Τους πατέρας μας δε, όσοι τυχόν ζουν, και τας μητέρας μας πρέπει πάντα να τους παρακινούμεν παρήγορα πώς να υποφέρουν ελαφρότερα την συμφορών, όταν τύχη αυτή να συμβή, και να μη προσπαθούν ν' αυξάνουν την θλίψιν των — διότι δεν θα υπάρχη έλλειψις θλιβερού πράγματος, διότι αρκετά η τύχη θα πορίζη εις αυτούς τούτο [το θλιβερόν] — αλλά να προσπαθώμεν ν' ανακουφίζωμεν αυτούς και να τους ησυχάζωμεν ενθυμίζοντάς τους ότι εκείνα τα μεγαλύτερα που ηύχοντο τα εισήκουσαν οι θεοί και τα επραγματοποίησαν· διότι δεν έκαναν ευχάς τα παιδιά τους να γίνουν αθάνατα, αλλά ανδρεία και δοξασμένα· και αυτά δα, που είναι τα μεγαλύτερα αγαθά, τα έλαβαν. Αλλέως και δεν είναι εύκολον εις άνδρα θνητόν όλα να του βγαίνουν εις το διάστημα της ζωής, όπως τα σκέπτεται. Και υποφέροντες γενναία τας συμφοράς θα φανούν ότι πραγματικά όντας ανδρείων παιδιών πατέρες είναι και αυτοί τοιούτοι [ανδρείοι]· ενώ, αν καταβάλλωνται από την λύπην, θα γεννήσουν την υποψίαν ή ότι δεν είναι δικοί μας πατέρες ή ότι εκείνοι που μας επαινούν λέγουν ψέμματα. Κανένα δε από τα δύο αυτά δεν ταιριάζει, αλλ' απεναντίας εκείνοι μάλιστα πρέπει να γίνωνται δι' έργων επαινέται μας, φανερώνοντας τον εαυτόν τους έτσι ώστε να δείχνεται ότι πράγματι είναι άνδρες πατέρες ανδρών. Όμως και εις την περίστασιν αυτήν το παλαιόν λόγιον «μηδέν άγαν» λεγόμενον παρουσιάζεται καλώς λεγόμενον διότι αληθινά επιτυχώς τώρα λέγεται. Διότι όποιος δεν εξαρτά παρά από τον εαυτόν του τα μέσα διά να φθάση εις την ευδαιμονίαν ή να την πλησιάση και δεν κρεμιέται απ' άλλους ανθρώπους, ώστε από το αν ευτυχήσουν ή δυστυχήσουν αυτοί αναγκαστικά να λαμβάνη ομοίως περιπετείας και η ζωή του, αυτός είναι ο αληθινά συνετός και αυτός είναι ο ανδρείος και ο φρόνιμος. Αυτός, και όταν αποκτήση χρήματα και παιδιά και τα χάση, όμοια θα συμμορφωθή με την παροιμίαν. Ούτε χαιρόμενος υπερβολικά ούτε λυπούμενος [υπερβολικά] θα φανή, διότι εις τον εαυτόν του μόνον δίδει βάσιν. Τέτοιοι δε έχομεν ημείς τουλάχιστον την αξίωσιν να είναι οι ιδικοί μας και τέτοιους τους θέλομεν και υποστηρίζομεν ότι είναι και τέτοιο παρουσιάζομεν τον εαυτό μας, χωρίς δηλαδή υπερβολικήν αγανάκτησιν ουδέ φόβον, αν τυχόν είναι χρεία τώρα ν' αποθάνωμεν· παρακαλούμεν λοιπόν και τους πατέρας και τας μητέρας αυτών, έχοντας τον όμοιον τρόπον σκέψεως, να περάσουν την επίλοιπη ζωή τους και να ξέρουν καλά πως όχι θρηνώντας και μυρολογώντας μας θα μας είναι πολύ ευχάριστοι, αλλ' αν οι πεθαμμένοι διατηρούν κάποιαν αίσθησιν των ζώντων τόσο πιο πολύ θα μας δυσαρεστούσαν, όσο έκαναν τυχόν τον εαυτόν τους να υποφέρη και ελυπούντο βαριά διά τας συμφοράς· ελαφρά δε και μέτρια λυπούμενοι παραπολύ θα μας ήσαν ευχάριστοι. Διότι η δική μας ζωή θα έχη πλέον το καλύτερον τέλος απ' όσα μπορεί να συμβούν εις τους ανθρώπους, ώστε αρμόζει να εγκωμιάζουν μάλλον αυτό παρά να θρηνολογούν, λαμβάνοντες δε φροντίδα για της γυναίκες μας και τα παιδιά μας και ανατρέφοντές τα και εις τούτο αφιερώνοντες την προσοχήν των, έτσι και την δυστυχίαν περισσότερον όσο το δυνατόν θα ελησμονούσαν και ωραιότερα θα εζούσαν και ορθότερα και αγαπητότερα εις ημάς. Αυτά δα λοιπόν είναι αρκετά να ειπωθούν από μέρους μας εις τους ιδικούς μας· προς την πόλιν δε ηθέλαμεν κάμει την δέησιν να λάβη προς χάριν μας φροντίδα των πατέρων μας και των παιδιών μας, αυτά μεν μορφώνοντας καλά, εκείνους δε γηροκομώντας όπως αξίζει· αν και καλά γνωρίζομεν ότι, και αν ημείς δεν παρακαλέσωμεν, πάντοτε αρκετά θα φροντίση δι' αυτό [η πόλις] μόνη της.

Αυτά λοιπόν, ω παίδες και γονείς των αποθαμμένων, και εκείνοι μας ανέθεσαν να σας απαγγείλωμεν και εγώ όσον μπορώ προθυμότατα σας απαγγέλλω. Και αφ' εαυτού μου υπέρ εκείνων παρακαλώ, τους μεν [παίδας] να μιμούνται τους γονείς των [τους αποθαμμένους), τους δε [πατέρας] να έχουν θάρρος χάριν των ιδικών των [παιδιών], διότι ημείς και ιδιωτικώς και από του δημοσίου ταμείου θα σας γηροκομήσωμεν και θα σας επιμεληθώμεν, όπου και όπως καθένας μας τύχη να συναντήση καθένα από τους συγγενείς εκείνων. Την φροντίδα δε της πόλεως ως προς τούτο την γνωρίζετε κάπως και σεις οι ίδιοι, ότι δηλαδή έχοντας βάλει νόμους ως προς τα παιδιά και τους γονείς εκείνων που πεθαίνουν εις τον πόλεμον αναλαμβάνει να φροντίζη δι' αυτούς και έχει προστάξει να επιβλέπη η ανωτάτη της πολιτείας αρχή, παραπάνω παρά διά τους άλλους πολίτας, ώστε οι πατέρες και οι μητέρες [των αποθαμμένων εις τον πόλεμον] να μη αδικούνται· τα παιδιά τους δε από κοινού τα ανατρέφει φροντίζουσα πώς προ πάντων να μένη αφανέρωτη εις αυτούς η ορφανία, παρουσιαζομένη ωσάν πατέρας τους αυτή αφ' όταν είναι ακόμη παιδιά· και όταν φθάσουν να γίνουν άνδρες τους εξαποστέλλει εις τα σπίτια των, στολίζοντάς τους με πανοπλίαν, θέλοντας να υποδείξη έτσι και να τους ενθυμίση τον τρόπον της ζωής του πατέρα των, δίνοντάς τους όργανα [όπλα] προς εξάσκησιν της πατρικής ανδρείας και συνάμα προς καλόν οιωνόν, ώστε να πρωταρχίσουν να παν εις το πατρικό τους σπίτι να το διοικήσουν διά της δυνάμεώς των στολισμένοι με όπλα. Αυτούς δε τους πεθαμμένους ποτέ δεν παύει να τιμά [η πόλις] κάθε χρόνον κάμνουσα από κοινού εις όλους τα πρέποντα (5) [μνημόσυνα], τα οποία και ιδιαιτέρως εις καθένα γίνονται, προς τούτοις δε έχουσι συστήσει προς τιμήν τους αγώνας γυμναστικούς και ιππικούς και κάθε καλής ασκήσεως πνευματικής και χωρίς επιτήδευσιν (6) έτσι παρουσιαζομένη διά μεν τους αποθαμμένους ωσάν πατέρας, διά δε τους γονείς των και τους άλλους συγγενείς των ωσάν επίτροπος, λαμβάνοντας τοιουτοτρόπως φροντίδα δι' όλα, δι' όλον τον καιρόν. Και αυτά έχοντες εις την ενθύμησίν μας πρέπει μαλακώτερα να υποφέρετε την συμφοράν. Διότι και εις τους αποθανόντας και εις τους ζωντανούς τοιουτοτρόπως θα είσθε πλέον αγαπητοί και πλέον πρόσφοροι εις το να φροντίζετε διά τους άλλους και να φροντίζεσθε απ' αυτούς. Τώρα δε πλέον και σεις και όλοι οι άλλοι από κοινού έχοντες μυρολογήσει σύμφωνα με τον νόμον τους αποθαμμένους απέλθετε.

Αυτός, αν αγαπάς, ο λόγος, ω Μενέξενε, είναι της Ασπασίας της Μιλησίας.

Μενέξενος

Μα τον Δία, ω Σωκράτη, αξιομακάριστη είναι η Ασπασία σου, αν γυναίκα όντας έχει την ικανότητα να συνθέτη τέτοιους λόγους (7) .

Σωκράτης

Αλλ' αν δεν πίστευες ακολούθει μαζί μου και θα την ακούσης την ίδια να μιλή [έτσι|.

Μενέξενος

Πολλάκις, Σωκράτη, εγώ έτυχε να συναναστραφώ την Ασπασίαν και γνωρίζω ποία είναι.

Σωκράτης

Τι λοιπόν; Δεν την θαυμάζεις και δεν της χρεωστάς χάρι για τον λόγο αυτό;

Μενέξενος

Και μεγάλη μάλιστα χάρι χρωστώ εγώ, Σωκράτη, για τον λόγο αυτό σ' εκείνην ή σ' εκείνον πού σου είπε τυχόν αυτόν και σύγκαιρα άλλη μεγάλη χάρι χρωστώ σ' αυτόν που μου τον είπε.

Σωκράτης

Πάει καλά. Όμως να μη το μαρτυρήσης [ότι σου απήγγειλα τον λόγον], για να σου απαγγείλω κι' άλλους ακόμη πολλούς και καλούς πολιτικούς λόγους δικούς της.

Μενέξενος

Να είσαι ήσυχος· δεν θα το μαρτυρήσω· μονάχα εσύ απάγγελλε [λόγους].

Σωκράτης

Αυτό δα θα γίνεται (ολοένα).



1) Ο Πλάτων επίτηδες εδώ και εις πολλά άλλα μηδαμινολογεί, αναφέρων ανεκδοτικάς λεπτομερείας, όπως έκαμναν οι φλύαροι ρήτορες.

2) Ο Πλάτων επίτηδες εδώ με σοφίσματα παραδοξολογεί όπως οι σοφισταί ρήτορες.

3) Ειρωνία της πολυπραγμοσύνης των Αθηνών.

4) Εις το κείμενον η φράσις είναι: «αυτό μηνύει το νυν παρόν.» Εξηγείται δε από άλλους μεταφραστάς «τούτο αποδεικνύεται (φανερώνεται από την παρούσαν περίστασιν (ή τελετήν). Αλλά σύμφωνα με την αισθητικήν της Αττικής διαλέκτου η φράσις είναι πλέον αόριστη και πλέον γενική.

5) Εις τας Αθήνας εγίνοντο κάθε χρόνον εορταστικά μνημόσυνα, των πεσόντων εις τους πολέμους, τα οποία όμως εκατάντησαν εις την εποχήν της παρακμής να είναι επίδειξις των ρητόρων και άδοξη του πλήθους μεγαλαυχία μάλλον παρά τιμή των ηρώων και φρονηματισμός του λαού. Διά τούτο περιλαμβάνει και τας εορτάς αυτάς εις την σατυρικήν ειρωνείαν του ο Πλάτων.

6) Η λέξις του κειμένου είναι: «ατεχνώς» της οποίας το διφορούμενον νόημα δεν μπορεί να αποδοθή.

7) Ο Πλάτων απέδωκε τον παράξενον αυτόν επιτάφιον εις την Ασπασίαν, ειρωνευόμενος το φημολογούμενον ότι η Ασπασία εβοήθει τον Περικλέα εις τα πολιτικά ζητήματα και σατυρίζων τούτο είτε ως γεγονός είτε ως φήμην. Ίσως όμως και η πρόθεσίς του να δείξη ότι αι ρητορικαί απεραντολογίαι αρμόζουν μάλλον εις γυναικείον νουν τον παρεκίνησαν εις τούτο.