Όταν δε αυτά γίνουν, εκφωνούν τας δίκας, και όταν μεν ιδιωτικής φύσεως
δικάζουν, κατά τους τύπους του ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με την τάξιν η οποία
κατά νόμον ορίζεται εις κάθε υπόθεσιν, και προβάλλουν ενστάσεις οι αντίδικοι ως
προς αυτό μόνον το πράγμα (333)
. Όταν δε δικάζουν υποθέσεις δημοσίου δικαίου κατά τους τύπους του δημοσίου
δικαίου, καθεμίαν υπόθεσιν χωριστά εις μίαν συνεδρίασιν.
Είναι δε κλεψύδραι. . . (334) έχουσαι τας εκροάς αυτών προς το. . . (335) μέρος, οι δε κληρωθέντες επόπται του ύδατος ορίζουν τον χρόνον της διεξαγωγής κάθε δίκης (336) . (Ορίζεται δε χρονικόν διάστημα διάφορον διά τας δίκας αναλόγως της σπουδαιότητος αυτών, μετρείται δε μόνον ο χρόνος ο διαρρέων διά την κατηγορίαν, διά την απολογίαν και την απόφασιν] (337) · ο δε επόπτης του ύδατος κρατεί τον σωλήνα (338) όταν είναι ανάγκη διά την δίκην ν' αναγνωσθή υπό του γραμματέως νόμος ή μαρτυρική κατάθεσις. Όταν δε η δίκη είναι δι' ολόκληρον ημέραν, τότε δεν κρατούν τον σωλήνα (339) (εφ' όσον αναγινώσκονται νόμοι ή καταθέσεις) το δε ύδωρ, το οποίον χύνουν μέσα εις τας κλεψύδρας διά τον κατήγορον ομού και τον απολογούμενον, υπολογίζεται με τας ημέρας του μηνός Ποσιδεώνος (340) . [Έχουν δε δικαίωμα να μεταχειρισθούν χρονικόν διάστημα ο κατήγορος, ο απολογούμενος και οι δικασταί, ίσον ο καθένας. Διά να μη γίνωνται δε παραβάσεις, ωρίσθησαν οι επόπται, ο μεν είς εις μίαν κλεψύδραν διά τους ενάγοντας, ο δε έτερος εις άλλην κλεψύδραν διά τους εναγομένους (341) . Το τρίτον δε μέρος του χρόνου διατίθεται διά την απόφασιν, ήτοι διά να δικάσουν οι δικασταί. . . Υπάρχουν δε ως ποιναί ωρισμέναι δεσμά (φυλάκισις), δήμευσις, πληρωμή χρημάτων, και αποφαίνονται οι δικασταί τι πρέπει να υποστή, ή να πληρώση ο καταδικαζόμενος (342) . Όταν δε είναι ανάγκη να εισαχθώσι προς εκδίκασιν κατ' εξοχήν σοβαραί μηνύσεις, συνενούνται τρία δικαστήρια αποτελούντα την ηλιαίαν] (343)
Υπάρχουν δε ψήφοι χάλκινοι έχουσαι εις το μέσον μικρόν αύλακα, αι μεν ημίσειαι τρυπημέναι, αι δε ημίσειαι πλήρεις· οι δε κληρωθέντες ψηφολέκται, όταν τελειώση η διαδικασία (344) παραδίδουν εις καθένα δικαστήν δύο ψήφους, μίαν τρυπημένην και μίαν πλήρη, φανερά διδομένας, ώστε να τας βλέπουν οι αντίδικοι, δια να μη λαμβάνουν οι δικασταί μήτε πλήρεις, μήτε τρυπημένας και τας δύο (345) . — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — · καθόσον αποδίδων λαμβάνει (την βακτηρίαν) και ψηφίζουν τοιουτοτρόπως όλοι· διότι δεν είναι δυνατόν να λάβη (ο ψηφολέκτης) ουδενός το σύμβολον εάν δεν έχη ούτος ψηφίση.
Υπάρχουν δε τοποθετημένοι εις το δικαστήριον δύο αμφορείς, ο μεν ένας χάλκινος ο δε άλλος ξύλινος, ξέσκεποι (346) διά να μη είναι δυνατόν να ριφθούν από πριν μέσα εις αυτούς ψήφοι, εις αυτούς δε ψηφίζουν οι δικασταί· και εις μεν τον χάλκινον γίνεται η πραγματική ψηφοφορία εις δε τον ξύλινον ρίπτονται αι άκυροι ψήφοι (347) · έχει δε ο χάλκινος σκέπασμα με μίαν οπήν ανοιγμένην τόσον, ώστε να χωρή μίαν μόνην ψήφον, διά να μη δύναται να ρίπτη ο αυτός δύο ψήφους (348) . Όταν δε πρόκειται να αρχίσουν ψηφίζοντες οι δικασταί, ο κήρυξ φωνάζει πρώτον αν θα προσβάλουν τας μαρτυρίας οι αντίδικοι· διότι δεν επιτρέπεται να προσβληθούν αι μαρτυρίαι όταν αρχίση η ψηφοφορία· δεύτερον δε πάλιν τυπικώς φωνάζει (349) : «η τρυπημένη ψήφος είναι δια τον πρώτον αγορεύσαντα, η δε πλήρης διά τον ύστερον αγορεύσαντα (350) ». Ο δε δικαστής λαβών από το δισκάριον (351) τας ψήφους, πιέζων το μέσον της ψήφου και μη φανερώνων εις τους διαδίκους ούτε το τρυπημένον ούτε το πλήρες μέρος της ψήφου, ρίπτει την μεν κυρίαν (352) ψήφον εις τον χάλκινον αμφορέα την δε άκυρον εις τον ξύλινον.
Όταν δε ψηφίσουν όλοι, τότε οι προς τούτο ωρισμένοι υπηρέται, λαβόντες τον κύριον αμφορέα (353) , τον αδειάζουν επάνω εις άβακα, ο οποίος έχει τόσας τρύπας, όσαι ακριβώς είναι αι ψήφοι. [Αμέσως δε αρχίζει η αρίθμησις (354) ]. Και ποίαι εκ των ψήφων είναι τρυπημέναι και ποίαι πλήρεις είναι φανερόν εις τους αντιδίκους (355) . Οι δε διά κλήρου ορισθέντες ψηφολέκται κάμνουν την αρίθμησιν αυτών επί του άβακος (356) , χωριστά μεν λογαριάζοντες τας πλήρεις, χωριστά δε τας τρυπημένας. Και φωνάζει ο κήρυξ τον αριθμόν των ψήφων, του μεν ενάγοντος τας τρυπημένας, του δε εναγομένου τας πλήρεις. Όποιος δε από τους δύο λάβη περισσοτέρους, αυτός κερδίζει την δίκην, αν δε είναι ίσαι απαλλάσσεται ο εναγόμενος. Έπειτα πάλιν ορίζουν την ποινήν, αν χρειάζεται να καθορισθή αύτη, ψηφίζοντες με τον αυτόν τρόπον, αποδίδοντες μεν το δικαστικόν σύμβολον παραλαμβάνοντες δε την βακτηρίαν. Ο δε καθορισμός της ποινής επιτρέπει αγόρευσιν διαρκείας ημίσεως μέτρου ύδατος εις καθένα των δύο διαδίκων (357) Όταν δε οι δικασταί έχουν δικάση (τοιουτοτρόπως) σύμφωνα με τας διατυπώσεις των νόμων, λαμβάνουν τον μισθόν, (προσερχόμενοι εκεί) όπου καθένας διά κλήρου αρχικώς ωρίσθη (358) .
| ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ | ||||
|---|---|---|---|---|
| Βίος και έργα Αριστοτέλους | σελ | γ' | ||
| Εισαγωγή | » | 13 | ||
| Αποσπάσματα εκ του ελλείποντος κειμένου | » | 25 | ||
| Κεφάλαιον | Α' | » | 30 | |
| » | Β'. | Το ευρεθέν κείμενον' | » | 32 |
| » | Γ'. | Νομοθεσία του Σόλωνος | » | 37 |
| » | Δ'. | Αι τρεις φρατρίαι | » | 49 |
| » | Ε'. | Τυραννία Πεισιστράτου | » | 51 |
| » | ΣΤ'. | Οι υιοί τον Πεισιστράτου | » | 57 |
| » | Ζ'. | Κλεισθένης » | » | 62 |
| » | Η'. | Ανάπτυξις της Δημοκρατίας — Εξοστρακισμός | » | 65 |
| » | Θ'. | Μηδικοί πόλεμοι — Άρειος Πάγος — Θεμιστοκλής και Αριστείδης | » | 68 |
| » | Ι'. | Πρόοδος της Δημοκρατίας — Εφιάλτης και Περικλής | » | 71 |
| » | ΙΑ'. | Οι Δημαγωγοί | » | 76 |
| » | ΙΒ'. | Η εν Σικελία καταστροφή — Στάσις ολιγαρχικών » | » | 79 |
| » | ΙΓ'. | Κυβέρνησις των τετρακοσίων | » | 86 |
| » | ΙΔ'. | Πολιτεία των τριάκοντα. | » | 89 |
| » | ΙΕ'. | Κυβέρνησις των δέκα — Αποκατάστασις της Δημοκρατίας » | » | 93 |
| » | ΙΣΤ'. | Ανακεφαλαίωσις | » | 99 |
| » | ΙΖ'. | Εγγραφή των πολιτών — Εφηβία | » | 102 |
| » | ΙΗ'. | Βουλή και Εκκλησία του Δήμου | » | 105 |
| » | ΙΘ'. | Δικαιοδοσία της Βουλής | » | 109 |
| » | Κ'. | Ετήσιαι κατώτεραι αρχαί κληρωταί | » | 118 |
| » | ΚΑ'. | Οι εννέα άρχοντες | » | 125 |
| » | ΚΒ'. | Άλλα κληρωτά αξιώματα | » | 135 |
| » | ΚΓ'. | Αξιώματα διά ψηφοφορίας και στρατιωτικά | » | 137 |
| » | ΚΔ'. | Λεπτομέρειαι περί των αξιωμάτων και μισθοί | » | 140 |
| » | ΚΕ'. | Οργανισμός των δικαστηρίων | » | 142 |
| » | ΚΣΤ'. | Διαδικασία | » | 148 |
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
Αθηναίων Πολιτεία Ιστορία πολιτική και πολιτεία των Αθηνών, η κυριωτέρα
της μεγάλης «περί πολιτευμάτων» συγγραφής του Αριστοτέλους, θαυμάζεται εν
αυτή η λιτότης, και η τάξις της συγγραφής, παρεχούσης πλείστας πολιτειακάς
μελέτας.
Η μετάφρασις με αποκατάστασιν του ελλείποντος κειμένου και με εισαγωγήν περί του βίου και του έργου του Αριστοτέλους υπό του κ. I. Ζερβού.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 654.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10
1) Aristotelis Fragmenta (Teubner 1886), όπου υπό V. Rose παρατίθενται όλαι αι σχετικαί μαρτυρίαι.↩
2) Ciceron, De finibus V,): «omnium fere civitatum, non Graeciae solum sed etiam barbariae, ab Aristotele mores, instituta, disciplinas, a Theophrasto leges etiam cognovimus.↩
3) Fragm. hist. Graecorum, edit. Müller (Didot) II, 681 και εφεξής.↩
4) Κικέρωνος De legibus III, 6, 14.↩
5) Σουΐδα, λεξ Δικαίαρχος. Κικέρωνος Ad. Att II, 2.↩
6) Μυριόβιβλος κωδ. 161.↩
7) Μυριόβιβλος κωδ. 161.↩
8) Η περίληψις αύτη δίδει πληροφορίας δια τα περιεχόμενα 43 μόνον πολιτειών του Αριστοτελείου έργου.↩
9) Αι καλύτεραι αποσπασμάτων εκδόσεις είναι η του G. Μüller (Frag. hist. Graec. II, 105 και εφεξής) και η προμνημονευθείσα Aristotelis Fragmentia (Teubner 1886).↩
10) Αξιοσύστατος έκδοσις κριτική και διευκρινιστική του κειμένου έγινεν υπό του Γάλλου φιλολόγου Haussoulier.↩
11) Αρίστην κριτικήν μελέτην υπό τον τίτλον «Αριστοτέλης ή Κριτίας;» δημοσιευθείσαν εις την Revue des 1Etudes Grêques τον Μάιον και Ιούνιον του 1891 έγραψεν ο Θ. Ραϊνάχ, από του οποίου ηρύσθημεν και πλείστας των άνω πληροφοριών.↩
12) Υπαινιγμόν σαφή περί τούτου έχει εις την §§ 18.↩
13) Th. Reinach: «Aristotle La Republique Athenienne», pref XXIV.↩
14) Θεοπόμπου fragm. 99, edit Müller.↩
15) Επιφανέστερος των Ατθιδογράφων υπήρξεν ο Φιλόχορος, ζήσας μετά τον Αριστοτέλην.↩
16) Κλεοδήμου frag. 24 (Μüller I, 364) προς Αθην. Πολιτ. §§ 14. Φανοδήμου frag. 15 προς Αθ. Πολ. 3. Ανδροτίωνος frag. 5 και 49 προς Αθ. Πολ. §§ 22 και 29. — Τον έτερον γνωστόν Ατθιδογράφον Ελάνικον δεν έλαβεν ο Αριστοτέλης υπ' όψει διότι η χρονογραφία του ήτο συντεταγμένη, ως γράφει ο Θουκυδίδης, «βραχέως τε και τοις χρόνοις ουκ ακριβώς».↩
17) Weil. (Journal des Savants Απριλίου 1891)↩
18) Αθ. Πολ. § 26.↩
19) Αθ. Πολ. § 34. Πρβλ. Φιλοχόρου Frag. 117 — 118 εκδ. Müller.↩
20) Εξ Ηρακλείδου Επιτομής V. Rose [????]↩
21) Εξ Ηρακλ. Επιτομής. Συνέχεια § 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11. Ταύτα είναι εκ των αναφερομένων εις το κείμενον της Αθην. Πολιτείας.↩
22) Εξ Αρποκρατίωνος: Απόλ. πατρ.↩
23) Πλούταρχ. Β. Παρ. Θησεύς ΚΕ'. ↩
24) «Δεύρ' ίτε πάντες λεώ». ↩
25) Ευπατρίδας, γεωμόρους, δημιουργούς. ↩
26) Ιλιάς, Β. 547.↩
27) Λεξικόν Πατμ. Σακκελίονος Σελ. 152. Η έννοια ομοία εύρηται εις τον Σχολ. Αξιόχου Πλάτ. 371 θ.↩
28) Πολ. VIII. 3.↩
29) Ηροδότου V, 71.↩
30) Θουκυδίδου I, 126.↩
31) Πλουτάρχου βίοι Θησέως Γ, 25, Σόλωνος 12.↩
32) Η τελευταία έννοια είναι η της πρώτης φράσεως του σωζομένου κειμένου (Μύρωνος καθ' ιερών ομόσαντες αριστίνδην).↩
33) Η αρίθμησις εις κεφάλαια δεν υπάρχει εν τω κειμένω, γενομένη διά το σαφέστερον.↩
34) Πελάται αντιστοιχεί με το σημερινόν κολόνοι. Εκτήμοροι = λαμβάνοντες την έκτην μοίραν (μερίδιον) των καρπών.↩
35) Τα εντός παρενθέσεως είναι επεξηγήσεις, μη περιεχόμεναι εις το κείμενον.↩
36) Αλληγορική παλαιοτάτη Θρησκευτική τελετή γινομένη κατά την εορτήν των Διονυσίων εις τας Αθήνας. Ιδέ Ησύχιον: «της του βασιλέως γυναικός και θεού γίνεται γάμος».↩
37) Το επόμενον χωρίον πιστεύεται ότι έχει παρεμβληθή εις το αρχικόν κείμενον, εκτός της φράσεως, την οποίαν σημειώνω με κυρτούς χαρακτήρας εις το κείμενον.↩
38) Έως εδώ τελειώνει το παρέμβλητον κείμενον.↩
39) Γινώσκω, και μοι φρενός ένδοθεν άλγεα κείται, πρεσβυτάτην εσορών γαίαν Ιαονίας καινομένην.↩
40)
Υμείς δ' ησυχάσαντες ενί φρεσί καρτερόν ήτορ
δι' πολλών αγαθών εις κόρον ηλάσατε
εν μετρίοισι τίθεσθε μέγαν νόον· ούτε γαρ ημείς
πεισόμεθ’ ούθ' υμίν άρτια ταύτ' έσεται.↩
41) Η εντός των αγκυλών φράσις εις το κείμενον «και νόμους έθηκε»· φαίνεται ότι έχει μετατοπισθή.↩
42) Οι κύρβεις ήσαν από ξύλον τετράγωνοι ή πυραμιδοειδείς πίνακες στρεφόμενοι περί άξονα και έχοντες επί των τριών ή των τεσσάρων πλευρών επιγραφάς. Ο Αρποκρατίων εις την λέξιν κύρβεις γράφει: «τους κύρβεις λίθους ορθούς εστώτας ους από μεν της στάσεως στήλας, από δε της εις ύψος ανατάσεως διά το κεκορυφώσθαι κύρβεις εκάλουν, ώσπερ και κυρβασίαν την από της κεφαλής τιθεμένην».↩
43) Την διάταξιν εξηγεί ο Πλούταρχος εις τον βίον Σόλωνος 25, ορίζων ότι ο ανδριάς έπρεπε να είναι ισομέτρητος, δηλαδή του αυτού βάρους με εκείνον, διά τον οποίον ανετίθετο.↩
44) Η αρχαία λέξις τέλη, την οποίαν και έχει το κείμενον, περιλαμβάνει διπλήν την έννοιαν — φορολογικής υποχρεώσεως του πολίτου και τάξεως εις την οποίαν ούτος ανήκει.↩
45) Οι πωληταί ήσαν 10 άρχοντες, ένας από κάθε φυλήν, είχαν δε εξουσίαν να δίνουν εις μίσθωσιν τα δημόσια κτήματα και να αναθέτουν εις αρμοδίους τα δημόσια επί πληρωμή έργα.↩
46) Οι ένδεκα είχον την επιτήρησιν των φυλακών και την φροντίδα των θανατικών εκτελέσεων.↩
47) Οι κωλακρέται ήσαν 12 γραμματείς της οικονομικής διαχειρίσεως και ταμίαι πληρωμής μισθών.↩
48) Ο μέδιμνος ήτο μέτρον δημητριακών (όπως το κοιλόν)· υποδιηρείτο δε εις 48 χοίνικας.↩
49) Η πρόσοδος ξηρών προϊόντων ήτο πολυτιμοτέρα από την πρόσοδον υγρών τοιούτων.↩
50)
Διφίλου Ανθεμίων τήνδ' ανέθηχε θεοίς
θητικού αντί τέλους ιππάδ' αμεοξάμενος.↩
51) Η παράγραφος αυτή κρίνεται παρέμβλητος.↩
52) Προκρίτους λέγει το κείμενον.↩
53) Η τελευταία αυτή φράσις φαίνεται παρέμβλητος μεν, προκύψασα όμως εξ άλλης φράσεως του Αριστοτέλους.↩
54) Λείπει από το κείμενον μία λέξις.↩
55) Εκ του ναυς + κραίνω. Ο ναύκραρος συνέλεγε τας εισφοράς και επέβλεπε τας δαπάνας διά την κατασκευήν του πλοίου, το οποίον κάθε ναυκραρία υπεχρεούτο να συνεισφέρη. Οι φυλοβασιλείς είχον θρησκευτικήν δικαιοδοσίαν.↩
56) Το χωρίον τούτο περίπλοκον εις το κείμενον εξηγείται διαφοροτρόπως υπό των ερμηνευτών, έγινε δε διά τας αμφισβητήσεις περιβόητον.↩
57) Εις τον βασιλέα του Άργους Φείδωνα, ο οποίος εβασίλευσε το 895 π Χ. ή κατ' άλλους ενάμισυ αιώνα αργότερον, απεδίδετο η εκκοπή του νομίσματος και ο καθορισμός των μέτρων και βαρών. (Ηροδ. VI 127).↩
58) Η έκφρασις δεν είναι ακριβής. Η μνα έλαβε πράγματι μεγαλυτέραν αξίαν, όχι διότι ηύξησε το ποσόν των δραχμών, αλλά διότι μετά καλυτέρευσιν του μετάλλου ηύξανεν η πραγματική αξία των δραχμών.↩
59)
δήμω μεν γαρ έδωκα τόσον γέρος όσον απαρκεί
τιμής ούτ' αφελών, ούτ' επορεξάμενος
οι δ' είχον δύναμιν και χρήμασιν ήσαν αγητοί,
και τοις εφρασάμην μηδέν αεικές έχειν.
Έστην δ' αμφιβαλών κρατερόν σάκος αμφοτέροιοι
νικάν δ' ουχ είασ' ουδετέρους αδίκως.↩
60)
δήμος δ' αν ώδ' αν άριστα συν ηγεμόνεσσιν έποιτο
μήτε λίαν ανεθείς, μήτε βιαζόμενος·
τίκτει γαρ κόρος ύβριν, όταν πολύς όλβος έπηται
ανθρώποισιν όσοις μη νόος άρτιος η.↩
61)
Οι δ' εφ' αρπαγαίσιν ήλθον, ελπίδ' είχον αφνεάν
καδόκουν έκαστος αυτών όλβον ευρήσειν πολύν,
και με κωτίλλοντα λείως τραχύν εκφανείν νόον
χαύνα μεν τότ' εφράσαντο, νυν δε μοι χολούμεναι
λοξόν οφθαλμοίσ' ορώσι πάντες ώστε δήιον·
ου χρεών· α μεν γαρ είπα συν θεοίσιν ήνυσα,
άλλα δ' ου μάτην έερδον, ουδέ μοι τυραννίδος
ανδάνει βία τι ρέζειν, ουδέ πιείρας χθονός
πατρίδος κακοίσιν εσθλοίς ισομοιρίαν έχειν.↩
62) Διά να φανερώνουν ότι ένα κτήμα ήτο ενυπόθηκον ενέπηγον στήλας με επιγραφήν του χρέους.↩
63) ως κτισθείσαν από την Αθηνάν και τον Ποσειδώνα.↩
64) Δηλαδή τους δημοκρατικούς.↩
65)
Εγώ δε των μεν ούνεκα ξυνήγαγον
δήμον, τι τούτων πριν τυχείν επαυσάμην,
συμμαρτυροίη ταύτ' αν εν δίκη χρόνου
μήτηρ μεγίστη δαιμόνων Ολυμπίων
άριστα, Γη μέλαινα, της εγώ ποτε
όρους ανείλον πολλαχή πεπηγότας,
πρόσθεν δε δουλεύουσα, νυν ελευθέρα
πολλούς δ' Αθήνας, πατρίδ' εις θεόκτιστον,
ανήγαγον πραθέντας, άλλον εκδίκως,
άλλον δικαίως, τους δ' αναγκαίης υπό
χρειούς φυγόντας, γλώσσαν ουκέτ' Αττικήν
ιέντας, ως αν πολλαχή πλανωμένους,
τους δ' ενθάδ' αυτού δουλίην αεικέα
έχοντας, ήθη δεσποτών τρομευμένους,
ελευθέρους έθηκα· ταύτα μεν κράτει,
ομού βίαν τε και δίκην συναρμόσας,
έρεξα και διήλθον ως υπεσχόμην,
θεσμούς δ' ομοίως τω κακώ τε καγαθώ
ευθείαν εις έκαστον αρμόσας δίκην,
έγραψα· κέντρον δ' άλλας ως εγώ λαβών,
κακοφραδής τε και φιλοκτήμων ανήρ,
ουκ αν κατέσχε δήμον· ει γαρ ήθελον
ά τοις εναντίοισιν ήνδανε τότε,
αύθις δ' ά τοίσιν ούτεροι φρασαίατο,
πολλών αν ανδρών ήδ' εχηρώθη πόλις·
των ούνεκ' αλκήν πάντοθεν ποιούμενος
ως εν κυσίν πολλήσιν εστράφην λύκος.↩
66)
Δήμω μένει χρη διαφάδην ονειδίσαι
ά νύν έχουσιν ούποτ' οφθαλμοίσιν αν
εύδοντες είδον.
Όσοι δε μείζους και βίαν αμείνονες
αινοίεν αν με και φίλον ποιοίατο.↩
67)
Ουκ αν κατέσχε δήμον ουδ' επαύσατο
πριν αναταράξας πίαρ εξείλε γάλα.
Εγώ δε τούτων, ώσπερ εν μεταιχμίω
όρος κατέστην.↩
68) Το κείμενον λέγει «οι τε αφηρημένοι τα χρέη διά την απορίαν», ώστε δύναται να εξηγηθή διφορουμένως, δηλ. να εννοηθώσι διά της φράσεως οι απελευθερωθέντες των χρεών (οι χρεώσται) διότι ήσαν άποροι, είτε οι στερηθέντες των απαιτήσεών των (οι δανεισταί) διότι επτώχυναν.↩
69) Μη δηλαδή εις άλλην νόμιμον πολιτικήν κατάστασιν στερηθούν των πολιτικών δικαιωμάτων.↩
70) Διαψηφισμόν λέγει το κείμενον.↩
71) Κορυνοφόρους.↩
72) Διετήρησα το συντακτικόν σχήμα του κειμένου, διότι παρόμοιον υπάρχει τούτο και εις την σημερινήν γλώσσαν.↩
73) Ο Διογένης Λαέρτιος (I, 49) αναφέρει διαφορετικά το πράγμα. Κατ' αυτόν ο Σόλων παρουσιασθείς εις την εκκλησίαν του δήμου προείπεν ως εξής την επιβουλήν του Πεισιστράτου: «Άνδρες Αθηναίοι, των μεν σοφώτερος, των δε ανδρειότερος ειμι, σοφώτερος μεν των την απάτην Πεισιστράτου μη συνιέντων, ανδρειότερος δε των επισταμένων μεν, διά δέος δε σιωπώντων». Πρβλ. και Πλουτάρχου βίον Σόλωνος 30.↩
74) Θράτταν ωνόμαζαν συνήθως οι Αθηναίοι κάθε δούλην.↩
75) Οι Παλληνείς ήτο δήμος της Αττικής πλησίον του Πεντελικού, 15 σχεδόν χιλιόμετρα μακράν της πόλεως.↩
76) Οι δικασταί εκείνοι περιερχόμενοι τους δήμους εδίκαζαν μέχρι ποσού 10 δραχμών και έκαμναν προανακρίσεις επί των άλλων υποθέσεων. Ήσαν ανάλογοι των τώρα ειρηνοδικών.↩
77) «Όσα κακά και οδύνατα». Η φράσις παροιμιώδης και ανάλογος με την σημερινήν «τα κακά και ψυχρά».↩
78) Από το κείμενον λείπει η λέξις αναπληρουμένη εκ της εννοίας.↩
79) Ο Χρυσούς δηλαδή αιών.↩
80) Από το κείμενον λείπει μία λέξις αναπληρουμένη εκ της εννοίας.↩
81) «Θέσμια τάδε Αθηναίων και πάτρια· εάν τινες τυραννείν επανιστών ται επί τυραννίδι ή συγκαθιστή την τυραννίδα, άτιμον είναι και αυτόν και το γένος». Παραθέτομεν το κείμενον ως έν δείγμα της διατυπώσεως και του λεκτικού των Αττικών Νόμων.↩
82) Είναι φανερόν ότι πρόκειται περί άλλου Ηγησιστράτου, συγγενούς, ίσως, όχι δε υιού του Πεισιστράτου.↩
83) Κατασκοπεύοντες.↩
84) Σκολιά ελέγοντο τα κατά την διάρκειαν οινοποσίας άσματα, είχον δε ίδιον τύπον.↩
85)
Αιαί Λειψύδριον προδωσέταιρον,
οίους άνδρας απώλεσας, μάχεσθαι
αγαθούς τε και ευπατρίδας
οι τότ' έδειξαν οίων πατέρων ήσαν.↩
86) «Προέφερεν» λέγει το κείμενον, μεταφραζόμενον και επρόλεγε.↩
87) Εις το Λειψύδριον, περί του οποίου γίνεται ανωτέρω λόγος. ↩
88)
Έγχει και Κήδωνι, διάκονε, μηδ' επιλήθου.
ει χρη τοις αγαθοίς ανδράσιν οινοχοείν.↩
89) Η διαίρεσις εις τέσσαρας φυλάς έγινεν από τον Ίωνα και διετηρήθη και τον Σόλωνα, ως βάσις των υποδιαιρέσεών του, γενομένη αρχικώς σύμφωνα με την τοπικήν των κατοίκων διαίρεσιν. Του Κλεισθένους η διαίρεσις εις 10 φυλάς δεν έλαβεν υπ' όψιν την διαμονήν των κατοίκων εις έν μέρος, διότι κατ' αυτήν κάθε φυλή είχε διάφορα μέρη της χώρας.↩
90) Τοιουτοτρόπως συνεπεία της κληρώσεως το Φάληρον και ο Μαραθών ανήκον εις τον αυτόν δήμον.↩
91) «Ου γαρ άπαντες υπήρχον εν τοις τόποις». Ήτοι όσον ηύξανεν ο πληθυσμός με τον καιρόν νέα χωρία εσχηματίζοντο.↩
92) Των φρατριών υποδιαίρεσις ήσαν τα γένη. Καθεμία των τεσσάρων αρχαίων φυλών περιελάμβανε τρεις φρατρίας. Αι υποδιαιρέσεις δε αυταί εν συνόλω και μάλιστα οι δεσμοί των γενών είχον σημασίαν διά το κληρονομικόν ιδίως δίκαιον.↩
93) Ο όρκος ούτος των πεντακοσίων βουλευτών έλεγεν ότι ομνύουν να διαχειρισθούν νομίμως το αξίωμά των και ουδέποτε άνευ κρίσεως και παρά το δίκαιον να εξορίσωσιν ή να φυλακίσωσιν ή να φονεύσωσιν.↩
94) Κατά διόρθωσιν του Headlam δέον να τεθή «πεντακοσιομεδίμνων» αντί «πεντακοσίων».↩
95) Η φράσις του κειμένου αύτη «μετά την τυραννίδα» φαίνεται παρέμβλητος.↩
96) Εν εκ των βουνών της Λαυρεωτικής. Κατά Αρποκρ. εις λέξιν Μερώνεια — «τόπος εστίν της Αττικής· έστι μεν τοι και πόλις εν Θράκη».↩
97) Διότι εφοβούντο μη οι ούτως εξόριστοι, και μάλιστα ο Αριστείδης, συνταχθώσι με τους Πέρσας. Πλουτάρχ. Αριστ. 8.↩
98) Δύο ακρωτήρια (το έν εις την Δάκραν της Ευβοίας και το άλλο εις την Α άκραν της Πελοποννήσου) θεωρούμενα ως σύνορα της Αττικής.↩
99) «Τους μύδρους εν τω πελάγει καθείσαν». Τους μύδρους λίθους πυρακτωμένους) ελάμβαναν διά των χειρών ενώ ωρκίζοντο και έρριπτον κατά το τέλος του όρκου εις την θάλασσαν· ήτο δε η τελετή αυτή συμβολισμός του απαραβιάστου της συνθήκης.↩
100) Οι φρουροί επί της Ακροπόλεως.↩
101) Οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αι αρχαί.↩
102) «Περί των διωκημένων» λέγει αορίστως το κείμενον. Ήτοι περί της διαχειρίσεώς των είτε της πολιτικής είτε ίσως της οικονομικής.↩
103) Το μεταξύ αγκυλών φαίνεται ότι έχει παρεμβληθή υπό αντιγραφέως. Εξ άλλων πηγών ο Περικλής παρουσιάζεται πιθανώτερα συνεργός του Εφιάλτου.↩
104) «Μονοχίτων».↩
105) Ο Κίμων ήτο τότε 40 ετών και είχε διακριθή ως στρατηγός.↩
106) Οι μικροί πόλεμοι προς διατήρησιν της Αθηναϊκής ηγεμονίας επί των Ελληνικών πόλεων και αποικιών εξηκολούθουν πάντοτε και τούτων μετείχον οι άριστοι των πολιτών.↩
107) «Οι καλούμενοι κατά δήμους»↩
108) «Τυραννικήν». ↩
109) «Τας κοινάς λειτουργίας ελειτούργει λαμπρώς». Λειτουργίαι δε καθαυτό δεν ήσαν δημόσια αξιώματα, αλλά τιμητικαί τινες υποχρεώσεις, τας οποίας είχαν οι πλούσιοι. Εξ αυτών σπουδαιότεραι ήσαν η τριηραρχία προς εξοπλισμόν πολεμικών πλοίων και η χορηγία, ήτοι η εκγύμνασις χορού προς διδασκαλίαν τριλογικής τραγωδίας.↩
110) Εκ του δήμου τούτου ήτο ο Κίμων.↩
111) «Οίηθεν» η κατά Στέφανον Βυζ. «Όαθεν». Η Οίη δε ή Όα δήμος της Αττικής. — Το όνομα Δάμων είχεν απαλειφθή πιθανώς εις αρχαία αντίγραφα, φαίνεται εκ του Πλουτάρχου: Περ. 9. «συμβουλεύσαντος αυτώ Δαμωνίδου του Οίηθεν, ως Αριστοτέλης ιστόρηκεν».↩
112) Ο Άνυτος, ο κατόπιν κατήγορος του Σωκράτους, εστάλη μετά 30 πλοίων εις Πύλον προς βοήθειαν του στρατηγού Δημοσθένους και εξ αιτίας διαφόρων δυσμενών περιστάσεων απέτυχεν.↩
113) Όχι ο ιστορικός, αλλ' ο υιός του Μελησίου, ικανός και τίμιος πολιτικός, εξορισθείς αργότερα.↩
114) Οι ρήτορες από του βήματος της Πνυκός ωμίλουν άνευ ζώνης διά την ούτω ευρυχωρίαν της αμφιέσεως και το εύσχημον. Ο Κλέων παρέβη το έθος, αγορεύσας με την συνήθη ανεπίσημον και αγοραίαν αμφίεσιν. Παραβλ. Σχολ. Αισχίν. σελ. 14.↩
115) Διωβολία ή διωβελία ελέγετο η εκ του δημοσίου ταμείου παροχή δύο οβολών προς πληρωμήν εισητηρίων του θεάτρου κατ' αρχάς και κατόπιν άλλην επίσης επί πληρωμή θεωριών. Εδίδοντο δε εις πάντα ζητούντα πολίτην οι δύο οβολοί δι' εκάστην των τριών ημερών της εορτής των Μεγάλων Διονυσίων.↩
116) «Ή μην συγγράψειν». Οι εκλεγόμενοι εις ωρισμένην ημέραν να γράψωσι νόμους ελέγοντο συγγραφείς. Ο Θουκυδίδης 8,67 τους ονομάζει «συγγραφείς αυτοκράτορας».↩
117) Η επιτροπή αύτη συνέστη υπό του δήμου ευθύς μετά την καταστροφήν της Σικελίας ίνα την δημοκρατίαν τροχοπεδήση. Πρβλ. Σχολ. Αριστ. Λυσ. 421. Μετέσχον δ' αυτής οι ποιηταί Σοφοκλής και Άγνων ο πατήρ του Θηραμένους.↩
118) Δύο συνοπτικοί τύποι διαδικασίας του δημοσίου δικονομικού δικαίου των Αθηναίων, δι' ων άνευ προηγουμένης κλητεύσεως δι' εγκλήματα πολιτικής φύσεως επ' αυτοφώρω, επενέβαινον οι ανώτατοι της πολιτεία άρχοντες. Αναλογία τις υπάρχει προς την παρ' ημίν κήρυξιν του στρατιωτικού νόμου.↩
119) «Ομόσαντες καθ' ιερών τελείων», ήτοι επί σφαγίων, προσφερθέντων επί του βωμού εις θυσίαν διά πλήρους ιεροτελεστίας.↩
120) Οι πέντε χιλιάδες αυτοί δεν ήσαν οι οριζόμενοι εις το σχέδιον των προδούλων διά ν' αποτελέσουν εις το μέλλον την εκκλησίαν του δήμου, οι οποίοι και ουδέποτε εξελέγησαν (ίδε Θουκ. 8, 92), αλλ' οι υπό τα όπλα πέντε χιλιάδες πολίται. Το δε όλον των πολιτών τότε ανήρχετο εις 26 χιλιάδας.↩
121) Ιερομνήμων ελέγετο ο αντιπρόσωπος των Αθηνών εις το Αμφικτυωνικόν συνέδριον.↩
122) Οι δέκα ταξίαρχοι διετέλουν υφιστάμενοι των δέκα στρατηγών, καθείς δε αυτών ήτο στρατιωτικός αρχηγός των πεζών της φυλής του. Ίππαρχοι δε ήσαν δύο και ούτοι προϊστάμενοι των ταξιάρχων και αρχηγοί των δύο ιππικών σωμάτων. — Φύλαρχοι ήσαν, ως αλλαχού εσημειώθη, οι διοικούντες τα παρ' εκάστη φυλή, πλην των στρατιωτικών, πράγματα.↩
123) Διφορούμενον και πως ασαφές το κείμενον, έχον ούτω: «αιρείσθαι δε πάντας τούτους εκ προκρίτων, εκ των αεί βουλευόντων πλείους προκρίνοντας».↩
124) «Νείμαι δε και τους άλλους προς την λήξιν εκάστων».↩
125) «Κληρούν δε την βουλήν τους εννέα άρχοντας». Η φράσις φαίνεται παρέμβλητος.↩
126) Ήτοι να ορίζωνται πέντε ψηφολέκται, αντικαταστήσαντες ούτως εις την δικαιοδοσίαν αυτήν τους πρυτάνεις.↩
127) «Τον επιψηφιούντα».↩
128) «Ίνα νεμηθώσιν οι τετρακόσιοι εις τας τέτταρας λήξεις».↩
129) «Επιψηφίσαντος». Ο επιστατών την ψηφοφορίαν εψήφιζε τελευταίος.↩
130) «Πριν διαβουλεύσαι».↩
131) «Ενάτη φθίνοντος Θαργηλιώνος». Οι 12 μήνες του Αττικού ημερολογίου διηρούντο καθένας εις τρεις δεκάδας ημερών. Η πρώτη ημέρα του μηνός ελέγετο νουμηνία, η δεκάτη ελέγετο και προτέρα, — η εικοστή ελέγετο εικάς, η δε τριακοστή ελέγετο «ένη και νέα» ή τριακάς. Ο μην Θαργηλιών αντιστοιχεί με τον Μάιον και ήτο ο ενδέκατος του ημερολογίου και ο Σκιροφοριών (Ιούνιος) ήτον ο τελευταίος.↩
132) Κατά ιστορικήν ακρίβειαν 99 έτη.↩
133) Ήτοι από Μαΐου μέχρι Σεπτεμβρίου του 411 π. Χ.↩
134) «Τοις πεντακισχιλίοις τοις εκ των όπλων».↩
135) Την γνώμην αυτήν ο Αριστοτέλης αρύεται εκ του Θουκυδίδου (8,98) του οποίου τας κρίσεις αποδέχεται καθ' όλην την εξιστόρησιν των πολιτικών ανωμαλιών, των μετά την εν Σικελία καταστροφήν.↩
136) Πιθανώς το 410 π. Χ. μετά την εν Κυζίκω ναυμαχίαν.↩
137) Το κείμενον εκ παραδρομής φέρει «εβδόμω».↩
138) «Αγγελήθεν» προς διάκρισιν του κατά το 412 π. Χ. ομωνύμου άρχοντος.↩
139) «Πονηρός ούτος και πλείσταις καταδίκαις ενεχόμενος» Αριστοφ. Σχολ. 157.↩
140) Το 404 — 403 π. Χ.↩
141) «Τους περί Αρεοπαγιτών καθείλον εξ Αρείου Πάγου». Το εξ Αρείου Πάγου φαίνεται παρέμβλητος επεξήγησις αντιγραφέως.↩
142) «Ποιήσαντες καθάπαξ, τας δε προϊούσας δυσκολίας». Το δε φαίνεται παρέμβλητον.↩
143) «Της πόλεως υποφερομένης»· η μετοχή είναι και αιτιολογική και χρονική.↩
144) «Παύσασθαι της ασελγείας»· η φράσις του κειμένου είναι πλέον παραστατική και μεταφορική, κατά την Αττικήν συνήθειαν.↩
145) «Έξω τε γίγνεσθαι της πολιτείας αυτόν».↩
146) Αρμοστής ελέγετο ο αποστελλόμενος υπό της Σπάρτης στρατιωτικός διοικητής εις κυριευθείσας πόλεις. Πρβλ. Θουκιδ. 8, 5.↩
147) Φρουρών εις την Ακρόπολιν.↩
148) «Εφ' ων συνέβη και τας διαλύσεις γενέσθαι».↩
149) Το 403 Π. Χ.↩
150) «Εξοικείν».↩
151) «Επιτίμους όντας και κυρίους και αυτοκράτορας».↩
152) Οι Κήρυκες και οι Ευμολπίδαι ήσαν δύο παλαιοτάτης ευγενείας οικογένειαι της Αττικής. Απ' αυτάς κληρονομικώς απηρτίζετο το ιερατείον της Ελευσίνος, ήτοι των ναών της Δήμητρος και της Περσεφόνης. Οι Ευμολπίδαι μάλιστα φέρονται απόγονοι του βασιλέως της Ελευσίνος Ευμόλπου, ο οποίος επολέμησε με τον Ερεχθέα, τον πρώτον βασιλέα των Αθηνών. ↩