WeRead Powered by ReaderPub
Modern Greek Folklore and Ancient Greek Religion: A Study in Survivals cover

Modern Greek Folklore and Ancient Greek Religion: A Study in Survivals

Chapter 36: INDEX OF GREEK WORDS AND PHRASES
Open in WeRead

About This Book

Based on fieldwork, oral testimony, and local records, the work surveys contemporary Greek customs, superstitions, and ritual practices and examines continuities with ancient religious beliefs. It treats popular rites surrounding birth, marriage, death, seasonal festivals, household protections, folk magic, saints, and demonology, and traces how ancient motifs persist, adapt, or merge with Christian forms. The author reflects on research methods and sources, weighing oral informants against written accounts, and uses comparative analysis to juxtapose modern practices with ancient parallels, aiming to assess patterns of survival, transformation, and cultural synthesis across centuries.

INDEX OF GREEK WORDS AND PHRASES

  • ἀγάπη, 603
  • ἀγγελικά, 68
  • ἀγγελοθωρεῖ, 288
  • ἀγγελοκρούσθηκε, 289
  • ἀγγελομαχεῖ, 289
  • ἀγγελοσκιάζεται, 289
  • ἀγγελοφορᾶται, 289
  • ἁγι̯ασμός, 197
  • ἀγιελοῦδες, 147, 176
  • ἅγος, 451
  • ἀδερφοί μας, οἱ, 70
  • ἀδερφοφᾶδες, 208
  • ἀερικά, 68, 283
  • Ἀκμονίδης, 116
  • ἀκοίμητο καντῆλι, τὸ, 508
  • ἀλαίνειν, 472, 474
  • ἀλάομαι, 474
  • ἀλάστωρ (see Alastor), 462 f., 465 ff.
  • ἀλαφροστοίχει̯ωτοι, 204, 288
  • ἀλιτήριοι, 482
  • Ἀλουστίναι, 155
  • ἄλυτος, 381, 397
  • ἀμπόδεμα, 19
  • ἀμφιθαλής, 600
  • ἀναικαθούμενος, 382
  • ἀναρᾳδοπαρμένος, 142
  • ἀνάρραχο, 381
  • ἀνασκελᾶδες, 205 (note 1)
  • ἀνεμικαίς, 150
  • ἀνεμογαζοῦδες, 150
  • ἄνθρακες ὁ θησαυρός (proverb), 281
  • ἀπάντημα, 306
  • ἀπενιαυτεῖν, 445
  • ἀποικίζω (in Soph. O. C. 1383 ff.), 419
  • ἀπόρρητος, 569
  • Ἀράπηδες, 276
  • ἀραχνιασμένος, 518
  • ἄρρητος, 569
  • ἀστροπελέκι, 72
  • ἀσώματοι, οἱ, 144
  • Ἀφροδίτισσα, 118
  • βάμπυρας, 378
  • βασίλιννα, 583
  • βασίλισσα τοῦ γιαλοῦ, ἡ, 163
  • βασίλισσα τῶν βουνῶν, ἡ, 163
  • βασκαίνω, 9
  • βασκανία, 9
  • βασκανισμοί, 14
  • βιστυρι̯ά, 9 (note 2)
  • βόμπυρας, 378
  • βουρκόλακας, 364
  • Βραχνᾶς, 21
  • βρυκόλακας, 364
  • βρυκολακιάζω, 390
  • Γελλοῦδες, 148, 177
  • γενέσια, 531
  • γεραραί, 583
  • γιαλοῦδες, 147, 176
  • Γιλλόβρωτα, 178
  • γλαυκῶπις, 207
  • Γοργόνες, 184
  • γραψίματα τῶν Μοιρῶν, 126
  • δᾳδουχία, 566
  • δαίμονας τῆς θάλασσας, ὁ, 75
  • δαίμονες, 569
  • δαίμονες )( θεοί, 41
  • δαιμόνια, 68
  • δαιμόνιον μεσημβρινόν, 79
  • δὲν ξέρει τὰ τρία κακὰ τῆς Μοίρας του, 127
  • δένω, 397
  • δέσιμον, 19
  • δέσποινα, 90
  • δέω, 397
  • Δημητρεῖοι, 579
  • διαβόλισσαις, 149
  • δράκος, δράκοντας, 280
  • δράσαντι παθεῖν (proverb), 435
  • δρύμαις, 151
  • δρύματα, 151
  • ἐγκοίμησις, 61
  • εἰδωλικά, 68
  • εἰρεσιώνη, 35
  • ἐλευθεροῦν, 424
  • ἐναγίσματα, 530, 531
  • ἔνατα, 531, 532
  • ἐνόδιοι σύμβολοι, 298
  • ἐξωπαρμένος, 143
  • ἐξωτικά, 143
  • ἐξωτικός, 67
  • ἑορτοπιάσματα, 208
  • ἐποπτεία, 566
  • ἐργασάμενος, 578
  • ἔρως, 603
  • Ἔρωτας, ὁ, 118
  • εὐδαίμων, 600
  • εὔμορφος, 439
  • εὐρώεις, 518
  • ἔχει ᾱπ’ ἔξω, 143
  • ζαβέται, 146
  • ζούμπιρα, 69
  • ζωντόβολα, 69
  • Θάνατος, personification of, 115
  • θεός, modern applications of word, 48
  • θεοφιλής, 566
  • θύειν, 335
  • θυσία, 335
  • θυσίαι, 530
  • ἱερὸς γάμος, 591
  • ἱεροφαντία, 566
  • ἱπποκένταυροι, 235
  • ἰσκιοπατήθηκε, 289
  • ἴσκιος, 289
  • ἴυγξ, 18
  • ἰχθυοκένταυροι, 235
  • κάηδες, 208
  • καθαρεύειν τῇ φωνῇ, 568
  • καθάρματα, 355
  • καϊμπίλιδες, 209
  • κακανθρωπίσματα, 205
  • κακαουσκιαίς, 153
  • καλαὶς ἀρχόντισσαις, ᾑ, 132
  • καλαὶς κυρᾶδες, to whom applied, 171
  • Καλή, ἡ ἅγι̯α, 164
  • Καλὴ τῶν ὀρέων, ἡ, 166
  • καλι̯οντζῆδες, 215
  • καλιτσάγγαρος, 220
  • καλκαγάροι, 213
  • καλκάνια, 213
  • καλκατζόνια, 215
  • καλλικαντζαρίνα, 200
  • καλλικάντζαρος, derivation of, 232 ff.;
  • dialectic varieties of form of, 211 ff.;
  • proposed derivations of, 215 ff.;
  • table of dialectic forms of, 214
  • καλλικαντζαροῦ, 200
  • καλλικυρᾶδες, 132
  • Καλλισπούδηδες, 192
  • καλοί, οἱ, 70
  • καλοΐσκι̯ωτος, 289
  • καλοκυρᾶδες, ᾑ, 125, 132
  • καλορίζικοι, οἱ, 70
  • Κάλω, ἡ κυρά, 163
  • καμπουχέροι, 223, 227
  • κάνθαρος, 219
  • κανίσκια, 487
  • καντανικά, 69
  • κάντζαρος = κένταυρος, 233
  • κάρφωμα, 17
  • καταχανᾶδες (see Vrykolakes), 372
  • καταχανᾶς, 382
  • καταχύσματα, 535 (note 4)
  • κατζαρίδες, 219
  • κατσικᾶδες, 193
  • κατσιμπουχέροι, 223, 227
  • καψιούρηδες, 203
  • Κήρ, 289
  • κίρκος, 311
  • κλεηδόνιος (epithet of Hermes), 306
  • κλήδονας, ὁ, 304
  • κληδόνες, 298
  • κληδών, 304
  • κνώδαλα, 460
  • κοιμητήρια, 542
  • κόλλυβα, 487, 535
  • κόλπος, 596
  • κόλυμβος, 129
  • κόπηκε ἡ κλωστή του (proverbial), 124
  • κόρυμβος, 129
  • κοσκινομαντεία, 331
  • κουκουβάγια, 310, 311
  • κουρμπάνι̯α, 322
  • κουτσοδαίμονας, ὁ, 207
  • κρυερός, 518
  • κρυοπαγωμένος, 518
  • κυρά, ἡ μεγάλη, 163
  • κυρὰ τοῦ κόσμου, ἡ, 89
  • κυρὰ τσῆ γῆς καὶ τσῆ θαλάσσης, ἡ, 54, 91
  • κωλοβελόνηδες, 192
  • λάμπασμα, λάμπαστρο, 381
  • λοιβαί, 530
  • λουτροφόρος, 556, 594
  • Λυκαῖος, 352
  • λυκάνθρωπος, 241, 384
  • λυκοκάντζαροι, 203, 215
  • λυκοκάντζαρος, 239 f.
  • λυόνω, 397
  • λύω, 397
  • μαζεύει γράμματα γιὰ τοὺς πεθαμμένους (proverb), 346
  • μαζώθηκε τὸ κουβάρι του (proverbial), 124
  • μακαρία, 532
  • μακαρίτης, 532
  • μακραίωνες, 156
  • μάνα τοῦ Ἔρωτα, ἡ, 118
  • μαντική, 298
  • μασχαλίζειν, 435 f., 442
  • μασχαλισμός, 359
  • μάτι, τὸ κακό, 9
  • μάτι̯αγμα, 9
  • ματιάζω, 9
  • μέγαρα, 94
  • μελιτοῦττα, 533
  • μήνιμα, 447, 449
  • μίασμα, 425, 451
  • μιάστωρ (see Miastor), 462 ff.
  • μνημόσυνα, 487, 534
  • Μοῖρα, 289
  • Μοῖραις, 120, 122, etc.
  • Μόρα (or Μώρα), , 174
  • μυρολογήτριαις, μυρολογίστριαις, 347
  • μυρολόγια (see Dirges)
  • μύσος, 451
  • νὰ φᾶς τὸ κεφάλι σου, 14
  • νεκύσια, 531
  • νεραϊδάλωνο, 148
  • Νεράϊδες, 130
  • Νεραΐδης, 149
  • νεραϊδογεννημένος, 134
  • νεραϊδογνέματα, 134
  • νεραϊδοκαμωμένος, 134
  • νοικοκύρης, 260
  • ντουπί, 370
  • νύμφη, 131
  • νυμφόληπτος, 142
  • νυφίτσα, 328
  • Νυχτοπαρωρίταις, 195
  • ξαφνικά, 68
  • ξεραμμέναις, 160
  • ξεφτέρι, 317 (note 1)
  • ξόανα, 226
  • ξόρκια, ξορκισμοί, 14
  • ξωτικά, 67, 207
  • ὁ βρυκόλακας ἀρχίζει ἀπὸ τὰ γένειά του (proverb), 387
  • ὁ διὰ κόλπου θεός, 586
  • οἰκοσκοπικόν, 298, 327
  • οἰκουροί, 260
  • οἰωνός, 308
  • ὀνοκένταυροι, 235, 237 f.
  • ὄρνις, 307
  • ὅτι γράφουν ᾑ Μοίραις, δὲν ξεγράφουν (proverbial saying), 122
  • παγανά, 67, 207
  • παλαμναῖος, 448
  • παλμικόν, 298, 329
  • πανηγύρια, 34
  • παππαροῦνα, 24
  • παρηγορία, 533
  • παρμένος, 142
  • Παρωρίταις, 195
  • παστάς, 96, 587
  • παστός, 587
  • πεντάγραμμον, 113
  • πεντάλφα, 113
  • περατίκι, 109, 286
  • περίδειπνον, 531, 532
  • περπερία, 24
  • Πεταλώτης (title of S. George), 261
  • πιασμένος, 142
  • πίζηλα, 70
  • Πλανήταροι, 192, 204
  • πλάτωμα, 148
  • πρόθεσις, 497
  • προμνήστρια, 558
  • προξενήτρια, 558
  • προστρέπω, προστρέπομαι, 479
  • προστροπαῖος, 462 f., 479 ff.
  • προτέλεια, 591
  • Ῥἱζικάς, ὁ, 304 (note 3)
  • ῥουκατζιάρια, 224, 226
  • ῥουσάλια, 45
  • σαββατογεννημένοι, 288
  • σαραντάρια, σαρανταρίκια, 488 (notes 1 and 2)
  • σαραντίζω, 20
  • σαρκωμένος, 382
  • σκαλλικάντζαρος (see καλλικάντζαρος), 213
  • σκατζάρια, 215
  • σκατσάντσαροι, 215
  • σκηνή, 35
  • σκιορίσματα, 203, 205
  • σκόρδο ’στὰ μάτι̯α σου, 14
  • σμερδάκια, 69
  • σπλαγχνοσκοπία, 325
  • σπονδαί, 530
  • στοιχει̯ά (στοιχεῖα) (see Genii);
  • comprehensive usage of, 69
  • στοιχεῖα, development of meaning of, 255 ff.;
  • τοῦ κόσμου, τὰ (St Paul), 255–6
  • στοιχειό, 548
  • στοιχειόνω, 267
  • στοιχειοῦν, 256
  • στοιχειωματικός, 256
  • στοιχειωμένος, 258, 382
  • στρίγγαι, 144
  • στρίγλαις (στρίγγλαις, στρῦγγαι), 180–1
  • στριγλοποῦλι, 180
  • συρτός, 34
  • σφάζειν, 336
  • σφανταχτά, 68
  • σώθηκε ἡ κλωστή του (proverbial), 124
  • ταράματα, τά, 226
  • ταριχευθέντα (Aesch. Choeph. 288), 421, 456
  • τέλειοι, 591
  • τελεύμεναι, αἱ, 590
  • τέλη, 553
  • τελώνια, comprehensive usage of, 69
  • τελωνιακά, 286
  • τῆς Λάμιας τὰ σαρώματα (proverb), 174
  • τόπακας, 260
  • τριακάδες, 531
  • τρίτα, 530, 532
  • τροῦπαις τοῦ διαβόλου, ᾑ, 85
  • τσίκρος, 311
  • τσιλικρωτά, 192
  • τσίνια, 68
  • τυμπανιαῖος, 365, 370, 381, 385 f., 400
  • τυμπανίτης (see also τυμπανιαῖος), 400
  • Τύχη, 289
  • ὑδροφορεῖν, 593
  • Φανιστής, ὁ, 304 (note 3)
  • φαντάσματα, 68
  • φαρμακός, ὁ, 355
  • φάσκελον, τὸ, 14
  • φάσματα, 68
  • Φῆρες, 245, 250
  • χαμοδράκι, 281 (note 2)
  • χαροποῦλι, 310
  • Χάροντας, 97
  • Χάρος, 97
  • χαρούμενοι, οἱ, 70
  • Χαρώνειος, 114
  • Χαρωνῖται, 114
  • χειροσκοπικόν, 298
  • χελιδόνιον, meaning of, 161 (note 2)
  • χελιδόνισμα, 35
  • χοαί, 530
  • ψυχόπηττα, 534
  • ὠμοπλατοσκοπία, 321
  • ὠοσκοπικά, 331
  • ὥρα τὸν ηὗρε, 143

CAMBRIDGE: PRINTED BY JOHN CLAY, M.A. AT THE UNIVERSITY PRESS.