WeRead Powered by ReaderPub
Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας cover

Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας

Chapter 54: ΣΟΦΙΛΟΥ ΚΟΛΩΝΗΘΕΝ (496-406 π. Χ.)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A concise survey of ancient Greek literary production that maps major genres—epic, lyric, drama, and prose—and examines their formal features, recurring themes, and public functions. The narrative places texts in social and intellectual context, underscores the diversity of individual voices and aesthetic aims, and shows how literary forms evolved in response to changing communal life and thought. Close readings are paired with broader reflections on performance, education, and reception, with an emphasis on clarity and accessibility for general readers while tracing continuities and contrasts across periods.


Ολιγώτερον σκιώδης μεταξύ των προαισχυλείων δραματικών είναι ο Φρύνιχος. Η παράδοσις έσωσε τα ονόματα δέκα του δραμάτων, και την είδησιν ότι εν τω διαλόγω μετεχειρίζετο το τροχαϊκόν τετράμετρον και εισήγαγε πρόσωπα γυναικεία. Ο Ηρόδοτος λέγει ότι έγραψε *Μιλήτου άλωσιν, ότι του επεβλήθη πρόστιμον [διότι υπέμνησεν οικεία κακά] και ότι το θέμα τούτο κατόπιν απηγορεύθη. Η πτώσις της Μιλήτου ήτο εθνική συμφορά, πάντως δε το δράμα περιείχε και πολλά δυσάρεστα εις τας φατρίας. Ο Φρύνιχος επέτυχε περισσότερον εις άλλο συγχρόνου πηγής έργον, τας *Φοινίσσας εκεί ο χορός παρίστανε τας συζύγους των Φοινίκων του Ξέρξου ναυτών, η δε σκηνή τον θάλαμον του συμβουλίου του βασιλέως, όπου οι γέροντες ανέμενον τα νέα του πολέμου. Ο Φρύνιχος πιθανώτατα τότε έτυχε του άθλου έχων χορηγόν αυτόν τον Θεμιστοκλή, τον αληθινόν, καίτοι φυσικά μη ανημονευόμενον, ήρωα του έργου. Λυπηρά προ πάντων είναι η απώλεια των λυρικών αυτού μερών, των περιέργων απηρχαιωμένων μελών, τα οποία και κατά τας ημέρας του Πελοποννησιακού πολέμου εψιθύριζον ακόμη οι τραχείς παλαίμαχοι του Μαραθώνος,

λύχνους έχοντες και μινυρίζοντες μέλη
αρχαιομελισιδωνοφρυνιχήρατα. (Αριστοφ. Σφήκες 220)
.

{ Lights in their hands, old music on their lips, Wild honey and the East and loveliness }

Η χάρις και τρυφερότης των σωζομένων αποσπασμάτων του Φρυνίχου παρέχει εις ημάς το μέτρον, όπως εννοήσωμεν πόσον το μεγαλείον ύφος του Αισχύλου ωφείλετο μάλλον εις τον ίδιον αυτού χαρακτήρα παρά την τέχνην του καιρού του· αληθινόν όμως απομένει ότι τα Μηδικά έπραξαν υπέρ της τραγωδίας ό,τι περίπου αι μεταναστάσεις υπέρ του Ομήρου και ότι ο Φρύνιχος και ο Αισχύλος ήσαν αμφότεροι «Μαραθωνομάχοι» (236).

Ι'

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

ΕΥΦΟΡΙΩΝΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΟΣ (525-456 π. Χ.)


Ο Αισχύλος κατήγετο εξ αρχαίων ευπατριδών. Ήλθε δε εις το άστυ εξ Ελευσίνος, της έδρας όχι μόνον μυστηρίων της Δήμητρος, αλλά και ειδικής λατρείας Διονύσου του Ζαγρέως, κειμένης πλησίον του δήμου του Θέσπιδος, της Ικαρίας. Λέγεται ότι ενωρίς ήρχισε να δραματουργή αλλά κατά τα 490 εκλήθη μακράν της σκηνής, ίνα πολεμήση εν Μαραθώνι, όπου ο αδελφός του Κυναίγειρος έπεσεν ενδόξως. Την πρώτην του ποιητικήν νίκην ενίκησε κατά το μέσον της κατόπιν εννεαετούς ειρήνης (484)· τέσσαρα δ' έτη βραδύτερον ηκολούθησε και αυτός την γενικήν έξοδον εις τα πλοία και την Σαλαμίνα, ότε εις την διάθεσιν των βαρβάρων αφείθησαν οι λίθοι των Αθηνών. Τα έτη εκείνα ήσαν κατάλληλα προς ενδιάθετον γένεσιν τραγωδιών και στοχασμών μεγάλων, αλλ' όχι και προς συγγραφήν αυτών και διδασκαλίαν. Κατά τα 476 ο Αισχύλος παρευρέθη πιθανώς εις τους εν Θράκη πολέμους· ηχώ τούτων έχομεν εν τη τετραλογία *Λυκουργεία (237) και εν τοις Πέρσαις (στ. 866). Ολίγον δε κατόπιν ήλθεν εις τας Συρακούσας, ίσως χάριν πολιτικών σκοπών, και έγραψε τας *Αιτναίας εις τιμήν της πόλεως Αίτνης, ήν τότε ίδρυεν ο Ιέρων (476-5) επί των προπόδων του ηφαιστείου.

Από του 484 και εξής ο Αισχύλος επρώτευε πιθανώς μεταξύ των εν Αθήναις ποιητών, καίτοι οι δύο γηραιοί αντίπαλοί του, ο Πρατίνας και ο Φρύνιχος, και πλην άλλων και υιοί τούτων, ο Αριστίας και ο Πολυφράδμων, από καιρού εις καιρόν ενίκων αυτόν και καθόσον ηξεύρομεν, ήσαν άξιοι των επάθλων. Παλαιοτάτη των σωζομένων τραγωδιών αυτού φαίνονται αι Ικέτιδες αλλά η πρώτη χρονολογικώς γνωστή είναι οι Πέρσαι, δι ών ενίκησε την πρώτην του νίκην κατά τα 470 π. Χ.

Κατά τα 478 απήλθεν εκ νέου εις τας Συρακούσας, άγνωστον και πάλιν προς ποίον σκοπόν, αν και λέγεται ότι εδίδαξε και εκεί τους Πέρσας. Κατά τα 468 ηττήθη πρώτην φοράν υπό του νεαρού Σοφοκλέους. Αλλά κατά το επόμενον έτος ενίκησε και πάλιν διά των Επτά επί Θήβας. Δεν γνωρίζομεν το έτος της μεγάλης τριλογίας του Προμηθέως, αλλ' αύτη, καθώς και η Λυκούργεια, φαίνεται ότι εδιδάχθησαν κατόπιν. Εσχάτη δε των νικών του ήτο η Ορέστεια [Αγαμέμνων, Χοηφόροι και Ευμενίδες) κατά τα 458. Κατόπιν απήλθε και πάλιν εις την Σικελίαν — οι μικροί άνθρωποι της παρακμής εικάζουσιν ότι εζήλευσε διά την προ δεκαετίας νίκην του Σοφοκλέους! — και απέθανεν αιφνιδίως εις την Γέλαν τω 406. Ο συρμός επανέφερε συχνά τα δράματά του επί της αθηναϊκής σκηνής, — τινές έχαιρον ότι δι' αυτών ηττάτο ο Ευριπίδης — αλλά και ειδικός νόμος εψηφίσθη προς αναπαράστασιν των τραγωδιών του και οριστικώς εθεωρήθη ως κλασσικός ήδη προ των χρόνων του Πλάτωνος. Ο δε περίφημος χάλκινος ανδριάς του κατεσκευάσθη χάριν του λιθίνου θεάτρου, όπερ ανήγειρεν ο Λυκούργος περί τα 330 π. Χ.

Το επίγραμμα, όπερ ελέγετο ότι είχε γράψει χάριν του εν Γέλα τάφου του, είναι χαρακτηριστικόν· ουδέ λέξις περί των ποιημάτων του· μόνον δύο στίχοι μετά τας αναγκαίας περί του ονόματος και του τόπου της γεννήσεως πληροφορίας, λέγουσιν·

Αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιοι άλσος αν είποι
Και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.

{ grove of Marathon can bear witness to his good soldierhood, and the long- haired Mede who felt it! }

Είναι πιθανώτατον ότι η αντιμετώπισις του θανάτου κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν του ενετυπώθη ως η υπερτάτη του βίου του στιγμή, και ίσως η ποίησίς του δεν του εφαίνετο τελεία· διότι συχνά και εις τα ακρότατά της ύψη εμποιεί τοιαύτην εντύπωσιν.

Των 90 δραμάτων, όσα έγραψεν ο Αισχύλος, έχομεν επτά. Τούτων εικάζομεν ότι αρχαιότατον είναι αι Ικέτιδες — παράδοξον και ωραίον έργον, όμοιον προς ταρχαϊκά εκείνα αγάλματα, τα έχοντα άκαμπτα μέλη και έκφρασιν γελαστήν αλλά λιθίνην. Και η υπόθεσις είναι αρχαϊκή, καταλληλοτέρα προς μέλος ή προς δράμα. Ικέτιδες είναι αι 50 κόραι του Δαναού αι καταφυγούσαι εις το Άργος, διά να μη υπανδρευθώσι τους εξαδέλφους των, τους 50 υιούς του Αιγύπτου. Ο τρόμος των εμφαίνει χρόνον, ότε γάμος μεταξύ πρώτων εξαδέλφων ενομίζετο ως αιμομιξία (238). Ζητούσι την προστασίαν του Πελασγού βασιλέως του Άργους, ο οποίος αναφέρει το ζήτημα εις τον δήμον. Ο δήμος δέχεται τας Ικέτιδας και ο αγέρωχος Αιγύπτιος κήρυξ αποδιώκεται. Εν τοις *Θαλαμοποιοίς οι υιοί του Αιγύπτου διώκουσι τας Δαναΐδας, νικώσι τον Δαναόν και απαιτούσι τας νύμφας. Ο Δαναός, προτιμών τον φόνον παρά την αιμομιξίαν, παραγγέλλει τας κόρας του να δολοφονήσωσι τους άνδρας των κατά την νύκτα του γάμου, πάσαι δ' εκτελούσι τούτο εκτός της Υπερμήστρας, η οποία [σώσασα τον Λυγκέα] κατηγορείται εις τας *Δαναΐδας ως υπανδρευθείσα τον εξάδελφόν της και παρακούσασα την πατρικήν εντολήν, αθωώνεται δε διά της βοηθείας της Αφροδίτης. Αι Ικέτιδες φαίνεται ότι εδιδάχθησαν επί της παλαιάς κυκλικής ορχήστρας μετά «κοινοβωμίας» εν τω μέσω και ειδώλων κύκλω. Δεν υπάρχει πρόσοψις ανακτόρου και ο μόνιμος αριθμός 50 χορευτών καθ' όλην την τριλογίαν γεννά την υπόνοιαν, ότι ο παλαιός κυκλικός χορός ήτο ακόμη αδιαίρετος.

Οι Πέρσαι (472 π. Χ.) ήτο το μεσαίον δράμα τριλογίας, ής το πρώτον ωνομάζετο *Φινεύς, ο τυφλός γέρων του αργοναυτικού μύθου, όστις πιθανώς επροφήτευε κάτι περί μεγαλυτέρας συγκρούσεως μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, ής η εκστρατεία εκείνη ήτο η αρχή· τρίτον ήτο ο Γλαύκος αλλ' υπήρχον δύο δράματα φέροντα το όνομα τούτο και η πλοκή δεν είναι βεβαία. Οι δε Πέρσαι εγράφησαν κατά το υπόδειγμα των *Φοινισσών του Φρυνίχου· αι πρώται λέξεις και των δύο είναι σχεδόν αι ίδιαι και η σκηνή αμφοτέρων υπόκειται εν τω συμβουλίω των Σούσων, καίτοι κατόπιν εν τοις Πέρσαις μεταφέρεται παρά τον τάφον του Δαρείου. Οι Πέρσαι ολίγην έχουσι πλοκήν κατά την συνήθη της λέξεως σημασίαν. Αλλ' η βαρεία ομίχλη των πρώτων σκηνών, αι φοβεραί αστραπαί της αληθείας, η επίκλησις της σκιάς του γηραιού βασιλέως Δαρείου, όστις ουδένα Πέρσην έκαμε να κλαύση, και η σκυθρωπή προφητεία του περί της επερχομένης καταστροφής, πάντα ταύτα ενέχουσι το σπέρμα μεγάλης δραματικής δυνάμεως. Εις τον αναγνώστην απομένει αλησμόνητος

«Ασίας θούριος άρχων»,
πολύχειρ και πολυναύτας, Σύριον θ' άρμα διώκων [84]
.

{ the many arms and many ships, and the sweep of the chariots of Syria }

και κατά τα χορικά και κατά την εξαισίαν περιγραφήν της μάχης. Το δε γεγονός, ότι οι Πέρσαι είναι η πρώτη αφήγησις μεγάλης ιστορίας υπό μεγάλου ποιητού, όστις και αυτός συνετέλεσεν εις το αποτέλεσμα εκείνο, καθιστά το δράμα μοναδικόν εν τη λογοτεχνία· η δε καλλονή του είναι αληθώς ανταξία της σημασίας ταύτης.

Οι δ' Επτά επί Θήβας ήσαν το τρίτον δράμα της τριλογίας μετά τον *Λάιον και τον *Οιδίποδα. Κατά παλαιάν παραλλαγήν του μύθου ο Οιδίπους μετά την ανακάλυψιν της πλάνης εχωρίζετο την Ιοκάστην και ενυμφεύετο την αδελφήν αυτής Ευρυγάνειαν. Αλλ' ο Αισχύλος έλαβε την υπόθεσιν κατά την οικτροτάτην αυτής μορφήν, την πασίγνωστον. Οι Επτά παριστώσι την πολιορκίαν των Θηβών υπό του εξορίστου Πολυνείκους, την μάχην και την αλληλοκτονίαν των αδελφών, εθαυμάζοντο δε μεγάλως υπό των παλαιών ως δράμα «Άρεως μεστόν»

ο θεασάμενος πας αν τις ανήρ ηράσθη δάιος είναι

{ that made every one who saw it wish forthwith to be a 'fiery foe,' }

κατά τον Αριστοφάνη (Βατράχων 102). Πράγματι δε η ατμόσφαιρα είναι πολεμική, οι χαρακτήρες απλοί και δυνατοί. Και όμως οι Επτά είναι μεν έργον λαμπρόν και δυνατόν, αλλ' ίσως είναι το μόνον των Αισχυλείων δραμάτων, όπερ φέρει αμυδροτέραν την σφραγίδα μεγάλου ποιητού. Φαίνεται μάλλον ως καλόν έργον υποδεεστέρου (239).

Πολύ διάφορος είναι ο Προμηθεύς, έργον της αυτής μεταβατικής περιόδου, απαιτούν τρεις υποκριτάς εν τω προλόγω, όπως και οι Επτά πιθανώς απαιτούσιν εν τη εξόδω. Η τριλογία φαίνεται ότι συνέκειτο εκ του Δεσμώτου Προμηθέως, του *Λυομένου Προμηθέως και του *Πυρφόρου Προμηθέως (240). Η υπόθεσις είναι τιτανική και χρειάζεται μεγάλην και πτεροφόρον φαντασίαν, διά δε των χειρών του Αισχύλου και [κατά τα 1819] του Shelley' διεπλάσθη εις δύο των μεγίστων του κόσμου δραματικών έργων. Ο Προμηθεύς είναι ο τύπος του ανθρώπου, του μαχομένου κατά της τυραννικής δυνάμεως της διεπούσης τον κόσμον τούτον. Έσωσε τον άνθρωπον από της επιβουλής του Διός, τον εδίδαξε τας τέχνας του πολιτισμού και προ πάντων του έδωσε το πυρ, το οποίον άλλοτε ήτο θείον κτήμα, φυλαττόμενον εν τω ουρανώ. Διά την ανταρτικήν ταύτην αγάπην των ανθρώπων είναι προσηλωμένος επί υψηλοκρήμνου πέτρας του Καυκάσου· αλλά δεν υποτάσσεται, πρώτον μεν διότι είναι αθάνατος, έπειτα δε διότι κατέχει μυστικόν, εξ ού κρέμαται η τύχη του ουρανού και της γης. Ο Ζευς δοκιμάζει δι' απειλών και βασάνων να τον συντρίψη· αλλ' ο Προμηθεύς δεν εννοεί να εγκαταλείψη τους ανθρώπους. Και αι Ωκεανίδες, αι συναχθείσαι διά να τον παρηγορήσωσι, δεν θέλουσι να εγκαταλείψωσι τον Προμηθέα· αντιμετωπίζουσι τους αυτούς κεραυνούς και βυθίζονται μετ' αυτού εις την άβυσσον. Η δράσις συμβαίνει εις την αρχήν και το τέλος του δράματος, το δε μεσαίον μέρος, αναπληρούν κατά το φαινόμενον αιώνας μάλλον ή ημέρας, κατέχουσι μακραί διηγήσεις του Προμηθέως προς τας Ωκεανίδας, η άκαρπος παρέμβασις αυτού του Ωκεανού και η παράδοξος είσοδος άλλου θύματος του Διός, της εξάλλου Ιούς, διωκομένης υπό οίστρου και φοβουμένης το φάσμα του μυριωπού Άργου. Ο χορός του Προμηθέως είναι κατά τον χαρακτήρα και την δραματικήν τελειότητα ο κάλλιστος ίσως και ικανοποιητικώτατος των σωζομένων ελληνικών δραμάτων. Τα μέλη παρέχουσιν εντύπωσιν Weltschmerz, ομοίαν δε ταύτης θα ήτο δύσκολον να εύρη τις προ του δεκάτου ενάτου μ. Χ. αιώνος. Η όλη γη συμπάσχει μετά του Προμηθέως [στ. 431-5]

βοά δε πόντιος κλύδων
ξυμπίτνων, στένει βυθός,
κελαινός Άιδος δ' υποβρέμει μυχός [γας]
πηγαί ο αγνορύτων ποταμών
στένουσιν άλγος οικτρόν.

{ There is a cry in the waves of the sea as they fall together, and groaning in the deep ; a wail comes up from the cavern realms of Death, and the springs of the holy rivers sob with the anguish of pity! }

Αλλαχού ο τόνος είναι φιλικώτερος [στ. 545 — 553]

φέρ' όπως άχαρις χάρις,
ω φίλος, ειπέ πού τις αλκά;
τις εφαμερίων άρηξις; ουδ' εδέχθης
ολιγοδρανίαν άκικυν, ισόνειρον, | α το φωτών
αλαόν γένος έμπεπο | δισμένον; ούποτε πολλαί
ταν Διός αρμονίαν θνατών παρεξίασι βουλαί.

{ Nay, thine was a hopeless sacrifice, O beloved; speak — what help shall there be, and where? What succour from things of a day? Didst thou not see the little- doing, strengthless, dream-like, wherein the blind race of man is fettered? Never, never shall mortal counsels outpass the great Harmony of Zeus! }

Ο Ζευς είναι ακαταμάχητος· οι υπακούοντες εις αυτόν είναι ήσυχοι και ευτυχείς, όπως ήσαν άλλοτε αι Ωκεανίδες. Αλλ' όμως αισθάνονται ότι είναι κάλλιον να εξαναστώσιν.

Ουδέν ίσως κομμάτιον αφανισθείσης λογοτεχνίας είναι τόσον επιθυμητόν όσον ο *Λυόμενος Προμηθεύς. Ποία συνδιαλλαγή ήτο άρα γε δυνατή; Εις πολλά σημεία ο Ζευς εντέλει δικαιολογείται. Παραδείγματος χάριν, η κατά το φαινόμενον άσκοπος καταδίωξις της Ιούς άγει εις αποτελέσματα μεγάλα, δηλαδή πλην άλλων την γέννησιν του Ηρακλέους, ο οποίος είναι άλλος λυτρωτής της ανθρωπότητος και ελευθερωτής του Προμηθέως. Εξ άλλου φαίνεται ότι ο Προμηθεύς δεν έχει σκοπόν ν' ανατρέψη τον νέον τύραννον, όπως ο Προμηθεύς του Shelley, αφού είχε σκοπίμως βοηθήσει αυτόν κατά των παλαιών τυφλών δυνάμεων, του Κρόνου και των Τιτάνων· αλλ' εννοεί τρόπον τινά να του αποσπάση ένα συνταγματικόν χάρτην και να σώση τοιουτοτρόπως τους ανθρώπους. Αλλά χρειάζεται άλλος Αισχύλος διά να λύση τον δεσμόν τούτον κατά τρόπον αντάξιον του πρώτου. Περί δε του δευτέρου δράματος μανθάνομεν ότι ήρχιζεν επανερχομένου του Προμηθέως εις το φως μετά 30 χιλιάδας ετών, τον δε χορόν απετέλουν Τιτάνες. Το τελευταίον δράμα ο * Πυρφόρος Προμηθεύς φαίνεται ότι ηρμήνευε την εν Αθήναις καθιέρωσιν της εορτής του Προμηθέως. Τοιαύται αρχαί εορτών ήσαν δραματικά θέματα συνήθη.

Η Ορέστεια είναι το ύψιστον κατόρθωμα του Αισχύλου και ίσως όλης της ελληνικής δραματουργίας. Ενέχει όλην την λάμψιν της γλώσσης και την λυρικήν γοητείαν των παλαιών τραγωδιών, το παλαιόν και σχεδόν υπεράνθρωπον μεγαλείον του διαγράμματος, είναι δ' εξίσου δυνατόν και βαθύ εις χαρακτηρισμούς, εξίσου τραγικόν ως το κάλλιστον του Σοφοκλέους έργον. Η εν τω Αγαμέμνονι σκηνή της Κασσάνδρας, όπου η μελλοθάνατος μάντις, την οποίαν ουδείς πιστεύει, βλέπει το όραμα του θανάτου, όστις περιμένει αυτήν και τον βασιλέα εντός του ανακτόρου, είναι φρικαλέα επί της σκηνής, μελετωμένη δε κατ' ιδίαν φαίνεται αιωνίως ζωηρά. Η πρώτη τραγωδία περιέχει τον φόνον του Αγαμέμνονος κατά την θριαμβευτικήν εκ της Τροίας επιστροφήν του υπό συζύγου, κατά της οποίας διεπράχθη βαρύ αμάρτημα και η οποία διέπραξεν αμάρτημα βαρύ. Αι Χοηφόροι παριστώσι την ανταπόδοσιν. Ο Ορέστης, ο οποίος ήτο παιδίον ότ' εδολοφονήθη ο πατήρ του, αφού εμεγάλωσεν εν τη εξορία, επανέρχεται μυστικά διά να τιμωρήση τον Αίγισθον και κατ' εντολήν του Απόλλωνος να φονεύση την μητέρα του.

Αι Χοηφόροι είναι υπό τινας επόψεις το περιπλοκώτατον των δραμάτων του Αισχύλου· υπάρχει σκηνή αναγνωρίσεως, αδύνατος εις τα καθ' έκαστα, αλλά μεγάλη εις συγκίνησιν· υπάρχει ωρισμένη πλεκτάνη, διά της οποίας οι εργάται της εκδικήσεως εισέρχονται εις το ανάκτορον· υπάρχει μεγάλη τόλμη εις την διαγραφήν πάντων των προσώπων μέχρις αυτής της παθητικής και γελοίας τροφού· υπάρχει επιφοιτώσα σκιά της άνωθεν του Ορέστου εξ αρχής επικρεμαμένης παραφροσύνης, η οποία γίνεται βαθυτέρα καθ' άς ώρας ο μητροκτόνος έχων έναυλον την φοβεράν φωνήν του Απόλλωνος, ταλαντεύεται μεταξύ δύο φόβων, μέχρι της στιγμής ότε αι κατάραι της μητρός του λαμβάνουσιν ορατήν εις αυτόν μορφήν και φεύγει τας «φαιοχίτωνας» Ερινύς.

Αι Ευμενίδες είναι δραματικαί εις την αρχήν και καθαρώς θεαματικαί κατά το τέλος· υπάρχει αρκετόν μεγαλείον εν τη σκηνή της διαδικασίας, όπου ο Ορέστης κατηγορείται υπό του χορού των Ερινύων, υπερασπίζεται δε υπό του Απόλλωνος, και αθωώνεται διά της ψήφου της Αθηνάς. Αλλ' οι θεοί φέρονται πολύ πλησίον ημών και ο θεσμός του Αρείου πάγου δεν έχει δι' ημάς την θρησκευτικήν σημασίαν, ήν είχε διά τον Αισχύλον. Ό,τι δ' όμως ψυχραίνει ημάς, δηλ. η βαθμιαία χαλάρωσις του διαφέροντος μέχρις ού ο έλεος και ο φόβος αναλύονται ηρέμα εις καλλιτεχνικήν απόλαυσιν, ήτο, καθά μαρτυρούσι πάντα τα χορικά και πλείσται τραγωδίαι, είς των ουσιωδών κανόνων της Ελληνικής τέχνης. Σημειωτέον ότι και ο Σαικσπήρος ωμοίαζεν εις τούτο προς τους Έλληνας· διότι καταλήγει τας τραγωδίας του εις ηρεμωτέρας μεταξύ δευτερευόντων προσώπων σκηνάς, όπως και τα σοννέτα του εις ηρέμους στίχους. Τανάπαλιν ημείς σήμερον περαίνομεν τα δράματά μας εις τέλος δυνατόν και τα σοννέτα μας εις τον βαρύτατον των στίχων.

Το γενικόν πνεύμα του Αισχύλου παρενοήθη διά τον λόγον ότι ήκμαζε κατά την αρχήν προοδευτικωτάτης περιόδου. Ο σκαπανεύς του 490 εκλαμβάνεται ως αντιδραστικός του 404. Καθόλου ο Αισχύλος είναι πρόδρομος του σοφιστικού κινήματος, όπως ο Ευριπίδης είναι επίγονος αυτού. Πρώτον, είναι ενθουσιώδης δημοκρατικός του παλαιού τύπου, καθά μαρτυρούσιν οι υπέρ ελευθερίας παιάνες των Περσών. Τούτο είναι ακριβώς το πνεύμα, όπερ ο Ηρόδοτος παριστάνει ως ανυψώσαν τας Αθήνας από κοινού ιωνικού κράτους εις ηγεμονίδα της Ελλάδος. Ουδ' είναι μόνοι οι Πέρσαι. Ο βασιλεύς των Ικετίδων είναι στοιχειωδώς συνταγματικός· ο δε Προμηθεύς βρίθει διαμαρτυριών κατά του δεσποτισμού, αι οποίαι αποπνέουσι το αληθινόν αττικόν πνεύμα· μέγα μέρος του Αγαμέμνονος είναι αμείλικτος καταδίκη μονάρχου κατακτητικού. Είναι αλήθεια ότι διά των Ευμενίδων ο Αισχύλος υπερεξαίρει τον Άρειον Πάγον καθ' ούς χρόνους ο Εφιάλτης και ο Περικλής εζήτουν ν' αφαιρέσωσι μέγα μέρος των δικαιωμάτων του· και δεν ήτο μεν αντίπαλος του Περικλέους, ο οποίος υπήρξε χορηγός του μίαν τουλάχιστον φοράν, αλλ' ήτο άνθρωπος του 490. Εις δε την γενεάν εκείνην, καθώς μας εδίδαξεν η Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλους, ο Άρειος Πάγος εφαίνετο η ενσάρκωσις των περσομάχων Αθηνών, ενώ διά την νεολαίαν του 460 ήτο απηρχαιωμένον και ανώμαλον σωματείον.

Περί δε της θρησκευτικής ευλαβείας του Αισχύλου, γινώσκομεν ότι ο ποιητής κατεδιώχθη, ως διακοινώσας ή άλλως βεβηλώσας τα μυστήρια, όπερ αποδεικνύει ότι ήτο μισητός εις την φιλόθρησκον μερίδα. Δυνάμεθα δε ν' αποδεχθώμεν ό,τι ρητώς λέγει ο Κλήμης και υποσημαίνει ο Αριστοτέλης, ότι δηλαδή διέφυγεν, αποδείξας ότι δεν είχε μυηθή και επομένως ουδέν είχε να διακοινώση. Αλλ' αν πιστεύσωμεν και μόνον ότι ο Ελευσίνιος ευπατρίδης δεν είχε μυηθή, τούτο σημαίνει τάσιν τινά εναντίαν των ιερέων. Πάντως δε φαίνεται ότι αυτός ουδέν έλαβεν ιερατικόν αξίωμα, όπως ο Πίνδαρος και ο Σοφοκλής, θα κατετάσσετο δε μετά των πολιτών εκείνων, οίτινες δεν ηδύναντο να συγχωρήσωσιν ή να λησμονήσωσι την προ του πολέμου ανανδρίαν των Δελφών. Οπωςδήποτε και αν έχη τούτο, θρησκευτικώς ο Αισχύλος είναι καθόλου πρόδρομος του Ευριπίδου· αλλ' αυτός μεν ίσταται επί βαθμίδος, όπως φαίνεται ακόμη δυνατός ο συμβιβασμός των κυρίων τύπων της καθεστώσης θρησκείας μετά της ηθικής και της λογικής· ο Ευριπίδης έφθασεν εις απώτερον σημείον, όθεν η διαφορά φαίνεται αθεράπευτος. Και αν αφήσωμεν τον Προμηθέα, ο οποίος είναι πράγματι ανατρεπτικός, καίτοι εν ταις λεπτομερείαις δυσερμήνευτος, ο ποιητής, ο λέγων ότι τον γόον των πτηνών, όσα έχασαν τους νεοσσούς των, ακούει «ή τις Απόλλων ή Παν ή Ζεύς { some Apollo, some Pan or Zeus } (Αγαμ. 55.), ο λέγων «Ζευς, όστις ποτ' εστίν» { Zeus, whoe'er he be}, ο ομολογών ο

«ουκ έχω προσεικάσαι πάντ' επισταθμώμενος
πλην Διός, ει το μάταν από φροντίδος άχθος
χρη βαλείν ετητύμως
,

{ there is no power I can find, though I sink my plummet through all being, except only Zeus, if I would in very truth cast off this aimless burden of my heart }

απέχει πολύ της Πινδαρικής πολυθεΐας. Ενίοτε προσπαθεί να πιστεύση τον Δία ως θεόν λογικόν, αντίθετον προς τας τυφλάς τιτανικάς δυνάμεις του Ησιοδείου μύθου·

«Ουδ' όστις πάροιθεν ήν μέγας,
παμμάχω θράσει βρύων
ουδέ λέγεται πριν ων·
ός δ' έπειτ' έφυ, τριακτήρος οίχεται τυχών.
Ζήνα δε τις προφρόνως επινίκια κλάζων
τεύξεται φρενών το παν·
τον φρονείν βροτούς οδώ-
σαντα, τον πάθει μάθος
θέντα κυρίως έχειν
».

{ Lo, there was one great of yore, swollen with strength and lust of battle, yet it shall not even be said of him that once he was! And he who came thereafter met his conqueror, and is gone. Call thou on Zeus by names of Victory. . . . Zeus, who made for Man the road to Thought, who stablished 'Learn by Suffering' to be an abiding Law! }

Ταύτα βεβαίως δεν είναι άρθρα πίστεως των Δελφών ή της Ελευσίνος· είναι ανυπόκριτοι ανθρώπινοι στοχασμοί, απωθούντες τα μυστήρια, ενέχοντες άρνησιν της κοινής πολυθεΐας και αντίληψιν, μεταφορικήν ίσως, αλλ' εμφαίνουσαν αληθινήν πίστιν πε?? σειράς θεών κυβερνησάντων τον κόσμον, δηλαδή μακρόν αγώνα μεταξύ φυσικών δυνάμεων, καταλήξαντα εις την παρούσαν τάξιν, την ερειδομένην επί του λόγου και ομοιάζουσαν προς την πολιτικήν τάξιν, την οποίαν ο Αισχύλος είδε κρατούσαν διά των Αθηναϊκών νόμων. Αν συγκρίνωμεν ταύτα προς τους στίχους του Ευριπίδου (Τρωάδων 884)

ω γης όχημα καπί γης έχων έδραν,
όστις ποτ' ει συ, δυστόπαστος ειδέναι,
Ζευς, είτ' ανάγκη φύσεος, είτε νους βροτών,
προσηυξάμην σε· πάντα γαρ δι' αψόφου
βαίνων κελεύθου κατά δίκην τα θνήτ' άγεις.

{ Base of the world and o'er the world enthroned, Whoe'er thou art, Unknown and hard of surmise, Cause-chain of Things or Man's own Reason, God, I give thee worship, who by noiseless paths Of justice leadest all that breathes and dies! }

βλέπομεν το αυτό πνεύμα, αλλά βαίνον περαιτέρω· διότι οι στίχοι είναι σαφέστεροι, έπειτα δε ο τρίτος είν' επαναστατικός, εν τέλει δε το μικρόν θρησκευτικόν υπόλειμμα, όπερ το χωρίον περιέχει, απορρίπτεται ως απατηλόν! Η θεία θρησκεία, διά την οποίαν απονέμονται ευχαριστήρια, αστοχεί· η άψοφος κέλευθος άγει εις αδίκους ερημίας, τουλάχιστον εφόσον το βλέμμα των θνητών δύναται να φθάση.

Ο μόνος σωθείς θρήσκος Έλλην ποιητής είναι ο Πίνδαρος. Ο Σοφοκλής ανέλαβε θρησκευτικόν αξίωμα και ίδρυσεν ιερόν, αλλ' επειδή κατά τους χρόνους του επεκράτησεν ο λόγος, ο ποιητής εκείνος, φύσει συμπαθής, αντανακλά αυτόν ασυναισθήτως.

Περί των θετικών ιδεών, των θρησκευτικών και των ηθικών, όσας εκφράζουσιν αι τραγωδίαι του Αισχύλου, πολλά εγράφησαν μέχρι τούδε. Εις τοιούτου είδους κριτικήν είναι δύσκολον ν' αποφύγη κανείς τα άκρα, οι δε κριτικοί καθόλου υπήρξαν μάλλον ιστορικοί της φιλοσοφίας ή ερασταί της ελληνικής ποιήσεως. Αλλ’ ίσως δυνάμεθα να διακρίνωμεν εν τω Αισχύλω σαφέστερον των άλλων συγγραφέων τρεις χαρακτηριστικούς τρόπους του βλέπειν εις την ζωήν. Αι τραγωδίαι του, καθώς ίσως πάσαι αι μεγάλαι τραγωδίαι, πηγάζουσιν έκ τινος ισχυράς εσωτερικής θελήσεως, — είτε διανοουμένης είτε συγκινουμένης είτε παθαινομένης, — η οποία μάχεται κατά ισχυροτέρων εξωτερικών δυνάμεων, είτε περιστάσεων, είτε νόμων, είτε θεών. Ο Αισχύλος ήτο ο υπέρ πάντα άλλον άνθρωπον αισθανόμενος τα ανυπέρβλητα εμπόδια, κατά των οποίων παλαίει η ανθρωπίνη φύσις· εξ άλλου η ανατροπή του μεγάλου βασιλέως ήτο η κυριωτάτη σκέψις των τότε Ελλήνων. Τοιουτοτρόπως ο κίνδυνος ο εκ της ανθρωπίνης «ύβρεως» και του θείου «φθόνου» — το ότι δηλαδή η βούλησις του ανθρώπου στοχάζεται μακροτέρον παρ' όσον φθάνει — είναι μία των προδηλοτέρων του Αισχύλου ιδεών.

Άλλη είναι η πεποίθησις αυτού εις το αναπόδραστον· όχι μοιρολατρεία, ουδέ σκιά ταύτης κατά την κοινήν σημασίαν, αλλά σκέψις καταλαμβάνουσα πλείστους ανθρώπους, βλέποντας μεγάλην συμφοράν, ότι αυτή είναι το φυσικόν επακολούθημα πολλών προηγουμένων λόγων. Τα εγκλήματα των Αισχυλείων δραμάτων είναι διττώς κληρονομικά. Αι μεγάλαι οικίαι των Θηβών και των Μυκηνών είχον ό,τι ημείς θα ωνομάζομεν σπέρμα εγκληματικής παραφροσύνης, όπως απεικονίζεται σαφώς εν τη Ηλέκτρα του Ευριπίδου. Ο Ορέστης ήτο υιός δολοφόνου γυναικός και ανδρός «πολυκτόνου». Οι δε προγονοί του ήσαν αγέρωχοι και στασιαστικοί «βασιλείς», των οποίων τα πάθη ευκόλως παρέφερον αυτούς εις εγκλήματα. Αλλά και αυτό καθ' εαυτό το έγκλημα είναι κληρονομικόν. Δηλαδή ο άγριος κτύπος φέρει κατ' ανάγκην τον αντίκτυπον, την παλαιάν τυφλήν εκδίκησιν, το αδίκημα όπερ εκπλύνει το άλλο αδίκημα. Τούτο βεβαίως είναι πράγμα απλούν· αλλ' ο ποιητής το παριστάνει υπό μυστηριώδη και συμβολικήν μορφήν το παλαιόν αίμα παραμένει νωπόν επί του εδάφους, κράζον άλλο αίμα να το πλύνη. Το αδίκημα γεννά τέκνα κατ' εικόνα του. Η πρώτη αμαρτία παράγει Αράν καθημένην επί του τόπου του εγκλήματος ή επί της καρδίας και ίσως της φυλής του αμαρτήσαντος. Κατά πόσον τούτο είναι μεταφορά ή πραγματική πίστις του ποιητού, είναι πρόβλημα δυσαπόκριτον.

Η άλυσις αυτή των ιδεών αναποδράστως άγει εις το ερώτημα, ποίον λοιπόν είναι το τέρμα του αδικήματος, του αιωνίως εκδικουμένου και αναγεννωμένου; Δύναται, εννοείται, να μη υπάρχη άλλο τέλος παρά την εξάλειψιν της οικογενείας καθώς εν τη Θηβαϊκή τριλογία· αλλά δύναται να έλθη και στιγμή, ότε τέλος πάντων ο νόμος ή η δικαιοσύνη δύναται να επεμβή και να είπη την τελικήν και ικανοποιητικήν λέξιν. Διαλλαγή είναι το τέλος της Ορεστείας, της τριλογίας του Προμηθέως και της των * Δαναΐδων. Και εδώ πάλιν έχομεν κατοπτρισμόν των χρόνων του Αισχύλου, δηλαδή απόδειξιν του Αθηναϊκού πολιτισμού και της ευνομίας.

Επιθεωρούντες τα σωθέντα δράματα και ταποσπάσματα ως σύνολον, ευρίσκομεν ποικίλα δείγματα και της περιόδου εκείνης και της φύσεως του ποιητού. Είναι χαρακτηριστικόν και των δύο ότι ο Αισχύλος έγραψε και σατυρικά δράματα πολλά και, ως φαίνεται, καλά. Πράγματι τιτανικά πνεύματα, οποία τότε μεν ήσαν ο Αισχύλος και ο Δημόκριτος, κατά δε τους ημετέρους χρόνους ο Βίκτωρ Ουγγώ και ο Καρλάιλ, οσάκις ευθυμούσι, τέρπονται και τέρπουσιν. Είς των αληθώς απλοϊκών αστεϊσμών του Αισχύλου, υπήρχεν εν τω σατυρικώ δράματι, όπερ ωνομάζετο *Προμηθεύς πυρκαεύς, όπου το πυρ εφέρετο κατά πρώτον εις τον κόσμον και οι άγριοι σάτυροι, έξαλλοι διά την λάμψιν έκαιον τα γένειά των, δοκιμάζοντες να το φιλήσουν. (Το πράγμα γίνεται κοινότερον αλλά και κοσμικώτερον εν τω σατυρικώ δράματι του Σοφοκλέους, τω * Ελένης γάμω, όπου οι σάτυροι επίσης τρελαίνονται διά την Ελένην). Της περιόδου εκείνης χαρακτηριστικόν είναι κυρίως το πλήθος των οραμάτων, όσα ωνομάζοντο εκ του χορού, ο οποίος ήτο ακόμη το κύριον μέρος, αι *Βασσάραι, οι * Ηδωνοί, αι *Νηρεΐδες κτλ. Άλλο χαρακτηριστικόν είναι η αγάπη του ποιητού προς την γεωγραφίαν. Ο Ηρόδοτος δεν είχεν ακόμη γράψει και γινώσκομεν πόσον θαυμάσιοι εφαίνοντο εις τους χρόνους του οι απώτεροι τόποι της γης· οι Αθηναίοι του Αισχύλου ηγάπων τας τοιαύτας περιγραφάς και διότι εξήγειρον την φαντασίαν των, και διότι η ακμή των Αθηνών ώθει αυτούς προς τα έξω χάριν ερευνών η χάριν εμπορίου. Των σωζομένων δραμάτων πρώτος ο Προμηθεύς γέμει γεωγραφικών μυθολογημάτων, έπειτα δε οι Πέρσαι και κατόπιν αι Ικέτιδες· και αυτός ο Αγαμέμνων έχει την απαρίθμησιν των σταθμών των φρυκτών. Ο * Γλαύκος ο πόντιος και η *Νιόβη, πιθανώς δε και οι * Μυσοί θα έγεμον τοιούτων περιγραφών. Αλλά το παράδειγμα τούτο του Αισχύλου δεν ηύρε μιμητήν. Ο μεν Σοφοκλής έχει την γνωστήν προς τον Ηρόδοτον κλίσιν και αγαπά τα γεωγραφικά επίθετα ως κοσμητικά, αλλά το προς την ιστορίην διαφέρον αυτού είναι περιωρισμένον. Ο δ' Ευριπίδης, ο ζητητικώτατος περί πάντας τους λοιπούς κλάδους της γνώσεως, είν' εντελώς αδιάφορος εις τούτον.

Κατά την εκλογήν των θεμάτων ο Αισχύλος προτιμά τα υπεράνθρωπα ήτοι τα υπερκόσμια, τα οποία παραδόξως συνδυάζονται προς την γεωγραφικήν ταύτην αγάπην. Ο Προμηθεύς αρχίζει τοιουτοτρόπως

«Χθονός μεν ες τηλουρόν ήκομεν πέδον
Σκύθην ες οίμον, άβροτον εις ερημίαν
».

{ Lo, we are come to the farthest verge of the world, to where the Scythians wander, an unearthly desolation! }

Εκεί είναι η αληθινή κατοικία του Αισχύλου και εκεί η μεγάλη του φωνή ακούεται φυσική και ανεμπόδιστος. Πολλά των χαμένων του δραμάτων έχουσι σκηνήν το βασίλειον εκείνο, όπερ λέγει ο Σοφοκλής [απόσπ. 658]

υπέρ τε πόντον πάντ' έπ' έσχατα χθονός
νυκτός τε πηγάς ουρανού τ' αναπτυχάς,
Φοίβου παλαιόν κήπον·

{ The last peaks of the world, beyond all seas, Well-springs of night and gleams of opened heaven, The old garden of the Sun. }

τοιαύτη ήτο η σκηνή των * Ηλιάδων, όπου ο Αισχύλος επραγματεύετο τον μύθον του Φαέθοντος, των * Ψυχαγωγών, όπου ο Ζευς εζύγιζε την μοίραν του Έκτορος και του Αχιλλέως, του *Ιξίονος, του * Μέμνονος· και τα πολυάριθμα δράματα του Διονυσιακού κύκλου δεικνύουσι το αυτό πνεύμα.

Κατά μέρος μεν ένεκα της νηπιότητος της τέχνης, κατά μέρος δ' εκ της τάσεως της μεγαλοφυίας του συχνά εξέλεγεν ο Αισχύλος θέματα κατά το φαινόμενον ουδεμίαν έχοντα πλοκήν, όπως αι Ικέτιδες και οι Πέρσαι. Απλώς παριστάνει μίαν θέσιν, ρίπτεται εντός αυτής και την φωτίζει διά της λάμψεως των λυρικών του στίχων. Και ο Ευριπίδης έκαμε το πείραμα τούτο π. χ. εις τας Ικέτιδας και τους Ηρακλείδας. Αλλ' ο Σοφοκλής ουδέποτ' ερριψοκινδύνευε τοιουτοτρόπως, πλην ίσως εν τω *Ελένης γάμω. Είναι δε περίεργον ότι ο Αισχύλος αντιθέτως προς τους διαδόχους του απέφυγεν εντελώς τους τοπικούς μύθους· ίσως διότι ησθάνετο ότι τα θέματα ταύτα ήσαν πολύ πτωχά, η δ' ευρύτης των μηδικών είχεν εξαφανίσει πάντα τα μικροτέρα πράγματα εκ του ορίζοντος της φιλοπατρίας του.

Διδακτική είναι η σύγκρισις των αποσπασμάτων των τριών μεγάλων τραγικών· εν γένει ταποσπάσματα είναι γνωμικά και δεικνύουσι την κλίσιν του πνεύματος των συγγραφέων. Ο μεν Σοφοκλής γράφει γνώμας, αλλ' ολίγας, μη αγαπών τας θεωρίας και γενικότητας, καίτοι λαλεί περί της δυνάμεως του πλούτου (απόσπ. 88) και των λέξεων (απόσπ. 192) και των κακών γυναικών (απόσπ. 188). Ο δ' Ευριπίδης, τουναντίον, υπεραγαπά τας γενικότητας περί πάντων των επουρανίων και επιγείων. Είναι δε κομψός και απλούς, μάλιστα τόσον απλούς, ώστε απρόσεκτος αναγνώστης αφαιρείται.

Ουδείς προσαιτών βίοτον ηράσθη βροτών. (απ. 322)

{ Love does not vex the man who begs his bread }

Τις δ' οίδεν ει το ζην μεν εστι κατθανείν,
το κατθανείν δε ζην κάτω νομίζεται. (απ. 639)

{ Who knoweth if we quick be verily dead, And our death life to them that once have passed it? }

Ενίοτε, καθώς εν τοις λόγοις της Φαίδρας και της Μηδείας, πραγματεύεται λεπτώς ψυχολογικόν τι ζήτημα, λέγει δε πολλά περί του πλούτου και της δουλείας και της δυνάμεως του λόγου. Αλλ' ο Αισχύλος ουδέποτε σκέπτεται περί τοιούτων πραγμάτων. Έχει μεγάλους τινάς στίχους περί έρωτος (απόσπ. 44) αλλ' αι συνήθεις γνώμαι του είναι καθώς η εν τη * Νιόβη

Μόνος θεών γαρ θάνατος ου δώρων ερά
ουδ' αν τι θύων, ουδ' επισπένδων άνοις,
ουδ' έστι βωμός, ουδέ παιωνίζεται
μόνον δε Πειθώ δαιμόνων αποστατεί· [αποσπ.

{ Lo, one god craves no gift. Thou shalt not bend him By much drink-offering and burnt sacrifice. He hath no attar, hearkeneth to no song, And fair Persuasion standeth far from Death }

Ενίοτε ο Αισχύλος λυπεί την νεωτέραν καλαισθησίαν· προ πάντων οι μακροί δραματικοί του λόγοι είναι τόσον θυελλωδώς μεγάλοι, ώστ' εκ πρώτης όψεως δεν διακρίνει κανείς την λεπτήν ψυχολογίαν· π.χ. ο λόγος, διά του οποίου η Κλυταιμήστρα υποδέχεται τον άνδρα της. Αγνοεί αν εκείνος ήκουσε τίποτε περί της απιστίας της· γνωρίζει ότι αυτή δεν έχει φίλους, ότι ο άνθρωπος τον οποίον ετρόμαζεν εις τα όνειρά της, επέστρεψε, και ότι η τελευταία ώρα δι' εκείνον ή δι' εκείνην ήλθε· προσπαθεί ως μελλοθάνατος να δικαιολογηθή· συχνά της έρχεται να λιποθυμήσει, αλλ' εφ' όσον ομιλεί συνάγει θάρρος, και τελειώνει εν μέσω της νευρικής εντάσεως [μετά φρικτών περί του παρασκευασμένου φόνου υπαινιγμών·]

ευθύς γενέσθω πορφυρόστρωτος πόρος
ες δώμ' άελπτον ως αν ηγήται δίκη
(241).

{ Let all his path be red, and Justice guide him, Who saw his deeds, at last, unhoped for, home! }

ΙΑ'

ΣΟΦΟΚΛΗΣ

ΣΟΦΙΛΟΥ ΚΟΛΩΝΗΘΕΝ (496-406 π. Χ.)


Ο Σοφοκλής υπό του θρύλου διεμορφώθη εις πρόσωπον ιδανικής γαλήνης και ευτυχίας. Αληθώς δε ο βίος του συμπίπτει προς την μεγίστην της πατρίδος του ακμήν. Ήτο δηλαδή νεώτερος ή ώστε να κακοπαθήση πολύ κατά την φυγήν του 480, απέθανε δε πριν να κυριευθώσιν αι Αθήναι. Ήτο πλούσιος, ευσεβής, εύμορφος, εύθυμος, φιλήδονος, έξυπνος, και είχε την χάριν ν' αγαπάται πανταχού και υπό πάντων· είχε τους δύο εκείνους πόρους του βίου, τους μόνους ίσως μη βλαπτομένους εκ του πολέμου, δηλαδή την οπλοποιίαν και την υπό της πόλεως συντηρουμένην δραματουργίαν. Ενίκησε δε τας πλείστας νίκας, δηλαδή είκοσιν, ενώ ο Ευριπίδης πέντε· (αι του Αισχύλου συνέβησαν ότε η άμιλλα ήτο μικροτέρα). Ανεμείχθη εις τα πολιτικά, καίτοι δε η πρακτική του ικανότης ήτο μετρία, ανήλθεν εις τα επιφανέστατα της πόλεως αξιώματα. Έστεργε πάντοτε τας Αθήνας και δεν εδοκίμασε πικρίαν τοιαύτην ώστε να ζητήση παρηγορίαν εις ξένας αυλάς, όπως οι ομότεχνοί του. Εις ταύτα δυνάμεθα να προσθέσωμεν ότι ήτο και καλλιτέχνης άψογος, ολίγα δεικνύων σημεία θείας δυσμενείας (242). Ο πατήρ του ήτο πλούσιος οπλοποιός και τέλειος πολίτης, όχι μέτοικος, ως ο Κέφαλος. Εδιδάχθη δε ο Σοφοκλής την μουσικήν παρά του Λάμπρου, ελέγετο δε ότι κατά τα επινίκια της Σαλαμίνος εξήρχε «μετά λύρας γυμνός τοις παιανίζουσι περί το τρόπαιον». Την πρώτην νίκην ενίκησε κατά τα 408, ότε ήτο 28 ετών, πιθανώς διά του *Τριπτολέμου. Αύτη ήτο η πρώτη επιτυχία τοπικού δράματος, διότι ο Τριπτόλεμος ήτο επιχώριος ήρως, ουδαμού μνημονευόμενος υπό του Ομήρου. Η δε περί της νίκης ταύτης παράδοσις διεκοσμήθη ως εξής· ότι δηλαδή εν τω θεάτρω υπήρχε τόση ταραχή, ώστε ο άρχων αίφνης, καταργήσας τους πέντε συνήθεις κριτάς, παρεκάλεσε τους δέκα στρατηγούς, τους μόλις επιστρέψαντας εκ της εκστρατείας, να κρίνωσιν αυτοί τον αγώνα. Η πρώτη ήττα του Αισχύλου υπό της νεωτέρας γενεάς, η οποία δεν είχε γνωρίσει τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα, θα εγέννησε την αυτήν δυσθυμίαν οποία θα εκράτησεν εν τη νεωτέρα Ελλάδι και τη Ιταλία εναντίον των πρώτων πρωθυπουργών, οίτινες δεν επολέμησαν κατά τους υπέρ ανεξαρτησίας αγώνας.

Έν των πρωιμωτάτων δραμάτων του Σοφοκλέους ήσαν πιθανώς αι * Πλύντριαι. Η σκηνή, όπου εφαίνετο η Ναυσικά και αι αμφίπολοι παρά την θάλασσαν, ενθυμίζει την παλαιάν ορχήστραν, πριν ή καθιερωθή οριστικώς η πρόσοψις ανακτόρου, αυτός δε ο ποιητής υπεδύθη την Ναυσικάν, όπερ θα ήτο δυνατόν κατά την πρώτην του νεότητα. Αρχαιότατον των χρονολογουμένων έργων του είναι η Αντιγόνη, η οποία εδιδάχθη ολίγον πριν ο ποιητής αναδειχθή στρατηγός κατά τον Σαμιακόν πόλεμον του 440, και απετέλει κατά τους ευφυολόγους τον κυριώτατον λόγον της εκλογής του. Ο ποιητής Ίων, ο οποίος συνήντησεν τον Σοφοκλή εν Χίω περιέγραψεν αυτόν ως εύθυμον και ομιλητικώτατον «τα μέντοι πολιτικά (λέγει) ούτε σοφός ούτε ρεκτήριος ην, αλλ' ως αν τις είς των χρηστών Αθηναίων» { of public affairs he "understood about as much as the average educated Athenian." }. Κατά τα 443 [ως μανθάνομεν εξ ευρεθείσης επιγραφής] (243) ήτο ελληνοταμίας, δηλ. ταμίας του συμμαχικού φόρου, και δεν απέτυχεν εις το έργον. Η φήμη και δημοτικότης του φαίνεται ότι ήσαν μεγάλαι, άλλως δεν θα εξελέγετο είς των δέκα προβούλων, των κατασταθέντων μετά την εις Σικελίαν εκστρατείαν του 413. Είναι δε αξιομνημόνευτον, ότι δικασθείς μετά των άλλων, διότι συνέπραξεν εις την εγκατάστασιν της ολιγαρχικής Βουλής του 411, ηθωώθη, ειπών αφελέστατα «ου γαρ ην άλλα βελτίω».

Αδέσποτος θρύλος [μνημονευόμενος υπό του Κικέρωνος] αναφέρει οικογενειακόν επεισόδιον του τέλους της ζωής του, αποδιδόμενον εις τας σχέσεις του μετά της Σικυωνίας εταίρας Θεωρίδος. Ο [εκ της Νικοστράτης| νόμιμος υιός του Ιοφών ενεκάλεσεν αυτών ως ανίκανον πλέον να διοική την οικογενειακήν περιουσίαν. Ο Σοφοκλής ανέγνωσε τότε χορικών του Οιδίποδος του επί Κολωνώ, όπερ έγραφε, και ούτως απέδειξε την πνευματικήν ακμήν του. Το ανέκδοτον όζει κωμωδίας, τα δε εις τον ποιητήν κατά τον χρόνον του θανάτου του αναφερόμενα, ιδίως υπό του Αριστοφάνους εν τοις Βατράχοις και υπό Φρυνίχου του Ευνομίδου εν ταις * Μούσαις, αποκλείουσι την πιθανότητα, ότι προ μικρού είχε συμβή εις αυτών τίποτε σπουδαίον. Ο Σοφοκλής απέθανε κατά τα 406 ολίγους μήνας μετά τον Ευριπίδην, εις τιμήν του οποίου εισήγαγε τον τελευταίον του χορόν και τους υποκριτάς αστεφανώτους «εν τω προάγωνι». Ο τάφος του έκειτο επί της εις Δεκέλειαν οδού, [το δε Μέγα ετυμολογικόν λέγει ότι] προσεφέροντο εις αυτών ως εις ήρωα «Δεξίωνα» θυσίαι, επί τω λόγω ότι «εδέξατό» ποτε τον θεόν Ασκληπιόν εις την οικίαν του. Όντως υπήρξεν ιερεύς του Ασκληπιάδου ήρωος Άλκωνος [όπερ κατά τας επιγραφάς ο Körte διώρθωσεν Αμύνου] και ίδρυσεν Ιερών εις των Μηνυτήν Ηρακλέα· αλλά των πραγματικών λόγον της εις αυτόν λατρείας διασαφεί μάλλον τούτο, ότι είχεν ιδρύσει «ταις Μούσαις θίασον», είδος τι θεατρικής λέσχης των «περί Διόνυσον τεχνιτών». Τοιουτοτρόπως απέβη ήρως ιδρυτής, ως ο Πλάτων και ο Επίκουρος, και αναμφιβόλως ετιμάτο διά θυμιαμάτων και ωδής κατά την γενέθλιον του ημέραν.

Ο Σοφοκλής έγραφε σχεδόν αδιακόπως επί 60 έτη· αξιόλογον χωρίον του Πλουτάρχου σκοπεί ναποδώση την ιδίαν του ποιητού εκτίμησιν περί της αναπτύξεως της τέχνης του. Ότι αυταί αι λέξεις είναι αληθώς ιδικαί του, δεν είναι πιστευτόν· αλλ' η χρήσις των όρων δεικνύει φράσεις παλαιοτάτας· δυστυχώς το χωρίον είν' εφθαρμένον (244). Πρώτον «έλεγε τον Αισχύλου διαπεπαικώς(;) όγκον» — δηλ. αφού ενέπαιξεν, ή αφού απεσκοράκισε την μεγαλορρημοσύνην του Αισχύλου; — «είτα το πικρόν και κατάτεχνον της αυτού κατασκευής, τρίτον ήδη το της λέξεως μεταβάλλειν είδος», ήτοι τέλος έφθασεν εις ευκολώτερον και απλούστερον ύφος και έμεινεν, ως φαίνεται, ευχαριστημένος. Ο Bergk ευρίσκει ίχνη «Αισχυλείου περιόδου» επί τινων αποσπασμάτων του Σοφοκλέους, είναι δε περίεργον ότι αρχαίοι κριτικοί εύρισκον « Σοφόκλειον χαρακτήρα» εν τω ψευδευριπιδείω Ρήσω. (Ούτος δεν ομοιάζει προς τας σωζομένας τελευταίας τραγωδίας του Σοφοκλέους, αλλά μάλλον υπεμφαίνει μίμησίν τινα του Αισχύλου, γενομένην κατά των τέταρτον αιώνα). Μέρος της κατατέχνου τάσεως — η λέξις δύναται να μεταφρασθή και «τεχνικής» ή «επαγγελματικής» — καταφαίνεται εν ταις σκηνικαίς μεταβολαίς, αι οποίαι ιδιαιτέρως αποδίδονται εις των Σοφοκλή, καίτοι βεβαίως πρέπει να φέρωμεν κατά νουν ότι η εις των ιερών χώρον παραδοχή «τριών υποκριτών και σκηνογραφίας» ωφείλετο κυρίως εις δημοσίαν απόφασιν και όχι εις την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν ενός ποιητού.

Ίσως η σπουδαιοτάτη του Σοφοκλέους μεταβολή ήτο η εν τη «οικονομία», ως έλεγον οι αρχαίοι Έλληνες, της τραγωδίας. Μετεχειρίζετο δηλ. όλην την μυθικήν του ύλην εις μίαν καλώς συγκροτουμένην και πλεκομένην υπόθεσιν και επομένως εδίδασκε συγχρόνως τρεις χωριστάς τραγωδίας αντί μιας συνεχομένης τριλογίας (245). Αλλά καθόλου ο Σοφοκλής ειργάζετο ως ευσυνείδητος καλλιτέχνης, καλλωπίζων τας λεπτομερείας, ζητών περισσότερα και λειότερα εργαλεία, και δι' επιτηδείας συναρμογής επιτυγχάνων έντεχνον κατασκευήν και τελείαν αποβολήν υπερβολής ή όγκου, αφού δεν ηδύνατο να πτερυγίζη τόσον πλησίον των ουρανών, όσον ο μέγας προκάτοχός του. Η «πικρά και κατάτεχνος» περίοδος καταφαίνεται καλώς εν τη Ηλέκτρα. Η Ηλέκτρα είναι κατάτεχνος υπό καλήν σημασίαν διά της τέχνης της πλοκής, των σαφών χαρακτήρων, του αρμόζοντος ύφους. Αλλά είναι «κατάτεχνος» και υπό κακήν σημασίαν. Παραδείγματος χάριν, εν τω λόγω του αγγέλου, όπου χρειάζεται μόνον ψευδής αγγελία του θανάτου του Ορέστου, ο ποιητής παρενείρει λαμπράν, μακράν και ήκιστα δραματικήν περιγραφήν των Πυθίων. Είναι και «πικρά». Ο Αισχύλος εν ταις Χοηφόροις είχε ζωηρώς αισθανθή την φρίκην της τραγωδίας του και έσυρε τα πρόσωπά του εις τον φόνον, παραφερόμενα υπό θυελλώδους συγκινήσεως, οδυνηράς και εν μέρει θρησκευτικής· ακμή του πάθους είναι βεβαίως η μητροκτονία, ο δε Ορέστης μετ' αυτήν παραφρονεί. Αλλ' εν τη Ηλέκτρα δεν υπάρχει τι τοιούτον. Η Ηλέκτρα δεν έχει τύψεις συνειδήσεως· ο Ορέστης δεν δεικνύει σημεία παραφροσύνης, την δε έντασιν αποτελεί όχι η κορύφωσις της φρίκης, η μητροκτονία, αλλά το δυσκολώτατον μέρος του έργου, η σφαγή του Αιγίσθου! Ο Αισχύλος, είχεν αποχωρίσει την Ηλέκτραν και την Κλυταιμήστραν· εδώ βλέπομεν αυτάς να επαναρχίζωσι την καθημερινήν λογομαχίαν. Τέλος δε αντί της φρικιαστικής κραυγής, όπου καταλήγουσιν αι Χοηφόροι.

πού δήτα κρανεί, ποί καταλήξει
μετακοιμισθέν μένος άτης;

{-" What is the end of
all this spilling of blood for blood?"-}

η Ηλέκτρα λήγει εις έκφρασιν εντελούς ικανοποιήσεως. Τούτο το πνεύμα παριστάνει την Ηλέκτραν κατά τα άλλα μεν τελείαν, αλλά τόσον άχαριν (246). Ίσως μερική τούτου εξήγησις είναι κάποια φυσική κλίσις του Σοφοκλέους προς την αυστηρότητα και απαρέσκεια προς την αισθηματολογίαν αλλά φαίνεται ότι συνετέλει και η τάσις του προς τον αρχαϊσμόν. Η γλώσσα του αρχαΐζει εξ αρχής μέχρι τέλους· και φαίνεται επίσης αρχαΐζουσα και η έμπνευσις.

Και οι τρείς τραγικοί επραγματεύθηοαν τον μύθον της Ηλέκτρας, αλλά κατά τρόπους χαρακτηριστικά διαφόρους. Το ρεαλιστικόν πνεύμα της Ηλέκτρας του Ευριπίδου είναι ολοφάνερον εις τους λυκοειδείς Πελοπίδας, τον αγαθόν αυτουργόν, και την οικτράν σκηνήν της μετανοίας και του αμοιβαίου ονειδισμού των δολοφόνων. Αλλά και ο Αισχύλος είχε προσπαθήσει να καταστήση ζωντανήν την υπόθεσιν· επήρε τον παλαιόν αιματηρόν μύθον κατά τρόπον σοβαρόν και συνταράσσοντα, όλως διάφορον του Ομήρου, αλλ' εξ ίσου δυνατόν· τοιουτοτρόπως ο Ορέστης του αισθάνεται και ομιλεί καθώς θα ωμίλει αυτός ο Αισχύλος. Μόνον ο Σοφοκλής αφήκε τον μύθον ακριβώς όπως τον ηύρεν. Εγνώριζεν ότι οι παλαιοί εκείνοι πολέμαρχοι δεν εσκότιζον πολύ την συνείδησίν των, ότι δηλαδή εσκότωναν κατά τον παλαιόν απλοϊκόν τρόπον. Δεν εδοκίμασε λοιπόν να τους μετρήση αναλόγως προς εαυτόν, κινδυνεύων να τους κάμη ασυμμέτρους προς το αρχαίον έπος. Η αυτή αντικειμενικότης διαφαίνεται και εις άλλο χαρακτηριστικόν του Σοφοκλέους, ότι τονίζει κυρίως την φυσικήν οδύνην εν τω Οιδίποδι, τον φυσικόν πόνον εν ταις Τραχινίαις και τω Φιλοκτήτη, τούτο δε είναι το πνεύμα του παλαιού και αγρίου έπους. (247)

Παρομοία επιφύλαξις κρατεί τον Σοφοκλή ασφαλή εντός των ορίων της τέχνης. Ποιητής αυστηρώς πιστός εις την πραγματικότητα ή τανάπαλιν αχαλίνωτος την φαντασίαν, διατρέχει τον κίνδυνον να κινήση ή την αγανάκτησιν των θεατών ή την θυμηδίαν. Ο Σοφοκλής αποφεύγει τους σκοπέλους τούτους, δεχόμενος εξ αρχής μέχρι τέλους την παράδοσιν περί των ηρώων και των μυθικών προσώπων όπως εύρισκεν αυτήν. Τα εις αυτόν αποδιδόμενα κριτικά λόγια· «παριστώ τους ανθρώπους οίους δει, Ευριπίδης δ' οίοι εισιν» { I draw men as they ought to be drawn ; Euripides draws them as they are }· ο Αισχύλος «τα δέοντα ποιεί αλλ' ουκ ειδώς γε» {Æschylus did the right thing, but without knowing it} πάντα σημαίνουσιν ό,τι λέγομεν «ακαδημαϊκήν» αντίληψιν της τέχνης. Ο Σοφοκλής είναι ο μόνος Έλλην ποιητής, ο «κλασσικός» κατά την κοινοτάτην σημασίαν, σχεδόν όπως και ο Βεργίλιος και ο Μίλτων. Και αυτό το τέλειόν του ύφος, το οποίον αποτελεί τόσον αισθητήν πρόοδον από της μεγαλορρημοσύνης του Αισχύλου, εμφαίνει μικρότερον ποιητήν, αλλά δεξιώτερον τεχνίτην. Ο υπεράνθρωπος λόγος του Αισχύλου φαίνεται οιονεί φυσικώς υπεράνθρωπος λόγος· είναι ακριβώς η γλώσσα, την οποίαν θα μετεχειρίζετο ο Προμηθεύς, ή εν εξάρσει και η Άτοσσα ή ο Αγαμέμνων. Αλλ' ούτε ο Οιδίπους, ούτε η Ηλέκτρα, ούτε κανείς άλλος θνητός εκτός πεπαιδευμένου Αθηναίον ποιητού θα ωμιλούσαν όπως παριστά τούτους ο Σοφοκλής. Τούτο το ιδικόν του χαρακτηριστικόν επέβαλεν ο Σοφοκλής ως τέλειον πρότυπον όχι μόνον εις τον Αριστοτέλη, αλλά και εις πάντας τους κριτικούς και τους γραμματικούς, απέμειναν δε μόνον οι ποιηταί θαυμάζοντες τον Αισχύλον, τον γράφοντα ως εν μέθη, και τον Ευριπίδην, τον συντριβόμενον μεταξύ των ακτών της ζωής και της ποιήσεως.

Ο αυτός εντός του μέτρου περιορισμός διακρίνεται και όπου ο ποιητής εγγίζει θρησκευτικά σημεία. Ως λέγει ο Σχολιαστής, (εις Ηλέκτραν 831) «τελέως αμηχανεί ο Σοφοκλής εις τους θεούς βλασφημών. Και γαρ εις ήν των θεοσεβεστάτων» {quite helpless in representing blasphemy}. Αντιπαραβάλετε λόγου χάριν τα όμοια χωρία της Αντιγόνης αυτού (στ. 1043) και του Ηρακλέους του Ευριπίδου (στ. 1232). Εν τω Ηρακλεί ο ήρως επιπλήττει τον Θησέα ότι θέλει να τον ανακουφίση εκ της οδύνης του και να εκκαλύψη την κεφαλήν του, όπερ αντέκειτο προς την κοινήν δεισιδαιμονίαν, ο δε Θησεύς απαντά διαρρήδην, ουδαμώς «μιαίνεις θνητός ών τα των θεών» {a mortal cannot pollute the eternally pure element}, και κατωτέρω ζητεί την χείρα του φίλου του· ότε δε ο Ηρακλής διστάζει «αλλ' αίμα μη σοις εξομόρξωμαι πέπλοις» {It is bloody, it will infect you with my crime!}, ο Θησεύς απαντά πάλιν «έκμασσε, φείδου μηδέν» {Let me clasp it, and fear not! }(στ. 1400). Τόσον τολμηρός ήτο ο Ευριπίδης· ενώ ο Σοφοκλής εγνώριζε μεν ότι μωρόν είναι να πιστεύη κανείς εις φυσικήν μόλυνσιν του αίματος και ότι ο θνητός δεν δύναται και θέλων να μολύνη το ηλιακόν φως, αλλ' εθεώρει τας γνώμας ταύτας ως ασεβείς ή ταπεινάς· εμβάλλει λοιπόν αυτάς ως βλασφημίας εις το στόμα του υβριστού Κρέοντος ουδείς παροξυσμός απιστίας ετάρασσε την συγκίνησίν του. Άλλην χαρακτηριστικήν διαφοράν των δύο ποιητών εμφαίνει ο τρόπος καθ' όν επραγματεύθησαν την αιμομιξίαν του Οιδίποδος. Ο Σοφοκλής συχνά την επαναλαμβάνει και τονίζει τας μετατροπάς των συγγενικών σχέσεων του ήρωος, αλλ' ουδέποτε την αισθάνεται κατά βάθος. Αντιπαραβάλετε προς την τραγικήν αυτού ρητορικήν την περί του αυτού πράγματος περιπαθή σκηνήν του Ευριπίδου εν τέλει των Φοινισσών, την ωραίαν συμπάθειαν, την οποίαν ο τυφλός διατηρεί προς την ταλαίπωρον Ιοκάστην, την πεποίθησίν του ότι αυτή, εάν έζη, θα τον συνώδευεν εις την εξορίαν χωρίς παράπονον [στ. 1617], τον τρυφερόν αποχαιρετισμόν προς τον νεκρόν της. Τι είχε προς ταύτα ν' απαντήση ο Κρέων; ενώ ηδήνατο, δεν ετόλμησε ν' αφήση άταφον την Ιοκάστην. Δεν είναι θαύμα ότι ο Σοφοκλής ενίκησε τετραπλασίας του Ευριπίδου νίκας! Δεν ήτο λίαν ευαίσθητος, ουδέ τολμηρός την φαντασίαν· εκ τούτου προέρχεται π. χ. το μόνον εν τη οικονομία του Οιδίποδος τον τυράννου σφάλμα. Η τραγωδία αυτή είναι θαύμα συνθέσεως· δηλ. εκάστη περιπέτεια επακολουθεί φυσικώτατα την άλλην, συγχρόνως δ' εκάστη εξαρτάται εκ των χαρακτήρων των προσώπων, επειδή δηλονότι ταύτα ήσαν οία ήσαν, προσέτι δε συντελεί και εις την διαγραφήν αυτών. Αλλ' ο Τειρεσίας έχει μίαν κηλίδα. Ο γηραιός μάντις έρχεται προς τον βασιλέα, έχων στερεάν απόφασιν να μη αποκαλύψη το απόρρητον, όπερ εφύλαττεν επί 16 έτη· και όμως το λέγει· διατί; εξ ακατασχέτου θυμού, επειδή τον ύβρισεν ο Οιδίπους. Τοιούτος μάντις υποβιβάζει το αξίωμα του· και όμως ο Σοφοκλής δεν φαίνεται ότι το εννοεί (248).