις εισήχθη εις την Δανίαν, εστερεώθη δε επί του εγγόνου αυτού Κανούτου του Μεγάλου, όστις, ως θα ίδωμεν, εξέτεινε το κράτος αυτού και επί την Νορβηγίαν και επί την Αγγλίαν αυτήν.

{155} Εν Σουηδία ανέκαθεν ώκουν λαοί δύο διακεκριμένων γλωσσικώς απ’ αλλήλων φυλών, ο μεν Γερμανικής καταγωγής (οι Σουηδοί), ο δε Τουρκικής ή Φιννοτουρκικής (την γλώσσαν) καταγωγής. Ο Τουρκικής καταγωγής ούτος λαός, όστις κατώκει και εν ταις ανατολικαίς ακταίς της Βαλτικής, εν τη νυν Φιλλανδία της Ρωσίας (ένθα λαλείται έτι η Φιννική γλώσσα) (117), εν Σουηδία εξηφανίσθη ή απερροφήθη υπό των ΓερμανοΣουηδών. Οι Γερμανικής καταγωγής Σουηδοί, οίτινες μετά την εξαφάνισιν των Φίννων απετέλεσαν τον μόνον λαόν, της Σουηδίας, παρήχθησαν εκ της αναμίξεως δύο λαών, των κυρίως Σουηδών και των Γότθων. Εκ της Σουηδικής δε ταύτης χώρας των Γότθων, της μέχρι νυν καλουμένης Γοθλανδίας (= χώρας Γότθων) και των απέναντι ακτών της Βαλτικής, κατέβησαν και εις τας μεσημβρινωτέρας χώρας της Ευρώπης οι γνωστοί ημίν Βησιγότθοι και Ουστρογότθοι. Αι Σουηδικαί Γοτθικαί φυλαί έζων εν Σουηδία βίον βάρβαρον μέχρι του 9 μ. Χ. αιώνος, ότε διά τινος εκ της βορείου Γαλλίας καταγομένου ιεραποστόλου Άνσγαρ, του καλουμένου «ιεραποστόλου του Βορρά», διεδόθησαν εν τη χώρα τα πρώτα σπέρματα του Χριστιανισμού (830). Αλλ' η Χριστιανική πίστις μόλις επί του βασιλέως Ολάφ (βαπτισθέντος τω 1001 μ. Χ.) διεδόθη οριστικώς εν τη χώρα. Και μόλις από των χρόνων τούτων η Σουηδία ήρξατο να εκπολιτίζηται.

Εν δε τη Νορβηγία κατώκουν ανέκαθεν λαοί Γερμανικής καταγωγής, εις πολλάς διαιρούμενοι φυλάς βαρβάρους υπό ιδίων ηγεμόνων αρχομένας, άς πάσας ήνωσεν εις έν κράτος περί τα τέλη του 9 μ. Χ. αιώνος ο ηγεμών Αράλδος, ο εκ της ωραίας αυτού κόμης κληθείς Χααρφάγαρος (Haarfagar = έχων ωραίαν κόμην). Επί δε του εγγόνου τούτου Ολάφ Α' (συγχρόνου του Ολάφ Α' της Σουηδίας βασιλεύσαντος περί τα 1000 μ. Χ.), είτα δε επί του Ολάφ Β' (1020) διεδόθη ο Χριστιανισμός εν Νορβηγία. Οι κάτοικοι Νορβηγίας, Δανίας, Σουηδίας καλούνται και δι' ενός κοινού ονόματος Νορμανδοί, ήτοι βόρειοι ανθρώποι (Nordmannen και κατά νεώτερον τύπον Normannen), και υπό το όνομα τούτο εποιήσαντο από του 8 μέχρι του 10 αιώνος πολλάς επιδρομάς κατά θάλασσαν εις διαφόρους ευρωπαϊκάς χώρας και ίδρυσαν διάφορα κράτη.

12. Νορμανδοί ή Βάραγγοι.

Νορμανδοί εκλήθησαν οι κάτοικοι των τριών Σκανδιναυικών χωρών Δανίας, Νορβηγίας, Σουηδίας, ουχί εν τη ιδία αυτών χώρα, ούτε αυτοί εις εαυτούς έδοσαν το τοιούτον όνομα, αλλ' εκλήθησαν ούτως υπό των Γερμανών και έπειτα υπό των άλλων κατοίκων της Δυτικής Ευρώπης, των Ρωμανικών δηλονότι λαών, εν ταις μεγάλαις επιδρομικαίς αυτών θαλασσοπορίαις, άς ήρξαντο να επιχειρώσιν από του τέλους του 8 μ. Χ. αιώνος. Τω 787 εγένοντο αι πρώται Νορμανδικαί επιδρομαί εις τα ανατολικά παράλια της Αγγλίας, αίτινες μικρόν κατά μικρόν υπήγαγον την χώραν κατά τον 10 αιώνα καθ' ολοκληρίαν υπό το κράτος του Κανούτου. Από δε των αρχών του 9 αιώνος ήρξαντο Νορμανδικαί επιδρομαί γενόμεναι εις τα παράλια των βορείων Γερμανικών χωρών, ζώντος έτι του Καρόλου του Μεγάλου. Επί δε των διαδόχων του Καρόλου, ιδίως εν τοις εμφυλίοις τούτων προς αλλήλους πολέμοις, οι Νορμανδοί δεν περιωρίζοντο να προσβάλλωσι τα παράλια της Γερμανίας, αλλά διά των στομίων των μεγάλων Γερμανικών ποταμών εισέπλεον διά των πειρατικών ή επιδρομικών αυτών πλοίων εις τα ένδον των Γερμανικών χωρών, λεηλατούντες και καίοντες τας μεγάλας παραποταμίους πόλεις της νυν Ολλανδίας και της Γερμανίας (ιδίως το Αμβούργον, το Ακουίσγρανον και την Κολωνίαν). Συγχρόνως δε οι επιδρομικοί στόλοι των Νορμανδών ελυμαίνοντο τα βόρεια και τα δυτικά παράλια της Γαλλίας (τας πόλεις Ρουέν, Βορδώ, Νάντην). Τω 845 εισεχώρησαν μέχρι Παρισίων. Ωσαύτως δε τω 885- 886 πολλά στίφη Νορμανδικά επολιόρκησαν τους Παρισίους, οίτινες εσώθησαν τότε διά του ισχυρού Παρισινού ευπατρίδου Όδωνος. Και τα παράλια δε της Ιβηρικής χερσονήσου τα κατά τον Ατλαντικόν έπαθον ουκ ολίγα από Νορμανδικών πειρατικών επιδρομών. Ταυτοχρόνως δε οι πειρατικοί ούτοι στόλοι διά του Ηρακλείου πορθμού (ή πορθμού Γιβραλτάρ) εισέπλεον εις την Μεσόγειον και ελυμαίνοντο τα νότια παράλια της Γαλλίας και εισέδυον εισπλέοντες διά του Ροδανού εις τα ένδον της νοτίου Γαλλίας, συγχρόνως δε επετίθεντο και κατά των δυτικών παραλίων της Ιταλίας, λεηλατήσαντες και καύσαντες προς τοις άλλοις την Πίσαν. Άλλοι Νορμανδοί κατά τους αυτούς χρόνους κατελάμβανον χώρας παραλίους της Σκωτίας και της Ιρλανδίας· άλλοι απώκισαν την Ιρλανδίαν, άλλοι δε προυχώρησαν μέχρι της Γροιλλανδίας και της βορειανατολικής Ευρώπης, αιώνας ολοκλήρους προ της ανακαλύψεως της ηπείρου ταύτης υπό του Κολόμβου, χωρίς, εν τούτοις, να νοήσωσιν ότι ευρίσκοντο επί νέας ηπείρου. Αλλ' αι υπερθαλάσσιαι επιδρομαί των Νορμανδών εξετάθησαν και εις τας ανατολικάς ακτάς της Βαλτικής, οπόθεν εισέδυσαν μετ' ου πολύ και εις τα ένδον της Ρωσίας και κατήλθον μέχρι του Κιέβου ιδρύσαντες εν ταις χώραις ταύταις δύο κράτη Ρωσικά (862), εξ ών παρήχθη μετ' ολίγον το ενιαίον Ρωσικόν κράτος. Αλλά περί της ιδρύσεως του Ρωσικού κράτους υπό των Νορμανδών ποιησόμεθα λόγον εν τη ιστορία τη Βυζαντιακή.

{158} Νορμανδοί είναι γνωστοί εν Βυζαντίω υπό το έτερον όνομα αυτών Βάραγγοι ή Βαριγαίοι (Wäringen = θαλασσοπόροι (118)), χρησιμεύοντες ως μισθοφόροι, ιδίως δε αποτελούντες την αυτοκρατορικήν φρουράν.

Εν ταις τοιαύταις υπερθαλασσίαις επιδρομικαίς στρατείαις αυτών οι Νορμανδοί ίδρυσαν, ως είπομεν, και κράτη. Εκ των κρατών τούτων τα σπουδαιότατα είνε, πλην του Ρωσικού και του εν Αγγλία Δανικού κράτους του Σουήνωνος και Κανούτου, το Νορμανδικόν κράτος το ιδρυθέν εν αρχή του 10 αιώνος (911) εν τη βορείω Γαλλία, ής μέγα μέρος φέρει μέχρι νυν το όνομα αυτών (καλούμενον Νορμανδία, Normandie). Κατά τον χρόνον τούτον οι Νορμανδοί υπό τον αρχηγόν αυτών Ρόλλωνα απέσπασαν από του εν Γαλλία ασθενούς βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Απλού την ειρημένην χώραν και ίδρυσαν κράτος, όπερ ανεγνωρίσθη και υπό του βασιλέως της Γαλλίας ως υποτελές, αλλ' ονόματι μόνον, τη Γαλλία κράτος. Οι εν Γαλλία Νορμανδοί παρέλαβον παρά των κατοίκων της χώρας, ήν υπέταξαν, τον Χριστιανισμόν και την γλώσσαν την Γαλλικήν ή Φραγκορωμανικήν, λησμονήσαντες, όπως προ αυτών αυτοί οι Φράγκοι, την ιδίαν αυτών Σκανδιναυικήν Γερμανικήν γλώσσαν αλλά διετήρησαν τα πολεμικά ήθη και τον πολεμικόν αυτών χαρακτήρα. Εκ της Νορμανδίας δε της εν Γαλλία ορμηθέντες οι Νορμανδοί υπό τον ηγεμόνα αυτών Γουλιέλμον τον κατακτητήν, καθά ήδη είπομεν (σ. 154), κατέλυσαν εν Αγγλία το των Αγγλοσαξόνων κράτος και ίδρυσαν νέον κράτος Αγγλικόν μετά νέων θεσμών (1066). Εκ της αυτής δε Νορμανδίας στίφη Νορμανδών κατελθόντα εις την κάτω Ιταλίαν έλαβον μισθοφορικήν στρατιωτικήν υπηρεσίαν υπό τους άρχοντας της χώρας Βυζαντινούς Έλληνας, αλλά μετ' ολίγον από μισθοφόρων στρατιωτών κατέστησαν αυτοί κύριοι της χώρας· υποτάξαντες δε και την Σικελίαν ίδρυσαν νέον κράτος ένθεν και εκείθεν του Σικελικού πορθμού· είτα δε επεχείρησαν την κατάλυσιν αυτού του Ελληνικού κράτους στρατεύσαντες επί τας εν Ευρώπη Ελληνικάς χώρας. Αλλά περί τούτων γενήσεται λόγος εν τη Βυζαντιακή ιστορία.

13. Σαρακηνοί πειραταί.

Καθ' ούς χρόνους οι από του όλως ζοφερού έτι βορρά και των υπερβορείων χωρών της Ευρώπης υπερθαλάσσιοι επιδρομείς ελυμαίνοντο δεινώς πάσας τας Ευρωπαϊκάς παραλίας από των ακτών της Βαλτικής και της Γερμανικής θαλάσσης μέχρι των παραλίων της Ιταλίας, εισδυόμενοι πολλαχού και εις μεσογείους χώρας, άλλοι υπερθαλάσσιοι πειραταί από Νότου και Αφρικής ενέβαλλον τρόμον εις τας Ευρωπαϊκάς ακτάς της Μεσογείου. Ήσαν δε ούτοι οι λεγόμενοι Σαρακηνοί (ίδε την λ. εν σ. 37 και σημ. 68), ήτοι Άραβες Μωαμεθανοί πειραταί ορμώμενοι από των απέναντι της Σικελίας βορείων ακτών της Αφρικής. {159} Οι Σαρακηνοί πειραταί, οι ενεργούντες όλως ανεξαρτήτως του Αραβικού κράτους του Χαλιφικού, μικρόν κατά μικρόν κατέλαβον, κατά τον 9 αιώνα, άπασαν την Σικελίαν, ως θέλομεν ιδεί εν τη Βυζαντιακή ιστορία, ελεηλάτησαν δε 150 πόλεις της νοτίου Ιταλίας (Καλαβρίας και Καμπανίας) και εξέτειναν τας πειρατείας μέχρι των προθύρων της Ρώμης απειλούντες αυτήν διηνεκώς και διαρπάζοντες και λεηλατούντες τα έξωθεν των τειχών της πόλεως ιερά ιδρύματα. Εισέδυον δε ούτοι και εις τα ένδον των περί την Μεσόγειον χωρών, εις το Πεδεμόντιον και εις την Προβηγκίαν· εν Σαβοΐα μάλιστα εξέτειναν τας επιδρομάς μέχρι των οχθών της Λεμάνης λίμνης (λίμνης της Γενεύης) και μέχρι Λοθαριγγίας. Οι αυτοί δε πειραταί, ως θέλομεν ιδεί, ελυμαίνοντο και Ελληνικάς παραλίους χώρας της Πελοποννήσου και τας νήσους του Αιγαίου. Εις την δύναμιν των Σαρακηνών πειρατών έθεσαν τέρμα, κατ' αξιομνημόνευτον σύμπτωσιν, οι από Γαλλίας και Ιταλίας μεταναστεύσαντες Νορμανδοί.

14. Τα εν Ισπανία.

Αλλ' ενώ ούτως αι χριστιανικαί ακταί της Μεσογείου δεινότατα έπασχον υπό μωαμεθανών πειρατών, εν τη μόνη μεγάλη χώρα της Ευρώπης τη υποκυψάση προ μικρού ολοσχερώς εις το κράτος των Αράβων μωαμεθανών, ήρξατο να διεξάγηται μέγας αγών μεταξύ Μωαμεθανισμού και Χριστιανισμού. Η δύναμις των Αράβων κατά τον 9 και 10 αιώνα είναι έτι μεγίστη εν Ισπανία· αλλ' εξ άλλου και τα μικρά χριστιανικά κράτη και ιδίως η Καστιλία και η Αραγωνία, άτινα εσχηματίσθησαν κατά μικρόν εν ταις ορεινοτάταις βορείοις χώραις της χερσονήσου, ήρξαντο κατά τους χρόνους τούτους δεικνύοντα ύπαρξιν και δύναμιν. Η από του Καρόλου του Μεγάλου κατάληψις της μεταξύ Πυρηναίων και Ίβηρος ποταμού χώρας (σ. 142) ενίσχυσε την θέσιν των χριστιανών. Ούτοι διά των διηνεκών κατά Μωαμεθανών αγώνων αυτών εγένοντο κατά τον 11 αιώνα κύριοι του ημίσεος της χερσονήσου, καταστάντες ισχυρότεροι των Μωαμεθανών πολεμίων, ούς περί το τέλος του 15 αιώνος εξέβαλον ολοσχερώς της πατρίδος αυτών.

15. Ούγγροι και Σλαύοι.

{160} Εν οίς ακριβώς χρόνοις Νορμανδοί από Βορρά και Σαρακηνοί από Νότου ετάραττον και ελυμαίνοντο δεινώς την νέαν Χριστιανικήν Ευρώπην, η Ανατολική Ευρώπη, μετ' αυτήν δε και η Μέση και Δυτική εις νέας εξετίθεντο φοβεράς εξ Ασίας επιδρομάς. Αφού μόλις διά του στιβαρού βραχίονος του Καρόλου του Μεγάλου κατεστράφησαν τα τελευταία λείψανα του Αραβικού κράτους, ήλθον ευθύς νέα πολυπληθή στίφη βαρβαρικά εκ της Ασίας διά της Ανατολικής Ευρώπης, καλούμενοι Ούγγροι, Πατσινάκοι, Ούζοι, λαοί τουρκικής πάντες καταγωγής. Τούτων οι φοβερώτατοι υπήρξαν οι Ούγγροι, ή όπως αυτοί εαυτούς καλούσιν Μαδζάροι ή Μοδζάροι (Μαγιάροι). Ο τουρκικός ούτος λαός των Ούγγρων άγνωστον πότε και εκ τίνος ακριβώς χώρας τουρκικής της Μέσης Ασίας ορμηθείς ήλθεν εις την Ανατολικήν Ευρώπην, ένθα, αφού επί τινα χρόνον διετέλεσεν υπό την κυριαρχίαν των ομοφύλων τούρκων Χαζάρων, προυχώρησε δυτικώτερον, εις τας νοτιοδυτικάς χώρας της νυν Ρωσίας (περί τας αρχάς του 9 αιώνος), χωριζόμενος από των Γερμανών διά των Σλαυικών λαών των οικούντων προς ανατολάς της Γερμανίας. Οι Σλαύοι ούτοι διά της Μεγάλης Μεταναστεύσεως των λαών απεώσθησαν από των ένδον της νυν Ρωσίας προς δυσμάς επί τους Γερμανικούς λαούς και υπό τούτων επί το ελληνικόν κράτος. Ο Κάρολος ο Μέγας, ούτινος το κράτος περιελάμβανε πάσαν την Γερμανίαν, ήλθεν εις συνάφειαν εχθρικήν προς τους Σλαύους, καθ' ών πολεμήσας κατέλιπε παρ' αυτοίς όνομα μέγα και φοβερόν συνώνυμον προς το του ισχυρού ηγεμόνος (ίδ. σημ. 109). Αλλ' οι πολυώνυμοι ούτοι Σλαύοι, οι οικούντες ανατολικώτερον της Γερμανίας και κατέχοντες πάσας σχεδόν τας προς ανατολάς του Άλβιος χώρας, της νυν Γερμανίας (ολόκληρον σχεδόν την Πρωσσίαν, ής το όνομα είναι Σλαυικόν, και μέγα μέρος της νυν Σαξονίας), επί των ασθενών διαδόχων του Καρόλου ήρξαντο ποιούμενοι δεινάς επιδρομάς επί τας Γερμανικάς, χώρας, τινές δε των Σλαυικών φυλών, οι Μοραυοί, ίδρυσαν και ισχυρόν κράτος, όπερ, επί του ηγεμόνος Ζβεντεπόλδου, εξετάθη και επί την Βοημίαν και Παννονίαν και μέχρι της νυν Σερβίας και των οχθών της Αδριατικής. Ο Λουδοβίκος ο Γερμανός, ο πρώτος βασιλεύς της Γερμανίας, και οι διάδοχοι αυτού δεινούς διεξήγαγον πολέμους εναντίον των Σλαύων, ιδίως εναντίον του μνημονευθέντος Ζβεντεπόλδου, αποθανόντος διαρκούντων έτι των πολέμων τούτων (895).

Μετά τον θάνατον του Ζβεντεπόλδου επί των ασθενών διαδόχων αυτού το κράτος το Μοραυικόν διενεμήθη μεταξύ άλλων μικροτέρων Σλαυικών Κρατών (Βοημίας, Πολωνίας) και των Ούγγρων. Καθόλου δε οι Σλαύοι ούτως εταπεινώθησαν υπό των Γερμανών κατά τον επόμενον (10) αιώνα, ιδίως επί του Όθωνος, ώστε το όνομα αυτών εκ των συχνών εξανδραποδισμών, ούς έπαθον, κατέστη συνώνυμον παρά τοις Ευρωπαίοις προς το ανδράποδον (esclave, Sklave = δούλος). (119) Από του 9 μ. Χ. αιώνος οι Σλαύοι της Μοραυίας περιήλθον κατά μικρόν εις τον Χριστιανισμόν διά των Ελλήνων ιεραποστόλων Μεθοδίου και Κυρίλλου. Αλλ' η εντελής παρ' αυτοίς και παρά τοις άλλοις Σλαυικοίς λαοίς του βορρά (πλην των Ρώσων) επικράτησις του χριστιανισμού υπήρξεν έργον των Γερμανών μετά αιώνας κατορθωθέν. Διά του χριστιανισμού δε και διά Γερμανικών αποικισμών οι πλείστοι των βορείων τούτων Σλαύων εξεγερμανίσθησαν ολοσχερώς. (120)

Αλλ' η κατάλυσις του Μοραυικού κράτους είχεν ολέθρια αποτελέσματα εις τε την Γερμανίαν και την Ευρώπην. Οι Ούγγροι, οι βαρβαρώτατοι πάντων των τέως εξ Ασίας εις την Ευρώπην εισβαλόντων λαών, εξαιρουμένων των Ούννων και των Βουλγάρων, και προς τους δύο μόνον τούτους λαούς δυνάμενοι να συγκριθώσι κατά την βαρβαρότητα και αγριότητα, ήλθον νυν εις άμεσον συνάφειαν προς την Γερμανίαν. Αυτός ο βασιλεύς της Γερμανίας Αρνούλφος ο του Λουδοβίκου του Γερμανού υιός, πολεμών εναντίον των Μοραυών, είχε καλέσει τους Ούγγρους εις βοήθειαν αυτού εναντίον του Ζβεντοπόλδου. {162} Αλλ' οι Ούγγροι, οι συμπράξαντες τοις Γερμανοίς προς κατάλυσιν της των Σλαύων Μοραυών δυνάμεως, μετά την κατάλυσιν του κράτους τούτου επέπεσον επ' αυτούς τους Γερμανούς. Επτά φυλαί Ουγγρικαί υπό επτά φυλάρχους τεταγμένους υπό τον υπέρτατον φύλαρχον Αρπάδον, τον μέγαν θεωρούμενον γενάρχην των εν Ευρώπη Ούγγρων, εισήλασαν εις την Παννονίαν, ένθα προ αυτών είχον εισβάλει οι ομόφυλοι αυτών, αλλ' εχθρικώς αυτοίς διακείμενοι Πατσινάκοι. Πανταχού όθεν διήρχοντο τα Ουγγρικά στίφη, έφερον την καταστροφήν και ερήμωσιν, ως πρότερον οι Ούννοι. Και το γραφόμενον περί αυτών υπό των συγχρόνων, ότι έτρωγον τα πτώματα των υπ' αυτών φονευομένων και έπινον το αίμα αυτών, καν θεωρηθή ως υπερβολή αφισταμένη της αληθείας, μαρτυρεί ουδέν ήσσον τίνα φρίκην ενεποίει εις τους τότε Ευρωπαίους το όνομα των Ούγγρων. Αι επιδρομαί αι Ουγγρικαί εξετάθησαν καθ' όλην την νότιον Γερμανίαν εξικνούμεναι μέχρι Ιταλίας και Γαλλίας και Λοθαριγγίας και βραδύτερον μέχρι Μοραυίας και Σαξονίας. Τρεις μεγάλαι Γερμανικαί στρατιαί κατεστράφησαν αλλεπαλλήλως. Ουδείς δε πλέον Γερμανός πολεμιστής ετόλμα ν' αντιμετωπίση την αγρίαν ορμήν των φοβερών στρατιών του Αρπάδου. Μάτην οι Γερμανοί επίσκοποι εκήρυξαν τας πρώτας σταυροφορίας εναντίον των Ούγγρων, μάτην επί του βασιλέως Λουδοβίκου του παιδός εκηρύχθη θανατική ποινή κατά παντός Γερμανού μη προσερχομένου υπό τας σημαίας. Οι Ούγγροι, επί ικανόν χρόνον εξηκολούθουν ατιμώρητοι τας σφαγάς, τους εμπρησμούς και τους εξανδραποδισμούς αυτών. Πρώτος ο βασιλεύς της Γερμανίας Ερρίκος Α', ως είδομεν, εδάμασεν οπωσούν την ορμήν των Ούγγρων (121), ο δε Όθων Α' μετά την μεγάλην καταστροφήν, ήν επήνεγκεν αυτοίς τω 955, έθηκε τέρμα εις τας Ουγγρικάς επιδρομάς. Έκτοτε οι Ούγγροι περιωρίσθησαν κατά μικρόν εν ταις μέχρι νυν υπ' αυτών οικουμέναις χώραις, και, αφού εξ ανάγκης έπαυσαν τας επιδρομάς, επεδόθησαν εις ειρηνικάς εργασίας, γενόμενοι ποιμένες και γεωργοί. Κατά δε τον επόμενον αιώνα ίδρυσαν βασίλειον, ούτινος ο πρώτος βασιλεύς Στέφανος Α' (997- 1038) κατέστη και απόστολος των Ούννων γενόμενος χριστιανός και προσαγαγών τον λαόν αυτού εις τον Χριστιανισμόν, κληθείς δε Αποστολική Μεγαλειότης (ίδε σημ. 12). Είναι δε οι Ούγγροι πλην των εξ αρχαιοτάτων χρόνων εν Ευρώπη οικούντων Φιννικών Τουρκικών λαών (ίδε σελ. 155), ο μόνος εξ Ασίας εις Ευρώπην μεταναστεύσας Τουρκικός λαός, διατηρηθείς αμιγής σχεδόν Τουρκικός και διατηρών την Τουρκικήν αυτού γλώσσαν (122), καταταχθείς δε εις την χορείαν των χριστιανικών πεπολιτισμένων Ευρωπαϊκών λαών.