WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 48: Θ' ΤΟ ΔΡΑΜΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.

Ο Θουκυδίδης ήρχισε την ιστορίαν του ως αληθινόν χρονικόν του πολέμου κατά θέρη και χειμώνας· επεξέτεινε δε αυτήν εις δοκίμιον πλήρους και φιλοσοφικής ιστορίας των Αθηνών κατά τας διπλωματικάς και συμμαχικάς των σχέσεις. Ότε δε απεμακρύνθη των εγγράφων, ενόησε την αξίαν των, και επανευρών την ευκαιρίαν, συμπεριέλαβεν αυτά εις την ιστορίαν, ως ανεγράφοντο επί των λίθων. Αι μεγάλαι δημηγορίαι δεν εσώζοντο· αλλά γνωρίζων ότι εξέφραζον την βαθυτέραν έννοιαν των χρόνων εκείνων, έπραξεν ό,τι ηδύνατο διά να τας αποδώση ή να τας αναπλάση.

Αλλά και πάλιν το έργον του είναι ατελές. Έχει μόνον εννέα εν όλω έγγραφα, η δε συλλογή φαίνεται μέχρι τινός τυχαία. Τρία τούτων, περίεργα μάλλον ή σπουδαία, είναι απλώς ανεπιτυχείς και προδήλως μυστικαί συνθήκαι μεταξύ της Σπάρτης και της Περσίας. Φαίνεται ότι παρέλαβεν αυτάς διά ιδιαιτέρου τινός αγωγού, ίσως δε του αυτού — ο Kirchhoff νομίζει τον Αλκιβιάδην — όστις εχορήγησε τα εξ Άργους και Σπάρτης έγγραφα του Ε' βιβλίου. Βεβαίως θα εχρειάζετο πολύ περισσότερα έγγραφα διά ν' ανεγείρη την ιδεώδη του ιστορίαν και πολύ περισσοτέρας διατριβάς και παρεκβάσεις και επεξηγήσεις περί της εσωτερικής πολιτικής και των κοινωνικών μεταβολών, πράγματα, ήδη περιοριζόμενα σχεδόν μόνον εις τα δύο πρώτα βιβλία και την εισαγωγήν του έκτου. Αλλ' ουδέ τα ληφθέντα έγγραφα, καθώς είδομεν, μετεχειρίσθη εντελώς. Η διήγησις είχεν ακόμη μερικά μικρά λάθη, τα οποία διά της μαρτυρίας των εγγράφων ηδύνατο να διορθώση, υπήρχον δε και μερικαί σπουδαίαι παραλείψεις. Όσα λέγει περί του φόρου [Α' 96,2 Β' 13,3] είναι σκοτεινά εξ ελλείψεως λεπτομερειών· λέγει δε ότι η Θήρα δεν περιελαμβάνετο εις τας συμμάχους κατά τα 432, [Β' 9,4] δεν εξηγεί δε πώς συνέβη κατόπιν να πληρώνη φόρον κατά τα 426. Ολίγα δε λέγει περί συμβάσεως και προτάσεως ειρήνης, ολίγα περί οικονομικών, ολίγα περί της πολιτικής αναπτύξεως ή της στρατιωτικής παρασκευής των Αθηνών, [ουδέν δε περί παιδείας ή καλλιτεχνίας]. Εις το βάθος της ιστορικής αυτού εικόνος, ίνα μεταχειρισθώμεν την έκφρασιν του κ. Forbes, δεν υπάρχουσιν όσα παρέχει ο Ηρόδοτος. Αλλά το Α' βιβλίον, το σχετικώς πλήρες ως προς τα τοιαύτα, ίσως είναι δείγμα του τι θ' απέβαινε κατόπιν και το λοιπόν έργον.

Το ύφος του Θουκυδίδου, καθώς δεικνύουσιν αυτό τα σωζόμενα χειρόγραφα, είναι παράδοξον φαινόμενον. Αναντιρρήτως, είναι ύφος υψηλόν, έντονον, πυκνόν, ζωηρόν και καταλείπει την εντύπωσιν ισχυρού νου. Αλλ' αναντίρρητον είν' επίσης ότι είναι και τεχνητόν, σκοτεινόν παρά την ζωηρότητά του, αρχαϊκόν και ποιητικόν κατά την λέξιν, κλίνει δε εις εκφράσεις ανθηράς, φαινομένας σχεδόν κενάς. Τούτο κατά μέρος εξηγείται. Ο Θουκυδίδης γράφει τεχνητήν και κάπως ιωνίζουσαν διάλεκτον, ξυν αντί μετά, ήν αντί εάν, πράσσω αντί πράττω. Τούτο ερμηνεύει η λογοτεχνική παράδοσις· δηλ. οι Έλληνες συγγραφείς έτεινον πάντοτε εις διαμόρφωσιν ιδίας γλώσσης. Ο Θουκυδίδης είναι κατάφορτος αντιθέσεων, εξ εμφύτου δε βλέπει τα πράγματα κατά ζεύγη· ομοίως έβλεπε και ο Γοργίας και ο Αντιφών. Αγαπά δε να διακρίνη τα συνώνυμα· τούτο ήτο δίδαγμα του Προδίκου. Μεταστρέφει την τάξιν των λέξεων χαράσσων ειδικάς λεπτομερείας επί ζωηρού αναγλύφου. Τούτο δυσκολεύει την αντίληψιν του συνόλου της εννοίας. Αλλά προφανώς ήτο απόρροια της φύσεως του ανδρός· διότι συνηθίζει τούτο πολύ περισσότερον ή ο Αντιφών και ο Γοργίας, ή αυτός ο Σοφοκλής. Εκ της φύσεώς του επίσης απέρρεεν η συμπύκνωσις εκείνη της ύλης και της εννοίας, ήν αισθανόμεθα, αναγινώσκοντες αυτόν — η νέα ιδέα, η νέα λογική διάκρισις, η πιέζουσα την παλαιάν, πριν εκείνη καταστρωθή ανέτως. Ο Θουκυδίδης είναι φύσει semper instans sibi, ως λέγει ο Κοϊντιλιανός. Γραμματική τις ελευθερία βεβαίως είναι συνήθης εις τους Έλληνας, πιθανώς δε και εις πάντας τους πράγματι βαθείς και ζωηρούς συγγραφείς· π. χ. ενικά ονόματα μετά πληθυντικών ρημάτων, ελαφρά ανακόλουθα, καταληπταί βραχυλογίαι. Αλλά το ανεξήγητον είναι πως ο Θουκυδίδης έπεσεν αφ' ενός μεν εις αληθινά όργια στρυφνής γλώσσης, αφ' ετέρου δε εις παράφωνα σχόλια και επεξηγήσεις, απαντώσας ανά πάσαν σχεδόν σελίδα.

Ανεξήγητον, εάν αληθεύη· αλλ' αληθεύει πράγματι; Αι απαντήσεις εις τούτο πίπτουσι βροχηδόν. «Όχι το σωζόμενον κείμενον είναι διεφθαρμένον». «Αποδεικνύεται σφαλερώτατον διά των τότε επιγραφών. Είναι κατάμεστον γλωσσών. Παρεπληρώθη διά σχολίων και ερμηνευτικών σημειωμάτων κατά την μακράν χρήσιν του ως σχολικού βιβλίου». «Μεταγενέστεροι παραχαράκται διέφθειραν επίτηδες αυτό» (Cobet, Rutherford). «Είς τούτων ήτο αιμόδιψας και άλλος ελάλει ως ηλίθιος». (Μüller-Stübing). «Επειδή το έργον ήτο προφανώς ατελείωτον, εξεδόθη μετά τον θάνατον του συγγραφέως υπό άλλου» (Wilamowitz) ή υπό πολλών άλλων, οίτινες διέφθειραν αυτό, ευρόντες τα χειρόγραφα τόσον συγκεχυμένα, ώστε «η συγγραφική ενότης του Θουκυδιδείου έργου είναι ζήτημα τόσον σκοτεινόν, όσον και του Ομηρικού» (Schwartz).

Προς τας επιθέσεις ταύτας δεν είναι παράδοξον ότι οι κοινοί λόγιοι κωφεύουσιν ή αποβλέπουσι συμπαθώς, ενώ ο Herbst αντιτάσσει το θαυμάσιον πολεμικόν του έργον προς υπεράσπισιν παντός ό,τι αυτός επίστευε κατά τους μακαρίους εκείνους χρόνους, τους περί τα 1860, ότε, καθώς λέγει συγκινητικώς, ησθάνετο ανοίγων τον Θουκυδίδην του, ότι «ανεπαύετο εις τους κόλπους του Αβραάμ». Επίσης δεν είναι παράδοξον ότι συντηρητικοί εκδόται ασπάζονται την άτοπον θεωρίαν — απλώς προς απόκρουσιν των περί επεκτάσεως του έργου θεωριών του Ullrich, του Kirchhoff και του Cwiklinski, — ότι ο Θουκυδίδης ουδέ λέξιν έγραψεν από του 432 μέχρι του 404, έπειτα δε συνέγραψε το όλον βιβλίον διά μιας.

Ενταύθα δεν είναι τόπος αρμόδιος προς έλεγχον του κειμένου, πλην μόνον κεφαλαιωδώς και χάριν της σημασίας, ήν έχει διά την λογοτεχνικήν ιστορίαν και προς κατανόησιν του Θουκυδίδου. Και πρώτον το γενικόν διάγραμμα του Cobet, όν ακολουθεί και ο Rutherford, ότι το κείμενον παρεμορφώθη διά σημειωμάτων και γλωσσών και ότι ο Θουκυδίδης, δεινός περί το ύφος, καθ' ούς χρόνους το ύφος εσπουδάζετο επιμελώς, δεν ανέμειξε μακράς προτάσεις θαυμασίως εκφραστικάς μετά μικρών φρασειδίων φαινομένων ως διαλεκτικών, — τούτο φαίνεται ασφαλές. Απλή σύγκρισις των σωζομένων χειρογράφων και παρατήρησις του Θουκυδιδείου ύφους εμφαίνουσι τούτο. Αλλά τοιουτοτρόπως ελάχιστα προχωρούμεν. Η δε πολύτιμος έκδοσις του Δ' βιβλίου υπό του Rutherford, πειρωμένου να εφαρμόση λογικώς τα ανωτέρω πορίσματα, παρήγαγε κείμενον, όπερ ουδέ δέκα εν Ευρώπη φιλόλογοι ήθελον αποδεχθή. Διακρίνομεν ότι η γνησία λέξις παρεχαράχθη· διακρίνομεν οπωσούν τας γραμμάς. Αλλ' αδυνατούμεν εξ αυτών ν' αποκαταστήσωμεν το κείμενον. (219)

Έχομεν όμως ωρισμένα τινά γεγονότα, ώστε να ελέγξωμεν την παράδοσιν του κειμένου. Έχομεν επί αττικού λίθου το πρωτότυπον μιας των παρά Θουκυδίδη συνθηκών. (220) Έχομεν δε και σπουδαίας τινάς περικοπάς εν τω έργω μεταγενεστέρου γεωγράφου, Στεφάνου του Βυζαντίου.

Εάν λάβωμεν, ως ο Kirchhoff, μόνον τους 25 στίχους και λάβωμεν υπ' όψιν τας αποκαταστάσεις της επιγραφής, το σωζόμενον κείμενον του Θουκυδίδου φαίνεται σφαλερόν εις 32 σημεία· ή, μη, υπολογιζομένων των επαναλήψεων, εις 20, μη υπολογιζομένων δε των εξ εικασίας αποκαταστάσεων της επιγραφής, εις 13. Αι διαφοραί είναι ποικίλαι, εις την ορθογραφίαν, την τάξιν των λέξεων, την χρήσιν άλλων προθέσεων, ή ρηματικών τύπων, ή την παράλειψιν τυπικών φράσεων. Αλλά δεν υπάρχουσι διαφοραί εννοίας. Μαρτυρείται ότι ο Θουκυδίδης αντέγραψεν από γνησίου αθηναϊκού αντιγράφου του πρωτοτύπου — είναι δε σχεδόν βέβαιον ότι αντέγραψεν εξ αυτού του σωζομένου λίθου.

Εάν ήδη απορρίψωμεν την αστήρικτον θεωρίαν ότι ο Θουκυδίδης σκοπίμως εκαλλώπισε το ύφος της συνθήκης, τα σφάλματα του ημετέρου κειμένου πρέπει φυσικά ν' αποδοθώσιν εις τους ποικίλους αντιγραφείς, τους από Θουκυδίδου μέχρις ημών. Τότε το κείμενον πρέπει να θεωρηθή ότι έπαθε σοβαράς ζημίας. Άλλοι διά να σώσωσι την παράδοσιν, θυσιάζουσι τον Θουκυδίδην. «Ο ιστορικός δεν εφρόντιζε περί λέξεων. Έζη προ των χρόνων της φιλολογικής ακριβείας». Τούτο είναι επιχείρημα πιθανόν, αλλά και δίκοπον. Διότι, αν Θουκυδίδης, ο μαθητής των σοφιστών, δεν εφρόντιζε περί της ακριβολογίας των κειμένων, άρα γε οι τότε μισθωτοί γραφείς αντέγραφον προσεκτικώτερον τον Θουκυδίδην;

Η μαρτυρία του Στεφάνου του Βυζαντίου είναι διάφορος, αλλά καταλήγει εις το αυτό. Το σωζόμενον κείμενον του Θουκυδίδου παρέχει ξένα κύρια ονόματα υπό σταθεράν οπωςδήποτε και αττικήν μορφήν, ενομίζετο δε ως σχολαστικώτατον ν' αμφιβάλλωμεν περί αυτών. Αλλ' ο Στέφανος, έχων πέντε περικοπάς του Θουκυδίδου γράφει τα ονόματα κατά τον ορθόν και παλαιόν τύπον, τον οποίον, εννοείται, δεν ηδύνατο αυθαιρέτως να επινοήση. Εν άλλω τόπω (Γ', 105) όπου το ημέτερον κείμενον λέγει ότι τας Όλπας, χωρίον κείμενον επί των προς την Αμφιλοχίαν ορίων της Ακαρνανίας, «Ακαρνάνες τειχισάμενοι κοινώ δικαστηρίω εχρώντο» { the common tribunal of the Acarnanians } ο Στέφανος παραπέμπων λέγει «Ακαρνάνες και Αμφίλοχοι» όπερ είναι πράγματι ό,τι απαιτεί η θέσις των Ολπών.

Το πόρισμα των ανωτέρω είναι ότι πάσα περί Θουκυδίδου κριτική πρέπει ν' αναγνωρίση αποδεδειγμένην την ατέλειαν του υπάρχοντος κειμένου. Παραδείγματος χάριν, κατά την γνωστήν των Μυτιληναίων καταδίκην, ότε η εκκλησία του δήμου επέβαλεν εν ώρα παραφοράς την ποινήν του θανάτου εις άπαντας τους στρατευομένους, τη δε υστεραία μετενόησε και διά μεγίστης σπουδής των ερετών της δευτέρας τριήρους έσωσεν αυτούς, προστίθεται ότι τους « αιτιωτάτους όντας της αποστάσεως . . . διέφθειραν οι Αθηναίοι· ήσαν δε ολίγω πλείους χιλίων» (Γ' 50). Είναι ο αριθμός ούτος και μακρόθεν πιστευτός; Εις ουδέν άλλο τα χειρόγραφα είναι τόσον αναξιόπιστα, όσον εις τους αριθμούς, διότι το ελληνικόν αριθμητικόν σύστημα ευκολώτατα παρείχε λαβήν εις χονδρά λάθη. Οι αιτιώτατοι ήσαν τότε εν Αθήναις, εγίνετο δε εσκεμμένη τιμωρία αιχμαλώτων και όχι παράφορος σφαγή. Και όμως ουδείς ούτε παρά Θουκυδίδη, ούτε επί πολλούς μετ' αυτόν αιώνας σχολιάζει τοιούτο πράγμα! Ο Διόδωρος, [ΙΓ' 30,4] έχων ανοικτόν ενώπιόν του τον Θουκυδίδην, παριστά τον [Γύλιππον] δημηγορούντα περί των εγκλημάτων των Αθηνών, λαλούντα περί πολλών μικροτέρων αμαρτημάτων, περί του σκληρού ψηφίσματος της πρώτης εκκλησίας, ότι «εψηφίσαντο τους εν τη πόλει κατασφάξαι», ουδέ γρυ δε λέγει ότι ψυχραίμως εθανάτωσαν χίλιους. Είναι φανερόν ότι ο Διόδωρος δεν είχεν αναγνώσει τούτο. Το όλον έγκειται εις την ορθότητα του αριθμού α. Και όμως οι ημέτεροι εκδόται φωνασκούσι μεν και διαπληκτίζονται, αλλά δεν παραδέχονται ότι πιθανόν το α να είναι λάθος. (221)

Κατά τον αυτόν τρόπον εν Α' 51,4 το ημέτερον κείμενον δύναται να εξελεγχθή υπό συγχρόνου επιγραφής (C. I. Α. 179). Ο λίθος συμφωνεί ακριβώς μετά του Θουκυδίδου εις τα ονόματα της πρώτης σειράς των αναφερομένων στρατηγών εν δε τη δευτέρα λέγει· Γλαύκων [Μεταγέ]νης και Δρακοντίδης. Αλλά το κείμενον λέγει «Γλαύκων τε ο Λεάγρου και Ανδοκίδης ο Λεωγόρου», δηλαδή Ανδοκίδης ο ρήτωρ. Είναι τάχα τούτο σφάλμα του ιστορικού; Πιθανώς όχι. Δυνατόν να υποτεθή ότι ο κάτοχος αντιγράφου τινός, φέροντος κηλίδα ή και τρύπαν, αμφιβάλλων περί του τύπου Λέαγρος, εσκέφθη ότι «Λεωγόρας ήτο πραγματικόν όνομα· ο Ανδοκίδης ήτο υίός του Λεωγόρου». Ούτω δε παρεισήλθεν απρόσκλητος ο ρήτωρ και εφυγάδευσε τα δύο πραγματικά, αλλ' αδιάγνωστα ονόματα. Κάτι τοιούτο είναι πολύ πιθανώτερον ή ότι ο Θουκυδίδης έπεσεν εις τοιαύτην παραδρομήν.

Σχολιαστής χωρίου τινός περί το τέλος του Α' βιβλίου, όπου η διήγησις είναι ομαλή και το ύφος εύκολον, παρατηρεί ότι ενταύθα ο λέων γελά. Ο λέων θα εγέλα συχνότερα και γλυκύτερα, εάν μόνον ηδυνάμεθα να ίδωμεν την αληθινήν του έκφρασιν, αδιάστροφον υπό των περιπετειών της παραδόσεως.

Επανερχόμενοι εκ της αναποφεύκτου ταύτης παρεκβάσεως, παρατηρούμεν ευκόλως πόση φυσική αντίθεσις υπάρχει μεταξύ του Θουκυδίδου και της όλης μεθόδου του Ηροδότου. Ο Θουκυδίδης δεν εισάγει υπερφυσικά πρόσωπα εις την ιστορίαν του. Δεν βλέπει κανέν δείγμα — και πώς ηδύνατο να ίδη εν μέσω της τότε δυστυχίας; — δείγμα δράσεως θείας τινός προνοίας. Το πνεύμα του είναι θετικόν· δεν ομιλεί περί πραγμάτων όσα δεν ηξεύρει. Μειδιά κάπως ειρωνικώς, αναφέρων χρησμούς, οι οποίοι εννοείται ότι τότε ήσαν μυριόλεκτοι. Φέρει παραδείγματα της επιτηδείως διφορουμένης εννοίας ενός (Β' 17,54) και μνημονεύει ως περίεργον τον μόνον χρησμόν, όν είδεν επί τέλους αληθεύσαντα. (222) Περί προσώπων ολίγα λέγει. Αισθάνεται την επίδρασιν μεγάλου ανδρός, οίος ο Περικλής, αναισχύντου δημαγωγού, οίος ο Κλέων, ατασθάλου μεγαλοφυούς, οίος ο Αλκιβιάδης. Ζων επί περιόδου ψυχολογικής, διαγράφει των ανθρώπων τούτων τους χαρακτήρας και τον τρόπον του σκέπτεσθαι, διαγράφει δε αυτούς ενίοτε μετά ζωηράς δραματικής προσωποποιίας εν ταις δημηγορίαις και αλλαχού· αλλά φροντίζει μόνον περί του πνεύματος, ουδέποτε περί του τρόπου ή της ύλης, και ουδέποτε καταβαίνει εις λοιδορίαν. Αγαπά τα μεγάλα γεγονότα και τας ωργανωμένας δυνάμεις, πιστεύει δε προ παντός εις τον λόγον, την διανοητικήν δύναμιν, την ευφυίαν.

Έχει και άλλην από του Ηροδότου διαφοράν. Ο Θουκυδίδης ήτο έμπειρος και δόκιμος στρατιωτικός, ο δε Ηρόδοτος ήτο λογογράφος, έχων πείραν μόνον μικρών ιωνικών αψιμαχιών, τας οποίας είδε νέος. Ο Ηρόδοτος [Θ' 53] λαλεί περί «του Πιτανήτεω λόχου», δεικνύων ότι ενόμιζεν ότι οι σπαρτιατικοί λόχοι συνεκροτούντο κατά δήμους· τούτο παροργίζει τον Θουκυδίδην (Α' 20) ότι εξ επαγγέλματος ιστοριογράφος δέχεται λόχον «ός ουδ' εγένετο πώποτε» [και επιφέρει το περιλάλητον εκείνο «Ούτως αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας· και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται» ]. Πλην της τοπογραφίας, η οποία πάντοτε ήτο δύσκολος προ της κατασκευής χαρτών, ο Θουκυδίδης καθόλου είναι σαφέστατος και ακριβέστατος εις στρατιωτικά ζητήματα· είναι δε αξιοσημείωτον ότι κατανοεί σχεδόν όλην της ελληνικής στρατιωτικής οργανώσεως την αδυναμίαν, ήτις κατόπιν απεκαλύφθη βαθμηδόν διά της πείρας. Κατά τον πελοποννησιακόν πόλεμον η όλη δύναμις του στρατού ενέκειτο εις το βαρύ πεζικόν. Ο Θουκυδίδης (Γ' 102, Δ' 39) δεικνύει την αχρηστίαν τοιούτου στρατού εναντίον ίσου πεζικού ελαφρού. Το δίδαγμα τούτο εφήρμοσαν ο Ιφικράτης και ο Ξενοφών. Δεικνύει προσέτι το αποτέλεσμα της υπεροχής του ιππικού των Συρακοσίων, προς ανίχνευσιν, επισιτισμόν και προς καταδίωξιν. Ομοίως εν Χαιρωνεία ενίκησε το ιππικόν του Φιλίππου, και το ιππικόν του Αλεξάνδρου κατέκτησε το κράτος του Δαρείου. Επίσης καταδεικνύει ο Θουκυδίδης το ασθενέστατον σημείον της ελληνικής στρατηγικής, την παρακώλυσιν της εν τω πεδίω της μάχης δράσεως του στρατηγού υπό του υπερβολικού κατ' οίκον ελέγχου. Η σικελική εκστρατεία εχάθη όχι εξ αιτίας του Νικίου, αλλά ένεκα της εκκλησίας του δήμου· ή και αν ο Νικίας διέπραξε σπουδαία λάθη, ταύτα ήσαν αποτελέσματα της παραλυτικής καταστάσεως, εις ήν εκράτει αυτόν το απόν εκείνο επιτελείον. Η ρωμαϊκή σύγκλητος, συγκειμένη κατά μέγα μέρος εξ ανδρών στρατιωτικών, συνεπάθει και προς τας ατυχίας των στρατηγών και προς τας υπερβάσεις αυτών. Αλλ' η εκκλησία των Αθηναίων εξηρτάτο μεγάλως εκ των απλών στρατιωτών και των ανδρών, οίτινες καίπερ υπόχρεοι εις στρατείαν, πράγματι ουδόλως ήσαν στρατιώται. Και εν Σπάρτη τα πράγματα δεν ήσαν καλύτερα δι' άλλην τινά αιτίαν. Δηλαδή μόνον εξαιρετική θέσις, όπως η του Βρασίδα εν τη Χαλκιδική ή του Άγιδος εν Δεκελεία, παρείχον εις τον στρατηγόν το δικαίωμα να δράση ελευθέρως, καίτοι πράγματι ο Άγις εδεσμεύετο και υπό του φθόνου. Και εδώ διακρίνομεν ένα των λόγων της κατόπιν επιτυχίας του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.

Όπως πλείστοι μελετηροί στρατιωτικοί, — ο Βauer αναφέρει το παράδειγμα του Μόλτκε και άλλων — και ο Θουκυδίδης διαρκώς έχει κατά νουν την αβεβαιότητα του πολέμου, το αδύνατον του να προβλέψη κανείς τα πάντα ή να εννοήση κατά την διάρκειαν της μάχης ακριβώς το τι συμβαίνει. Δεν κρίνει, όπως οι μωροί, τους ανθρώπους εκ της επιτυχίας. Βεβαίως ως προς τούτο, προκειμένου περί ζητημάτων πολεμικών, είχεν οικείας αφορμάς· αλλ' η αρχή αύτη, μία των γνησιωτάτων σφραγίδων του αληθώς σκεπτομένου ανθρώπου, είναι αχώριστος απ' αυτού δι' όλου του έργου. Ο Περικλής ήτο πεπεισμένος εκ των ενώπιόν του πραγμάτων ότι η πόλις θα ενίκα· και όμως αι Αθήναι ηττήθησαν. Ο Περικλής ήτο βαθύς και ακριβής εις τους υπολογισμούς του, αλλά δεν ηδύνατο να προΐδη τον λοιμόν, ουδέ ήτο υπεύθυνος διά την μετά τον θάνατόν του εγκατάλειψιν της πολιτικής του. Άξιον δε προσοχής είναι ότι ο Θουκυδίδης ουδέποτε εκφράζει προσωπικήν κρίσιν, οσάκις αύτη δύναται να εξαχθή εκ των ιστορουμένων γεγονότων. Ομιλεί μόνον όταν νομίζη ότι τα γεγονότα δύνανται να παρερμηνευθώσιν. Η υπόσχεσις του Κλέωνος (Β 28) ότι θα εκυρίευε την Σφακτηρίαν εντός είκοσιν ημερών εξεπληρώθη. Αλλ' όμως ο Κλέων ήτο «μανιώδης», λέγει ο Θουκυδίδης. Κατά το τέλος της σικελικής εκστρατείας θαυμάζομεν ολοψύχως τον Δημοσθένη, προς δε τον Νικίαν αισθανόμεθα κάποιον οίκτον ανάμεικτον προς οργήν ή και περιφρόνησιν. Αλλ' ο Θουκυδίδης (Ζ' 86) μας διδάσκει, ότι ο Νικίας εφονεύθη «ήκιστα δη άξιος ών των γε επ' εμού Ελλήνων ες τούτο δυστυχίας αφικέσθαι διά την πάσαν ες αρετήν νενομισμένην επιτήδευσιν». { Of all the Greeks of my time, he least deserved so miserable an end, for he lived in the performance of all that was counted virtue } Ουδέποτε θ' ανεκαλύπτομεν τούτο περί του Νικίου εκ μόνων των γεγονότων. Αλλ' ο Θουκυδίδης εγνώριζε τον άνθρωπον· λέγει την καθαράν, σχεδόν την ωμήν περί αυτού αλήθειαν· και όμως ούτως αποφαίνεται εν τέλει. Το αυτό και περί Αντιφώντος. Ο Αντιφών ήτο πρόσωπον απαίσιον ήτο ο υπεύθυνος διά την τρομοκρατίαν. Αλλ' ο Θουκυδίδης τον εγνώριζε και τον εθαύμαζεν, (Η' 68) ενώ κατέγραφε πληρέστατα τας ανομίας αυτού. Το εγκώμιον του Μακκιαβέλλη προς τον Καίσαρα Βοργίαν είναι αυτονόητον. Η αρετή του Αντιφώντος ήτο πιθανώς ό,τι περίπου η virtu του Βοργία, ο δε Μακκιαβέλλης έθαλπε μέγα περί της Ιταλίας ιδανικόν, όπως περί των Αθηνών ο Θουκυδίδης. Ίσως δύναταί τις να ενθυμηθή και το προς τον ΙΑ' Λουδοβίκον εγκώμιον του Φιλίππου de Commines. (223) Αλλ' ο Θουκυδίδης καίτοι πνευματικώς συγγενής προς τους δύο τούτους, είναι ανήρ απείρως μεγαλύτερος του Φιλίππου de Commines, πολύ ηθικώτερος του Μακκιαβέλλη και πολύ ευγενέστερος αμφοτέρων. Είναι φειδωλός εις ηθικάς επικρίσεις, αλλά μόνον τυφλός δεν αντιλαμβάνεται ότι ο Θουκυδίδης εξ αρχής μέχρι τέλους ακολουθεί υψηλάς ηθικάς αρχάς. Ελέχθη ότι αποδίδει μόνον ευτελή ελατήρια και εις τους αρίστους των ηρώων του, δίψαν δόξης εις τον Βρασίδαν και πόθον διαφυγής της ποινής εις τον Δημοσθένη. Αλλά σπανίως αναφέρει οιονδήποτε προσωπικόν ελατήριον, οσάκις δε τοιαύται δυνάμεις ειςβάλλουσιν εις την ιστορίαν, εν γένει δεν είναι ανιδιοτελείς. Βεβαίως προϋποθέτει μεγάλην δόσιν φιλοπατρίας ως συνήθη· αλλά δεν πρέπει κανείς να απορήση μανθάνων ότι ο Θουκυδίδης δυσκολεύεται να εννοήση πράξιν όλως διόλου απηλλαγμένην φιλαυτίας. Εννοείται ότι και ο Θουκυδίδης ως άνθρωπος σφάλλεται και δεν ανευρίσκει πάντοτε την αλήθειαν. Π. χ. η εν τω Α' βιβλίω εισαγωγή του εις την αρχαίαν ιστορίαν είναι έν των θαυμασιωτάτων του έργου του μερών. Λόγω ιστορικής φαντασίας, και ευρύτητος βλέμματος είναι πιθανώς απαράμιλλος μέχρι των χρόνων των Εγκυκλοπαιδεικών του ιη' αιώνος· κατά δε την μέθοδον υπερέχει και τούτων. Αλλ' όμως είναι φανερόν ότι ο Θουκυδίδης δεν εννοεί τι εστι μύθος. Πραγματεύεται αυτόν ως παραμορφωθείσαν ιστορίαν και οσάκις ουδεμίαν έχει σχέσιν προς αυτήν. Αν ο Πέλοψ και ο Ίων και ο Έλλην υπήρχον, η έκθεσις του Θουκυδίδου θα ήτο ορθή· αλλ' ακόμη εκλαμβάνει τα φαντάσματα εκείνα ως ανθρώπους.

Εν τω προοιμίω δεν υπάρχει λόγος μεροληψίας· αλλά και όπου υπάρχει, το πνεύμα του συγγραφέως απομένει αδιαλείπτως δίκαιον και νηφάλιον. Σήμερον επικρίνεται συχνά. (224) Αλλά τα σαφή γεγονότα, — ότι οι πλείστοι των παλαιών εθεώρησαν αυτόν ως τύπον ευθύτητος, ότι άλλοι μεν τον ενόμισαν φιλοσπαρτιάτην, άλλοι δε φιλαθήναιον, ότι ο μεν Πλάτων και ο Αριστοτέλης έψεξαν αυτόν ως υπερβολικά δημοκρατικόν, οι δε νεώτεροι επικριταί του παραπονούνται ότι δεν ήτο αρκετά δημοκρατικός — λαλούσιν όσα ολόκληροι τόμοι. Η ιδική του πολιτική ήτο φανερά μετριοπαθής. Ομολογεί ότι τα πράγματα της πόλεως ευηρέστησαν περισσοτέρον αυτόν — εξαιρουμένης ίσως της «του πρώτου ανδρός αρχής» — κατά τους πρώτους μήνας της παλινορθώσεως του 411, διότι τότε (Η', 97) μετρία «ήτε εις τους ολίγους και τους πολλούς ξύγκρασις εγένετο» { a fair combination of the rights of the Few and the Many!}. Ο Θουκυδίδης φαίνεται άνθρωπος αυστηρών προσωπικών γνωμών, αλλά και πνεύμα δυνάμενον να παραμερίζη αυτάς ενόσω διηγείται. Η φράσις του (Η' 73) «Υπέρβολός τις» — ότε ο Υπέρβολος ήτο ο δυνατώτατος πολιτευτής των Αθηνών — ερμηνεύεται όταν ενθυμηθώμεν ότι ο ιστορικός αποτείνεται προς όλον το ελληνικόν και ότι πολλοί ούτ' εγνώριζον ούτ' εφρόντιζον περί της εσωτερικής πολιτικής των Αθηνών. Η δ' επακολουθούσα περιφρονητική κατάκρισις του Υπερβόλου εγράφη συμφώνως προς το πνεύμα, το κρατούν εν Αθήναις κατά το τέλος του πέμπτου αιώνος. Περί δε του Κλέωνος γράφει μετά τινος προσωπικού πάθους. Αλλ' η δευτέρα περί αυτού εισαγωγή (Δ' 21) οφείλεται προδήλως εις παραδρομήν είτε του συγγραφέως, είτε του αντιγραφέως· και η καταπλήσσουσα φράσις του Δ' 28,5 δικαιολογείται, αν αναλογισθώμεν ότι «οι σώφρονες Αθηναίοι» όσοι «μάλλον ήλπιζον» «Κλέωνος απαλλαγήσεσθαι» ή «Λακεδαιμονίους χειρώσασθαι» ήσαν οι τότε πλειοψηφούντες εν τη εκκλησία, δηλαδή οι περί τον Νικίαν. Εν τέλει δε η απεικόνισις του Κλέωνος είναι η ήκιστα δυσμενής των σωζομένων και αν είναι δυσάρεστος, πρέπει να ενθυμηθώμεν ότι ο Θουκυδίδης είχεν υποχρέωσιν να δείξη ότι ο Κλέων δεν ήτο Περικλής.

Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι ο Θουκυδίδης κατήλθεν εις τας Αθήνας κατά τα 403 ως φάσμα εκ του τάφου, λείψανον του παλαιού ομίλου του Περικλέους. Έκτοτε εκινείτο μεταξύ ανθρώπων ξένων. Το ιδανικόν του είχεν εκπνεύσει προ μιας γενεάς μακράν των Αθηνών και η ανάμνησίς του εξηφανίσθη μεταξύ των στενοχωριών και των σφαγών και της πενίας της τελευταίας δεκαπενταετίας. Η πολιτική του Περικλέους, η ιδέα της ηγεμονίας, αυτή η δημοκρατία είχεν εντελώς, αμετακλήτως εγκαταλειφθή υπό των ανθρώπων, προς ούς ανεστρέφετο ο Θουκυδίδης. Οι τότε φιλοσοφούντες έλαβον την οδόν των ολιγαρχικών, την μετέπειτα οδόν του Αριστοτέλους. Η αθηναϊκή ιστορία εθεωρείτο διαδοχή δημαγωγών, του Αριστείδου, του Εφιάλτου, του Περικλέους, του Κλέωνος, του Κλεοφώντος, του Καλλικράτους· «από δε Κλεοφώντος ήδη διεδέχοντο συνεχώς την δημαγωγίαν οι μάλιστα βουλόμενοι θρασύνεσθαι και χαρίζεσθαι τοις πολλοίς» { and from that time on in succession all who were ready for the greatest extremes in general recklessness, and in pandering to the people for their immediate advantage. } ως λέγει ο Αριστοτέλης (Αθην. Πολ. 28,4). Η δημοκρατία έπρεπε να γίνη δεκτή υπό μετρίαν και αλλοίαν μορφήν αλλά, καθώς έλεγεν ο Αλκιβιάδης (Θουκ. Στ, 89,6) ήτο «ομολογουμένη άνοια» { folly confessed}, οι δε ηγέται αυτής ήσαν ανεξαιρέτως ιδιοτελείς αγύρται. Ο Περικλής — κατά τον Στησίμβροτον και τους κωμικούς — δεν ήτο διάφορος των χειρίστων εξ αυτών, και αυτός ο Αριστείδης ο δίκαιος είχε τα τρωτά του! Οι άνθρωποι, οι ζώντες κατά τας αρχάς του δ' π. Χ. αιώνος, εκινούντο μεταξύ ερειπίων, έχοντες συντρίμματα ελπίδων, λείψανα ιδανικών και ωχράς τινας αξιώσεις. Ο άριστος αυτών, «των πολλών ικανώς ιδών την μανίαν», εγίνωσκεν «ότι ουδέν υγιές, ως έπος ειπείν, περί τα των πόλεων πράττει, ουδ' έστι σύμμαχος, μεθ' ότου τις ιών επί την τω δικαίω βοήθειαν σώζοιτ' αν» { has seen the madness of the multitude. He knows that no politician is righteous, nor is there any champion of justice at whose side he may fight and be saved! } αλλά θα ήτο «ώσπερ εις θηρία άνθρωπος εμπεσών» και εθεώρει κάλλιον ο Πλάτων να ιδιωτεύη «οίον εν χειμώνι κονιορτού και ζάλης υπό πνεύματος φερομένου υπό τειχών αποστάς» { retires under the shelter of a wall while the hurrying wind and the storm of dust and sleet go by. } (Πολιτ. 469 D). Τοιουτοτρόπως έζη μονήρης και ο γηραιός εξόριστος των Περικλείων χρόνων. Η ζωή του είχεν ήδη διαρρεύσει χωρίς να διακριθή, αι Αθήναι του είχον καταντήσει αγνώριστοι, η παλαιά του ερωμένη είχεν αποθάνει και ταφή. Αλλ' εφύλαττεν ο Θουκυδίδης σταθεράν την ανάμνησιν της αληθινής του πόλεως και του πολιτικού του αρχηγού — του ανδρός, όν ωνόμαζον οι λοιποί δημαγωγόν, διότι ήτο υπέροχος, ανώτερος της αντιλήψεώς των· εάν μόνον έζη εκείνος ή εάν αι συμβουλαί του ετηρούντο, θα έσωζε και θα εμεγάλυνε τας Αθήνας, τας ηττημένας τώρα. Νέοι αναφαινόμενοι τότε άνδρες έγραφον φυλλάδια και ελέγχους. Αλλ' ο Θουκυδίδης δεν είχε πλέον όρεξιν να ελέγχη. Εσπούδαζε τους αρχαίους και τους μυθικούς χρόνους και παρεσκεύαζε το θαυμάσιον εκείνο προοίμιον της συγγραφής. Εσώρευσεν όλην των χρόνων του την ιστορίαν, όπως ουδείς άλλος άνθρωπος προτού. Ενώ δ' έμαθε δεκάκις περισσοτέρα των προγενεστέρων συγγραφέων, επέμενε να μάθη και άλλα, πριν εκδώση το βιβλίον του εις φως. Προ παντός ήθελε ν' αφήση την αλήθειαν να λαλήση αφ' εαυτής, ώστε κανείς να μη τον αντικρούση, μηδέ να τον αποδείξη ποτέ άδικον. Επεθύμει να περιβάλη την ιστορίαν του διά λέξεων παλαιών, καθώς του Γοργίου, του Προδίκου, του Αντιφώντος, αυτού του Περικλέους. Επόθει ν' αφυπνίση τας μεγάλας ηχούς του παρελθόντος, όπως λαλήσωσιν αύται προς τον αλλοιωθέντα νέον κόσμον.

Αλλ' ο θάνατος τον επρόλαβε. (225) Το έργον έμεινεν ατελείωτον. Αλλά και όπως ευρίσκετο, ήτο απηρχαιωμένον πριν ή εκδοθή. Ως χρονικόν, εξηκολούθησεν αυτό ο Ξενοφών, ως μνημείον δε της ανθρωπίνης ματαιότητος ο Θεόπομπος. Αλλά το ύφος και το πνεύμα του βιβλίου ήτο ήδη ακατάληπτον εις τους ανθρώπους του δ' π. Χ. αιώνος. Και ανεγνωρίσθη μεν ο Θουκυδίδης 300 περίπου έτη βραδύτερον υπό των λογίων ως ο μέγας φιλαλήθης ιστορικός· αλλά μόλις 50 μετά τον θάνατόν του έτη ο Έφορος είχε μεταγράψει και αντικαταστήσει αυτόν και τον αφήκε ν' αναμένη τους χρόνους της αναζωπυρήσεως των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων, της επί των ημερών του Καίσαρος Αυγούστου. (226)

Θ'

ΤΟ ΔΡΑΜΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Αποβλέποντες εις το Σοφόκλειον δράμα ως τέλειον δημιούργημα, χωρίς να παρακολουθήσωμεν την ιστορικήν αυτού ανάπτυξιν, συχνά λυπούμεθα δι' ανεξήγητα εκ πρώτης όψεως κατά συνθήκην μέρη. Και όμως το αρχαίον δράμα καθαρεύει τελείως πολλών κατά συνθήκην στοιχείων, υπολείπονται δε μία ή δύο κατά παράδοσιν ficelles — παραδείγματος χάριν χρησμοί και εκθέσεις παιδίων — αλλά καθόλου το δράμα των περιπετειών και των χαρακτήρων είναι και αληθινόν και ανεπιτήδευτον. Δεν έχει ούτε κίβδηλον ηρωισμόν, ούτε ανύπαρκτον μοχθηρίαν, ούτε ανάλατον αίσθημα, έχει δε μοναδικήν τόλμην και ποικιλίαν πλοκής και τελείαν έλλειψιν των ερωτικών εκείνων ζευγαρίων, όσα κατήντησαν τύραννοι ημών αφ' ής εφάνη το νέον δράμα.

Εν πρώτοις ολόκληρος σειρά νομιζομένων συνθηματικών τύπων δύναται ν' απορριφθή αμέσως. Επί του παρόντος πρέπει να μη δίδωμεν πίστιν εις εκείνους όσοι λαλούσι περί προσωπείων και κοθόρνων και αμφιέσεων ιερατικών (227), επαναλαμβάνοντες τας αμφιβόλους γνώσεις του Πολυδεύκους και του Λουκιανού, δεικνύουσι τα χονδροειδή έργα της Νοτίου Ιταλίας και τα ζωγραφήματα της Πομπηιανής παρακμής, συμπιλούσιν εξ αυτών σφαλεράς περιγραφάς της αψύχου Μακεδονικής και Ρωμαϊκής σκηνής — της σκηνής της ανταγωνιζομένης προς το αμφιθέατρον — έπειτα δε καλούσιν ημάς να σχηματίσωμεν ιδέαν περί του Ευριπιδείου οράματος εκ του αηδούς τούτου κυκεώνος. Η αρχαιολογική σκαπάνη οφείλει ανυπερθέτως ν' αναδιδάξη ημάς περί των πλανών όσας μετέδοσαν τα αρχαιολογικά βιβλία.

Και πάλιν όμως η γνησία παράδοσις περιέχει, αρκετά συνθηματικά στοιχεία· τα πρόσωπα είναι τα πλείστα μυθικά (228)· πάντα λαλούσιν εμμέτρως· προσπαθούσι ν' απαντώσι συμμετρικώς και διακόπτονται συνήθως μετά το τέλος του στίχου. Αλλά το χειρότερον, αιωνίως είναι παρών εκεί χορός δώδεκα ή δεκαπέντε ομογενών προσώπων — παρθένων, μητέρων, αιχμαλώτων και των ομοίων — των οποίων το κυριώτατον καθήκον είναι κατά μεν την όρασιν να μετριάζωσι την αναρμοστίαν της παρουσίας των, κατά δε τα διαλείμματα να χορεύωσι και να ψάλλωσιν εις δωρικήν διάλεκτον όχι φυσικήν. Η ερμηνεία του πράγματος, είναι ιστορική (229).

Είδομεν ανωτέρω (σελ. 101) ότι ο χορός των Σειληνών, ήτοι των Κενταυροειδών θιασωτών του Διονύσου ανεμείχθη μετά του σατυρικού χορού αγρίων τράγων, ακολούθων του Πανός, του θεού των αρκαδικών βουνών. Τραγικός χορός σημαίνει χορός τράγων και τραγωδία σημαίνει ωδή τράγου. Αν ήλλαξεν η έννοια της λέξεως, τούτο συνέβη διότι και το πράγμα σημαντικά μετεβλήθη. Η τραγωδία ανεπτύχθη εκ των δωρικών τραγικών χορών της βορείας Πελοποννήσου, των εν Κορίνθω χορών του Αρίονος και των εν Φλειούντι προδρόμων του Πρατίνα και εκείνων, ούς ο τύραννος Κλεισθένης κατήργησεν εν Σικυώνι, διότι «ετίμων τον Άδρηστον και δη προς τα πάθεα αυτού τραγικοίσι χοροίσι εγέραιρον» { those which the tyrant Cleisthenes suppressed at Sikyon for "celebrating the sufferings of Adrastus.” }(Ηροδότου Ε' 67).

Βεβαίως και άλλαι επενέργειαι δυνατόν να είχον συντελέσει. Μιμητικόν στοιχείον είχε και η παλαιοτάτη λαϊκή ποίησις και δρώμενα (παριστανόμενα) — η λέξις είναι σχεδόν η ιδία με το δράμα, παράστασις — μνημονεύονται κατά πολλάς θρησκευτικάς τελετάς. Η γέννησις του Διός παριστάνετο εν Κρήτη, ο δε γάμος του μετά της Ήρας εν Σάμω και Κρήτη και Άργει. Εν Πλαταιαίς υπήρχον ιερά ξόανα καλούμενα δαίδαλα. Εν Δήλω δε χορός παρίστανε τον Θησέα σώζοντα τους νέους εκ του λαβυρίνθου. Και αυτά τα μυστήρια της Ελευσίνος και τα άλλα απεκαλύπτοντο μάλλον προς τα θνητά όμματα παρά τα θνητά ωτία.

Το πρώτον βήμα προς την μεταμόρφωσιν του τραγικού χορού έγινεν επί αττικής γης, όπου η ψαλλομένη δωρική ποίησις συνήντησε την απαγγελλομένην ιωνικήν. Ευρεία παράδοσις αναφέρει ότι ο εκ του δήμου Ικαρίας Θέσπις υπήρξεν ο πρώτος ποιητής, όστις προς ανάπαυσιν των χορευτών και ποικιλίαν της τελετής εξήρχετο αυτοπροσώπως και απετείνετο προς τους θεατάς διά τροχαϊκών τετραμέτρων, όπως απήγγελλεν ο Σόλων εν τη αγορά, τω δε 534 εδίδαξεν εν τω άστει την πρώτην αυτού τραγωδίαν (230). Διάδοχοί του υπήρξαν ο Χοιρίλος και κάποιος ξένος, ο οποίος παρίστανεν ανά την Αττικήν, Πρατίνας ο Φλειάσιος.

Οι χορευταί ήσαν τότε σάτυροι· τι ήτο ο ποιητής; Πιθανώτατα παρίστανε τον ήρωα της υποθέσεως, τον μυθικόν βασιλέα ή Θεόν. Παλαιός στίχος, ακατάληπτος κατόπιν, έλεγεν «ηνίκα μεν βασιλεύς ήν Χοιρίλος εν Σατύροις» { when Choirilus was a king among satyrs.}. Αλλ' αφού ο ποιητής παρίστανεν έν πρόσωπον, διατί να μη παριστάνη και περισσότερα; Αν παρουσιάζετο πρώτον, άς είπωμεν, ως βασιλεύς Λυκούργος, διατί να μη αλλάξη φόρεμα κατά το ακόλουθον άσμα και να επανέλθη ως ο ιερεύς, όν είχεν αποπέμψει ο Λυκούργος; την ερχομένην φοράν ηδύνατο να γίνη άγγελος διηγούμενος τον θάνατον του τυράννου. Ό,τι χρειάζεται είναι μόνον έν μέρος προς μεταμφίεσιν. Λοιπόν μέρος του κυκλικού χορευτικού χώρου, της ορχήστρας, αποχωρίζεται, κατασκευάζεται υπόστεγον, δηλαδή σκηνή (231), και η πρόσοψις αυτής καλλωπίζεται. Συνήθως γίνεται ανάκτορον έχον τρεις θύρας, διά να εισέρχεται και εξέρχεται ο υποκρινόμενος. Εν τω μεταξύ ο τρόπος του χορού κάπως μεταβάλλεται, διότι δεν υπάρχει πλέον κύκλος και ο παλαιός κυκλικός χορός γίνεται ο τετράγωνος χορός της τραγωδίας.

Εννοείται ότι και ο χορός ηδύνατο ν' αλλάξη ένδυμα. Ο Πρατίνας είχε ποτε χορόν παριστώντα Καρυάτιδας κόρας χορευούσας. Αλλά τούτο ήτο πρόοδος σπουδαιοτέρα και φαίνεται ότι εχρειάσθη πολλά διάμεσα βήματα. Yπήρχον ονόματα δραμάτων *Κήρυκες, *Ιχνευταί, *Παλαισταί κ.τ.τ. (232). Δεν αναλογούσι ταύτα κάπως προς τον βλάκα Μάκκον ή τον γέροντα Πάππον, τα τυπικά πρόσωπα των οσκικών Ατελλανών δραμάτων, και προς τον αγγλικόν Devil a Monk; Ο υποκριτής δεν παριστάνει απλώς στρατιώτην· παριστάνει τον γελωτοποιόν Μάκκον της παλαιάς σκηνής, διατεινόμενον ότι είναι στρατιώτης. Ο χορός δεν είναι κήρυκες· είναι σάτυροι μετημφιεσμένοι. Το φυσικόν τέλος του είδους τούτου της τέρψεως είναι να σχίζεται το κωμικόν ένδυμα και οι σάτυροι, ο Μάκκος ή ο διάβολος ν' αποκαλύπτωνται όπως είναι. Οι τραγικοί χοροί επετρέπετο ν' αλλάζωσι τρεις ενδυμασίας, πριν εμφανισθώσιν ως ανεγνωρισμένοι σάτυροι. Δηλαδή, διά να μεταχειρισθώμεν την μεταγενεστέραν γλώσσαν, εκάστη παράστασις ήτο τετραλογία συνέκειτο εκ τριών τραγωδιών (εκ μικρών μύθων, ως λέγει ο Αριστοτέλης εν συγκρίσει προς τα μακρότερα δράματα του καιρού του) κατόπιν δε ήρχετο σατυρικόν δράμα. Η συνήθεια αύτη παρέμεινε μέχρι της μέσης περιόδου του Ευριπίδου. Ο Κύκλωψ αυτού ήτο το μόνον σωζόμενον σατυρικόν δράμα [μέχρι της ανακαλύψεως των Ιχνευτών του Σοφοκλέους] η δε Άλκηστις είναι πραγματικόν δράμα, διδασκόμενον ως καταληκτικόν τριών τραγωδιών.

Η ελληνική λέξις «υποκριτής» σημαίνει «αποκριτής» (233)· Ο ποιητής ήτο πράγματι και ο παριστάνων· αλλ' αν ήθελε ν' αναπτύξη τον μονόλογόν του εις διάλογον, εχρειάζετο άλλον διά να του απαντά. Ο χορός συνήθως ήτο διηρημένος εις δύο, καθώς μαρτυρεί το σύστημα της στροφής και αντιστροφής. Ο ποιητής πιθανώς έλαβε πρώτον ως υποκριτάς τους κορυφαίους των δύο μερών. Οπωσδήποτε η εντελώς ανεπτυγμένη τραγωδία κανονικώς έχει τρεις υποκριτάς. Τον παλαιόν κυκλικόν χορόν απετέλουν 50 χορευταί και ο ποιητής· τον όλον τραγικόν θίασον 48 χορευταί, 2 υποκριταί και 1 ποιητής. Τούτο ήτο το όλον όπερ ο καλούμενος χορηγός — ο πλούσιος πολίτης, ο [κατά το Πάριον χρονικόν από του 509] αναλαμβάνων την δαπάνην της παραστάσεως — ήτο υπόχρεος να χορηγήση, καίτοι δε εις το λειτούργημα τούτο συχνάκις εδαπανώντο γενναία ποσά και εδίδοντο και παραχορηγήματα ήτοι δώρα, ουδέποτε προσελήφθη και τέταρτος υποκριτής. Ουδ' εφρόντιζεν ο χορηγός περί αλλαγής ενδυμάτων και των 48 χορευτών· παρουσιάζοντο μόνον 12 διά μιας εις έκαστον των τεσσάρων δραμάτων της τετραλογίας. Η παράδοσις λέγει αορίστως ότι ο Θέσπις είχεν ένα υποκριτήν, ο Αισχύλος δύο και ο Σοφοκλής τρεις, καίτοι ενίοτε ο Αισχύλος εισήγε και τρίτον. Καθόλου δε η πόλις, και όχι ο ποιητής, παρείχεν ωρισμένα βραβεία εις τους υποκριτάς και ανελάμβανε την διεξαγωγήν της εορτής του Διονύσου. Επομένως οσάκις βλέπομεν αρχαίον κριτικόν αποδίδοντα ωρισμένας σκηνικάς μεταβολάς εις ωρισμένους ποιητάς, τούτο συνήθως σημαίνει ότι αι μεταβολαί εκείναι εφαίνοντο κατά πρώτον εις τούτων τα έργα. Ακρωτηριασμένη επιγραφή (C. I. Α. II. 971) φαίνεται δηλοϋσα το έτος μιας σπουδαίας μεταβολής ή τακτοποιήσεως των από σκηνής διδασκαλιών. Η κωμωδία γίνεται δεκτή εις τα μεγάλα Διονύσια· οι υποκριταί αυξάνονται εις τρεις· οι δε αποτελούντες τον τραγικόν χορόν εις 15 αντί 12, και πιθανώς η επί της σκηνής πρόσοψις του ανακτόρου γίνεται μόνιμος. Οι ποιηταί τείνουσι φυσικά ν' αποσυρθώσι της σκηνής. Ο Αισχύλος έπαυσε να διδάσκη κατά τα τέλη της ζωής του· ο δε Σοφοκλής λέγεται ότι ηύρε την φωνήν του λίαν αδύνατον. Το επάγγελμα του υποκριτού κατεστάθη πάντως προ του 456 π. Χ. διότι τότε ευρίσκομεν τα ονόματα των νικησάντων υποκριτών μνημονευόμενα μετά του ποιητού και του χορηγού.

Ο χορός ήτο το κύριον στοιχείον της τραγωδίας. Δύο δηλαδή πράγματα, εχρειάζοντο διά ν' αποτελεσθή διδασκαλία· ο χορηγός εσχημάτιζε χορόν και ο ποιητής εδίδασκεν αυτόν· αυτά ήσαν τα δύσκολα (234). Η καθαυτό σύνθεσις ήτο απλή λεπτομέρεια, την οποίαν οιοσδήποτε καλός ποιητής ήτο έτοιμος να εκτελέση. Όθεν πάντες οι τεχνικοί όροι εσχηματίσθησαν εκ της σχέσεως προς τον χορόν. Ο Πρόλογος είναι το προ της εισόδου του χορού· επεισόδιον ο διάλογος των υποκριτών, οίτινες επεισήεσαν μετά τον χορόν, το δε τέλος του έργου λέγεται έξοδος, διότι τότε εξέρχεται ο χορός. Αλλ' ο χορός έφθινε καθόσον ανεπτύσσετο η τραγωδία, διότι ο διάλογος είναι ο παρέχων ζωήν εις το δράμα και δεν εβράδυνε ν' αποβή κατά την λέξιν του Αριστοτέλους πρωταγωνιστής· την ανάπτυξιν αυτού δυνάμεθα να παρακολουθήσωμεν και εις τα ολιγοστά λείψανα της αρχαίας δραματουργίας· από απαγγελλομένης ποιήσεως τείνει να γίνη λόγος δραματικός, γίνεται ολιγώτερον πομπώδης και άκαμπτος, γοργότερος δε και φυσικώτερος, αυξάνει δε κατά την έκτασιν. Των Ικετίδων του Αισχύλου, του αρχαιοτάτου των σωζομένων δραμάτων, ο χορός είναι πράγματι αυταί αι ηρωίδες της τραγωδίας, αίτινες κατά τα δύο τρίτα του έργου ψάλλουσιν, είναι δε παρούσαι από του πρώτου μέχρι του τελευταίου στίχου. Του δε Φιλοκτήτου του Σοφοκλέους (409 π. Χ.) ο χορός προσωπικώς είναι ασήμαντος· δεν εμφανίζεται παρά μόνον αφού το δράμα έχει αρκετά ήδη προβή, τα δε χορικά αποτελούσι το έν έκτον του συνόλου. Αυτός δε είναι και ο λόγος, δι' όν τα μεταγενέστερα δράματα είναι πολύ εκτενέστερα των παλαιοτέρων· διότι παριστάνοντο ταχύτερον.

Υπήρχεν όμως και άλλος λόγος, περιορίζων το μουσικόν της τραγωδίας μέρος, εντελώς διάφορος. Βαθμηδόν το μέλος δεν απέμενεν ολόκληρον εις τον χορόν. Διότι εφ' όσον ανεπτύσσετο η αθηναϊκή δημοκρατία, ο χορός έπαυε να είναι επαγγελματικός. Απετελείτο εξ ελευθέρων πολιτών, οίτινες ανέλαβον την εκτέλεσιν των δημοσίων θρησκευτικών χορών ως μέρος είτε των δικαιωμάτων των είτε των καθηκόντων. Τούτου αποτέλεσμα ήτο ότι ο χορός εγίνεν ολιγώτερον περίτεχνος, τα δε μέτρα και τα μέλη έπρεπε να είναι προσιτά εις την ικανότητα και μετρίου μουσικού. Αλλ' εν τω μεταξύ το κοινόν μουσικόν διαφέρον ανυψώνετο και η καλαισθησία των πολιτών είχε περισσοτέρας απαιτήσεις. Κατά τον πελοποννησιακόν πόλεμον το σύνηθες χορικόν άσμα δεν έθελγε πλέον τον ανεπτυγμένον Αθηναίον. Προκειμένου ν' ακούση μουσικήν, ήθελε κάτι λεπτότερον και κινητικώτερον, κάτι πλησιέστερον προς την ζωντανήν μουσικήν του διθυράμβου, όστις οσημέραι εγίνετο τεχνικώτερος και δυσκολώτερος. Όθεν ενώ από του Αισχύλου μέχρι των νεωτέρων έργων του Σοφοκλέους το μέλος του δράματος εξέπιπτεν, από των αρχαιοτέρων μέχρι των τελευταίων έργων του Ευριπίδου ανυψώνετο και πάλιν. Αλλ' όμως δεν ήτο πλέον χορικόν μέλος. Ο Ευριπίδης μετεχειρίζετο υποκριτάς, οίτινες ήσαν και δόκιμοι αοιδοί· όθεν έχει συχνάς μονωδίας. Της Μηδείας (431 π. Χ.) το λυρικόν μέρος αποτελεί περίπου το πέμπτον του όλου· του δε Ίωνος (414 π. Χ.) είναι περίπου το ήμισυ, αλλ' αι μονωδίαι και τάλλα από σκηνής άσματα συμποσούνται πάλιν εις το ήμισυ των χορικών· του Ορέστου (408 π. Χ.) αι μονωδίαι είναι τριπλάσιαι των χορικών. Μία φαινομένη εξαίρεσις διασαφεί την σημασίαν του κανόνος τούτου. Αι Βάκχαι μία των νεωτάτων τραγωδιών έχει πολλά χορικά και καμμίαν μονωδίαν. Διατί; Διότι ο Ευριπίδης, ότ' έγραφεν αυτάς, είχε μετοικήσει εις την Μακεδονίαν και πιθανώτατα δεν είχεν εκεί τους υποκριτάς του. Η Μακεδονία δεν είχε δράμα, αλλ' είχε ζωντανόν διθύραμβον και εξ επαγγέλματος αοιδούς· εκείνοι λοιπόν έψαλλον εν ταις Βάκχαις.

Η προς τα άνω αυτή φορά του σατυρικού άσματος είχε πολλάς αιτίας, δηλαδή τας πνευματικάς ορμάς τας εξευγενισάσας τον Αθηναϊκόν λαόν· τον πόθον νέου είδους τέχνης, όπως αντικαταστήση το εκπνέον έπος ως φορείον του ηρωικού μύθου· την εκ της Διονυσιακής λατρείας προερχομένην δίψαν βαθυτέρας συγκινήσεως, ήτις σχεδόν κατ' ανάγκην είναι τραγική. Οι παλαιωθέντες σάτυροι περιωρίσθησαν με την παλαιάν των πρωτότυπον γελωτοποιίαν εις παράμερον γωνίαν κατά το τέλος των τριών τραγωδιών και το κωμικόν στοιχείον αφείθη ν' αναπτυχθή εις χωριστόν είδος τέχνης (235).

Όπως συλλογιζόμεθα σήμερον ημείς, κωμωδία και τραγωδία φαίνονται μόνον δυο όψεις του αυτού πράγματος, το δε μεταξύ των όριον είναι μόλις αισθητόν· ομοίως εσκέπτοντο και οι Αθηναίοι του Μενάνδρου. Αλλ' όμως η ιστορική καταγωγή των ήτο διάφορος. Η μεν τραγωδία προήλθεν εκ του τεχνικού και επαγγελματικού χορικού άσματος· η δε κωμωδία εκ των χυδαιοτήτων των αγροτών κατά τας εορτάς του θέρους και του τρυγητού. «Η μεν από των εξαρχόντων τον διθύραμβον — λέγει ο Αριστοτέλης — η δε από των τα φαλλικά». Ταύτα επανηγυρίζοντο εις τιμήν των θεών της γονιμοποιήσεως και αυξήσεως ανθρώπων, ζώων και φυτών, θεών τιμωμένων υπό ποικίλα ονόματα ανά τα διάφορα μέρη της Ελλάδος. Ήσαν ο Διόνυσος εν Αχαρναίς, Ρόδω και Δήλω, αι αδελφαί Δημία και Αυξησία εν Αιγίνη, η Δημήτηρ εν δήμοις της Αττικής, ο Παν εν τη βορεία Πελοποννήσω. Σήμερον βεβαίως εξαφνιζόμεθα φανταζόμενοι την δημοσίαν τέλεσιν τοιούτων χονδρών ασχημιών μεταξύ λαού πολύ απλοϊκωτέρου και ολιγώτερον ανεκτικού ημών. Αλλά, και αν μη λάβωμεν υπ' όψιν την νεωτέραν σεμνοτυφίαν, πρέπει να έχωμεν κατά νουν πολλά άλλα πράγματα· τα στοιχεία εκείνα της ανθρωπίνης φύσεως, άπερ είναι αδιόρθωτα και δεν είναι σεβαστά, οι Έλληνες εσυνήθιζον να ταναγνωρίζωσιν ελευθέρως και να τα κανονίζωσιν. Περιστελλομένη δύναμις αποβαίνει επικίνδυνος· λοιπόν πάσαι αι φυσικαί ορμαί αφίνοντο να εκδηλωθώσιν όσον το δυνατόν αβλαβέστερον. Υπήρχε μεν αυστηρός νόμος κατά πάσης καταχρήσεως των εορτών τούτων, κατά της βίας, της απρεπούς συμμετοχής των ανηλίκων αλλά, καθόλου ειπείν, ούτ' εντροπή υπήρχεν, ούτε μυστικότης. Ατυχώς η περί κωμωδίας φιλοσοφία του Αριστοτέλους, περιλαμβανομένη εις το λείπον μέρος της Ποιητικής, δεν εσώθη. Αλλ' αφού ορίζει την ηθικήν βάσιν της τραγωδίας ως κάθαρσιν της ψυχής ημών από του ελέου και του φόβου διά ισχυράς εκροής των τοιούτων συγκινήσεων, αφού δικαιολογεί τα εξοργιάζοντα την ψυχήν μέλη ως επιφέροντα κάθαρσιν των εμφύτων εις ημάς αγρίων συγκινήσεων, αίτινες άλλως ηδύναντο να εκραγώσιν εις ό,τι ονομάζει ενθουσιασμόν, εύκολον είναι να εικάσωμεν ότι και της κωμωδίας αι ασχημίαι θα ενομίζοντο ως προξενούσαι άλλην προδηλοτέραν και αναγκαιοτέραν κάθαρσιν. Εξ άλλου δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι πάντοτε υπήρχεν εν Ελλάδι ζωηρά κατά των φαλλικών παραστάσεων αποδοκιμασία· ότι και αυτός ο απόλυτος ασκητισμός είχε πάντοτε τους οπαδούς του· τέλος δε ότι όπου η θρησκεία καθιερώνει ανήθικον έθιμον υποτάσσει και τους υγιεστέρους εγκεφάλους. Αναμφιβόλως πολλαί εγκρατείς και σεμναί ιέρειαι του Διονύσου θα επίστευον ότι αι παλαιαί και συμβολικαί εκείναι τελεταί είχον λαμπράς ανταμοιβάς και επί γης και αλλαχού.

Έν εκ των χαρακτηριστικών των τελετών εκείνων ήτο η παρρησία, αύτη δε παρέμεινε καύχημα της κωμωδίας. Ηδύνατο δηλαδή κανείς κατά την ωρισμένην ημέραν να πειράζη και να υβρίζη ελευθέρως οιονδήποτε πρόσωπον, ενώπιον του οποίου κατά τας λοιπάς ημέρας ο φόβος ή η ευπρέπεια επέβαλλον σιωπήν. Κατά τινας των τελετών το προνόμιον τούτο είχον μόνον αι γυναίκες. Αφ' ής η κωμωδία προπαρεσκευάζετο επιμελώς, κέντρον αυτής ήτο άσμα, γραφόμενον και εκμανθανόμενον, διά του οποίου ο χορός, ενεργών απλώς ως στόμα του ποιητού, απετείνετο προς το κοινόν περί «θεμάτων της ημέρας»· τούτο απέβη η παράβασις της προηγμένης κωμωδίας. Κατά τάλλα, αρχή της κωμωδίας ήτο κατά τας εορτάς του Διονύσου ή συγγενούς αυτού θεού θίασος προσωπιδοφόρων, οίτινες παρήλαυνον ψάλλοντες μετ' αυλών φαλλικόν άσμα και τέρποντες τους θεατάς διά προχείρων πειραγμάτων. Αλλ' ούτ' επληρώνοντο, ούτε είχον επισημότητα καμμίαν. Μόνον από του 465 π. Χ περίπου ανεγνωρίσθησαν επισήμως οι κώμοι και η κωμωδία επετράπη να σταθή παραπλεύρως της τραγωδίας. Παρουσιάσθη πρώτον κατά τα Λήναια, [μηνός Γαμηλιώνος, ήτοι κατά Ιανουάριον ή Φεβρουάριον] έπειτα δε κατά τας άλλας του Διονύσου εορτάς. Αλλά μόνον από της αρχής του πελοποννησιακού πολέμου δύο νεαροί ποιηταί, ο Εύπολις και ο Αριστοφάνης, έδωσαν καλλιτεχνικήν μορφήν εις την παλαιάν κωμωδίαν, έπλεξαν τα μεμονωμένα κωμικά κομμάτια εις μίαν πλοκήν, και οπωσδήποτε απέρριψαν ή συνεκάλυψαν τα φαλλικά. Έκτοτε η κωμωδία ανεπτύχθη γοργοτέρον και αυτής της τραγωδίας. Ο χορός έλαβεν ενεργότερον και ζωηροτέρον μέρος εις την δράσιν, η εξ αρχής κενότης αυτού εδείχθη πολύ ολιγώτερον επιζημία και εξηφανίσθη πολύ ταχύτερον. Το τελευταίον έργον του Αριστοφάνους, ο Πλούτος, δεν έχει χορόν και είναι όριον της διαμέσου αναπτύξεως της γνωστής υπό το όνομα Μέση κωμωδία, δειλοτέρας παρά την παλαιάν, όχι τόσον τελείας όσον η νέα. Κατόπιν η κωμωδία μεταπίπτουσα δυστυχώς εις ασθενεστέρας χείρας και ολιγώτερον «δαιμονίους» εγκεφάλους, διώκει την πραγματοποίησιν των προσπαθειών του Ευριπίδου, τον θρίαμβον της δραματικής ιδέας, την τέχνην την ούτε τραγικήν ούτε κωμικήν, αλλά συνάμα και τα δύο, ήτις τείνει εσκεμμένως να γίνη μίμησις της ζωής, κάτοπτρον του καθ' ημέραν λόγου, έκφρασις του πραγματικού. Η μορφή αύτη της τέχνης διαπλασθείσα διήρκεσεν έπειτα επί αιώνας· ήρχισεν ολίγον μετά τα 400 π Χ. ότε η δημοσία πενία συνετέλεσεν όσον και το αίσθημα του καλού εις την κατάργησιν του πολυδαπάνου χορού και ότε το ονομαστί κωμωδείν μετά μακρούς αγώνας και αντιδράσεις κατηργήθη. Έφθασε δε η νέα κωμωδία εις το κατακόρυφον διά του Φιλήμονος και του Μενάνδρου περί τα 300 π. Χ., επιγραφαί δε ποικίλων περί τα 160 π. Χ. χρονολογιών εδίδαξαν προσφάτως ημάς ότι και τότε ακόμη κατά τα μεγάλα Διονύσια εδιδάσκοντο πλην των παλαιών και πέντε κατ' έτος πρωτότυποι κωμωδίαι. Αλλά παράδοξος ειρωνεία της τύχης εξήλειψεν εκτός μακράς σειράς αποσπασμάτων καί τινων αδεξίων λατινικών διασκευών, το σύνολον της εξαιρέτως πλουσίας ταύτης συγκομιδής της αρχαίας λογοτεχνίας.

ΦΡΥΝΙΧΟΣ Ο ΠΟΛΥΦΡΑΔΜΟΝΟΣ (ακμάζων κατά τα 494 π. Χ.)