153) Το συμμαχικόν ταμείον ήτο πλέον το εμπιστευμένον εις τους Λακεδαιμονίους και υπ' αυτών χρησιμοποιούμενον, εις το οποίον οι Αθηναίοι μετά την άλωσιν της πόλεως υπό του Λυσάνδρου υπεχρεώθησαν να συνεισφέρουν.↩
154) «Τοις τα τιμήματα παρεχομένοις».↩
155) «Αφείλε τας υπολοίπους ημέρας της απογραφής», ήτοι εσυντόμευσε την προθεσμίαν των δηλώσεων.↩
156) «Γραψάμενος το ψήφισμα το Θρασυβούλου παρανόμων». Η φράσις συνήθως δικονομική του Αττικού Δικαίου.↩
157) «Την χώραν ανάδαστον ποιούσιν»· ήτοι κάμνουν νέαν διανομήν της κτηματικής περιουσίας.↩
158) Ο Αριστοτέλης αριθμεί τόσα πολιτεύματα υπάρξαντα εις τας Αθήνας, όσαι έγιναν πολιτικαί μεταβολαί. Την «εξ αρχής» ούσαν κατάστασιν δεν λογίζει ως πολίτευμα.↩
159) «Μετά δε ταύτην η επί Δράκοντος εν η και νόμους ανέγραψαν πρώτον». Η φράσις φαίνεται παρέμβλητος.↩
160) «Αι της βουλής κρίσεις εις τον δήμον εληλύθασιν».↩
161) «Προς την επικύρωσιν της χειροτονίας». Η φράσις είναι όρος νομικός του Αττικού συνταγματικού δικαίου.↩
162) Ο ξένος αυτός γενόμενος στρατηγός των Αθηναίων και παρασχών πολλάς ωφελείας εις την πόλιν έλαβε το δικαίωμα του πολίτου. Πρβλ. Πλάτωνος Ίων c. 12 σελ. 541.↩
163) Από του κεφαλαίου τούτον αρχίζει η περιγραφή του οργανισμού της Αθηναίων Πολιτείας, ήτοι λεπτομερής ανάπτυξις του συνταγματικού, του διοικητικού και εν μέρει του αστικού Αττικού δικαίου.↩
164) «Αποψηφίσωνται».↩
165) «Εφίησιν».↩
166) «Αν δε νικήση».↩
167) «Δοκιμάζει τους εγγραφέντας η βουλή». Ο όρος είναι νομικός, όπως και οι ανωτέρω και πολλοί των παραθετομένων κατόπιν. Γίνεται δε η εν υποσημειώσει παράθεσις διά να δοθή εις τον αναγνώστην ιδέα της νομικής φρασεολογίας του Αττικού δικαίου.↩
168) «Ζημιοί».↩
169) «Τρεις εκ των φυλετών».↩
170) «. . . και κοσμητήν [εκ των άλλων Αθηναίων] επί πάντων». Η φράσις εκ των άλλων Αθηναίων είναι προδήλως παρέμβλητος, έχει δε και τεθή ως γλώσσα εις το περιθώριον του αρχικού κειμένου, πιθανώς γενομένη υπό αντιγραφέως θέλοντος να εξηγήση το επί πάντων. Το δε «επί πάντων» σημαίνει επί των εφήβων όλων των φυλών.↩
171) «Πρώτον μεν τα ιερά περιήλθον».↩
172) Πολεμικόν μηχάνημα με νευράν, διά του οποίου ερρίπτοντο βέλη και δόρατα.↩
173) «Εκκλησίας γενομένης»· η μετοχή είναι και χρονική και τροπική.↩
174) «Αποδειξάμενοι τω δήμω τα περί τας τάξεις». ↩
175) «Δίκην ούτε διδόασιν ούτε λαμβάνουσι».↩
176) Προεδρείαν.↩
177) «Εν η δει τας αρχάς επιχειροτονείν, ει δοκούσι καλώς άρχειν».↩
178) «Τας εισαγγελίας». Κάθε πολίτης Αθηναίος είχε δικαίωμα να καταγγείλη οιονδήποτε είτε άρχοντα είτε ιδιώτην προ της εκκλησίας ως επιβουλευόμενον την πολιτείαν. Τούτο δε ελέγετο εισαγγελία.↩
179) «Τας απογραφάς των δημευομένων αναγινώσκειν». Μεταξύ των ποινών διά πολιτικά εγκλήματα ήτο και η επιβολή προστίμου μεγάλου, συνεπεία του οποίου εδημεύετο η περιουσία του καταδικαζομένσυ, ως και διά καθυστέρησιν άλλης τινός προς το Δημόσιον οφειλής.↩
180) «Τας λήξεις των κλήρων και επικλήρων». Η φράσις δικονομική του Αττ. δικαίου. Επίκληροι ελέγοντο γυναίκες ανύπανδροι κληρονόμοι περιουσίας, διά την διαχείρισιν της οποίας διωρίζοντο κατά συγγένειαν είτε διά δικαστικής αποφάσεως αντιλήπτορες.↩
181) «Όπως μηδένα λάθη μηδέν έρημον γενόμενον».↩
182) «Και περί της οστρακοφορίας επιχειροτονίαν διδόασιν». Οι θεωρούμενοι επικίνδυνοι εις το δημοκρατικόν πολίτευμα ήτο δυνατόν να καταδικασθώσι διά γενικής του λαού δι' οστράκων ψηφοφορίας εις εξορίαν (εξοστρακισμόν). Περί του αν πρέπη ή όχι να γίνη τοιαύτη ψηφοφορία προαπεφάσιζεν η εκκλησία του δήμου.↩
183) «Και συκοφαντών προβολάς».↩
184) Ήτοι διά τρεις Αθηναίους συκοφάντας και τρεις μετοίκους.↩
185) «Θεις ο βουλόμενος ικετηρίαν ων αν βούληται και ιδίων και δημοσίων προς τον δήμον διαλέξηται». Τίθημι ικετηρίαν· νομική φράσις αντίστοιχος με το «υποβάλλω αίτησιν».↩
186) ΣΥΡΑΚΟΣΙΩΝ φέρει το αρχικόν κείμενον. Υπάρχουσιν οι διορθώσαντες τέσσαρα δι' οσίων. Προτιμοτέρα όμως διόρθωσις και τυπικώς και εκ της εννοίας είναι: «τρία δ' οσίων».↩
187) «Άνευ προχειροτονίας». Πρβλ. Αρποκρατ. και Δημοσθ. κατά Τιμοκράτους, 12 και Αισχ. κατά Τιμάρχου, 23.↩
188) Πριν δηλαδή παρουσιασθούν ενώπιον της εκκλησίας του λαού.↩
189) Ήτοι απεσταλμένοι εξ άλλων πόλεων φέροντες εγγράφους ανακοινώσεις, προτάσεις, αιτήσεις κλπ. προς την πόλιν των Αθηνών.↩
190) «Έστι δ' επιστάτης των πρυτάνεων».↩
191) «Εφ' ων αν ευσημία γένηται». ↩
192) «Προβούλευμα».↩
193) «Ζημιώσαι και δήσαι και αποκτείναι».↩
194) «Άνευ δικαστηρίου γνώσεως».↩
195) «Απέφυγεν»· νομ. λέξις.↩
196) Τύπανον = τύμπανον Λατιν. typanum. Ελέγετο ούτω και το εδώλιον επί του οποίου εκάθητο ο κατάδικος διά να υποστή την θανατικήν ποινήν.↩
197) «Τούτο κύριον είναι». Η φράσις νομική.↩
198) «Δοκιμάζει δε» λέξις νομική.↩
199) «Τούτων μεν ουν άκυρός εστιν η βουλή». ↩
200) «Προβουλεύει δε».↩
201) «Κατ' αυτά γαρ ταύτα ένοχός εστιν, ο νικήσας γραφή παρανόμων». Η τοιαύτη καταγγελία γραφής παρανόμων ήτο συνηθεστάτη.↩
202) Με τρεις ή τέσσαρας σειράς κωπών.↩
203) «Νεωσοίκους», ήτοι αποθήκας, εντός των οποίων εφυλάσσοντο τα πλοία. ↩
204) Τα αποτεθειμένα εις την Ακρόπολιν αγάλματα των Νικών ήσαν εκ χρυσού.↩
205) Πρόκειται ιδίως περί των μεταλλείων της Λαυρεωτικής. Εξ αυτών πιθανώς άλλα εξεμεταλλεύετο απ' ευθείας το Δημόσιον και το εξαγόμενον μετάλλευμα επώλει, άλλα δε, τα ολιγώτερον σημαντικά, εμίσθωνε προς εκμετάλλευσιν εις ιδιώτας διά τρία έτη. Άλλην εξήγησιν δίδει ο Reinach διαρρυθμίζων κριτικώς το κείμενον ως εξής: και τα πραθέντα μέταλλα [και τα χωρία τα] εργάσιμα, τα εις τρία έτη πεπραμένα και τα εις αεί συγκεχωρημένα».↩
206) «Συγκεχωρημένα τα εις . . . έτη πεπραμένα». Ήτοι τα παραχωρούμενα (και επεξηγηματικώς) τα διά . . . (πιθανώς ι' ήτοι 10) έτη μίσθούμενα. Άλλη ανάγνωσις φέρει: «τα συγκεχωσμένα» απιθάνως. Ίσως το συγχωρώ επί του προκειμένου ως νομικός όρος εσήμαινεν εκχώρησιν της εκμεταλλεύσεως ομού και της επιφανείας του εδάφους του μεταλλείου.↩
207) «Εις λελευκωμένα γραμματεία». Επί λευκασμένων δερμάτων συνήθως εγράφοντο οι φορολογικοί πίνακες, ελέγοντο δε γραμματεία. Οι παλαιότεροι τοιούτοι πίνακες ελευκαίνοντο και πάλιν.↩
208) Οι προσωπικοί και περιουσιακοί φόροι επληρώνοντο εις κάθε πρυτανείαν. Άλλαι δε τακτικαί εισφοραί των πολιτών κατεβάλλοντο τρεις φοράς το έτος. Και οφειλαί προς το Δημόσιον εκ μισθώσεων και άλλων ληψοδοσιών κατεβάλλοντο επί της ενάτης πρυτανείας, ήτοι ένα περίπου μήνα προ της λήξεως του διοικητικού και λογιστικού των Αθηναίων έτους.↩
209) «Των τεμενών».↩
210) «Αποδέκται» ή αποδεκταί, αντίστοιχον προς το ταμίαι εισπράξεως.↩
211) Ο εύθυνος και οι δύο πάρεδροι αυτού απετέλουν ούτω δικαστήριον κρίνον κατ' έφεσιν τας υποθέσεις διαχειρίσεως αλλοτρίων.↩
212) Το κείμενον φέρεται ελλιπές εις μίαν λέξιν ως εξής:. «οίς αναγκαίον εστι ταις α . . . αις κατά τον επώνυμον της φυλής έκαστον καθείσθαι» κλπ. Την ελλείπουσαν λέξιν συμπληρώ εις α[ιτία]ις.↩
213) «Ταύτην την εύθυναν» . . . ↩
214) «Τούτο κύριόν εστι».↩
215) «Δοκιμάζει δε και τους ίππους» . . .↩
216) Από τους ίππους, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τας Αθήνας, άλλοι ήσαν πολεμικοί και άλλοι αγοραίοι. Κάθε πολίτης της τάξεως των Ιππέων συνετήρει υποχρεωτικώς ένα πολεμικόν ίππον εξ ιδίων, παρείχε δηλαδή τα της συντηρήσεως αυτού εις τους ιπποκόμους. Αν ο ιπποκόμος κακώς συνετήρει τον ίππον, υφίστατο την ποινήν της με ιδικά του έξοδα ιπποκομίας. Οι κατά την επιθεώρησιν κρινόμενοι ως μη καλοί πολεμικοί ίπποι εσφραγίζοντο διά στίγματος.↩
217) «Ή μη θέλουσι μένειν, αλλ' ανάγουσι». Πρβλ. Αριστ. Ηθικά Νικομ. II, 6, 2: «η του ίππου αρετή ίππον τε σπουδαίον ποιεί και αγαθόν δραμείν και ενεγκείν τον επιβάτην και μείναι τους πολεμίους».↩
218) «Αδόκιμός εστι». Διά τον τρόπον σφραγίσεως των ίππων ίδε Ησυχίου: ίππου τροχός και τρυσίππιον.↩
219) «Δοκιμάζει δε και τους προδρόμους», ήτοι τους εις την παράταξιν και κατά την μάχην προπορευομένους οδηγούς ίππους.↩
220) «Τους αμίππους». Μαζί με τους ιππείς επήγαιναν και άλλοι πεζοί, οι οποίοι ήσαν γυμνασμένοι και να ιππεύουν και να μάχωνται έφιπποι, ως αντικαταστάται.↩
221) «Τα παραδείγματα, τα εις την πέπλον». Η σημασία της λέξεως παράδειγμα, η επί του προκειμένου, δεν εξακριβούται εξ άλλων χωρίων συγγραφέων. Εκ της όλης εννοίας όμως και εκ των σχετικών ιστορικών πληροφοριών περί της ετησίας εορτής των Παναθηναίων, ότε Αθηναίαι παρθένοι έφερον τον νέον πέπλον της Αθηνάς εις τον Παρθενώνα, εγίνετο δε διά τούτο πομπή και διακόσμησις, πιθανόν φαίνεται ότι «παραδείγματα» ελέγοντο τα προσχέδια διακοσμήσεως, την οποίαν εγκρινομένην εξετέλουν ιδιώται με δαπάνην του Δημοσίου.↩
222) «Και της ποιήσεως των Νικών». Τα εν τη Ακροπόλει χρυσά αγάλματα των Νικών εστολίζοντο κάθε εορτήν των Παναθηναίων.↩
223) Ήτοι υπήρχεν αστυνομική διάταξις να ρίπτωνται αι ακαθαρσίαι εις απόστασιν μεγαλυτέραν των 10 σταδίων από του τείχους και ταύτην εφήρμοζον οι αστυνόμοι.↩
224) Αι οδοί της πόλεως ήσαν στεναί και απηγορεύετο η κατασκευή προεξεχόντων εξωστών εις τας οικίας.↩
225) Ήτοι έπρεπε ν' ανοίγουν αι θύραι προς τα έσω της οικίας, ώστε να μη εμποδίζεται ο δρόμος.↩
226) Επιστάται της αγοράς.↩
227) «Των εμπορίων επιμελείσθαι».↩
228) «Ανδραποδιστάς». Ούτως ελέγοντο οι κλέπται ανθρώπων, οι οποίοι επώλουν τους αρπαζομένους αλλού ως δούλους. Το έγκλημα τούτο ήτο συνηθέστατον.↩
229) Οι επ' αυτοφώρω συλλαμβανόμενοι ήσαν συνήθως οι ομολογούντες την ενοχήν των. Λεπτομέρειαι της ποινικής διαδικασίας επί του προκειμένου δεν είναι γνωσταί.↩
230) «Και τας ενδείξεις εισάξοντας». Η ένδειξις ήτο ειδική μήνυσις διά πράξιν του μηνυομένου απαγορευομένην εις αυτόν προσωπικώς ή δι' είσοδον αυτού εις τόπον απηγορευμένον. Π. χ. η άσκησις πολιτικών δικαιωμάτων υπό ενός ατίμου ήτο έγκλημα υποκείμενον εις ένδειξιν.↩
231) «Τας εμμήνους εισάγουσι δίκας» . . . .↩
232) «Επί δραχμή δανεισάμενος αποστερεί».↩
233) «Αν αγορά βουλόμενος εργάζεσθαι δανείσηται παρά τινος
αφορμήν».
Η φράσις δικανική.↩
234) «Έτι δ' αικίαις και ερανικάς και κοινωνικάς και ανδραπόδων και υποζυγίων.» . . . Οι όροι δικανικοί. Αι περί ανδραπόδων και υποζυγίων υποθέσεις ήσαν πιθανώς αι διά κεκρυμμένον ελάττωμα.↩
235) «Οι αποδέκται τοις τελώναις και κατά των τελωνών» . . . ↩
236) Οι περιοδεύοντες αυτοί δικασταί είχον γίνη υπό του Πεισιστράτου (όρα προηγ.), κατηργήθησαν υπό του Κλεισθένους και επανήλθον το 453. — Ηύξησαν δε οι Αθηναίοι τον αριθμόν διά να αποφεύγουν την ανάμνησιν των τυράννων.↩
237) «Τας προκλήσεις.» . . . δικον. όρος περιλαμβάνων και την αγωγήν και τας προτάσεις.↩
238) «Εις εχίνους». Εχίνοι ελέγοντο χαλκά σκεύη ή πήλινα αγγεία της δικαστικής τραπέζης, εις τα οποία απετίθεντο αι δικογραφίαι. Την δικον. αυτήν διατύπωσιν αναφέρει και ο Δημοσθένης.↩
239) «Εν γραμματείω» . . . δικον. όρος.↩
240) Ο κανονισμός της αρμοδιότητος του δικαστηρίου από του εναγομένου, δικονομική αρχή νεωτέρα, είχε καθιερωθή αρχαιότατα εις το Αττ. δίκαιον.↩
241) «Εντός χιλίων». . .↩
242) «Εκ των αρχόντων [και των] επωνύμων» . . το «και των» παρέμβλητον.↩
243) Ήτοι τον αρχαιότερον και μετ' αυτού την αντιστοιχούσαν ηλικίαν.↩
244) «Συνηγόρους».↩
245) «Δώρων τιμώσι» . . . δικον. φράσις.↩
246) «Αδικίαν τιμώσι» . . . δικον. φράσις.↩
247) «Καλλιερούσι μετά των μάντεων».↩
248) Πλουσίους πολίτας, αναλαμβάνοντας την διδασκαλίαν δραματικών έργων με δαπάνην ιδικήν των.↩
249) «Και τούτο κύριόν εστι της δοκιμασίας».↩
250) «Και Ζευς ερκείος», οικιακός, σπιτικός, διότι ως προστάτης των οίκων είχε συνήθως ο Ζευς τον βωμόν του εις τον πρόδρομον.↩
251) «Είτα ηρία ει έστιν» . . .↩
252) «Τα τέλη τελεί» . . .↩
253) «Ταύτα δ' ανερωτήσας» . . . εις το κείμενον γίνεται αλλαγή του υποκειμένου από της φράσεως αυτής και εις τας επομένας, διότι διεξάγων την όλην δοκιμασίαν αντί της βουλής ορίζεται ο προεδρεύων.↩
254) «Δους κατηγορίαν και απολογίαν» . . . η φράσις δικονομ.↩
255) «Εφ' ω τα τόμι' εστι». Άλλη γραφή φέρει «τα ταμιεία», ήτοι τα δημόσια θησαυροφυλάκια.↩
256) Εις τα «Μεγάλα Διονύσια» η κατ' άστυ ή εν άστει ή αστικά ή απλώς Διονύσια, τα τελούμενα τον μήνα Ελαφηβολιώνα (Μάρτιον), εδιδάσκοντο εις το θέατρον αι τραγωδίαι και αι κωμωδίαι διά την παράστασιν των οποίων και την προγύμνασιν εδαπάνων (εχορήγουν) ιδιώται.↩
257) Εορταί προς τιμήν του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος τελούμεναι τον μήνα Θαργηλιώνα (Μάιον — Ιούνιον).↩
258) Πολίτης οριζόμενος διά να χορηγήση δημοσίαν δαπάνην (λειτουργίαν) βαρείαν, οποίαι ήσαν η χορηγία και η τριηραρχία, ηδύνατο να υποδείξη άλλον ικανώτερον προς τούτο κατά την γνώμην του, προτείνων εις αυτόν ή να εκτελέση την χορηγίαν ή ν' ανταλλάξουν τας περιουσίας των. Τούτο δε ελέγετο αντίδοσις.↩
259) «Και τας σκήψεις εισάγει» . . η φράσις δικον. Η σκήψις αντιστοιχεί και με τον σημερινόν όρον ένστασις.↩
260) «Γονέων κακώσεως (αύται δ' εισίν αζήμιοι τω βουλομένω διώκειν), ορφανών κακώσεως (αύται δ' εισί κατά των επιτρόπων), επικλήρου κακώσεως» . . . κλπ., δικονομική φρασιολογία του Αττικού δικαίου.↩
261) «Παρανοίας, εάν τις αιτιάται τινα παρανοούντα τα εαυτού απολλύναι».↩
262) «Εις δατητών αίρεσιν, εάν τις μη θέλη κοινά τα όντα νέμεσθαι» . . . . αγωγή αντίστοιχος προς την «περί διανομής κοινούν του Ρωμ. δικαίου.↩
263) «Εις επιτροπής κατάστασιν» . . .↩
264) «Εις επιτροπής διαδικασίαν» . . .↩
265) Το κείμενον φέρει: «εις [εμφανών κατάστασ]ιν, επίτροπον αυτόν εγγράψαι». Ούτω δε η φράσις ακριβώς ερμηνεύεται: «διά την διαχείρισιν εμφανούς περιουσίας (προσωρινώς αδεσπότου) να διορίζη αυτός (ο άρχων) διαχειριστήν.↩
266) «Και τους επιτρόπους, εάν μη διδώσι τοις παισί τον ούτον, ούτος εισπράττει».↩
267) Εις την εορτήν αυτήν εγίνοντο οι δραματικοί αγώνες. Μην των εορτών τούτων ήτο ο Ληναιών κατά την αρχαίαν Ιωνικήν ονομασίαν, ήτοι ο αττικός Γαμηλιών (Ιανουάριος — Φεβρουάριος), έβδομος ερχόμενος εις το Αττικόν έτος. Ληναίος δε ελέγετο ο Διόνυσος, διότι εις αυτόν ήσαν αφιερωμένοι οι ληνοί.↩
268) «Γραφαί δε λαγχάνονται προς αυτόν ασεβείας». . . .↩
269) «Τας υπέρ των γερών απάσας» . . . φέρει το κείμενον. Διορθωτέον όμως ιερών, όπως ευρίσκεται αντιστοίχως και παρά τω Φωτίω.↩
270) «Και ο απαγορεύων είργεσθαι των νομίμων ούτος εστι». ↩
271) «Αν εκ προνοίας αποκτείνη» . . .↩
272) Και φαρμάκων εάν αποκτείνη δους και πυρκαάς».↩
273) Τόπος εις τας Αθήνας, όπου υπήρχε δικαστήριον το «επί Παλλαδίω», εις το οποίον συνεδριάζοντες οι εφέται εδίκαζον. Παυσανίας I, 28. Πολυδ. VIII, 118. Το δικαστήριον τούτο μετεχειρίζοντο και οι Ηλιασταί.↩
274) Ήτο ναός του Απόλλωνος, εις τον οποίον ήτο και δικαστήριον το «επί Δελφινίω».↩
275) «Εάν δε φεύγων φυγήν ων έφεσίς εστιν». Η διαστολή γίνεται, διότι υπήρχον εξόριστοι καταδικασμένοι εις θάνατον ή αειφυγίαν, οπότε δεν εκαλούντο οι τοιούτοι εκ νέου κατηγορούμενοι εις απολογίαν.↩
276) «Εν Φρεάτου» ή «Φρεατοί» ή κατ' Αρποκρατ. «Φρεαττοί»· παράλιον χωρίον ονομασθέν από τινος Φρεάτου ήρωος, όπου συνεδρίαζον εις δικαστήριον.↩
277) «Ο δε την αιτίαν έχων». . . ↩
278) «Τότε δε» . . . .↩
279) «Όταν δε μη ειδή τον ποιήσαντα, τω δράσαντι λαγχάνει» . . . .↩
280) Ανάλογοι αι αγωγαί αύται προς την αγωγήν του Ακουιλίου νόμου εις το Ρωμ. Δικ.↩
281) Κυνηγήτριαν.↩
282) Επίθετον του Ποσειδώνος.↩
283) «Διατίθησι δ' αγώνα τον επιτάφιον [και] τοις τετελευτηκόσιν» . . . Το και φαίνεται παρέμβλητον.↩
284) «Αποστασίου» . . . Ο δούλος απελευθερούμενος υπό του κυρίου του και κακώς προς αυτόν έπειτα φερόμενος εισήγετο εις δίκην αποστασίου.↩
285) «Προστασίου» . . . Καθένας ξένος έχων εγκατάστασιν εις τας Αθήνας ήτον υποχρεωμένος να ζητήση την προστασίαν πολίτου Αθηναίου, διά να τον εκπροσωπεί ούτος εις υποθέσεις κτηματικάς, ληξιαρχικάς και άλλας.↩
286) «Έτι δε τας εισαγγελίας εισαγγέλλουσιν εις τον δήμον» . . .↩
287) «Τας καταχειροτονίας».↩
288) «Τας προβολάς».↩
289) «Και γραφάς παρανόμων και νόμον μη επιτήδειον θείναι». ↩
290) «Επιστατικήν».↩
291) «Εισί δε και γραφαί προς αυτούς ων παράστασις τίθεται» . . .↩
292) «Ξενίας» . . .↩
293) «Δωροξενίας» . . . ↩
294) «Ψευδεγγραφής» . . .↩
295) «Ψευδοκλητείας» . . .↩
296) «Βουλεύσεως» . . . Κατά την ερμηνείαν, την παρεχομένην υπό του Αρποκρ. γραφή βουλεύσεως εγίνετο εάν παρανόμως διετηρείτο τις εις τον κατάλογον των πολιτών. Αλλ' εκ των ανωτέρω υπό του Αριστ. αναγραφομένων περί βουλής και βουλευτών πιθανωτέρα φαίνεται η ερμηνεία ως άνω.↩
297) «Αγραφίου» . . Πολλοί εφρόντιζαν να διαγράφουν τα όνομά των εκ των καταλόγων προς αποφυγήν πληρωμής φόρων. ↩
298) «Τους απεψηφισμένους υπό των δημοτών» . . .↩
299) «Τας καταγνώσεις τας εκ της βουλής» . . .↩
300) «Τα ψευδομαρτυρία εξ Αρείου Πάγου».↩
301) «Από των μοριών» . . .↩
302) Ήτοι 3/8 περίπου της λίτρας.↩
303) Διότι προηγουμένως παρείχε ελαιόκαρπον.↩
304) Ήτοι των οριζομένων διά να καταβάλουν την δαπάνην διά κατασκευήν ενός πολεμικού πλοίου.↩
305) Τας ανταλλαγάς περιουσιών μεταξύ ενός ορισθέντος διά την δαπάνην, και ενός τον οποίον ο ορισθείς οπεδείκνυεν ως πλουσιώτερόν του. Εφ' όσον ο υποδεικνυόμενος ηρνείτο ν' αποδεχθή το βάρος, εγίνετο ανταλλαγή περιουσιών.↩
306) «Τας διαδικασίας» . . .↩
307) «Επιχειροτονία δ' αυτών εστι» . . . .↩
308) «Καν μεν αλώ» . . . δικον. φράσις.↩
309) «Αν δ' αποφύγη» . . .↩
310) «Εκκηρύξαι» . . .↩
311) «Επιβολήν επιβάλλειν».↩
312) Ανέκαθεν δύο υπήρχον ιερά πλοία των Αθηναίων αποστελλόμενα εις θρησκευτικάς αποστολάς: η Πάραλος και η Σαλαμινία. Όταν δε η λατρεία του Διός Άμμωνος διεδόθη εν Ελλάδι, κυρίως από της βασιλείας του μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος επωνομάσθη μόνος του υιός του Άμμωνος, η Σαλαμινία μετωνομάσθη η του Άμμωνος, θα ετροποποιήθησαν δε βεβαίως τότε αι δι' αυτής θρησκευτικαί αποστολαί. Η μετονομασία έγινε προ της αναγνωρίσεως της θειότητος του Μ. Αλεξάνδρου το 324 π. Χ. υπό των Αθηναίων (ίδε Υπερείδ. κατά Δημ. 30, εκδ. Blass), διότι εξ επιγραφών βεβαιώνεται ότι ήδη το 333 η λατρεία του Άμμωνος υπήρχεν εις τας Αθήνας.↩
313) «Αι μεν μετ' εννέα αρχόντων εκ της φυλής όλης κληρούμεναι» . . .↩
314) «Αι δ' εν Θησείω κληρούμεναι διηρούντο εις τους δήμους» . . . ήτοι κάθε δήμος παρουσίαζε κατάλογον υποψηφίων, εκ του οποίου εγίνετο η κλήρωσις.↩
315) «Μισθοφορούσι δε» . . .↩
316) «Ο δήμος» . . .↩
317) Η δραχμή είχεν έξ οβολούς. Η τιμή δε της δραχμής πρέπει να υπολογισθή τετραπλασία της σημερινής.↩
318) «Τοις δε προτανεύουσιν εις σίτησιν οβολός προστίθεται [δέκα προστίθενται]». Αι δύο τελευταίαι λέξεις είναι παρέμβλητοι. Πιθανή κατ' εμέ διόρθωσις είναι: «τοις δε δέκα πρυτανεύουσιν οβολός προστίθεται» . .↩
319) Πληρούσιν πρέπει να αναγνωσθή αντί του κληρούσιν του κειμένου.↩
320) «Κληρωτήρια».↩
321) «Πινάκιον πύξινον» . . . Από ξύλον πύξου (τσιμσιριού).↩
322) «Ο θεσμοθέτης επικληρώση» . . .↩
323) «Α δει προσπαρατίθεσθαι τοις δικαστηρίοις» . . .↩
324) «Εφ' έκαστον το δικαστήριον, το γράμμα το λαχόν».↩
325) Σανίς ξυλίνη έχουσα οπάς, εις τας οποίας εσφηνώνοντο αι πινακίδες.↩
326) «Καλεί τους ειληχότας ο [κήρυξ]».↩
327) «Τοις γαρ δικαστηρίοις χρώμα επιγέγραπται εκάστω επί τω σφηκίσκω της εισόδου». Ήτο δε ο σφηκίσκος μακρόν εις οξύ λήγον ξύλον (σουβλί, κοντάρι) αλλέως λεγόμενον και σκόλοψ. Πρβλ. Αριστοφ. Πλούτος 31 «Μέγαν λαβόντες ημμένον σφηκίσκον εκτυφλώσαι». Εκ του συμβόλου τούτου των δικαστηρίων έλαβεν ο Αριστοφ. τον τίτλον της κωμωδίας του «Σφήκες» παίζων με τας λέξεις σφηκίσκος και σφήκες. ↩
328) Πρβλ. Rose Frag. 460. — Σχολ. Πλούτου Αριστοφ. 278.↩
329) «Ίνα εκ τούτων σκοπούντες αποδιδώσι τον μισθόν». Ο μισθός, ημερήσιος, επληρώνετο μετά την διεξαγωγήν της δίκης. Εις αυτόν δε αποβλέποντες οι πολίται συνωστίζοντο προ των δικαστηρίων ελπίζοντες να κληρωθούν λόγω του πλήθους των καθ' ημέραν δικαστών.↩
330) Εις τα δικαστήρια, τα οποία απετελούντο τοιουτοτρόπως από δικαστάς διά κλήρου λαμβανομένους, προήδρευον αι αρχαί αι επί τούτω ωρισμέναι, καθώς ανωτέρω, εις τα περί δικαιοδοσίας εκάστου αξιώματος, διαλαμβάνεται. Αλλά και αι μόνιμοι αύται δικαστικαί αρχαί διά κλήρου κατενέμοντο εις τα δικαστήρια.↩
331) Ήτοι διά την επίβλεψιν της κλεψύδρας. Ήτο δε η κλεψύδρα ωρονομικόν σκεύασμα, ήτοι όργανον διά του οποίου εμετρούντο αι ώραι. Ο λαιμός του αγγείου ήτο στενός, ο δε πυθμήν πλατύς και είχε μικράν οπήν από της οποίας άφηναν να τρέχη το ύδωρ. «Εν δικαστηρίω μεστόν ύδατος ετίθετο, και είων ρειν, άχρι της οπής, προς ο έλεγον οι ρήτορες». Πρβλ. και Γαληνού, περί Ψυχ. σφαλμάτων. Κεφ. Ε'.↩
332) «Και το πρόγραμμα καθ' ό λήψονται».↩
333) Ήτοι ως προς την τάξιν και τον τρόπον της εισαγωγής των δικών.↩
334) Πιθανώς δύο.↩
335) Έμπροσθεν μέρος, ήτοι το μέρος του κατηγόρου και του κατηγορουμένου διά να δύνανται ούτοι να εποπτεύουν την εκροήν του ύδατος.↩
336) «Ο δ' επί το ύδωρ τας δίκας μετρεί» . . .↩
337) Η εντός των αγκυλών περίοδος περιέχει κατά συμπερασμόν την έννοιαν του κειμένου, το οποίον εις το τμήμα τούτο του παπύρου και εις το επόμενον είναι κατά το πλείστον κατεστραμμένον. Ο Αρποκρ. ευτυχώς αναπληροί την έλλειψιν (Frag. 463) αναφέρων: «Διαμεμετρημένη ημέρα· μέτρον τι εστιν ύδατος προς μεμετρημένον ημέρας διάστημα ρέον. Εμετρείτο δε το Ποσιδεώνι μηνί· προς δη τούτο ηγωνίζοντο οι μέγιστοι και περί των μεγίστων αγώνες· διενέμοντο δε τρία μέρη το ύδωρ, το μεν τω διώκοντι, το δε τω φεύγοντι, το δε τρίτον τοις δικάζουσι. Αριστοτέλης δ' εν Αθηναίων πολιτεία διδάσκει περί τούτων». Πρβλ. και Αισχίν. 2, 126 «προς ένδεκα γαρ αμφορέας εν διαμεμετρημένη τη ημέρα κρίνομαι». Ο δε Ποσιδεών (Δεκέμβριος — Ιανουάριος) έκτος μην του Αττικού ημερολογίου είχε τας ολιγωτέρας ώρας την ημέραν.↩
338) «Τον αυλίσκον» . . .↩
339) «Επειδάν δ' η προς διαμεμετρημένην την ημέραν η δίκη, τότε δε ουκ επιλαμβάναυσιν αυτόν» . . . διορθ. δη αντί δε.↩
340) Ήτοι η δικαστική ημέρα λογίζεται έχουσα τόσας ώρας, όσας ώρας έχουν αι ημέραι του μηνός Ποσιδεώνος (8 — 9)· και θέτουν εις τας κλεψύδρας τόσον ύδωρ, όσον δύναται να εκρεύση εις το χρονικόν διάστημα των ωρών τούτων.↩
341) Οι άλλοι δύο επόπται (διότι ως ανωτέρω αναφέρεται εκληρώνοντο τέσσαρες) εχρησίμευαν πιθανώς ως αναπληρωταί.↩
342) Αι εντός των αγκυλών περίοδοι παρέχουν κατά συμπεμασμόν την έννοιαν του κατεστραμμένου κειμένου, μόναι δε αι δια κυρτών στοιχείων λέξεις αντιστοιχούν πιστώς προς λέξεις του κειμένου, το οποίον εν συνόλω έχει ως εξής:
— — — — — — — — ντα [ι]
χρώντ — — — — — — — — — — θαι
τακτη — — — — — — — — ωσιν οι
δι[κ]ασ[ταί — — — — — — — Ε ίσον έ-
καστοι λ — — — — — — οι διώκοντ]ες] έσ-
πευδο[ν αν — — — — — — ρος εξω-
θείν τους [φεύγοντας — — — — — τ]ο ύδωρ
λαμβαν — — — — — — — — ο] μεν έτε-
ρος τοις δ[ιώκουσιν, ο δ' έτερος τοις φ)εύγο[υσι]ν.
εν δε τοις — — — — — — — — εξει
τ]ω διαψη[φι — — — — — — — είται δ . . . α
ε]πί τοις — — — — — — — — τοις πρόσ-
ε]στι δεσμ[ός — — — — — δ]ήμευσις
χ]ρημάτ[ων — — — — — ο]τι χρη παθείν
ή αποτελεί[σαι — — — — — δικ]αστηρίων
έστι φ' — — — — — — — ασιν, όταν
δε δέ[η — — — — — — ει]σαγαγείν,
συν — — — — — — — της ηλικίαν
ΤΑΛ — — — — — — — τ]ης δ[ί]κ[η]ς↩
343) Ηλιαία ελέγετο το δικαστικόν σώμα, αλλά και το δικαστήριον, ήτοι το δημόσιον κτίριον όπου εγίνοντο αι Δίαιται και όπου συνήρχετο το μέγα τούτο δικαστήριον (των Ηλιαστών), το οποίον απετελείτο από πεντακοσίους, κάποτε δε χιλίους και κάποτε χιλίους πεντακοσίους, καθημένους και συνεδριάζοντας κυρίως όταν εκρίνοντο δημόσια πράγματα και εδικάζοντο πολιτικοί άνδρες. Ωνομάζετο δε ούτω κατά παλαιάν ετυμολογίαν «δια το εν υπαίθρω είναι τόπω και υπό του ηλίου βάλλεσθαι» ή ευλογώτερον από το αλίζεσθαι, συναθροίζεσθαι = αλιαία. Πρβλ. Παυσαν. I, 18,8, Α. και Σχολ. Ευριπ. Ορ. 659 ΕΜ.↩
344) «Επειδάν ειρημένοι ώσιν οι λόγοι» . . .↩
345) Η επομένη περίοδος λόγου είναι τόσον κατεστραμμένη ώστε δεν δύναται να γίνη ουδεμία κατ' εικασίαν εξήγησις αυτής. Η προ αυτής όμως συμπληρούται επαρκώς εκ του Αρποκρ. (Frag. 464).↩
346) «Διαιρετοί» . . . ήτοι δυνάμενοι να διαιρούνται εις το καθ' αυτό αγγείον και εις το σκέπασμά του.↩
347) «Ο μεν χαλκούς κύριος, ο δε ξύλινος άκυρος».↩
348) Ώστε ενώ οι αμφορείς ήσαν ξέσκεποι εφ' όσον εξηκολούθει η δίκη, όταν επρόκειτο να ψηφίσουν οι δικασταί, ο χάλκινος αμφορεύς εκαλύπτετο με το σκέπασμά του, το οποίον είχε την μικράν δια την ψηφοφορίαν οπήν.↩
349) «Ανακηρύττει» . . .↩
350) «Η τετρυπημένη του πρότερον λέγοντος, η δε πλήρης του ύστερον λέγοντος». Ήτοι οποίος θέλει να ψηφίση υπέρ του κατηγόρου (πρότερον λέγοντος) θα ρίψη εις τον χάλκινον αμφορέα την τρυπημένην ψήφον κλπ.↩
351) «Λυχνείον» . . . Κυριολεκτικώς σημαίνει την βάσιν ή τον δίσκον επί του οποίου υπάρχει λύχνος.↩
352) Ήτοι εκείνην, διά της οποίας εκφράζει την απόφασίν του.↩
353) Ήτοι τον χάλκινον, εις τον οποίον ερρίπτετο η δικάζουσα ψήφος. Ούτω μετεχειρίζοντο δύο κάλπας (αμφορείς) διά να μη φαίνεται τι εψήφισε κάθε δικαστής.↩
354) Η έννοια ολωσδιόλου κατ' εικασίαν. Το κείμενον έχει ούτω. . . ΑΥΤΑΟC. . . (αυτίκα;) ΛΙ . . Ρ. . . . . . . του αρίθμησαι . . .] ν.↩
355) «Και τα διάκενα αυτών και τα πλήρη δήλα τοις αντιδίκοις».↩
356) Υπήρχεν εις το δικαστήριον τράπεζα, της οποίας η επιφάνεια ήτο δίσκος, άβαξ, χωρών ωρισμένον αριθμόν ψήφων. Τοιουτοτρόπως εγίνετο εύκολα η αρίθμησις, αφού πρότερον αι πλήρεις ψήφοι εχωρίζοντο από τας τρυπημένας. Πρβλ. Πολυβ. Ε', 26.↩
357) «Η δε τίμησίς εστιν προς ημίχουν ύδατος εκατέρω».↩
358) Η τελευταία αύτη περίοδος διεσώθη αρτία εις το χειρόγραφον και κάτωθεν αυτής υπάρχει κορωνίς, ήτοι το σημείον τέλους του όλου έργου.↩