Ο Σοφοκλής λοιπόν εξιδανικεύει μεν, αλλά κάπως κατά συνθήκην. Δεν έχει ούτε την δημιουργικήν φλόγα του Αισχύλου, ούτε το εν τη σκέψει θάρρος ή την αβράν συμπάθειαν του Ευριπίδου. Αλλά παν ό,τι άλλο δύναται να λεχθή περί αυτού είναι μόνον ανεπιφύλακτος θαυμασμός. Πλοκή, ηθοποιία, περιβάλλον, πάντα ταύτα είναι σεμνά και «Ομηρικά»· η ανάλυσίς του, μέχρι του ορίου, όπου φθάνει, είναι θαυμασίως ασφαλής και αληθής· η γλώσσα του είναι θαύμα δυνάμεως λεπτής· η μελωδία του ιαμβικού του τριμέτρου, η προερχομένη εκ των βραχειών καταλήξεων του στίχου και των ποικίλων αυτού τομών, είναι απαράμιλλος· τα χορικά του είναι πάντοτε περίτεχνα και ωραία, αν και κάποτε καταλείπουσι την εντύπωσιν περισσής επεξεργασίας· εάν δεν έχουσι τον συγκινητικώτατον λυρισμόν του Αισχύλου και του Ευριπίδου, είν' εξ άλλου απηλλαγμένα και του κόμπου του ενός και της πολυλογίας του άλλου. Είναι δε βέβαιον ότι ο Σοφοκλής δεικνύει συχνά μίαν υψηλήν και σπανιωτάτην αρετήν. Αισθάνεται, καθώς ο Wordsworth, το μεγαλείον της τάξεως και της υγιείας· βλέπει τρόπον τινά το μέγεθος του θεού εν τη γαλήνη του κόσμου. Ολίγαι χείρες εκτός των ιδικών του ηδύναντο να καλλιτεχνήσωσι το εν τη Αντιγόνη στάσιμον περί της δεινότητος του ανθρώπου ή την πάροδον του χορού του Αίαντος περί μεγάλων και μικρών. Αλλά και η περίφημος εν τω επί Κολωνώ Οιδίποδι απάρνησις της ζωής
μη φύναι τον άπαντα νικά λόγον
έχει τόσον βάθος ηρεμίας, τόσην έλλειψιν παραφοράς, ώστε αν συγκριθώσι και τα αβρότατα και τολμηρότατα του Ευριπίδου μέλη, φαίνονται ταύτα ως ποιητικά πρωτόλεια.
Όσον ανόμοιοι και αν είναι οι δύο τραγικοί, εν τούτοις η οικονομία του Οιδίποδος του τυράννου ζωηρώς ενθυμίζει τα τελευταία του Ίψεν έργα. Από της πρώτης σκηνής η δράσις χωρεί κατ' ευθείαν και αδιάσπαστος προς το τέλος. Το δε διαφέρον στρέφεται όχι προς το τι πράττουσι τώρα οι ήρωες, αλλά προς την ανεύρεσιν του τι είχον άλλοτε διαπράξει. Και μία των ισχυροτάτων σκηνών είναι η προς αλλήλους εσκεμμένη και οδυνηρά εξομολόγησις του συζύγου και της γυναικός περί μερικών σκοτεινών σημείων της ζωής των, τα οποία μέχρι τότε είχον αφήσει σκεπασμένα. Ο μύθος του Οιδίποδος έχει το μέγα πλεονέκτημα ότι παρέχει τοιαύτην εν τω παρελθόντι πράξιν, την ακουσίαν πατροκτονίαν και την αιμομιξίαν, ώστε ο μεν ήρως βδελύσσεται εαυτόν, αλλ' όμως ημείς δεν τον αντιπαθούμεν. Και πράγματι ο χαρακτήρ του Οιδίποδος, η επιμονή του να μάθη την αλήθειαν αντί πάσης θυσίας, η εντελής περιφρόνησις του ιδικού του πόνου, πάντα ταύτα είναι ηρωικά και φυσικώς απορρέουσιν εκ του μύθου. Αλλά της Ιοκάστης η διαγραφή ήτο δύσκολος· και μόνον ότι ήτο πολύ πρεσβυτέρα του συζύγου της ήτο δυσάρεστον· αλλ' ο ποιητής έδωκεν εις αυτήν μεγαλοπρεπή θλίψιν, ήρεμον αξιοπρέπειαν και σκυθρωπήν αντίληψιν της ζωής, αρμόζουσαν εις γυναίκα πικρώς δοκιμασθείσαν. Βεβαίως ο αρχαϊκός μύθος έχει χονδράς απιθανότητας, αλλ' αύται, καθώς παρατηρεί ο Αριστοτέλης, κείνται έξω της τραγωδίας. Εν τη δράσει το παν είναι φυσικόν εκτός του τέλους. Διατί ο Οιδίπους εξορύσσει τους οφθαλμούς του; Η Ιοκάστη ενόησεν ότι ώφειλε ν' αποθάνη και εκρεμάσθη. Αυτός ο Οιδίπους εσκόπει να την φονεύση, αν μη τον προελάμβανε. Διατί δεν την ηκολούθησε; Βεβαίως πάσα ελευθέρα σύνθεσις τοιαύτην θα παρείχε λύσιν· αλλ' ο Σοφοκλής ήτο προσηλωμένος εις τον αρχαίον μύθον και ο μύθος έλεγε σαφέστατα ότι ο Οιδίπους έζησε τυφλός πολύν καιρόν κατόπιν. Ο Ευριπίδης απέφυγε δεξιώς την δυσκολίαν ταύτην. Ο Οιδίπους του συλλαμβάνεται και τυφλώνεται υπό των υπηκόων, φονεύσας ήδη την Ιοκάστην και ζητών να φονεύση τα τέκνα του και να φονευθή. Ως καθαρώς τεχνικόν έργον ο Τύραννος Οιδίπους του Σοφοκλέους είναι πραγματικώς άξιος της θέσεως, την οποίαν του έδωκεν ο Αριστοτέλης, είναι δηλαδή το ύψιστον πρότυπον της ελληνικής τραγωδίας. Έχει βαθείαν αλήθειαν συγκινήσεως και υψηλούς στοχασμούς· έχει θαυμαστήν ρώμην λόγου, ηθοποιίαν και φαντασίαν· και από της καθαράς απόψεως δραματικής εναργείας και τέχνης, ολίγαι οιουδήποτε δράματος σκηναί είναι τόσον ανεκφράστως τραγικαί, όσον η σιωπηλή έξοδος της Ιοκάστης, όταν αυτή μόνη συνείδε την επερχομένην καταστροφήν.
Ο Αίας — τον οποίον οι γραμματικοί επονομάζουσι μαστιγοφόρον προς διάκρισιν από του *Αίαντος του Λοκρού — είναι άκαμπτος και πρωιμωτάτη τραγωδία. Μόνον εν τω προλόγω και τω τελευταίω επεισοδίω έχει τρεις υποκριτάς και αυτοί πράγματι δεν φαίνονται χρησιμοποιούμενοι καλώς, όπως π. χ. εν τη Ηλέκτρα και τη Αντιγόνη. Ο Αίας ηττημένος υπό του Οδυσσέως κατά τον περί των όπλων του «Αχιλλέως αγώνα», ελύσσα μέχρις ού η Αθηνά του αφήρεσε το λογικόν. Απεπειράθη να προσβάλη τον Οδυσσέα και τους Ατρείδας εντός της σκηνής των και, καθώς ο Δον Κιχώτος, αντί τούτων επετέθη κατά προβάτων και βοών. Επανέρχεται εις τα λογικά του, απομακρύνεται εις έρημον παρά την θάλασσαν τόπον και εκεί πίπτει επί το ξίφος του. Τους τελευταίους πεντακοσίους στίχους καταλαμβάνει το ζήτημα της ταφής του, τέλος δε ο ασπονδότατος εχθρός του, ο Οδυσσεύς, πείθει τους Ατρείδας να τιμήσωσι τον νεκρόν. Ωραιότατα της τραγωδίας μέρη είναι οι εν τη μανία του λόγοι του ήρωος και προ πάντων η ηθογραφία της φίλης του Τεκμήσσης, της ευγενικής αιχμαλώτου, την οποίαν αυτός περιφρονεί και η οποία αληθώς υπερβαίνει τον ήρωα εις το θάρρος, την ψυχικήν δύναμιν και την αυταπάρνησιν. Αλλ' είναι δύσκολον να πεισθώμεν ότι ο Αίας όπως εσώθη είν' έργον ομοιόμορφον. Όχι μόνον το μέτρον ποικίλλει πολλαχού, αλλά και η αβρά Τέκμησσα και η αδυσώπητος Αθηνά φαίνονται φέρουσαι Ευριπίδειον επίδρασιν· άλλα δε τεκμήρια μεταγενεστέρας τέχνης, καθώς η κατάχρησις αγγέλων και η παράστασις του Μενελάου ως διεστραμμένου Σπαρτιάτου, συνδυαζόμενα προς το δυσανάλογον μήκος του περί της ταφής διαλόγου, γεννώσι την υπόνοιαν ότι το πρώιμον τούτο δράμα είναι κατόπιν επεξειργασμένον.
Η δε Αντιγόνη είναι ίσως η ενδοξοτάτη των ελληνικών τραγωδιών· ο μύθος στηρίζεται επί της αιωνίως συγκινητικής ιδέας του μαρτυρίου, της αφοσιώσεως εις υψηλοτέρον, άγραφον, νόμον, η οποία καταλήγει εις εξανάστασιν και παράβασιν του κατωτέρου, του γραπτού. Ο Πολυνείκης εσκοτώθη πολεμών εναντίον του σφετεριστού αδελφού του Ετεοκλέους και εναντίον της πατρίδος του· ο δε Κρέων — το όνομα σημαίνει απλώς «άρχων», όπερ εμφαίνει τους επισήμους μυθικούς ηγεμόνας — διατάσσει να ριφθή εις τους σκύλους και τα όρνεα ως προδότης, και απειλεί θάνατον κατά παντός πειρωμένου να τον θάψη. Η αδελφή του Αντιγόνη αποφασίζει να το πράξη· η άλλη αδελφή, η Ισμήνη, διστάζει και φοβείται. Η Αντιγόνη φωράται, αρνείται να υπακούση και καταδικάζεται. Η Ισμήνη δοκιμάζει να συμμερισθή την καταδίκην· ο εραστής της Αίμων ικετεύει· αλλά και οι δύο ματαιοπονούσιν. Ο Κρέων είναι αδυσώπητος. Ο Αίμων ορμά προς τον τύμβον, όπου κατεχώσθη ζωντανή η Αντιγόνη, την ευρίσκει νεκράν και «αυτόχειρ αιμάσσεται». {slays himself}
Εκτός της καλλονής των λεπτομερειών του δράματος τούτου, ιδίως της του ύφους, η μεγαλοφυία του ποιητού καταφαίνεται και εν τούτω, ότι η Αντιγόνη δεν έχει σαφώς ωρισμένον ελατήριον ή δικαιολογίαν ακριβή της πράξεώς της· έθαψε τον αδελφόν της διότι ο αγών του ήτο δίκαιος· και διότι ο θάνατος ήτο αρκετή των αδικημάτων του ποινή· και διότι αυτή δεν επλάσθη διά να συμμερίζεται μίση, αλλ' αγάπην· και διότι άταφος νεκρός είναι προσβολή κατά των θεών· και διότι η καρδία της ανήκει εις τους νεκρούς· και διότι ποθεί ν' αποθάνη. Κάπου δικαιολογείται κατ' αδέξιον και φαινομενικώς αναληθή τρόπον, ότι τον έθαψεν απλώς διότι ήτο αδελφός της· ενώ δεν θα έθαπτε τον άνδρα της ή τον υιόν της! Τούτο είναι απολύτως αληθινόν εν τη πραγματική ζωή. Καθώς η Βεατρίκη Censi, και η Αντιγόνη «δεν δύναται ν' απολογήται· γνωρίζει μόνον ν' αγαπά». Άλλο θαυμάσιον της Αντιγόνης χαρακτηριστικόν είναι ότι δεν εννοεί όλον το ύψος του μαρτυρίου, της αισθάνεται μόνον· ότι είναι δύστηνος κόρη, σκληρότατα τιμωρουμένη διά πράξιν, την οποίαν ήτο υπόχρεως να κάμη, νομίζει δε την πολλήν προς τους «ισοθέους» ευλάβειαν ως αστεϊσμόν· «οίμοι γελώμαι» (στ. 889).
Ο Κρέων επίσης διαγράφεται λεπτότατα. Δεν είναι τέρας, αν και οφείλει να ενεργήση ως τέρας, διότι εστήριξεν όλον του το μεγαλείον εις το πρόσταγμά του. Αφού είδεν ότι το πρόσταγμα εκείνο κατεπατήθη, έλαβε θέσιν, εξ ής είναι σχεδόν αδύνατον να υποχωρήση. Κατόπιν αποδεικνύεται ότι ένοχος ήτο η ανεψιά του. Αλλά δυσκολώτατον πλέον είναι ν' ανακαλέση τους λόγους του· εξ άλλου δ' εκείνη δεν προβάλλει ευλαβή δικαιολογίαν της πράξεώς της. Απεναντίας, τον προκαλεί περιφρονητικώτατα· η Ισμήνη, αναθαρρούσα ενώπιον του πραγματικού κινδύνου, τάσσεται μετά της αδελφής της. Αυτός ο υιός του, ο Αίμων, κατ' αρχάς μέτριος, βαθμηδόν γίνεται βίαιος και ακάθεκτος. Ο Κρέων φαίνεται ήδη ζητών υπεκφυγήν, αρκεί μόνον, ως πείσμων και αυταρχικός, να μη ανακαλέση ό,τι είπεν. Ούτω μετά την αποχώρησιν του Αίμονος, φωνάζει απηλπισμένος ότι επιμένει εις την απόφασίν του· ότι και αι δύο κόραι πρέπει να θανατωθούν. «Και αι δύο;» ερωτά ο χορός. Και εκείνος προφανώς ανακουφιζόμενος, απαντά « όν την γε μη θιγούσαν ευ γαρ συν λέγεις», μόνον την Αντιγόνην, αλλά και αυτήν δεν θέλει να την φονεύση αμέσως· προφανώς επιζητεί καιρόν ν' αναπνεύση και διατάσσει μόνον να καταχωσθή εντός πετρίνου τύμβου και ν' αφεθή έρημος εκεί. Μετά τας νουθεσίας του Τειρεσίου ο Κρέων μετανοεί, αλλ' εννοείται, είναι αργά.
Υπάρχουσι πολλαί ομοιότητες μεταξύ της Αντιγόνης, της υψηλοτάτης ίσως, και της Ηλέκτρας, της ήκιστα ίσως υψηλής των τραγωδιών του Σοφοκλέους. Μεταξύ της δυνατής και αδυνάτου αδελφής υπάρχει ακριβώς η αυτή αντίθεσις· πράγματι ο εν τοις στίχοις όπου η Αντιγόνη ερεθίζει τον Κρέοντα και αποκρούει την παράκλησιν της Ισμήνης να συναποθάνη, φαίνεται ότι έχομεν λείψανα της παλαιάς κατατέχνου περιόδου· υπάρχουσι και τεκμήρια παλαιότητος. Ούτως η ερώτησις « Τις ανδρών;» {What man hath dared?} εν ώ η πραγματική ένοχος είναι γυνή, είναι μέσον προς δραματικήν εντύπωσιν, του οποίου ταχέως απηλλάγη η αθηναϊκή σκηνή. Ο δ' έρως των αντιθέσεων, όν πάντοτε διετήρησεν ο Σοφοκλής, κυριαρχεί εν τη Αντιγόνη
«δυοίν αδελφοίν εστερήθημεν δύο
μια θανόντων ημέρα διπλή χερί»·
{Two brothers by two hands on one day slain}
ή το ωραιοτέρον
θάρσει· συ μεν ζης, η δ' εμή ψυχή πάλαι
τέθνηκεν, ώστε τοις θανούσιν ωφελείν. (στ. 560)
{Be of good cheer, thou livest; but my life For the dead's sake these many days is dead.}
Όντως αι αξιώσεις των νεκρών αποτελούσι κοινόν χαρακτηριστικόν της Αντιγόνης και της Ηλέκτρας· αι τραγωδίαι αύται επαναλαμβάνουσι την διαμαρτυρίαν εκείνην, ήν εξήγγειλεν ήδη ο Αισχύλος εν ταις Χοηφόροις, κατά της τιμωρίας αδικημάτων, γενομένων μόνον εξ ανάγκης επιβαλλομένης εις τους ζώντας. Το δε ερωτικόν ελατήριον του Αίμονος δεν είναι πιθανόν ότι είν' εύρημα αυτού του Σοφοκλέους· διότι δεν αρμόζει προς το πνεύμα του και δεν το μεταχειρίζεται αρκετά, δηλαδή πολύ ολιγώτερον ή ο Ευριπίδης εν τη Αντιγόνη. Η ιδέα θα προήρχετο ίσως εκ του Μιμνέρμου η άλλου ερωτικού ελεγειακού.
Αι Τραχίνιαι και ο Φιλοκτήτης δεικνύουσι σαφώς την επίδρασιν του Ευριπίδου. Αι Τραχίνιαι παριστώσι τον θάνατον του Ηρακλέους διά του κατατρώγοντος ιού, τον οποίον ο εχθρός του, ο Κένταυρος Νέσσος, έδωκεν εις την Δηιάνειραν, την γυναίκα του ήρωος, ως ερωτικόν φίλτρον. Η Δηιάνειρα ανακαλύπτει ότι ο Ηρακλής δεν είναι πιστός σύζυγος, και ότι η νεαρά Ιόλη, την οποίαν της έστειλεν ως αιχμάλωτον, ήτο η αληθινή αφορμή, διά την οποίαν είχε πολεμήσει. Ενθυμείται το ερωτικόν φίλτρον και το στέλλει, ο δε πολύσαρκος ημίθεος αποθνήσκει καταφλεγόμενος δι' αυτού. Ο Δωρικός ήρως, κοινόν πρόσωπον των σατυρικών δραμάτων, δεν είχε γίνει δεκτός εις τας τραγωδίας προ του Ευριπιδείου Ηρακλέους, όπου εμφανίζεται ως ρωμαλέος κατακτητής, εύθυμος και μικράν έχων ευγένειαν ψυχής. Αι Τραχίνιαι έχουσιν ωρισμένας τινάς μιμήσεις του Ηρακλέους, εκτός του Ευριπιδείου προλόγου και της λεπτής δραματικής αντιθέσεως μεταξύ της Δηινείρας και της ακουσίας ερωμένης του ανδρός της. Θα ήτο δε περίεργον να μάθωμεν, εάν υπάρχει καμμία σχέσις της τραγωδίας ταύτης και της κατηγορίας φαρμακείας του Αντιφώντος.
Ο δε Φιλοκτήτης (409 π. Χ.) είναι κατ' εξοχήν ηθογραφικόν δράμα. Ο ήρως ο άλλοτε σύντροφος του Ηρακλέους και ήδη κάτοχος του τόξου του, έπασχεν ένεκα δήγματος εχίδνης. Η εμπύησις εκινδύνευε να προκαλέση λοιμικήν νόσον, οι δ' Έλληνες αφήκαν τον άρρωστον εις την Λήμνον. Πολλά κατόπιν έτη χρησμός εγνωστοποίησεν ότι διά να κυριευθή η Τροία, πρέπει να έλθη ο Φιλοκτήτης και το τόξον. Είναι όμως αδύνατον να πλησιάσωσιν αυτόν· αλλ' ο πολυμήχανος Οδυσσεύς αναλαμβάνει να δοκιμάση, παραλαμβάνει δε και τον Νεοπτόλεμον, τον υιόν του Αχιλλέως. Επειδή δε ο Οδυσσεύς είναι γνωστός εις τον Φιλοκτήτην, απομένει αυτός οπίσω και πέμπει τον Νεοπτόλεμον να συλλάβη τον δυστυχή εις την παγίδα διά ψευδολογιών. Ο νέος αναδέχεται απροθύμως και επισύρει την εμπιστοσύνην του δυστήνου ερημίτου· τα πάντα χωρούσιν εις την σύλληψιν, ότε σπασμός αγωνίας εκ της ανιάτου πληγής προσβάλλει τον Φιλοκτήτην. Ο Νεοπτόλεμος τον περιθάλπει, αλλά συγκινείται ακούων τας ευχαριστίας του απατωμένου και του ομολογεί την αλήθειαν. Ενώ ο Φιλοκτήτης τον εξέλαβεν ως τον μόνον του φίλον, εκείνος υπήρξεν όργανον του ασπόνδου του εχθρού· βαθυτάτα τραγική σκηνή, εξαιρομένη υπό της αρμονίας των στίχων. Το δράμα λύεται κατά τον Ευριπίδειον τρόπον υπό του Ηρακλέους, εμφανιζομένου ως θεού συμφιλιωτού «από μηχανής».
Ο επί Κολωνώ Οιδίπους είναι τραγωδία του αρχαιολογικού εκείνου είδους, του οποίου παλαιότερον παράδειγμα έχομεν τους Ηρακλείδας του Ευριπίδου. Στρέφεται περί τον θρυλούμενον εν τη Αττική τάφον του Οιδίποδος, τον προφανώς μόνον «θρυλούμενον» και μάλιστα όχι παλαιόθεν, διότι βλέπομεν εν της τραγωδίας ότι τοιούτος τάφος δεν ήτο ορατός· Αφού ο Οιδίπους εγήρασε και διά των μακρών πλανών του μετά της θυγατρός του Αντιγόνης επράυνε τρόπον τινά την οξύτητα των εναντίον του αρών, μανθάνει παρά της ερχομένης Ισμήνης ότι νέα περί αυτού μαντεύματα ήλθον εις τας Θήβας εκ Δελφών. Ίο σώμα του θα διατηρήση το άγος (ήτοι taboo, δηλ. την δύναμιν του υπερφυσικώς αγνού ή υπερφυσικώς μιαρού) και θα είναι θείον έρεισμα { divine bulwark } διά την κατέχουσαν αυτό χώραν. Επομένως οι Θηβαίοι ζητούσι να συλλάβωσιν αυτόν, να τον κρατήσωσι πλησίον της Καδμείας γης μέχρις ού αποθάνη και κατόπιν να έχωσι τον τάφον του. Ο Οιδίπους εν τω μεταξύ έχει φθάσει εις τον Κολωνόν, την έδραν των σεμνών θεών, όπου γνωρίζει ότι πρόκειται ν' αποθάνη. Εκεί γίνεται δεκτός ως ξένος υπό του Θησέως και μυστηριωδώς εξαφανίζεται. Αύτη είναι η μόνη τραγωδία του Σοφοκλέους, η στερουμένη πλοκής, είναι δε θαύμα ότι το πείραμα παρήγαγεν έν των υψηλοτάτων αυτού έργων. Η ποίησις εν αυτώ καταλείπει την εντύπωσιν ότι είναι υπερτέρα των κοινών μεθόδων, αρκουμένη εις την ιδικήν της ακτινοβόλον λάμψιν. Αλλ' επειδή είχε παρέλθει πλέον ο καιρός, ότε υπόθεσις άνευ πλοκής, κοσμουμένη διά μόνης της φαντασίας, ηδύνατο να πληρώση έν όλον δράμα, ο Σοφοκλής ηναγκάσθη να παρεμβάλη τα επεισόδια του Κρέοντος και του Πολυνείκους και να παραστήση εκείνον μεν ματαίως αποπειρώμενον να συλλάβη τας δυο κόρας, τούτον δε ακούοντα την πατρικήν κατάραν. Αλλά κέντρον του έργου είναι η φλογερά και σχεδόν άπελπις φιλοπατρία των τελευταίων του Πελοποννησιακού πολέμου ετών. Η δόξα των Αθηνών, η εαρινή άνθησις και ταηδόνια του Κολωνού, η απόρθητος Ακρόπολις, εμπνέουσι τον πατριωτισμόν εκείνον· παλαιός αυτού αντιπρόσωπος είναι ο Θησεύς ο πιστός εις τους νόμους, ο φιλάνθρωπος και ευσεβέστατος βασιλεύς, ο πορίσας διηνεκή ασφάλειαν εκ της τότε γενναίας φιλοξενίας· η δε αποπομπή του Άργους και η αιωνία κατά των σκληρών Θηβών κατάρα θα επέτεινε τον ενθουσιασμόν των θεατών. Το δράμα μνημονεύεται ως θαυμαστόν επί της σκηνής. Πράγματι δε το εν τέλει μεγαλείον του Οιδίποδος είναι των μεγίστων της Ελληνικής ποιήσεως κατορθωμάτων και αυτή η αγρία σκηνή της κατάρας, η αποτόμως αντιτιθεμένη προς αυτό, θα εφαίνετο μεγαλοπρεπής διά καταλλήλου υποκλίσεως.
Η τραγωδία παραδίδεται εν ταις διδασκαλίαις ως διδαχθείσα μετά τον θάνατον του Σοφοκλέους υπό του ομωνύμου αυτού εγγόνου. (249) Αλλ' η στιχουργία φαίνεται σαφώς αρχαιοτέρα της του Φιλοκτήτου (409), οι δε πολιτικοί υπαινιγμοί ωδήγησαν εις απιθάνους εικασίας περί παλαιοτέρας συνθέσεως του έργου. Ίσως πιθανωτέρα είναι η του Campbell, η καθορίζουσα το 411 π. Χ.
Ο επί Κολωνώ Οιδίπους, αν και δεν είναι των χαρακτηριστικωτέρων του ποιητού τραγωδιών, είναι ίσως η βαθύτερον εκ της καρδίας αυτού προερχομένη· θα ήτο δε δύσκολον να εύρη κανείς άλλο τι παραστατικώτερον του Σοφοκλείου ύφους παρά τους ωραίους προς τον Θησέα στίχους του Οιδίποδος [στ.607 κεξ.]
ω φίλτατ' Αιγέως παι, μόνοις ου γίγνεται
θεοίσι γήρας ουδέ κατθανείν ποτε,
τα δ' άλλα συγχεί πάνθ' ο παγκρατής χρόνος·
φθίνει μεν ισχύς γης, φθίνει δε σώματος,
θνήσκει δε πίστις, βλαστάνει δ' απιστία,
και πνεύμα ταυτόν ούποτ' ούτ' εν ανδράσιν
φίλοις βέβηκεν, ούτε προς πόλιν πόλει.
{Fair Aigeus' son, only to gods in heaven Comes no old age nor death of anything ; All else is turmoiled by our master Time. The earth's strength fades and manhood's glory fades. Faith dies, and unfaith blossoms like a flower. And who shall find in the open streets of men Or secret places of his own heart's love One wind blow true for ever ?}
ΙΒ'
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
ΜΝΗΣΑΡΧΙΔΟΥ (480-406 π. Χ.)
Του Ευριπίδου σώζονται δέκα οκτώ δράματα [και πλείστα αποσπάσματα, ήτοι το έν
τρίτον του έργου του] ενώ μόνον επτά εξ εκατέρου των άλλων τραγικών· έχομεν δε
και περισσοτέρας περί αυτού μαρτυρίας ή περί παντός άλλου Έλληνος ποιητού
(250). Και
όμως απομένει ίσως η προβληματικωτάτη φυσιογνωμία της αρχαίας λογοτεχνίας.
Ήτο πραγματικός αντιπρόσωπος της περιόδου εκείνης, και όμως προφανώς
διέκειτο εχθρικώς προς τους συγχρόνους· απετύγχανεν επί της σκηνής — έλαβε
μόνον τέσσαρα πρωτεία κατά τα 50 έτη της δράσεώς του
(251) — και
όμως υπήρξε πάντως ο γνωστότατος εν Ελλάδι ποιητής. Οι σύγχρονοί του τον
έψεγον ως φορτικόν, διότι τους ηνώχλει διά ψυχολογικών προβλημάτων· ως
μοχθηρόν, διότι τους ηνάγκαζε να βλέπωσιν αληθείας μη αρεστάς· ως βλάσφημον
και πονηρόν, διότι εκίνει ζητήματα θρησκευτικά και πνευματικά, τα οποία αυτοί
δεν ηδύναντο ούτε να λύσωσι ούτε να παραβλέψωσι. Απεδοκίμαζον αυτόν ως
παραπολύ φαντασιοκόπον ή παραπολύ πραγματικόν, παραπολύ ευαίσθητον ή
παραπολύ πεζόν, παραπολύ απλούν ή παραπολύ φιλοσοφικόν, κατά δε τον
Αριστοφάνη ήτο συνάμα πάντα ταύτα. Ησθάνοντο ότι τους εξώργιζεν, αλλά δεν
ηδύναντο παρά να τον ακούουν. Αναμφιβόλως εννοούσαν ότι δεν ηγάπα την
ευθυμίαν και ότι επειράζετο ευκόλως. Ίσως δ' εξ άλλου παρεδέχοντο ότι ήτο
σοφός, όπως σκωπτικώς τον απεκάλουν. Οπωσδήποτε μετά την μεγάλην εν
Συρακούσαις συμφοράν εις αυτόν προσήλθον ζητούντες να γράψη τον επιτάφιον
των ελπίδων των Αθηνών.
Η παράδοσις, η τόσον ευνοϊκή προς τον Σοφοκλή, μαίνεται κατά του Ευριπίδου. Ελέγετο ανήθικος, μετά πολλών ελαττωμάτων, αν και ήτο σκυθρωπός· ότι δεν έγραφεν αυτός τα δράματά του, αλλ' οι δούλοι και οι γνώριμοί του· ότι ο πατήρ του ήτο χρεωκόπος, η δε μήτηρ του λαχανόπωλις και τα λάχανά της άγρια· ότι η σύζυγός του ωνομάζετο Χοιρίνη και ήτο αξία του ονόματος· ότι την εχωρίσθη, αλλά και η δευτέρα του σύζυγος ήτο χειροτέρα. Είναι δε νόστιμοι αι συγκρίσεις των δύο τραγικών, όπου ο κακόμοιρος μισάνθρωπος ηττάται υπό του αγαθού Σοφοκλέους, ο οποίος όμως δεν ενόμιζεν εαυτόν χρηστότερον των λοιπών ανθρώπων.
Των θρύλων τούτων τινές ελέγχονται ψευδείς· άλλοι είναι χονδροειδώς απίθανοι· και οι πλείστοι είναι αμάρτυροι. Ούτω δύναται να αποδειχθή ότι ο πατήρ του ποιητού, ο Μνησαρχίδης, ανήκεν εις παλαιόν μεσαίας τάξεως οίκον, ότι είχεν αγρόν και κάποιον αξίωμα τοπικής λατρείας του Απόλλωνος « Φλυήσιν ». Η δε μήτηρ του Κλειώ, η « λαχανόπωλις », ήτο [κατά τον Φιλόχορον] «των σφόδρα ευγενών», φαίνεται δε ότι τρυφερώς ηγάπα τον υιόν της και επέδρασεν επ' αυτόν· πράγματι δε η μητρική στοργή ζωγραφείται ζωηρώς υπό του Ευριπίδου. Περί δε της γυναικός του γνωρίζομεν ότι ωνομάζετο όχι Χοιρίνη, αλλά Μελιτώ και ότι ο Αριστοφάνης κατά το 411 δεν εύρισκε τίποτε να της προσάψη. Περί δε των τριών υιών του λέγεται ότι ο Μνησαρχίδης ήτο έμπορος, ο Μνησίλοχος υποκριτής, ο δε ομώνυμος Ευριπίδης μετά τον θάνατον του πατρός του εδίδαξε την Ιφιγένειαν την εν Αυλίδι, τον Αλκμέωνα και τας Βάκχας. Ο ποιητής ελέγετο ότι διημέρευεν εις την Σαλαμίνα, όπου κατεσκεύασε σπήλαιον απέναντι της θαλάσσης, όπερ εδεικνύετο εις τους περιηγητάς μέχρι των χρόνων του Πλινίου· απέφευγε δε τον όχλον και τα πολιτικά, όσον ηδύνατο να τα αποφύγη Αθηναίος των ημερών εκείνων. Εστρατεύθη, ελειτούργησε μίαν τουλάχιστον φοράν, εξοπλίσας ίσως τριήρη και υπήρξε πρόξενος εν Μαγνησία· το αξίωμα είχεν ομοιότητα προς το των σημερινών προξένων και περιελάμβανε πραγματικήν πολιτικήν υπηρεσίαν. Τας δαπανηράς ταύτας θέσεις φαίνεται ότι κατείχε νέος, και ότι κατόπιν περιέπεσεν εις πενίαν, όπως και πάντες οι γεωκτήμονες κατά τα τέλη του πολέμου. Κατά τάλλα γνωρίζομεν ότι ήτο ο πρώτος Έλλην ο καταρτίσας βιβλιοθήκην χάριν ιδίας δηλαδή χρήσεως και όχι ως βιβλιοπώλης.
Άπαξ ευρίσκομεν αυτόν λαμβάνοντα έμμεσον τουλάχιστον μέρος εις τα πολιτικά. Περί τα 420 κατά τα τέλη του δεκαετούς πολέμου ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδίαν έχουσαν ωρισμένην «θέσιν». Αι Ικέτιδες όχι μόνον συμβουλεύουσιν ειρήνην μετά της Σπάρτης — εις το αυτό απέβλεπον και ο *Κρεσφόντης και ο *Ερεχθεύς — αλλά συμβουλεύει και συμμαχίαν μετά του Άργους και κηρύσσει την εν Αθήναις ανάγκην νεαρού και ευγενούς στρατηγού. Τοιούτος ήτο τότε, πρωταγωνιστών και προτρέπων εις την μετά του Άργους συμμαχίαν, ο Αλκιβιάδης· κατά δε το επόμενον έτος κατήρχετο εις τα Ολύμπια μετά τεσσάρων αρμάτων, τα οποία τόσον προεκάλεσαν θόρυβον ανά την Ελλάδα και ενίκησε την νίκην, της οποίας το επινίκιον εποίησεν ο Ευριπίδης. Εκ τούτων διαβλέπομεν ότι και ο από σκηνής φιλόσοφος, όπως ο Σωκράτης, υπερετίμησε κατά τινα περίοδον τον Αλκιβιάδην. Αλλ' αγνοούμεν πόσον χρόνον διήρκεσεν η φιλία εκείνη· διότι κατόπιν ο μεν Ευριπίδης ετάσσετο υπέρ της ειρήνης, ο δε Αλκιβιάδης υπέρ του πολέμου· περί δε τον χρόνον της εις Σικελίαν εκστρατείας ο Ευριπίδης έχασε την εμπιστοσύνην εις τον στρατηγόν εκείνον. Αι Τρωάδες (415 π. Χ.) άρχονται διά περιγραφής μεγάλου στόλου θριαμβικώς απερχομένου, επειδή οι ναύται αγνοούσιν ότι επικρέμαται θεία τιμωρία.
Έκτοτε πάντα τα δράματά του κατά την τελευταίαν αγωνίαν του πολέμου γράφονται πυρετωδώς και ρίπτουσι δυνατόν αλλά και παραμορφωτικόν φως εις τον χαρακτήρα του ποιητού. Αι βαθείαι του συγκινήσεις γίνονται κατάδηλοι προς βλάβην της τέχνης του, αυτός δε φαίνεται αγαπών να κατασχίζη τα ιδανικά του. Η φιλοπατρία ήτο ανέκαθεν ισχυρόν συναίσθημα του Ευριπίδου. Κατά τα 427 έχομεν την ευάρεστον πατριωτικήν αυτοπεποίθησιν των Ηρακλειδών, το πνεύμα νεωτέρου τινός Περικλέους. Αλλά και προτού (428) ο Ιππόλυτος ενείχε καθαράν αισθηματικήν φιλοπατρίαν, μετέπειτα δε Ερεχθεύς, ο *Θησεύς και αι Ικέτιδες. Τα τελευταία όμως έργα έχουσιν άλλο πνεύμα. Αι εκπνέουσαι Αθήναι δεν μνημονεύονται πλέον, αλλ' η επιθανάτιος αγωνία και τα αμαρτήματα της πόλεως περιστοιχούσιν ημάς πανταχόθεν· η μέθη της μάχης εξέλιπε, παραμένει δε η φρίκη του πολέμου. Ο ποιητής παριστάνει τους νικητάς τόσον δυστυχείς όσον και τους ηττημένους, άμα δε πανουργοτέρους και αθλιωτέρους.
Άλλη θεωρία πάντοτε κατέχουσα τον ποιητήν, αλλά τότε δεσπόζουσα, είναι δυσπιστία προς την πολιτείαν και τας μεθόδους αυτής, ήτοι η θεωρία, την οποίαν διαρρήδην εκήρυσσεν εσχάτως ο Τολστόης. Κατάρα της ζωής είναι οι πολύπλοκοι πολιτειακοί και κοινωνικοί δεσμοί. Αδέσμευτος άνθρωπος ημπορεί ν' αδικήση πολλά, πάντοτε όμως έχει καρδίαν· μόνον ο δούλος της πατρίδος του, το όργανον των συνηνωμένων πολλών, δεν δύναται να συμπαθή· ο Οδυσσεύς των Τρωάδων και του Παλαμήδους (415 π. Χ.) χωρεί περαιτέρω και αυτού του Οδυσσέως της Εκάβης (424) οπού ο τοιούτος τύπος απεικονίζεται κατά πρώτον. Δεν είναι δηλαδή αυτός αιμόδιψος, αλλ' είναι υπόχρεως να προτάξη παντός άλλου το συμφέρον των Αχαιών. Διότι θα επέλθη καταστροφή, αν αυτός μη ψευσθή, μη φονεύση και προδώση. Τοιούτος είναι και ο Μενέλαος του Ορέστου και προ πάντων ο Αγαμέμνων της εν Αυλίδι Ιφιγενείας· αι περί αυτούς κοινωνικαί συνθήκαι φαίνονται μη επιτρέπουσαι δικαιοσύνην ή ηθικήν.
Άλλο χαρακτηριστικόν των τελευταίων ετών του πολέμου είναι η τάσις του ποιητού προς περιγραφήν της εσχάτης εκδικήσεως. Τούτο ήτο παλαιόν του Ευριπίδου θέμα — τω 431 η Μήδεια εδίδασκε την εκδίκησιν — αλλ' ήδη ο ποιητής έβλεπε παντού παραδείγματα του κανόνος ότι οι πέρα τινός ορίου αδικούμενοι άνθρωποι μεταβάλλονται εις θηρία. Η ιδέα αυτή παρέχει ενότητα εις την Εκάβην, δηλ. η βαθμιαία απορρόφησις της όλης φύσεως της ανάσσης εις μίαν άπειρον δίψαν εκδικήσεως, λύει δε την απορίαν του Σχολιαστού του Ορέστου, ότι «πλην Πυλάδου πάντες φαύλοι εισιν». {apart from Pyladis everybody in it is bad} Άλλο επιτεινόμενον αίσθημα του Ευριπίδου είναι η προς τους αρχαίους μύθους, τους καλουμένους ηρωικούς, αποστροφή του. Η Ηλέκτρα του ήτο αρκετή να στηλιτεύση την αιμοδιψίαν των Ατρειδών. Μετ' αυτήν ας αναγνώση τις ό,τι λέγει περί του θέματος εκείνου όστις δήποτε άλλος ποιητής, ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος ή ο Όμηρος και θα πεισθή ότι μόνος ο Ευριπίδης απεικόνισε την αλήθειαν, ότι η δολοφονία ουδέποτε είναι συγγνωστή.
Κατά την τελευταίαν εκείνην περίοδον του εν Αθήναις βίου έχομεν πράγματι κάποτε τον θρυλούμενον Ευριπίδην — τον ανακόλουθον προς εαυτόν, τον τελείως μεν άθρησκον, αλλ' αντίθετον προς τους πλείστους φιλοσόφους, τον περιφρονούντα μεν τους πλουσίους, αλλά μανικώς πολέμιον της ακράτου δημοκρατίας, τον αποστρεφόμενον τους πολλούς, προκαλούντα δε την κοινήν προσοχήν διά μόνης της δυνάμεως του νου. Κατετρέχετο ήδη ακαταπαύστως υπό αγέλης κωμικών ποιητών και εννοείται, υπό των μεγάλων ομάδων των θρήσκων και των χυδαίων. Κατά την πάλην εκείνην ηττήθη. Διδάξας δε τον Ορέστην τω 408, αφήκε τας Αθήνας και απήλθεν εις την αυλήν του Αρχελάου του Μακεδόνος· ελέγετο δε ότι έφυγεν αχθόμενος «επί τω σχεδόν πάντας επιχαίρειν», αλλά δεν ηξεύρομεν και τον λόγον της κοινής εκείνης χαράς. Εν Μακεδονία ηύρε την ησυχίαν και πιθανώς όμιλον ομοφρόνων. Εκεί ήσαν ο τραγικός Αγάθων και ο μουσικός Τιμόθεος, παλαιοί του φίλοι και οι δύο, επίσης δε ο ζωγράφος Ζεύξις και πιθανώς ο Θουκυδίδης. Ενίοτε κάτωθεν της στιλπνής επιφανείας της Μακεδονικής αυλής διεφαίνετο περισσή βαρβαρότης. Ο θρύλος ότι ο Ευριπίδης εσπαράχθη υπό των σκύλων του βασιλέως φωράται μύθος, αφού σιωπά ο Αριστοφάνης. Αλλά πάντως ο Αθηναίος εξεπλάγη ότε κάποιος αυλικός, ομιλήσας αποτόμως προς αυτόν, του παρεδόθη αμέσως προς μαστίγωσιν. Ο ποιητής απέθανε δεκαοκτώ μήνας μετά την εις Μακεδονίαν άφιξίν του. Αλλά η ησυχία και άνεσις της νέας του διαμονής αφήκεν ίχνη επί των έργων του. Μοναδικήν έχουσι δροσερότητα και χάριν αι δύο τραγωδίαι, αι Βάκχαι και η εν Αυλίδι Ιφιγένεια, την οποίαν αφήκεν ατελή, πάντως δε αι Βάκχαι φέρουσι και εικόνας Μακεδονικών τοπίων (565 κεξ.). Του * Αρχελάου, τον οποίον έγραψεν εις τιμήν του ξενίζοντος αυτόν, μόνον ολίγα λείψανα επιζώσι (252).
Βεβαίως και εν Αθήναις η βαρυθυμία του δεν ήτο παντοτινή. Κάλλιστα δε τον χαρακτήρα του ποιητού απεικονίζουσιν αι λαμπραί επεξεργασίαι των τελευταίων του δραμάτων και αι νέαι μορφαί, τας οποίας επινοεί ως ιδεώδεις. Περιφρονών την ανωτέραν κοινωνίαν και την πολιτικήν ισχύν, καταλύουν τα πολυθαύμαστα είδωλα των Ομηρικών ηρώων, συμπαθών δε γενικώς προς τους αδυνάτους και τους αφανείς, ανευρίσκει την μεγαλοψυχίαν μεταξύ ανθρώπων ησύχων, αμολύντων υπό της κοινωνίας. Ήρως της Ηλέκτρας είναι ο Μυκηναίος αυτουργός, ο ειλικρινής, ο τίμιος, ο διακριτικός, ο οποίος τόσον καλά συναισθάνεται ότι είναι κατώτερος των αγρίων βασιλέων του οίκου, όσον εκείνοι πιστεύουσιν ότι είναι ανώτεροί του. Αλλά προ πάντων ο Ευριπίδης διατηρεί την παλαιάν του πεποίθησιν εις την απέραντον δύναμιν της απείρου κόρης. Μεταξύ μόνον των σωθέντων δραμάτων έχουσι μαρτυρικήν παρθένον ως ηρωίδα οι Ηρακλείδαι, η Εκάβη, η Ιφιγένεια η εν Αυλίδι· απηχήσεις δε αυτής έχουσιν αι Τρωάδες και αι Ικέτιδες. Η τοιαύτη παρθένος είναι πάντοτε τύπος πραγματικός και πάντοτε διάφορος. Ο μεν είς πόλος είναι ίσως η Κασσάνδρα των Τρωάδων, όπου εξαίρεται η δύναμις του βλέπειν πέρα των συμφορών του παρόντος, η δευτέρα αυτή όρασις των διαυγών πνευμάτων. Ο δε άλλος πόλος, η ανθρωπινωτέρα φάσις, υπάρχει εν τη Ιφιγενεία. Η νεαρά κόρη βλέπουσα κατά πρώτον ότι επιάσθη εις την θανάσιμον παγίδα, λιποψυχεί και καθικετεύει πάντας ως παιδίον, να μη σφαγή· αλλά κατόπιν, αφού παρέρχεται η πρώτη συγκίνησις, αφού συνομιλεί προς την ψυχήν της μόνη, αφού βλέπει ότι ο Αχιλλεύς είν' έτοιμος να πολεμήση και να αποθάνη χάριν της, εξαίρεται εις το ύψος εκουσίου υπέρ της Ελλάδος μαρτυρίου. Διότι η ζωή ενός Αχιλλέως αξίζει χιλίας ζωάς γυναικών, όπως αυτή! Ούτως αίρεται ασυγκρίτως υπερτέρα παντός άλλου προσώπου της τραγωδίας ταύτης, επισκιάζουσα και αυτόν τον Αχιλλέα. Και όμως ο Αριστοτέλης — τοιαύτα τα ολισθήματα της ανθρωπίνης κριτικής — την θεωρεί ως τύπον «ήθους ανωμάλου» [δηλαδή ανακολούθου].
Άλλο λαμπρόν στοιχείον περιέχουσι τα καθαρώς ρωμαντικά δράματα των τελευταίων ετών του ποιητού, η Ελένη και η *Ανδρομέδα, έργα, υπενθυμίζοντα τους Όρνιθας του Αριστοφάνους. Ο Ευριπίδης ευρίσκει αναψυχήν αποστρέφων το πρόσωπον από των πολιτικών πραγμάτων, τα οποία έθλιβον ολόκληρον την πόλιν. Η Ελένη είναι έργον φωτεινόν έχον καθαράν ατμόσφαιραν και ωραία χορικά· η Ελένη και ο Μενέλαος είναι και οι δύο αθώοι. Η δ' Ανδρομέδα ήτο, καθόσον φαίνεται, ο μόνος απλούς και ανέφελος ερωτικός μύθος, όν έγραψεν ο Ευριπίδης. Ήτο δε δράμα πολυθρύνητον. Ο Λουκιανός διηγείται νοστιμώτατα τα κατά τον τραγικόν πυρετόν, τον καταλαβόντα τους Αβδηρίτας· ότι περιερχόμενοι «ιαμβεία εφθέγγοντο», «μάλιστα δε την Ευριπίδου Ανδρομέδαν εμονώδονν και την τον Περσέως ρήσιν εν μέρει διεξήεσαν και μεστή ην η πόλις ωχρών απάντων και λεπτών των εβδομαίων εκείνων τραγωδών,
συ δ' ω θεών τύραννε κανθρώπων έρως,
και τα άλλα μεγάλη τη φωνή αναβοώντων ». { and especially sang the solos in the Andromeda and went through the great speech of Perseus, one after another, till the city was full of seven-day-old tragedians, pale and haggard, crying aloud, ' O Love, high monarch over gods and men,' and so on." } Η *Ανδρομέδα ήρχιζεν (άρα γε άνευ προλόγου;) παριστάνουσα την ηρωίδα «διατεταμένην τας χείρας» επί του βράχου και περιμένουσαν την χαραυγήν διά των λόγων [απόσπ. 114]
ω νυξ ιερά,
μακρόν ως ίππευμα διώκεις.
{ O holy Night, how long is the wheeling of thy chariot!}
Μικρά τινα λείψανα δεικνύουσι την καλλονήν του όλου έργου· π.χ. η επίκλησις του χορού προς την Ηχώ [απόσπ. 118]
προσαυδώ σε τάν εν άντροις,
{by Aidos that dwelleth in caves}
και η προς τον εραστήν και ελευθερωτήν αυτής αποστροφή της Ανδρομέδας [απόσπ. 133]
άγου δε μ' ω ξέν' είτε πρόσπολον θέλεις,
είτ' άλοχον είτε δμωίδα.
{" Take me, O stranger, for thine handmaiden, Or wife or slave"}
Τοιούτον αγνόν και ευτυχή τόνον έρωτος ουδέποτε προτού είχεν εύρει ο Ευριπίδης. Μόνος δε ο *Φαέθων περιείχε τοιαύτα υπεράνθρωπα μυστήρια τεράτων και μαγείας.
Ούτος εννοείται είναι ο Ευριπίδης του τέλους του πολέμου, ότε η πάλη απέβη οξυτέρα. Αλλ' ήδη από του 445, ότε πρώτον ενεφανίσθη διά των *Πλειάδων, αφήκεν εις τον κόσμον την εντύπωσιν ότι ήτο ανόμοιος προς παν ό,τι εγνώριζον προτού. Αμέσως εδείχθη ως ποιητής της σχολής και της σκέψεως των σοφιστών, ως ο απόστολος της σαφηνείας της εκφράσεως, ο λέγων ό,τι έχει να είπη καθαρώς και ακόμπως. Η γλώσσα του εθαυμάζετο λίαν υπό των μεταγενεστέρων, αλλ' εις ημάς δεν εμποιεί πολλήν εντύπωσιν, επειδή φαίνεται ως τετριμμένη και άτονος, διότι είμεθα συνηθισμένοι εις κοινούς μιμητάς αυτής από του Ισοκράτους μέχρι Θεοδώρου του Προδρόμου. Και αι *Πελιάδες πιθανώς κατεδείκνυον την δύναμιν του Ευριπίδου εις την ανεύρεσιν νέας εμπνεύσεως. Και η μεν φιλοσοφική του κλίσις κατεφαίνετο επί στίχων οίοι οι εξής·
ουκ έστι τα θεών άδικ' εν ανθρώποισι δε
κακοίς νοσούντα σύγχυσιν πολλήν έχει·
{in God there is no injustice . . . }
(αποσπ. 606) η δε συμπάθειά του προς τα παντοειδή πάθη εκ της εκλογής γυναικός οία η Μήδεια, ως πρωταγωνιστούσης.
Αλλά το παραστατικώτατον των παλαιών του έργων και το μάλιστα εκπλήξαν τους συγχρόνους ήτο ο *Τήλεφος. Έχει πολλά των κατόπιν χαρακτηριστικών, αλλ' ανεπτυγμένα μόνον εις το ήμισυ, και συγκαλυπτόμενα υπό τινος επιπολαιότητος και απειρίας. Πρέπει δε να έχωμεν διαρκώς τον *Τήλεφον υπ' όψιν, χαράσσοντες την βαθμιαίαν πρόοδον των Ευριπιδείων χαρακτήρων και μεθόδων. Ο πληγωμένος βασιλεύς της Μυσίας γινώσκει ότι ουδέν άλλο παρά το δόρυ του Αχιλλέως, όπερ επλήγωσεν αυτόν, δύναται και να τον θεραπεύση· οι Έλληνες είναι πάντες εχθροί του· περιέρχεται την Ελλάδα, χωλός ένεκα της πληγής και μετημφιεσμένος εις επαίτην· ομιλεί μεταξύ πολεμίων στρατηγών, προσβάλλεται εις την υπεροψίαν του, αλλ' επιτυγχάνει ό,τι επιζητεί· εισάγεται δηλαδή ως ικέτης εις την Κλυταιμήστραν, αρπάζει τον Ορέστην βρέφος ακόμη, αναγνωρίζεται, απειλεί ότι θα φονεύση το παιδίον, αν προχωρήση κανείς εναντίον του, προβάλλει τους όρους του και θεραπεύεται. Ο εξαιρέτως ψύχραιμος και επινοητικός ήρως — ο υπενθυμίζων τινά των προσώπων του Ουγγώ ή του Δουμά — ήτο κάτι νέον, και ελκυστικόν επί της σκηνής. Πρωτότυπος επίσης ήτο τότε η «αναγνώρισις» ως δραματική περιπέτεια, ως μεταβολή δηλαδή της θέσεως διά της αποκαλύψεως τις ήτο πραγματικώς εκείνος, ήτοι ενταύθα ότι ο χωλός εκείνος επαίτης ήτο ο Τήλεφος. Αλλά το αγαπητόν του Ευριπίδου μέσον κατήντησε κοινόν κατά τους χρόνους του Αριστοτέλους και σχεδόν κανονικός τρόπος της λύσεως δραμάτων. Των σωζομένων τραγωδιών ο Ίων, η Ηλέκτρα, η Ελένη και η Ιφιγένεια η εν Ταύροις έχει αναγνωρίσεις. Μεταξύ δε των απολομένων ο *Κρεσφόντης ήτο διά τούτο περίφημος. Ο ήρως εκείνος, υιός του φονευθέντος βασιλέως της Μεσσηνίας, διέφυγε τον σφετεριστήν της αρχής Πολυφόντην και ανετράφη κρύφα, ενώ η μήτηρ του Μερόπη ήτο υποχείρια του τυράννου. Ο υιός επιστρέφει διά να την σώση, κατορθώνει δε να πλησιάση τον Πολυφόντην υποκρινόμενος ότι εσκότωσε τον Κρεσφόντην και ζητεί διά τούτο αμοιβήν. Η Μερόπη ακούει ότι ξένος τις ευρίσκεται εντός της οικίας θέλων αμοιβήν ως φονεύσας τον υιόν της. Πέμπει αμέσως άνθρωπον εις το άσυλον του υιού της και μανθάνει ότι είχεν εξαφανισθή. Απηλπισμένη αρπάζει πέλεκυν και ορμά προς τον τόπον όπου ο νέος εκοιμάτο. Μόλις κατά την υστάτην στιγμήν, ότε ακριβώς έλεγεν
την δ' εγώ δίδωμί σοι | πληγήν,
{Infernal Hades, this is mine offering to thee}
ο παλαιός δούλος του ανδρός της, ο κρατών τον λύχνον, αναγνωρίζει το μειράκιον, ορμά και προλαμβάνει τα κτύπημα. Το σκηνικόν τούτο κατόρθωμα διετήρει την δύναμίν του μέχρι των χρόνων του Πλουτάρχου.
Πλην της τεχνικής αναγνωρίσεως ο *Τήλεφος έδωκε το σύνθημα προς ποίησιν υποθέσεων μελοδραματικών, η τάσις δ' αυτή είναι φανερά προ πάντων εν τω Ορέστη. Το δράμα τούτο αρχίζει ολίγας ημέρας μετά τον φόνον της Κλυταιμήστρας και του Αιγίσθου. Ο Ορέστης και Ηλέκτρα αποκλεισθέντες εντός των ανακτόρων υπό των Αργείων, περιμένουσι την καταδικαστικήν ψήφον της πόλεως. Και ο μεν Ορέστης είναι άρρωστος και παράφρων· η δε Ηλέκτρα, εξηντλημένη εκ των φροντίδων και των περιποιήσεων, φοβείται ότι πιθανώτατα και οι δύο θα λιθοβοληθώσιν. Αλλ' υποφώσκει η σωτηρία· ο Μενέλαος, ο αδελφός του πατρός των, εισέπλευσε μετά της Ελένης εις τον λιμένα. Η Ελένη έρχεται εις τα ανάκτορα και οι στρατιώται του Μενελάου φρουρούσι τας εισόδους. Ο Ορέστης βαθμηδόν ανακτά τας φρένας και φαίνεται ως να εσώθησαν οι δύο αδελφοί. Αλλ' ο Μενέλαος είναι ο φυσικός κληρονόμος της βασιλείας μετά τον Ορέστην, αποστρέφεται δε τας εκδικήσεις· εξ άλλου δεν θέλει ν' αντιπράξη εις το θέλημα του λαού μηδέ να προσβάλη τον πενθερόν του Τυνδάρεων, ζητούντα εκδίκησιν διά την Κλυταιμήστραν· εν συντόμω εννοεί ν' αφήση τους δύο αδελφούς να λιθοβοληθώσιν. Σκηναί ζωηρών αντιθέσεων επακολουθούσιν αλλήλας, μέχρις ού και οι δύο πείθονται ότι το παν εχάθη. Η μανία καταλαμβάνει τον Ορέστην· δράττει το ξίφος και ορμά κατά της Ελένης και της Ερμιόνης. Όπως διαφύγωσι τον λιθοβολισμόν, η Ηλέκτρα και ο Ορέστης αποφασίζουσι ν' αποθάνωσιν· εκείνη ζητεί παρ’ αυτού να την φονεύση· εκείνος απαντά « έκτεινα μητέρα» {My mother's blood is enough. I will not kill thee. Die as best thou mayest } [την δε λύσιν επιφέρει φαινόμενος ο Απόλλων από μηχανής].
Ο *Τήλεφος διά ποικίλους λόγους ήτο το χαρακτηριστικώτατον δράμα της πρώτης περιόδου του Ευριπίδου, αλλά φαίνεται ως έργον νέον. Ίσως η πραγματικότης εν αυτώ είναι τόσον λεπτή όσον εν τη Ηλέκτρα. Αλλά το κύριόν του γνώρισμα ήτο το φόρεμα του μετημφιεσμένου επαίτου, το οποίον απεσκοράκιζε πάσαν σκηνικήν εθιμοτυπίαν. Ο ήρως των Αχαρνέων του Αριστοφάνους, ο Δικαιόπολις, αναγκαζόμενος ν' απολογηθή όπως σώση την κεφαλήν του, παρακαλεί τον Ευριπίδην να του δώση μερικά «τραγικά τρύχη», τα οποία να συγκινήσουν τους θεατάς. Και γνωρίζει μεν ακριβώς ποία ράκη του αρμόζουσιν, αλλά δεν ενθυμείται το όνομα του ανθρώπου, ο οποίος τα εφόρει. Ο Ευριπίδης τον ερωτά·
τα ποία τρύχη; μων εν οίς Οινεύς οδί
ο δύσποτμος γηραιός ηγωνίζετο;
Δικ. ουκ Οινέως ην, αλλ' έτ' αθλιωτέρου
Ευρ. τα του τυφλού Φοίνικος;
Δικ. Φοίνικος ου,
αλλ' έτερος ην Φοίνικος;
αθλιώτερος
Ευρ. Αλλ' ή Φιλοκτήτου τα τον πτωχού λέγεις;
Δικ. ουκ, αλλά τούτου πολύ πολύ πτωχιστέρου.
Ευρ. Αλλ' ή τα δυσπινή θέλεις πεπλώματα,
ά Βελλεροφόντης είχ' ο χωλός ουτοσί;
Δικ. Ου Βελλεροφόντης . . .
Ευρ. Οίδ' άνδρα Μυσόν Τήλεφον . . .
Ω παι, δος αυτώ Τηλέφου ρακώματα·
κείται δ' άνωθεν των Θυεστείων ρακών
μεταξύ των Ινούς . . .
{"The old unhappy Oineus appeared in rags," says Euripides. " It was not Oineus; some one much wretcheder." " The blind Phoenix perhaps?" "Oh, much, much wretcheder than Phoenix!" "Possibly you mean Philoctetes the beggarman?" "No, a far worse beggar than Philoctetes." " The cripple Bellerophon ?" "No, not Bellerophon; though my man was a cripple too, and a beggar and a great speaker!' "I know; Telephus of Mysia! — Boy, fetch Telephus's beggar-clothes; they are just above Thyestes's rags, between them and Ino's!'}
Είναι δύσκολον επίσης ν' ανεύρωμεν εν τω *Τηλέφω καμμίαν επιτέχνησιν ή λεπτότητα, οποίαν βλέπομεν μετά δέκα έτη παραδείγματος χάριν εν τω Ιππολύτω (στ. 1000-1100), όπου ο Ιππόλυτος επανερχόμενος ευρίσκει τον πατέρα του ιστάμενον επί του νεκρού της Φαίδρας και αναγινώσκοντα το δελτίον, το περιέχον την κατ' αυτού συκοφαντίαν. Αγνοεί τα αναγραφέντα εκεί, αλλ' εικάζει αρκετά διατί απέθανεν η Φαίδρα. Αναποδράστως λοιπόν οι τρόποι του δεικνύουσι ταραχήν και η στενοχωρία του φαίνεται ως ενοχή. Τούτο είναι λεπτότατον· αλλ' υπάρχει και άλλη τεχνική λεπτότης ολίγον κατωτέρω, όπου ο Ιππόλυτος υπερασπίζει εαυτόν, αλλ' επειδή έχει ορκισθή ότι δεν θα είπη ό,τι ηδύνατο να τον σώση, οι λόγοι του γίνονται ελλιπέστεροι και δυσκολώτεροι. Δύο τουλάχιστον φοράς φαίνεται ως να πρόκειται να παραβή τον όρκον· και διατί να μη τον παραβή, αφού ο όρκος του απεσπάσθη διά στρατηγήματος και απέρριψεν αυτόν αμέσως λέγων
η μεν γλώττ' ομώμοχ' η δε φρην ανώμοτος;
{My tongue hath sworn; there is no bond upon my heart.}
και όμως τηρεί σιωπήν, όπως ωρκίσθη· στρέφεται απηλπισμένος προς τους
θεούς και απέρχεται κατηραμένος
(253)
Ο Ιππόλυτος έχει και άλλην δεξιότητα της Ευριπιδείου οικονομίας, η οποία
γενικώς παρενοήθη. Η κυρία δυσκολία ήτο να παρασυρθή το θέατρον υπέρ της
Φαίδρας κατά την ακμήν του πάθους, όπερ εξώθησεν αυτήν εις την φονικήν
συκοφαντίαν. Τούτο ηδύνατο να γίνη μόνον αδικουμένου του Ιππολύτου, είναι δε
δυσχερέστατον να παραστήση τις ευθύν και γενναίον άνθρωπον πράττοντα μεν το
δίκαιον, καθιστάμενον δε διά τούτο μισητόν. Αλλ' ο μακρός του Ιππολύτου λόγος
(στ. 616 κεξ.) επιτυγχάνει τούτο. Κατά την έξοδον αυτού ο θεατής είναι προς
στιγμήν δυσμενής και συμπαθεί ολοψύχως προς την Φαίδραν.
Κατά πρώτον τω 431, δηλαδή προ του Ιππολύτου, αλλά επτά έτη μετά τον *Τήλεφον, ο Ευριπίδης επραγματεύθη το θέμα του ατυχούς ή τραγικού έρωτος, το οποίον κατόπιν έκαμεν όλως ιδικόν του. Η Μήδεια είναι ίσως η καλλιτεχνικώς αψογωτάτη των τραγωδιών του· και όμως παραδόξως απέτυχε κατά την πρώτην διδασκαλίαν. Η βάρβαρος ηρωίνη απήχθη εκ της πατρίδος της υπό του Ιάσονος, αλλ' ούτος κατόπιν εγκατέλειψεν αυτήν, όπως νυμφευθή την κόρην του βασιλέως της Κορίνθου. Η Μήδεια προσποιουμένη ότι συναινεί, πέμπει προς την νύμφην δώρα
λεπτόν τε πέπλον και πλόκον χρυσήλατον.
Αλλά και τα δύο περιείχον φάρμακον «παμφάγον». Η νύμφη αποθνήσκει οδυνηρότατα, η δε Μήδεια διά να εκδικηθή και τον Ιάσονα, φονεύει τα τέκνα της και φεύγει εκ της Κορίνθου.
Αύτη ήτο η αρχή των θαυμασίων γυναικείων τύπων, διά των οποίων ο Ευριπίδης κατέπληττε και κατέθλιβε τους συγχρόνους του, οι οποίοι τον απεκάλουν μισογύνην· ο δε Αριστοφάνης παρέστησε τας γυναίκας των Αθηνών συνωμοτούσας κατ' αυτού. Αλλά πραγματικώς ο ποιητής ήτο φιλογύνης. Δηλαδή ηγάπα και εμελέτα και απεικόνιζε τας γυναίκας, τας οποίας οι μεν περί τον Σωκράτη παρέβλεπον, ο δε Περικλής παρήγγελλε να οικουρώσιν. Αλλ' όμως το έγκλημα είναι πάντοτε εκπληκτικώτερον και πραγματικώτερον ή η αρετή. Ηρωίδες όπως η Μήδεια, η Φαίδρα, η Σθενέβοια, η Αερόπη, η Κλυταιμήστρα πιθανώς εξεγείρουσι την φαντασίαν πιρισσότερον ή ο αγγελικός και αφωσιωμένος τύπος, η Άλκηστις, η αποθνήσκουσα, διά να σώση τον άνδρα της, η Ευάδνη και η Λαοδάμεια, αι οποίαι δεν ήθελον να επιζώσι χήραι, και όλη η μακρά σειρά των μαρτυρικών παρθένων. Αξιοσημείωτον όμως είναι ότι ο Ευριπίδης, καθώς ο Ίψεν, ενώ δεν εξιδανικεύει άνδρα, εξιδανικεύει γυναίκας· ένα μόνον έχει μαρτυρικόν νέον, τον Μενοικέα των Φοινισσών, αλλ' η θυσία του εκτελείται τρόπον τινά ως εργασία· δηλ. απομακρύνει τον πατέρα του, προσποιούμενος ότι θέλει τα οδοιπορικά του έξοδα, και δεν έχει εκείνην την ωραίαν λάμψιν, την περιβάλλουσαν τας κόρας. Γυναίκας δε ουδέ τας χειρίστας επιτρέπει να μισήσωμεν ο Ευριπίδης. Ουδείς δύναται να μη συμπαθή προς την Μήδειαν, και πολλοί αγαπώμεν την Φαίδραν, και προξενούσαν τον θάνατον του αθώου.
Από της υπερασπίσεως ταύτης των γυναικών ο Ευριπίδης εχώρησεν έν βήμα περαιτέρω, όπερ εξήγειρε θύελλαν κατ' αυτού, δηλαδή καθόλου εις το ζήτημα της σχέσεως των φύλων. Έγραψε τραγωδίας περί παραβάσεως του γάμου, καθώς τον Ιππόλυτον και την *Σθενέβοιαν — όπου η ηρωίνη έπραττε προς τον Βελλεροφώντα ό,τι η σύζυγος του Πετεφρή προς τον Ιωσήφ. Έγραψε τον *Χρύσιππον, όπως στιγματίση τα παιδικά, άπερ οι μεν σύγχρονοι εθεώρουν ως παράπτωμα μικρόν, εκείνος δε συνεχώρει μόνον εις τους Κύκλωπας. Έγραψε τον *Αίολον, όπου εξήταζε το πρόβλημα του αφελούς εκείνου μύθου, καθ' όν οι δώδεκα υιοί του θεού των ανέμων και αι δώδεκά του κόραι συνέζουν ως σύζυγοι επί της νήσου των ανέμων· εν τη τραγωδία ταύτη ο Μακαρεύς έλεγε τον περίφημον στίχον [απόσπ. 19]
τι δ' αισχρόν, ην μη τοίσι χρωμένοις δοκή;
{What thing is shameful if a mans heart feels it no shame?}
Αλλά σπουδαιοτέρα παρά τα ειδικά δράματα ήτο η παντοτινή προσπάθεια του Ευριπίδου να σχετίση τα ιδικά του πάθη προς εκείνας τας ψυχάς, τας οποίας ζητεί να ερευνήση, ιδίως προς τας δύο σιωπηλάς τάξεις, των γυναικών και των δούλων. Εν τη μέθη της μάχης, ίσως αφού επληγώθη, είχεν ειπεί προς εαυτόν
«τρις αν παρ ασπίδα
στήναι θέλοιμ' αν μάλλον ή τεκείν άπαξ».
{This must be like child-bearing, but not half so bad!}
Ουδέν άπορον ότι το πολύ κοινόν ελύσσα κατ' αυτού! Και πώς ηδύνατο να χωνεύη τον άνθρωπον, ο οποίος ήτο μεν σφοδρός πολέμιος των ηδονών της ζωής, αλλ' όμως δεν εσκοτίζετο, αν οι ήρωές του ήσαν νόθοι. Αλλά το χειροτέρον, παρέστησε την ιέρειαν Αύγην, η οποία παρέβη τον περί παρθενίας όρκον, και ήκουσε φρικτάς επιπλήξεις της παρθένου Αθηνάς, απαντώσαν βλασφήμως ότι
σκύλα μεν βροτοφθόρα
χαίρεις ορώσα και νεκρών ερείπια
κου μιαρά σοι ταύτ' έστιν· ει δ' εγώ έτεκον,
δεινόν τόδ' ηγεί. [απόσπ. 268).
{Arms black with rotted blood And dead men's wreckage are not foul to thee— Nay, these thou lovest: only Auges babe Frights thee with shame!}
Το αυτό και περί της δουλείας· πλην του * Αρχελάου και του *Αλεξάνδρου, όπου φαίνεται ότι ειδικώς επραγματεύετο περί αυτής, αισθανόμεθα ότι διαρκώς ο νους του Ευριπίδου ανεπόλει το γεγονός, ότι άνθρωποί τίνες ανήκον εις άλλους ανθρώπους, ηθικώς ενίοτε κατωτέρους (254).