WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 38: ΙΣΤΟΡΙΗ. — ΕΚΑΤΑΙΟΣ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

επί πάσας ολκάδος εν τ' ακάτω, γλυκεί αοιδά,
στείχ' απ' Αιγίνης,

{ sail off from Aegina in the big ships and the little fishing-boats }

ήτοι ότι οι ναύται πάντων των ακατίων θα ψάλλωσι την ωδήν αφού μετά την πανήγυριν της Αιγίνης χωρισθώσιν επιστρέφοντες καθείς εις την πατρίδα. Αλλ' απίστευτον είναι ότι οι Δωριείς ναύται ηδύναντο μετά το πρώτον άκουσμα να δράξωσι τόσον δύσκολον ωδήν. Ίσως ήρπαζον μόνον το μέλος, και την είδησιν της νίκης. Διότι ο Πίνδαρος ήτο κυρίως υπερήφανος διά την μουσικήν του, την οποίαν ο άριστος των σωζομένων κριτών, ο Αριστόξενος, δεν ευρίσκει λέξεις, ίνα εγκωμιάση. Ακόμη και σήμερον, αν και παν μουσικόν ίχνος εξηλείφθη, — το εκ Μεσσήνης μουσικόν απόσπασμα του α' Πυθιονίκου είναι νόθον — αισθανόμεθα ότι αι λέξεις χρειάζονται μουσικήν, όπως εννοηθώσιν. Αυτή η έννοια και το πάθος του δ' Πυθιονίκου ή του β' Ολυμπιονίκου — διά να λάβωμεν δύο τύπους αντιθέτους — φέρουσι τας λέξεις προς άσμα ποικιλλόμενον, ταχύ ή βραδύ, μεγαλόφωνον ή σιγαλόν. Τα τέλη των στροφών έχουσιν ήχον μουσικόν π. χ. παλίγκοτον δαμασθέν { angry and overborne }[Ολυμπ. β' 35]. Ο βασιλεύς των Επειών, [Ολυμπ. ι' 45] όστις

ίδε πατρίδα πολυκτέανον υπό στερεώ πυρί
πλαγαίς τε σιδάρου βαθύν εις οχετόν άτας
ίζοισαν εάν πόλιν
,

{ into the deep channel running deathwards, he watched his own city sink }

απομένει εν τη μνήμη του αναγνώστου απηχών το «εάν πόλιν». { his own city sink }. Επίσης ο Πέλοψ, ο προσευχόμενος μόνος εις το σκότος, «οίος εν όρφνα» { alone in the darkness } [Ολυμπ. α' 115]. Τοιούτο δε είναι και το θαυμάσιον εκείνο σάλπισμα του δ' Πυθιονίκου, το καταλήγον εις την αδράν λέξιν τιμάν. Διά τούτο πολλοί του Πινδάρου θαυμασταί συμφωνούσιν ότι παν ό,τι απομένει εξ αυτού, απομένει εν τη μνήμη όχι ως ιδέα, αλλ' ως μουσική.

Αλλά οι άξιοι αυτού ερασταί είναι ολίγοι. Διότι εις το πρωτότυπον είναι δύσκολος — η διάλεκτος, ο λογικός ειρμός, η πνευματική διάθεσις είναι δυσπρόσιτα, τον δε κοινόν αναγνώστην ζαλίζει το ανακάτωμα των ημιόνων και της σελήνης και των ηνιόχων και των Αιακιδών. Μεταφραζόμενος δε — και υπό δεξιών μεταφραστών — είναι πιθανώς ο ατεχνοτέρον παντός άλλου απογυμνούμενος ποιητής· και τούτο, καθώς είδομεν ανωτέρω, πάντοτε διά τον λόγον, ότι είναι μόνον ποιητής. Ολίγην έχει ρητορικήν, ουδεμίαν φιλοσοφίαν, μικρόν ανθρώπινον διαφέρον· έχει μόνον την λεπτήν εκείνην δρόσον — ό,τι ονομάζει άωτον — η οποία γεννάται οσάκις η παθητικωτάτη γλώσσα συγκιρνάται προς τον αβρότατον στοχασμόν, και την οποίαν ουδέ θεός «και πολλά μογήσας» { though he worked hard } θα ηδύνατο να διαφυλάξη άθικτον εν άλλη γλώσση.

Ο Πίνδαρος ολίγον επηρεάσθη υπό του πνεύματος του καιρού του ή των παλαιοτέρων ποιητών. Ο Στησίχορος και ο Όμηρος βεβαίως επέδρασαν επ' αυτόν. Αλλά μόλις ολίγαι λέξεις φαίνονται απηχήσεις του Αισχύλου. Την έκρηξιν της Αίτνης αναφέρουσι και οι δύο· αλλά του Πινδάρου η εξαισία περιγραφή [Πυθ.. α'40-58] φαίνεται όλως διόλου χωριστή· είναι όμως πιθανόν ότι ο μέγας αυτού στίχος

λύσε δε Ζευς άφθιτος Τιτάνας

{ Everlasting Zeus set free the Titans }

είχεν αφορμήν την τριλογίαν του Προμηθέως, ής τούτο είναι το συμπέρασμα, ότι ο αιώνιος Ζευς εξαπέλυσε τους Τιτάνας. (169)

Ε'

ΑΙ ΑΡΧΑΙ ΤΟΥ ΠΕΖΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΕΠΙΓΡΑΦΑΙ.


Εάν τα πρωιμώτατα δείγματα του ελληνικού πεζού λόγου είναι χαραγμένα επί λίθου και χαλκού, τούτο σημαίνει μόνον ότι ταύτα ως διαρκέστερα υλικά, επέζησαν μετά το ξύλον, τον κηρόν και τα δέρματα. Κατά τους χρόνους της μεταξύ Ήλιδος και Hραίας συνθήκης (170) κατά τον έκτον δηλαδή αιώνα, βεβαίως υπήρχε πολλή εμπορική και πολιτική αλληλογραφία, πολύ δε προ της μεταγενεστέρας συνθήκης ηδύνατο να έγινεν άλλη μεταξύ Οιανθέων και Χαλαίων, κανονίζουσα το δικαίωμα των αυλών και ορίζουσα το ελαφρόν πρόστιμον των τεσσάρων δραχμών διά πάσαν υπέρβασιν του είδους εκείνου της πειρατείας. Αλλά φαίνεται ότι ο παλαιοτάτος πεζός λόγος ήτο κατ' ουσίαν όμοιος προς τας επιγραφάς εκείνας, ήτοι σαφές και ακριβές υπόμνημα δημοσίων πράξεων, μη δυναμένων να εμπιστευθώσιν εις τα πηδήματα της φαντασίας ποιητού και εις του μέτρου τας απαιτήσεις. Ιδίως οι ναοί έγεμον τοιαύτης πεζογραφίας. Ούτως υπήρχον κανονισμοί περί ασεβείας· π. χ. εν Ιαλυσώ της Ρόδου η θεά Αλεκτρώνα απηγόρευε την εις τον περίβολόν της είσοδον ίππων, όνων, ημιόνων και ανθρώπων φορούντων υποδήματα ή «ύειον μηθέν» { pig-skin shoes }. (171) Yπήρχον πλήρεις δημόσιοι απολογισμοί. Υπήρχον υπομνήματα των ευχών, όσας εξεπλήρωσεν ο θεός, χαραγμένα δι' εξόδων των προσκυνητών, και των παραπτωμάτων, όσα παραδειγματικώς ετιμώρησε, χαραγμένα πιθανώς υπό των επιτρόπων του ναού. Τα δε ιερά θεραπευτήρια της Κω, της Ρόδου και της Κνίδου περιείχον ήδη από του έκτου π. Χ. αιώνος πλήρη σημειώματα σπουδαίων ασθενειών μετά των συμπτωμάτων, της θεραπείας και των αποτελεσμάτων. Αναμφιβόλως δε υπήρχον σημειώματα μαγγανειών και επωδών. Επίσης δε κατάλογοι των ιερέων και ιερειών, εκτεινόμενοι ενίοτε εις είδος χρονικών.

Ταύτα ήσαν δημόσια, υποκείμενα εις μικρούς περιορισμούς. Αλλά υπήρχον και εσώτερα βιβλία, μη εκτεθειμένα εις ελέγχους των βεβήλων. Ούτως οι κανόνες των τελετών δεν εδημοσιεύοντο πάντοτε. Οι δε χρησμολόγοι των Αθηνών είχον μυστικά υπομνήματα χρησμών και αποφάσεων περί νομικών ή ηθικών ζητημάτων. Οι δε Δελφοί και τάλλα κέντρα, όπου η παράδοσις ήτο μακροτέρα, είχον γραπτά υπομνήματα των θρύλων, όσους οι υπηρέται του θεού επεθύμουν να διατηρήσωσι. Εννοείται δε ότι πλην των επισήμων ναών σημειώματα είχον και οι ιδιωτικοί και ανεπίσημοι χρησμολόγοι, οι μάντεις, οι κάτοχοι μυστηρίων, οι πωληταί χρησμών, οι λύται παραπτωμάτων, άνθρωποι καθώς ο Ονομάκριτος, ο Τισαμενός ο Ιαμίδης, ο Λάμπων και οι διάφοροι Βάκιδες, των οποίων τους αορίστους και ρωμαντικούς θρύλους συχνά βλέπομεν εις τα αφηγήματα του Ηροδότου [Η' 20, 77, 96. Θ' 43]. Πλην τούτων υπήρχον αι γενεαλογίαι των ευγενών οίκων. Και συνήθως μεν αύται ήσαν έμμετροι εις τρόπον ώστε να προβάλλωνται αμέσως και ν' απομνημονεύωνται ευκόλως υπό του κοινού. Αλλ' επειδή και περί τούτων άλλοι του οίκου κλάδοι προχείρως ηδύναντο να αντιπροβάλλωσιν άλλας των στίχων παραλλαγάς, έπειτα δε βίοι και πράξεις ηδύναντο να λησμονηθώσιν ή κακώς να παρασταθώσιν, αι οικογένειαι εφρόντιζον, να κρατώσιν αυθεντικά και αρμοδίως ελεγχόμενα υπομνήματα.

«ΛΟΓΟΣ»


Εδώ συναντώμεν την άλλην κλίσιν, την τείνουσαν εις παραγωγήν πεζογραφίας, την παλαιάν κατά το ρήμα του Γκαίτε Lust sum Fabuliren, ποθούσαν να γνωρίση τους χαρακτήρας των προσώπων και τους περί αυτών θρύλους. Ο «Λόγος» είναι νεώτερος και μικροτέρος αδελφός του Μύθου, και κατά τινας απόψεις δεν διακρίνεται απ' αυτού. Ούτως αδύνατον είναι ν' αναγνώσωμεν τα περί Σόλωνος, Κροίσου, Δημοκήδους, Πολυκράτους, Αμάσιος χωρίς να αισθανθώμεν ότι εισαγόμεθα εις τα βασίλεια της φαντασίας. Εντεύθεν βεβαίως είμεθα πλησιέστερον εις τα γεγονότα ή από του έπους· και η κρυπτομένη πράξις είναι πλέον ανθρωπίνη. Οι δε χαρακτήρες δεν είναι θεοί ή ήρωες, αλλά περιπλανώμενοι μάγοι και σοφοί και έκπτωτοι βασιλείς, ο δε πρώτος εξάγγελος δεν είναι η Μούσα, αλλά ο Ίων έμπορος. Δύναται επίσης να υποτεθή ότι υπάρχει και ολίγη αλήθεια εις τους χαρακτήρας, ή και εις άλλα. Αλλά έως εκεί δεν έχομεν δικαίωμα να προχωρήσωμεν π. χ. Ο σερ Τζων Φάλσταφ του Σαιξπήρου δεν είναι πιστή ψυχολογία του Oldcastle the Lollard, δεν υπάρχει δε λόγος να υποθέσωμεν ότι ο κωμικός βασιλεύς Άμασις ομοιάζει προς οιονδήποτε Αιγύπτιον Aahmes ή ν' αποδώσωμεν την όψιμον σύνεσιν του Κροίσου εις τον αληθινόν κατακτητήν της Ιωνίας. Είναι αλήθεια, ότι αφού άπας σχηματισθή ο χαρακτήρ, καθόλου παραμένει· αλλά τούτο συμβαίνει και περί των επικών προσώπων.

Ο θρύλος ενωρίς απέβη λογοτέχνημα. Οι περίφημοι *Μιλήσιοι και *Συβαριτικοί λόγοι βεβαίως ήσαν του έκτου π. Χ. αιώνος, πριν η Σύβαρις καταστραφή και ερειπωθή η Μίλητος. Τοιαύτα δε δείγματα, οποία διεσώθησαν υπό μεταγενεστέρων λογογράφων — η Χήρα της Εφέσου του Πετρωνίου και πολλά μέρη του Απουληίου — είναι καθαρά μυθοπλαστία, διηγήματα κατά το είδος του Βοκκακίου μετά πλαστών χαρακτήρων. Αλλά τα πάντα μηνύουσιν ότι αρχικώς απεδίδοντο εις ωρισμένα ονόματα, καθώς τα ανέκδοτα του Ηροδότου· πράγματι δε το πρώτον απόσπασμα γνωστού ελληνιστί πεζού μυθιστορήματος έχει ως ήρωα και ηρωίνην τον Νίνον και την Σεμίραμιν. (172)

ΟΡΟΙ


Αι πρώται κατά την στενωτέραν έννοιαν πεζαί ιστορίαι είναι οι «ώροι», τα χρονικά των ιωνικών πόλεων, μεθ' ούς αμέσως έπονται οι της Σικελίας. Τοιούτων ώρων ουδεμία σειρά σώζεται, εκτός εάν θεωρήσωμεν το Πάριον μάρμαρον ως επιτομήν των ώρων όλης της Ελλάδος. Αλλ' ο σπουδαστής της αρχαιότητος έχει ακόμη να εξετάση ποίαι των σωζομένων ειδήσεων πηγάζουσιν εκ των χρονικών εκάστης πόλεως. Τοπικαί τινες γενεαλογίαι — πολλαί, λόγου χάριν, των εν τοις σχολίοις του Απολλωνίου — προφανώς ήσαν ώροι. Επίσης υπό ώρου θα ανεφέρετο και ο αερόλιθος, ο πεσών εις τους Αιγός ποταμούς κατά την 78ην Ολυμπιάδα, και η λευκή εκείνη χελιδών, της οποίας την εν Σάμω εμφάνισιν μαρτυρεί στρατιά μαρτύρων (173). Συρακόσιον χρονικόν φαίνεται ότι ήτο η πηγή των ειδήσεων, όσας παρέχει ο Θουκυδίδης (ΣΤ' 1-5) περί της ιδρύσεως των ιταλικών και σικελικών πόλεων διότι χρονολογούνται από της ιδρύσεως των Συρακουσών, ήτις θεωρείται ως η μεγάλη χρονολογία του κόσμου, η μη έχουσα ανάγκην άλλου προσδιορισμού. Η καταγωγή παντός χρονικού, εννοείται, είναι σκοτεινή. Καθώς κατ' αρχάς μεν το έπος, έπειτα δε αι ιστορίαι και τα σχόλια και τα φιλοσοφικά κείμενα των σχολών της αρχαιότητος και καθώς οι κώδικες των μητροπόλεων των μέσων χρόνων, ούτω και ταρχαία χρονικά εσυνεχίζοντο, μετεβάλλοντο και επεξετείνοντο υπό αλληλοδιαδόχων εκδοτών.

Τα ονόματα των παλαιοτάτων χρονογράφων έχουσιν ήχον μυθικόν. Ούτω το μεν χρονικόν της Κορίνθου έγραψεν αυτός ο «Εύμηλος», ο Κορίνθιος Όμηρος· το δε Εφέσιον ο «Κρεώφυλος», το δε Κρητικόν ο «Επιμενίδης», το δε της Μιλήτου, το γενικώς αναγνωριζόμενον ως το παλαιότατον, ήτο το πρώτον σύγγραμμα του «Κάδμου» αφού ηύρε το αλφάβητον. Όθεν ονομάζεται ΚΑΔΜΟΣ ο Μιλήσιος, καίτοι εκ γενετής ήτο Φοίνιξ. Ομοίως και ο χρονογράφος του Άργους ονομάζεται «ΑΚΟΥΣΙΛΑΟΣ ο Αργείος», γεννηθείς, ως ο Ησίοδος, εν μικρώ χωρίω της Βοιωτίας. Το χρονικόν αυτού ελέγετο έργον του Ησιόδου, μεταφρασμένον εις πεζόν λόγον και «διωρθωμένον». Αλλά και αυτός ο Ακουσίλαος δεν ενομίζετο αρκετά μυθικός, ώστε να θεωρηθή πραγματικός αυτού συγγραφεύς· το είχε μόνον αντιγράψει από χαλκών πινάκων, ούς ο πατήρ αυτού ανέσκαψεν εκ της γης! Το δε χρονικόν των Αθηνών, όπερ κατόπιν επεξειργάσθησαν πολλοί ευδόκιμοι άνδρες, ως ο Κλείδημος, ο Ανδροτίων, ο Φιλόχορος δεν αναφέρεται πόθεν επήγαζεν. Κάποιος Μελησαγόρας [Ελευσίνιος] όστις έλεγεν ότι ποτέ δεν πετά κορώνη προς την Ακρόπολιν, φαίνεται ως αντιπρόσωπος του ιερού χρονικού της Ελευσίνος και επομένως κατά μέρος και των Αθηνών. (174)

Πολλά δε σπουδαία αποσπάσματα αναφέρονται εις τον ΦΕΡΕΚΥΔΗ· και ο μεν Σουίδας διακρίνει τρεις ομωνύμους, Σύριον, Λέριον και Αθηναίον, οι δε νεώτεροι λόγιοι παραδέχονται δύο μόνους — ένα φιλόσοφον εκ Σύρου κατά τον έβδομον αιώνα, και ένα Αθηναίον ιστορικόν γεννηθέντα εν Λέρω κατά τον πέμπτον, (175) αλλ' ίσως κριτικωτέρα μελέτη των πηγών δύναται να ελαττώση τον αριθμόν εις ένα Φερεκύδη — του οποίου το χρονικόν ήρχιζεν από της γενέσεως των θεών και περιείχε τα Ορφικά λόγια, δηλαδή άνθρωπον κατά το ήμισυ μυθικόν, «φέροντα κύδος» και παράλληλον προς τον Αργείον εκείνον Ακουσίλαον, τον «ακουστήν των λαών». (176)

Οι πρώτοι πραγματικοί χρονογράφοι κατάγονται εξ Ιωνίας και των νήσων, είναι δε άνθρωποι σοβαροί και πεπαιδευμένοι, καταγράψαντες εις βιβλία και τα υπομνήματα και την προφορικήν παράδοσιν — ΒIΩΝ ο Προκοννήσιος, ο επεξεργασθείς τον Κάδμον· ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ο Μιλήσιος, ο πρώτος ίσως συνδυάσας τας πράξεις της απολέμου Ιωνίας προς τα μεγαλουργήματα της Περσίας και γράψας *Περσικά εν Ιάδι διαλέκτω]· ΧΑΡΩΝ ο Λαμψακηνός, ο γράψας [*Λαμψακηνών ώρους και *Περσικά] έργον ως φαίνεται, παρόμοιον προς το του Ηροδότου, περιλαμβάνον την περσικήν και αιθιοπικήν ιστορίαν, ειδήσεις περί του βίου του Θεμιστοκλέους και ταξείδια πέραν των Ηρακλείων στηλών ΕΥΓΑΙΩΝ ο Σάμιος, ΞΑΝΘΟΣ ο Λυδός και πολλοί άλλοι, φέροντες προς την μεγάλην τριάδα τον Εκαταίον, τον Ηρόδοτον και τον Ελλάνικον. (177)

Αλλά εις την Μεγάλην Ελλάδα τα πράγματα ήσαν διάφορα. Εκεί αι ελληνικαί αποικίαι είχον μακράν και δραματικήν ιστορίαν, μεγάλην δε δημιουργικήν λογοτεχνίαν, αλλ' η λογοτεχνία ουδέποτε περιέλαβε την ιστορίαν· λοιπόν ιστοριογράφοι δεν υπήρχον προ του χρόνου, ότε ο γηραιός Ηρόδοτος απήλθεν εις τους Θουρίους, όπου και έκλεισε τους οφθαλμούς. Τότε Αντίοχος ο Συρακόσιος εδημοσίευσεν ιστορίαν της Δύσεως, καταβαίνουσαν τουλάχιστον μέχρι του 424 π. Χ. Ο δε προβληματώδης ΙΠΠΥΣ ο Ρηγίνος, φαίνεται γράψας περί τους αυτούς χρόνους! Οι εν τη Δύσει βεβαίως είχον χρονικά των ναών και ανέδειξαν πολλούς ιστορικούς κατά την μετά τον Θουκυδίδην γενεάν. Αλλά κατά την αρχήν της πεζογραφίας σπουδαίον είναι ότι προ της ιστορίας εκαλλιέργουν την γραμματολογίαν. ΘΕΑΓΕΝΗΣ o Ρηγίνος (520 π. Χ.) λογίζεται ως ο πρώτος Ομηριστής· περί αυτού γνωρίζομεν μόνον ότι ηρμήνευεν αλληγορικώς και ανέφερε την Γιγαντομαχίαν. Ο δε ΓΛΑΥΚΟΣ ο Ρηγίνος έγραψεν αναγραφήν «περί των αρχαίων ποιητών τε και μουσικών» (178) αναφέρων όχι μόνον ονόματα και χρόνους, αλλά και περί ύφους και μιμήσεως, διηγούμενος δε και τίνας έκαστος ποιητής «εμιμήσατο», αρχόμενος από Ορφέως [Τερπάνδρου, Αρχιλόχου, Θαλήτα]. Η τοιαύτη τάσις, η προς την καθαράν λογοτεχνίαν κλίσις, ερμηνεύει την εκεί γένεσιν του Γοργίου.

Εν τη ανατολική Ελλάδι κριτικούς του Ομήρου θα εύρωμεν μόνον τους χρονογράφους εκείνων των πόλεων, όσαι ειδικώς σχετίζονται προς αυτόν, ως ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ τον Κυμαίον και ΔΑΜΑΣΤΗΝ τον εκ Σιγείου. Αλλ' η υψηλοτέρα λογογραφία εγεννήθη εν τη Ανατολή εκ της ζητήσεως της γνώσεως κατά την ευρυτάτην έννοιαν, ήν οι μεν Ίωνες ωνόμαζον ιστορίην, οι δε Αθηναίοι φιλοσοφίαν. Ημείς εφαρμόζοντες εις τον έκτον αιώνα τους όρους του τετάρτου, σπεύδομεν να διακρίνωμεν την ιστορίαν από της φιλοσοφίας. Αλλ' ότε ο Σόλων ο φιλόσοφος «απεδήμησε έτεα δέκα» χάριν «της θεωρίης», έπραττεν ακριβώς ό,τι και οι ιστορικοί, ο Ηρόδοτος και ο Εκαταίος. Ότε δε ο Εκαταίος έγραψε Πίνακα του κόσμου γεωγραφικόν και ανθρωπολογικόν, έπραττεν ό,τι και ο Αναξίμανδρος και ο Δημόκριτος. Ιστορία σημαίνει έρευνα, (179) φιλοσοφία δε αγάπη της γνώσεως. Και αι δύο καταλαμβάνουσι περίπου την αυτήν έκτασιν, αν και καθόλου η φιλοσοφία αποβλέπει περισσότερον εις την τελικήν αλήθειαν και ολιγώτερον εις τα ειδικά γεγονότα· το δε σπουδαιοτέρον, η φιλοσοφία γενικώς είν' έργον ωργανωμένης σχολής μετά καθωρισμένων ή συγγενών θεωριών — της Μιλησίας, της Πυθαγορικής, της Ελεατικής — ενώ ο ιστορικός είναι προ πάντων εξερευνητής και αφηγητής.

Πεζόν βιβλίον κατά τον έκτον αιώνα, οσάκις δεν ήτο βιβλίον φιλοσοφικής σχολής, ήτο αποτέλεσμα μεν της «ιστορίης» του συγγραφέως, ωνομάζετο δε «λόγος» αυτού — δηλαδή ό,τι είχε να είπη. Αλλ' ούτε το βιβλίον αυτό, ούτε το λογοτεχνικόν είδος, όπου ανήκεν, είχεν ακόμη όνομα. Η πρώτη φράσις εχρησίμευεν αντί τίτλου· η απλουστάτη δηλαδή φράσις ήτο «Αλκμέων ο Κροτωνιάτης λέγει τάδε» «Ηροδότου Αλικαρνησσέος ιστορίης απόδεξις ήδε». Εν ειδικωτέρα δε ιστορία, φέρεται «Αντίοχος Ξενοφάνους συντίθησι περί Ιταλίας» { Antiochus, Xenophanes' son, put these things together about Italy } ή άνευ του ονόματος του συγγραφέως, «Περί μεν της ιερής νούσου καλεομένης ώδ' έχει» { Touching the disease called Holy, thus it is }(Ιπποκράτης) . Τι δε ήτο ο γράφων; Βεβαίως λογογράφος ή λογοποιός, αφού έγραφε λόγον. Ηδύνατο δε να είναι γεωγράφος ή ιδεολόγος, πιθανώτερον δε φιλόσοφος και κατά τους θαυμαστάς αυτού σοφός ανήρ. Ο δε θέλων να ονομάση το ανώνυμον και αδιαίρετον εις κεφάλαια έργον έπρεπε να μεταχειρισθή μίαν περιγραφικήν φράσιν. Καθώς έλεγε κανείς π. χ. περί του μέσου του τ της Οδυσσείας «Όμηρος εν νίπτροις» {Homer in the Foot-washing }, ούτως έλεγεν «Εκαταίος Ασία» ή «Εκαταίος εν τοις περί Ασίας», «Χάρων εν τοις Περσικοίς», Αναξίμανδρος εν τοις περί των απλανών ή εν γης περιόδω { Anaximander about Fixed Stars," or "in the Description of the World. } [πρβ. τον Σουίδαν]. Οι δε μεταγενέστεροι πολλάκις εξέλαβον τας παραπομπάς εκείνας ως επιγραφάς χωριστών έργων και παρέστησαν πολλούς των αρχαίων λογογράφων ως γράψαντας δωδεκάδας συγγραμμάτων.

Το παλαιόν έπος ελήφθη ως παράδειγμα· καθώς εκείνο ήτο ή ανώνυμον ή έργον φανταστικού ή ημιθέου ποιητού, ούτω και ο «λόγος» και το χρονικόν, βεβαίως δε και αι απαρχαί των φυσικών παρατηρήσεων και της κοσμολογίας. Κατά την επομένην περίοδον το βιβλίον ήτο έργον σωματείου τινός· φυλής ποιητών, σχολής φιλοσόφων, θρησκευτικής αιρέσεως, ή επισήμου επιτροπής· δηλαδή πρώτον μεν «Όμηρος» «Αίσωπος» «Ησίοδος» «Ορφεύς» «Κάδμος», έπειτα δε «Ομηρίδαι» «Πυθαγόρειοι» «Ορφικοί» και «Ώροι Μιλησίων». Έπρεπε πρώτον ο στενός δεσμός του ελληνικού αστικού βίου να κατακοπή, πριν είς ανήρ δυνηθή να προέλθη και εκφράση τας γνώμας και τα αισθήματά του διά του ιερού μεγαλείου του βιβλίου. Και ποιηταί μεν ως ο Αρχίλοχος και άλλοι είχον ήδη πράξει τούτο. Αλλά της πεζογραφίας την οδόν ήνοιξε βιβλίον, του οποίου αι πρώται λέξεις θ' αντήχησαν ως σάλπισμα εις τα ώτα των ανθρώπων· «Εκαταίος Μιλήσιος ώδε μυθείται· τάδε γράφω ως μοι αλήθεια δοκέει είναι· οι γαρ Ελλήνων λόγοι πολλοί τε και γελοίοι, ως εμοί φαίνονται, εισίν.» { Hecatoeus of Miletus thus speaks. I write as I deem true, for the traditions of the Greeks seem to me manifold and laughable. }

ΙΣΤΟΡΙΗ. — ΕΚΑΤΑΙΟΣ.


Ο ΕΚΑΤΑΙΟΣ ήτο ευπατρίδης γενεαλογών εαυτόν ως απόγονον θεού εν δεκάτη έκτη γενεά, (Ηροδότου Β' 143) μέχρις ού οι ιερείς των αιγυπτιακών Θηβών διέψευσαν αυτόν· εξερευνητής δε σπάνιος, καθώς ο σύγχρονος αυτού Σκύλαξ, ο καταπλεύσας τον Ινδόν μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης, καθώς επί του β' Πτολεμαίου Εύδοξος ο Κυζικηνός και μέχρι τινός καθώς ο Κολώμπος, δηλαδή άνθρωποι, των οποίων η μεγάλη τόλμη ήτο όργανον μεγαλυτέρου νου. Περιήλθεν όλας τας ακτάς της Μεσογείου, το περσικόν κράτος, την Αίγυπτον, ίσως τον Πόντον, την Λιβύην και την Ιβηρίαν, αδιακόπως «ιστορέων», ήτοι ζητών γνώσιν. Ημείς γινώσκομεν αυτόν προ πάντων εκ των επικρίσεων και των ανεκδότων του Ηροδότου, όστις διχογνωμεί προς αυτόν περί των πηγών του Νείλου (Β' 21) και της υπάρξεως του ποταμού Ωκεανού (Β' 23) αναφέρει δε μετά δισταγμού όσα έγραφεν ο Εκαταίος περί της εξώσεως των Πελασγών εκ της Αττικής (Στ' 137), αλλά καθόλου τον παριστά σχεδόν ως μέγαν.

Κατά την προπαρασκευήν της ιωνικής επαναστάσεως η Μίλητος εζήτησε την συμβουλήν του σοφού της, αλλά δεν την ηκολούθησεν. Εκείνος τους απέτρεπε, «καταλέγων τα τε έθνεα πάντα των ήρχε Δαρείος και την δύναμιν αυτού» { telling them all the nations that Darius ruled and the power of him. }(Ηροδότου Ε' 36). Αλλ' ο σοφός ήτο ψυχρός και ελάλησεν εις μάτην! Έπειτα τους προέτρεψεν, εάν επέμενον να επαναστατήσωσι, να καταλάβωσιν αμέσως τους θησαυρούς του εν Βραγχίδαις Απόλλωνος — ειδεμή θα τους εσύλων οι Πέρσαι — και να ναυπηγήσωσι στόλον, δεσπόζοντα του Αιγαίου. Αλλ' ο σοφός υβρίσθη ως ασεβής! Ο Αρισταγόρας και ο λαός επροτίμησαν τον ιδικόν των δρόμον, ετράπησαν παντού, και βεβαίως είδον τον θησαυρόν πεσόντα εις τας χείρας των βαρβάρων. Και άλλην συμβουλήν έδωκεν ο Εκαταίος ότε τα πράγματα ήσαν απεγνωσμένα, παρακαλών τον Αρισταγόραν να μη φύγη διά παντός, αλλά να οχυρώση την νήσον Λέρον, και κρατών της θαλάσσης, να επιχειρήση την ανάκτησιν της Μιλήτου. Δηλαδή πάντα, όσα κατόπιν αναλογιζομένη την πικράν της συμφοράν, επόθει να είχε πράξει η Ιωνία, κατήντησαν επαναλεγόμενα συμβουλαί του μεγάλου της Εκαταίου. Εκείνος τέλος είχε μεσολαβήσει προς τον Αρταφέρνη — την φοράν ταύτην επιτυχώς — όπως φεισθή των ηττημένων.

Ο Εκαταίος δεν ήτο λογοτέχνης όπως ο Ηρόδοτος· ήτο στοχαστής και εργάτης. Κατά τον Ερμογένη [τον Ταρσέα] όστις ηγάπα τον αρχαϊσμόν, «καθαρός μεν έστι και σαφής, εν δε τισι και ηδύς ου μετρίως» { pure and clear, and in some ways singularly pleasant } και όμως «ταις ηδοναίς ελαττούται πολλώ του Ηροδότου· αλλά πάνυ πολλώ, καίτοι γε μύθους τα πάντα σχεδόν και τοιαύτην τινά ιστορίαν συγγραψάμενος». { much less charm than Herodotus — ever so much, though it was mostly myths and the like } (180) Αλλ' εις την τελευταίαν ταύτην φράσιν δεν πρέπει να δώσωμεν μεγάλην προσοχήν. Ο Εκαταίος ιστορίαν εθεώρει την περίοδον, ήν ημείς σήμερον παραλείπομεν ως μυθικήν, ενώ δε απέρριπτε τας ελληνικάς παραδόσεις, συχνά επίστευεν εις τας αιγυπτιακάς· ενθυμούμενοι δε τας πρώτας του βιβλίου του λέξεις, δεν δυνάμεθα να του προσάψωμεν «ευπιστίαν» ή να θεωρήσωμεν αυτόν υπεύθυνον διά τον μύθον ότι η σκύλα του Οινέως εγέννησε στέλεχος και εξ αυτού «έφυ άμπελος πολυστάφυλος» (απόσπ. 341), διότι είναι πιθανόν ν' ανέφερε τούτο μόνον ως γελοίον. Επί πολλούς αιώνας ως γεωγράφος εθεωρείτο αυθεντία· καίτοι δε φαίνεται ότι δεν υπήρξε σταθερώς άθρησκος, παραμένει μεγάλη μορφή της ιστορίας της λογοτεχνίας και της προόδου του ανθρωπίνου νου. Ο Εκαταίος αντιπροσωπεύει το πνεύμα του καιρού του ως σύνολον, ήτοι την έρευναν, την σκέψιν, την προς την λογοτεχνίαν κλίσιν. Και ταύτης μεν έξοχος τύπος είναι ο Ηρόδοτος, ως αντιπροσώπους δε των άλλων εκλέγομεν δύο των μη σωθέντων συγγραφέων, τον Ηρόδωρον και τον Eλλάνικον. (181)

ΗΡΟΔΩΡΟΣ.


ΗΡΟΔΩΡΟΣ ο Ηρακλεώτης, (εξ Ηρακλείας του Πόντου) πατήρ του σοφιστού Βρύσωνος, του οποίου οι διάλογοι λέγεται ότι ήσαν το υπόδειγμα του Πλάτωνος, είναι ο τύπος των πρώτων αθρήσκων. Το έργον του ήτο κριτική ιστορία των αρχαίων υπομνημάτων, διαλαμβάνον κατ' αρχάς περί της πατρίδος του και του ιδρυτού αυτής Ηρακλέους, [*Λόγος καθ' Ηρακλέα], αλλ' εγγίζον π. χ. και τους Αργοναύτας και τους Πελοπίδας. Η δε μέθοδος αυτού σήμερον μεν έχασε την χάριν και την πρωτοτυπίαν, αλλά τότε ήθελε βαθυτάτην σκέψιν και παρείχε πραγματικάς υπηρεσίας προς τον κόσμον. Κατά τον Ηρόδωρον (απόσπ. 23) ο δεσμώτης Προμηθεύς, όν εξέσχιζεν ο αετός και ηλευθέρωσεν ο Ηρακλής, αληθώς ήτο βασιλεύς των Σκυθών πλησίον του πoταμού Αετού, όστις επιφέρει καταστρεπτικάς πλυμμύρας· οι δε υπήκοοι νομίζοντες, όπως και ο Ησίοδος, ότι αι πλημμύραι ήσαν τιμωρίαι διά τας αμαρτίας των ηγεμόνων, έδεσαν, δηλαδή εφυλάκισαν τον Προμηθέα, μέχρις ού ο Ηρακλής, όστις αναφέρεται ότι ανέλαβε παρά του Άτλαντος τους στύλους του ουρανού και της γης, δηλαδή τας αρχάς της αστρονομίας, (απόσπ. 24) και της μηχανικής, απέστρεψε το ρεύμα προς την θάλασσαν! Τα δε περί των τειχών της Τροίας λεγόμενα, ότι έκτισαν αυτά ο Απόλλων και ο Ποσειδών, εσήμαινον απλούστατα ότι ο Λαομέδων εσύλησε χρήματα εκ του ιερού αυτών διά την κατασκευήν των (απόσπ. 18). Ο Ηρόδωρος εσυνήθιζεν, ως φαίνεται, να διηγήται τον κοινόν μύθον, πριν τον επικρίνη, διότι ευρίσκομεν αποσπάσματα και τούτου, όπως του Εκαταίου, αναφερόμενα ως πηγάς μωροτάτων μύθων, ούς βεβαίως έπειτα θα επεξήγει. Αλλά δεν εστερείτο πάλιν όλως διόλου φαντασίας· έφθασε να πιστοποιήση την φερομένην παράδοσιν ότι ο λέων της Νεμέας είχε πέσει εκ της σελήνης. Και τούτο διότι επίστευεν ότι η σελήνη δεν ήτο μικρόν φως, αλλά «ετέρα μετέωρος γη» και ότι οι αερόλιθοι και τα όμοια πιθανώς έπιπτον εκείθεν· ότι μερικά έντομα και το περιεργότερον, οι γύπες, των οποίων τας φωλεάς, όσον και αν εζήτησεν, ουδέποτε είχεν ιδεί επί της γης ταύτης, πιθανώτατα προήρχοντο εκείθεν [απόσπ. 10]· εκείθεν είχε καταβή και ο λέων της Νεμέας [απόσπ. 9] διότι, φαίνεται, εσκέπτετο, ότι δεν ήτο δυνατόν να εγεννήθη εν Νεμέα και δεν ηδύνατο να προχωρήση έως εκεί καταβαίνων εκ του Αίμου· και ότι η περιγραφή αυτού δεν ωμοίαζε προς κανένα γνωστόν λέοντα. Αλλά τούτο δεν είναι «απλοϊκή ευπιστία»· είναι πλάνη συλλογισμού, συγγνωστή, καθόσον ενόμιζεν και σχετικώς μικράν την από της σελήνης απόστασιν ημών. Ο Ηρόδωρος εκοπίασε πολύ να συστηματοποιήση και την χρονολογίαν — να εκτελέση δηλαδή τον γιγάντειον εκείνον άθλον, όν ουδείς Έλλην Ηρακλής συνετέλεσεν. Αι δε γεωγραφικαί αυτού μελέται ήσαν ευρύταται και ακριβείς, (182) εχρησιμοποίει δε τα πάντα εις κριτικήν της παλαιοτάτης ιστορίας. Πόσον τούτο είναι διάφορον, αλλ' όχι κατώτερον κατ' είδος, του πνεύματος του Ηροδότου και του Θουκυδίδου! (183)

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ «ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ». — ΕΛΛΑΝΙΚΟΣ.


ΕΛΛΑΝΙΚΟΣ (184) ο Λέσβιος χρονολογικώς καθορίζεται διά τούτου ότι το έργον αυτού «Ατθίς» μνημονεύεται μεν υπό του Θουκυδίδου (Α' 97), εμνημόνευε δε (185) την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν — εδημοσιεύθη δηλαδή μικρόν μετά τα 406 π. Χ. Ο Ελλάνικος είναι νεώτερος μεν του Ηροδότου, πρεσβύτερος δε του Θουκυδίδου. Η χρονολογία είναι σπουδαία διά τούτο, ότι η γενική μέθοδος του έργου του Ελλανίκου, οιαδήποτε και αν ήτο κατά τας λεπτομερείας, δεν ήτο η του Εκαταίου και του Ηροδώρου, ουδέ η των σωθέντων ιστορικών, αλλά μόνον μέθοδος στοιχειωδεστέρου τινός Αριστοτέλους. Ο Ελλάνικος εστράφη κατ' ευθείαν προς τα τοπικά υπομνήματα, είτ' επιγραφικά, είτε προφορικά, εσώρευσε δε σωρόν καθωρισμένων και επισήμων μαρτυριών περί γεγονότων και υπέταξεν αυτά εις καθολικόν χρονολογικόν σύστημα· τοιουτοτρόπως κατώρθωσεν ώστε εκάστη τοπική ιστορία να ρίπτη φως επί τας άλλας, κατέγραφε δε τας παρατηρήσεις του κατά τρόπον όλως πρακτικόν. Αλλά δυστυχώς το υλικόν ήτο ανάξιον της μεθόδου του. Τα μεν γεγονότα, όσα συνέλεξε, δεν ήσαν γεγονότα, η δε τάξις, ήν κατέστρωσε, ήτο χειροτέρα του προηγουμένου γνησίου χάους.

Ο Ελλάνικος ήρχισεν, όπως και πολλοί άλλοι, γράφων *Περσικά· ταποσπάσματα τούτων φαίνονται παλαιοτέρα του Ηροδότου και είναι μεστά ελληνικών θρύλων. Διότι το ήμισυ της δραστηριότητός του εδαπάνησεν εις την μελέτην των μεγάλων μύθων, ούς ενόμιζε πολυτίμους, ως περιέχοντας απωτάτην ιστορίαν, κινδυνεύουσαν να χαθή. Έγραψε δε * Αιολικά και *Τρωικά· την εκλογήν δε ταύτην ερμηνεύει η αιολική του καταγωγή και η προς την Τροίαν γειτονία. Αι δε αιολικαί παραδόσεις αναποφεύκτως έστρεψαν αυτόν προς την Θεσσαλίαν, ούτω δ' έγραψε τα *Δευκαλιώνεια ήτοι περί των απογόνων του Δευκαλίωνος. Δεύτερον εν Ελλάδι πλούσιον μύθων μεταλλείον ήτο το Άργος· αι παραδόσεις αυτού ήσαν σχεδόν ανεξάρτητοι από της Θεσσαλίας· ο Ελλάνικος λοιπόν εστράφη προς το Άργος και όχι μόνον έγραψεν ιστορίαν αυτού, αλλά και εδημοσίευσε κατά τας απαιτήσεις της αναπτυσσομένης μεθόδου του κατάλογον των διαδοχικών ιερειών του εν Άργει ναού της Ήρας, ως βάσιν ομοιομόρφου συστήματος χρονολογίας δι' όλην την ιστορίαν. Ίσως δ' εκ του Ελλανίκου παρέλαβεν αυτόν ο Θουκυδίδης (Β' 2, Δ' 33) αν και ήτο και προτού εύχρηστος εν Πελοποννήσω· εν τω μεταξύ, φαίνεται, ο σοφιστής Ιππίας είχεν εκδώσει τους ρηξικελεύθους καταλόγους των Ολυμπιάδων μετά της σειράς των νικητών. Ο δ' Ελλάνικος ηκολούθησεν αυτόν δημοσιεύσας *Καρνεονίκας, ήτοι κατάλογον των νικητών των αγώνων του εν Σπάρτη Καρνείου Απόλλωνος.

Ο Ελλάνικος λοιπόν είχε γράψει πολλά χωριστά βιβλία, παρέχων αντιθέτως προς τον Ηρόδοτον ακατάσκευον το ποικίλον του υλικόν και δεν εδοκίμασε να το χωνεύση ολόκληρον εις ένα προσωπικόν «λόγον» ιδικόν του. Φαίνεται δε ότι και ωνόμασε τα βιβλία του· το όνομα *Φορωνίς, όπερ έφερεν η ιστορία του Άργους κατά τον αρχαίον βασιλέα Φορωνέα, ήτο επιγραφή απλή και σαφής· τα δε *Δευκαλιώνεια ήτο κάτι μεταξύ περιγραφής και αρχείου. Κατόπιν ήλθεν εις τας Αθήνας και έγραψε την περίφημον *Ατθίδα ή Αττικήν συγγραφήν. Οι Αθηναίοι της προηγουμένης γενεάς είχον εργασθή τόσον εις παραγωγήν της ιστορίας, ώστε δεν ηύραν καιρόν και να γράψωσιν αυτήν· λοιπόν αντί αυτών την έγραψεν ο αλλοδαπός σοφός. Αλλά το λυπηρόν είναι ότι διεφέρετο περισσότερον περί του παρελθόντος ή του παρόντος. Ήρχιζεν από του Ωγύγου, ο οποίος εβασίλευε 1020 έτη προ της πρώτης Ολυμπιάδος, και έτρεχεν ανοικτιρμόνως διά μέσου όλων των γενεών των κενών ονομάτων, των απαιτουμένων προς πλήρωσιν του χιλιετούς χάσματος. Έχων ως αφετηρίαν τον Αργείον κατάλογον, όστις ήτο πληρέστατος, ηναγκάζετο να επεκτείνη τον ισχνόν Αττικόν, φανταζόμενος διπλούς ομωνύμους βασιλείς. Ότε δε κατέβαινεν εις τους χρόνους, περί ών κυρίως ποθούμεν ημείς να μάθωμεν — εις τα 50 έτη τα κατόπιν των μηδικών, — η μέθοδος, ήν μετά κόπου είχε καταρτίσει προς εξιστόρησιν των μύθων, εγκατέλειπεν όλως αυτόν εις την περιγραφήν των γεγονότων «βραχέως τε και τοις χρόνοις ουκ ακριβώς επεμνήσθη» λέγει περί αυτού ο Θουκυδίδης. Και όμως αι χρονολογίαι ήσαν όλη η δόξα του ανδρός. Ο Ελλάνικος υπελόγιζε κατά γενεάς, τρεις εις έκαστον αιώνα, έπειτα δε κατ' άρχοντας, αφότου κατεστάθησαν. Ο δε Θουκυδίδης πιθανώτατα εννοεί ότι το σύστημα της χονδρικής καταστρώσεως των γεγονότων απέναντι του ονόματος του άρχοντος δεν ήτο τόσον ακριβές, όσον η ιδική του διαίρεσις εις θέρη και χειμώνας. Ο Ελλάνικος είχε πολλούς αναγνώστας και επέδρασε πολύ, αλλά δεν ηύρεν ευμενείς κριτάς. Ο μεν Έφορος έλεγεν αυτόν «εν τοις πλείστοις ψευδόμενον», ο δε Στράβων [Θ' 6,3 σ. 508] ότι «ράον αν τις Ησιόδω και Ομήρω πιστεύσειεν ηρωολογούσι και τοις τραγικοίς ποιηταίς ή . . . Ελλανίκω και τοις τοιούτοις» { would sooner believe Homer, Hesiod, and the tragedians }. Τούτο, φαίνεται, σημαίνει μόνον ότι η γενική παράδοσις, ήν αντεπροσώπευον οι ποιηταί, ήτο ασφαλεστέρα των τοπικών, άς παρέλαβεν ο Ελλάνικος. Διότι ήτο μεν ικανός, συστηματικός και ευσυνείδητος ιστορικός, αλλά πιθανώς η ιστορία θα ήτο ησυχωτέρα, εάν μηδέποτε υπήρχεν. (186)

ΣΤ'

ΗΡΟΔΟΤΟΣ


ΗΡΟΔΟΤΟΣ, ο «πατήρ της ιστορίας», ήτο άνθρωπος εξόριστος και εξ επαγγέλματος αφηγητής· όχι βεβαίως ως Ιταλός improvisatore, αλλά πεζογράφος αντίστοιχος προς αοιδόν, διηγούμενος πράξεις αληθινών ανθρώπων, και περιγράφων ξένους τόπους. Η εργασία του λοιπόν, καθώς ο Θουκυδίδης αυστηρώς λέγει, ήτο «αγώνισμα ες το παραχρήμα», δηλαδή απέβλεπε μάλλον εις προσωρινήν επιτυχίαν παρά μόνιμον εύρεσιν της αληθείας. Ο πρώτος του σκοπός ήτο να εξάπτη την περιέργειαν των ακροατών, φαίνεται δε ότι ο Ηρόδοτος είχε την χάριν ταύτην οποτεδήποτε ήνοιγε τα χείλη· αλλ' είναι φανερόν και ότι υψώθη υπεράνω του επαγγέλματός του, ότι επροχώρησεν από σειράς δημοσίων αναγνωσμάτων εις μεγάλην ιστορίαν και πιθανώς εις κάτι περισσότερον. Διότι το έργον του δεν είναι μόνον διήγησις ενός συγκινητικού πολέμου, πολιτικώς σπουδαίου και πνευματικώς μεγίστου· αλλ' είναι ίσως υπέρ παν άλλο γνωστόν βιβλίον και η έκφρασις ενός όλου ανθρώπου, η παράστασις όλου του κόσμου, βλεπομένου διά μέσου ενός νου και από μιας ιδιαιτέρας απόψεως. Τότε ο κόσμος ήτο εξαιρέτως διαφέρων, αλλά και ο νους εκείνος αν και λίαν ατομικός, ήτο εκ των περιεκτικωτάτων, όσους εγνώρισεν η ανθρωπότης.

Η όλη του μέθοδος είναι λίαν υποκειμενική. Ο Ηρόδοτος συμπαθεί τόσον, ώστε δεν δύναται διαρκώς να επικρίνη ή να μένη ψυχρός προς τας πέριξ αυτού βαθείας προλήψεις του λαού· λοιπόν ευθύς εξ αρχής συμμερίζεται την κοινήν πίστιν και διαβλέπει την ενέργειαν ηθικού θεού επί πάντων των ιστορικών συμβάντων. Είναι ζωηρός, ευαίσθητος, αγαπά τους ανθρώπους, συγκρατεί τας λεπτομερείας, όσαι ζωογονούσι την αφήγησίν του, λησμονεί δε αυτάς, οσάκις είναι μόνον αριθμοί και γεγονότα· αμέσως αισθάνεται το περιβάλλον της κοινωνίας όπου εμβαίνει, και διαρκώς επηρεάζεται υπό της γοητείας μεγάλων ανθρωπίνων ενεργειών, π. χ. της αυστηράς και απροσώπου αιγυπτιακής ιεραρχίας ή του λαμπρού κύκλου των μεγάλων ανδρών των Αθηνών· αλλ' όμως είναι πάντοτε έξυπνος, χαριτολόγος, αβρός εις τας κρίσεις, βαθυτάτα πεπεισμένος περί της ασθενείας της ανθρωπίνης φύσεως, των σφαλμάτων του ηρωισμού της και της οφειλομένης συγγνώμης διά την ατέλειαν αυτής. Το βιβλίον του Ηροδότου φέρει παντού την σφραγίδα του χαρακτήρος τούτου και τούτων των αρχών.

Ο Ηρόδοτος εγεννήθη εν Αλικαρνασσώ, απέναντι της Ρόδου. Η πόλις αύτη ήτο μεικτή, διότι δωρικόν στρώμα κατέβαλε το εγχώριον καρικόν, έπειτα δε και αυτό υπέκυψεν εις τον υψηλότερον πολιτισμόν των Ιώνων γειτόνων, πάντες δε ήσαν υπήκοοι της Περσίας· ήτο λοιπόν καλόν τροφείον ιστορικού, όστις έμελλε να διακριθή διά την έλλειψιν πάσης φυλετικής προκαταλήψεως. Εγεννήθη δε περί τα 484 π. Χ. μεταξύ των απηχήσεων της μεγάλης πάλης. Η Αρτεμισία, η βασίλισσα της Αλικαρνασσού, επολέμησεν υπέρ του Ξέρξου εν Σαλαμίνι, ο δε εγγονός αυτής Λύγδαμις κατείχεν ακόμη τον θρόνον ως τύραννος υπό τον Αρταξέρξην μετά τα 460. Ο Ηρόδοτος κατέτριψε τα πρώτα νεανικά του έτη πολεμών υπό την ηγεσίαν συγγενούς του, όστις ήτο ο ποιητής και μάντις Πανύασις, όπως ελευθερώση την πατρίδα του από του τυράννου και του περσικού ζυγού· αλλ' εν τη ιστορία του δεν αναφέρει τους αγώνας εκείνους, οι οποίοι βεβαίως αφήκαν ίχνη εις τον χαρακτήρα του. Και ο μεν Πανύασις εζωγρήθη και εθανατώθη, ο δε Ηρόδοτος έφυγεν εις την Σάμον. Τέλος — άγνωστον πώς, — ο Λύγδαμις έπεσε και ο Ηρόδοτος επανήλθεν· αλλά η άρχουσα μερίς δεν ήτο φιλική προς αυτόν — ίσως εκείνοι ήσαν θιασώται της αυτονομίας, αυτός δε της μετά των Αθηναίων συμμαχίας — και τοιουτοτρόπως ο Ηρόδοτος ήρχισε τας περιηγήσεις του. Εν Αθήναις ηύρε δευτέραν πατρίδα, και είχε φίλον τον Σοφοκλή, και ίσως τον Περικλή και τον Λάμπωνα. Τέλος έγινε πολίτης των Θουρίων, της υποδειγματικής αποικίας, ήν οι Αθηναίοι έκτισαν επί της κάτω Ιταλίας κατά τα 443 παρά την Σύβαριν, ήτις κατεστράφη δύο φοράς. Αλλά περί των τελευταίων αυτού χρόνων και των περιηγήσεων ολίγα βάσιμα γινώσκομεν. Ο Ηροδότος εταξείδευσεν εις την Αίγυπτον μέχρι της Ελεφαντίνης πόλεως, ότε η χώρα υπέκειτο εις την Περσίαν και, εννοείται, ότε η Περσία ήγεν ειρήνην προς τας Αθήνας, δηλαδή μετά τα 447. Τότε είχεν ήδη συμπληρώσει την μεγάλην ασιατικήν του περιήγησιν (Β' 150) και διέλθει την Βαβυλωνίαν μέχρι των περιχώρων των Σούσων και των Εκβατάνων. Εταξείδευσε δε και εις τον Εύξεινον πόντον, εις τας εκβολάς του Ίστρου, εις την Χερσόνησον και την γην των Κόλχων· επειδή δε κατά τα 444 ο Περικλής έπλευσεν εις τον Εύξεινον μετά μεγάλου στόλου, είναι πιθανόν ότι προηγουμένως ο Ηρόδοτος είχε σταλή προς εξερεύνησιν των χωρών εκείνων. Πλην τούτων, έπλευσεν εις την Τύρον και φαίνεται ότι κατέβη όλην την ακτήν της Συρίας μέχρι της Αιγύπτου. Απήλθε δε και εις την Κυρήνην και είδε μέρος της Λιβύης. Εγνώρισε τας ακτάς της Θράκης και διήλθε την Ελλάδα κατά πάσαν διεύθυνσιν, ιδών την Δωδώνην, την Ακαρνανίαν, τους Δελφούς και τας Θήβας και εν Πελοποννήσω την Τεγέαν, την Σπάρτην και την Ολυμπίαν.

Αλλά ποίος ήτο άρα γε ο σκοπός όλων των ταξειδίων τούτων; και πώς κατώρθωνεν άνθρωπος εξωρισμένος εκ της πατρίδος και επομένως μη δυνάμενος να έχη το εισόδημα της περιουσίας του, να δαπανά τόσα; Τούτο είναι περίεργότατον ερώτημα και η ορθή απάντησις αυτού θα μας εδίδασκε πολλά, σήμερον άγνωστα, περί του ελληνικού βίου κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα. Ο Ηρόδοτος ίσως εταξείδευεν ως έμπορος· αλλ' όμως περί εμπόρων λαλεί παροδικώς και όχι μόνον αναφέρει, συμφώνως προς τον σκοπόν του βιβλίου του, αλλά πράγματι φαίνεται ότι επεσκέφθη κέντρα μαθήσεως μάλλον ή εμπορίου. Διότι εν Β' 44 λέγει ρητώς ότι έπλευσεν εις την Τύρον θέλων περί των χρόνων του Ηρακλέους «σαφές τι ειδέναι». Αληθώς λοιπόν φαίνεται ότι ο Ηρόδοτος ήτο εξ επαγγέλματος λογοποιός, δηλαδή έγραφε και ανεγίνωσκε λόγους, ακριβώς όπως ο Κύναιθος και ίσως ο Πανύασις έγραφον και ανεγίνωσκον έπη. Η ανεκδοτική παράδοσις, η αναφέρουσα δημόσια αυτού αναγνώσματα εν Αθήναις, Θήβαις, Κορίνθω και Ολυμπία, είχε βεβαίως αληθινήν βάσιν. Ο Ηρόδοτος δηλαδή εταξείδευεν, όπως οι αοιδοί και οι σοφισταί· όπως οι Ομηρίδαι, ο Πίνδαρος, ο Ελλάνικος, ο Γοργίας. Και εν μεν τω ελληνικώ ήτο βέβαιος ότι θα εύρισκε γενναιοδώρους ακροατάς· μεταξύ δε των βαρβάρων συνέλεγε τουλάχιστον νέους λόγους. Διαφωτιστική πιθανώς είναι και η μαρτυρία του Αριστοτελικού Διύλλου (κατά τα τέλη του δ' π. Χ. αιώνος) ότι ο Ηρόδοτος «δέκα τάλαντα δωρεάν έλαβεν εξ Αθηνών, Ανύτου το ψήφισμα γράψαντος» (187). Αύτη δεν ήτο πληρωμή διά σειράν αναγνωσμάτων, αλλ' αμοιβή σπουδαίας δημοσίας υπηρεσίας. Είναι δε προτιμοτέρον να εξηγήσωμεν την υπηρεσίαν εκείνην ως συλλογήν συστηματικών ειδήσεων περί χωρών πολιτικώς σπουδαιοτάτων διά τας Αθήνας, — Περσίας, Αιγύπτου, Θράκης και Σκυθίας, ίνα παραλίπωμεν το Άργος — ή ως ιστορικήν υπεράσπισιν των Αθηνών κατά τας αρχάς του Πελοποννησιακού πολέμου, ότι έσωσαν την Ελλάδα. Και αυτό το δημοσιευθέν βιβλίον, όπως έχομεν αυτό, γέμει πληροφοριών, ανεκτιμήτων δι' Αθηναίον πολιτικόν των Περικλείων χρόνων· είναι δε πιθανώτατον ότι ο Ηρόδοτος είχε και σωρούς άλλων πληροφοριών, τας οποίας ηδύνατο ν' ανακοινώση μεν εις το αθηναϊκόν «υπουργείον των εξωτερικών», αλλά να μη δημοσιεύση προς χρήσιν όλης της Ελλάδος.

Αι ιστορίαι του Ηροδότου συνήθως είναι διηρημέναι εις εννέα βιβλία, φέροντα τα ονόματα των Μουσών. Αλλ' η διαίρεσις αύτη, εννοείται, είναι πολύ μεταγενεστέρα. Ο Ηρόδοτος δεν είχεν είδησιν περί των Μουσών του, αλλ' απλώς επέγραψε το βιβλίον του «Ηροδότου Θουριέως ιστορίης απόδεξις ήδε». Αι ημέτεραι εκδόσεις λέγουσιν «Ηροδότου Αλικαρνασσέως», αλλ' εκείνος φαίνεται κατά πάσαν αναλογίαν ότι έγραψε «Θουρίου», Θουρίου δε ανέγνωσε και ο Αριστοτέλης. Αλλ' οι Αθηναίοι ή οι Ίωνες βιβλιοπώλαι, οι πραγματευόμενοι προς κοινόν, γνωρίζον τον Ηροδότον ως Αλικαρνασσέα, φυσικά διώρθωσαν τους κυλίνδρους των συμφώνως προς αυτό. Είναι δηλαδή η αυτή περίπτωσις της επιγραφής της Αναβάσεως, ήτις εδημοσιεύθη ψευδωνύμως, ως βιβλίον Θεμιστογένους του Συρακοσίου· αλλ' επειδή ήτο γνωστόν ως έργον του Ξενοφώντος, η βιβλιεμπορία επροτίμησε να επιγράψη το γνωστοτέρον όνομα.

Τα τρία τελευταία βιβλία του Ηροδότου διηγούνται την ειςβολήν του Ξέρξου και την απόκρουσιν αυτού, τα δ' έξ πρώτα αποτελούσιν είδος εισαγωγής εις αυτά, αφήγησιν περί της βαθμιαίας υπαγωγής των δυνάμεων όλου του κόσμου υπό την Περσίαν, του δυνατού λακτίσματος της Ιωνίας κατά του ακαταμαχήτου κράτους και την έκρηξιν της εναντίον της Ελλάδος καταιγίδος. Το νήμα του συνόλου είναι κατ' αρχάς χαλαρόν και δυσδιάκριτον· μόνον εφ' όσον προχωρούμεν αρχίζομεν να αισθανώμεθα την αυξανομένην έντασιν του θέματος, δηλαδή την συγκέντρωσιν όλων των δυνάμεων και των εθνών, όσα βαθμηδόν εγνωρίσαμεν, εις την μίαν μεγάλην πάλην.

Ο Ηρόδοτος αρχόμενος από της μυθικής και παλαιοτάτης έχθρας μεταξύ Ευρώπης και Ασίας αναλαμβάνει την αφήγησιν αφ' ής ο Κροίσος της Λυδίας υπεδούλωσε, πρώτος Ασιανός, Ελληνίδας πόλεις. Οι λυδικοί λόγοι πλούσιοι και φαντασιώδεις, περιέχοντες πολλήν δελφικήν παράδοσιν, άγουσιν εις την κατάκτησιν της Λυδίας υπό του Κύρου και την ανύψωσιν της Περσίας εις την κυριαρχίαν της Ασίας. Η προηγουμένη ιστορία και υποταγή της Μηδίας και της Βαβυλώνος έρχονται ως επεξηγήσεις του μεγαλείου της Περσίας και η διήγησις προχωρεί εις την κατάκτησιν της Αιγύπτου υπό του Καμβύσου. Το Β' βιβλίον είναι όλον «Αιγύπτιοι λόγοι». Το δε Γ' επανέρχεται εις την αφήγησιν, ήτοι την αγρίαν υπό του Καμβύσου κυβέρνησιν της Αιγύπτου, τον ψευδοσμέρδιν, την συνωμοσίαν και ενθρόνισιν του Δαρείου και την υπ' αυτού κοπιώδη οργάνωσιν του κράτους. Εν τω Δ' βιβλίω ο Δαρείος, ορεγόμενος και άλλων χωρών, εκστρατεύει κατά των Σκυθών και ούτω κατά πρώτον η Περσία εκτείνει την χείρα επί την Ευρώπην προς βορράν, — εδώ δε παρεμβάλλονται οι «σκυθικοί λόγοι»· αλλ' εν τω μεταξύ η βασίλισσα της Κυρήνης εκάλεσεν εκ του νότου τον περσικόν στρατόν κατά της Βάρκης και η τρομερά δύναμις προχωρεί και εις την Λιβύην — εδώ λοιπόν είναι η θέσις των «λιβυκών λόγων». Εν τω Ε' βιβλίω, ενώ απόσπασμα του σκυθικού στρατού, αγόμενον υπό του Μεγαβάζου, καταλείπεται όπισθεν, όπως υποτάξη την Θράκην — εδώ έρχονται οι «θρακικοί λόγοι» — ο Αρισταγόρας ο τύραννος της Μιλήτου, παρορμώμενος υπό του πενθερού του, του πρώην τυράννου Ιστιαίου, βαρυνόμενος υπό χρεών και φοβούμενος ταποτελέσματα στρατιωτικών αποτυχιών, βυθίζει όλην την Ιωνίαν εις απεγνωσμένην εξέγερσιν εναντίον των Περσών, ζητεί βοήθειαν παρά του ισχυροτάτου κράτους της Ελλάδος και παρά της μητροπόλεως της Ιωνίας και η μεν Σπάρτη αρνείται, αι δε Αθήναι δέχονται. Η Ερέτρια, η παλαιά σύμμαχος της Μιλήτου, συμμαχεί μετά των Αθηνών, κατά δε την πρώτην ορμήν οι σύμμαχοι ειςχωρούσιν εις τας περσικάς κτήσεις και καίουσι τας Σάρδεις· αλλ' αμέσως τρέπονται εις αναπόφευκτον υποχώρησιν, καθιστώσι δ' αναγκαίαν διά την περσικήν τιμήν την καταστροφήν των Ελλήνων, Το Στ' βιβλίον διηγείται την αδιάκοπον ήτταν της Ιωνίας, το τέλος του Αρισταγόρου και την περιπετειώδη και φοβεράν φυγήν ολοκλήρων κοινοτήτων από της περσικής εκδικήσεως. Ήδη ο βασιλεύς εγείρει την χείρα κατά της Ελλάδος· βορείως μεν ο Μαρδόνιος προχωρεί διαρκώς επιτυγχάνων, υποτάσσων την Θράκην και τας νήσους και δεχόμενος την υποταγήν της Μακεδονίας· νοτίως δε ο Δάτις έρχεται διά θαλάσσης κατ' ευθείαν εναντίον της Ερετρίας και των Αθηνών. Συγχρόνως πέμπονται κήρυκες ανά τας Ελληνίδας πόλεις, ζητούντες «γην και ύδωρ», τα σημεία της υποταγής εις το θέλημα του μεγάλου βασιλέως.

Εντός πάντων των βιβλίων τούτων, αλλ' ιδίως του Στ', η ιστορία των ελληνικών κρατών συνοψίζεται εις παρεκβάσεις και σημειώσεις, ιστορικώς σπουδαιοτέρας της κυρίας περί της Ασίας αφηγήσεως. Ο Δάτις αποβιβάζεται εις την Εύβοιαν και εκτελεί το πρώτον μέρος των διαταγών του, σαρώνων την Ερέτριαν από προσώπου της γης, έπειτα δε προχωρεί εις τον Μαραθώνα προς εκτέλεσιν και του υπολοίπου μέρους. Εκεί απαντώσιν αυτόν όχι πάντες οι Έλληνες ηνωμένοι, ουδέ καν αι μεγάλαι δωρικαί πόλεις, αλλά μόνον οι Αθηναίοι και οι ανδρείοι Πλαταιείς πανδημεί, — απαντώσιν αυτόν και τη βοήθεια των θεών και προς έκπληξιν των ανθρώπων, νικώσι. Μετά τούτο η διήγησις προβαίνει σταθερώς· το Ζ' βιβλίον προχωρεί βραδύτατα· λέγει τον θάνατον του Δαρείου και την ενθρόνισιν του Ξέρξου· την μακράν συνάθροισιν αηττήτου στρατού, τας παρασκευάς, τας σειούσας την Ασίαν επί τρία έτη· τας συσκέψεις και το αναποφάσιστον των πόλεων, τον τρόμον αυτών και το μόλις βασταζόμενον θάρρος, τα ζωηρά ερωτήματα των ανδρών, οίτινες ευρίσκουσιν αυτά τα γεγονότα δεινότερα των φόβων των. Ακούεται η φοβερά φωνή του εν Δελφοίς Θεού, εις όν εθάρρουν, συμβουλεύουσα ταχείαν φυγήν (Ζ' 140) «ω μέλεοι, τι κάθησθε;» Αι Αθήναι, αι υβρίσασαι εις τον βασιλέα, επρόκειτο ν' αφανισθώσι. Το Άργος και άλλαι πόλεις ηδύναντο ν' αγοράσωσι την ζωήν διά της υποταγής και της αποχής από των μωρών, όσοι ετόλμησαν να πολεμήσωσιν εναντίον ισχυροτέρων. Αλλ' οι πλείστοι των Ελλήνων εξαίρονται υπεράνω των θρησκευτικών προλήψεων, επέρχεται η συνεννόησις των φρονιμωτέρων και τέλος η ανατριχιαστική διήγησις της μάχης.

Πολλά εγράφησαν περί της συνθέσεως των ιστοριών του Ηροδότου· ότι ευκόλως λοξοδρομούσιν εις παρεκβάσεις, ότι περιέχουσιν επαναλήψεις και αντιφάσεις κατά τας λεπτομερείας και ότι αι μνείαι συμβάντων και τόπων, κειμένων εκτός της κυρίας αφηγήσεως, σκοτίζουσι τον νουν προσεκτικού αναγνώστου. Και ο μεν Bauer ήχθη εις την υπόθεσιν ότι το βιβλίον απετελέσθη εκ χωριστών λόγων, οργανικώς ασυνδέτων. Ο δε Kirchhoff υπεστήριξεν ότι το έργον εσχεδιάσθη μεν ως σύνολον, συνετέθη δε βαθμηδόν και το μεν εξ αρχής μέχρι του Γ' 119 μέρος, όπερ ουδεμίαν δεικνύει προς την Δύσιν αναφοράν, εγράφη προ του 447 και προ της εις Θουρίους μεταβάσεως του Ηροδότου· ολίγω δε βραδύτερον συνεγράφη το μέχρι τέλους του Δ' βιβλίου· τέλος δε κατά τας αρχάς του πελοποννησιακού πολέμου ο Ηρόδοτος επανήλθεν εις τας Αθήνας και κατά τον ενθουσιαστικόν εκείνον καιρόν έγραψεν όλον το δεύτερον ήμισυ του έργου, ήτοι τα βιβλία Ε'-Θ', εσκόπει δε να προχωρήση, αλλά τα συμβάντα του 431 διέκοψαν το έργον, ο δε θάνατος αφήκεν αυτό ασυμπλήρωτον. Ο δε Macan νομίζει ότι τα τρία τελευταία βιβλία εγράφησαν πρώτα, και ότι το λοιπόν έργον είναι προοίμιον «συντεθέν εκ μερών, μάλλον ή ήττον ανεξαρτήτων, ών το Β' βιβλίον είναι το φανερώτατον, το δε Δ' περιέχει δύο άλλα μέρη, κατά ένα μόνον βαθμόν ολιγώτερον φανερά»· αλλ' η εσωτερική αυτή μαρτυρία δεν δύναται να δείξη αν οιονδήποτε των μερών τούτων συνετέθη ή εδημοσιεύθη ανεξαρτήτως.