Πραγματική πηγή της αττικής πεζογραφίας δεν πρέπει να θεωρηθή η ανθηρά τέχνη
του Γοργίου, ουδέ η περίτεχνος ρητορική του Τεισίου, καθά ο Αριστοτέλης,
μηχανικώς μάλλον, υποθέτει· είναι οι πολιτικοί λόγοι και τα πολιτικά φυλλάδια
αυτών των Αθηνών. Εάν δε θέλωμεν στιγμήν τινα ως χρονολογικόν όριον,
δυνάμεθα να ορίσωμεν την κατά τα 454 π. Χ. μεταφοράν του συμμαχικού
θησαυρού εκ Δήλου, το χαρακτηριστικώτατον των γεγονότων, όσα κατέστησαν τας
Αθήνας όχι μόνον ταμείον, νομισματοκοπείον και ανώτατον δικαστήριον, αλλά και
νομικόν και εμπορικόν κέντρον της Ανατολικής Ελλάδος. Έκτοτε εσωρεύθη μεγίστη
νομική και δικαστική εν Αθήναις εργασία, πληρώσασα τας χείρας των δυνατών εις
το λέγειν και το γράφειν, προσελκύσασα πανταχόθεν του κράτους άνδρας ικανούς
και δώσασα εις την αττικήν διάλεκτον έξοχον και οικουμενικόν κύρος. Κατά την
αρχήν της ηγεμονίας αυτοί οι Αθηναίοι ολίγα έγραφον· εκυβέρνων· άφησαν δε
τους συμμάχους ν' αφιερώσωσιν εις τα γράμματα όσην ενέργειαν δεν εδικαιούντο
να χρησιμοποιήσωσιν εις την πολιτικήν.
ΙΩΝ ο Χίος (προ του 490-423 π. Χ.) είναι παράδειγμα τούτου. Ήτο αριστοκρατικός, φίλος του Κίμωνος και του βασιλέως Αρχιδάμου και πιθανώς επολέμησε μετά των συμμάχων κατά της Ηιόνος τω 470. Αλλά δεν εύρισκεν άλλο στάδιον εκτός της λογοτεχνίας. Έγραψε λοιπόν τραγωδίας — εννοείται αττικιστί — και επέτυχε μεγάλως· ευχαρίστως δε βλέπομεν (εκ του αποσπ. 63) ότι ηδύνατο ελευθέρως να εκφράζη ενώπιον των Αθηναίων ενθουσιώδη προς την Σπάρτην θαυμασμόν χωρίς, καθόσον ηξεύρομεν, να πάθη τίποτε δυσάρεστον. Έγραψε και *Χίου κτίσιν καί τινα βιβλία περί Πυθαγορικής φιλοσοφίας. Αλλά λυπηρά προ πάντων είναι η απώλεια των υπομνημάτων αυτού, όπου δι' απερίττου και ευκόλου ύφους διηγείτο τας εις την νήσον του επισκέψεις, *«Επιδημίας·» πολλών επιφανών ξένων. Το περί Σοφοκλέους μακρόν απόσπασμα είναι διαφέρον, αν και η εντύπωσις, ήν αφήνει, περί της τότε αστειολογίας και χάριτος αρέσκει τόσον ολίγον εις την σημερινήν καλαισθησίαν, όσον και τα χονδρά λογοπαίγνια της αυλής της βασιλίσσης Ελισάβετ. (205)
Όλως διάφορον πρόσωπον ήτο ΣΤΗΣΙΜΒΡΟΤΟΣ ο Θάσιος, άνθρωπος, έχων μερικήν ευκολίαν εις το γράφειν και αρκετήν παιδείαν, αντί δε χαρακτήρος πολιτικόν πάθος κατά της αθηναϊκής ηγεμονίας. Ήτο (καθώς ο δυσηρεστημένος νησιώτης, προς όν απαντά ο Ισοκράτης εν τω Πανηγυρικώ), αντιπρόσωπος της ολιγαρχικής μερίδος, της ζητούσης την διάλυσιν της συμμαχίας, ήτοι εκ των αριστοκρατικών και των εξ αυτών εξηρτημένων, όσοι έχασαν και την δύναμιν και την ιδιοκτησίαν ένεκα της επικρατήσεως των Αθηνών, και εμίσουν και την δημοκρατίαν και την συμμαχίαν. Αλλ' όμως ήλθεν εις τας Αθήνας όπως τόσοι άλλοι των Θασίων, ως λέγει ο Ηγήμων,
ευκούρων βδελυρών, ολλύντων τ' ολλυμένων τε
ανδρών, οι νυν κείθι κακώς κακά ραψωδούσιν.
{ Close-shorn, not over nice, whom sheer Want ships on the packet, Damaged and damaging men, to profess bad verses in Athens }
Ο Στησίμβροτος εδίδαξεν επιτυχώς ως σοφιστής, έγραψε δε περί Ομήρου και της τρεχούσης πολιτικής. Τέλος δε ηδυνήθη να χύση την χολήν του εις τέλειον αριστούργημα πολιτικού λιβέλλου *Περί Θεμιστοκλέους, Θουκυδίδου και Περικλέους. Και ο μεν Θεμιστοκλής και Περικλής ήσαν οι κυριώτατοι εχθροί του· ο δε υιός του Μελησίου, ο αντίπαλος του Περικλέους, εύρισκεν ίσως ολίγην συγγνώμην, όπως ο Κίμων, όν έλεγεν «ούτε μουσικήν, ούτε άλλο τι μάθημα των ελευθερίων . . . εκδιδαχθήναι, δεινότητός τε και στωμυλίας Αττικής όλως απηλλάχθαι, και τω τρόπω πολύ το γενναίον και αληθές ενυπάρχειν και μάλλον είναι Πελοποννήσιον το σχήμα της ψυχής του ανδρός» { although an abject boor, ignorant of every art and science, had at least the merit of being no orator and possessing the rudiments of honesty ; he might almost have been a Peloponnesian!}. Εάν ο Στησίμβροτος δεν ήτο αηδής ψεύστης, ηδύνατο κανείς να τον συμπαθήση· αλλά τώρα το μόνον δυνάμενον να λεχθή υπέρ αυτού είναι ότι δεν ήτο, καθώς συνήθως νομίζεται, και θρησκευτικός υποκριτής· το περί * Μυστηρίων βιβλίον του φαίνεται μάλλον επίθεσις. Διότι τα μυστήρια ήσαν καθαρώς και χαρακτηριστικώς αθηναϊκόν κτήμα, όπου, καθώς λέγει ο Ισοκράτης, οι λοιποί Έλληνες εγίνοντο δεκτοί μόνον εκ φιλανθρωπίας· ο δε Στησίμβροτος θα ήτο ψεύστης και προς εαυτόν, εάν τα ετίμα. Ο άνθρωπος ήτο είδος αδιαλλάκτου και ριζοσπαστικού δημοσιογράφου, μορφή νεωτερίζουσα μεταξύ των αρχαίων, ευπατρίδης ικανός και πεπαιδευμένος, του οποίου την φιλοδοξίαν εδέσμευσαν αι πολιτικαί ανάγκαι. (206)
Όμοιος προς τον Στησίμβροτον κατά τας γενικάς πολιτικάς θεωρίας, αλλ' απείρως απέχων αυτού κατά τας διαθέσεις είναι ο ανώνυμος εκείνος Ολιγαρχικός, ο γράψας την ανεκτίμητον πραγματείαν περί της Αθηναίων πολιτείας, ήτις διεσώθη ένεκα τυχηράς πλάνης του εκδότου, ως έργον του Ξενοφώντος. Και όμως δεν είναι μόνον ανόμοιον προς το ύφος και τας γνώμας του Ξενοφώντος, αλλά προφανώς ανήκει εις την περίοδον την προ της σικελικής καταστροφής. Είναι δε πράγματι το αρχαιότατον των σωθέντων τεμαχίων της αττικής πεζογραφίας και παριστά, σχεδόν μόνον, το κοινόν αττικόν ύφος, το προ της επιδράσεως του Γοργίου και των ρητόρων. Είναι οικείον, απλούν, ζωηρόν, ακολουθεί την ελευθέραν γραμματικήν του διαλόγου, έχει προτάσεις ασυνδέτους και συχνάς αλλαγάς αριθμών και προσώπων. Αφήνει δε, καθώς μέρη τινά του Αριστοτέλους, την εντύπωσιν γυμνής, αφράστου σκέψεως. Ο Ολιγαρχικός έχει σαφή αντίληψιν της σημασίας της αθηναϊκής δημοκρατίας και δεχόμενος προς στιγμήν ότι αυτός και οι φίλοι του είναι οι «γενναίοι και οι χρηστοί» «εν δε τω δήμω αμαθία τε πλείστη και αταξία και πονηρία» βλέπει σαφώς και ορθώς και όχι αδίκως την κατάστασιν, αρχόμενος ως εξής· «Περί μεν της Αθηναίων πολιτείας, ότι μεν είλοντο τούτον τον τρόπον της πολιτείας ουκ επαινώ διά τόδε, ότι ταύθ' ελόμενοι, είλοντο τους πονηρούς άμεινον πράττειν ή τους χρηστούς· διά μεν ουν τούτο ουκ επαινώ· επεί δε ταύτα ούτως έδοξεν αυτοίς, ως ευ διασώζονται την πολιτείαν και τάλλα ευ διαπράττονται, ά δοκούσιν αμαρτάνειν τοις άλλοις Έλλησι, τούτ' αποδείξω». { I dislike the kind of constitution, because in choosing it they have definitely chosen to make the Vile better off than the Noble. This I dislike. But granted that this is their intention, I will show that they consent the spirit of their constitution well, and manage their affairs in general well, in points where the Greeks think them most at fault. } Ευρίσκει δε και αρκετά δίκαιον το καθεστώς, «ότι ο δήμος εστιν ο ελαύνων τας ναυς και την δύναμιν περιτιθείς τη πόλει» [2]. { for it is the masses that row the ships, and the ships that have made the Empire } Και είναι μεν αληθές ότι δεν ακολουθούσι τας οδηγίας των χρηστών, αλλ' «ο βουλόμενος αναστάς άνθρωπος πονηρός εξευρίσκει το αγαθόν αυτού τε και τοις ομοίοις» { the first Vile man who likes, stands up and speaks to the Assembly } διότι «η τούτου αμαθία και πονηρία και έννοια μάλλον λυσιτελεί ή η τον χρηστού αρετή και σοφία και κακόνοια» { does somehow find out what is to his interest and that of the masses. Ignorance plus Vileness plus Loyalty is a safer combination in an adviser of the Demos than Wisdom plus Virtue plus Disaffection. } ήτοι δυσμένεια προς τον δήμον [7]. Και είναι μεν λυπηρόν ότι «ισηγορίαν και τοις δούλοις προς τους ελευθέρους εποιήσαμεν και τοις μετοίκοις προς τους αστούς, αλλά τούτο «διότι δείται η πόλις και δούλων και μετοίκων διά τε το πλήθος των τεχνών και διά το ναυτικόν» [12].
Ο συγγραφεύς διεξέρχεται το πολίτευμα, αλλά δεν ευρίσκει σπουδαίον αυτού ελάττωμα· το παν είναι τοιουτοτρόπως κατηρτισμένον, αι αρχαί, αι συμμαχίαι, αι χορηγίαι, αι γυμνασιαρχίαι, ώστε ασφαλίζουσι την παντοδυναμίαν του Δήμου. Παραδείγματος χάριν, το σύστημα του εξαναγκασμού των συμμάχων να έρχωνται χάριν της δίκης των εις τας Αθήνας είναι μεν καταπιεστικόν και ενίοτε κατακρατεί τους διαδίκους και έν ολόκληρον έτος, μέχρις ού δικασθώσιν αι υποθέσεις, αλλά παρέχει μισθούς εις τους δικαστάς και καθιστά τον μεν Δήμον ικανόν να επιβλέπη και τα ιδιαίτερα έργα των συμμάχων και να παρατηρή ότι οι χρηστοί ουδαμού επικρατούσιν, τους δε συμμάχους να εννοώσιν ότι ο πραγματικός κύριος αυτών είναι το πλήθος και όχι οι πλούσιοι ναύαρχοι και τριήραρχοι, ούς βλέπουσιν αντιπροσωπεύοντας την πάλιν αλλαχού. Έπειτα δε το σύστημα τούτο αποφέρει και φόρους, ωφελεί τους κήρυκας, τους έχοντας να διαθέσωσιν οικίας ή ίππους ή ανδράποδον! Αληθώς, εάν είχομεν εκατόν παρομοίας σελίδας αντί των δεκατριών της πραγματείας ταύτης, η περί της αθηναϊκής ιστορίας έννοια ημών θα ήτο πολύ σαφεστέρα ή όσον είναι.
Αλλ' είναι δύσκολον να εξακριβώσωμεν τας βλέψεις του Ολιγαρχικού. Συζητεί ψυχρώς την πιθανότητα επαναστάσεως, και θεωρεί τα ημίμετρα ως όλως άχρηστα, τον δε όλεθρον της δημοκρατίας ως έργον δυσκολώτατον, καθόσον δεν υπάρχουσι πολλοί δυσηρεστημένοι, ο δε Δήμος δεν υπήρξε λίαν άδικος. Εν γένει δε μόνον η κατά ξηράν εισβολή είναι δυνατή· εάν δε η πόλις ήτο νήσος, θα ήτο άτρωτος.
Το έργον φαίνεται ως έκκλησις Αθηναίου αριστοκρατικού προς τους αριστοκρατικούς των συμμάχων, υπερασπίζουσα τας Αθήνας δι' εξόδων του Δήμου· «ημείς οι αριστοκρατικοί σας συμπαθούμεν· τα παράπονά σας δεν είναι αποτελέσματα κακοβούλου καταπιέσεως ή εμφύτου κακίας των Αθηναίων, αλλά τα φυσικά επακόλουθα του σημερινού πολιτεύματος· εάν δοθή ευκαιρία μεταβολής αυτού, θα την δράξωμεν· επί του παρόντος τούτο θα ήτο παραφροσύνη». (207)
ΚΡΙΤΙΑΣ ο «τύραννος» έγραψε *Πολιτείας· το δε ύφος του, εάν κρίνωμεν εκ των αποσπασμάτων, ομοιάζει το του Ολιγαρχικού· αναφέρεται δε ως μεταχειριζόμενος την ειδικήν λέξιν διαδικάζειν ακριβώς κατά την έννοιαν, ήν έχει και εδώ. Αλλά το πνεύμα της πραγματείας ταύτης είναι όλως ξένον του ανησύχου εκείνου δοξοκόπου, οποίον γνωρίζομεν τον Κριτίαν του 404. Και όμως ο Κριτίας, ο εμποδίζων τας ταραχάς κατά την επανάστασιν του 411, ο προτείνας την ανάκλησιν του Αλκιβιάδου και την υπερορίαν {banishment} του πτώματος του Φρυνίχου, ίσως άγει προς άλλον μετριοπαθή και όχι πολύ νεαρόν Κριτίαν του 417- 414, όπου τάσσεται το πόνημα του Ολιγαρχικού υπό του Müller- Strübing και του Bergk. (208)
Μεταξύ των άλλων πολιτικών συγγραφών του καιρού εκείνου ήτο η περίφημος *Απολογία του Αντιφώντος, οι *Βίοι του Κριτίου, η * Πολιτεία του Θρασυμάχου και ιστορία τις των συμβάντων του 411, χρησιμεύσασα ως βάσις της εν τη Αθηναίων Πολιτεία αφηγήσεως του Αριστοτέλους. Και περιείχε μεν εγκώμιον της δράσεως του Θηραμένους και την τολμηράν θεωρίαν ότι η επανάστασις, ήν εσκόπευεν εκείνος, ήτο πράγματι αποκατάστασις του γνησίου πολιτεύματος του Δράκοντος, αλλά δεν θα ήτο έργον αυτού του Θηραμένους, αφού δεν εξέφραζεν εξαιρετικόν μίσος κατά του Κριτίου και των άκρων ολιγαρχικών. Η αυτή θέρμη προς πολιτικήν φυλλαδογραφίαν κατέλαβε και τον Παυσανίαν, τον εξόριστον βασιλέα της Σπάρτης, όστις επολέμησε τον Λύσανδρον και τους εφόρους διά διατριβής περί του βίου του Λυκούργου.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΦΡΟΝΙΣΚΟΥ ΑΛΩΠΕΚΗΘΕΝ.
Μεταξύ των σοφιστών του πέμπτου αιώνος ήτο και είς, εις όν ήτο ανάρμοστον το
όνομα τούτο ή και οιονδήποτε άλλο, κατατάσσον αυτόν εις τους έπειτα
φιλοσόφους· άνθρωπος εκτάκτως ανεξάρτητος· ζων εντός κόσμου όλως χωριστού
βίον αδιακόπου ηθικής και διανοητικής ερεύνης, εντός χώρας πλουσίας εις
απόδοσιν αγάπης, αλλά και διψώσης αγάπην, εξ άλλου όμως αγόνου εις τα
αισθήματα και τας απαιτήσεις του πλήθους. Τούτο καθίστανε τον σοβαρώτατον
των ανθρώπων κέντρον ευθυμολογίας, εμπαίζοντα και εκουσίως εμπαιζόμενον. Ο
άνθρωπος εκείνος εξεσκέπαζε την ζωήν τόσον εντελώς και γυμνώς, ώστε πολλάκις
έκαμνε τον κόσμον να γελά, διότι εσυνήθιζεν αφελέστατα να ερωτά παράξενα
ζητήματα, να εκβιάζη επιμόνως απαντήσεις, να χορεύη μόνος του κατ' οίκον χάριν
ασκήσεως και να ομιλή ανυποκρίτως περί των ενδομύχων του αισθημάτων. Ήτο και
άσχημος· χονδρός, ηλιοκαής, φορών κακά φορέματα, συνήθως ανυπόδητος,
εξόφθαλμος, και σχεδόν αγριωπός την όψιν· υποκείμενος εις συχνούς
παροξυσμούς, ενίοτε σιωπηλός επί ημέρας, συνήθως ακούραστος και
προτρεπτικός ομιλητής, και κάποτε θαυμασίως ευφραδής· βαθύτατος των
ανθρώπων παρατηρητής, αφήνων αυτούς παραλύτους, ως έλεγεν ο Αλκιβιάδης
(209) και
αγανακτούντας «ως ανδραποδωδώς διακειμένους»· κάποτε αμίμητος
ευθυμολόγος και κάποτε ανεκφράστως σοβαρός· αλλά πάντοτε πρωτότυπος και
όλως απροσποίητος.
Οι γονείς του Σωκράτους ήσαν άνθρωποι ασήμαντοι· μαία και λιθοξόος — προφανώς λιθοξόος άσημος, διότι άλλως η σύζυγός του δεν θα εξηκολούθει το επάγγελμά της. Αυτός δε ο Σωκράτης δεν κατώρθωνε να οικονομή ουδέ τα ολίγα όσα είχε, και χωρίς να το εννοή, θα έπιπτεν εις στερήσεις. Επάγγελμα δεν είχε· και αν έμαθε γλυπτικήν, δεν την εξήσκησε· διδάσκων, δεν εδέχετο μισθόν και δεν επίστευεν ότι εδίδασκε και τίποτε. Πότε απέρριπτεν άνευ λόγου, και πότε πάλιν εδέχετο των πλουσίων φίλων του τα δώρα. Τοιουτοτρόπως έκαμνεν ευλογώτατα την γυναίκα του Ξανθίππην ν' αδημονή· εσύρετο δε όπου ήθελεν εκείνη. Ζων εντός του κέντρου της παιδείας, δεν είχε τελείαν αγωγήν, και εντός του πολιτικού κλιβάνου ήτο ψυχρός προς την πολιτικήν. Ουδέποτ' εταξείδευσε και παρημέλησε την καλλιτεχνίαν· και εγνώριζε μεν αρκετήν ποίησιν, αλλά πάντοτ' εξήταζεν αυτήν ως ψιλόν πεζόν λόγον. Εις τας στρατείας εδεικνύετο ατρόμητος, αλλ' ενίοτ' έπιπτεν εις βαθείας εκστάσεις επικινδύνους. Κατά τα τελευταία του έτη, ότε πρώτον ημείς γνωρίζομεν αυτόν, διεκρίνετο διά την άκραν αδιαφορίαν προς τας σωματικάς απολαύσεις ή τας λύπας. Αλλά φαίνεται ότι δεν υπήρξε πάντοτε τοιούτος, και ότι ο γέρων, ο μη αισθανόμενος τους παγετούς και λησμονών αν είχε φάγει, ο δυνάμενος να πίνη όλην την νύκτα χωρίς να ζαλισθή, είχε περάσει τρικυμιώδη και περιπαθή νεότητα. Διότι ο Σπίνθαρος, ο πατήρ του Αριστοξένου, εις των ολίγων μη μαθητών, όσοι εγνώρισαν αυτόν νέον, έλεγεν ότι ο Σωκράτης ήτο ανήρ σφοδρών παθών, αχαλινώτου θυμού και ισχυρών επιθυμιών.
Τα θετικά διδάγματα του ανδρός ήσαν ολίγα. Ο Σωκράτης εκολλάτο εις το παράδοξον δόγμα, ότι αρετή είναι η γνώσις, θεωρίαν, ήν επολέμησε πρώτον μεν ο Ευριπίδης, έπειτα δε ο Αριστοτέλης — τουλάχιστον κατά την κοινήν εκδοχήν· αλλ' αυτός θα απέδιδε βεβαίως άλλην, όχι κοινήν σημασίαν. Δεν είχε δε πολλά επίκτητα χαρίσματα, ουδ' εφρόντισε ν' αποκτήση, ότε δε ηλικιωμένος ήδη, απεφάσισε να μάθη μουσικήν, ετράπη κατ' ευθείαν εις το σχολείον και εδιδάσκετο μεταξύ των παιδίων. Αδιακόπως εμελέτα έν πρόβλημα, όπερ ουδέποτε κατώρθωσε πράγματι να λύση, και όπερ ουδείς θνητός έλυσεν. Ησθάνετο ότι η μεγάλη αλήθεια, την οποίαν ανεζήτει, θα είναι πανταχού ορατή, εάν μόνον γνωρίζωμεν να παρατηρώμεν· ότι δεν χρειαζόμεθα περισσοτέραν γνώσιν, αλλ' απλώς συνείδησιν του τι έχομεν εντός μας. Υπαινισσόμενος δε το επάγγελμα της μητρός του, ωνόμαζε παίζων την μέθοδόν του « μαιευτικήν ».
Μετά της πίστεως ταύτης εις ύπαρξιν πραγματικής εντός του ανθρώπου αληθείας ο Σωκράτης είχε και αληθινήν μεγαλοφυίαν εις την επίκρισιν. Συχνά υπερβολικός εις την μέθοδόν του, αλλά πάντοτε βαθυτάτα τίμιος εις τον σκοπόν του, επεζήτει θεμελιώδεις πεποιθήσεις και αρχάς παρά οιουδήποτε, φιλοσόφου, πολιτικού, τεχνίτου ή κοινού ανθρώπου, δεχομένου να συζητήση προς αυτόν, το δε αποτέλεσμα ήτο πάντοτε καταλυτικόν. Αι συζητήσεις εκείναι ήσαν, εννοείται, προφορικαί· διότι αι μεν Αθήναι δεν ήσαν ακόμη τόπος ώριμος προς γραπτάς επικρίσεις, ο δε Σωκράτης δεν κατώρθωνε να γράψη λόγον συνεχή. Απεδοκίμαζε τα βιβλία καθώς και πάσαν μακρολογίαν, διατεινόμενος ότι δεν ηδύνατο να τα παρακολουθή και ότι είχεν ανάγκην να ερωτά κατά πάσαν φράσιν.
Ο Σωκράτης ουδέποτε κατενοήθη· φαίνεται δε ότι παρά πάσαν την επιμονήν του εις το γνώθι σαυτόν, ουδέ ο ίδιος ενόησε τον εαυτόν του. Οι όλως αντίθετα φιλοσοφούντες διετείνοντο ότι ήσαν οπαδοί του. Οι φίλοι του, Ευκλείδης ο Μεγαρεύς και Φαίδων ο Ηλείος, φαίνεται ότι εμάνθανον παρ' αυτού κυρίως διαλεκτικήν, λογικήν και μεταφυσικήν, στηριζομένην επί Ελεατικών θεωριών. Δύο άλλοι, ο Αισχίνης και ο Απολλόδωρος, κύριον δόγμα του ανδρός ενόμιζον τον εξωτερικόν τρόπον του βίου. Ο Αντισθένης, ο ιδρυτής της κυνικής σχολής, επίστευεν ότι ηκολούθει τον Σωκράτη, κηρύσσων εξ ίσου μάταια τα πλούτη, την δόξαν, την φιλίαν και παν άλλο εν τω κόσμω πλην της αρετής και θεωρών την αρετήν ως γνώσιν του ορθώς ζην, πάσαν δε άλλην γνώσιν ως αναξίαν και δη και αδύνατον. Εξίσου περιεφρόνει την θεωρητικήν γνώσιν και περιωρίζετο εις επιδίωξιν του ορθώς ζην άλλος Σωκρατικός, Αρίστιππος ο Κυρηναίος, αλλ' εταύτιζε το ορθώς ζην προς την απόλαυσιν πάσης ηδονής, εθεώρει δε τούτο ως τον μόνον ψυχολογικώς δυνατόν τρόπον βίου. Εάν δε είναι δυνατόν να είπη τις συντόμως, ποίαν του Σωκράτους άποψιν απέμαξεν ο Πλάτων, αύτη πιθανώς ήτο αφ' ενός μεν η αρνητική αυτού κριτική, η φέρουσα προς την σκέψιν των μεταγενεστέρων Ακαδημεικών, αφ' ετέρου δε η μυστική αυτού άποψις, η άποψις εκείνη, ήν έπειτα εξώθησαν εις τόσην υπερβολήν οι Νεοπλατωνικοί του τετάρτου μ. Χ. αιώνος. Ο Σωκράτης δηλαδή υπέκειτο εις ακουστικήν τινα παράκρουσιν· ενόμιζεν ότι θείον τι «σημείον» φωνάζον τον απέτρεπεν, οσάκις έμελλε να πράξη σφάλμα.
Αλλ' η βαθυτέρα μεταξύ Πλάτωνος και Σωκράτους συγγένεια υπήρχε, φαίνεται, εις κάτι άλλο — εις την αντίληψιν του Έρωτος. Ο ισχυρός δεσμός, ο συνδέων τον Σωκράτη μετά των οπαδών του, το μυστικόν ίσως της αφοσιώσεως και της λατρείας, μεθ' ής άνθρωποι τόσον διάφοροι απέβλεπον προς αυτόν, ήτο η περιπαθής και ακόρεστος εκείνη συγκίνησις, ήν ο Σωκράτης δεν ηδύνατο να ονομάση άλλως. Οι περί τον Περικλή ήσαν ερασταί των Αθηνών. Ο Σωκράτης ήτο εραστής του καλού και του αληθούς και του αγαθού και διά ταύτης της απωτάτης αιτίας παντός έρωτος ηγάπα τους μαθητάς του και πάντας τους προς τον αυτόν σκοπόν εργαζομένους. Και ο μεν Πλάτων εικονίζει τούτο τελείως· ο δε Σωκράτης ίσως είχε μόνον εκλάμψεις τινάς έρωτος· αλλ' είναι φανερόν ότι η σφοδρά εκείνη προσωπική έλξις ανδρός προς άνδρα, η ψυχραίνουσα πολλούς των νεωτέρων αναγνωστών των Πλατωνικών διαλόγων, αρχικώς απορρέει εξ αυτού του Σωκράτους. Αξιοσημείωτον όμως είναι ότι εν τω μέσω των τότε ελληνικών ηθών ο έρως εκείνος ουδέ κατ' αυτήν την δίκην του Σωκράτους έδωκεν αφορμήν οιαςδήποτε μομφής. Παρά Πλάτωνι ο έρως εμφανίζεται κάπως απερίσκεπτος· αλλ' η εξαισία του Αριστοτέλους αντίληψις της φιλίας ουδέν άλλο φαίνεται ότι είναι ή αυτός ο Πλατωνικός έρως υπό άλλο, ψυχρότερον και ασφαλέστερον όνομα.
Αλλά ποία ήτο η πηγή της απείρου του Σωκράτους επιδράσεως επί όλης της έπειτα φιλοσοφίας, αφού κατά τα θετικά φιλοσοφικά πορίσματα δεν ήτο υπέρτερος του Πρωταγόρου, ουδέ ηδύνατο να παραβληθή προς τον Δημόκριτον; Ήτο το δαιμόνιον, η θεία σχεδόν έμπνευσις του ανδρός. Εξωτερικώς μεν η ανεξαρτησία του από πάσης εταιρείας ή σχολής, ούτως ώστε μετά την καταστροφήν εκείνων και την πτώσιν του Πρωταγόρου, του Περικλέους, του Γοργίου, απέμεινε μόνος ορθός και διετήρησε την δόξαν του. Έπειτα δε το μέγα γεγονός, ότι επεσφράγισε την αποστολήν του διά του αίματός του. Ο Σωκράτης ήτο τόσον προφήτης, ώστε να προαισθανθή ότι του ήτο καλόν να αποθάνη· ότι ήτο αδύνατον ν' αρνηθή και μίαν λέξιν εξ όσων επίστευεν ή να στέρξη ό,τι ενδομύχως απέκρουεν. Η Πλατωνική Απολογία βεβαίως είναι πλάσμα· αλλ' έχομεν μαρτυρίας αποδεικνυούσας ότι η προς την ζωήν ή τον θάνατον αδιαφορία, ή μάλλον η υπεράνω τούτων έξαρσις του Σωκράτους, ήτο πραγματική. Τότε δε ο κόσμος ήτο ακόμη ασυνήθιστος εις θρησκευτικάς καταδιώξεις και δεν εγνώριζε πόσοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να μαρτυρήσωσι χάριν της πίστεώς των. Αλλά κατά μίαν έποψιν ο Σωκράτης είναι υπέρτερος των μαρτύρων της θρησκείας· ότι δεν απέθανεν ονειρευόμενος στεφάνους δόξης, ουδέ πιστεύων τυφλώς εις ωρισμένην αποκάλυψιν. Απέθανεν απλώς έχων την ήρεμον και άσειστον πεποίθησιν, ότι η αλήθεια είναι πράγματι πολυτιμοτέρα της ζωής, και όχι μόνον η αλήθεια, αλλά και αυτή η άκαρπος ζήτησις της αληθείας. Η καταδίκη του συνεζητήθη πλείστον και σήμερον και το πάλαι· οι Σωκρατικοί, ως ο Αισχίνης και ο Αντισθένης, εξεδίκησαν λαμπρώς αυτήν διά της γραφίδος· ο Πλάτων έγραψε την Απολογίαν, τον Ευθύφρονα και τον Γοργίαν· Ο Λυσίας συνηγόρησεν υπέρ του Σωκράτους υπό μορφήν λόγου· Πολυκράτης ο σοφιστής εδοκίμασε να δικαιολογήση — πιθανώς όχι χάριν απλής σοφιστικής ασκήσεως — την απόφασιν του δικαστηρίου, κατ' αυτού δ' επέπεσον ο Ισοκράτης, γράψας μετά κομψής ειρωνείας τον Βούσιριν, και ο Ξενοφών μετά πειστικότητος όχι πολλής τα Απομνημονεύματά του.
Το κύριον σημείον της δίκης, όπερ πρέπει να φέρωμεν κατά νουν, είναι ότι ούτε οι κατήγοροι του ήσαν ποταποί, ούτε οι δικασταί πάντες «φθείρες», ως ο Μάρκος Αυρήλιος απλώς αποφαίνεται. Είναι δε αναντίρρητον ότι ο Σωκράτης περιεστοιχίζετο πάντοτε υπό νέων αργών, ιδίως των πλουσιωτέρων και μάλλον εκλύτων τάξεων· υπό μίαν δ' έποψιν δεν ωφέλησεν αυτούς· δηλαδή είχον αισθανθή μόνον την καταλυτικήν ενέργειαν της ηθικής του διδασκαλίας χωρίς να νοήσωσι και τον πραγματικόν αυτής σκοπόν. Η δε πολιτική του διδασκαλία ήτο εφεκτική. Ο Σωκράτης δηλαδή δεν ήτο μεν ολιγαρχικός, — αφού ο πρεσβύτατος μαθητής του, ο Χαιρεφών, επολέμησε μετά του Θρασυβούλου εν τη Φυλή — αλλά συνεζήτησε και κατέτριψε την ιεράν ιδέαν της δημοκρατίας, καθώς και πάσης άλλης κατά συνθήκην αρχής. Η δε πόλις μόλις μεν ανέρρωσεν εκ της αιματηράς τυραννίας των δύο μαθητών του, του Κριτίου και του Χαρμίδου, ουδέποτε δε ηδυνήθη ν' αναλάβη εκ της προδοσίας του εταίρου του Αλκιβιάδου. Η δεισιδαιμονία του λαού εξηγείρετο και συνεχέετο εξ ολιγαρχικών σκευωριών, θρησκευτικών προλήψεων και θείας τιμωρίας.
Των κατηγόρων του ο μεν ποιητής Μέλητος ήτο πιθανώς άνθρωπος φανατικός, αγανακτών διά το δαιμόνιον· εξ άλλου δε ασθενής και δειλός, φυλακισθείς παρανόμως υπό των τριάκοντα την αυτήν εκείνην φυλακήν, την οποίαν κατά την παράδοσιν των Σωκρατικών απέστερξεν ο Σωκράτης. Ο δε Λύκων φαίνεται ότι ήτο και τιμώμενος πολιτευτής, κατά του οποίου οι Σωκρατικοί ουδέν άλλο λέγουσιν ή ότι υπήρξε ποτε φανερός του διδασκάλου φίλος. Αλλ' οι δύο εκείνοι άνθρωποι δυσκόλως θα ηδύναντο να επιτύχωσι την καταδίκην του Σωκράτους κατά την συνήθη κατάστασιν της δημοσίας γνώμης, αν μη υπεστηρίζοντο υπό του Ανύτου. Διότι ολίγον έπειτα κατά το αυτό έτος ο Μέλητος κατηγορήσας επί ασεβεία τον Ανδοκίδην, έχων δε εναντίον τον Άνυτον, δεν έλαβε ουδέ το πέμπτον μέρος των ψήφων. Ο Άνυτος όμως ήτο είς των ηρώων της αποκατασταθείσης δημοκρατίας, και μάλιστα είς των επιφανεστέρων του γενναίου εκείνου ομίλου. Ως φυγάς εν τη Φυλή, έσωσε την ζωήν των ολιγαρχικών, όσους συνέλαβον οι περί αυτόν, μετά δε την νίκην ήτο είς των κηρυξάντων την αμνηστίαν και αφήκεν ανενοχλήτους και αυτούς τους κατόχους των δημευθέντων αυτού κτημάτων. Μετά του Σωκράτους είχε παλαιάς σχέσεις· και ήτο μεν αυτός εύπορος βυρσοδέψης, αφιέρωσε δε όλην του την ψυχήν εις την ανατροφήν του υιού του, έτοιμος να κάμη πάσαν προς χάριν του θυσίαν εκτός της ζητουμένης. Ο υιός του ήθελε να γίνη εταίρος του Σωκράτους, να συζή μετά νέων αριστοκρατικών αμφιβόλων αρχών και υπόπτων πολιτικών φρονημάτων, δεν έστεργε δε ν' ακολουθήση το πατρικόν επάγγελμα. Ο δε Σωκράτης αφελώς υπεστήριξε το αίτημά του. Ίσως εάν τότε ο Σωκράτης ηκολούθει τον δρόμον του ή ο Άνυτος τον ιδικόν του, τα πάντα θα ευωδούντο. Αλλά κατά δυστυχίαν ο υιός απέμεινεν απειθής και σκληροκέφαλος· ότε δε ο πατήρ του έφυγεν αντάρτης υπέρ της ελευθερίας, εκείνος παρέμεινεν εις το άστυ μετά του Σωκράτους και των τυράννων, τέλος δε κατήντησε και αδιόρθωτος μέθυσος. Ενώ λοιπόν ο γέρων βυρσοδέψης εμάχετο διά μέσου των αιματωμένων οδών του Πειραιώς, εσκέπτετο ότι ο σειληνόμορφος εκείνος σοφιστής εξηκολούθει να ζη εν Αθήναις, ευτυχής επί της τυραννίας όσον επί της δημοκρατίας, πάντοτε αστεϊζόμενος και πειράζων και συζητών αμφίβολα ζητήματα προς τον άσωτον υιόν του. Δεν εχρειάζετο πολλά διά να πεισθή ότι η ρίζα εκείνη της διαφθοράς έπρεπε να εκλείψη. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος του Σωκράτους είναι αληθινή τραγωδία. Και ο Άνυτος ήτο άνθρωπος τίμιος και διακινδύνευσε την ζωήν υπέρ των ιδεών του· αλλ' ο ευγενέστερος και μεγαλύτερος αυτού εθριάμβευσεν εν τέλει.
Η'
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ.
Καθ' όν χρόνον ο γέρων Ηρόδοτος επέθετε τέλος εις την ιστορίαν του εν Αθήναις,
νέα περίοδος πολέμου ήρχιζεν εν Ελλάδι και εχρειάζετο συγγραφέα. Ο κόσμος του
Ηροδότου είχεν ικανοποιητικώς συντελεσθή. Η μεν Περσία είχε δαμασθή· η δε
θάλασσα εδεσπόζετο υπό μιας αρχής· η ελευθερία και η τάξις είχον επικρατήσει·
ισονομία, ισηγορία, δημοκρατία. Η δε παιδεία, ήν ο Ηρόδοτος ηγάπα αμέσως μετά
την ελευθερίαν, είχεν ευρύτατα διαδοθή· εν τη μεγάλη πόλει, όπου έζη, πας
πολίτης εγνώριζεν ανάγνωσιν και γραφήν, και πας ήτο δεινός και φιλόκαλος.
Ουδέποτε δε, ουδ' εις αυτάς τας πλουσίας αυλάς των τυράννων, είχον συνέλθει
τόσοι ποιηταί και λόγιοι, όσοι εις το λιτόν και φιλόπονον άστυ. Εκεί υπήρχε νέον
είδος ποιήσεως, φυσικόν μόνον επί εκείνης της γης, τόσον παραδόξως αληθινόν
και βαθύ και εκπληκτικόν, ώστε πάσα άλλη ποίησις εφαίνετο φλυαρία. Η δε πόλις
η κατορθώσασα πάντα ταύτα — η μαχομένη, η συντάσσουσα, η δημιουργούσα —
ήτο η μητρόπολις της ιδικής του Ιωνίας, η πόλις, ήν και ο Θηβαίος είχεν εγκωμιάσει
(Πινδάρου απόσπ. 76)
ω ται λιπαραί και ιοστέφανοι και αοίδιμοι,
Ελλάδος έρεισμα, κλειναί Αθάναι,
δαιμόνων πτολίεθρον.
{ O shining, violet-crowned City of Song, great Athens, bulwark of Hellas, walls divine! }
Ο χαιρετισμός εκείνος του Πινδάρου εγαργάλιζε παραπολύ την υπερηφάνειαν των Αθηναίων. Η ηχώ αυτού αντήχει μυριάκις· μέχρι του 424 π. Χ. η λέξις ιοστέφανος ηδύνατο να ορθώση επί των εδρών προσεκτικούς τους ακροατάς και δεξιά χρήσις του επιθέτου λιπαραί υπό ξένου πρεσβευτού ηδύνατο να επιτελέση διπλωματικούς θριάμβους. (210)
Η φιλοπατρία εκείνη ήτο αληθώς περιπαθής αγάπη προς την προσωποποιουμένην πόλιν. Αλλ' άριστα συνέδεον αυτήν μετ' αφοσιώσεως εις παν ό,τι εθεώρουν υψηλόν — ήτοι προς την ελευθερίαν, τον νόμον, την ηθικήν — και προς ό,τι οι Έλληνες ωνόμαζον καλόν. Αι Αθήναι ήσαν απαράμιλλος πόλις και οι Αθηναίοι είχον υπέρ αυτής τας υπερβολικάς εκείνας αξιώσεις, όσας έχει τις μόνον χάριν του ιδανικού του ή χάριν ερωμένης. Τω όντι ο Περικλής μετεχειρίζετο την λέξιν ταύτην· ωνόμαζε τον εαυτόν του εραστήν της πόλεως (211) και συνήθροισεν όμιλον ομοίων ανδρών, συνηνωμένων εραστών μιας αθανάτου ερωμένης. Διά τούτο την εστόλισαν με τόσην αγάπην. Και άλλαι ελληνικαί πόλεις είχον μεγάλους ναούς των θεών. Αλλ' οι τότε Αθηναίοι ήσαν οι πρώτοι σπαταλήσαντες τόσα ποσά χάριν κτισμάτων, οποία τα Προπύλαια, τα νεώρια, το Ωδείον, δηλαδή χάριν έργων αφιερωμένων εις μόνας τας Αθήνας. Άρα γε ο Ηρόδοτος ηρέσκετο εις την σπατάλην ταύτην; Τουλάχιστον δεν ηδύνατο — τις ημπορεί να μαντεύση τας γνώμας άλλου; — να επιδοκιμάση τον τελικόν αυτής σκοπόν, τον ρητώς επαναλαμβανόμενον προς τους δυσφορούντας Έλληνας, ότι η ασύγκριτος πόλις ήτο απόλυτος ηγεμονίς των συμμάχων της, σοφή και αγαθή τύραννος, μόνον καθήκον έχουσα να προμαχή και να ηγήται της Ελλάδος και ν' αποκρούη τον βάρβαρον. (212)
Μεταξύ του Ηροδότου και της νεωτέρας περί τον Περικλή γενεάς υπήρχε μέγα χάσμα, το χάσμα της σοφιστικής διδασκαλίας. Οι ακροαταί του Αναξαγόρου, του Πρωταγόρου και του Ιπποκράτους διέφερον βεβαίως προς τας δοξασίας, τους σκοπούς και τας κλίσεις· αλλ' είχον κοινήν την σπουδαιοτάτην αρχήν, ότι η σκέψις πρέπει να είναι σαφής και ότι ο λόγος ανοίγει τα μυστήρια του κόσμου. Μεταξύ της γενεάς, εφ' ής ενετυπώθη η διδασκαλία εκείνων, ήτο και κάποιος νέος, όστις ανήκεν εις οίκον αντίπαλον του Περικλέους, αλλ' εθαύμαζεν από καρδίας τον Περικλή και εμιμήθη πολλά χαρακτηριστικά εκείνου· συναισθανόμενος δε την δύναμιν του νου του, ολίγας είχεν απατηλάς βλέψεις και εμίσει τα νεφελώδη. Ανήκε δε και αυτός εις την ομάδα των εραστών· παρέβαλλε τας Αθήνας του προς τας Ομηρικάς Μυκήνας ή την Τροίαν, παρέβαλλεν αυτάς προς τας παλαιάς Αθήνας, αι οποίαι ενίκησαν τους Μήδους· και ερευνών κατά το πνεύμα της περιόδου εκείνης την αρχαίαν ιστορίαν, απέξεσε την λάμψιν του αρχαίου μεγαλείου και ηύρεν ότι υπό το φως της ημέρας η ερωμένη του ήτο μεγαλυτέρα και ωραιοτέρα των παλαιών. Είδε — καθώς αναμφιβόλως πάντες οι περί τον Περικλή — ότι επήρχετο πόλεμος, αξιολογώτατος ίσως των μνημονευομένων, πόλεμος, μέλλων βεβαιότατα να στερεώση ακραδάντως την ηγεμονίαν των Αθηνών. Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ απεφάσισε λοιπόν να παρακολουθήση τον πόλεμον τούτον εξ αρχής, να σημειώση παν βήμα, να εξιχνιάση πάσαν αφορμήν, να μη αποκρύψη το παραμικρόν, να μη εξογκώση τίποτε — να κάμη ό,τι ο Ηρόδοτος δεν είχε κάμει ή μόνον εδοκίμασε να κάμη. Ήτο ευπατρίδης και διαπρεπής στρατιωτικός. Είχεν αίμα θρακικόν, πολεμικόν σθένος βορείου, είχε δε και συγγένειαν προς τον μέγαν Κίμωνα και τον Μιλτιάδην. Ο λοιμός του 430 παρ' ολίγον κατέστρεφε ριζηδόν όλας του τας φιλοδοξίας, αλλ' ήτο εκ των ολίγων όσοι ασθενήσαντες ανέλαβον. Ο πόλεμος είχεν ήδη διανύσει οκτώ έτη πριν ο Θουκυδίδης εύρη καιρόν να διακριθή· τω 423 εξελέγη δεύτερος στρατηγός και εστάλη εις την Χαλκιδικήν. Εκεί ήτο πλησίον των γαιών του, όπου είχε κληρονομικήν τινα αρχηγίαν των Θρακών, τότε δε υπήρχεν εκεί το κέντρον του πολέμου. Ο Σπαρτιάτης Βρασίδας, πλήρης δόξης, κατεπάτει τα σπλάγχνα των αθηναϊκών πόλεων. Μία ήττα θα τον κατέστρεφεν ολοσχερώς, επειδή δεν θα είχε τόπον υποχωρήσεως, ο δε νικητής του Βρασίδα θα ετιμάτο ως ο πρώτιστος της Ελλάδος στρατηγός.
Αλλ' όμως ουδείς δύναται να είπη ακριβώς τι συνέβη τότε. Αι δύο προ πάντων κινδυνεύουσαι πόλεις ήσαν η Αμφίπολις και η επί Στρυμόνι Ηιών. Τα πλοία των Αθηναίων θα ηδύναντο μεν να σώσωσι τας δύο πόλεις, όχι όμως και να βλάψωσι τον Βρασίδαν. Ενώ αν ο Θουκυδίδης κατώρθωνε να εξεγείρη τας θρακικάς φυλάς, ο Βρασίδας ήθελε κατατροπωθή. Τούτο δε φαίνεται ανέμενον και οι Αμφιπολίται και διά τούτο πιθανώς, ενώ ο Βρασίδας, εκκινήσας απροσδοκήτως και προχωρών ημέρας και νυκτός διά μέσου των χιόνων, διέβη την γέφυραν του Στρυμόνος και κατά την χειμερινήν πρωίαν ενεφανίζετο προ των τειχών της Αμφιπόλεως, ο Θουκυδίδης απείχεν «ημίσεος ημέρας μάλιστα πλουν» παραπλέων την Θάσον απέναντι του κέντρου της επί Θράκης δυνάμεώς του. Ο συστράτηγός του Ευκλής ήτο εν Αμφιπόλει και η πόλις ευκόλως ηδύνατο ν' αντισταθή. Αλλ' ο Βρασίδας είχε πράκτορας εντός· οι δε όροι του ήσαν μέτριοι, υπήρχε δε ανέκαθεν και κόμμα εναντίον των Αθηναίων. Ότε δε τα πρώτα επτά πλοία κατά την εσπέραν κατέπλεον εις την Ηιόνα, η Αμφίπολις είχε πέσει. Μετ' αυτής είχε χαθή και η μεγάλη διά τον Θουκυδίδην ευκαιρία. Έσπευσε τότε προς την Ηιόνα και είχε την ισχνήν παρηγορίαν ότι απέκρουσε δις τον Βρασίδαν από των τειχών αυτής. Αλλά κατόπιν παν ό,τι ηξεύρομεν είναι κατά τας ιδικάς του λέξεις (Ε', 26) τούτο· «και ξυνέβη μοι φεύγειν την εμαυτού έτη είκοσι μετά την ες Αμφίπολιν στρατηγίαν». { It befell to me to be an exile from my country for twenty years after my command at Amphipolis! }
Τις δύναται να είπη τα κατά την δίκην; (213) Γνωρίζομεν μόνον ότι ο δήμος ήτο τραχύς δεσπότης των στρατηγών του. Δεν ημπορούμεν να είπωμεν ουδέ καν ποία ήτο η απόφασις· ίσως ο Θουκυδίδης εξωρίσθη· ίσως έφυγε καταδικασθείς εις θάνατον αλλ' ίσως έφυγε και φοβούμενος την δίκην. Ουδέ γνωρίζομεν πού έζησε κατόπιν. Ο σωζόμενος βίος λέγει εν Αιγίνη, είτα δ' εν Σκαπτή ύλη επί της Θράκης. Αλλ' αύτη ήτο γη αθηναϊκή και όχι τόπος εξορίας. Βέβαιον δε είναι ότι κατήλθεν εις τας Αθήνας μετά το τέλος του πολέμου. Ο ίδιος λέγει ότι συχνά συνήντα τους Λακεδαιμονίους αρχηγούς. Φαίνεται δε ότι παρευρέθη εις την μάχην της Μαντινείας και πιθανώς εις τας Συρακούσας. Αγνοούμεν εντελώς και πότε απέθανεν, αλλά πιθανώς προ της κατά τα 396 εκρήξεως της Αίτνης. Ο τάφος του ευρίσκετο εν Αθήναις μεταξύ των του οίκου του Κίμωνος, ελέγετο δε ότι επ' αυτού υπήρχεν «ίκριον» — τι ήτο τούτο; — σημαίνον ότι ο τάφος ήτο κενός.
Εάν είχομεν περισσοτέρα αποσπάσματα του Κρατίππου, θα ηδυνάμεθα να προσθέσωμεν πολλά εις τα περί Θουκυδίδου. (214) Αλλ' οι σωζόμενοι βίοι, ο πρώτος έργον του Μαρκελλίνου (κατά τον ε' μ. Χ. αιώνα) ο δε άλλος ανώνυμος, είναι σωροί αντιφατικών θρύλων, εικασιών και πλανών. Κατ' αυτούς ο Θουκυδίδης έκλαιεν ακούων του Ηροδότου, εδέχθη δε τας ευλογίας του γέροντος· επήρε γυναίκα «πλουσίαν σφόδρα» εκ Θράκης· εξωρίσθη υπό του Κλέωνος· εκάθητο «υπό πλατάνω» γράφων την συγγραφήν του· «άπαντας Αιγινήτας κατατοκίζων, αναστάτους εποίησεν» { he drove all the Æginetans out of their island by his usury }· εδολοφονήθη τρις και «απέθανε νόσω» { died by disease}. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς διά μακρών (σ. 143,144) λέγει ότι ο Κράτιππος ήτο σύγχρονος του Θουκυδίδου. Εάν τούτο ήτο αληθινόν, θα αποκαθίστανε το κύρος της παραδόσεως, αλλ' αι αντίθετοι μαρτυρίαι είναι ακαταγώνιστοι. Η νεωτέρα περί του βίου κριτική στηρίζεται όλη επί άρθρου εν τω Ερμή XII, όπου ο Βιλαμόβιτς καταλύει τα παραδιδόμενα μέχρι της βάσεως, δηλαδή μέχρις εκείνων όσα αυτός ο Θουκυδίδης λέγει εν παρόδω περί εαυτού, και δέχεται μόνον την ύπαρξιν τάφου «Θουκιδίδου Ολόρου Αλιμουσίου» μεταξύ των Κιμωνείων τάφων των Αθηνών. (215) Έπειτα δ' εκ των λειψάνων ανοικοδομεί ο Βιλαμόβιτς μικράν καλύβην, ήν νομίζει ασφαλή, δηλαδή συμπεραίνει ότι ο μαθητής του Θεοφράστου Πραξιφάνης, πρώτης τάξεως μάρτυς, είχεν ειπεί ότι ο Θουκυδίδης μετά τινων ποιητών έζησεν εν τη αυλή Αρχελάου του Μακεδόνος. Η απόδειξις υποστηρίζεται υπ' αυτού του Θουκυδίδου (Β' 100) αποφαινομένου ότι ο βασιλεύς εκείνος «και τάλλα διεκόσμησε τα τε κατά τον πόλεμον ίπποις και όπλοις και τη άλλη παρασκευή κρείττονι ή ξύμπαντες οι άλλοι βασιλείς οκτώ οι προ αυτού γενόμενοι». { king improving the country in the way of organisation and road-making " more than all the eight kings before him together. }
Αλλά τούτο άγει ασφαλώς και εις άλλο πόρισμα· ότι πράγματι μεν είπε τούτο ο Πραξιφάνης, αλλά δυνάμεθα να εύρωμεν και πού το είπεν — εν τω περί Ιστορίας διαλόγω. (216) Τούτο καταστρέφει το παν! Διότι αι σκηναί των διαλόγων και αυτού του Πλάτωνος δεν είναι ιστορικαί, μετά δε τον θάνατον του Πλάτωνος ήσαν όλως διόλου φαντασιώδεις. Ούτω και η καλύβη κατέπεσε, μόλις κτισθείσα, απέμεινε δε μόνον μία μικρά γωνία.
Ο διάλογος, συζητών την αξίαν της ιστορίας και της ποιήσεως — ο Αριστοτέλης ωνόμασε την ποίησιν φιλοσοφώτερον της ιστορίας — αντιπαραβάλλει τον Θουκυδίδην τον φιλαλήθη ιστορικόν μόνον προς πέντε διαφόρους ποιητάς· δυνάμεθα δε ίσως να εικάσωμεν την τελικήν απόφασιν εκ του αποσπάσματος, όπερ λέγει ότι ο Θουκυδίδης «άδοξος ην ως επί πλείστον . . . ύστερον δε δαιμονίως εθαυμάσθη». { in his lifetime Thucydides was mostly unknown, but valued beyond price by posterity! }
Τούτο λοιπόν είναι νέον περί Θουκυδίδου γεγονός, βάσιμον όσον και τα άλλα. Αι προσωπικαί του ελπίδες διεσκορπίσθησαν κατά τα 423· τα δε πολιτικά και δημόσιά του ιδεώδη συνετρίβησαν βαθμηδόν από του 414 μέχρι, του 404. Αλλά το μεγαλείον του ανδρός καταφαίνεται εκ τούτου, ότι παρέμεινε πιστός εις το ιστορικόν του ιδανικόν. Αναφέρει μετά των αυτών μικρών λεπτομερειών, της αυτής πειστικής φιλαληθείας όλους τους θριάμβους και τας συμφοράς — την ιδικήν του αποτυχίαν και εξορίαν, την φοβεράν εις Σικελίαν εκστρατείαν, την φρίκην των στάσεων, τον ηθικόν εκ του πολέμου κλονισμόν όλης της Ελλάδος, και αυτάς τας εσωτερικάς ταπεινώσεις και τας βιαίας τυραννίας της πόλεως, ήτις έπρεπε να ήτο η φιλόσοφος ηγεμονίς του κόσμου.
Εις τον Θουκυδίδην οφείλομεν την περί του πελοποννησιακού πολέμου αντίληψιν ημών. Ούτος περιείχε τρεις χωριστούς πολέμους, και οκτώ έτη ψευδούς ειρήνης. Την μετά τον πρώτον πόλεμον ειρήνην επηκολούθησε συμμαχία και εφαίνετο πιθανόν ότι η επερχομένη εν Ελλάδι θύελλα θα εύρισκε τας Αθήνας και την Σπάρτην ηνωμένας ως συμμάχους κατά τινος συμμαχίας Άργους και Θηβών. Ο Θουκυδίδης έγραφεν ακόμη τα κατά τον δεκαετή πόλεμον, ότε νέαι εχθροπραξίαι εξερράγησαν εν τη Σικελία και έστρεψε προς αυτάς την προσοχήν του. Ο πρώτος πόλεμος είναι πλήρης εν τω σωζομένω έργω. Και η εις Σικελίαν εκστρατεία είναι τελειωμένη καθ' εαυτήν, αλλ' όχι και τελείως τοποθετημένη εν τω συνόλω του έργου. Διότι έχει χωριστήν εισαγωγήν, επεξηγεί δε ποίος ήτο ο Αλκιβιάδης, ως αν μη είχε προηγουμένως μνημονευθή· επαναλαμβάνει επεισόδια εκ του περί του δεκαετούς πολέμου μέρους ή αναφέρεται εις αυτό ως εις χωριστόν έργον. Εφόσον δε ο σικελικός πόλεμος εξηκολούθει, ο Θουκυδίδης κατείδεν ό,τι ίσως ολίγοι τότε άνθρωποι ενόησαν, ότι δηλαδή η όλη σειρά των γεγονότων απετέλει πράγματι ένα πόλεμον. Συνέλεξε γεγονότα περί του χρόνου της ειρήνης και κατά μέρος διεμόρφωσεν αυτά εις ιστορίαν, (Γ', 26 μέχρι τέλους) συνέλεξε δε και πλείστα περί του τελικού Δεκελεικού ή ιωνικού πολέμου (Η'). Εν Ε' 26 προτάσσει δεύτερον πρόλογον «Γέγραφε δε και ταύτα ο αυτός Θουκυδίδης Αθηναίος εξής ως έκαστα εγένετο κατά θέρη και χειμώνας μέχρι ού την τε αρχήν κατέπαυσαν των Αθηναίων Λακεδαιμόνιοι και οι ξύμμαχοι και τα μακρά τείχη και τον Πειραιά κατέλαβον». Πώς έγραφε τας λέξεις ταύτας!
Αλλά δεν έφθασεν εις το τέλος. Χαρακτηριστικόν και του ανδρός και των αθηναϊκών γραμμάτων είναι ότι εστράφη από της κυρίας του εργασίας εις το κτένισμα του ύφους του βιβλίου, ως καθαρώς λογοτεχνικού. Αντί να περατώση το χρονικόν του πολέμου, επεξειργάζετο τα περί των επιχειρημάτων των δημηγορούντων ή τα περί της πολιτείας των φατριών σημειώματά του εις τεχνικάς απ' ευθείας δημηγορίας. Διότι η πεζογραφία τότε είχε μεγάλως αναπτυχθή ως ρητορική, ισχυροτάτη δε ήτο η κλίσις εκείνη, η πάντοτε χαρακτηριστική των Ελλήνων, — η αγάπη του ν' αντιλαμβάνωνται και τας δύο όψεις ενός ζητήματος και η δίψα να μάθωσι και την απολογίαν οιουδήποτε φερομένου ως αδικούντος. Αι δημηγορίαι είναι αι μέγισται λογοτεχνικαί προσπάθειαι του Θουκυδίδου. Ενίοτε φαίνονται κατ' ουσίαν αληθιναί και μέχρι τινός και κατά την φράσιν· ούτως η επιστολή του Νικίου φαίνεται ως πιστή, (Ζ', 11) ίσως δε και η δημηγορία του Διοδότου (Γ, 42). Ενίοτε όμως ο μεν λόγος είναι ιστορικός, αλλ' η περίστασις είναι παρηλλαγμένη· π. χ. ένα μέγαν επιτάφιον είπεν ο Περικλής μετά την εις Σάμον εκστρατείαν (217)· πιθανώς δε είπε και άλλον κατά το πρώτον έτος του πολέμου, ότε μόλις ίσως 50 Αθηναίοι υπήρχον προς ταφήν· αλλά πιθανώτερον είναι ότι ο Θουκυδίδης έχει μεταφέρει τον μέγαν λόγον εις χρόνον ότε ηδύνατο να τον χρησιμοποιήση εν τω έργω. (218) Ενίοτε οι δημηγορούντες φέρονται αορίστως κατά πληθυντικόν — οι Κορίνθιοι έλεγον — δηλαδή η πολιτική κατάστασις εικονίζεται διά ενός ή πολλών λόγων, δεικνυόντων ζωηρώς τας σκέψεις των διαφερομένων. Λαμπρόν τοιούτο παράδειγμα είναι ο φανταστικός διάλογος μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων, ο δεικνύων δραματικώς και διά βαθέων, ίσως δε και υπερβολικών χρωμάτων, τας διαθέσεις της εν Αθήναις φιλοπολέμου μερίδος περί των τότε ζητημάτων.
Τούτο εκ πρώτης όψεως φαίνεται ανόητος νεωτερισμός εισαγόμενος εις την ιστορίαν υπό του μεγάλου φίλου της αληθείας. Αλλ' ο Θουκυδίδης ομολογεί τούτο απεριφράστως. Ήτο δύσκολον και εις τον ίδιον και εις τους πληροφορούντας αυτόν να ενθυμώνται ακριβώς τι είχον ειπεί οι διάφοροι ρήτορες. Έγραψε λοιπόν τους λόγους όπως ενόμιζεν ότι απήτουν τα εκάστοτε περιστατικά, εχόμενος «ότι εγγύτατα της ξυμπάσης γνώμης των αληθώς λεχθέντων». { keeping as close as might be to the actual words used } Τούτο είναι τρόπον τινά γενική περιγραφή. Αυτός ο Θουκυδίδης θ' απεδοκίμαζεν ομοίαν καινοτομίαν γινομένην υπό του Ηροδότου, υπήρξε δε αυτή ολέθριον κληροδότημα εις δισχιλιετή κατόπιν ιστοριογραφίαν. Αλλ' είδομεν διατί εκείνος εφήρμοσεν αυτήν και είναι βέβαιον ότι την εφήρμοσε μετά εξαιρετικής επιτυχίας. Ίσως ουδέν λογοτεχνικόν έργον δύναται να παραβληθή προς την δύναμιν, μεθ' ής ο Θουκυδίδης προσωποποιών τρόπον τινά ένα λαόν, διαγράφει τας γενικάς γραμμάς του χαρακτήρος του. Τοιαύται πραγματικαί περιγραφαί είναι εν μεν τω Α' βιβλίω η αντίθεσις Σπάρτης και Αθηνών, η διαγραφομένη υπό των Κορινθίων, εν δε τω Β' η απεικόνισις των Αθηνών υπό του Περικλέους· αλλ' υπάρχει και δραματική προσωποποιία, ούτω δε αισθανόμεθα την διαφοράν των πατρίδων των αγορητών, όσον και τον προσωπικόν χαρακτήρα του Νικίου, του Σθενελαΐδου ή του Αλκιβιάδου. Θα ήτο δε δύσκολον να εύρη κανείς σαφεστέραν και πειστικωτέραν έκθεσιν συγκρουομένων πολιτικών συμφερόντων παρά την παρεχομένην εν ταις δημηγορίαις κατά την έναρξιν του πολέμου.
Βεβαίως ηθέλομεν προτιμήσει τους λόγους απαραλλάκτους· και βεβαίως χρειάζεται Θουκυδίδης, διά να δικαιολογήση τον τρόπον του Θουκυδίδου. Αλλ' εάν παραβάλωμεν τας δημηγορίας προς τα χωρία του Η' βιβλίου, όπου παρέχει την αυτήν ύλην ως διήγησιν, αγόμεθα να πιστεύσωμεν ότι η τεχνητή και πλαστή δημηγορία είναι σαφεστέρα και προς τον σκοπόν καταλληλοτέρα. Είναι δε βέβαιον ότι κατά το ιστορικόν του ιδανικόν ο Θουκυδίδης σχεδόν απέχει τόσον του Πολυβίου, όσον και του Ηροδότου. Η προσοχή και η αλήθεια βεβαίως επικρατεί και παρ' αυτώ, ως παρά Πολυβίω. «Τα δ' έργα των πραχθέντων εν τω πολέμω (κατ' αντίθεσιν προς τους λόγους) ουκ εκ του παρατυχόντος πυνθανόμενος ηξίωσα γράφειν ουδ' ως εμοί εδόκει, αλλ' οίς τε αυτός παρήν και παρά των άλλων όσον δυνατόν ακρίβεια περί εκάστου επεξελθών. Επιπόνως δε ηυρίσκετο, διότι οι παρόντες τοις έργοις εκάστοις ου ταύτα περί των αυτών έλεγον, αλλ' ως εκατέρων τις ευνοίας ή μνήμης έχοι. Και ες μεν ακρόασιν ίσως το μη μυθώδες αυτών ατερπέστερον φανείται· όσοι δε βουλήσονται των τε γενομένων το σαφές σκοπείν και των μελλόντων ποτέ αύθις κατά το ανθρώπειον τοιούτων και παραπλησίων έσεσθαι ωφέλιμα κρίνειν αυτά αρκούντως έξει· κτήμα τε ες αεί μάλλον ή αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται». { Of the things done in the war" (as distinguished from the speeches) "I have not thought fit to write from casual information nor according to any notion of my own. Parts I saw myself; for the rest, which I learned from others, I inquired to the fullness of my power about every detail. The truth was hard to find, because eye-witnesses of the same events spoke differently as their memories or their sympathies varied. The book will perhaps seem dull to listen to, because there is no myth in it. But if those who wish to look at the truth about what happened in the war, and the passages like it which are sure according to man's nature to recur in the future, judge my work to be useful, I shall be content. What I have written is a thing to possess and keep always, not a performance for passing entertainment! } Ο Θουκυδίδης ζητεί την αλήθειαν μετά τόσης επιμελείας και φιλοπονίας μεθ' όσης και νεώτερος αρχαιολόγος, όστις δεν έχει λόγον ν' αποκρύψη ή να εξάρη τίποτε. Αλλ' ο σκοπός του είναι διάφορος. Ο Θουκυδίδης δεν θέλει να προμηθεύση εις τους αναγνώστας του ιστορικόν υλικόν προς επεξεργασίαν· εννοεί να επεξεργασθή το σύνολον αυτός — να είναι μόνος αυτός κριτής της αληθείας και ως κριτής να εκδώση και την απόφασιν υπό καλλιτεχνικήν και οριστικήν μορφήν, χωρίς μήτε μάρτυρας να παρουσιάση, μήτε πηγάς να παραθέση. Χαρακτηριστική τούτου πιθανώς είναι η χρήσις αφ' ενός μεν των κειμένων, αφ' ετέρου δε των δημηγοριών. Γενικώς δυνάμεθα να είπωμεν ότι τα τελειωμένα μέρη του έργου δεν έχουσιν επίσημα έγγραφα, τα δε ατελείωτα δεν έχουσι δημηγορίας. Πάντα δε φέρουσιν ίχνη, ότι εγράφησαν μετά το τέλος του πολέμου. Το ατελές όγδοον βιβλίον ουδεμίαν έχει δημηγορίαν· το δε ατελείωτον μέρος του πέμπτου έχει μόνον τον διάλογον των Μηλίων.
Περί των επισήμων εγγράφων χωρούσι περισσοτέραι αμφιβολίαι· αλλά το σημείον τούτο έχει πολλήν εσωτερικήν σπουδαιότητα. Διότι των εννέα εγγράφων όσα παρενείρονται αυτολεξεί εις την συγγραφήν, τρία μεν ανήκουσιν εις το προδήλως ατελές όγδοον βιβλίον, τρία δε — εκεχειρία [Δ' 118] σπονδαί [Ε' 18] και συμμαχία [Ε' 23] μεταξύ Σπάρτης και Αθηνών — ανήκουσιν εις το τέλος του δεκαετούς πολέμου. Τα τρία τελευταία ταύτα εικάζομεν ότι προέρχονται εξ αττικών — όχι σπαρτιατικών — πρωτοτύπων και ότι ήσαν απρόσιτα εις τον εξόριστον μέχρι της κατά τα 403 επιστροφής του, αι δε διά μέσου άλλων πληροφορίαι περί αυτών δεν ήσαν ακριβείς. Διότι εκεί όπου ευρίσκονται, δεν είναι οργανικώς ηνωμένα μετά του κειμένου. Η διήγησις εγράφη εν αγνοία τούτων, και κάπου διαφωνεί. Η εκεχειρία δεικνύει ότι χωριστή εκεχειρία είχε συναφθή μεταξύ Αθηναίων και Τροιζηνίων, [Δ' 118,4] αμνημόνευτος εν τω κειμένω. Αι δε σπονδαί διαφέρουσι των ιστορουμένων περί Πτελεού [Η' 24,2] και της Σερμυλίων πόλεως και εμφαίνουσιν ότι οι Αθηναίοι είχον ανακτήσει τας εν τη Χαλκιδική πόλεις. Η δε συμμαχία ουδέν άρθρον περιέχει δεσμεύον τας Αθήνας ή την Σπάρτην να μη συνάψωσιν ιδιαιτέρας συμμαχίας άνευ αμοιβαίας συναινέσεως, ενώ η όλη διήγησις και μηνύει και λέγει τούτο. (Ε' 39, 46) Τοιουτοτρόπως τα έγγραφα πάντα εισήχθησαν υπό του Θουκυδίδου μετά τα 403 και εμφαίνουσι νέαν και υψηλοτέραν υπέρ του έργου αξίωσιν. Γράφων τα περί του δεκαετούς πολέμου, ουδέν έγγραφον είχεν — ούτε την ειρήνην του 445, ούτε τας μετά του Ρηγίου και των Λεοντίνων συνθήκας του 433, ουδ' αυτήν την μετά της Κερκύρας. Το αυτό και περί του σικελικού πολέμου· ουδέ η μετά των Εγεσταίων συνθήκη υπάρχει.