Η προς την θρησκείαν στάσις του Ευριπίδου δεν είν' εύκολον να ορισθή. Ο Dr Verrall επιγράφει την περί του ζητήματος τούτου εμβριθή του πραγματείαν «Ευριπίδης ο ορθολογιστής» (255) φανερόν δε είναι ότι αι τραγωδίαι του ποιητού βρίθουσι δειγμάτων έχθρας προς την επίσημον πολυθεΐαν των Δελφών και προς αυτά τα δόγματα των πλείστων Αθηναίων. Είναι προς τούτοις βέβαιον ότι μεταξύ της γενεάς, η οποία κατεδίκασε τον Πρωταγόραν και τον Σωκράτη και εξεμάνη διά την περικοπήν των Ερμών, η παρρησία εν τη αγορά εκστόμισις τολμηρών θεωριών υπό οιουδήποτε ιδιώτου δεν ήτο ακίνδυνος· αλλ' ήτο πολύ κινδυνωδεστέρα προκείμενου περί ποιητού Διονυσιακού δράματος επισήμως διδασκομένου κατά την ημέραν της εορτής και εντός του ιερού περιβόλου. Οιαδήποτε υπόθεσις ότι ο Ευριπίδης επίστευε σπουδαίως εις τους «από μηχανής θεούς» του — ήτοι εις είδος δεισιδαιμονίας χονδρόν και δι' αυτό το πολύ κοινόν — είναι βεβαίως απαράδεκτος. Οι σύγχρονοί του τον εθεώρουν ως πασίγνωστον ελευθερόφρονα, οι δε σκηνικοί θεοί του ήσαν ανεγνωρισμένως πλαστοί. Εξ άλλου όμως ο Ευριπίδης κηρύσσει παραδόξως την ανεπάρκειαν της σκέψεως. Ουδεμία αντίθεσις είναι εν ταις τραγωδίαις του συχνοτέρα ή η αντίθεσις μεταξύ της αληθινής σοφίας ή συνέσεως και της απλής γνώσεως ή επιπολαίας ευφυίας, εις την οποίαν συμπεριλαμβάνει και την νυν καλουμένην «αθεΐαν». Ο Ευριπίδης ήτο μάλλον κατήγορος ή συνήγορος των καλουμένων «σοφών». Και εις τούτο πράγματι, ως και εις τας λοιπάς του γνώμας, ήτο αποστάτης.
Σπανίως λαλεί παρρησία ως άθεος· και οσάκις πράττει τούτο στηρίζεται πάντοτε επί λόγων ηθικών. Απλώς δε δραματικαί εκφράσεις είναι η περίφημος του Βελλεροφώντος (απόσπ. 286) «ουκ εισιν, ουκ είσι» (θεοί){ They are not, are not! } και αι βλασφημίαι του Ιξίονος και η κωμική του Κύκλωπος αθεΐα. Αλλά χαρακτηριστικώτερα είναι τα χωρία, τα μαρτυρούντα πόλεμον κατά των θεών. Παραδείγματος χάριν, εν τω *Βελλεροφώντι (απόσπ. 311) ο ήρως, ωργισμένος διά την άδικον διάταξιν των πραγμάτων, αποπειράται να προσέλθη εις τον Δία και να καθησυχάση τας αμφιβολίας του, ότε Ζευς πλήττει αυτόν διά κεραυνού. Βλέπει πλέον ότι είναι «θεοίς εχθρός» και λέγει πικρώς προς την εαυτού ψυχήν.
ήσθ' εις θεούς μεν ευσεβής, ότ' ήσθ' αεί
ξένοις τ' επήρκεις ουδ' έκαμνες εις φίλους. . .
{Reverent thou wast to God, had he but known; Thy door oped to the stranger, and thine help For them that loved thee knew no weariness.}
Δεν είναι βεβαίως ορθόν να θεωρήσωμεν τα παράπονα ταύτα ως πραγματικά αισθήματα του ποιητού, είναι αλλ' είναι φανερόν ότι τοιαύται σκέψεις τον απησχόλουν. Έν των ολίγων παραδειγμάτων καθαράς προσωπικής εκφράσεως παρέχει ο Ηρακλής
«εγώ δε τους θεούς ούτε λέκτρ' ά μη θέμις
στέργειν νομίζω, δεσμά τ' εξάπτειν χεροίν
ουδ' ηξίωσα πώποτ' ούτε πείσομαι,
ουδ' άλλον άλλου δεσπότην πεφυκέναι·
δείται γαρ ο θεός, είπερ έστ' ορθώς θεός,
ουδενός· αοιδών οίδε δύστηνοι λόγοι» (στ. 1341-6)
{Say not there be adulterers in heaven, Nor prisoner gods and gaolers: — long ago My heart hath named it vile and shall not alter! — Nor one god master and another thrall. God, if he be God, lacketh naught. All these Are dead unhappy tales of minstrelsy.}
Αι λέξεις αύται προδήλως χαρακτηρίζουσιν αυτόν τον ποιητήν και όχι τον όλως αφιλοσόφητον ήρωα, ο οποίος τας εκφράζει· φαίνονται ως θαρραλέα δικαιολογία ανδρός κατηγορουμένου ως αθέου. Ταύτα έγραφε περί τα 422, δηλαδή πριν να καταστή πικρότερος. Αλλά κατά το πλείστον ο Ευριπίδης δεν είν' ελευθερόστομος περί θρησκευτικών ζητημάτων. Τα πολλά των δραμάτων του δεν καταλήγουσιν εις σαφή συμπεράσματα, αλλά μόνον υποδεικνύουσι τους όρους του συλλογισμού. Δηλαδή αναπτύσσουσι σαφώς τας θρησκευτικές παραδόσεις και αφήνουσι τους ακροατάς να κρίνωσιν αυτοί αν είναι πιστευταί ή παραδεκταί. Το έργον του κατέλειπεν εις τους τότε Αθηναίους, και μετά προσοχής αναγινωσκόμενον καταλείπει και σήμερον εις ημάς, την εντύπωσιν ανησύχου και μόλις συγκαλυπτομένης αντιπαθείας προς το υπερφυσικόν στοιχείον, το αφθόνως αναμειγνυόμενον εις αυτό. Τραγωδίαι καθώς ο Ίων, η Ηλέκτρα, η Ιφιγένεια η εν Ταύροις, ο Ορέστης έχουσι πολλά τα παράφωνα και ακατάληπτα, αλλά δεν αιτιολογούμεν αυτά, υπολαμβάνοντες επιπολαίως τον Ευριπίδην ως «συρραφέα» ή ισχυριζόμενοι ότι δήθεν ήτο δημοκόπος ποιητής περιποιούμενος τα πλήθη.
Οφείλομεν όμως να μελετήσωμεν δυο τεχνικά μέρη, τα οποία ήσαν ευρήματα ή γνωρίσματα του Ευριπίδου, δηλαδή τον πρόλογον και τον από μηχανής θεόν. Ο πρόλογος εξηγείται ευκόλως. Επειδή δεν υπήρχον προγράμματα, ήτο αναγκαίον να λεχθή προς το θέατρον εις τίνα μύθον ανεφέρετο το δράμα· τούτο δε ήτο αναγκαιότερον, οσάκις ο ποιητής ηγάπα, καθώς ο Ευριπίδης, να εκλέγη μύθους όχι πολύ γνωστούς ή ασυνήθεις παραλλαγάς των πασιγνώστων. Ο πρόλογος λοιπόν εξευρέθη προς θεραπείαν της ανάγκης ταύτης. Αλλ' αφού άπαξ εισήχθη, επέφερε και άλλα καλά· κατέλαβε τρόπον τινά την θέσιν πρώτης πράξεως εξηγηματικής. Ούτω π.χ. οι πρόλογοι του Ορέστου και της Μηδείας συντελούσιν ώστ' αι τραγωδίαι αύται ν' αρχίσωσιν αμέσως εκ του κέντρου της υποθέσεως. Πρέπει δε να λάβωμεν υπ' όψιν, ότι οι σωζόμενοι πρόλογοι πολλάς έπαθον παραπληρώσεις και προσθήκας· διότι τα δράματα του Ευριπίδου κατείχον την σκηνήν επί αιώνας ολοκλήρους καθ' όλον τον Ελληνικόν κόσμον και πολλάκις εδιδάσκοντο ενώπιον ακροατών βαρβάρων, οίτινες είχον ανάγκην ν' ακούσωσιν εξ αρχής πάσαν εξήγησιν. Ούτως ο πρόλογος της Ηλέκτρας, όπως λάβωμεν πρόδηλον παράδειγμα, διηγείται πράγματα, τα οποία πας Αθηναίος εγνώριζεν από των παιδικών του χρόνων. Καθόλου όμως ο πρόλογος είναι καλόν Ευριπίδειον επινόημα.
Αλλ' αφού παρακάμψωμεν οπωσδήποτε την προς τον πρόλογον απαρέσκειαν ημών, ενοχλούμεθα και πάλιν εκ του τρόπου, καθ' όν ο Ευριπίδης λύει τα δράματά του. Των δεκαεπτά [πλην του Ρήσου (256) σωζομένων τραγωδιών δέκα μεν λύονται διά της άνωθεν εμφανίσεως θεού, προστάσσοντος, ερμηνεύοντος ή προλέγοντος. Αι δε επτά, αι μη λυόμεναι διά θεού, καταλήγουσιν εις προφητείαν ή άλλο τι ισοδύναμον, ήτοι εις σκηνήν μετατρέπουσαν την προσοχήν από των παρόντων εις τα μέλλοντα. Δηλαδή η υπόθεσις της τραγωδίας είναι μακρά σειρά συμβαινόντων· ο ποιητής επιμένει εις έν μέρος αυτής — καθόλου ειπείν, εις την πράξιν μιας ημέρας — και πραγματεύεται αυτήν ως απόσπασμα πραγματικής ζωής, εισαγόμενον διά καθαρώς διηγηματικής εισαγωγής και καταλήγον εις καθαρώς διηγηματικόν τέλος. Η μέθοδος αύτη της λύσεως κατά την ημετέραν αντίληψιν δεν είναι καθόλου δραματική, αλλά συμφωνεί προς την συνήθειαν της ελληνικής τέχνης του καταλήγειν ουχί εις έντασιν, αλλ' απεναντίας εις χαλάρωσιν του πάθους.
Της μεθόδου ταύτης διακρίνομεν τρία στάδια· τα πρωιμώτερα των σωζομένων δραμάτων του Ευριπίδου, πλην του Ιππολύτου, δεν έχουσιν από μηχανής Θεόν. Από του 420 περίπου μέχρι του 414 ο θεός επιφαίνεται, προλέγει ή εκφράζει κρίσιν, αλλά δεν διαταράσσει την πράξιν· κατά την τελευταίαν, την «τεταραγμένην» περίοδον ο θεός αυτός παράγει την καλουμένην «περιπέτειαν», ήτοι βιαίαν ανατροπήν της πορείας των συμβαινόντων (257). Και αν μεν η τοιαύτη ανάμειξις των θεών εγίνετο π.χ. υπό του Πινδάρου, θ' απεδοκιμάζομεν την δεισιδαιμονίαν ταύτην, αλλά θα παρεδεχόμεθα αυτήν. Αλλ' όπως γίνεται υπ' ανθρώπου, θεωρουμένου ως αθέου και μη δημοκοπούντος, καταντά σχεδόν αίνιγμα. Ο μη παραδεχόμενος τοιαύτην δυσκολίαν ας αναγνώση τον Ορέστην. Είναι πιθανόν ότι ο Ευριπίδης επίστευεν ότι η υπόθεσις έληγεν ή ηδύνατο να λήξη όπως παρέστησεν αυτήν, ότι δεν έβλεπεν ότι ο θεός του μετέβαλλε την όλην τραγωδίαν εις παίγνιον; Ο Verall λύει τον κόμβον τούτον διά της τολμηράς θεωρίας, ότι ο Ευριπίδης γράφων εκ συστήματος ως άθεος, κατά καιρούς δυσκόλους, ότε η ελευθεροστομία δεν ήτο ανεκτή, σκοπίμως περιεκάλυπτε τας εννοίας του, προσαρτών εις το πραγματικόν του δράμα πλαστόν τινα πρόλογον και επίλογον κατάλληλον εις λαϊκήν κατανάλωσιν, αλλά γνωστόν εις τους εμπίστους του ποιητού ως άσχετον προς τας πραγματικάς του σκέψεις. Αλλ' αι δυσκολίαι της τοιαύτης θεωρίας είναι οραταί. Προτιμότερον είναι να παραδεχθώμεν ότι ο Ευριπίδης σπανίως ηγάπα το υλικόν, το οποίον ήθελε να διαπλάση· δηλαδή ούτ' επίστευε τους μύθους, ούτ' εθαύμαζεν, ούτε ηρέσκετο εις αυτούς· αλλ' ήτο ανάγκη εξ αυτών να γράφη τραγωδίας. Και οσάκις μεν είχε διάθεσιν, η παραφωνία δεν διακρίνεται, καθώς εν τη Μηδεία και τω Ιππολύτω· ενίοτε πάλιν επιφαίνεται και μας εξαφνίζει, αλλά χάνεται κατόπιν εντός του ωραίου συνόλου. Τούτο συμβαίνει εις την Άλκηστιν, όπου η αφοσίωσις της συζύγου ταράσσει τον Ευριπίδην, καθώς και ημάς, διά την υπερβολικήν φιλαυτίαν του ανδρός, ο οποίος την αφήνει ν' αποθάνη χάριν του. Ο Σοφοκλής θα παρεσιώπα ή θα εδικαιολόγει οπωσδήποτε την αναρμοστίαν ταύτην. Αλλ' ο Ευριπίδης εισάγει μακρόν και ζωηρότατον επεισόδιον, μόνον και μόνον διά να την καταδείξη (στ. 614 κεξ.). Άλλοτε η παραφωνία καταντά θόρυβος· τότε ο Ευριπίδης επίτηδες δημιουργεί το δράμα του, διά να καταρρακώση τον αρχαίον μύθον. Τοιούτος είναι ο Ίων «πατριωτικόν δράμα εγκωμιάζον τον Αττικόν ήρωα, τον ημίθεον υιόν της Κρεούσης και του Απόλλωνος»· βεβαίως· αλλ' είναι πράγματι εγκώμιον ή στιγματισμός; Η παλαιά ιστορία του θείου εραστού, το έκθετον βρέφος, η διάσωσις αυτού υπό του πατρός του — ζήτημα, το οποίον ο Πίνδαρος εγγίζει τόσον ευλαβώς και αγνώς — πάντα φέρονται γυμνότατα εις το φως. «Εάν το πράγμα συνέβη» λέγει τρόπον τινά ο Ευριπίδης, — και πάντες ισχυρίζεσθε ότι συνέβη — ιδού πώς ήτο!». Εκθέτει την κτηνώδη φιλαυτίαν του Φοίβου, την απόγνωσιν της αδικηθείσης κόρης και τέλος την κατάπτωσιν αυτής μέχρι στυγερού φόνου. Και αν μεν τούτο μόνον ήτο το όλον δράμα, υπομονή· αλλά δεν είναι το όλον· καταλήγει εις ταπεινήν και αναλήθη δικαιολογίαν του Απόλλωνος· αλλ' ο μεν ένοχος δεν παρουσιάζεται αυτός, η δε Αθηνά, η αντιπρόσωπός του, δεν λέγει όλην την αλήθειαν! Και εδώ η φιλοσοφία του Ευριπίδου παρέσυρεν αυτόν εις καλλιτεχνικά σφάλματα, τα οποία αδικούσι και άλλα ωραιότατά του έργα. Δύο τραγωδίαι, η μία παλαιά και η άλλη νεωτέρα, διαγράφουσι το θείον μέρος λογικώτερον και τρόπον τινά εκφράζουσιν αληθέστερον τους στοχασμούς του ποιητού, ο Ιππόλυτος και αι Βάκχαι. Εν τω πρώτω (428 π. Χ.) η θεά του έρωτος είναι προσωποίησις φυσικής τινος δυνάμεως, της οποίας η ενέργεια είναι καταλυτική, όχι προσωπικώς εκδικητική· η Αφροδίτη εμφανιζομένη και λέγουσα τον παραδόξως φοβερόν πρόλογον, είναι καθαρόν σύμβολον, παριστών ιδέας γνωστάς και το πάλαι και νυν. Ο Ιππόλυτος είναι αγνός υβρίζων εις την Κύπριδα και αφοσιούμενος εις την παρθένον Άρτεμιν, αλλ' ουδόλως «ασεβής» ως νομίζεται. Ο Ευριπίδης όμως έχει την πεποίθησιν ότι απόλυτος αφοσίωσις εις μίαν αρχήν — η θεωρία «όλον ή ουδέν» του Brandt, η αλήθεια του Gregers Werle — αποβαίνει ολεθρία. Ίσως η τοιαύτη καταστροφή εν τω συνόλω είναι η αρίστη, διότι προδήλως ο Ιππόλυτος έζησε μεν καλώς και η πράξις του ήτο καλή, αλλ' όμως επέφερε κατάραν, αυτοκτονίαν και φόνον. Ομοία είναι και η Άρτεμις του τέλους, ωραιοτάτη μεν, αλλά και υπερανθρώπως άσπλαχνος. Διότι η δροσερά παρθενία της φύσεως, η θεότης των λειμώνων και των ποταμών, δεν συγκινείται διά τα θύματά της.
Αι Βάκχαι είναι δυσερμήνευτον δράμα. Λόγω καθαράς συγκινήσεως και εξάρσεως ουδεμίαν έχει ισόπαλον αρχαίαν τραγωδίαν. Η υπόθεσις είναι απλή, αλλά και τολμηρά. Ο Διόνυσος, μη αναγνωριζόμενος ως θεός υπό των συγγενών του, επιβάλλει εις αυτούς τιμωρίαν. Έρχεται εις τας Θήβας Βάκχος τις — μία ενσάρκωσις αυτού του θεού — και κηρύσσει την νέαν λατρείαν. Αι θυγατέρες του Κάδμου αρνούνται ν' αποδεχθώσι το Διονυσιακόν πνεύμα, αλλά τούτο μεταδίδεται εις αυτάς εις βαθμόν μανίας, ώστε απέρχονται εις τα όρη, εξυμνούσαι τον Βάκχον. Ο γέρων Κάδμος και ο μάντις Τειρεσίας αμέσως αναγνωρίζουσιν αυτόν ως θεόν· ανεκλάλητος χαρά τους καταλαμβάνει και αισθάνονται εαυτούς πάλιν νέους. Ο βασιλεύς Πενθεύς είναι το μέγα κώλυμα. Αναλαμβάνει τα λογικά του και λέγει ότι δεν θ' αναγνωρίση τον «θρασύν θεόν». Αλλ' ο Πενθεύς, διαμαρτυρόμενος τοιουτοτρόπως, αμαρτάνει· ίσως αυτός ούτος υπήρξε ποτε μανικός {mad} — ταύτην τουλάχιστον την σημασίαν φαίνεται έχων ο στίχος 359 «μέμηνας ήδη » και είναι φυσικόν το πράγμα εν βακχικώ μύθω — και ενεργεί ουχί νηφαλίως, αλλά μανιωδώς. Υβρίζει και δεσμεύει τον θεόν, όστις υποφέρει πάντα ησύχως και αφόβως διά της ενεργείας της λανθανούσης δυνάμεως. Οι τοίχοι της φυλακής πίπτουσι και ο Διόνυσος απέρχεται αμέσως προς τον βασιλέα και πάλιν διά να τον πείση. Αι Μαινάδες επί του Κιθαιρώνος εκτελούσι θαύματα και ο Διόνυσος είναι έτοιμος να επιδείξη και άλλα. Αλλ' ο Πενθεύς δεν θέλει να τα ίδη και απειλεί ότι θα φονεύση τον «Βάκχον»· ο θεός μεταβάλλει τόνον (στ. 810)· — η σκηνή αυτή είναι ισχυροτάτη και τολμηροτάτη· — ηρέμα κυριεύει — θα έλεγε κανείς υπνωτίζει — τον Πενθέα· του επιβάλλει να δεχθή την στολήν των Μαινάδων, να λάβη τον θύρσον και να εκτελέση πάσας τας θείας τελετάς. Ο Πενθεύς απάγεται εις τον Κιθαιρώνα, ίνα βλέπη εκ του αφανούς τας μυστικάς πράξεις των Μαινάδων και κατασπαράσσεται υπ' αυτών. Αι μαινόμεναι θυγατέρες του Κάδμου εισέρχονται, η Αγαύη φέρουσα εν θριάμβω την κεφαλήν του υιού της, την οποίαν εκλαμβάνει ως κεφαλήν λέοντος και ψάλλουσα χαρμόσυνον άσμα, όπερ φαίνεται ως η ουσία της Διονυσιακής μανίας εκφραζομένη διά της μουσικής. Πασίγνωστος είναι η ιστορία ότι ενώ Τραλλιανός υποκριτής εδίδασκε «τα περί την Αγαύην» εν τη Παρθική αυλή μετά την εν Κάρραις ήτταν του Κράσσου, εισήλθε στρατιώτης φέρων την κεφαλήν του Κράσσου, ο δε τραγωδός λαβών αυτήν, «επέραινεν εκείνα τα μέλη μετ' ενθουσιασμού και ωδής» (258).
Τι σημαίνει το δράμα τούτο; Η θεωρία ότι σημαίνει επιστροφήν εις την καθεστώσαν θρησκείαν, δεν έχει ανάγκην αναιρέσεως· εάν πράγματι ο Διόνυσος είναι κάποιος προσωπικός θεός, είναι «σατανάς». Αλλ' όμως σκοπός του δράματος είναι να τον επιδείξη εις ημάς, ώστε να εννοήσωμεν αυτόν. Και αυτός και αι Μαινάδες διεπλάσθησαν περικαλλείς· λέγουσι πάντοτε την τελευταίαν λέξιν (πλην του στ. 1348) τα δ' ελαφρά άσματα έχουσι λαμπράν έξαρσιν. Ο Πενθεύς δεν είναι συμπαθής μάρτυς· υπάρχει δε και κάποιος πολεμικός τόνος εναντίον της καθαράς σκέψεως, ο οποίος φαίνεται πάντως προερχόμενος εξ' αυτού του ποιητού. Αι Βάκχαι συγκεφαλαιώνουσι τας σκέψεις του. Ο Ευριπίδης είχεν ανέκαθεν πολεμήσει την κοινήν δεισιδαιμονίαν· υπήρξε δε και ενάντιος της δογματικής φιλοσοφίας. Το δίδαγμα των Βακχών είναι αυτό το δίδαγμα του Ιππολύτου υπό μορφήν ισχυροτέραν. Ο λόγος είναι τι μέγα, αλλά δεν είναι το παν. Υπάρχουσιν εν τω κόσμω πράγματα ανεξάρτητα του λόγου, ήτοι και κατώτερα και ανώτερα αυτού· αφορμαί συγκινήσεων, τας οποίας αδυνατούμεν να εκφράσωμεν, τας οποίας τείνομεν να λατρεύσωμεν, τας οποίας ίσως αισθανόμεθα ότι είναι τα πολυτιμότατα στοιχεία της ζωής. Τα πράγματα ταύτα είναι θεοί ή μορφαί θεού, όχι μυθικοί θνητοί, αλλά πράγματα υπάρχοντα, πράγματα εντελώς μη ανθρώπινα και μη ηθικά, τα οποία φέρουσι τον άνθρωπον να μακαρίζη ή κατασπαράσση αδιακόπως την ιδίαν του ψυχήν· είναι θρησκεία, την οποίαν πρεσβεύουσι πολλοί· εκείνη, την οποίαν πολεμεί ο Τολστόης, την οποίαν άνδρες ως ο Paley και ο Bentham εζήτησαν να καταργήσωσι, την οποίαν ο Πλάτων απεδοκίμαζεν, αλλ' ηκολούθει. Ο Ευριπίδης έφθασεν εις τοιαύτην έκστασιν διά της αναμείξεως τολμηρού πραγματισμού και τολμηράς φαντασίας· πρέπει δε και να ενθυμώμεθα ότι έγραψε πολλά σχετικά προς την Ορφικήν θρησκείαν κατά την ασκητικήν και μυστικήν αυτής όψιν και αφιέρωσεν εις αυτήν ολόκληρον τραγωδίαν τους *Κρήτας, [όπου ο χορός παρερχόμενος έλεγεν (259)·
αγνόν δε βίον τείνω μεν αφ' ού
Διός Ιδαίου μύστης γενόμην
και νυκιτιπόλου Ζαγρέως . . .
τας τ' ωμοφάγους δαίτας τελέσας
μητρί τ' ορεία δάδας ανασχών,
μετά κουρήτων
βάκχος εκλήθην οσιωθείς ]
(260).
Η διττή αυτή άποψις απομένει ως το κυριώτατον ίσως του Ευριπίδου χαρακτηριστικόν· είναι και αμείλικτος πραγματιστής· είναι δε συγχρόνως και ο μέγιστος ονειροπόλος, όν εγέννησεν η Αττική. Αναλύει, αποδεικνύει, συζητεί και κάποτε υποχωρεί, αλλ' όχι εκ δειλίας· απομακρύνεται του κόσμου και χάνεται «ηλιβάτοις υπό κευθμώσιν» {to the caverns that the Sun's feet tread} ή εις άλλους παραπλησίους τόπους, όπου τα πάντα είναι ωραία και καινοφανή, μελαγχολικά ίσως ως τα δάκρυα των αδελφών του Φαέθοντος, αλλ' ούτε μισητά, ούτε λυπηρά. Από των χρόνων του Ιππολύτου είχε πάντοτε μυστικάς τινας δοξασίας·
«Ό,τι του ζην φίλτερον άλλο
σκότος αμπίσχων κρύπτει νεφέλαις
του δ' ό,τι στίλβει κατά γην
δυσέρωτες δη φαινόμεθ' όντες
δι' απειροσύνην άλλου βιότου
κουκ απόδειξιν των υπό γαίας·
μύθοις δ' άλλως φερόμεσθα» .
{Whatever far-off state there may be that is dearer to man than life, Darkness has it in her arms and hides it in cloud. We are love-sick for this nameless thing that glitters here on the earth, because no man has tasted another life, because the things under us are unrevealed, and we float upon a stream of legend}
Ουδέν υπάρχει δράμα του Ευριπίδου, όπου κριτικός τις δεν δύναται να εύρη σπουδαία σφάλματα και κηλίδας· ίσως όσω χειρότερος κριτικός τόσω περισσοτέρα θα εύρη. Διότι ο Ευριπίδης δεν ήτο καθαυτά καλλιτέχνης. Ήτο άνθρωπος εκτάκτου διανοίας, δραματικής δυνάμεως, λεπτότητος, συμπαθείας, θάρρους και φαντασίας. Εξηρεύνησε τόσον εκ του πλησίον τον κόσμον και εξηγέρθη τόσον ανταρτικώς κατά των πραγμάτων, ώστε δεν ηδύνατο να παραγάγη ήρεμα και τέλεια έργα. Και όμως πολλοί θα συμμερίζωνται ό,τι είπεν ο Φιλήμων·
ει ταις αληθείαισιν οι τεθνηκότες
αίσθησιν είχον, άνδρες ως φασίν τίνες,
απηγξάμην αν ώστ' ιδείν Ευριπίδην
(261).
{If I were certain that the dead had consciousness, I would hang myself to see Euripides}
Και τα αποσπάσματα των άλλων, των υποδεεστέρων, τραγικών βλέπε παρά Nauck Tr. Gr. Fr. Τούτων διεκρίνοντο κατά τον πέμπτον αιώνα, πλην των ήδη μνημονευθέντων Αγάθωνος και Κριτίου, Αρίσταρχος ο Τεγεάτης (σ 728), Νεόφρων ο Σικυώνιος ο γράψας Μήδειαν (σ. 729-732) Φιλοκλής ο νικήσας τον Σοφοκλή, διδάσκοντα τον Οιδίποδα τον τύραννον (σ. 759) κατά δε τον τέταρτον αιώνα ο Χαρήμων ο γράφων δράματα προς ανάγνωσιν (σ. 781) ο Μοσχίων (σ. 212) και προ πάντων ο Θεοδέκτης ο εκ Λυκίας, ποιητής και ρήτωρ ο μαθητής του Πλάτωνος και φίλος του Αριστοτέλους, ο δις επαινούμενος υπ' αυτού εν τη Ποιητική (Nauck σ. 801- 802)].
ΙΓ'
Κ Ω Μ Ω Δ I Α
Η ΠΡΟ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
Η αρχαία κωμωδία, ανάπτυξις των φαλλικών ασμάτων των εορτών του τρυγητού
και του θέρους, έλαβε καλλιτεχνικήν μορφήν εντός των δύο μεγάλων κέντρων της
εμπορικής και λαϊκής κινήσεως, των Συρακουσών και των Αθηνών.
Η Σικελική κωμωδία φαίνεται ότι έλαμψε πρώτη· Ο ΕΠΙΧΑΡΜΟΣ παραδίδεται ότι ήκμαζε κατά τα 486, ελθών εκ της Κω, όπου εγεννήθη (262), πρώτον μεν εις τα Μέγαρα της Σικελίας, έπειτα δε εις τας Συρακούσας. Αλλά τα λείψανα των κωμωδιών του είναι ολιγοστά, συγκρινόμενα προς την μεγάλην αυτού φήμην, και είναι δύσκολον να σχηματίσωμεν καθαράν περί αυτού ιδέαν. Ο Επίχαρμος ήτο κωμικός ποιητής και φιλόσοφος, πιθανώς Πυθαγορίζων [όθεν ο Έννιος ωνόμασε διδακτικόν του ποίημα «Επίχαρμον»}. Αι δε κωμωδίαι του είναι άλλαι μεν παρωδίαι ηρωικών μύθων, ως ο *Κύκλωψ, ο *Βούσιρις, ο *Προμηθεύς, ομοιάζουσαι προς τα σατυρικά δράματα των Αθηνών, και τας παραπλησίας κωμωδίας του Κρατίνου, λ. χ. τον *Οδυσσέα και τον *Χείρωνα άλλαι δε, ως ο * Αγροστίνος και οι *Θεαροί ήσαν μίμοι, παριστώντες σκηνάς του καθημερινού βίου. Επί του πεδίου τούτου είχεν αντίπαλον τον ΣΩΦΡΟΝΑ, ο οποίος έγραψε «μίμους γυναικείους» και «μίμους ανδρείους» και εκληροδότησεν εις ημάς ονόματα κωμωδιών, όπως τον *Θυννοθήραν, τον *Άγγελον, και * Ακεστρίας και την *Πενθεράν. Το τρίτον είδος των έργων του Επιχάρμου ήτο κάπως φιλοσοφικόν, όπως η συζήτησις μεταξύ «Λόγου και Λογίνας », δηλ. πιθανώς αρσενικού και θηλυκού λόγου. Τέλος έγραψε και αυστηρώς φιλοσοφικόν ποίημα, το *περί Φύσεως· λέγεται ότι αι κωμωδίαι του ήσαν γοργαί και κεκινημέναι αλλά τα σωζόμενα αποσπάσματα φαίνονται ζωηρά βεβαίως ένεκεν άλλων ιδιοτήτων, δηλαδή διά το πρωτότυπον της εννοίας ή το γραμματικώς παράδοξον. Έξοχος είναι η περιγραφή παρασίτου (263)· η λέξις είναι μεταγενεστέρα, αλλά παράσιτοι υπήρχον και τότε. Είναι δε περίεργον ότι κάμνει λογοπαίγνια, όλως απερικάλυπτα, καθώς [εν τω *Λόγω], όπου ο Ζευς ελέγετο « Πέλοπι γ' έρανον εστιών», ο δε ακούων αντί του «γ' έρανον» ήτοι συμπόσιον, «γέρανον», νομίζει ότι ο Ζευς παρέθεσεν εις τον ξένον του γερανόν. Χαρακτηριστικός διάλογος είναι ο ακόλουθος [παρ' Αθηναίω Β' σ. 36]
Α. εκ μεν θυσίας θοίνα,
εκ δε θοίνας πόσις εγένετο. Β. χαρίεν ως γ' εμίν δοκεί
Α. εκ δε πόσιος κώμος, εκ κώμου δ' εγένεθ' υανία
εκ δ' υανίας δίκα, 'κ δίκας δ' εγένετο καταδίκα
εκ δε καταδίκας πέδαι τε και σφαλάς και ζημία.
{A. After the sacrifice came a feast, and after the feast a drinking-party. B. That seems nice. A. And after the drinking-party a revel, after the revel a swinery, after the swinery a summons, after the summons a condemnation, and after the condemnation fetters and stocks and a fine!}
Παροιμιώδεις δε απέμειναν οι στίχοι του
Νόος ορή και νόος ακούει· τάλλα κωφά και τυφλά.
{ Mind hath sight and Mind hath hearing; all things else are deaf and blind }
Νάφε και μέμνασ' απιστείν· άρθρα ταύτα ταν φρενών.
{ Be sober, and remember to disbelieve: these are the sinews of the mind! }
Των πόνων πωλούντι πάντα ταγάθ' αμίν τοι θεοί (264).
Η αττική κωμωδία ανεπτύχθη κατ' άλλον τρόπον, από δε του 460 π. Χ. και εξής ηκολούΘησε τα βήματα της τραγωδίας. Το σχέδιον αυτής φαίνεται συγκείμενον εκ δυο μερών, εχόντων την «παράβασιν» εν τω μέσω. Δηλαδή πρώτον μεν παρέχεται γενική ερμηνεία της υποθέσεως και των προσώπων· έπειτα δε γίνεται η «παράβασις» του όλου χορού, του οποίου ο ηγεμών αντιπροσωπεύων τον ποιητήν, ομιλεί περί ζητημάτων της ημέρας· κατόπιν έπεται σειρά κωμικών σκηνών, αίτινες άνευ τάξεως ή μεθόδου παριστώσι τα επακόλουθα των εν τω πρώτω μέρει τεθέντων· το τέλος δε είναι κώμος, ήτοι διασκεδαστικόν άσμα συνοδεύον την έξοδον των υποκριτών. Παραδείγματος χάριν, το πρώτον μέρος της αρχαιοτάτης των σωζομένων κωμωδιών, των Αχαρνέων του Αριστοφάνους, — τότε το όλον είχε καταστή δραματικόν, — εξηγεί πώς ο ήρως κατώρθωσε να συνάψη ιδιαιτέρως ειρήνην μετά των Πελοποννησίων· έπεται δε η παράβασις και κατόπιν σειρά σκηνών ασυνδέτων, αι οποίαι παριστώσι πώς διασκεδάζει, απολαύων της ειρήνης, ο ήρως μετά της οικογενείας του κατ' αντίθεσιν προς τους λοιπούς πολίτας.
Περί των αρχαιοτάτων κωμικών ποιητών — Χιωνίδου, Εκφαντίδου και Μάγνητος — ολίγα είναι γνωστά (265). Πρώτος αξιόλογος κωμικός είναι ο ΚΡΑΤΙΝΟΣ, ο οποίος εκωμώδησε τον Περικλή, — «τον σχινοκέφαλον Δία» «τον υιόν της στάσεως και του πρεσβυγενούς Κρόνου» { the child of Cronos and Double-dealing } — καθώς ο Αριστοφάνης εμαστίγωσε τον Κλέωνα. Οι κριτικοί εθεώρουν αυτόν απαραμίλλως δυνατόν, αλλά και υπερβολικά πικρόν. Ο δε Αριστοφάνης συχνά τον αναφέρει· ως χείμαρρος, λέγει, «παρασύρων εφόρει τας δρυς και τας πλατάνους και τους εχθρούς προθελύμνους ». { like a mountain-torrent, sweeping down houses and trees and people who stood in his way! } Ο Κρατίνος ήτο μεμυημένος Ορφικός, και έφαγε κρέας Βακχείου ταύρου (266), ήτο δε και κατά την νεωτέραν έννοιαν οπαδός του Βάκχου. Ο Αριστοφάνης εν τοις Ιππεύσιν (424) εδείκνυεν αυτόν ως «παραληρούντα» γέροντα, αλλά το σκώμμα εξήγειρε τον γηραιόν πότην. Το επόμενον έτος εδίδαξε την * Πυτίνην (το φλασκί) φανεράν διακωμώδησιν εαυτού, όπου η σύζυγός του Κωμωδία τον έσωζεν εκ των αγκαλών της απίστου Πυτίνης. Έτυχε τότε των πρωτείων, ενώ ο Αριστοφάνης ήλθε τελευταίος. Αλλ' ήτο ήδη ερείπιον και απέθανε περί το 421. Είς των τριών υποκριτών του ήτο ο ΚΡΑΤΗΣ, ο οποίος και έγραψεν επιτυχείς κωμωδίας, διεκρίθη δε ως πρώτος παραστήσας μεθύοντας επί της σκηνής (267).
Ο ΦΕΡΕΚΡΑΤΗΣ, ο λαβών τα πρωτεία κατά τα 437, ήτο αξιόλογος αλλά βαρύς κωμικός, εάν κρίνωμεν εκ των πολυαρίθμων αυτού αποσπασμάτων. Εξέλεγε καλυτέρας υποθέσεις ή οι σύγχρονοί του και επλησίαζε μάλλον προς την νέαν κωμωδίαν· ούτως επραγματεύετο κοινωνικά θέματα, καθώς την ακολασίαν των δούλων και την φιλοποσίαν των εταιρών· επολέμησε δυνατά τον ΤΙΜΟΘΕΟΝ και τον νέον τρόπον της μουσικής (268)· φαίνεται δε προς τούτοις ότι έτεινεν, όπως κατόπιν ισχυρότερον ο Αριστοφάνης, εις ποίησιν κωμωδιών υποκειμένων εντός φανταστών τόπων μακαριότητος π.χ. οι *Μεταλλείς αυτού παρίστανον χρυσούν τινα αιώνα, υπάρχοντα εντός του βάθους ή υποκάτω της γης, πιθανώς δε και οι * Μυρμηκάνθρωποι κάτι παρόμοιον. Μόνον δε μίαν πολιτικήν κωμωδίαν γινώσκομεν αυτού, πικράν διακωμώδησιν του Αλκιβιάδου (269).
Ο ΕΥΠΟΛΙΣ είναι ο τα μέγιστα επαινούμενος των συγχρόνων του Αριστοφάνους. Χαρακτηριστικόν αυτού ήτο η χάρις, κατ' αντίθεσιν προς την δύναμιν και την δριμύτητα του Κρατίνου και τον συγκερασμόν των αρετών τούτων υπό του Αριστοφάνους· οι τρεις ούτοι απετέλουν τον εν Αλεξανδρεία κανόνα των [αρχαίων] κωμικών ποιητών. Ελέγετο δε ότι ο κατά την εν Ελλησπόντω μάχην θάνατος του Ευπόλιδος έδωκεν αφορμήν όπως η πόλις απαλλάξη τους ποιητάς από της στρατείας. Τα πολιτικά του φρονήματα κατ' αρχάς εταυτίζοντο τόσον προς τα του Αριστοφάνους, ώστε και συνειργάσθησαν οι δύο εις την δριμυτάτην των σωζομένων κωμωδιών, τους Ιππέας, έπειτα δε κατηγόρει ο είς τον άλλον ως λογοκλόπον. Η κωμωδία εκείνη εστηλίτευε τον Κλέωνα, τον δε * Μαρικάν έγραψεν ο Εύπολις εναντίον του Υπερβόλου· εν τοις *Δήμοις έλεγε πολλά τα καλά περί του Περικλέους ως ρήτορος (απόσπ. 94), αλλά τούτο συνέβαινε μετά τον θάνατον εκείνου και πιθανώς δεν είχε πολλήν σημασίαν· προς εξευτελισμόν του Κλέωνος ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Περικλέους, καθώς και προς εξευτελισμόν του Υπερβόλου ήτο χρήσιμος ο έπαινος του Κλέωνος. Η κωμωδία ήτο θεσμός υπερδημοκρατικός, ως παρετήρησεν ο Ολιγαρχικός ο γράψας την Αθηναίων πολιτείαν και όμως πάντες οι κωμικοί έχουσιν αριστοκρατικάς τάσεις. Λόγος τούτου είναι εξ ενός μεν ο σκοπός της κωμωδίας, ο οποίος είναι σκώμμα και όχι έπαινος· εάν οι κωμικοί ήσαν ευχαριστημένοι εκ των πολιτικών, θα έγραφον περί άλλου θέματος, δυσαρέστου· εξ άλλου δε συνεμερίζοντο τα φρονήματα των ανεπτυγμένων. Αλλ' ο Εύπολις πλέον φιλελεύθερος παρά τον Αριστοφάνη. Ο μεν Αριστοφάνης ουδέποτε φαίνεται κωμωδήσας πλουσίους· ο δ' Εύπολις έγραψε τους *Κόλακας εναντίον του Καλλίου και των παρασίτων του και τους *Βάπτας εναντίον του Αλκιβιάδου. Η κωμωδία αυτή παρίστανε μίαν των τότε συνήθων μυστικών και ενθουσιαστικών λατρειών, την λατρείαν της θεός Κολυττούς· μία των τελετών εκείνων ήτο και το βάπτισμα, αρχή δε ήτο το απόρρητον, όπερ παρέβλαψε την υπόληψιν των οπαδών διότι ο Ελληνικός λαός απέδιδε τα χείριστα ελατήρια εις τους έχοντας απόρρητον θρησκείαν ή προσευχομένους χαμηλοφώνως (270).
Ο ΦΡΥΝΙΧΟΣ ο Ευνομίδου, όστις ενίκησε το πρώτον κατά τα 429, και ο ΠΛΑΤΩΝ, του οποίου ουδεμίαν γινώσκομεν κωμωδίαν παλαιοτέραν του 405, αποτελούσι την γέφυραν την άγουσαν εις την νέαν Κωμωδίαν, ήτις ανεπτύχθη κατά τον τέταρτον αιώνα. Ο *Μονότροπος του Φρυνίχου είναι παράδειγμα δράματος αποτυχόντος επειδή εδιδάχθη είκοσι περίπου έτη πριν ή το κοινόν παρασκευασθή προς τούτο. Καθαρώς πολιτικήν κωμωδίαν του Φρυνίχου δεν έχομεν καμμίαν. Του δε Πλάτωνος γινώσκομεν *Υπέρβολον, *Κλεοφώντα, και *Συμμαχίαν, αναφερομένην εις συνένωσιν του Νικίου, του Φαίακος και του Αλκιβιάδου προς εξοστρακισμόν του Υπερβόλου (271).
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΔΑΘΗΝΑΙΕΥΣ
(περίπου 450 μέχρι 385 π. Χ.)
Αλλ' ο πρωτεύων ποιητής της αρχαίας κωμωδίας ήτο ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ· καθόσον δ'
εξάγεται εκ της συγκρίσεως των σωθέντων αποσπασμάτων των άλλων κωμικών,
ήτο πράγματι άξιος, των εξόχων του επιτυχιών, πλεονεκτών του Κρατίνου κατά το
κομψόν ύφος, ευτυχήσας δε να ζήση περισσότερον του Ευπόλιδος. Ο ποιητής είχεν
αγρόν εν Αιγίνη, δεν υπάρχει δε λόγος να αμφιβάλλωμεν, ότι ήτο γνήσιος Αθηναίος
πολίτης, καίτοι στίχοι τινές του Ευπόλιδος (απόσπ. 357) παραπονουμένου διά την
επιτυχίαν των ξένων, υπετέθησαν ότι αναφέρονται εις αυτόν. Ήρχισε δε να γράφη
νεώτατος· ο ίδιος εξηγεί διατί το πρώτον του έργον, τους * Δαιταλέας,
εδίδαξε διά του πρεσβυτέρου του φίλου, του υποκριτού Καλλιστράτου· πρώτον μεν
διότι ήτο πολύ νέος, ίσως νεώτερος ή ώστε να ελπίζη να λάβη χορόν παρά του
άρχοντος· έπειτα δε διότι δεν είχεν αρκετήν πείραν ώστε να διδάξη τον χορόν,
καίτοι έγραψε το δράμα. Ο τρόπος ούτος της διδασκαλίας κατήντησε σχεδόν έξις
του Αριστοφάνους. Εδίδαξε τους * Δαιταλέας, τους * Βαβυλωνίους,
τους Αχαρνέας, τους Όρνιθας και την Λυσιστράτην υπό το
όνομα του Καλλιστράτου, τους δε Σφήκας, τον *Αμφιάρεων και τους
Βατράχους υπό το όνομα του Φιλωνίδου. Δηλαδή οι άνθρωποι εκείνοι είχον
την ενόχλησιν να διδάξουσι τον χορόν και την ευχαρίστησιν να λάβουσι την
χορηγίαν της πόλεως διά την διδασκαλίαν. Ήκουον επίσης τα ονόματα των
ανακηρυσσόμενα ως ποιητών, αν και πάντες εγνώριζον ότι δεν ήσαν. Οιουσδήποτε
χρηματικούς συνδυασμούς και αν έκαμνεν ο ποιητής, ο τρόπος ούτος εσήμαινεν
ότι παρεχώρει χρήματα, διά ν' απαλλάσσεται φροντίδων· εάν ήδη συνδυάσωμεν
και τον εν Αιγίνη αγρόν και την γενικήν προς τους πτωχούς αδιαφορίαν του,
δυνάμεθα να πιστεύωμεν ότι ο Αριστοφάνης ήτο πλούσιος· είχε τας
προκαταλήψεις και το θάρρος ευπόρου ανθρώπου. Η πρώτη του κωμωδία, οι
*Δαιταλής (427 π. Χ.) ήτο επίθεσις κατά της ανωτέρας παιδείας των χρόνων
εκείνων, την οποίαν, εννοείται, παρίστανεν ως ανήθικον. Ο πρωταγωνιστής ήτο
πατήρ δύο υιών, ενός εναρέτου και εμμένοντος εις τα παλαιά, και ενός φαύλου και
νεωτεριστού. Ο νεαρός ποιητής έλαβε το δεύτερον άθλον και κατευχαριστήθη. Το
επόμενον έτος (426) προσέβαλε δριμύματα, αλλ' όχι και μετά της προφυλάξεως
του Ολιγαρχικού του γράψαντος την Αθηναίων πολιτείαν, το σύστημα της
προς τους συμμάχους σχέσεως· η κωμωδία ωνομάζετο * Βαβυλώνιοι, ο δε
χορός συνέκειτο εκ των συμμάχων παριστωμένων ως δούλων, οίτινες αλέθουσι
χάριν του κυρίου αυτών Δήμου. Ο ποιητής εξέλεξε προς διδασκαλίαν της κωμωδίας
τα εαρινά Διονύσια, ότε αντιπρόσωποι των συμμάχων [φέροντες τους φόρους]
ήσαν παρόντες εν Αθήναις, ούτω δε προεκάλεσε σκάνδαλον και κατηγορήθη υπό
του Κλέωνος, πιθανώς επί προδοσία. Αλλ' αγνοούμεν την απόφασιν. Εν τη
παραβάσει των Αχαρνέων ο Αριστοφάνης δικαιολογείται διά την
αδιακρισίαν του εκείνην και παρατηρεί προς τον Κλέωνα·
το γαρ ευ μετ' εμού και το δίκαιον ξύμμαχον έσται [στ. 660] *
Έκτοτε τα εν οίκω εξέθετε μόνον εις τα Λήναια, τα τελούμενα κατά Φεβρουάριον, δηλαδή προ του χρόνου, καθ' όν συνήθως οι ξένοι ήρχοντο εις τας Αθήνας.
Οι Αχαρνής εδιδάχθησαν κατά τα Λήναια του 425· είναι η παλαιοτάτη των σωζομένων κωμωδιών και αληθώς ωραία. Ο κύριος αυτής σκοπός είναι πολιτικός και απευθύνεται κατά του Κλέωνος και του Λαμάχου, ως αντιπροπώπων της πολεμικής μερίδος· αλλ' ο ποιητής προσβάλλει τον φοβερόν του αντίπαλον μετά τινος προσοχής, ενώ παρεκβαίνει του δρόμου του, διά να πατάξη τον Ευριπίδην, τον οποίον αναμφιβόλως και διά των Διαιταλέων είχε κηρύξει ως αίτιον της τότε διαφθοράς. Ουδεμία αφορμή προσωπικής έχθρας των δύο ποιητών είναι γνωστή· αλλ' είναι βέβαιον ότι ο Αριστοφάνης πολύ περισσότερον των άλλων κωμικών είχε διαρκώς κατά νουν τον Ευριπίδην. Ίσως διέκρινεν ότι ο Ευριπίδης περισσότερον παντός άλλου έβλεπε πόσον ενίοτε ταπειναί και ψευδείς ήσαν αι κωμικαί του επίνοιαι. Αλλ' είναι παράδοξον ότι ο Αριστοφάνης πρώτον μεν εμιμείτο πολύ τον Ευριπίδην, — τόσον ώστε ο Κρατίνος έπλασε ρήμα «ευριπιδαριστοφανίζειν» διά να χαρακτηρίση το ύφος και των δύο — έπειτα δε, καθόσον βλέπομεν εκ των παρωδιών του, ανεγίνωσκε τόσον πολύ τα έργα του τραγικού, ώστε επί τέλους τα είχεν αποστηθίσει.
Κατά τα 424 ο Αριστοφάνης ευφράνθη, διδάξας τους Ιππέας. Η υπόθεσις είναι ότι ο οξύχολος γέρων Δήμος έπεσε καθ' ολοκληρίαν εις τα δίκτυα του πανούργου Παφλαγόνος δούλου του· οι δε δύο οικιακοί του δούλοι λαβόντες χρησμόν του Βάκιδος, βλέπουσιν ότι τέσσαρες «-πώλαι» θα γίνωσι κύριοι των πραγμάτων, έκαστος καταβαλλόμενος υπό του χειροτέρου. Μετά τον στυππειοπώλην και τον προβατοπώλην ήλθεν η σειρά του βυρσοπώλου Παφλαγόνος, αλλά τούτον θα εκβάλη ποίος; Ο αλλαντοπώλης! «ω Πόσειδον της τέχνης!» φωνάζει κατευχαριστημένος ο δούλος και ιδού, αμέσως επιφαίνεται χονδρός πλανόδιος αλλαντοπώλης, κρατών τα σκεύη του και κοιλίας. Οι δύο δούλοι του αναγγέλλουσι ποία μεγάλη τύχη τον περιμένει. Το λοιπόν της κωμωδίας είναι η σφοδροτάτη πάλη μεταξύ του βυρσοπώλου και του αλλαντοπώλου, όπου ο βυρσοπώλης ηττάται ακριβώς εις τας ιδικάς του τέχνας, την ψευδολογίαν, την επιορκίαν, την κλοπήν και την αναίδειαν [ανακράζων (1206)
οίμοι, κακοδαίμων, υπεραναιδευθήσομαι].
Ευνόητον είναι ότι ο Παφλαγών είναι ο Κλέων, όστις είχε βυρσοδεψείον· οι δύο δούλοι είναι ο Νικίας και ο Δημοσθένης· οι προηγούμενοι -πώλαι είναι πιθανώς ο Λυσικλής και ο Ευκράτης. Αλλ' ο ποιητής ομολογεί ότι κατ' αρχάς δεν εύρισκεν υποκριτήν να υποδυθή τον Κλέωνα, και κατόπιν, αφού ανέλαβεν ο ίδιος την υπόκρισιν, ότι οι σκευοποιοί δεν ήθελον να κατασκευάσωσι προσωπείον, εικονίζον τον Κλέωνα. Η κωμωδία είναι τέλειον πρότυπον αφροντίστου και ακολάστου γλώσσης. Και όμως είναι θαυμασίως κωμική, περί δε το τέλος, όπου υπάρχει κάποια σκηνή μεταμορφώσεως, όπου δηλαδή ο αλλαντοπώλης γίνεται καλός και ο Δήμος επανέρχεται εις τα λογικά του, υπάρχει δόσις ευγενούς φιλοπατρίας. Η επίθεσις δεν είναι δηλητηριώδης ουδέ καν επιζημία. Δεν θα εμπόδισε δηλαδή πολύ τον Κλέωνα από του να καταλάβη οιανδήποτε άλλην αρχήν. Αλλ' είναι κατακλυσμός πηλού προς ανταποδόσιν της κατηγορίας του 426. Τοιαύτη κωμωδία, αφού πλέον έγινε δεκτή υπό του άρχοντος και δεν διεκόπη υπό λαϊκού θορύβου, ήτο επόμενον ότι θα είχε θριαμβευτικήν επιτυχίαν· και πράγματι οι Ιππής έλαβον τα πρωτεία.
Το επόμενον έτος υπήρξεν αντίδρασις. Αι Νεφέλαι διασύρουσαι την νέαν εκπαίδευσιν, την οποίαν αντιπροσωπεύει ο Σωκράτης, ηττήθησαν υπό της * Πυτίνης του «παραληρούντος» Κρατίνου και του *Κόννου του Αμειψίου. Εν τη δευτέρα εκδόσει των Νεφελών, η οποία και διεσώθη, ο Αριστοφάνης παραπονείται διά την ήτταν ταύτην, θεωρών τας Νεφέλας ως την καλλίστην των κωμωδιών του. Πλην της παραβάσεως, και δύο σκηναί των σωζομένων Νεφελών λέγεται ότι έλειπον εκ της πρώτης εκδόσεως, ο διάλογος μεταξύ Δικαίου και Αδίκου λόγου και το ζωηρόν τέλος, όπου πυρπολείται το φροντιστήριον του Σωκράτους. Το σωζόμενον δράμα είναι προδήλως ατελείωτον και ασυνάρμοστον, αλλά η προς τον ήρωα συμπάθεια των μεταγενεστέρων το έκαμε το περιφημότατον ίσως του Αριστοφάνους έργον. Η επίνοια ότι ο γέρων Στρεψιάδης επιζητεί να διδαχθή παρά σοφιστού τον καλύτερον τρόπον διά να μη πληρώση τα χρέη του, πράγματι δεν είν' ευφυής· τοιουτοτρόπως η κωμωδία έχει μεν ωραίον ύφος, πάντοτε πρόχειρον εις τον Αριστοφάνη, και πολλήν αστειότητα εις μερικάς σκηνάς, αλλ' όμως είναι κάπως χλιαρά. Φαίνεται δε ότι τότε ο Σωκράτης θα είχε προσελκύσει την κοινήν προσοχήν, διότι ήτο ήρως και του * Κόννου. Εκεί ο Αμειψίας τον περιέγραφεν ως πτωχόν, πεινώντα, ρακένδυτον· (απόσπ. 9. Kock].
τούτο το κακόν των σκυτοτόμων κατ' επήρειαν γεγένηται
ούτος μέντοι πεινών όντως, ουπώποτ' έτλη κολακεύσαι.
{ who 'insulted the bootmakers' by his naked feet, but nevertheless ' never deigned to flatter.' }
Η γελοιογραφία αυτή βεβαίως είναι πλησιεστέρα προς το πρωτότυπον ή ο σοφιστής των Νεφελών, ο έχων μεν χαρακτηριστικά τινα του αληθινού Σωκράτους, αλλά και πάντα όσα εκείνος απεδοκίμαζε σφοδρώς, δηλαδή την αθεΐαν του Διαγόρου, την γραμματικήν του Πρωταγόρου, την αστρονομίαν και την φυσικήν του Διογένους του εξ Απολλωνίας. Οπωσδήποτε η εικών είναι πιθανώς τόσον πιστή όσον και η του Κλέωνος, του Αγάθωνος, του Κλεωνύμου και πολύ ολιγώτερον κακόβουλος.
Κατά τα 422 ο Αριστοφάνης επανήλθε και πάλιν εις τα συνήθη πολιτικά. Οι Σφήκες είναι διασυρμός της μανίας των Αθηναίων να κάθωνται ως δικασταί και να δικάζωσιν. Αύτη διά πολλούς θα ήτο βεβαίως διασκέδασις· διότι υπήρχεν αρκετή περιεργία και συναίσθησις δυνάμεως. Αλλ' είναι δύσκολον να πιστεύσωμεν έστω και περί του τέλους του πέμπτου π. Χ. αιώνος ότι αι πλείσται διαφοραί εξωμαλύνοντο διά της δικαιοσύνης και ελάχισται διά της βίας. Ουδέ πρέπει να υποθέσωμεν ότι ο Αριστοφάνης επεθύμει πραγματικώς επάνοδον εις την παλαιάν μέθοδον, την οποίαν η ανάπτυξις του Αθηναϊκού νόμου είχε καταργήσει. Οι Σφήκες έτυχον του πρώτου πιθανώς άθλου· ο πολιτικός αυτών σκοπός διαφαίνεται εις τα ονόματα του ανοήτου γέροντος δικαστού, ο οποίος καλείται Φιλοκλέων, και του φρονίμου υιού του, ο οποίος λέγεται Βδελυκλέων, δηλαδή βδελυσσόμενος τον Κλέωνα. Και η πλαστή δίκη, η γινομένη χάριν του Φιλοκλέωνος, είναι ευεξήγητον αίνιγμα. Ο « κύων Λάβης» κατηγορείται υπό άλλου κυνός Κυδαθηναιέως, ότι έφαγε «τυρόν πολύν», ακριβώς όπως ο στρατηγός Λάχης είχε κατηγορηθή υπό του Κλέωνος του Κυδαθηναιέως διά νοσφισμόν. Αι εκρήξεις των αισθημάτων του Φιλοκλέωνος, της αγανακτήσεως και του οίκτου, φαίνονται ως καλαί παρωδίαι των συνήθων τρόπων των Αθηναίων δικαστών. Η περίφημος απομίμησις του Ρακίνα Les Plaideurs δεν αντισηκώνει εντελώς διά της καλυτέρας οικονομίας της την έλλειψιν φυσικότητος. Τα ήθη των Σφηκών ήσαν ουσιωδώς τα του καιρού εκείνου.
Τω 421 [κατά τας παραμονάς της Νικιείου ειρήνης] ο Αριστοφάνης εδίδαξε την Ειρήνην, ήτις είναι rechauffé των Αχαρνέων την μεγάλην χάριν ότι αρχίζει διά παρωδίας του *Βελλεροφόντου του Ευριπίδου. Ο ήρως, αφού δεν έχει Πήγασον, όπως ο Βελλεροφόντης, ιππεύει κάνθαρον — το μέγα έντομον, όπερ βλέπομεν εις τους αμμώδεις τόπους της Ελλάδος και της Ιταλίας να κυλίη ακαθαρσίας — και πετά εις τον ουρανόν, ενώ οι δούλοι και αι κόραι του ζητούσι να τον εμποδίσωσι. Η Ειρήνη έλαβε τα δευτερεία.
Μετά το 421 ακολουθεί χάσμα επτά ετών μεταξύ των σωθέντων έργων του Αριστοφάνους. Δυνάμεθα δε να εικάσωμεν ότι κατά το διάστημα εκείνο εδιδάχθη το *Γήρας, όπου οι γέροντες εγίνοντο πάλιν νέοι, και ο * Αμφιάρεως, όπου κάποιος πηγαίνει εις το εν Ωρωπώ ιερόν του ήρωος διά να ίδη όνειρον· το αυτό περίπου πράγμα διακωμωδείται εν τω Πλούτω μετά πολλά έτη. Εκ των σωζομένων ακολουθούσιν ήδη (412 π. Χ.) οι Όρνιθες, το αδιαφιλονίκητον αριστούργημα του Αριστοφάνους· διότι είναι περισσότερον κωμικόν, περισσότερον περίεργον, πλέον ευφάνταστον και λυρικώς ωραιότερον παρά οιονδήποτε άλλο έργον του. Είναι αποκάλυψις του θαυμασίου ύψους, όπου ηδύνατο ν' αναβή παρά πάσαν την χονδρότητά της η αρχαία κωμωδία. Ελατήριον αυτής είναι ο κοινός πόθος της διαφυγής εκ των βασάνων της πραγματικότητος εις τόπον εντελώς ανόμοιον. Δύο Αθηναίοι, ο Πισθέταιρος και ο Ευελπίδης, αναλογιζόμενοι, ότι ο Τηρεύς πριν να μεταμορφωθή εις έποπα και γίνη βασιλεύς των πτηνών, ήτο βασιλεύς των Αθηνών — η παράδοσις καθιερώθη υπό του Σοφοκλέους και άλλων τραγικών — αποφασίζουσι να εύρωσι τον Έποπα και να κτίσωσι μεγάλην πόλιν πτηνών. Ο Πισθέταιρος είναι τύπος νοστιμώτατος, προσαρμοζόμενος προς πάσαν περίστασιν και πείθων πάντα διαφωνούντα. Εξεγείρει τον μελαγχολικόν Έποπα, πείθει τα εξαφνιζόμενα και οργιζόμενα πτηνά· μανθάνει πώς να πτερωθή· ιδρύει πολιτείαν, δημόσια οικήματα, οχυρώματα· δέχεται και απορρίπτει πλείστους αιτουμένους εγγραφήν εις τους πολίτας, π. χ. ένα ποιητήν και ένα «πατραλοίαν» δέροντα τον πατέρα του, — αρχαίον τύπον ισοδύναμον, ως φαίνεται, προς τον δέροντα την γυναίκα του, — αποδιώκων δε ένα χρησμολόγον, ένα «επίσκοπον» και ένα γεωμέτρην. Αλλ' εν τω μεταξύ η νέα πόλις έχει αποκλείσει την μεταξύ ουρανού και γης συγκοινωνίαν και στερήσει τους θεούς την κνίσαν. Η άγγελος αυτών η Ίρις συλλαμβάνεται διότι άνευ άδειας επέρασεν εις την πόλην των πτηνών και ο Πισθέταιρος την αποδιώκει κακήν κακώς. Επί τέλους αναγκάζονται να προτείνωσιν όρους. Αλλά κάποιος λιποτάκτης έρχεται εις τον Πισθέταιρον· είναι ο Προμηθεύς, ο εχθρός του Διός, συγκαλυπτόμενος από των θεών διά σκιαδείου, — μιας μεγάλης ομβρέλλας· πού ηδύνατο να φθάση η ευθυμία των παλαιών! — και γνωστοποιεί εις αυτόν την αδυναμίαν των θεών. Η κατόπιν ερχομένη πρεσβεία περιλαμβάνει ένα φρόνιμον, τον Ποσειδώνα, ένα βλάκα, εξαγοραζόμενον διά της υποθέσεως καλού δείπνου, τον Ηρακλή, και ένα μωρόν τον Τριβαλλόν, ο οποίος δεν ημπορεί να συνεννοηθή και δεν εννοεί τι ψηφίζει. Ο Ζευς παραχωρεί εις τα πτηνά το σκήπτρον του κόσμου και δίδει εις τον Πισθέταιρον την ωραίαν κόρην του την Βασιλείαν και ούτως η Νεφελοκοκκυγία αναγνωρίζεται διά παντός. Υποδεέστερος ποιητής θα ενόμιζεν ότι έπρεπε να πλάση λυπηρόν τέλος· αλλ' οι κανόνες της κωμωδίας απηγόρευον αυτό, ο δε Αριστοφάνης ουδέποτε διστάζει εις τας επινοίας του. Η κωμωδία δεν έχει πολλούς πολιτικούς υπαινιγμούς. Το κόμμα του Αριστοφάνους τότε θα ήτο πιθανώς ευχαριστημένον, εάν κατώρθωναν να κωλύσωσι την πόλιν να πέμψη νέας επικουρίας εις την Σικελίαν, όπου κατ' εκείνους ακριβώς τους μήνας ο στρατός εσήπετο υπό τα τείχη των Συρακουσών. Αλλά η όλη κωμωδία εμποδίζει την σκέψιν περί τοιούτων οχληρών πραγμάτων· και ηττήθη μεν υπό των *Κωμαστών του Αμειψίου, αλλά φαίνεται ότι αφήκε πολύ κέντρον, διότι ταχέως ο Άρχιππος έγραψεν απομίμησιν αυτής, τους *Ιχθύς.
Αι δύο επόμεναι των σωζομένων κωμωδιών εγράφησαν υπό τον φόβον της ολιγαρχίας του 411. Τα πολιτικά τότε ήσαν επικίνδυνα, ο δε Αριστοφάνης προσπαθεί ν' αντισηκώση, την έλλειψιν αυτών διά τολμηράς ασεμνολογίας. Η Λυσιστράτη θα ήτο καλλίστη κωμωδία· η ηρωίνη είναι πραγματικός τύπος, είδος θηλυκού Πισθεταίρου μετά υψηλοτέρων αρχών και ολιγωτέρας ευθυμίας. Η βάσις του έργου — η απεργία των γυναικών και η άρνησις αυτών να έλθωσιν εις οιανδήποτε σχέσιν προς τους συζύγους των, αν μη συνάψωσιν ειρήνην — ήτο δεκτική πολλών τρόπων διεξαγωγής· το δε περίεργον είναι ότι ο Αριστοφάνης, ενώ φαίνεται γελωτοποιών τας γυναίκας, ήτο θερμός φίλος αυτών. Αι αστειολογίαι, τας οποίας κάμνει το «ανώτερον» φύλον εις βάρος του «κατωτέρου» — διά να μεταχειρισθώμεν τα ρωμαϊκά των ονόματα — σπανίως διακρίνονται διά την αβρότητα ή την λεπτότητα. Εκ φυσικής ευθυμίας ο Αριστοφάνης ηγάπα να προσάπτη εις οιονδήποτε ό,τι του κατέβαινεν εις τον νουν. Και όμως εξαιρουμένης της περισσής φιλοποσίας, την οποίαν αποδίδει εις τας γυναίκας — τοιούτοι πότοι θα ωμοίαζον προς τα ιδικά μας δειλινά τέια — εν τω συνόλω παριστάνει αυτάς πολύ κοσμιωτέρας παρά τους άνδρας. Εννοείται ότι η χειραφεσία των γυναικών ήτο μία των τότε ιδεών· περί αυτής δ' έγραψε δύο κωμωδίας ο Αριστοφάνης και ανά μίαν οι δύο άλλοι κωμικοί, ο Αμφις και ο Άλεξις. Και ταύτα, πριν ακόμη ο Πλάτων εκφράση την περιβόητόν του γνώμην και οι κυνικοί αρχίσωσι τα υπέρ των γυναικών κηρύγματά των. Ήτο φυσικόν του Αριστοφάνους ν' αρπάζη και επιπολαίως να πραγματεύεται πολλάς των προηγμένων θεωριών του καιρού του· εάν ενεβάθυνε περισσότερον, θα απεικόνιζε τα πράγματα σπουδαιότερα και θα εχάλα το έργον του. Διά τούτο πάντοτε αποσύρεται πριν εννοήση πολλά και χρησιμοποιεί οσαδήποτε γνωρίζει και όσα οπωσδήποτε συμπαθεί διά ν' αλατίση τα σκώμματά του.
Αι Θεσμοφοριάζουσαι, γραφείσαι κατά το αυτό έτος και υπό τας αυτάς δυσκολίας, είν' εξυπνοτάτη κωμωδία. Αι γυναίκες, συναγόμεναι κατά την εορτήν των θεσμοφορίων, όπου οι άνδρες δεν εγίνοντο δεκτοί, συσκέπτονται πώς να τιμωρήσωσι τον Ευριπίδην, διότι παρέστησεν επί της σκηνής ελεεινάς γυναίκας. Ο Ευριπίδης μανθάνει το σχέδιον και πείθει τον πενθερόν του Μνησίλοχον να εισέλθη μετημφιεσμένος εις την συνεδρίαν και να τον υπερασπίση. Ο παρείσακτος ανακαλύπτεται και παραδίδεται εις τον «Σκύθην τοξότην», τον αστυφύλακα, αλλ' εν τέλει δραπετεύει τη βοηθεία του γαμβρού του. Ο Ευριπίδης τραγωδεί στίχους των τραγωδιών του και ο δεσμώτης πράττει το αυτό, μεν μέχρις ού εξαπατάται ο Τοξότης. Η κωμωδία εδιδάχθη δύο φοράς κατά διαφόρους εκδόσεις.
Κατά τα ολίγα κατόπιν έτη εδιδάχθησαν αι * Λήμνιαι περί της νέας εν Πειραιεί λατρείας της «μεγάλης θεού» ως έλεγε την Βένδιν ο *Γηρυτάδης, έχων όμοιον σχέδιον προς τους Βατράχους, και αι *Φοίνισσαι, καθαρά παρωδία· — άλλη αυτή — της ομωνύμου τραγωδίας του Ευριπίδου. Ο δε * Τριφάλης εστρέφετο κατά του Αλκιβιάδου, εγγίζων βεβαίως τον ιδιωτικόν του βίον, πιθανώς δε και τον δημόσιον. Αν αληθεύη τούτο, ο *Τριφάλης ήτο η τελευταία ηχώ της πολιτικής κωμωδίας του πέμπτου αιώνος, την οποίαν ο κόσμος, στερούμενος αρκετής παρρησίας, ουδέποτε πλέον ηδυνήθη ν' ανασυστήση.