WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 45: ΣΠΟΡΑΔΙΚΑ ΕΡΓΑ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

Ολίγα λοιπόν είναι περί τούτου βέβαια· και πρώτον, ως τελευταία γεγονότα μνημονεύει την κατά των Πλαταιών προσβολήν του 431 π. Χ., την επακολουθήσασαν εισβολήν των Λακεδαιμονίων εις την Αττικήν και τον φόνον των εις Περσίαν σταλέντων πρεσβευτών της Σπάρτης κατά τα 430. (188) Γινώσκομεν έπειτα ότι ήτο εν Αθήναις μετά τα 432, διότι είχεν ιδεί τα Προπύλαια τελειωμένα· το δε βιβλίον αυτού θα ήτο ήδη νωπόν εν τη μνήμη των Αθηναίων κατά τα 425 π. Χ., ότε ο Αριστοφάνης παρώδησε την αρχήν του Α' βιβλίου. (189) Τεκμαιρόμενοι δ' εκ των σιωπωμένων, εικάζομεν, ότι δεν έγραφε μετά τα 424, ότε ο Νικίας κατέλαβε τα Κύθηρα, και σχεδόν είμεθα βέβαιοι ότι δεν εγίνωσκε την εις Σικελίαν εκστρατείαν του 415 ή την κατάληψιν της Δεκελείας του 413. Θέμα του Ηροδότου ήτο η απελευθέρωσις της Ελλάδος και η μετ' αυτήν αθηναϊκή ηγεμονία, απέθανε δε πριν η ηγεμονία εκείνη αρχίση να καταρρέη.

Φαίνεται δε μάλλον ότι δεν έζησε να τελειώση το έργον του. Ο Kirchhoff εικάζει ότι εσκόπευε να εκτείνη την ιστορίαν μέχρι της επ' Ευρυμέδοντι μάχης, δηλαδή του οριστικού σημείου, ότε οι ελευθερωθέντες Ίωνες ώμοσαν τον όρκον της ενώσεως υπό την ηγεμονίαν των Αθηνών· τούτο κατά την γνώμην του Kirchhoff είναι το πραγματικόν τέλος των μηδικών και όχι η πολιορκία της Σηστού, το τελευταίον γεγονός της υπαρχούσης διηγήσεως. (190) Αλλ' άραγε αυτός ο Ηρόδοτος δεν υποδεικνύει ότι ενόει να καταβή· και παρακάτω, λέγων (Ζ' 213) ότι θα είπη «εν τοίσι όπισθε λόγοισι» την άλλην αιτίαν, δι' ήν εφονεύθη ο προδότης Εφιάλτης, γεγονός, όπερ συνέβη ολίγον μετά τα 476; Ο Kirchhoff παραδέχεται τούτο, αλλά δεν θεωρεί το πόρισμα ως πειστικόν· διότι η αφορμή ηδύνατο να συνέβη πολύ προ του φόνου, είναι δ' εκ πολλών χωρίων φανερόν ότι ο Ηρόδοτος θεωρεί πάντα τα μετά τα 479-8 γεγονότα ως έξω του ιστορικού του κύκλου. Ούτω φθάνει, φαίνεται, εις την τελευταίαν του χρονολογίαν, αλλά δεν έχει αποτελειώσει την αναθεώρησιν και την συναρμογήν, αφήνει ανεκπλήρωτον την περί του Εφιάλτου υπόσχεσιν, επαναλαμβάνει δις κατά τρόπον όμοιον, αλλ' όχι τον αυτόν (Α' 175, Η' 104), γεγονός όχι άξιον τόσης εμφάσεως, ότι οσάκις οι Πηδασείς έμελλον να πάθωσι κανέν ατύχημα, τότε «η ιερείη της Αθηναίης φύει πώγωνα μέγαν» { the priestess of Athena there, was liable to grow a beard } το δε περιεργότερον, δις αναφέρεται εις ό,τι μέλλει να είπη «εν τοίσι Ασσυρίοισι, λόγοισι» (Α' 106,184), όπερ δεν ευρίσκεται. Ποίον δε θα ήτο το πραγματικόν τέλος του έργου, είναι ζήτημα περιμάχητον. Δύναται απλούν περί Κύρου ανέκδοτον σχετιζόμενον προς ωχρόν θαύμα του τάφου του Πρωτεσίλαου να είναι το τέλος του μεγάλου και ισοβίου έργου ενός καλλιτέχνου του λόγου; Τούτο είναι ζήτημα καλαισθησίας. Αγάπη προς επεισόδια και ανέκδοτα είναι η πρώτη αδυναμία του Ηροδότου, η δ' ελληνική τέχνη του λόγου ηγάπα κατά το τέλος του έργου να χαλαρώνη μάλλον ή να εντείνη την δύναμιν αυτού.

Περί δε των Ασσυρίων λόγων το μάλλον αξιοσημείωτον είναι ότι ανέγνωσεν αυτούς ο Αριστοτέλης. Διότι εν Η' ιη' [των περί τα Ζώα ιστοριών] λέγει « Τα μεν ουν γαμψώνυχα . . . άποτα πάμπαν εστίν, αλλ' Ηροδότος (191) ηγνόει τούτο· πεποίηκε γαρ τον της μαντείας πρόεδρον αετόν εν τη διηγήσει τη περί την πολιορκίαν της Νίνου πίνοντα». { crook-clawed birds do not drink. Herodotus1 did not know this, for he has fabled his ominous eagle drinking in his account of the siege of Nineveh. } Τούτο συντελεί όπως σχηματίσωμεν περί της συνθέσεως του όλου έργου θεωρίαν, ρίπτουσαν ολίγον φως εν γένει εις τον τρόπον των αρχαίων συγγραφών. Εάν ο Ηρόδοτος έλεγε και έγραφε τας «ιστορίας» του κατά το πλείστον του βίου, θα κατείχε πάντως πολύ περισσοτέραν ύλην ή όσην έδωκεν εις ημάς, και βεβαίως μέρη της ύλης ταύτης είχον διάφορα σχήματα. Είναι «αφύσικον» να πιστεύσωμεν ότι «λογογράφος» τις εχρησιμοποίει «λόγον» τινά μίαν μόνον φοράν ή ότι ουδέποτε μετέβαλλε την μορφήν αυτού. Η περί Πηδασέων διήγησις δεικνύει πως το ανέκδοτον άνευ τοιαύτης προθέσεως μεταβάλλεται και παρενείρεται εις διάφορον σειράν. Το δε σωζόμενον έργον προδήλως φαίνεται στηριζόμενον επί ογκώδους υλικού συλλεχθέντος και καταγραφέντος καθ' όλον τον βίον του συγγραφέως· εξ άλλου δε υπάρχει βεβαίως ενότης, καθόσον τα διάφορα υφάδια στερεώς κρατούνται και συγκλώθονται κατόπιν εις το κύριον νήμα. Τούτο δε πείθει ότι η μνεία μεταγενεστέρων γεγονότων δεν αποδεικνύει και ότι μέρος τι συνετέθη βραδύτερον. Το έργον, όπως έχει, είναι σύνθεσις των τελευταίων ετών του ανδρός, αλλά πολλά μέρη ηδύναντο να ληφθώσιν όλως αμετάβλητα εκ χειρογράφων ετοίμων προ πολλών ολυμπιάδων.

Κατά τούτο μόνον ο Meyer και ο Busolt φαίνονται ότι έχουσι δίκαιον, διαφωνούντες προς τον Macan και άλλους Ηροδοτείους, ότι οι Αιγύπτιοι λόγοι εγράφησαν πολύ κατόπιν, δηλαδή μάλλον μετά την εκ Θουρίων επιστροφήν του ιστορικού ή προ της πρώτης αυτού εκεί εγκαταστάσεως. Διότι το Β' βιβλίον απομένει χωριστόν από του υπολοίπου έργου, δεικνύει δε σημεία βαθείας εις το πνεύμα του συγγραφέως εντυπώσεως της αιγυπτιακής ιστορίας και παιδείας· ενώ δ' έχει όλην την ευπιστίαν του αόπλου νου του Ηροδότου, δεικνύει περισσοτέραν παρά παν άλλο μέρος ανεξαρτησίαν από της ελληνικής θρησκείας. Αν η εντύπωσις αύτη ήτο πρωιμωτέρα, θα άφηνε βεβαίως επί του όλου έργου πλειότερα ίχνη των ήδη ορατών. Αλλ' όμως υπάρχει και άλλη εικασία, πιθανωτάτη· ίσως ο Ηρόδοτος εχρησιμοποίησε νεανικόν έργον, όπερ εσκόπευε ν' αναθεωρήση. Ο Diels απονέμει τον ιδιαίτερον τόνον του Β' βιβλίου εις την άμεσον του συγγραφέως εξάρτησιν από του Εκαταίου, νομίζει δε ότι η εκείθεν αντιγραφή ήτο αφθονωτέρα ή όσον εσυνήθιζον το πάλαι, πλην αν υποθέσωμεν ότι οι «Λόγοι» προωρίζοντο μόνον ως κοινά αναγνώσματα, και δεν έτυχον της αναγκαίας επεξεργασίας, ως μόνιμα βιβλία.

Τας περί Ηροδότου κρίσεις ημών αναποδράστως παραβλάπτει παραβολή τις όχι προς τους προδρόμους και συγχρόνους αυτού, ουδέ καν προς τους κοινούς αυτού διαδόχους, όπερ θα ήτο εύλογον, αλλά προς μεταγενέστερον συγγραφέα μεγαλοφυή, τον Θουκυδίδην. Τοιουτοτρόπως δε ο Ηρόδοτος θεωρείται κάποτε ως τύπος απλοϊκής ευσεβείας, ή και ευπιστίας. Παράδοξος κρίσις! Είναι αλήθεια, ότι ο Ηρόδοτος σπανίως εκφράζει αμφιβολίαν περί οιουδήποτε σχετικού προς τους θεούς, ενώ πολλάκις αμφιβάλλει περί ζητημάτων της ανθρωπίνης ιστορίας· αμέσως λοξοδρομεί από θεμάτων επικινδύνων, πάντοτε σέβεται τα ονόματα των θεών, και αποφεύγει να διηγηθή ιστορίας, άς ωνόμαζεν ιεράς. Αλλά τούτο, εννοείται, ήτο όρος του επαγγέλματός του· διότι ο ραψωδός ή ο λογοποιός ο πράττων άλλως, θα εσωφρονίζετο αμέσως. Ο Ηρόδοτος δεν ήτο θρησκευτικός φιλόσοφος, ουδέ είχε θεωρίας να κηρύξη· εις πάντα τα μεταφυσικά είναι απροκατάληπτος, τούτο δε αποτελεί μέρος του μεγαλείου του. Αλλ' όμως ολίγοι ίσως Έλληνες ήσαν περισσότερον αυτού ελεύθεροι από των πεδών της τοπικής λατρείας και της πατροπαραδότου πολυθεΐας. Όθεν ωνομάσθη «μονοθεϊστής». Μονοθεϊστής βεβαίως δεν ήτο. Αλλά το ύφος του εμφαίνει είδος τι «μονοθεϊσμού», ήτοι ηθικόν τινα θεόν όπισθεν των φυσικών δυνάμεων και των ηρώων, σχεδόν τόσον σαφώς, όσον και το ύφος του Αισχύλου και αυτού του Πλάτωνος.

Αι περιηγήσεις ήσαν μεγάλα ρήγματα των φραγμών της πίστεως, οσάκις τα θρησκεύματα των ανθρώπων ήσαν εθνικά ή επαρχιακά ή και ενοριακά. Ήτο δε βεβαίως υπέρτερος της πολυθεΐας της πατρίδος του ο ανήρ, ο λέγων (Β' 53) ότι μόλις προ τετρακοσίων ετών ο Όμηρος και ο Ησίοδος ήσαν «οι ποιήσαντες θεογονίην Έλλησι και τοίσι θεοίσι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες». { invented the Greek theology, and gave the gods their names,} Επικίνδυνος φράσις διά το κοινόν· αλλ' όμως ο Ηρόδοτος αδιαφορεί περί των ακροατών. Και βεβαίως δυνάμεθα να συνδυάσωμεν τούτο προς την παροδικήν αυτού παρατήρησιν περί της αιγυπτιακής θεολογίας (Β' 3) ότι νομίζει «πάντας ανθρώπους ίσον περί αυτών (των θεών) επίστασθαι» { about the gods one man knows as much as another} · φανερά δε συμπαθεί προς την περσικήν θρησκείαν κατ' αντίθεσιν προς την ελληνικήν, λέγων ότι γινώσκει τους Πέρσας «αγάλματα μεν και ναούς και βωμούς ουκ εν νόμω ποιευμένους ιδρύεσθαι, αλλά και τοίσι ποιεύσι μωρίαν επιφέρουσι, ως εμοί δοκέειν, ότι ουκ ανθρωποφυέας ενόμισαν τους θεούς κατά περ οι Έλληνες είναι, οι δε νομίζουσι Διί μεν επί τα υψηλότατα των ορέων αναβαίνοντες θυσίας έρδειν, τον κύκλον πάντα του ουρανού Δία καλέοντες, θύουσι δε ηλίω τε και σελήνη και γη και πυρί και ύδατι και ανέμοισιν». { Images and temples and altars it is not in their law to set up — nay, they count them fools who make such, as I judge, because they do not hold the gods to be man-shaped, as the Greeks do. Their habit is to sacrifice to Zeus, going up to the tops of the highest mountains, holding all the round of the sky to be Zeus!' " They sacrifice" he goes on, "to sun, moon, earth, fire, water, and the winds. } Το αίσθημα του χωρίου τούτου (Α' 131) εκφράζει την αληθινήν ελληνικήν πολυθεΐαν, ελευθέραν των τοπικών παραδόσεων και της ανθρωπομορφίας. Βεβαίως ο Ηρόδοτος ή και ο κοινός μη δεισιδαίμων Έλλην πιεζόμενος θα ωμολόγει ένα θεόν υπάρχοντα όπισθεν της μεταβαλλομένης φύσεως και της ιστορίας· αλλ' εσυνήθισε να αισθάνεται κάποιον θείον στοιχείον εδώ, εκεί, παντού, εις τους ανέμους και τα νερά και το φως και εις ό,τι συγκινεί την καρδίαν του, έπειτα δε ν' απομονώνη εκάστην αυτού εκδήλωσιν και να λατρεύη αυτήν οπότε θέλει.

Είναι δίκαιον να επιμείνωμεν εις ταύτα μάλλον τα χωρία ή εις εκείνα, όπου ο Ηρόδοτος ταυτίζει ποικίλους αλλοδαπούς θεούς προς γνωστούς ελληνικούς υπό τα πατροπαράδοτα ονόματα, Αλιλάτ-Αφροδίτη [Α' 132] Μένδης-Παν [Β' 46] Ίσις- Δημήτηρ [Β' 59] ή όπου μετά μικράν παρέκβασιν περί του βίου του Ηρακλέους και μετά το συμπέρασμα ότι υπήρχον δύο ομώνυμοι, εύχεται «τοσαύτα ημίν ειπούσι και παρά των θεών και παρά των ηρώων ευμενείη είη» {the gods and heroes " to take no offence } (Β' 45). Εκεί λαλεί την γλώσσαν των ακροατών του, ίσως δε και η «ασφαλής» επαγγελματική συμπεριφορά κατήντησε δευτέρα αυτού φύσις.

Αλλά προκειμένου περί μαντείων και οιωνών και των θαυμάτων της Προνοίας, το πράγμα διαφέρει. Ο Ηρόδοτος συμπαθεί πολύ προς τους μάντεις και τούτο διά δύο τουλάχιστον λόγους. Τω καιρώ εκείνω ο κόσμος ηγάπα τους μάντεις, όπως κατόπιν τους ήρωας των μυθιστοριών, τους περιπλανωμένους ιππότας και τους τρουβαδούρους. Περί περισσοτέρων του ενός μάντεων, παρακολουθούντων τα ελληνικά στρατεύματα, ηδύνατο να είπη ο Ηρόδοτος [ό,τι λέγει περί Τιμησιθέου του Δελφού] «του έργα χειρών τε και λήματος έχοιμ' αν μέγιστα καταλέξαι» (Ε' 72) { might tell deeds most wonderful of might and courage }. Έπειτα δε η ιδιαιτέρα του αγάπη προς τον Ηρακλή, τον ήρωα του Πανυάσιδος, εμφαίνει ότι ο Ηρόδοτος δεν ηδύνατο να λησμονήση [τον θείον του εκείνον] τον μάντιν και τον εν τη μάχη παραστάτην, τον αποθανόντα υπέρ της ελευθερίας της Αλικαρνασσού.

Περί των χρησμών και των οιωνών πρέπει πάντοτε να ενθυμώμεθα την συχνήν αυτού επιφύλαξιν, ότι επαναλαμβάνει ό,τι ήκουσε, «πείθεσθαί γε μην ου παντάπασιν οφείλω». { he does not by any means profess always to believe it } Περί δε της μεγάλης σειράς των προ του πολέμου χρησμών (εν τω Ζ' βιβλ.) είναι φανερόν ότι, όσον και αν ήσαν επιδεκτικοί διαφόρου ερμηνείας, — και ποίος χρησμός δεν ήτο; — οι δώσαντες αυτούς θα επεθύμουν να είχον λησμονηθή. Οι δε λοιποί συνεφώνουν προς τα γενόμενα και επέτεινον το περίεργον της αφηγήσεως, το κύριον μέλημα του Ηροδότου· αναμφιβόλως δε πάντες οι Έλληνες, αναλογιζόμενοι τας θαυμασίας αυτών νίκας, θα ησθάνοντο κατά τας επισημοτάτας στιγμάς ό,τι ο Ηρόδοτος παριστά λέγοντα τον Θεμιστοκλή κατά την ώραν του θριάμβου· «τάδε γαρ ουκ ημείς κατεργασάμεθα, αλλά θεοί τε και ήρωες» { It is not we who have done this! " " The gods and heroes } — ήτοι καθόλου το θείον, πράγματι όχι διάφορον της αγαπητής φράσεως του Ηροδότου «θεός» ή «του θείου η προνοίη» [Γ' 108] — οι εφθόνησαν άνδρα ένα της Ασίης και της Ευρώπης βασιλεύεσαι, εόντα ανόσιόν τε και ατάσθαλον» [Η' 109]. Ποιος Άγγλος δεν ησθάνετο τα ίδια κατά την καταστροφήν της «μεγάλης αρμάδας» ή ποίος Ρώσος μετά την εκ της Μόσχας υποχώρησιν των Γάλλων; Μάλιστα κατά την περιγραφήν της τρικυμίας, η οποία διέφθειρε (Ζ' 189, 191) την «αρμάδαν» του Ξέρξου, αν και οι Αθηναίοι πραγματικώς είχον παρακαλέσει τον Βορέαν να την πέμψη, ο Ηρόδοτος δεν στέργει να την αποδώση θετικώς εις τας ευχάς των, διά τον λόγον ότι και οι Μάγοι των Περσών προσηύχοντο επί τρεις ημέρας τα εναντία, τότε δε κατέπαυσεν η θύελλα. Ο θεός του Ηροδότου είναι φθονερός και καταρρίπτει, ως κεραυνός, τους υπερηφάνους τους τείνοντας να εξισωθώσι προς αυτόν. Ο Αριστοτέλης είναι των ολίγων θεολόγων, όσοι εξήγησαν ότι ο φθόνος είναι ανάρμοστος προς την ιδέαν του θεού και ότι κατ' αλήθειαν ο άνθρωπος έπρεπε να πλησιάζη προς τον θεόν όσον είναι δυνατόν. Κατά το σημείον τούτο ο θεός του Ηροδότου φαίνεται τω όντι ελλιπής· αλλ' αφού είναι ηθικός του κόσμου δικαστής, είν' έτοιμος, καθώς όλοι οι δικασταί, να τιμωρήση μάλλον αδίκως παρά ν' ανταμείψη δικαίως, θα ήτο δε διδακτικόν μεν, αλλ' άτοπον, να παραθέσωμεν ολίγα χωρία νεωτέρων ιστοριογράφων, οίτινες αποδίδουσιν εις ειδικάς ενεργείας της Προνοίας τους ανέμους και τα παρόμοια. Περί δε των χρησμών λέγομεν μόνον ότι την πίστιν του Ηροδότου επικυρώνει και ο σπουδαιότατος αυτού μεταφράστης και σχολιαστής, ο Rawlinson, (I, 176 σημ.) όστις φέρει επιχειρήματα όπως αποδείξη ότι την Πυθίαν ενέπνεεν o διάβολος!

Κατά της καλής πίστεως του Ηροδότου είδος λύσσης κατέλαβε περιοδικώς πολλούς αξιολόγους άνδρας. Αλλ' ούτε ο Κτησίας, ούτε ο Μανέθων, ούτε ο Πλούταρχος, ούτε ο Panowsky, ούτε ο Sayce επέτυχον να πείσωσι πολλούς περί της κακοπιστίας αυτού. Ο Ηρόδοτος επαγγέλλεται να διηγηθή την παράδοσιν και την παράδοσιν διηγείται· παραθέτει διαφόρους μαρτυρίας, αφήνων πλήρη ελευθερίαν εκλογής και πολλαχού επικρίνει ό,τι αναφέρει. Είναι δ' εντελώς απηλλαγμένος πάσης εθνικής ή τοπικής προκαταλήψεως. Θαυμάζει την ελευθερίαν και μισεί από καρδίας τους τυράννους. Αλλά δεν δεικνύει καμμίαν φανεράν προτίμησιν πραγματευόμενος περί ολιγαρχικής ή δημοκρατικής πολιτείας· είναι δε δύσκολον ν' αποδείξη τις οιανδήποτε λοξήν υπό του συγγραφέως παράστασιν τυράννου τινός, αν και είναι πιθανόν ότι γενικώς ηκολούθει την δυσμενεστέραν προς τους τυράννους παράδοσιν. Αλλά καθόλου ο Ηρόδοτος δεν είναι προς αυτούς αυστηρότερος του Θουκυδίδου ή του Πλάτωνος. Περί δε των Περσών προθυμότατα μαρτυρεί όχι μόνον την ανδρείαν των, αποδειχθείσαν, παραδείγματος χάριν, ότ' εμάχοντο ακάλυπτοι εναντίον των Ελλήνων οπλιτών, αλλά και την ελευθεριότητα, την φιλαλήθειαν και την πολιτικήν οργάνωσιν αυτών. Αντιπαθεί προς το σύστημα των γυναικωνιτών, προς τας ανατολικάς ωμότητας, τας μαστιγώσεις των δούλων στρατιωτών, τας συλήσεις των πόλεων, οσάκις οι Ασιανοί εφέροντο καθώς οι νεώτεροι Τούρκοι ή καθώς και οι Ευρωπαίοι κατά τους θρησκευτικούς πολέμους. Είναι αυστηρός προς τους Κορινθίους και τους Θηβαίους, ών άλλως η υπεράσπισις δεν θα ήτο πειστική. Διά να εκτιμήση δε κανείς πόσον δίκαιος είναι ο Ηρόδοτος, αρκεί να παρατηρήση ποίαν γλώσσαν μεταχειρίζονται νεώτεροι [Άγγλοι) συγγραφείς, όπως ο Froude και ο Motlye, περί οιουδήποτε καθολικού και μάλιστα Ισπανού ή Γάλλου.

Τα δε σφάλματα του Ηροδότου καθόλου μεν απορρέουσιν εκ των πηγών του, είναι δε κατά πάντα, πλην ενός, αληθέστερος αυτών. Είχεν αναγνώσει σχεδόν όλα τα τότε υπάρχοντα ελληνικά βιβλία· διότι όχι μόνον αναφέρει πλείστους συγγραφείς και ιδίως ποιητάς, αλλά και μεταχειρίζεται φράσεις αποδεικνυούσας γνώσιν της όλης γραμματείας. Αλλά φαίνεται ότι διά κάποιον λόγον απέφυγε να κάμη χρήσιν των έργων των συναδέλφων του, του Χάρωνος και του Ξάνθου, ουδένα δε αναφέρει λογογράφον εκτός του Εκαταίου. Εις δεκατέσσαρα δε χωρία μνημονεύει μνημεία και επιγραφάς, αν και βεβαίως δεν έκαμε συστηματικήν αυτών χρήσιν. Κατά μέγα δε μέρος στηρίζεται εις την προφορικήν διήγησιν, καλώς πληροφορημένων ανθρώπων και περί της παλαιοτέρας ιστορίας της Ελλάδος και περί των μηδικών. Περιερχόμενος δε τας βαρβαρικάς χώρας, εξηρτάτο κυρίως εκ των διερμηνέων και των αβασανίστων λόγων, των περιφερομένων ανά την ελληνικήν εκάστης πόλεως συνοικίαν.

Αι συχναί του φράσεις «ως οι Λίβυες» ή «ως οι Κυρηναίοι έλεγον», φαίνονται ότι αναφέρονται είτε εις τα πορίσματα των επιτοπίων ερευνών του, είτε εις την άμεσον πληροφορίαν κανενός επιχωρίου. Τετράκις δ' έχομεν μνείαν ωρισμένης πηγής. (192) « Αρχίη τω Σαμίου του Αρχίεω αυτός εν Πιτάνη συνεγενόμην» { Archias whom I met at Pitane } λέγει, είτα δε ιστορεί τα περί του πάππου του Αρχίου· «ως δ' εγώ ήκουσα Τύμνεω τον Αριπείθιος επιτρόπου» η γενεαλογία είχεν ούτω. Τον δε Θέρσανδρον τον Ορχομένιον, όστις εδείπνησε μετά του Μαρδονίου εν Θήβαις και Δίκαιον τον Αθηναίον, όστις έζησεν εξόριστος μεταξύ των Μήδων μετά του Δημαράτου, του Σπαρτιάτου βασιλέως, επικαλείται μάρτυρας δύο επεισοδίων, δεικνυόντων, αν μη άλλο, νευρικήν ταραχήν μεταξύ των ακολούθων του Μαρδονίου. Σπουδαιοτέραν πηγήν γνώσεως παρείχον ταρχεία πολλών οικογενειών και σωματείων· ίσως επετρέπετο κάποτε εις τον Ηροδότον ν' αναγινώσκη τα επίσημα έγγραφα· συχνότερον δε, φαίνεται, ηρώτα τους κατόχους αυτών. Τούτο, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει περί του εν Δελφοίς μαντείου, εις του οποίου τα υπομνήματα ο Ηρόδοτος οφείλει πλείστα όσα των πρώτων ιδίως βιβλίων. Αντλεί δ' επίσης εκ των παραδόσεων των Αλκμεωνιδών (του οίκου του Περικλέους) και των Φιλαϊδών (του οίκου του Μιλτιάδου), ίσως δε και των του Πέρσου στρατηγού Αρπάγου.

Η θολότης των πηγών εκείνων είναι ευνόητος. Ούτως εν τη σπαρτιατική ιστορία [Α' 65,66] ο Ηρόδοτος γινώσκει μεν τα πάντα περί του Λυκούργου, όστις, εννοείται, ήτο πρόσωπον θρυλικόν, έπειτα δε αγνοεί το παν περί περιόδου τριών περίπου αιώνων, μέχρις ού φθάνει εις τον Λέοντα και τον Αγασικλή, όπου σκορπίζει πλήθος ανεκδότων. Η πραγματική σπαρτιατική παράδοσις αρχίζει μόνον εκείθεν. Τας δε αθηναϊκάς αυτού πληροφορίας πλην της σκωρίας, ήν έχουσι και αι λοιπαί, παρέβλαπτον και τα αισθήματα των χρόνων, ότ' έγραφε τα τελευταία του βιβλία. Αι διηγήσεις π. χ. πως [μετά την αγγελίαν της καταστροφής του Λεωνίδου] οι Κορίνθιοι απεχώρησαν εκ Σαλαμίνος και πως επί της κεφαλής των Θηβαίων απετυπώθη πύρινον το μονόγραμμα του βασιλέως, είναι απλώς απηχήσεις της καταιγίδος του 432-1 π. Χ. Κάτι παρόμοιον, δηλαδή παλαιότερος πόλεμος παθών, επιφέρει και την όλως ανυπεράσπιστον καταδίκην του Θεμιστοκλέους. Αναμφίβολον ήτο ότι ο Θεμιστοκλής είχε σώσει την Ελλάδα και ότι ανεδείχθη ο μέγιστος του καιρού εκείνου ανήρ. Αλλ' εν τέλει έφυγεν εις την Περσίαν! Ποία όμως ήτο η αφορμή, ελησμονήθη· και τοιουτοτρόπως η κηλίς της προδοσίας ημαύρωσεν εν τη μνήμη της πατρίδος του την εικόνα του ανδρός. Ο Ηρόδοτος ακολουθεί τελείως τας διηγήσεις των δύο μεγάλων οίκων, οι οποίοι κατεδίωξαν τον Θεμιστοκλή, ώστε ν' αποθάνη ως προδότης. (193) Ούτω δε αφ' ενός μεν εκείνοι, εξάλλου δε ο ταλαντευόμενος λαός κατώρθωσαν να παραστήσωσι τον άνδρα ως τύπον θριαμβεύσαντος αγύρτου. Την μνήμην του Θεμιστοκλέους ελύτρωσεν ο Έφορος, μέχρις ού και ο Έφορος δεν ηδύνατο πλέον να ακουσθή.

Εκτός των προφορικών ειδήσεων, των ούτως ή άλλως προερχομένων εξ υπομνημάτων, υπήρχε και η καθαρά παράδοσις πλέον της άλλης «ζώσα» καθώς θα έλεγεν ο Πλάτων, και επομένως μάλλον τείνουσα προς τον μύθον. Το στοιχείον τούτο είναι πανταχού παρόν εν τω Ηροδότω. Ούτω μέρος της ιστορίας του δύναται να καταταχθή εις την ανατολικήν ή ιαπετικήν λαογραφίαν. Ο Πολυκράτης, ο ρίπτων τον δακτύλιον εις την θάλασσαν και ευρίσκων κατόπιν αυτόν εντός οψαρίου, είναι παλαιός γνώριμος. Ο δε Άμασις και ο Ραμψίνιτος είναι καθαρά παραμύθια. Δύο δε περίφημα χωρία — το Γ' 119, όπου η σύζυγος του Ινταφέρνους προτιμά τον αναντικατάστατον αδελφόν αντί των αντικαταστατών τέκνων, και το Στ' 126, όπου ο αθάνατος Ιπποκλείδης, αφού εκέρδισε την νύμφην διά της ανδραγαθίας και της ευγενείας του, την έχασεν, επειδή εχόρευσε «την κεφαλήν ερείσας επί την τράπεζαν» και είπε κατά την ζέσιν του χορού «ου φροντίς Ιπποκλείδη» { all one to Hippocleides! }— τα δύο ταύτα πηγάζουσι μακρόθεν, εξ ινδικών βιβλίων! (194) Ο δε Σόλων ήτο αδύνατον να είχε συναντήσει τον Κροίσον, διότι αι χρονολογίαι δεν συμβιβάζονται, ουδ' εξεφώνησε τον μέγαν λόγον, όν ο Ηρόδοτος του αποδίδει, διότι ο λόγος εκείνος έχει συγκολληθή εξ Αργείων και Δελφικών θρύλων, δηλαδή θρύλων συσσωρευθέντων περί τάφους τινάς του Άργους και των Δελφών. Έπειτα τα όνειρα, όσα κατέβησαν όπως απατήσωσι τον Ξέρξην [Ζ' 12], χρειάζονται και όρκους, διά να πιστευθώσιν. Αι δε περί μοναρχίας, ολιγαρχίας και δημοκρατίας συζητήσεις των επτά Περσών, καίτοι ο Ηρόδοτος στοιχηματίζει την υπόληψίν του χάριν αυτών, εφάνησαν αχώνευτοι σχεδόν εις πάντας. Ίσως δε ο Μaass έχει δίκαιον αποδίδων την αρχήν αυτών εις κάποιον διάλογον του Πρωταγόρου. Αλλά ματαιοπονία είναι ν' απορρίπτωμεν μόνον ό,τι φαίνεται χονδροειδώς απίθανον, να δεχώμεθα δε αμάρτυρον ό,τι είναι δυνατόν ν' αληθεύη. Το πλείστον της ιστορίας του Ηροδότου είναι ανάμεικτον μετά καθαράς λαϊκής μυθοπλαστίας κατά διαφόρους δόσεις· ούτως η μεν αρχαία αλλοδαπή ιστορία καταντά σχεδόν αγνώριστος, η δε προ των μηδικών ελληνική είναι βαθύτατα χρωματισμένη, τα δε μετά την εν Μαραθώνι μάχην είναι όχι μικρόν παρηλλαγμένα. Αλλ' εις μίαν μόνον περίπτωσιν ο Ηρόδοτος είναι προσωπικώς, καίτοι ασυναισθήτως, ένοχος απάτης· αι μεταβάσεις του, οι τρόποι της προσαρμογής του ενός λόγου προς τον άλλον, είναι απλά λογοτεχνικά επινοήματα. Ούτως εξευρίσκει μετάβασιν εις τους Λιβυκούς του λόγους, λέγων (Δ' 167) ότι ο Αρυάνδης εστράτευσε καθ' όλης της Λιβύης. Αλλ' ουδείς λόγος υπάρχει να πιστεύσωμεν εις τούτο. Την δε αθηναϊκήν ιστορίαν εισάγει λέγων (Α' 56) ότι ο Κροίσος ζητών συμμάχους μεταξύ των Ελλήνων, «εύρισκε Λακεδαιμονίους και Αθηναίους προέχοντας, τους μεν του δωρικού γένεος, τους δε τον ιωνικού» αλλ' ότι οι Αθηναίοι ήσαν τότε «διεσπασμένοι» υπό του Πεισιστράτου. Αλλ' ο μεν τύραννος δεν «διέσπασε» τας Αθήνας και πιθανώς ουδ' ετυράννευε τότε, αι δε Αθήναι ήσαν τρίτης τάξεως ιωνικόν κράτος. Ο Ηρόδοτος κατασκευάζων τας μεταβάσεις ταύτας και ζητών αφορμάς προς παραγεμίσματα ανεκδότου, — αποδίδων π. χ. εις τον Γέλωνα το περίφημον του Περικλέους απόφθεγμα, ότι εξαιρείται «εκ τον ενιαυτού το έαρ» (Ζ' 162) — δεν προσδοκά ότι θα εξαχθώσι συμπεράσματα εξ αυτών. Περί τούτων κατά την οργίλην φράσιν του Πλουτάρχου «ου φροντίς Ηροδότω). (195) Τα δε λοιπά ιστορικά του λάθη είναι ταναπόφευκτα επακολουθήματα των πηγών του· δηλαδή η πραγματική αναξιοπιστία κείται όχι εις τας σποραδικάς ανακριβείας, πολύ δε ολιγώτερον εις πρόθεσιν διαστροφής, αλλ' εις την βαθείαν και ασυνείδητον τάσιν αυτής της μνήμης των ανθρώπων προς ποιητικήν διακόσμησιν του παρελθόντος και εις την διαμόρφωσιν της όλης ιστορίας ως παραδείγματος των ενεργειών ηθικής τινος προνοίας.

Τον ιδικόν του σκοπόν ο Ηρόδοτος επιτυγχάνει πληρέστατα — «ως μήτε τα γενόμενα υπ' ανθρώπων εξίτηλα γένηται, μήτε έργα μεγάλα και θωμαστά τα μεν Έλλησι, τα δε βαρβάροισι αποδεχθέντα ακλεά γένηται» { the real deeds of men shall not be forgotten, nor the wondrous works of Greek and barbarian lose their name }.Ο δε Πλούταρχος — διότι αναμφιβόλως εκείνος έγραψε το Περί της Ηροδότου κακοηθείας — δεν αντικρούει αυτόν απλώς χάριν των Θηβών· όχι· θεωρεί την περίοδον, ήν επραγματεύετο ο Ηρόδοτος, ως περίοδον γιγάντων, σοφών και ηρώων υπερανθρώπων, εχόντων το χάρισμα των αποφθεγμάτων και των απαντήσεων, βλέπει δε πάσας τας πράξεις των, ως προσκυνητής γονατισμένος· δεν θέλει ν' ακούση, μηδέ να ίδη την άλλην αυτών άποψιν και δεν ανέχεται την ελαφράν του Ηροδότου καταλαλιάν, ήτις εγκλείει τόσην αλήθειαν. Αλλ' όμως ακριβώς η τοιαύτη περιγραφική τέχνη του ανδρός, η συνδυαζομένη προς την δραματικήν αυτού δύναμιν και το ευρύτατον διαφέρον, ο τρόπος εκείνος, καθ' όν βλέπει τας καρδίας των ανθρώπων με όλας των τας αρετάς και όλας τας ελλείψεις, έπεισε νεώτερον κριτικόν, όστις εζύγισε πάσαν αυτού λέξιν, (196) να εκφράση ότι «ουδείς άλλος Έλλην συγγραφεύς περιέγραψεν ευρύτερον του Ηροδότου κόσμον, περιέχοντα τόσον πλήθος ζωντανών και αθανάτων ανδρών και γυναικών» και να θέση «αμετακινήτως» το έργον αυτού ως αντίστοιχον του έργου του Ομήρου, ως την πρώτην πηγήν της ευρωπαϊκής πεζογραφίας. (197)

Ζ'

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.


Τρεπόμενοι αποτόμως από της ιστορίας προς την φιλοσοφίαν, πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι απλώς στρεφόμεθα από της μιας μορφής της ιωνικής «ιστορίης» εις την άλλην και ότι υπήρχον, και σώζονται ακόμη εκ μεταγενεστέρων χρόνων, πολλά ελληνικά βιβλία, διδάσκοντα άλλα θέματα φυσικά, ιατρικά, γεωγραφικά, ανακαλύψεις, ζωγραφικήν, γλυπτικήν, πολιτικά και εμπόριον, πάντα απασχολούντα πολύ μέρος του ελληνικού πνεύματος, και πάντα, πλην της γλυπτικής και του εμπορίου, αναφερόμενα υπό σωζομένων συγγραφέων μετά σεβασμού και εγκωμίων. Αλλά το διάγραμμα του προκειμένου έργου μας αναγκάζει να παραλείψωμεν αυτά σχεδόν όλα και να εγγίσωμεν μόνην την φιλοσοφίαν, και αυτήν τόσον μόνον, όσον είναι απολύτως αναγκαίον προς κατανόησιν της ιδίως λογοτεχνίας.

Η φιλοσοφία κατά πρώτον απαντά εν Μιλήτω, όπου ο ΘΑΛΗΣ, ο υιός του Εξαμίου — τούτο είναι όνομα καρικόν — εζήτει ως βάσιν του επιστημονικού του έργου την «αρχήν» ήτοι γένεσιν του κόσμου. Απορρίπτων τους μύθους και την κοσμογονίαν, ανεζήτει την αρχικήν ουσίαν και ηύρεν ότι ήτο το ύδωρ. Ο δε μαθητής του ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ επροτίμησε να περιγράψη αυτήν ως το «άπειρον», την απεριόριστον ύλην, εξ ής κατάγονται πάντα τα συγκεκριμένα «χρήματα» {things} δι' «εκκρίσεως» {separation}· το άπειρον είναι ο θεός· κατά δε τους νόμους αυτού πάντα τα όντα φθειρόμενα επιστρέφουσιν εις αυτό, ίνα «διδώσι δίκην και τίσιν αλλήλοις της αδικίας» { they meet with ' retribution' for their ' unrighteousness,' } δηλαδή διά την μετάβασιν αυτών από της μιας σφαίρας της υπάρξεως εις την άλλην. Ο τρίτος Μιλήσιος, ο ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ, προσπαθών να προςδιορίση ό,τι αφήκεν ασαφές ο Αναξίμανδρος, εθεώρει το άπειρον ως αέρα, την δ' έκκρισιν των πραγμάτων γενομένην διά πυκνώσεως προερχομένης εκ μεταβολής της θερμοκρασίας. Όλη η Μιλησιακή σχολή ενέκυψεν εις το ζήτημα της παραγωγής του κόσμου — πόθεν συνέστη ο κόσμος; — και εύρισκεν εξήγησιν κατά το ήμισυ υλικήν· π. χ. ο αήρ είναι πνεύμα· ούτως η κυρία αυτής ενέργεια ήτο η έρευνα της φύσεως, συγκατεστράφη δε η σχολή μετά της πόλεως τω 494 π. Χ. Αλλά παρέμεινεν ως η πρώτη πηγή της μεταγενεστέρας φιλοσοφίας. (198)

Όλως αντίθετος κατά το πνεύμα ήτο ο μέγας θίασος της Δύσεως, όν ίδρυσε κατά τα 530 π. Χ. Σάμιος ολιγαρχικός εξόριστος, ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ο Μνησάρχου. Αι αρχαί αυτού φαίνεται ότι περιελάμβανον θρησκευτικήν αναμόρφωσιν, αντικειμένην και προς την θεολογίαν των ποιητών και προς τας τοπικάς λατρείας, ηθικήν αναμόρφωσιν, αντενεργούσαν κατά της τότε εκλύτου ελευθέρας ζωής και των πολυπλόκων κοινωνικών σχέσεων, και πολιτικήν αντίδρασιν υπέρ των αριστοκρατικών αρχών, αίτινες εκινδύνευον να εξαφανισθώσιν υπό των δημοκρατιών και των τυραννίδων. Αλλά κατά τους χρόνους του ιδρυτού την αίρεσιν εκηλίδωσεν ασυνήθης δεισιδαιμονία και στυγερόν έγκλημα, η καταστροφή της Συβάρεως· κατόπιν όμως συνετελέσθησαν υπ' αυτής αξιόλογα μαθηματικά έργα.

Τα Μιλησιακά δόγματα διέδωσεν ανά την Ελλάδα ο ραψωδός ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ (βλ, σελ. 74) ευρίσκων πυκνόν ακροατήριον και οχυρούμενος όπισθεν της ποιητικής θρησκείας. Εκ του ευνοϊκού τούτου βάθρου κατήγγελλε τα «ψεύδη» του Ομήρου και του Ησιόδου και εκήρυσσε μεταφυσικήν μονοθεΐαν. Ο θεός είναι είς,

«ούτε δέμας θνητοίσιν ομοίιος ούτε νόημα» . . .

{ not man-shaped, not having parts, }

«αλλ' απάνευθε πόνοιο νόου φρενί πάντα κραδαίνει»

{ and all of him conscious. }

Ο θεός ούτος είναι ίσως αυτό το άπειρον του Αναξιμάνδρου άνευ της κινήσεως· ομοιάζει δε το Έν του Παρμενίδου, όθεν η παράδοσις παρίστανε τον Ξενοφάνη διδάσκαλον εκείνου και ιδρυτήν της Ελεατικής σχολής. (199)

Εν Εφέσω (παρά την Μίλητον) κατά την γενεάν την μετά τον Αναξιμένη το πρόβλημα των Μιλησίων δέχεται διάφορον λύσιν, εξαγγελλομένην μετά πομπής και όγκου, άμα δε φέρουσαν και τον τύπον της μεγαλοφυίας. Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ έλεγε «πάντα ρειν, είναι δε παγίως ουδέν»· { All things move and nothing stays} η κίνησις αύτη είναι το αληθινόν μυστήριον του κόσμου, η αρχή, όχι ουσία αυθαιρέτως λαμβανομένη, αλλά η πρόοδος αυτής της μεταβολής, ήν ο Ηράκλειτος ωνόμαζε πυρ. Έγραφε δε ο φιλόσοφος εις πεζόν λόγον όμοιον προς χρησμόν· όθεν ήτο σκοτεινός, και ένεκα της ελλείψεως φιλοσοφικής γλώσσης προς έκφρασιν των στοχασμών του, αλλά και ένεκα του προφητικού τόνου της εκφράσεως, του φυσικού εις αυτόν. Δεν πρέπει δε να λησμονώμεν ότι προ της κυκλοφορίας των βιβλίων ο διδάσκων έπρεπε ν' αποτείνεται προς την μνήμην, γράφων είτε στίχους, όπως ο Ξενοφάνης και ο Παρμενίδης, είτε αποφθέγματα, ως ο Ηράκλειτος και ο Δημόκριτος. Η πρόοδος της μεταβολής είναι διπλή — προς τα άνω και τα κάτω — αλλ' είν' αιωνία και αμετάβλητος· υπάρχει νόμος, ειμαρμένη, διευθύνουσα τα πάντα, δίκη, αποκαθιστώσα την αρμονίαν μετά πάσαν διαφοράν ή εναντίωσιν· αύται φαίνονται ότι είναι, καθώς και παρ' Αναξιμάνδρω, αι διάφοροι φάσεις της μεταμορφώσεως της ουσίας από τινος εις άλλο. Ο Ηράκλειτος ελάλει μετά διπλής υπερηφανίας, ως ανακαλύψας την αλήθειαν και ως ευπατρίδης, θα συνεμερίζετο δε ολοψύχως την περιφρόνησιν του Νείτσε προς «καταστηματάρχας, χριστιανούς, γυναίκας, Άγγλους και λοιπούς δημοκρατικούς». Περιεφρόνει τους συμπολίτας του τους Μιλησίους και καθόλου τους ανθρώπους. Κατά τον Ηράκλειτον ο Πυθαγόρας, ο Ξενοφάνης και ο Εκαταίος ήσαν, καθώς ο Ησίοδος, παραδείγματα του αξιώματος ότι «πολυμαθίη νόον ου διδάσκει». { learning teaches not wisdom } (200)

ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ ο Ελεάτης απεκρίνετο προς τον Ηράκλειτον απορρίπτων την θεωρίαν της αενάου μεταβολής· «νυν έστιν ομού παν έν ξυνεχές» και τούτο το νυν όν θέλει να μάθη· π. χ. το 2 x 2 = 4 απολύτως και αιωνίως. Αλλ' ο Παρμενίδης δεν εδέχετο την συνήθη σήμερον διάκρισιν μεταξύ αφηρημένων και συγκεκριμένων.

Το όν έστι, το δε μη όν ουκ έστι [αποσπ. 33]. Δεν υπάρχει λοιπόν μεταβολή, διότι αυτή θα ήτο μετάβασις από του μη όντος εις το όν. Ουδέ κενόν διάστημα υπάρχει· λοιπόν ουδέ κίνησις. Το δε όν είναι έν αδιαίρετον διότι εάν ήσαν περισσότερα, μεταξύ αυτών θα υπήρχον μη όντα. Ισχυρίζετο δε ο Παρμενίδης ότι το έν όν ομοιάζει προς σφαίραν, και είναι τέλειον, είναι δε ύλη αναλλοίωτος, αλλά και το νοείν είναι όμοιον προς το είναι, διότι είναι νόησις του όντος.

Αλλά τότε τι είναι ο κόσμος, τον οποίον γνωρίζομεν, ο προφανώς περιέχων πλείστα όντα; Ο Παρμενίδης απαντά εις τούτο κατά τον ανατολικόν τρόπον· ο κόσμος είναι φάσμα, απάτη, maya καθώς λέγουσιν οι Ινδοί. Πώς επέρχεται η απάτη, πώς το αναλλοίωτον Έν δύναται ν' απατά και ποίος ο απατώμενος, δεν μας λέγει, καίτοι διά του δευτέρου μέρους του ποιήματός του (βλ. σελ. 75) ανέπτυσσε «τας των βροτών δόξας» { the Way of Falsehood } και τας αντιφάσεις τας παρακολουθούσας κατ' ανάγκην την εις αυτάς πίστιν. (201) Την οδόν ταύτην της σκέψεως ηκολούθησεν ιδίως ο μαθητής του Παρμενίδου ΖΗΝΩΝ, αναπτύσσων τας αντιφάσεις τας αναγκαίως υπαρχούσας εν τη αντιλήψει του χρόνου, του διαστήματος και του αριθμού. Εάν το περί του Ενός δόγμα, λέγει, είναι δύσκολον, τότε πίστις εις το πολλαπλούν είναι προδήλως αδύνατος. Τοιουτοτρόπως η ελληνική θεωρία έφθασεν εις σημείον, όπου δύο μάλλον ή ήττον συνεπείς συλλογισμοί ωδήγησαν εις όλως αντίθετα συμπεράσματα, εις το αμετάβλητον Έν του Παρμενίδου, εις την αέναον μεταβολήν του Ηρακλείτου. Την δυσκολίαν ταύτην διείδεν ο ΜΕΛΙΣΣΟΣ, ο Σάμιος ναύαρχος, ο κατά τα 442 νικήσας τον Περικλή· εδοκίμασεν εκ του Ενός να πλάση Μιλησιακήν τινα «αρχήν», αλλ' ηύρεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να ενεργήση· διότι πόρισμα καθαρού συλλογισμού είναι αδύνατον να ερμηνεύση την πραγματικότητα του κόσμου. Μετά τον Μέλισσον η ρήξις έγινεν αισθητοτέρα. Αφ' ενός μεν οι Πυθαγόρειοι αναχωρούντες από του Ηρακλείτου ζητούσι το πραγματικόν ήτοι το αιωνίως όν κατά τους αναλλοιώτους νόμους της μεταβολής, ήτοι κατά τα αιώνια δεδομένα των αριθμών. Η γεωμετρία είναι η αλήθεια, ής τα τετράγωνα, κυκλικά ή τρίγωνα σχήματα είναι ατελείς και παροδικαί μιμήσεις, οι νόμοι της αρμονίας είναι η αλήθεια της μουσικής και η αφηρημένη αστρονομία η αλήθεια των πλανητών. Ούτως εν τω αριθμώ εύρισκε την αληθινήν ουσίαν του κόσμου, αιώνιόν τι και αμετάβλητον Έν, όπερ ηδύνατο να ικανοποιήση αρκετά τας αξιώσεις του Παρμενίδου. (202)

Εκ δε της θεωρίας του Ενός Όντος ανεπτύχθησαν τρία σπουδαία συστήματα.

ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ο Ακραγαντίνος, όν είδομεν ανωτέρω (σελ. 75) δέχεται την ύπαρξιν όχι ενός, αλλά τεσσάρων αρχικών «ριζωμάτων, Γης, Ύδατος, Αέρος και Πυρός μετά κενού χώρου πέριξ. Τα ριζώματα είναι στοιχεία αμετάβλητα καθ' εαυτά, αλλά κινούμενα και μειγνυόμενα — αύτη είναι ίσως η σπουδαιοτάτη συμβολή εις την φιλοσοφίαν — διά δυνάμεων αΰλων, άς ονομάζει φιλότητα ή στοργήν και νείκος ή κότον.

ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΣ ο Κλαζομένιος, ο πρώτος εν Αθήναις αποκατασταθείς φιλόσοφος, παρεδέχετο πολύ πλειότερα πρώτα και αιώνια χρήματα ή σπέρματα, ών η σύμμειξις και διάκρισις· αποτελεί τον κόσμον, εννοών κάτι παρόμοιον προς τα «στοιχεία» της νέας Χυμικής. Μεταξύ τούτων υπάρχει νόος, «χρήμα» και αυτός, αλλά λεπτότατον και καθαρώτατον, και κινούμενον αφ' εαυτού. Ενεργεί δ' εντός των διαφόρων συνθέτων μερών του κόσμου ακριβώς όπως αισθανόμεθα αυτόν ενεργούντα εντός των ημετέρων σωμάτων. Ο νους ήλθε και διεκόσμησε την ύλην. Ο Αναξαγόρας ενόμιζε τον ήλιον και την σελήνην ως σφαίρας λίθου, τον δε ήλιον ζέοντα εκ της ταχύτητος της στροφής και τεράστιον το μέγεθος, σχεδόν τόσον μεγάλον, ως την Πελοπόννησον! Έδωκε δε την ορθήν εξήγησιν των εκλείψεων. (203)

Η άλλη λύσις η δοθείσα κατά την περίοδον ταύτην, είναι η ατομική θεωρία. Φαίνεται δε ότι επήγασεν όχι από επιστημονικής παρατηρήσεως, αλλά εξ αφηρημένης σκέψεως κατά τας αρχάς του Παρμενίδου. Το όν είναι τι πλέον, δηλαδή το πράγμα είναι τι πλήρες, και παν μη πλήρες είναι μη όν. Αλλ' αντί του ενός αιωνίου «πλήρους» έχομεν άπειρα αιώνια άτομα, ήτοι μη δυνάμενα να διαιρεθώσι περιπλέον. Η κατά του κενού απόδειξις του Παρμενίδου δεν υπήρξεν αποδεκτή, ουδέ η αξίωσις αυτού ότι το όν πρέπει να είναι σφαιρικόν και ακίνητον. Πράγματι τα όντα έχουσιν απείρως διάφορα σχήματα, κινούνται δε αδιακόπως· σχήμα, μέγεθος και κίνησις είναι αι ιδιότητες αυτών· ταύτα είναι τα μόνα φυσικά γεγονότα. Πάντα δε τα λοιπά είναι κατά συνθήκην ή παράγωγα. Η θεωρία αύτη επενοήθη υπό ΛΕΥΚΙΠΠΟΥ του Αβδηρίτου, αλλ' ανεπτύχθη κυρίως υπό του μεγάλου μαθητού του, του Δημοκρίτου, και υπό του Επικούρου.

Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ.


Ο Εμπεδοκλής απέθανε περί τα 430 π. Χ., ο δε Αναξαγόρας εξωρίσθη κατά τα 432. Αλλά ολίγα έτη προτού, είχεν αρχίσει η αντίδρασις κατά της κοσμολογικής θεωρίας. Ήτο καιρός να ευρεθώσι μερικαί μικροτέραι αλήθειαι βέβαιαι αντί να ζητώνται ακάρπως αι μεγάλαι. Αρχομένου δε του πέμπτου αιώνος, γίνονται θετικώτεραι εργασίαι εις τους επιστημονικούς κλάδους, την αστρονομίαν, τα μαθηματικά, την ιστορίαν, την ιατρικήν και την ζωολογίαν.

Την τάσιν ταύτην ενισχύει το μέγα ρεύμα της περιόδου εκείνης. Το τέλος των μηδικών, όπερ αποκατέστησε την ελληνικήν ελευθερίαν και διέδωκε την συναίσθησιν κοινής εθνότητος, εξαπέλυσε πάσας τας λανθανούσας δυνάμεις του έθνους, στρατιωτικάς, κοινωνικάς και πνευματικάς. Ανεπτύσσοντο τότε μεγάλαι πόλεις· ο πληθυσμός των Αθηνών και του Πειραιώς έφθανεν από 20 εις 100 περίπου χιλιάδας· η δε ιδιοκτησία εξετείνετο ακόμη ταχύτερον. Αι ευκολίαι προς διάθεσιν του χρήματος εμεγάλωσαν· αι εμπορικαί επιχειρήσεις ηνοίχθησαν και απησχόλουν πλειοτέρους εργάτας, ελευθέρους και δούλους. Η μεταξύ των πόλεων συγκοινωνία ήτο κοινοτέρα και οι μέτοικοι, τουλάχιστον εις τας Αθήνας και τας προοδευτικωτέρας πόλεις, επροστατεύοντο υπό του νόμου και εφορολογούντο ελαφρά. Οι κατά πόλεις προστατευτικοί δασμοί πράγματι κατηργήθησαν· τα αθηναϊκά τελωνεία του Πειραιώς εισέπραττον μόνον 1 % επί της εισαγωγής και της εξαγωγής. Συγκρινομένη δε προς άλλους χρόνους η περίοδος της εν Μυκάλη ναυμαχίας ήτο περίοδος μακράς ειρήνης. Το έθνος κατείχετο υπό ενθουσιώδους πεποιθήσεως εις εαυτό, εις την πρόοδον, εις την δημοκρατίαν. Αποτέλεσμα δε ταύτης ήτο η οικονομική πρόοδος, ήτις εξηγεί τόσα πολλά της αθηναϊκής ιστορίας, τον αγώνα του ελευθέρου εργάτου προς καλοπέρασιν διά της πολιτικής υπεροχής. Το άλλο αποτέλεσμα ήτο η υπό του Δήμου ζήτησις πνευματικών ηδονών και η προσφορά τούτων υπό σχήμα κατάλληλον προς κατανάλωσιν λαϊκήν.

Ανέκαθεν οι Έλληνες βαθέως ησθάνοντο την σημασίαν της προσωπικής αξίας, της αρετής, και της γνώσεως ή ικανότητος, της σοφίας. Αλλά πώς ήτο δυνατόν ν' αποκτηθή αύτη; Καθώς ο αγνιστής ηδύνατο ν' αγνίση τον εναγή και ο ανδραποδιστής να εξανδραποδίση τον ελεύθερον, δεν ηδύνατο τάχα και κάποιος σοφιστής να καταστήση τινά σοφόν; Εις την ζήτησιν ταύτην απήντησαν άνδρες διάφοροι τον χαρακτήρα και κατά διαφόρους τρόπους εννοούντες την σοφίαν. Τινές τούτων απέρριψαν το όνομα σοφιστής, ως υπερβολικόν. Άλλοι υπεστήριζον ότι η σοφία είναι διδακτή, όχι όμως και η αρετή. Ταύτην δύναται να μάθη τις μόνον κατά πράξιν. Ο Γοργίας αμφέβαλλεν εάν ηδύνατο να διδάξη τίποτε· ισχυρίζετο μόνον ότι ήτο καλός ρήτωρ. Ο ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ τολμηρώς εδέχετο το όνομα σοφιστής και επηγγέλλετο να διδάξη πολιτικήν αρετήν· εκήρυσσε δε το χαρακτηριστικόν δόγμα των περιόδων της γνώσεως, ότι το αμάρτημα προέρχεται εκ της αγνοίας και ότι η παιδεία δημιουργεί τον χαρακτήρα. Οι σοφισταί επεβάλλοντο μάλλον διά του βίου και της υπολήψεως αυτών ή διά των συγγραμμάτων, αλλά και παν ό,τι έγραψαν, εχάθη σχεδόν όλον. Σήμερον δε μανθάνομεν τα κατ' αυτούς μόνον παρά των αντιπάλων των· δηλαδή αφ' ενός μεν παρά του Αριστοφάνους και της αμαθεστέρας μερίδος, αφ' ετέρου δε παρά της παραδόσεως του τετάρτου αιώνος, αντιθέτου και πολιτικώς και φιλοσοφικώς προς το πνεύμα του πέμπτου.

Εάν είχομεν ωρισμένην μαρτυρίαν της γνώμης του Πλάτωνος περί των μεγάλων σοφιστών των Περικλείων χρόνων, αύτη θα ήτο πιθανώς ομοία της περί Μιλλ και Κόβδεν γνώμης του Ράσκιν. Αλλά τοιαύτην μαρτυρίαν δεν έχομεν. Διότι ο Πλάτων δεν γράφει ιστορίαν· γράφει ιδίαν τινά μορφήν πλαστού δράματος, ού τα πρόσωπα πρέπει να είναι πρώτον μεν ιστορικά, δεύτερον δε σύγχρονα του πρωταγωνιστού Σωκράτους. Όπου δε πράγματι ζητεί να περιγράψη τους ανθρώπους του καιρού εκείνου, καθώς εν τω Πρωταγόρα, παρέχει λεπτοτάτην αλλ' αληθινήν σάτιραν. Συχνότατα όμως ουδέ αποβλέπει εις την γενεάν εκείνην. Εάν π. χ. του απαρέσκη ρήτωρ τις του 370-360 π. Χ., εκφράζει την γνώμην του διά κριτικής του Σωκράτους περί του Λυσίου. Εάν πάλιν θέλη ν' αποστομώση τους ιδικούς του φιλοσοφικούς αντιπάλους, αμέσως ανατρέπει εις βάρος του αρχαίου Πρωταγόρου πάντα τα παραδοξολογήματα του Αντισθένους και την φιλοσοφικήν ανακολουθίαν του Αριστίππου.

Και κατά μεν τας περιπτώσεις ταύτας δυνάμεθα ν' ανακαλύψωμεν τον πραγματικόν εισηγητήν της αναιρουμένης θεωρίας. Αλλά κάποτε και την θεωρίαν αυτήν φαίνεται ότι επενόει ο Πλάτων. Εάν π. χ. εζήτει ν' αποδείξη ότι η ηθική έχει βάσιν εν τω λόγω ή ότι οι πονηροί είναι πάντοτε δυστυχείς, ήτο ηναγκασμένος να επινοήση κάποιον υποστηρίζοντα τα εναντία. Οσάκις δ' ενόμιζε — καθώς πολλοί συζητηταί, — ότι η αντίθετος όψις θα εφαίνετο λογικωτέρα, εάν υπεστηρίζετο κατά την εσχάτην και αναιδή μορφήν της, τότε μόνος τρόπος υπήρχε να παραστήση το ανδρείκελον εκείνο έχον ή κυνικήν ψυχρότητα ή τυφλήν μανίαν, φθάνον εις το αναγκαίον άκρον και εκεί ανατρεπόμενον. Αλλά τις θα ήτο το νευρόσπαστον; Κάποιος, ει δυνατόν, όχι φανερώς ακατάλληλος, του οποίου αι υποτιθέμεναι αρχαί αορίστως να νομίζονται κάπως ανάλογοι προς τανήθικα αισθήματα, όσα επρόκειτο ν' αναπτύξη.

Εν τω α' βιβλίω της Πολιτείας παριστάνεται Θρασύμαχος ο Καλχηδόνιος συνήγορος της απολύτου αδικίας, ισχυριζόμενος ότι ο νόμος και η δικαιοσύνη είναι μέσα του αδυνάτου, όπως παραλύση την ελευθέραν ενέργειαν του ισχυροτέρου. Αλλ' απιθανώτατον είναι ότι ο τίμιος εκείνος δημοκρατικός υπεστήριξέ ποτε τοιαύτας δοξασίας, αφού πολιτικώς ετάσσετο υπέρ της μέσης τάξεως, κατά δε τα 411 ωμίλησε μετριοπαθώς, αμέτρως δ' επολέμησε μόνον Αρχέλαον τον Μακεδόνα, τον τύπον της ευτυχούσης αδικίας, σωζόμενον δε απόσπασμα του Θρασυμάχου, όστις ήτο και δόκιμος αγορητής, λέγει ότι η επιτυχία του αδίκου αρκεί ώστε ο άνθρωπος ν' αμφιβάλλη περί της υπάρξεως θείας προνοίας. Η εύρεσις άρα του Πλάτωνος ήτο τω όντι απιθανωτάτη· δεν είναι δε άπορον ότι παριστά το ανδρείκελον παραφερόμενον πριν ή δράση.

Τούτο είναι το κύριον έγκλημα, όπερ κατέστησε τον Θρασύμαχον τύπον διεφθαρμένου και πλεονέκτου σοφιστού, το δε άλλο είναι ότι, ενώ συνήθως έκαμνε δημοσίας «επιδείξεις», ηρνήθη να διαλεχθή δωρεάν προς τον Σωκράτη και τους νεαρούς του φίλους, των οποίων γνωστός σκοπός ήτο ν' αντικρούσωσιν ό,τι έμελλε να είπη.

Όσα δε λέγει ο Αριστοφάνης περί των σοφιστών είναι, εννοείται, απλαί λοιδορίαι· κατά καλήν δε τύχην λοιδορεί και τον Σωκράτην, ώστε γνωρίζομεν της πολεμικής του την αξίαν. Όσα δε λέγουσιν οι Σωκρατικοί — η κυρία πηγή των ειδήσεων ημών — φέρουσι το χρίσμα εκείνο της πίστεως αυτών περί του ενός ιδεώδους εκείνου Δικαίου, του φονευθέντος υπό του πλήθους· κατ' αυτούς ουδείς δύναται να παραβληθή προς τον Σωκράτην. Αλλ' αυτός ο Σωκράτης έλεγε μόνον ότι δεν ηδύνατο να επικρίνη την φιλοσοφίαν των σοφιστών μάλλον ή την γλυπτικήν τέχνην του Φειδίου και την πολιτικήν του Περικλέους. Οι σοφισταί ήσαν «άνθρωποι του κόσμου»· αλλ' ίσως συγκρινόμενοι προς τον Σωκράτην, ήσαν επίπλαστοι· το δε κατ' εκείνον πραγματικόν αυτών σφάλμα ήτο το πνεύμα όπερ είχον άπαντες, ήτοι το επιστημονικόν, το προοδευτικόν, το δημοκρατικόν, το υπερθαρραλέον πνεύμα των Αθηνών κατά την πρωίαν του μεγαλείου των.

Η κυρία αυτών αποστολή ήτο η διδασκαλία, η διαφώτισις του πνεύματος της Ελλάδος, η απόρριψις των ταπεινών μύθων και των αναποδείκτων κοσμογονιών, η τροπή της σκέψεως προς γονίμους τόπους. Πολλοί τούτων ήσαν έξοχοι και πρωτότυποι στοχασταί. Ο ΓΟΡΓΙΑΣ απέδειξεν ανόητον την Ελεατικήν σχολήν. Ο δε Πρωταγόρας εκαθάρισε τον ορίζοντα, διδάξας το σχετικόν της γνώσεως. Πολλοί σοφισταί νομίζοντες την σοφίαν ως σημαίνουσαν γνώσιν της φύσεως, είναι γνωστοί εις ημάς κυρίως εκ των Ιπποκρατικών συγγραμμάτων και των φανερών προόδων των τότε γενομένων εις ποικίλας επιστήμας, ιδίως την ιατρικήν, την αστρονομίαν, την γεωμετρίαν και την μηχανικήν. Η Κως, τα Άβδηρα, αι Συράκουσαι θα ηδύναντο να μας είπωσι πολλά περί αυτών. Αλλ' αι Αθήναι, η μόνη μας πηγή, εσκέπτοντο τότε περί άλλων, κοινωνικών και ανθρωπίνων προβλημάτων. Εκεί ο Πρωταγόρας έδειξε φιλοσοφικήν της δημοκρατίας βάσιν, ισχυριζόμενος ότι οι πλείστοι των ανθρώπων έχουσι την αίσθησιν του δικαίου και την αίσθησιν της αιδούς — αι εξαιρέσεις είναι θηρία, τα οποία πρέπει να εξαλειφθώσιν — αι δύο δε αύται ιδιότητες μάλλον ή αι διανοητικαί δυνάμεις είναι της κοινωνίας αι ρίζαι. Ο δε μαθητής του Γοργίου Αλκιδάμας είναι ο μόνος αναφερόμενος ως προτείνας εν τη πρακτική πολιτική την κατάργησιν της δουλείας — διότι θεωρητικώς, εννοείται, προέτειναν τούτο πολλοί. Ο δε Αντιφών ο σοφιστής, αντιπροσωπεύει, ίσως μόνος, την θεωρίαν ότι η σύζυγος είναι «άλλο εγώ» και πολυτιμοτέρα παντός φίλου.

Εν τη ιστορία ο ΙΠΠΙΑΣ έβαλε τα θεμέλια εθνικού χρονολογικού συστήματος, δημοσιεύσας αναγραφήν των Ολυμπιονικών. Της δε γλωσσικής επιστήμης τας βάσεις έθεσαν άνδρες, οίοι ο ΠΡΟΔΙΚΟΣ και ο Πρωταγόρας, ο μεν πρώτος επιμένων εις την ακριβή διάκρισιν των φαινομένων συνωνύμων, ο δε δεύτερος αποδεικνύων ότι η γλώσσα δεν είναι τίποτε θείον και αναμάρτητον, αλλ' ανθρώπινον και μεταβλητόν έχον κανόνας και εξαιρέσεις. Πολλοί δε των σοφιστών, ως ο Ιππίας και ο Πρόδικος, ήσαν αληθείς κήρυκες της καθόλου ηθικής· άλλοι δε, καθώς ο Γοργίας, ήσαν γνήσιοι καλλιτέχναι. Το όλον κίνημα των σοφιστών ήτο ηθικόν άμα και πνευματικόν, ήτο δε όλως απηλλαγμένον της διαφθοράς και της ανομίας, ήτις εμόλυνε, λόγου χάριν, την ιταλικήν αναγέννησιν. Αναμφισβήτητον είναι ότι οι σοφισταί, αναλαβόντες την εκπαίδευσιν του έθνους, εξεπαίδευσαν αυτό. Ο χαρακτήρ του συνήθους Έλληνος του τετάρτου αιώνος, — το ανθρώπινον, η αίσθησις του δικαίου, το θάρρος, και η ηθική φαντασία ανυψώθησαν τρόπον τινά μέχρι του ύψους των ανωτέρων ανδρών του πέμπτου αιώνος και πολύ υπεράνω οιουδήποτε λαού μέχρι χιλίων ετών κατόπιν. Οπωςδήποτε οι σοφισταί είναι οι πνευματικοί και διανοητικοί αντιπρόσωποι των Περικλείων χρόνων· οι περιφρονηταί αυτών ας δημιουργήσωσι νέους ομοίους χρόνους. (204)

ΣΠΟΡΑΔΙΚΑ ΕΡΓΑ.