Οι τρεις ούτοι ποιηταί παριστώσι την προσωπικήν λυρικήν ποίησιν της Ελλάδος. Ο Αλκαίος περικλείει πάσαν εκδήλωσιν ανησύχου και ίσως πατριωτικού βίου. Η Σαπφώ εκφράζει μετά φλεγούσης αγωνίας την εσωτερικήν ζωήν, τα συνήθως σιωπηλά πάθη. Ο Ανακρέων σκορπίζει ελαφρά τεμάχια ωδών, αναφερόμενα εις απλήν διασκέδασιν των αισθήσεων ή της φαντασίας. Αλλ' η προσωπική ωδή δεν έφθασε ποτέ το καλλιτεχνικόν μεγαλείον, τα θρησκευτικά και φιλοσοφικά ύψη του χορικού άσματος. Είναι δε δηλωτικόν της ημετέρας αδυναμίας προς εντελή κατανόησιν της ελληνικής ποιήσεως τούτο, ότι συνήθως ημείς προτιμώμεν μάλλον εκείνο το είδος, όπερ ολόκληρος η αρχαιότης εθεώρει ως ευκολώτερον και υποδεέστερον.
ΤΟ ΧΟΡΙΚΟΝ ΑΣΜΑ
Πλην της προσωπικής λυρικής υπήρχε βεβαίως εν Ελλάδι κατά χρόνους
αρχαιοτέρους των παλαιοτάτων σωζομένων ποιημάτων η συνήθεια του εορτασμού
σπουδαίων περιστάσεων διά του χορού και του άσματος ολοκλήρου ομίλου. Η
περίστασις ηδύνατο, εννοείται, να είναι δημοσία ή ιδιωτική, αλλά κατά τους
πρώτους χρόνους ήτο μάλλον ή ήττον θρησκευτική, π. χ. νίκη, θέρος, εορτή,
γέννησις, θάνατος ή γάμος. Κατά δε τους χρόνους, ότε πρώτον ημείς γνωρίζομεν τα
χορικά, ταύτα πάντοτε μηνύουσιν εξ επαγγέλματος ποιητήν και όμιλον εξ
επαγγέλματος χορευτών, και συνήθως κάτι νέον, — δηλαδή νέον χορόν, νέαν
μουσικήν, νέα λόγια — διά πάσαν νέαν περίστασιν. Είναι δε τούτο καθολικόν. Οι
μεγάλοι λυρικοί είναι Λέσβιοι, Ιταλιώται, Ρηγίνοι, Κείοι, Βοιωτοί, ο δε αρχαιότατος
λέγεται ότι ήτο Λυδός. Ο ποιητής ηδύνατο να στείλη προς εκτέλεσιν το έργον του
και αλλού, βέβαιος ότι εκεί θα ευρεθώσι δόκιμοι εκτελεσταί, δυνάμενοι να
νοήσωσι και τον χορόν και το άσμα. Και η διάλεκτος είναι τρόπον τινά καθολική.
Έχει δηλαδή αιολικά, «επικά» και δωρικά στοιχεία, και μόνον η αναλογία τούτων
ποικίλλει κατά τους διαφόρους ποιητάς. Τα γεγονότα ταύτα αρκούσι να δείξωσιν
ότι τα χορικά και αυτού του Αλκμάνος, πολύ δε μάλλον τα του Σιμωνίδου είναι
υψηλώς ανεπτυγμένα έργα. Τα δε άριστα των σωζομένων ειδών, οι επίνικοι του
Πινδάρου, παριστώσι την τελείαν ανάπτυξιν άνθους, όπου αρχίζει πλέον η
παρακμή.
Τι σημαίνει άρα γε η μείξις αύτη των διαλέκτων; Η αιολική είναι η γλώσσα του άσματος ένεκα της Σαπφούς και του Αλκαίου· διότι πας ψάλτης, ακολουθών αυτούς, επηρεάζετο υπ' αυτών. Το δε επικόν στοιχείον απορρέει εκ του Ομήρου, όστις τότε περίπου διεδόθη ως κοινόν κτήμα της Ελλάδος (147). Αλλά το δωρικόν είναι ανάγκη να εξηγηθή.
Οι ποιηταί, καθώς είδομεν, δεν ήσαν μόνον Δωριείς· αλλ' οι προστάται της ποιήσεως ήσαν, δωρικόν δε κατά μέγα μέρος ήτο και το πνεύμα αυτής. Διότι της μεν ιωνικής και αιολικής παιδείας σκοπός ήτο η ελευθερία του ατόμου· η δε δωρική υπέτασσεν αυτόν προκειμένου και περί αυτής της ποιήσεως, εις κοινόν ευρύτερον και αδιαφορούσα περί των αισθημάτων ενός εκάστου, εζήτει παρ' αυτού να εκφράση τα αισθήματα του συνόλου. Οι πρώτοι χορικοί ποιηταί, ο Αλκμάν και ο Στησίχορος, ήσαν πιθανώς δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι έκαστος χάριν της ιδίας πόλεως. Τούτο είναι έν δωρικόν στοιχείον των χορικών ασμάτων. Άλλο δε είναι, ότι ευθύς ως έπαυσε να εκτελήται υπ' αυτού του κοινού ως δημόσιον καθήκον, απέβη διασκέδασις κατά παραγγελίαν ενός προστάτου, δαπανώντος. Οι μη χορικοί ποιηταί, Αλκαίος, Σαπφώ, Αρχίλοχος, έγραφον προς ιδίαν ευχαρίστησιν και ήσαν κατά την Αριστοτελικήν φράσιν «εαυτών» και ουχί «άλλου». Ο Ανακρέων έζησεν εν αυλαίς και θα συνετηρείτο βεβαίως εκ της αυλικής προστασίας, αλλά τα ποιήματά του προφανώς εγράφησαν προς ιδίαν τέρψιν και όχι κατ' εντολήν του Πολυκράτους. Αλλ' η άσκησις χορού εξ επαγγέλματος σημαίνει δαπάνην, και η δαπάνη σημαίνει προστάτην δαπανώντα. Όθεν ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης μετά των εξησκημένων αυτών χορευτών ηδύναντο να υπάρχωσι μόνον διά της προστασίας πλουσίων ολιγαρχικών.
Το πλουσιώτατον ιωνικόν κράτος, αι Αθήναι, δυσαρέστως έβλεπον την ανάπτυξιν ταύτην του χορού. Οι αθηναϊκοί διθύραμβοι και αι τραγωδίαι δεν εγράφοντο κατ' εντολήν ενός, ουδέ παριστάνοντο υπό εμμίσθων υποκριτών, αλλ' εδιδάσκοντο πανηγυρικώς υπό ελευθέρων πολιτών, ως υπηρετών του μεγάλου Δήμου. Και ενίοτε μεν πλουσιώτατός τις πολίτης ηδύνατο να παρασκευάζη, καθώς Δωριεύς ευπατρίδης, διδασκαλίαν ιδίου διθυράμβου· αλλά και αυτός ο Μεγακλής, όστις παρήγγειλε διθύραμβον εις τον Πίνδαρον, φαίνεται μέτριος και φειδωλός παραβαλλόμενος προς τους Αιγινήτας και προς τους τυράννους. Ο Αλκιβιάδης παρήγγειλε διθύραμβον εις τον Ευριπίδην, αλλά τούτο ήτο δείγμα της επιδεικτικής του σπατάλης. Εν γένει δ' αι ιωνικαί πολιτείαι ήσαν είτε πτωχοτέραι είτε δημοκρατικώτεραι ή ώστε ν' αναπτύξωσιν επαγγελματικά χορικά άσματα.
Το χορικόν άσμα απετέλει χωριστόν είδος, έχον ιδίαν ενότητα, αλλά δεν είχεν έν όνομα. Όθεν ο Αριστοτέλης συχνά μεταχειρίζεται το ειδικόν όνομα «διθύραμβος» προς δήλωσιν του όλου γένους· τούτο είναι λαϊκή επέκτασις της εννοίας, επελθούσα μετά την ανάπτυξιν του νεωτέρου αττικού διθυράμβου υπό του Τιμοθέου και του Φιλοξένου. Και αυτά δε τα ονόματα των διαφόρων ειδών των χορικών ασμάτων είναι όλως αόριστα. Δηλαδή ότε οι γραμματικοί της Αλεξανδρείας συνήθροισαν τα διεσπαρμένα έργα του Πινδάρου και του Σιμωνίδου εχρειάζοντο βάσιν τινά προς διαίρεσιν και κατάταξιν. Ούτω κατά τα θέματα έχομεν συμποτικά, επιθαλάμια, θρήνους, επινίκια· κατά δε την σύστασιν του χορού, παρθένια, παιδικά, ή πάλιν εξ άλλης απόψεως, στάσιμα, εμβατήρια, χορικά. Κατόπιν έρχονται ίδια ονόματα, εις ουδεμίαν υπαγόμενα τάξιν· παιάν είναι ύμνος εις τον Απόλλωνα· διθύραμβος εις τον Διόνυσον (148) ιάλεμος είναι ίσως θρήνος δι' ασθένειαν και όχι θάνατον. Η σύγχυσις είναι φανερά· οι κατ' ιδίαν συλλέκται έκαμνον καθείς άλλην διαίρεσιν· μετεχειρίζοντο δε και τοπικά ονόματα διά τοπικάς ποικιλίας ασμάτων, αρχικώς ασχέτων π. χ. εάν ιάλεμός τις πράγματι διέφερε θρήνου και θρήνος επικηδείου, τούτο εσήμαινε μόνον, ότι πάντα ταύτα ήσαν ονόματα τοπικά και ότι ο ρυθμός αυτών συνέβαινεν ακασταχού { in the different localities } να διαφέρη.
Ο καθαυτό διθύραμβος ήτο άσμα και χορός εις τιμήν του Διονύσου, έκπαλαι τελούμενος εν Νάξω, Θάσω, Βοιωτία και Αττική· το όνομα φαίνεται ως σύνθετον εκ του Δι (=Διο-, θεο-) και θρίαμβος, triumphus. Ήτο δε άγριον και χαροποιόν άσμα, επιφαινόμενον κατά πρώτον μετά στροφής και αντιστροφής, αλλά κατόπιν αποβάλλει ταύτας και μένει σχεδόν άμετρον. Συνωδεύετο δε πιθανώς υπό μεταμφιέσεων· οι χορευταί παρίστανον τους ακολούθους του Βάκχου, όν ευρίσκομεν εν μέσω τοιούτων θιάσων επί των παλαιοτέρων αττικών αγγείων. Συνήθως καλούμεν αυτούς Σατύρους· αλλ' ο Σάτυρος είναι δαίμων τραγογενής, αυτοί δ' έχουσιν ώτα και ουράν ίππου, καθώς οι Κένταυροι. Η διαφορά του αισθήματος δεν είναι μεγάλη· οι Κένταυροι είναι πάσαι αι άγριαι δυνάμεις, όσαι θορυβούσι και σοβούσι και μέλπουσιν εντός των θεσσαλικών δασών· οι δε Σάτυροι είναι οι αρκαδικοί ορεινοί τράγοι, η προσωποποιία της αγριότητος, όλα τα ένστικτα, κείμενα και υπεράνω και υποκάτω του ορθού λόγου· κύριος αντιπρόσωπος αυτών είναι ο Παν, ο Αρκάς ποιμενικός θεός, όστις λίαν έχει προς τον Διόνυσον συγγένειαν. Εάν δε λέγεται ότι ο Αρίων ηύρεν, εδίδαξε και ωνόμασε τον διθύραμβον εν Κορίνθω, τούτο σημαίνει, πιθανώς ότι πρώτος ήνωσε το παλαιόν Διονυσιακόν άσμα μετά της ιδέας του Πανός· ότι πρώτος μετημφίεσε τους χορευτάς εις Σατύρους. Η Κόρινθος, η μετάγουσα εκ της Αρκαδίας εις την θάλασσαν, θα ήτο ο φυσικός τόπος τοιαύτης μεταβάσεως. Ούτως ο διθύραμβος ήτο ωδή τράγου, ήτοι «τραγωδία» και πράγματι, εξ αυτού λέγει ο Αριστοτέλης ότι προήλθεν η τραγωδία. Είναι δε άξιοσημείωτον ότι ο διθύραμβος, αφού εγέννησε την τραγωδίαν, συνέζησεν επί πολύ μετ' αυτής και επέζησε. Κατά τους χρόνους του Αριστοτέλους η τραγωδία ήτο πράγματι νεκρά, ενώ η θυγάτηρ αυτής, η νέα κωμωδία, και ο πατήρ αυτής, ο αττικός διθύραμβος, έζων και εβασίλευον ακόμη.
ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ. — ΑΛΚΜΑΝ, ΑΡΙΩΝ, ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ.
Το όνομα ΑΛΚΜΑΝ είναι ο δωρικός τύπος του Αλκμέων, ο δε φέρων αυτό [κατά τον
Σουίδαν] ήτο «Λάκων από Μεσσόας» (περί τα 650 π. Χ.)· αλλ' η αθηναϊκή φαντασία
δεν ηδύνατο να χωνεύση την ιδέαν, ότι άνθρωπος Σπαρτιάτης υπήρξε ποιητής. Και
περί μεν του Τυρταίου έπλασαν ότι ήτο Αθηναίος· περί δε του Αλκμάνος, εξ ολίγων
τυχαίων λέξεων ενός των ποιημάτων του επενόησαν ότι αυτός ή οι πρόγονοί του
ήλθον εκ της Λυδίας. Εντεύθεν εδημιουργήθη ολόκληρον μυθιστόρημα, ότι ήτο
Λυδός, ότι υπήρξεν αιχμάλωτος των Κιμμερίων και επωλήθη κατόπιν πέραν της
θαλάσσης εις την Σπάρτην, όπου τα χαριτωμένα του ποιήματα τού απέδωσαν την
ελευθερίαν. Ο Αλκμάν πλησιάζει πολύ τους Λεσβίους ποιητάς· λαλεί εξ ιδίου
ονόματος, μεταχειριζόμενος τον χορόν ως απλούν όργανον, διά δε τον προσωπικόν
των ερωτικών του ασμάτων ήχον ο Αρχύτας (κατά τον δ' αιώνα π. Χ.) εθεώρει
αυτόν ως ευρετήν της ερωτικής ποιήσεως. Γράφει δε ο Αλκμάν, όπως και η Σαπφώ,
την δροσεράν διάλεκτον της κώμης του, ελευθέραν λογοτεχνικού ψιμυθίου· ο
πολύς του ενθουσιασμός διά το έτνος της Σπάρτης [17 (23)] ομοιάζει τον του
Καρλάιλ διά το σκωτικόν porridge. Τα δε μέτρα του είναι απλά και καθαρά· το
απόσπασμα [8(12)] — όπερ εμιμήθη ο Τέννυσον εν τω In Memoriam —
δεικνύει πού έφθανεν η ποίησίς του.
Ου μ' έτι, παρθενικαί μελιγάρυες ιμερόφωνοι,
γυία φέρειν δύναται· βάλε δη βάλε κηρύλος είην,
όςτ' επί κύματος άνθος άμ' αλκυόνεσσι ποτήται
νηδεές ήτορ έχων, αλιπόρφυρος είαρος όρνις.
{ No more, oh, wild sweet throats, voices of love, will my limbs bear me; would, would I were a ceryl-bird, that flies on the flower of the wave amid the halcyons, with never a care in his heart, the sea-purple bird of the spring! }
Το μακρότατον απόσπασμα του Αλκμάνος είναι το επί αιγυπτιακού παπύρου, ευρεθέντος υπό του Mariette τω 1855, μέρος ωραίου παρθενίου, ήτοι χορικού άσματος παρθένων, περιέχον διαλόγους ημιχορίων. Όπου ακούομεν π. χ. ότι η Αγιδώ μεταξύ του λοιπού χορού είναι [στ. 46]
εκπρεπής τως, ώσπερ αίτις
εν βοτοίς στάσειεν ίππον
παγόν αεθλοφόρον
{ a race-horse among cows, }
και ότι [51]
α δε χαίτα
τας εμάς ανεψιάς
Αγησιχόρας επανθεί
χρυσός ως ακήρατος,
{ the hair of my cousin Agesichora gleams like pure gold }
τούτο δεν σημαίνει ότι ο ποιητής εκφράζει «αγροίκως» και αναφανδόν τας ιδικάς του προτιμήσεις — αι αμνάδες του χορού θα εδέχοντο τότε να ψάλλωσι τοιούτους στίχους; — σημαίνει μόνον τα δύο ημιχόρια ανταλλάσσουσι φιλοφρονήματα. Το ποίημα τούτο, ανόμοιον προς τα λεσβιακά, έχει στροφικήν διαίρεσιν και είναι αξιόλογον ότι δεικνύει φανεράν τάσιν προς την ομοιοκαταληξίαν [στ. 4-5, 79-81]. Τοιαύτα ίχνη σκοπίμου ομοιοκαταληξίας ευρίσκονται και παρ' Ομήρω και Αισχύλω [Επτά, 778 κεξ. 785 κεξ.), ενώ οι ρήτορες και ο Σοφοκλής, παρά πάσαν την άλλην επιμέλειαν της ευφωνίας, δέχονται και οχληρά και πτωχά ομοιοκατάληκτα μετά τόσης ελευθερίας, όση σημαίνει απλώς ότι δεν ησθάνοντο την ιδιαιτέραν ταύτην σχέσιν των ήχων (149).
ΑΡΙΩΝ ο Μηθυμναίος είναι πολυθρύλητος ως ευρετής του διθυράμβου και διά την θαυμαστήν διάσωσίν του εκ της θαλάσσης· οι πειραταί του επέτρεψαν να παίξη τελευταίαν φοράν πριν τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν· αλλ' οι δελφίνες, όσοι συναχθέντες ήκουον, τον εκόμισαν βαστακτόν εις το Ταίναρον. Τούτο είναι μύθος παλαιός, λεγόμενος περί [του Τάραντος] του υιού του Ποσειδώνος, του Ενάλου εν Λέσβω και των θαλασσίων δαιμόνων Παλαίμονος, Μελικέρτου, και Γλαύκου αλλαχού. Τα έργα του Αρίονος εχάθησαν ενωρίς· ήδη κατά τον β' π. Χ. αιώνα Αριστοφάνης ο Βυζάντιος δεν ηδύνατο να εύρη ουδέ έν· αλλ' αξιόλογον απόσπασμα διθυράμβου του τετάρτου αιώνος, όπου ο ποιητής παριστά τον Αρίονα, περιήλθεν εις ημάς ως ιδικόν του κατά παραδρομήν του Αιλιανού, [του διηγουμένου τον μύθον της διασώσεως του ποιητού. (Ζώων ιδιότ. ΙΒ' 45)] (150).
Μέγιστος της παλαιοτέρας χορικής ποιήσεως αντιπρόσωπος είναι ΤΕΙΣΙΑΣ, ο επονομαζόμενος ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ, ο Ιμεραίος. Κυρίως ήτο Επιζεφύριος Λοκρός εκ Ματαύρου, εγράφη δε πολίτης της Ιμέρας κατά τους μακρούς εναντίον του εξακουστού τυράννου Φαλάριδος αγώνας. Μία των κατ' αυτού παρορμήσεων του Στησιχόρου ήτο ο μύθος ο περί του ίππου, όστις έγινε δούλος του ανθρώπου, διά να εκδικηθή την έλαφον. Ότε δε ο Φάλαρις κατίσχυσεν οριστικώς, ο Στησίχορος απεσύρθη εις την Κατάνην, όπου ο έξω της πύλης της πόλεως οκτάγωνος αυτού τάφος ήτο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους έν των αξιοθεάτων της Σικελίας. Περί δε του ιδιωτικού του βίου πλην των κόκκων της γνησίας παραδόσεως, όσοι είναι δυνατόν να επιζώσιν εντός των πασιγνώστων εκείνων πλαστογραφιών, των Επιστολών του Φαλάριδος (151), γινώσκομεν έν μόνον γεγονός· ο ποιητής έπαθεν οφθαλμίαν, του εκολλήθη δε η ιδέα, ότι τούτο ήτο θεία οργή της Ελένης, την οποίαν είχε παραστήσει κατά τον συνήθη τρόπον πιθανώς εν τη Ελένη ή τη Ιλίου Πέρσει. Τας δε τύψεις της συνειδήσεως επέτεινον και ιστορικαί απορίαι· ο ποιητής δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι όλη η Τροία αφέθη να καταστραφή απλώς διά να τέρπεται ο Πάρις. Εάν οι Τρώες δεν ηθέλησαν να παραδώσωσι την Ελένην, σημαίνει ότι ουδέποτε θα την είχον. Ο Στησίχορος λοιπόν εποίησε την διαβόητον εκείνην Παλινωδίαν·
Ουκ έστ' έτυμος λόγος ούτος,
ουδ' έβας εν ναυσίν ευσέλμοις,
ουδ' ίκεο πέργαμα Τροίας.
{ That tale was never true! Thy foot never stepped on the benched galley, nor crossed to the towers of Troy! }
Αγνοούμεν ακριβώς ποία ήτο η παραλλαγή του Στησιχόρου· ίσως ήτο η παρά Ηροδότω και Ευριπίδη, η παριστάνουσα την Ελένην ως διαφυγούσαν εις την Αίγυπτον, και όχι την Τροίαν. Αλλ' όπωςδήποτε ο ποιητής ικανοποίησε την Ελένην και ανέκτησε την όρασιν· κάτι τοιούτο λέγεται και περί του Ισλανδικού Skald Thormod.
Η προς την ελληνικήν ποίησιν υπηρεσία του Στησιχόρου ήτο τριττή· εισήγαγε τον επικόν μύθον εις την Δύσιν· ηύρε το σοβαρόν διηγηματικόν ύφος της λυρικής ποιήσεως· εζωογόνησε και μετεμόρφωσε μετά της αυτής τόλμης και καλής πίστεως, όπως τον μύθον της Ελένης, πλείστους των μεγάλων κανονικών μύθων. Όθεν αποκαλείται λυρικός Όμηρος και περιγράφεται υπό του Κοϊντιλιανού (Χ 1,62), ως «βαστάσας επί της λύρας τα βάρη του έπους».
Τα μέτρα, τα συνήθως ονομαζόμενα Στησιχόρεια — αν και είχον μεταχειρισθή αυτά προ του Στησιχόρου και άλλοι — δεικνύουσι τον κατά το ήμισυ επικόν χαρακτήρα. Σύγκεινται εξ ημιστιχίων εξαμέτρου, κατεσπαρμένων διά συντόμων ποικίλων στίχων, — επιτρίτων, αναπαίστων, ή απλώς καταληκτικών — όσοι ακριβώς αρκούσι διά να συντρίψωσι την μονοτονίαν και να καταστήσωσι τον στίχον λυρικόν. Και η λέξις συμφωνεί προς το σοβαρόν τούτο διάγραμμα· δεν είναι παθητική ουδέ λίαν ασματική, αλλά παρακολουθείται ευκόλως και είναι μάλλον αφηγηματική. Τούτο εξηγεί διατί τοιούτος ποιητής αφήκε τόσον ολίγα λείψανα· διότι διά μεν τους γραμματικούς δεν ήτο αρκετά δύσκολος, διά δε τους έπειτα φιλομούσους δεν είχε στίχους λαξευτούς. Οι αρχαίοι κριτικοί επαινούντες κατά τάλλα τον Στησίχορον, παραπονούνται ότι ήτο διεξοδικός· μόνη η Ορέστεια εξετείνετο εις δύο βιβλία, και βεβαίως η Ιλίου Πέρσις δεν ήτο βραχυτέρα· τα δε άπαντα αυτού κατά τους Πτολεμαϊκούς χρόνους κατελάμβανον 26 βιβλία. Ο Στησίχορος είχε την αφθονίαν επικού ποιητού, όχι την λαμπρότητα, την οποίαν ο Πίνδαρος εσυνήθισε την Ελλάδα να προσδοκά παρά λυρικού· αλλ' όμως κατέλαβε θέσιν όλως εξαίρετον. (152) Ο Σιμωνίδης, όστις δεν θα υπερύψωνε ποιητήν, όν ήλπιζε να υπερβάλη, τον παρέζευξε μετά του Ομήρου·
ούτω γαρ Όμηρος ηδέ Στησίχορος άεισε λαοίς.
{ So sang to the nations Homer and St4esichorus. }
Εν Αθήναις κατά τον πέμπτον αιώνα ήτο πασίγνωστος· ο Σωκράτης τον επαινεί εν τω Φαίδρω, [243 Α] κωμωδεί δε αυτόν ο Αριστοφάνης. «Ουδέ τα τρία των Στησιχόρου γινώσκει» { Not to know three lines of Stesichorus } ήτο παροιμιώδης περιγραφή αγραμμάτου. Ουδείς δε σχεδόν υπήρχε τότε ποιητής, όστις έμεινεν ανεπηρέαστος υπό του Στησιχόρου, ουδέ ζωγράφος ή αγγειογράφος, όστις δεν παρέστησε, συνειδητώς ή μη, τας ποιητικάς αυτού αναπλάσεις των αρχαίων μύθων. Ο παρακολουθών την ιστορικήν ανάπτυξιν εκάστου μύθου πάντοτε σχεδόν ευρίσκει παρά Στησιχόρω την κυρίαν φάσιν, την μετάγουσαν από των παλαιοτέρων του μύθου λειψάνων εις την μορφήν ήν δεικνύει κατόπιν εν τη τραγωδία. Λόγου χάριν εν τω μύθω του Αγαμέμνονος η συγκέντρωσις της δράσεως εις την Κλυταιμήστραν, η δημιουργούσα αληθινήν τραγωδίαν εκ κοινού «φεουδαλικού» παραμυθίου, είναι ιδική του· το όνειρον της Κλυταιμήστρας, ότι εθήλαζεν όφιν, είναι ιδικόν του (153)· η προςποιητή παραφροσύνη του Ορέστου είναι πιθανώς ιδική του· ιδικά του είναι και πολλά επεισόδια της αλώσεως της Τροίας, μεταξύ δε τούτων, αν η παράδοσις αληθεύη, ήτο και η φυγή του Αινείου εις την Ιταλίαν.
Ταύτα αρκούσι προς απόδειξιν ότι ο Στησίχορος ήτο πρώτης τάξεως δημιουργική φαντασία — καίτοι, εννοείται, κανείς των μύθων εκείνων δεν ήτο εντελώς ιδικόν του εύρημα. Πλήρης μυθοπλαστία δεν ήτο δυνατή ειμή πολύ κατόπιν. Διά τους συγχρόνους του Στησιχόρου πας μύθος ήτο αληθινή ιστορία· ειδεμή, τι το όφελος της διηγήσεως αυτού; Η πρωτοτυπία έγκειται κατά μέγα μέρος εις την τόλμην, μεθ' ής ο αρχαίος εκείνος νους εξήταζε τους μύθους επικρίνων και μεταβάλλων ελευθέρως τας λεπτομερείας, αλλ' ουδ' επί στιγμήν υποπτεύων ότι ο όλος μύθος ήτο πλάσμα ή ότι αυτός έπλαττε. Και ο Πίνδαρος ήτο όμοιος· δεν ηδύνατο π. χ. να παραδεχθή ότι ο Τάνταλος παρέθεσε τον υιόν του ως δείπνον εις τους θεούς και ότι η Δημήτηρ έφαγε μέρος του ώμου του· αποδεικνύει λοιπόν, όχι ότι το όλον είναι μύθος, ουδέ ότι κείται πέρα των γνώσεων ημών — τοιούτος πυρρωνισμός δεν του ήρεσκεν — αποδεικνύει ότι ο Ποσειδών θα είχεν αναβιβάσει τον Πέλοπα εις τον ουρανόν ως οινοχόον, και ότι εν τω μεταξύ κάποιος «των φθονερών γειτόνων» [Ολυμπ. α', 75] επενόησε τον καννιβαλικόν μύθον. Τούτο είναι ακριβώς το πνεύμα της «παλινωδίας».
Αλλά πλην τούτου, και οσάκις ο Στησίχορος δεν μετέβαλλε την μυθικήν ύλην, υπεδείκνυε γόνιμον ευφυίαν, επεκτείνων τον ποιητικόν αγρόν· πρώτος ενόησε πόσον εύμορφοι ήσαν μερικοί θρύλοι, περιφερόμενοι μεταξύ του ταπεινού λαού, ο θάνατος του εντροπαλού Δάφνιδος από λύπην, ότι κάποτε δεν εφάνη πιστός εις την αγάπην του — το ανεξάντλητον τούτο θέμα πάσης βουκολικής ποιήσεως κατόπιν· το διήγημα της ωραίας Καλύκης, η οποία λησμονηθείσα, ηυτοκτόνησε, της πιστής Ραδίνης, ήτις επέμενε ν' αγαπά τον εξάδελφόν της και όχι τον τύραννον της Κορίνθου. Τούτο είναι μέγιστον κατόρθωμα· είναι ό,τι έκαμε διά τον κόσμον ο Ευριπίδης ολίγον έπειτα, ότε το πνεύμα της Ελλάδος ελευθερωθέν από της αυστηράς αττικής παραδόσεως, ήτο έτοιμον πλέον να εννοή (154).
Η ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. — ΙΒΥΚΟΣ.
ΙΒΥΚΟΣ ο Ρηγίνος, δύο περίπου γενεάς μετά τον Στησίχορον, επέρασε βίον
οδοιπόρου, διελθών και διά των αυλών του Πολυκράτους και του Περιάνδρου. Ως
ο Αρίων, και αυτός ήτο γνωστός εις τους μεταγενεστέρους μάλλον εξ ενός μύθου,
ότι ο φόνος του εξεδικήθη υπό των γερανών «ιβύκων»
(155). Των
δε μελών αυτού επαινούνται ιδίως τα χάριν παιδικών χορών. Ο Ίβυκος λέγεται ότι
επέδειξεν αιολικόν και ιωνικόν πνεύμα διά δωρικής διαλέκτου και μουσικής, τα δε
χαριτωμένα του αποσπάσματα, τα πλήρη γυναικείων θελγήτρων και ανθέων και
πτηνών εξωτικών
(156)
τάμος άυπνος κλυτός όρθρος εγείρησιν αηδόνας
{ bright sleepless dawn awaking the nightingales }
μαρτυρούσι τι σημαίνει τούτο. Περίεργον δε είναι ότι έργα του Στησιχόρου απεδίδοντο κάποτε εις αυτόν, λόγου χάριν τα *Άθλα επί Πελία. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα των δύο ποιητών ολίγην έχουσιν ομοιότητα, πλην του μέτρου (157).
ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ
Κατά την αυτήν ημέραν, έλεγον, καθ' ήν απέθανεν ο Στησίχορος, εγεννήθη εν Κέω ο
μετ' αυτόν μέγας της όλης Ελλάδος λυρικός, ο Σιμωνίδης (556-468 π. Χ.). Έχων
πολλήν παιδείαν και πολλάς συμπαθείας, ταχέως έγινε περίφημος και εκτός του
κύκλου των ιωνικών νήσων. Ο γέρων Ξενοφάνης, ο ζων εν Ιταλία και αποθανών
πριν ο Σιμωνίδης συμπληρώση τα 30, έφθασε να εξαγγείλη αυτόν ως ένδοξον. Ο
Σιμωνίδης εταξείδευσε πολύ, πρώτον μεν, ως λέγεται, εις την Ελλάδα της Δύσεως
κατά πρόςκλησιν των συμπολιτών του Στησιχόρου, έπειτα δε εις τας Αθήνας, εις την
αυλήν του Ιππάρχου, μετά δε την δολοφονίαν του προστάτου του, εις την
Θεσσαλίαν παρά τους Αλευάδας, και μίαν φοράν εις την Ασίαν κατά δε τα μηδικά
ετάχθη όπου ώφειλε να ταχθή, δηλαδή μετά των εθνικών. Επέρασε δε τα γηρατεία
του, καθώς και ο Αισχύλος, ο Πίνδαρος, ο Βακχυλίδης, ο Επίχαρμος και άλλοι, εν τη
αυλή του Ιέρωνος των Συρακουσών. Αφού δε ήτο ήδη εξακουστός κατά το
τριακοστόν της ηλικίας έτος, ηλικιωμένος είχεν οικουμενικήν υπόληψιν, ανάλογον
περίπου προς την του Βολταίρου. Ήτο ο τέλειος «σοφός», ο έξυπνος, ο ποιητής, ο
φίλος των ισχυρών της γης, ο εξισούμενος προς αυτούς διά μόνης της δυνάμεως
του πνεύματός του. Ταποφθέγματά του απεθησαυρίζοντο, τα δε ποιήματά του
εσπουδάζοντο μετ' ακριβολογίας, εμφαινούσης είδος ειδωλολατρείας. Η φήμη
ηγάπα να επαναλέγη την θαυμαστήν αυτού διάσωσιν εκ ναυαγίου και εκ της
πτώσεως της στέγης του εν Κραννώνι μεγάρου, ότ' εφονεύθησαν οι πλείστοι του
Σκόπα ξένοι. Ο Σιμωνίδης είχε βεβαίως πολύμορφον και πολύτροπον χαρακτήρα·
ήτο ο εξ απορρήτων πολλών τυράννων, αλλά συγχρόνως και του αθηναϊκού δήμου·
επήνεσε τον Ίππαρχον, αλλ' ύμνησε και τον Αρμόδιον και Αριστογείτονα· γέρων δε
[τω 476] προσεκλήθη εις την Σικελίαν διά να διαλλάξη τους δύο ισχυροτάτους
τυράννους της Ελλάδος, [τον Θήρωνα του Ακράγαντος] και τον Ιέρωνα των
Συρακουσών
(158). Ο
περί φιλαργυρίας ψόγος, ο επισκιάζων το όνομά του, προήρχετο πιθανώς εκ της
συνηθείας του να γράφη κατά συμφωνίαν — όχι χάριν αορίστου και γενικής
προστασίας, καθώς οι προγενέστεροι ποιηταί. Βεβαίως το παλαιόν σύστημα ήτο
φιλικώτερον και ρωμαντικώτερον, αλλά κάπως δουλικόν. Ο Πίνδαρος εθρήνησε
μεν την κατάργησιν αυτού, αλλά δεν εδοκίμασε να το επαναφέρη. Και πράγματι η
αρχή του Σιμωνίδου ήτο η πλησιεστάτη προςέγγισις, η τότε δυνατή, προς τον
ημέτερον τρόπον της ελευθέρας πωλήσεως της διανοητικής εργασίας εις το κοινόν.
Ο Σιμωνίδης καθώς οι παλαιοτέροι λυρικοί, εποίει προ πάντων χάριν διαφόρων
ευκαιριών — η ευκαιρία ήτο πότε εορτή, πότε νεογνόν, πότε η μάχη των
Θερμοπυλών — και φαίνεται ότι πρώτος ηύρε τον επίνικον, το σοβαρόν
καλλιτεχνικόν ποίημα προς τιμήν των κατά τους αγώνας νικητών. Βεβαίως ο
επίνικος δεν είναι απλή ωδή επί νίκη — επί τη νίκη, λόγου χάριν, των ημιόνων του
Σκόπα. Τοιαύτη ωδή μικράν θα είχε δύναμιν να χαρίση την αθανασίαν. Είναι
ποίημα καθ' εαυτό εύμορφον και περίεργον, όπου ο ποιητής, — πληρωμένος, —
παρενείρει μνείαν τινά των ημιόνων και του κυρίου αυτών.
Ο Σιμωνίδης έγραψε πολλά και ποικίλα· φέρονται διθύραμβοι, υπορχήματα, θρήνοι — πάντα ταύτα ιδίως θαυμαζόμενα — παρθένια, προςόδια, παιάνες, εγκώμια, επιγράμματα· αλλά τα θρησκευτικά του έργα δεν επαινούνται πολύ. Εάν όμως είναι δυνατόν να μεταχειρισθώμεν την λέξιν «τέλειον» περί οιουδήποτε καλλιτεχνήματος, αύτη πρέπει να εφαρμοσθή κυρίως εις τα περί του μεγάλου αγώνος έργα του Σιμωνίδου — την περί της εν Αρτεμισίω ναυμαχίας ωδήν, και το εις τους νεκρούς των Θερμοπυλών επίγραμμα. Ταύτα παριστώσι το άκρον άωτον της ελληνικής σωφροσύνης, δηλαδή της εγκρατείας και της νηφαλιότητος, το αυστηρόν κάλλος, το απηλλαγμένον πάσης υπερβολής ή επιτηδεύσεως· είναι κοινός λόγος λεγόμενος περί απλών και αιωνίων πραγμάτων.
Ω ξείν' αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε
κείμεθα, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι
(159).
{ Stranger, bear word to the Spartans that we lie here obedient to their charge! }
Ο Σιμωνίδης είναι δεινός επίσης, όταν εκφράζη τον ανθρώπινον έλεον. Το μακρόν εκείνο απόσπασμα [Hiller 22] το παριστάνον την Δανάην, φερομένην εντός λάρνακος [επί των κυμάτων και κοιμίζουσαν το βρέφος] δικαιολογεί τον θαυμασμόν των αρχαίων κριτικών διά το ανυπέρβλητον πάθος. Εξ άλλου δ' όμως ο Σιμωνίδης είναι κατ' ουσίαν Ίων, «άνθρωπος του κόσμου» και είς των πατέρων της μαθήσεως. Δεν έχει δε ούτε λαμπρότητα, ούτε δύναμιν, ούτε θρησκευτικόν βάθος. Ο άλλος ποιητής, ο έχων πάντα ταύτα, έδειξε στάσιν όχι πρέπουσαν κατά τον ιερόν της πατρίδος του αγώνα. Όθεν η Ελλάς εστράφη προς τον Σιμωνίδην, όχι τον Πίνδαρον, όπως γράψη τα επιτύμβια των ηρωικών νεκρών της (160).
ΤΙΜΟΚΡΕΩΝ.
Ο «οίκος των μεγαλοφυών» όπως κατήντησεν η αυλή του Ιέρωνος, φαίνεται ότι δεν
ήτο και καταφύγιον της ειρήνης. Ιδίως ο Πίνδαρος ήτο γεννημένος διά να παρεξηγή
και να μισή τον Σιμωνίδην. Ο δε Σιμωνίδης, αν και μεταξύ των ελαττωμάτων του
δεν αναφέρεται και ο φθόνος, ήτο δηκτικός και ήξευρε να εκδικήται. Ότε,
παραδείγματος χάριν, επείραξεν αυτόν άσημος ποιητής, ΤΙΜΟΚΡΕΩΝ ο Ρόδιος,
γνωστός κυρίως εκ της απρεπούς ωδής διά την καταδίκην του Θεμιστοκλέους, ως
προδότου,
«Ουκ άρα Τιμοκρέων μούνος
Μήδεσσιν ορκιατομεί·
αλλ' εντί κάλλοι δη πονηροί·
ουκ εγώ μόνα κόλουρις·
εντί και άλλαι αλώπεκες»
{ " Not Timocreon alone makes compacts with the Medes ; I am not the only dock-tail ; there are other foxes too! }
Ο Σιμωνίδης απήντησεν απλώς γράψας το επιτύμβιόν του ως εξής·
Πολλά φαγών και πολλά πιών και πολλά κακ ειπών
ανθρώπους, κείμαι Τιμοκρέων Ρόδιος.
{ Here lies Timocreon of Rhodes, who ate much, drank much, and said many evil things. }
Περί των ποιημάτων του Τιμοκρέοντος σιωπή (161).
ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ.
Και ο ανεψιός του Σιμωνίδου, ο Βακχυλίδης, έζη εν τη αυλή του Ιέρωνος και
έγραφε κατά τα παραδείγματα του θείου του και του Πινδάρου. Κατόπιν ηύρε
μιμητήν τον Οράτιον και θαυμαστήν τον αυτοκράτορα Ιουλιανόν, — αν και γενικώς
εθεωρείτο δευτέρας τάξεως ποιητής
(162). Το
μέγιστον των τέως γνωστών αυτού αποσπασμάτων ήσαν 12 στίχοι παιάνος εις την
Ειρήνην [Hiller].
(163) Αλλ' ο
νέος πάπυρος του Βρεττανικού Μουσείου — ωραιότατον χειρόγραφον των μέσων
του πρώτου π. Χ. αιώνος — περιέχει είκοσιν ωδάς του Βακχυλίδου, έξ αθίκτους, τας
δε λοιπάς ευρισκομένας εις τα διάφορα στάδια της φθοράς. Τούτων έξ δεν είν'
επίνικοι. Το ιδ' και ιε' φαίνονται ως μύθοι άνευ «θέσεως», ήτοι μεσαία μέρη,
έτοιμα να προςαρμοσθώσιν εις ωδήν, όταν ήθελε παρουσιασθή ευκαιρία και
πελάτης. Η τοιαύτη συνήθεια διασαφείται εκ πολλών ποιημάτων του Πινδάρου και
του ε' αυτού του Βακχυλίδου, όπου ο μύθος αποτελεί χωριστόν σύνολον,
δυνάμενον να παρεντεθή αλλαχού (αντιστροφή β' — αντιστρ. ε'). Ταύτα δηλαδή
είναι ως οι loci communes, ούς έχουσι συντάξει οι εξ επαγγέλματος ρήτορες,
ευρίσκονται δε και συνημμένοι εις λόγους και χωριστοί.
Ο Βακχυλίδης μας συγκινεί κυρίως ως ανήκων εις θαυμαστήν ομάδα, ως αναπνεύσας τον αυτόν αέρα και ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Αλλ' όμως και αυτός είναι πραγματικός και θελκτικός ποιητής. Η παλαιά κρίσις του Λογγίνου, ήν απεδέχοντο πάντες και καθ' ούς χρόνους ουδείς ηδύνατο να την πιστοποιήση, αποδεικνύεται σήμερον αληθινή και ακριβής. Ο Βακχυλίδης πράγματι δεν είναι Πίνδαρος, αλλ' όμως είναι «αδιάπτωτος» ποιητής και «πάντη κεκαλλιγραφημένος». Αυτό δ' επαυξάνει την αξίαν του νέου ερμαίου, διότι τώρα πρώτον μανθάνομεν τι ήτο κανονικός λυρικός ποιητής του πέμπτου π. Χ. αιώνος.
Μέχρι τούδε είχομεν μόνον τον Πίνδαρον, αλλ' ο Πίνδαρος ήτο όλως ακανόνιστος και αμίμητος. Ο Βακχυλίδης δεν είναι. Πιθανώς, οσάκις Αθηναίος τις ανελογίζετο λυρικήν ποίησιν, ενόει την ιδιάζουσαν ταύτην τέχνην του να κατεργάζεται κανείς και να σφυρηλατή τόσην γλώσσαν, όπως τόσον μέταλλον, κόπτων παράδοξα και ωραία σύνθετα, και καλλιτεχνών λεπτουργήματα γλωσσικά και μουσικά. Τοιαύτα περίπου είναι το χάος και αι πτέρυγες και η νυξ και το έαρ του χορικού των Ορνίθων του Αριστοφάνους. Αληθώς ο Αριστοφάνης λαμβανόμενος ως λυρικός και απαλλασσόμενος του κωμικού φαίνεται αρκετά όμοιος προς τον ανευρεθέντα Βακχυλίδην.
Εξετάζοντες λεπτομερέστερον, παρατηρούμεν ότι η διάλεκτος, τα μέτρα, και τα θέματα του Βακχυλίδου είναι Πινδαρικά. Έχει δε προς τούτοις και Πινδαρικάς τινας αρχάς, την αντιπάθειαν προς την δημοκρατίαν, την θρησκευτικήν γαλήνην, την ελαφράν ηθικολογίαν, ήτις ίσως ήτο συνήθεια των ποιητών, των προσκολλωμένων εις δωρικούς τυράννους. Αλλ' αντί του ισχυρού και σκοτεινού μεγαλείου, όπερ είναι το κύριον του Πινδάρου χαρακτηριστικόν, ευρίσκομεν εδώ εύκολον διαφάνειαν, μαρτυρούσαν την ιωνικήν καταγωγήν και την Σιμωνίδειον διδασκαλίαν. Ο ρυθμός και ο τρόπος του Βακχυλίδου ομοιάζει τόσον συχνά προς τα νεώτερα επύλλια (ballades), ώστε ευκόλως ημπορούμεν να πιστεύσωμεν ότι τους στίχους του έψαλλον και ναύται, όπως λέγει μεν, αλλ' είναι σχεδόν απίστευτον, περί των ιδικών του στόχων ο Θηβαίος. [βλ. σ. 123]. Η μίμησις του Πινδάρου είναι συχνά καταφανεστάτη. Ιδίως εν τη ωραία ε' ωδή, όπου διηγείται τον εν τω Άδη διάλογον του Ηρακλέους και του Μιλεάγρου, η περιγραφή του αετού [στ. 24-26]
ου νιν κορυφαί μεγάλας ίσχουσι γαίας
ουδ' αλός ακαμάτας
δυοπαίπαλα κύματα
ενθυμίζει τον Πίνδαρον αμέσως· επίσης η αστραπιαία και ζωηρά εικών [στ. 63- 67]
ένθα δυστάνων βροτών
ψυχάς εδάη παρά Κωκυτού ρεέθροις,
οία τε φύλλ' άνεμος
Ίδας ανά μηλοβότους
πρώνας αργηστάς δονεί.
Κατά το τέλος της ωδής ταύτης διερωτώμεθα, μήπως ευρέθημεν ενώπιον νέου τινός Πινδάρου. Αλλ' η ωδή εγράφη διά την αυτήν και ο α' Ολυμπιόνικος του Θηβαίου νίκην και κατά το μέτρον είναι ομοιοτάτη προς τον β'. Στρεφόμενοι δε και πάλιν προς τα ποιήματα εκείνα, επανερχόμεθα εις το συμπέρασμα, ότι ο Πίνδαρος είναι απαράμιλλος και μόνος.
Πράγματι το ήκιστα Πινδαρικόν ποίημα του Βακχυλίδου είναι και το κάλλιστον. Η ις' ωδή, Ηίθεοι ή Θησεύς, διηγείται τον μέχρι τούδε σχεδόν άγνωστον μύθον, ότι ο Μίνως κομίζων εις την Κρήτην τους επτά νέους και τας επτά κόρας, επείραξεν εντός του πλοίου μίαν εξ αυτών και συνεκρατήθη υπό του Θησέως· ο θυμωθείς ήρως επεκαλέσθη τον πατέρα του, τον Δία, και προεκάλεσε τον Θησέα ν' αποδείξη ότι και αυτός ήτο υιός του Ποσειδώνος· τότε ο Θησεύς επήδησεν εις την θάλασσαν και έγινεν ευμενέστατα δεκτός [υπό της Αμφιτρίτης] και εστεφανώθη και περιεβλήθη πορφύραν εντός των ερατών ανακτόρων, [όπου εχόρευον αι Νηρηίδες]. Ίσως ο Πίνδαρος και πολλοί άλλοι αρχαίοι θα εδίσταζον να παραστήσωσι τον Μίνωα τόσον χονδροειδή ή τον Δία αναγνωρίζοντα αυτόν ως υιόν του κατά τοιαύτην ώραν· αλλ' ουδ' ο Πίνδαρος ηδύνατο να φθάση την χαριτωμένην και διαυγή δροσερότητα, το πνεύμα εκείνο το νεουργόν και την θαλασσινήν πνοήν, ήτις αγλαΐζει την εκ του τάφου αναστηθείσαν ταύτην ωδήν του Βακχυλίδου.
Ο ιζ' διθύραμβος είναι μοναδικός μεταξύ των σωζομένων λειψάνων της αρχαίας ελληνικής ποιήσεως, — πλην εάν συγκρίνωμεν αυτόν κατά την μορφήν προς το μακρόν απόσπασμα του Αλκμάνος (σ. 102), — διότι παρέχει τον εκ της ιστορίας του δράματος λείποντα κρίκον, ήτοι παράδειγμα δραματικής προσωποποιίας του χορικού άσματος. Επιγράφεται Θησεύς και αποτελείται εκ διαλόγου δύο ημιχορίων, εξ ών το μεν έν παριστάνει τον βασιλέα των Αθηνών Αιγέα και τους ακολούθους του, το δε άλλο όμιλον Αθηναίων. Είναι λαμπρόν έργον ομοιάζον προς επύλλιον και πλην της τεχνικής αξίας έχει και περισσήν ποιητικήν χάριν (164).
Η ΠΛΗΡΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΣ. — ΠΙΝΔΑΡΟΣ.
Ο ΠΙΝΔΑΡΟΣ, ο ύπατος των εννέα λυρικών, ως ονομάζει αυτόν ο Κοϊντιλιανός,
(165)
εγεννήθη 34 μετά τον Σιμωνίδην έτη και επέζησεν 20 περίπου μετ' αυτόν (522-448
π. Χ.). Είναι δε ο πρώτος Έλλην ποιητής, περί ού έχομεν στερεάς βάσεις
βιογραφίας. Διότι όχι μόνον τα πλείστα των σωζομένων ποιημάτων του δύνανται
να χρονολογηθώσιν, αλλά και η παράδοσις, η αγαπώσα αυτόν διά τας γραμματικάς
του δυσκολίας και διά την μεγαλοφυίαν, διέσωσε και αρκετά πιστήν ανάμνησιν
των άλλων αυτού περιστατικών. Εγεννήθη εν τη κώμη Κυνός Κεφαλαίς της
Βοιωτίας, κατήγετο δε από των Αιγειδών, οίκου κατακτητών, πιθανώς «Καδμείων»,
επειδή το όνομα Πίνδαρος ευρίσκεται και εν Θήρα και εν Εφέσω. Αλλά ο μικρός
Βοιωτός χωρικός έδειξεν ενωρίς μουσικήν ιδιοφυίαν. Την λύραν, εννοείται,
εδιδάχθη πολύ μικρός· είχε κατ' οίκον κάποιον Σκοπελίνον, θείον ή πατρυιόν, όστις
ηδύνατο να τον διδάξη. Αλλά προς σπουδήν της διδασκαλίας του χορού έπρεπε να
έλθη εις τας Αθήνας εις του Αγαθοκλέους και Απολλοδώρου. Εκεί πολλά διηγούντο
περί των σχέσεων αυτού προς τους λοιπούς των χρόνων εκείνων «μεγάλους» .
Κατά την παράδοσιν ήτο μαθητής του Λάσου του Ερμιονέως, και ηγωνίσθη προς την συμπολίτιδά του Κόρινναν και ηττήθη, αν και η Κόριννα μέμφεται την Μυρτίδα ότι γυνή αυτή, εφιλονίκησε προς τον Πίνδαρον [Hiller 12 σ. 271]
μέμφομαι δε
και λιγυράν Μυρτίδ' ιώνγα
ότι βανά φύσ' έβα
Πινδάροιο ποτ' έριν.
{I praise not the gracious Myrtis, not I, for coming to contest with Pindar, a woman born! }
Άλλο ανέκδοτον παριστά την Κόρινναν απλώς συμβουλεύουσαν τον ποιητήν «τη χειρί σπείρειν, αλλά μη όλω τω θυλάκω», { to sow with the hand, not with the whole sack } διότι εκείνος εσκόρπιζεν αφειδέστατα τους μυθικούς διακόσμους. (166)
Το πρώτον σωζόμενον ποίημα, [Πύθιον. ι'] γραφέν ότε ο Πίνδαρος ήτο είκοσι ή ίσως είκοσι τεσσάρων ετών, ήτο παραγγελία των Αλευαδών, των τυράννων της εν Θεσσαλία Φαρσάλου. Τούτο σημαίνει ότι η φήμη του εξηπλώθη μετά θαυμαστής ταχύτητος. Αμέσως δ' έπειτα ευρίσκομεν αυτόν γράφοντα χάριν των μεγάλων της Αιγίνης αριστοκρατικών, προστατών, οποίους επόθει η ψυχή του· δηλαδή εμπόρων αρχαιοτάτης δωρικής καταγωγής. Κατόπιν ανοίγεται στάδιον πανελληνίου δόξης· ο Πίνδαρος γίνεται ξένος των μεγάλων οίκων της Ρόδου, της Τενέδου, της Κορίνθου, των Αθηνών των μεγάλων βασιλέων, Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, του Αρκεσιλάου της Κυρήνης, του Θήρωνος του Ακράγαντος, του Ιέρωνος των Συρακουσών· αποκτά όσην και ο Σιμωνίδης δόξαν, αν και ίσως όχι τόσον οικουμενικήν. Διότι κατά βάθος ο Πίνδαρος ηγάπα να γράφη χάριν των αληθώς ευπατριδών, των απογόνων του Αιακού και του Ηρακλέους· οι εν Σικελία βασιλείς δεν ήσαν ευπατρίδαι, αλλά ποίος ηδύνατο ν' αποκρούση φιλικήν περί ευγενείας αίτησιν ενός τυράννου; Το αρχαίον δωρικόν αίμα προδήλως έχει πολλήν σχέσιν προς την περί ζωής αντίληψιν του Πινδάρου, τούτο δε αποδεικνύει και ο τρόπος καθ' όν εξαγγέλλει ότι είναι ίσος προς τους προστάτας του. Ο μεν Σιμωνίδης αρέσκεται να δεικνύεται ως μέγας ποιητής, ο δε Πίνδαρος καυχάται μεν διά την ποιητικήν του ευφυίαν, αλλ' αφήνει την εντύπωσιν, ότι περισσότερον συλλογίζεται την αρχαίαν καταγωγήν του. Αλλά και κατ' άλλο είναι ανόμοιος προς τον Σιμωνίδην· ο Πίνδαρος δηλαδή ήτο το «σκεύος εκλογής» παντός ιερατείου, αφωσιωμένος εις την Ρέαν και τον Πάνα, και προ πάντων εις τον δωρικόν Απόλλωνα. Εκήρυσσε δε τας ιδέας των Δελφών, την αναμόρφωσιν της παραδεδομένης θρησκείας. Και ζων μεν είχεν ιδιαίτερα προνόμια εν Δελφοίς, μετά δε τον θάνατον η σκιά του εκαλείτο κατ' έτος εις τα Θεοξένια να δειπνήση μετά του θεού. Οι δε ιερείς του Διός Άμμωνος εν τη ερήμω είχον εν τω ιερώ τον ζ' Ολυμπιόνικον χαραγμένον διά χρυσών γραμμάτων.
Τα γεγονότα ταύτα εξηγούσι, καθ' όσον είναι δυνατόν να εξηγηθή, την μεγάλην κηλίδα του βίου του Πινδάρου. Έζη κατά τα μηδικά και είδε την αρχομένην μεγάλην περίοδον της ελληνικής γνώσεως και προόδου· αλλ' όμως και κατά τας δύο βαρβαρικάς επιδρομάς ετάχθη μετά της Βοιωτίας και των Δελφών, παράλογος υπηρέτης της θρησκευτικής παραδόσεως και της φυλετικής μισαλληλίας. Αφού δ' αι Θήβαι συνεμάχησαν μετά των Περσών, θα ηδύνατο κανείς να προσδοκά τουλάχιστον ότι ο ποιητής, ο φίλος τόσων αρχόντων και τυράννων, ο μαθητεύσας εν Αθήναις, ήθελε διαμαρτυρηθή. Απ' εναντίας, ενώ μετά την νίκην δεν εδίστασε να γράψη τον δ' Νεμεόνικον και τον διθύραμβον των Αθηνών, τότε, κατά τον αγώνα, έπραξεν ό,τι ο Πολύβιος (Δ' 31) ονομάζει «αισχίστην και βλαβερωτάτην απόφασιν»· έγραψε παράλογον ποίημα, του οποίου σώζονται δύο μεγάλοι στίχοι, λαλούντες περί ουδετερότητος και ησυχίας! Τοιούτος ήτο ως άνθρωπος. Πολλάκις θαυμάζοντες τας καλλίστας απόψεις του Πινδάρου — την μεγαλοπρεπή μουσικήν οργάνωσιν, την σοβαρότητα της γλώσσης, τας αστραπάς του μόλις αποκαλυπτομένου μυστηρίου, — απορούμεν πώς δεν ανεγνωρίσθη ως ο μέγιστος του κόσμου ποιητής, πώς δεν έδρασε περισσότερον, πώς δεν ανεδείχθη έτι μάλλον. Ο λόγος είναι πιθανώς ότι ο Πίνδαρος ήτο ποιητής και ουδέν άλλο. Εσκέπτετο μουσικώς· ηγάπα να ζη μεταξύ μεγάλων και περικαλλών εικόνων — του Ηρακλέους, του Αχιλλέως, του Περσέως, του Ιάσονος, των κορών του Κάδμου. Οσάκις δ' οιονδήποτε μέρος αγαπητού του μύθου ετάρασσε την ηθικήν του ευαισθησίαν, απεμακρύνετο αθορύβως, προσέχων μήπως εκφράση καμμίαν δυσπιστίαν, μήπως πειράξη κανένα θεόν. Ηγάπα την ποίησιν και την μουσικήν, ιδίως δε την ιδικήν του· ουδενός άλλου ποιήματα ωμοίαζον τα ιδικά του, και οσάκις άλλοι έψαλλον, του εφαίνοντο — και το λέγει — «κολοιοί»).
Ο Πίνδαρος ηγάπα την θρησκείαν και κατά το υποβλητικόν μέρος είναι μέγας θρησκευτικός ποιητής. Η αρχή του ζ' Νεμεονίκου είναι χαρακτηριστική· επίσης δε το τέλος του τελευταίου χρονολογουμένου επινίκου, ήτοι του η' Πυθιονίκου [στ. 135-145]
Επάμεροι· τι δε τις; τι δ' ου τις; σκιάς όναρ
άνθρωπος· αλλ' όταν αίγλα διόσδοτος έλθη,
λαμπρόν φέγγος έπεστιν ανδρών και μείλιχος αιών.
Αίγινα, φίλα μάτερ, ελευθέρω στόλω
πάλιν τάνδε κόμιζε Δι και κρέοντι συν Αιακώ
Πηλεί τε καγαθώ Τελαμώνι συν τ' Αχιλλεί.
{ Things of a day! what are we and what not? A dream about a shadow is man; yet when some god-given splendour falls, a glory of light comes over him and his life is sweet. Oh, Blessed Mother Aegina, guard thou this city in the ways of freedom, with Zeus and Prince Aeacus and Peleus and good Telamon and Achilles! }
— λαμπρόν βάθος συγκινήσεως, αλλά και παιδαριώδης λιτανεία πατροπαραδότων αγίων. Αι θρησκευτικαί του καινοτομίαι συνήθως είναι πολύ ολίγον επιτυχείς, ως αι του α' Ολυμπιονίκου, και σπανίως βελτιώνουσι τους μύθους. Παραδείγματος χάριν, ο μεν παλαιός μύθος έλεγεν ότι η νύμφη Κορωνίς, την οποίαν ηγάπα ο Απόλλων, κρυφίως τον ηπάτα· αλλά κόραξ την είδε και το είπεν εις τον θεόν. Ο δε Πίνδαρος διώρθωσεν ως εξής, [Πυθ. Γ', 50] ότι
πάντα Fίσαντι νόω
{ the god's all-seeing mind }
ο Απόλλων το ενόησε χωρίς της βοηθείας του κόρακος. Η τοιαύτη κατά την λογικήν υπεράσπισις συνάδει τελείως προς το πνεύμα της Δελφικής θρησκευτικής αναμορφώσεως. (167) Ο Πίνδαρος είναι ηθικολόγος· αγαπά πολύ το παρεκβατικόν κήρυγμα· είναι το αγαπητόν του στόλισμα· το εισάγει σιγά σιγά, καθώς τα λογοπαίγνια και τας παρηχήσεις ο Σαιξπήρος. Αλλ' η ουσία της ηθικής του δεν έχει προχωρήσει πολύ πέραν του Ησιόδου· η διαφορά είναι ότι ο μεν Ησίοδος παραγγέλλει εις τον χωρικόν του να εργάζεται και να οικονομή, ο δε Πίνδαρος προτρέπει τον ευπατρίδην του να επιζητή δόξαν και να είναι ελευθέριος. Το ιδανικόν του πηγάζει κατ' ευθείαν εκ της δωρικής αριστοκρατικής παραδόσεως· δηλαδή πρώτον πρέπει να είσαι ευγενής και ανδρείος και δυνατός· έπειτα να κάμνης δύο πράγματα, να εργάζεσαι και να δαπανάς· να εργάζεσαι ψυχή και σώματι· να δαπανάς χρόνον και χρήματα και δυνάμεις, επιδιώκων αρετάν. Αλλά τι είναι αρετή; Το άθροισμα των πλεονεκτημάτων του γνησίου Δωριέως, του καταγομένου εκ του ήρωος, του φιλοπόνου, του ατρομήτου, του ακαταπονήτου εξολοθρευτού των εχθρών των θεών και των ανθρώπων — του Ηρακλέους. Δεν είναι απαραίτητον να είσαι πλούσιος — υπήρχον και άποροι Σπαρτιάται — ουδέ ωραίος — μερικοί πυγμάχοι θα ήσαν άσχημοι — αλλά τιμήν και δόξαν πρέπει εξ άπαντος να έχης. Παραδοξολόγοι σχολιασταί μετέφρασαν το αρετά ως «νίκη κατά τους αγώνας»· αλλά τούτο περιλαμβάνεται, καθώς εις το ιδανικόν των μεσαιωνικών ιπποτών περιελαμβάνετο και η νίκη εις την «τζώστρα».
Αυτός ο Πίνδαρος δεν φαίνεται άπιστος εις το ιδανικόν τούτο. Το παράδοξον ύφος του «ανθρώπου του κόσμου», όπερ ενίοτε αναλαμβάνει, δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει το ιδανικόν, αλλ' ότι δεν έχει την αίσθησιν των πραγμάτων. Ηγάπα παν ηρωικόν, αλλά δεν ηδύνατο να ίδη αυτό έξω του αρχαίου χώρου· οσάκις δε είχε τον χώρον εκείνον, η φαντασία του έφθανε να δημιουργήση και τον ήρωα. Εθαύμαζε βαθύτατα την ιεράν λάμψιν των Δελφών και της Ολυμπίας· ηγάπα την διάκρισιν και την από του όχλου απόστασιν της αυλής μεγάλου τινός τυράννου και εξιδανίκευε τον ισχυρόν Ιέρωνα, καθώς και τον γενναίον Χρόμιον [Νέμ. α']. Αλλά δεν έκλινε πάντοτε να ταυτίση την επιτυχίαν προς την αξίαν· απεναντίας μάλιστα αισθάνεται βαθείαν αποστροφήν προς την επιτυχίαν των φθονερών και των πανούργων — προς την νίκην του επιτηδείου Ίωνος, του Οδυσσέως, εναντίον του γνησίου Αιακίδου, του Αίαντος. Ίσως η αρχή του αυτή τον εβοήθησε να εννοήση πώς απέκτησε τόσην δόξαν ο Σιμωνίδης και πώς ο ναυτικός όχλος των Αθηνών άνευ μυώνων και άνευ αγρών ηδύνατο να εξεγείρη τόσον πάταγον εν τω κόσμω.
Είναι περίεργος ιδιοτροπία της ιστορίας, ότι διεσώθησαν μόνον οι Επίνικοι — ωδαί εις τους νικητάς των ιερών αγώνων της Ολυμπίας, των Δελφών, της Νεμέας και του Ισθμού. (168) Των δέκα επτά βιβλίων του (υπήρχον δύο βιβλία ύμνων, παιάνων και διθυράμβων, δύο προσοδίων, τρία παρθενίων, δύο υπορχημάτων, τέσσαρα εγκωμίων, θρήνων και επινίκων) τα σωζόμενα τέσσαρα δεν είναι βεβαίως τα τέσσαρα, τα οποία ημείς ηθέλομεν εκλέξει. Και όμως έχουσι κάτι, το οποίον ιδιάζει εις το πνεύμα του Πινδάρου. Υπό μίαν έποψιν, ελάχιστα σημαίνει το περί τίνος γράφει· π. χ. δύο των υψηλοτάτων αυτού ποιημάτων αναφέρονται εις αγώνας ημιόνων. Το δε γεγονός ότι κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα Ξενοφών ο Κορίνθιος ενίκησε το στάδιον και το πένταθλον, είναι τόσον αδιάφορον δι' ημάς, όσον και αν ο νεαρός Εδουάρδος Κιγκ επνίγη κατά τον δέκατον έβδομον μ. Χ. Ποιήματα, όπως ο ιγ' Ολυμπιόνικος είναι ανεξάρτητα των γεγονότων, εξ ών εβλάστησαν. Εξ άλλου δύσκολον είναι να μη αισθανθώμεν ότι ο Πίνδαρος ειλικρινώς αγαπά τους ίππους, τους ημιόνους και τους αναβάτας. Εάν έτυχε να νικήση ποτέ κατά τινας τοπικούς αγώνας ίππος των Κυνός κεφαλών, ο μικρός Πίνδαρος και τα λοιπά παιδία του χωρίου θα είχον συζητήσει μετά πραγματικής θέρμης πώς ήτο το άλογον εκείνο και τι έκαμνεν ο αναβάτης. Είτε δε ήτο ιδιαιτέρως πληρωμένος ο ποιητής, είτε μη, όπως μνημονεύση και τον Μελησίαν και τους διαφόρους θείους και πάππους των νικητών, βέβαιον είναι ότι παρεισάγει αυτούς ως εάν ειλικρινώς τους αγαπά. Διότι ο Πίνδαρος ήτο, φαίνεται, εκ των μη συνειδητών εκείνων φύσεων, αίτινες δεν διακρίνουσι καλά καλά διά τι συγκινούνται· αισθάνεται ρίγος βλέπων την «μάκαιραν Ιέρωνος εστίαν» [Ολυμπ. α', 17] { Hiero's full-dress banquet board } ή μίαν πυγμαχίαν, ή ιππικόν αγώνα, ακριβώς όπως και όταν μελετά τους άθλους και την δόξαν του Ηρακλέους· και έκαστον ρίγος αυτού παράγει μελωδίαν.
Ο Πίνδαρος ήτο πράγματι νεώτερος του Αισχύλου κατά τρία έτη· και όμως φαίνεται μίαν γενεάν πρεσβύτερος του Σιμωνίδου. Διότι ο χαρακτήρ και αι σκέψεις του ήσαν αρχαϊκαί· τοιούτον είναι και το ύφος του. Καθώς πλείστοι άλλοι κλάδοι της ελληνικής λογοτεχνίας, και η λυρική ποίησις προέβαινεν εκ του σκότους προς το φως, έφθασε δε εις αυτό διά του Σιμωνίδου και του Βακχυλίδου. Αλλά ο Πίνδαρος μας ρίπτει και πάλιν οπίσω, σχεδόν εις τον Αλκμάνα. Και αναγινωσκόμενος είναι δύσκολος· ηδύνατο άρα γε να εννοή κανείς αδομένους τους στίχους του; Εκείνος λέγει, αποτεινόμενος προς την ωδήν του [Νεμ. ε' 4]