«Την πρώτην έργοις εκδηλουμένην (λέγει ο Γερβίνος) συμπάθειαν εύρεν ο Ελληνικός αγών εν Γερμανία, ένθα η πολιτική τέχνη εσιώπα και ουδένα ηδύνατο να θέση φραγμόν ιδιοτελή εις την γλώσσαν της ενθουσιώδους φαντασίας του ανθρωπίνου ευγενούς φρονήματος. Καθ' όν χρόνον ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ευρίσκετο εν Φωξάνη, είχε πέμψει τον ενθουσιώδη ιατρόν αυτού Ηπίτην μετά συστατικών επιστολών προς τους εν Γερμανία Έλληνας και φιλέλληνας, ίνα εξεγείρη υπέρ του ελληνικού αγώνος την ηθικήν αρωγήν των λογίων και των φιλελευθέρων πολιτικών μερίδων. Ο Ηπίτης ήλθε το πρώτον εις Βιέννην, ένθα οι φίλοι αυτού κατεπειγόντως συνέδραμον αυτώ, ίνα αποφύγη την τύχην του Ρήγα· αλλ' επί παντός άλλου (εκτός της Αυστρίας!) Γερμανικού εδάφους έτυχε φιλοξενίας ευμενούς, εν Μονάχω, Λειψία, Δρέσδη, εν Γοττίγγη και εν Ιένη, εν Βερολίνω και εν Αννοβέρω, εν Αμβούργω και εν Κιέλω.

Εν Μονάχω ο Θείρσιος και εν Λειψία ο Κρούγιος, εγένοντο αυτοί ιδιαίτεροι φίλοι, μη έχοντες ανάγκην άλλως της παρ' εκείνου παρορμήσεως υπέρ της ευεργετικής αυτών επιδράσεως. Ο Θείρσιος ειργάζετο ίνα διά της «Γενικής εφημερίδος» της Αυγούστης διαδίδη αληθείς ειδήσεις και ορθάς γνώμας περί του ελληνικού κινήματος και αντιδράση εναντίον των αυστριακών περί συναφείας του ελληνικού αγώνος προς τον Ιταλικόν Καρβοναρισμόν διαβολών. Ο Κρούγιος είχεν ήδη εκδώσει εναρκτήριου λόγον κατά το Πάσχα περί της αναστάσεως της Ελλάδος. Βραδύτερον εξέδωκεν επίκλησιν υπέρ συγκροτήσεως φιλελληνικών συλλόγων προς βοήθειαν του ελληνικού αγώνος και συλλογήν χρημάτων προς εξοπλισμόν φιλοπολέμων φιλελλήνων. Μετά τούτου ηνώθη ο πρώην λοχαγός της πολιτοφυλακής (Landwehr) βαρώνος Δάλμαν εν τω σχεδίω του συγκροτήσαι λεγεώνα εθελοντών, ών τόπος συναθροίσεως έμελλε να ήναι το Όφενπαχ ενεργεία του Γάγερν, όστις ήδη εν τη Βουλή της Έσσης Δαρμστάδης είχεν υψώσει την φωνήν αυτού υπέρ των Ελλήνων. Και παρενεβλήθησαν ουκ ολίγα κωλύματα εις την διάδοσιν της επικλήσεως του Κρουγίου και τω Θειρσίω εδόθησαν διαταγαί περιστέλλουσαι την ενέργειαν αυτού, της Αυστρίας καταπολεμούσης ιταμώς πάσαν φιλελληνικήν εξέγερσιν, καθ' όν χρόνον η επίσημος εφημερίς της Γαλλικής Κυβερνήσεως Moniteur και αι Αγγλικαί εφημερίδες εχλεύαζον και διέβαλλον τον εθουσιασμόν «των νεαρών Τευτόνων» . Τότε αι κυβερνήσεις των μικροτέρων Γερμανικών Κρατών ευρίσκοντο εν αμηχανία απέναντι αμφοτέρων των αντιμαχομένων ροπών· η δε αστυνομία δεν ήτο ασφαλής. Τούτο παρώξυνε την προς εξακολούθησιν της φιλελληνικής κινήσεως ορμήν. Το ομοσπονδιακόν συμβούλιον ήτο άφωνον. Αι Βερολίνειοι εφημερίδες κατεχώριζον ακωλύτως άρθρα υπέρ του ελληνικού αγώνος· εν Δρέσδη κατά την εν τω θεάτρω παράστασιν της «Μίννας» του Βάρνχαϊμ εξερράγη γενικός ενθουσιασμός ότε ο ηθοποιός Παύλος Βέρνερ απήγγειλεν ότι ήθελε να εκστρατεύση ουχί κατά των Περσών (ως ελέγετο εν τω δράματι), αλλά κατά των Τούρκων. Μεταξύ Μοίνου και Νέκαρος, εν Φραγκούρτη, Μογοντιάκω, Όφενπαχ, Δαρμστάτη, Εϊδελβέργη, επεκράτει μεγάλη κίνησις. Ωσαύτως δε εν Στουτγάρδη, Χομβούργω, μετ' ολίγον δε και εν άλλοις πολλοίς τόποις».

Πανταχού της Γερμανίας εν τω δημοσίω βίω και εν αυτώ έτι τω ιδιωτικώ διεφαίνοντο τεκμήρια της φιλελληνικής ορμής. Και εν τοις χοροίς έτι των προσωπιδοφόρων ανεφαίνοντο πολλοί ενεδυμένοι Σουλιωτικάς στολάς κατά τας εικονογραφίας του Στάκελβεργ. Εν Λειψία το τυπογραφείον του Ερνέστου Κλάιν ήτο ιδίως προωρισμένον εις φιλελληνικάς δημοσιεύσεις, αλλά και πολλαχού άλλοθι της Γερμανίας εξετυπούντο φυλλάδια επ' αγαθώ των Ελλήνων. Τότε ο διδάκτωρ Χέυνιγ εδημοσίευσε πραγματείαν επιγραφομένην «Καθήκον της Ευρώπης να ενώση την Ελλάδα μετά του Χριστιανικού κόσμου», μετά του προτεταγμένου λογίου: «Ο σταυρός δεν θα μείνη πλέον τεθαμμένος εν τω ζόφω· η Ελλάς πληροσέληνος και ουχί πλέον ημισέληνος». Από του 1821 πάντα τα Γερμανικά φύλλα ήσαν πλήρη εθνογραφικών και τοπογραφικών ειδήσεων περί Ελλάδος. Το «Εωθινόν φύλλον» (Morgenblatt) του Βερολίνου είχεν από του 1823 ιδιαίτερον τμήμα επιγραφόμενον «Νέος Ελληνισμός (Neugriechentum)». «Αδύνατον, λέγει ο Αρνόλδος, να περιγράψη τις τον τότε καταλαβόντα το γερμανικόν έθνος ενθουσιασμόν· οι λόγιοι μετεποιούντο εις διπλωμάτας, ούτοι δε εις λογίους. Τινές ωνειροπόλουν ήδη την πλήρη ανάστασιν της αρχαίας Ελλάδος, αυτός δε ο μέγας αρχαιολόγος Οδοφρείδος Μύλλερ, ο ύστερον αποθανών εν Ελλάδι και ταφείς εν τω Κολωνώ, απεφήνατο γνώμην ότι διά της ελληνικής επαναστάσεως ο πνευματικός της Ευρώπης βίος θα αλλοιωθή εντελώς και θα συναφθή στενώτερον προς τον αρχαίον και τον ανατολικόν πολιτισμόν».

Χαρακτηριστικόν αξιοσημείωτον του Γερμανικού φιλελληνισμού ήτο, ότι ούτος ήτο κοινός (εκτός της Αυστρίας) πάσι τοις Γερμανοίς άνευ τοπικών ή φυλετικών μεταξύ των πολλών Γερμανικών λαών διαφορών ή πολιτικών διαιρέσεων μεταξύ των διαφόρων κρατών ή διαιρέσεων θρησκευτικών μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, ήτο καθολικόν αίσθημα Γερμανικόν παντός διανοουμένου και αισθανομένου Γερμανού, επεκταθέν και εις αυτούς τους εν Γερμανία Ιουδαίους. Έχομεν δε το λαμπρόν παράδειγμα του Ιουδαϊκού Γερμανικού φιλελληνισμού, το του εν Βεστφαλία ραββίνου Έλβιγκ, επικαλεσαμένου την βοήθειαν των Ιουδαίων της Γερμανίας υπέρ των Ελλήνων διά συγκινητικοτάτης προκηρύξεως αρχομένης από της ρήσεως του προφήτου Μαλαχίου: «Ουχί πατήρ είς πάντων ημών; ουχί είς (θεός) έκτισεν ημάς; τι ότι εγκαταλείπετε έκαστος τον αδελφόν αυτού, του βεβηλώσαι την διαθήκην των πατέρων ημών;» Προχωρών δε ο Ραββίνος έλεγεν εν τη επικλήσει των υπέρ Ελλήνων συνδρομών: «Τις Ισραηλίτης δύναται ν' αναγνώση τα παθήματα των Ελλήνων και να μη χύση δάκρυα πικρά;»

Αλλά πριν ή προχωρήσωμεν περισσότερον εις τα εν Γερμανία υπό του φιλελληνισμού τελούμενα, ρίψωμεν και έν βλέμμα επί τους φιλέλληνας πολεμιστάς τους αφικνουμένους εις την Ελλάδα. Οι πολεμισταί ούτοι οι κατά εκατοντάδας αποτελούντες ιδιαιτέρους λόχους, απερχόμενοι της Γερμανίας, μετέβαινον εις την Ελλάδα διά Μασσαλίας το πλείστον (της διά Τεργέστης πορείας απαγορευομένης υπό της Αυστρίας), επιβαίνοντες ενταύθα πλοίων ναυλουμένων υπ' αυτών τούτων δαπάναις των φιλελληνικών συλλόγων, έφερον δ' εις την Ελλάδα και διαβατήρια παρεχόμενα αυτοίς υπό των αυτών συλλόγων. Οι κατά το 1821-22 πρώτοι αφικόμενοι Γερμανοί ήλθον λίαν επικαίρως, αυτοί κυρίως αποκρούσαντες κρατερώς, ως είπομεν, υπό τον γενναίον στρατηγόν Νόρμαν Έρενφελς την κατά της Πύλου επίθεσιν του Τουρκικού στόλου, αυτοί δ' απετέλεσαν κυρίως τον εν Πέτα γενναίως αγωνισάμενον και μεγάλας απωλείας υποστάντα λόχον των φιλελλήνων. Εν τη ατυχεί δε ταύτη αποβάση τοις Έλλησι μάχη εφονεύθη μέγα μέρος των Γερμανών φιλελλήνων, ετραυματίσθη δε βαρέως, ως ερρήθη, και ο στρατηγός Νόρμαν (αποθανών βραδύτερον εκ των πληγών αυτού). Και αυτοί οι αιχμαλωτισθέντες Γερμανοί απεκεφαλίσθησαν, πλην ενός Πρώσσου, όστις γινώσκων την χειρουργικήν εσώθη, ίνα χρησιμοποιηθή υπό των νικητών εν τη τέχνη αυτού. Οι υπολειφθέντες εκ της ατυχούς μάχης του Πέτα ενωθέντες μετ' άλλων νεωστί ελθόντων Γερμανών έλαβον σπουδαίον μέρος εις την άλωσιν του Παλαμηδίου, ενταύθα δε, εν Ναυπλίω, προς ταις άλλαις πολλαίς στερήσεσι, μεγάλην έπαθον συμφοράν υπό της τότε ενσκηψάσης εις την πόλιν ταύτην δεινής επιδημίας. Αλλ' αφώμεν νυν τον λόγον τον περί των εν Ελλάδι Γερμανών φιλελλήνων και περί της ειρημένης νόσου εις τον αυτόπτην των γενομένων ιστοριογράφον Φώτιον Χρυσανθόπουλον ή Φωτάκον, γραμματέα του Θ. Κολοκοτρώνη, όστις, ως άλλος Θουκυδίδης, και της φοβεράς νόσου μετασχών και ταύτην περιέγραψε και τα παθήματα των Γερμανών. Και η μεν νόσος, έχουσα έν τισιν ομοιότητα προς την υπό του Θουκυδίδου περιγραφομένην λοιμώδη νόσον, ιστορείται υπό του Φωτάκου ως εξής: «Αλλά έπειτα αρρώστησα από τον τύφον, όστις εγεννήθη εντός του Ναυπλίου. Η επιδημία αύτη υπήρξε φοβερωτέρα εκείνης, η οποία έγεινεν εις την Τριπολιτσάν, διότι εθέρισε πολλούς Έλληνας, οίτινες εμβήκαν απ' έξω πάνω από τον καθαρόν αέρα εις το Ναύπλιον. Ούτοι άμα εισήλθον έλαβον τα φορέματα και τα άλλα πράγματα των Τούρκων και απ' αυτά εμολύνθησαν. Η νόσος αύτη είχε πολλά και παράξενα συμπτώματα και αποτελέσματα. Όστις κατελαμβάνετο απ' αυτήν ήτο αδύνατον να ζήση και όστις έζη και διέφευγεν αυτήν εστερείτο μίαν από τας αισθήσεις του ή την μνήμην ή την ακοήν. Όταν η νόσος έφθανεν εις την ακμήν της, ο πάσχων εκυριεύετο από μανίαν και η φαντασία του ανέβαινεν υψηλά. Πολλοί εκ των αρρώστων εσηκώθησαν οι μεν την νύκτα, οι δε την ημέραν και επήγαν να κολυμβήσουν εις την θάλασσαν, όπου και επνίγησαν. Ερρίπτοντο δε εις την θάλασσαν διά να δροσισθούν, διότι η εσωτερική φλόγα των ήτο αθεράπευτος (14) Άλλοι πάλιν ενόμιζον ότι το έδαφος ήτο θάλασσα και ερρίπτοντο από τα παράθυρα της οικίας των κάτω εις την γην, αφού προηγουμένως εξεδύοντο και άφινον τα ενδύματά των εις το σπήτι διά να μη βραχούν. Όσοι δε από το πέσημον εσώζοντο, εγύριζον γυμνοί εις την πόλιν και κανείς δεν τους εσυμμάζευεν: όλος δε ο κόσμος από τον φόβον της νόσου έφευγε. Τινές δ' άλλοι εφαντάζοντο ότι ήσαν ιερείς και γυρίζοντες μέσα εις τας οικίας των εμιμούντο τους ιερείς ιερουργούντας εις τας εκκλησίας των». Και ταύτα μεν περί της νόσου κατά Φωτάκον.

Περί δε των φιλελλήνων Γερμανών και των παθημάτων αυτών από της νόσου λέγει τάδε ο Φωτάκος: «Πολλοί από τους ευρεθέντας εκεί φιλέλληνας Γερμανούς, ελθόντας νεωστί διά να προσφέρουν τον εαυτόν των θυσίαν εις την κλασσικήν γην των παλαιών Ελλήνων, διότι και τα διαβατήριά των τοιαύτα ήσαν και ούτως έλεγον: «Θεέ σώσον την Ελλάδα. Απέρχεται ο δείνα (ενταύθα εσημειούτο το όνομα, το επώνυμον και η πατρίς του), εις την Ελλάδα να συναγωνιστή μετά των αδελφών Ελλήνων, ελευθερόνων την πατρίδα του Επαμεινώνδα, του Θεμιστοκλέους, του Περικλέους και των λοιπών Ελλήνων», το δε διαβατήριον υπέγραφαν τα μέλη μιας φιλελληνικής επιτροπής υπό το όνομα κομιτέ· αυτοί όλοι εχάθησαν οι δυστυχείς δωρεάν, διότι δεν είχον κανένα συγγενή να τους συμμαζώξη και να τους περιποιηθή· άλλως τε δεν εγνώριζον και την γλώσσαν διά να εξηγούνται. Αν δε κανείς εξ αυτών είχε σώας τας φρένας και επήγαινε γυρεύων νερόν να σβύση την φωτιάν, η οποία μέσα του εκαίετο, καμμίαν βοήθειαν δεν εύρισκε, διότι έφευγον οι γεροί από κοντά του διά να μη μολυνθούν, και τούτο όχι μόνον εις τους φιλέλληνας εγίνετο, αλλά και εις τους ιδίους συγγενείς των πασχόντων, οίτινες και αυτοί ακόμη τους άφιναν. Εκτός δε τούτων ούτε ιατρούς, ούτε νοσοκομεία, ούτε άλλο τι μέσον θεραπείας υπήρχεν. Οι Έλληνες χωρικοί εφοβούντο να τους πλησιάσουν, όχι διά να μη μολυνθούν και πάθωσι και αυτοί, αλλά κυρίως εκ της προλήψεως, ότι οι προσβαλλόμενοι απ' αυτήν την νόσον δαιμονίζονται . . . Πολλοί των ευρεθέντων Γερμανών φιλελλήνων και νεωστί ελθόντων απέθανον από την νόσον. Ούτοι σωθέντες μετά του Πέτα την ατυχή μάχην έμειναν ως ζύμη του τακτικού και εκείθεν ήλθον εις το Λουτράκι και εις την Κόρινθον· έπειτα πάλιν, ως ενθυμούμαι, εβγήκαν και ύστερα ετοποθετήθησαν εις το Ξηροκάστελον και εις το μοναστήριον του Αγίου Δημητρίου και ούτως έλαβον και αυτοί μέρος εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου. Αν και δεν ήσαν πολλοί, διότι δεν υπερέβαινον τους διακοσίους, όμως οι άνδρες αυτοί ανέλαβον τον αγώνα να φυλάττουν ως σκοποί νύκτα και ημέραν. Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου διά την επί ένα περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν και μάλιστα αυτοί πρώτοι των Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον. Δεν ενθυμούμαι τα ονόματά των διά να τα μνημονεύσω, και να πλέξω τον στέφανον της καρτερίας των. Και όμως μέχρι τέλους αδικήθησαν εις την διανομήν των λαφύρων, διότι τα επήραν οι άτακτοι. Αν έβλεπέ τις τούτο το τακτικόν σώμα πώς έγεινε τότε και πώς ήτο ενδεδυμένον, ποτέ δεν θα το ελησμόνει· αλλ' ούτε ημπορεί τις να το ζωγραφίση, διότι προς τούτο θέλει όλου του κόσμου τα χρώματα. Έφερον παραδείγματος χάριν μπινίσια τουρκικά διαφόρων χρωμάτων, και της γούναις ανάποδα και μακρόθεν εφαίνοντο σαν αρκούδες ή καμήλαις. Εις δε τας κεφαλάς των έφερον καβούκια τουρκικά. Άλλοι εξ αυτών ήσαν ξυπόλυτοι, και άλλοι πάλιν εφόρουν υποδήματα κόκκινα και κίτρινα και μέστια γυναικεία. Πολλοί δε άλλοι είχον αντί μανδύου παπλώματα εις την ράχιν των. Οι δε σκοποί μακρόθεν δεν διεκρίνοντο αν ήσαν άνθρωποι. Έβλεπέ τις μόνον ένα πράγμα και εμαύριζε και μόνον από την ορθήν λόγχην του όπλου εγνωρίζοντο ότι ήσαν σκοποί.

Ο δε καιρός ήτο χειμώνας και έκαμε κρύο πολύ, και διά τούτο υπέφεραν οι πτωχοί. Ο αρχηγός των Νόρμαν καλούμενος, Γερμανός και αυτός το γένος, όστις απέθανε κατά το 1823, ως και οι λοχαγοί έδειξαν μεγάλην γενναιότητα και καρτερίαν αμίμητον, και όπως η μητέρα τρέφει και περιποιείται τα παιδιά της, έτσι και αυτοί επεμελούντο τους στρατιώτας των. Είχον δε ούτοι και όλη μέρα πόλεμον με την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων, διότι έως να εύρουν το ένα, τους έλειπε το άλλο, και διά ταύτα τα αίτια και άλλα ακόμη, ποτέ εις την Ελλάδα δεν ηδυνήθη να πήξη αυτό το σώμα των τακτικών. Όλοι δε αυτοί οι Γερμανοί, υπήρξαν οι ειλικρινέστεροι και αφιλοκερδότατοι φίλοι της Ελλάδος και διά τας τοιαύτας αρετάς των εμάκρυνα τον λόγον περί αυτών» .

Ταύτα λέγει εν γλώσση απλή και αφελεί εκπροσωπούση αυτά τα φρονήματα του Ελληνικού λαού είς εκ των του λαού ανθρώπων, αυτόπτης γενόμενος των υπό των Γερμανών φιλελλήνων εν Ελλάδι από της αρχής του αγώνος πραχθέντων. Τα υπό του Φωτάκου σαφώς και εικονικώς εν τη απλότητι περί των παθημάτων των Γερμανών εκτιθέμενα εγνώσθησαν και εν Γερμανία υπό τινων τω 1823 επιστρεψάντων οίκαδε φιλελλήνων, αλλ' ου μόνον ουδαμώς περιέστειλαν την δύναμιν και ενέργειαν του φιλελληνισμού, αλλά και έτι μάλλον επέτειναν και ενέτειναν αυτάς. Πυρετωδώς προς τούτο ειργάζοντο υπέρ των Ελλήνων εν Γερμανία τότε οι πολλοί φιλελληνικοί σύλλογοι, προ πάντων δε ο του Μονάχου, ού ο υπό την προστασίαν του βασιλέως Λουδοβίκου προεδρεύων καθηγητής Θείρσιος έχων οτρηρόν [15] βοηθόν τον βαρώνον Σεγκ, δεν έπαυσε λαλών και γράφων.

Ομοίως δε ειργάζοντο και οι προμνημονευθέντες άλλοι φιλόσοφοι και φιλόλογοι. Μέγα πλήθος λογίων και συγγραφέων, ποιητών και ποιητριών, πεζογράφων συγγραφέων, μυθιστοριογράφων, διηγηματογράφων εκ του αγώνος του ελληνικού λαμβανόντων τας εμπνεύσεις και τας υποθέσεις των έργων αυτών, έπειτα εφημερίδες, περιοδικά, ο ημερήσιος και ο περιοδικός τύπος και πλήθος καθ' ημέραν εκδιδομένων εν βιβλιαρίοις πραγματειών διετήρουν άσβεστον και φλογερόν το πυρ του φιλελληνισμού. Ούτω δε παρήχθη ολόκληρος νέα γραμματεία Γερμανική, τον ελληνικόν αγώνα έχουσα υπόθεσιν κατά τρόπον μοναδικόν εν τη ιστορία των γραμμάτων.

«Ο ενθουσιασμός ούτος ο υπέρ της Ελλάδος εξεγερθείς εν Γερμανία τω 1821, λέγει ο Γάλλος Gaston Caminade, υπήρξεν αίσθημα λίαν περίπλοκον, ως προϊόν τριών μεγάλων δυνάμεων: παθών πολιτικών, πίστεως θρησκευτικής, λατρείας καλαισθητικού ιδεώδους. Ο εν τη χώρα ταύτη φιλελληνισμός εμφανίζεται οτέ μεν ως επεισόδιον της ιστορίας του ελευθέρου φιλελληνικού ρεύματος, οτέ δε ως ρεύμα ακραιφνώς φιλολογικόν. Οτέ μεν εν τη ψυχή των Γερμανών φιλελλήνων μαντεύει τις τας δονήσεις παθών πολιτικών, άτινα μετά τας δοκιμασίας του 1813 και τας απογοητεύσεις, αίτινες παρηκολούθησαν την νίκην, ανύψουν το εθνικόν αίσθημα. Ενίοτε δε τουναντίον το προς τον «ιερόν αγώνα» διαφέρον φαίνεται ειρηνικώτερον, νοερώτερον αν μη μάλλον περιεσκεμμένον. Ηδύνατό τις να ονομάση το αίσθημα τούτο προσδοκίαν και συμπάθειαν φιλοπράγμονα πνεύματος εξεγειρομένου υπό γοητείας του ονόματος «Ελλάς», έτι δε μάλλον ενθουσιασμόν γενναίον της καρδίας, εξεγειρόμενον υπό των παθημάτων και υπό της υπερηφάνου επαναστάσεως ενός λαού. Αλλά πάντα ταύτα τα ρεύματα μιγνύμενα προς άλληλα αποτελούσι χείμαρρον ακάθεκτον και ισχυρόν». Προς υποστήριξιν του ισχυρισμού αυτού ο Γάλλος συγγραφεύς αναφέρει τα γραφόμενα εν τω «Νεκρικώ διαλόγω (Totengespräch)» του Μονάχου κατά το πρώτον έτος της επαναστάσεως της ελληνικής: «Πάντα τα κόμματα ενούνται εν τω αυτώ υπέρ του ελληνικού αγώνος διαφέροντι. Αι ευσεβείς ψυχαί παρορμώνται υπό της θρησκείας και του χριστιανικού αισθήματος, τα πεφωτισμένα πνεύματα υπό αναμνήσεων κλασσικών, οι φιλελεύθεροι υφ' ής κατέχονται ελπίδος περί μελλουσών δημοκρατιών και της μελλούσης δημοκρατίας της Ευρώπης». Και εν ταύταις μεν ταις γνώμαις του Γάλλου συγγραφέως υπάρχει τις πάντως αλήθεια μονομερής. Αλλ' ο Γάλλος ούτος μαρτυρεί άγνοιαν αυτού περί τε του βαθυτέρου χαρακτήρος του Γερμανικού φιλελληνισμού όταν λέγει: Ο φιλελληνισμός υπήρξεν απλούν πρόσχημα. Οι ύμνοι οι υπέρ των Ελλήνων, ένθα η λέξις ελευθερία φρικάζει εις το τέλος εκάστου στίχου, ενοούντο υπό παντός κόμματος προοδευτικού, ως τις ηχώ ζώσα της Γερμανικής συνειδήσεως». Προς αναίρεσιν του ισχυρισμού τούτου αρκεί ν' αναφέρωμεν το γεγονός ότι εν Γερμανία ουχί απλώς οι φιλελεύθεροι ησθάνοντο ενθουσιασμόν υπέρ του ελληνικού αγώνος, αλλά και οι άκροι συντηρητικοί και απολυταρχικοί. Απολυταρχικός ην ο μέγιστος των φιλελλήνων βασιλεύς της Βαυαρίας Λουδοβίκος, ως απολυταρχικότατος ήτο και ο διάδοχος του Πρωσσικού θρόνου. Ο διάσημος Στάιν, ο Γάγερν, ο Χείβουρ, ήσαν άνδρες ιστάμενοι πλησιέστατα ηγεμόνων και αυλών. Ο Γερμανικός φιλελληνισμός είχε πάντα τα ουσιώδη γνωρίσματα αυτοτελούς αισθήματος συμπαθείας υπέρ του Ελληνικού, αισθήματος απ' αιώνων, ως είδομεν, αναπτυσσομένου πάντα δε, όσα αναφέρει ο Caminade ως αποτελούντα συστατικά συνθέτου και περιπλόκου αισθήματος, ήσαν αισθήματα συνεφελκυόμενα υπό του πρώτου και ουσιώδους και αυτοτελούς αισθήματος και ενισχύοντα αυτό, ούτω δε εξηγητέον και το υπό του Caminade αναφερόμενον του Γερμανού φιλέλληνος Iken, εν τω ποιηματίω αυτού, «Eλληνίω» (Hellenion) λόγιoν: «Hμείς οι Γερμανοί εν τοις Έλλησιν oρώμεν την ιδίαν ημών εικόνα και το ημέτερον πνεύμα, ως εξ ορμεμφύτου και αφανώς πως, επαναφέρεται τον χρόνον της από του Γαλλικού ζυγού ελευθερώσεως ημών. Ο πολιτειολόγος δεν δύναται να βλέπη άνευ αισθήματος πόθου συγκροτούμενος αύθις τας Αμφικτυονίας και τας πολιτείας τας ελληνικάς, συνερχομένας και διασκεπτομένας περί των συμφερόντων των Ελλήνων και ήδη νομίζει ότι ακούει (ο πολιτειολόγος) τους αρμονικούς λόγους νέου Δημοσθένους, Αισχίνου και Ισοκράτους». Και αυτή δε η σταθερότης και διάρκεια του Γερμανικού φιλελληνισμού καθ' όλον το διάστημα του αγώνος, μαρτυρεί, ότι ουχί παροδικός τις ενθουσιασμός, αλλά συνείδησις λαμπρώς πεφωτισμένη και αίσθημα βαθέως ερριζωμένον εν τη τοιαύτη συνειδήσει υπήρξαν τα κύρια γενεσιουργά αίτια του φιλελληνισμού τούτου, ού διαπρεπείς αντιπρόσωποι υπήρξαν οι διαπρεπέστεροι των μεγάλων ανδρών και των ηγεμόνων της Γερμανίας (16) . Αλλ' ως είρηται μεταξύ πάντων των ανδρών τούτων και των ηγεμόνων και ηγεμονοπαίδων αυτών, μέγιστος των φιλελλήνων, υπήρξεν ο της Βαυαρίας βασιλεύς Λουδοβίκος, περί ού δίκαιον είναι ιδιαίτερος ενταύθα να γένηται λόγος.

Χαρακτηριστικώτατον παράδειγμα του ιδεώδους ηθικού ύψους και του υψηλού ηθικού αισθήματος, ού ενεφορείτο ο Γερμανικός φιλελληνισμός, είνε ο βασιλεύς Λουδοβίκος, εκπροσωπών τον φιλελληνισμόν τούτον εν οίκω ηγεμονικώ Γερμανικώ εκ των αρχαιοτάτων, ευγενεστάτων και ηρωικωτάτων της Γερμανίας και της Ευρώπης, και επί θρόνου ηγεμονικού εκ των λαμπροτάτων της Γερμανίας. Και πολύ προ του βασιλέως Λουδοβίκου, εκατόν και επέκεινα έτη προ της εκρήξεως της ελληνικής επαναστάσεως, έναυσμά τι φιλελληνισμού είχεν εκδηλωθή εν τω οίκω των Βιτελσβάχων, επί του Δουκός και Εκλέκτορος της Βαυαρίας Μαξιμιλιανού Εμμανουήλ, ως έφθημεν ειπόντες εν τοις έμπροσθεν, ενός των μεγάλων ηρώων, ούς ανέδειξαν οι περί τα τέλη του 17ου αιώνος μεγάλοι και μακροχρόνιοι εναντίον του Οθωμανικού Κράτους πόλεμοι των Γερμανών, και ο Μαξιμιλιανός Εμμανουήλ ην ο δεξάμενος εις ακρόασιν Έλληνας φοιτητάς εκλιπαρούντας την βοήθειαν αυτών προς ελευθέρωσιν της Πατρίδος αυτών. Βεβαίως δε και ο Μαξιμιλιανός και οι διάδοχοι αυτού δεν ήσαν ξένοι προς το από των χρόνων εκείνων εν Βαυαρία και ιδίως εν Μονάχω αρξάμενον κίνημα του φιλελληνισμού, περί ού εγένετο υφ' ημών εν τοις έμπροσθεν λόγος. Αλλ' όπως ο από αιώνων εν Γερμανία εν λανθανούση μάλλον ή ήττον καταστάσει αναπτυσσόμενος και διηνεκώς αυξανόμενος φιλελληνισμός εν τη επαναστάσει του 1821 εξέπεμψε τας ουρανομήκεις αυτού φλόγας, ούτω και ο οίκος των Βιτελσβάχων εν τω βασιλεί Λουδοβίκω ανέδειξε τον ευγενέστατον, ενθουσιωδέστατον και υψηλοφρονέστατον φιλέλληνα ηγεμόνα. Έτι προ της εκρήξεως της επαναστάσεως του 1821 ο Λουδοβίκος ως διάδοχος του Βαυαρικού θρόνου, έμπλεως ων θαυμασμού προς τον αρχαίον ελληνισμόν, εξεδήλου τούτον εν πάση ευκαιρία. Φύσει ποιητής ων ένθεος και υπό των διδαγμάτων της κλασσικής παιδεύσεως πληρωθείς αγνού ενθουσιασμού προς το μεγαλείον του αρχαίου ελληνικού κόσμου, περιηγούμενος την Ιταλίαν, θεώμενος τα μεγαλοπρεπή ερείπια Παιστού (Ποσειδωνίας), αυτός ο εν συντηρητικωτάταις μοναρχικαίς αρχαίς παιδευθείς επίδοξος διάδοχος θρόνου βασιλικού εκήρυττεν εν τω προς τα ερείπια εκείνα ποιήματι αυτού: «θα προυτίμων να ήμαι πολίτης απλούς αρχαίας ελληνικής πόλεως παρά διάδοχος βασιλικού στέμματος». Ότε δε τω 1820 ευρέθη εν Μήλω το αριστούργημα της Μηλίας Αφροδίτης υπό των Γάλλων, έσπευσεν ο Λουδοβίκος, όστις, ων φειδωλός εν ταις του ιδιωτικού βίου δαπάναις, ήτο ελευθεριώτατος εν τω δαπανάν υπέρ της επιστήμης και των καλών τεχνών, ηγόρασε τον χώρον, ένθα υπήρχον τα ερείπια του αρχαίου θεάτρου, εν ώ ευρέθη το αριστούργημα, ίνα ενεργήση ανασκαφάς εν αυτώ, επί τη ελπίδι ανευρέσεως των λειπόντων τεμαχίων του αγάλματος, ή άλλων ευρημάτων αρχαιολογικών. Αλλά τας ανασκαφάς ταύτας μόλις τω 1836 ηδυνήθη να ενεργήση, βασιλεύς ων, ο Λουδοβίκος, διότι μικρόν μετά την αγοράν του ειρημένου χώρου πάσαν προσοχήν και ενέργειαν του επιδόξου διαδόχου του Βαυαρικού θρόνου είλκυσεν ισχυρώς η εκραγείσα τω 1821 επανάστασις. Ο Λουδοβίκος ήτο είς των μάλιστα επί τω ακούσματι του γεγονότος εν μέσω ενθουσιώντος Βαυαρικού και Γερμανικού λαού υπό ενθουσιασμού αρρήτου καταληφθέντων. Η φοβερά αντιδραστική κατά της επαναστάσεως Αυστριακή πολιτική, η υπαγορεύουσα εκ Βιέννης τοις ηγεμόσι και ταις κυβερνήσεσι της Γερμανίας ομοίαν πολιτικήν, επέβαλλε μεγίστην επιφύλαξιν τω βασιλόπαιδι Λουδοβίκω. Αλλ' ούτος παρ' όλην την καταναγκαστικήν ταύτην επιφύλαξιν, δεν εδίσταζε να εργάζηται εκθύμως [17] υπέρ του ελληνικού αγώνος, ενθαρρύνων τον Θείρσιον και τον βαρώνον Σεγκ εις την ίδρυσιν του φιλελληνικού Συλλόγου του Μονάχου, εισφέρων και αυτός γενναίως και ανταποκρινόμενος ιδιωτικώς προς πάντας τους εν Γερμανία και Ιταλία φιλέλληνας. Φοιβόληπτος [18] δε γενόμενος επί τω πρώτω αγγέλματι της επαναστάσεως, εχαιρέτισε τον ελληνικόν αγώνα διά του εξής προς την Ελλάδα ύμνου.

«Ω Πατρίς των μεγίστων και ενδοξοτάτων ηρώων,
Θρόνε της διά παντός απαραμίλλου τέχνης,
Αιώνιον υψηλόν πρότυπον πάντων των κόσμων,
Η μετά δαψιλούς Μουσών εννοίας κεκοσμημένη,
Συ η πιστή κοιτίς της ευγενεστάτης μοίρας της ανθρωπότητος
Η εξόχοις δωρεαίς θείαις κεκοσμημένη Ελλάς,
Νίκα! μετά πόθου προσφωνεί σοι πας λαός.
Ω Πατρίς παντός αγαθόν, παντός υψηλού όπερ συνείχετο
    πιεζόμενον εν σοι χωρίς να η εξηφανισμένον,
Νίκα εν τω ιερώ αγώνι.
Νίκα! μετά πόθου προσφωνεί σοι πας λαός.»

Μετά τον πρώτον τούτον ύμνον, ο μουσόληπτος βασιλεύς ποιητής διά του εξής άσματος εχαιρέτισε το έαρ του 1821.

«Η Ηώς ανοίγει τας πύλας της Ανατολής εις τον ήλιου το χαρμόσυνον άρμα. Η σελήνη ωχριά και εξαφανίζεται. Διασκεδάννυται το σκότος το καλύπτον την αρίστην του ανθρωπίνου γένους μοίραν. Οι τάφοι ανοίγονται και έμπνους [19] εξεγείρεται από του μακροχρονίου ύπνου η Ελλάς η σώσασα ημάς ποτε από της βαρβαρότητος . . . Αν οι μεγάλοι της γης φέρωνται εχθρικώς προς σε, συ όμως είσαι ελευθέρα, μεγάλη Ελλάς, όταν ο Αιώνιος προφέρη το «Γίνου». Ας περιχέη σε το γλυκύ όνειρον των μυθωδών σου αιώνων και η ιστορία των ενδόξων σου ηρώων μετ' αναμνήσεων λαμπρού παρελθόντος. Ό,τι θαυμαστότατον εις του κόσμου τα χρονικά και εις τους ανθώνας της ποιήσεως είναι στενώς μετά σου συνδεδεμένον. Αντηχούσι πάλιν του Τυρταίον τα άσματα, οδηγούντα σε εις την μάχην και την δόξαν και σοι υπισχνούνται νίκην οι στίχοι αυτού. Ω Έλληνες, αι σκιαί των πεσόντων υπέρ της Ελλάδος αγωνιστών προτρέπουσιν υμάς να μη απαυδήσητε εις τον αγώνα. Σύγχρονοι και απόγονοι θέλουσιν ευγνωμονεί προς υμάς. Εξ ουρανού οι πεσόντες πάλαι ήρωες επιβλέπουσιν επί τα έργα υμών και ευλογούσιν υμάς και το ανθρώπινον γένος σύμπαν μετ' ελπίδων φαιδρών προς υμάς στρέφει το βλέμμα. Αι καρδίαι των ελευθέρων προσεύχονται υπέρ της ελευθερίας υμών. Ω Ελλάς, πατρίς των περικλεεστάτων ηρώων, αγλάισμα των Μουσών, μήτερ των αμιμήτων τεχνών, του κόσμου ο θαυμασμός, η τροφός της ευγενεστάτης μοίρας της ανθρωπότητος, Νίκα! νίκα! ανευφημούσι προς σε πάντες οι λαοί. Το υψηλόν και το καλόν εκρύπτετο εν τοις κόλποις σου πιεζόμενον, δεν εφυγαδεύθη όμως απ' αυτών. Νίκα εν τω ιερώ σου αγώνι!

» Αγαλλομένη κυλίει τα πλοία η νήσων πλειάδι κοσμουμένη θάλασσα. Τας πρώρας αυτών σέβονται οι ύφαλοι και οι σκόπελοι, διότι φέρουσι το μέγιστον των αγαθών, φέρουσιν ελευθερίαν, φέρουσι των τυράννων την πτώσιν. Μακρόθεν και εγγύθεν ορμώσιν οι μαχηταί. Οι λαοί εν αλαλαγμοίς ρίπτονται εις τας μάχας. Ως επί Κάδμου η γη εσπαρμένη μετά των οδόντων του δράκοντος, ούτως αρδευομένη σήμερον μετά των δακρύων της Ελλάδος γεννά οπλίτας.

» Εμπρός Έλληνες! εμπρός εις τα όπλα. Μάχεσθε της Σπάρτης τα τέκνα μετά της αρχαίας ανδρείας υμών. Εμπρός της Κορίνθου και των Αθηνών τα Τάγματα! Γένεσθε, ό,τι ήσαν οι πατέρες υμών, και ας ανανεωθώσιν οι παλαιοί χρόνοι. Η πατρίς υμών γενήσεται αύθις οικητήριον τέχνης και επιστήμης και ο Σταυρός της Αγίας Σοφίας θέλει λάμψει εις ελευθέρους λαούς.»

Κατά τον αυτόν χρόνον εν άσματι «Προς τους Έλληνας» λέγει προς αυτούς ο φιλέλλην ποιητής: «Έλληνες, ίδετε τα δάκρυα της μητρός υμών· ίδετε αυτήν ωχράν και πάσχουσαν να κράζη προς υμάς: Εμπρός εις τον αγώνα, Έλληνες πλέξατε στεφάνους δάφνης. Εις τον Ουράνιον έχετε πίστιν. Εν τω θορύβω της μάχης επικαλείσθε την δεξιάν Αυτού, Αύτη ως κόνιν διασκεδάσει τον υπερόπτην πολέμιον.»

Ότε το θέρος του 1822 κατά την εισβολήν του Δράμαλη η Ελλάς εφαίνετο κινδυνεύουσα τον έσχατον κίνδυνον, ο υπό αγωνίας κατεχόμενος επί τη τύχη της Ελλάδος, αλλά μη θέλων ν' απολέση πάσαν ελπίδα ποιητής ζητεί πανταχού, εν τη φύσει αυτή, να εύρη άγκυραν ελπίδος και κράζει προς την βροχήν κατά την ημέραν των γενεθλίων αυτού, τω 36 έτει της ηλικίας (1822):

«Στάζετε της βροχής αι ρανίδες· στάζετε ως χαράς δάκρυ αν η Ελλάς ενίκησε λαμπράν νίκην· ως δάκρυα θλίψεως, αν ηττήθη.»

Αυθημερόν δε πριν έτι έλθωσιν αι περί της ήττης του Δράμαλη ειδήσεις, λέγει τω Θεώ:

«Επίτρεψον, ω Θεέ, ίνα ο σημερινός λαμπρός ουρανός αναγγείλη μοι μέλλον λαμπρόν τη Ελλάδι.»

Την αγωνίαν του ποιητού επί τη τύχη της Ελλάδος κατά τον χρόνον εκείνον εκδηλοί και η εξής κατά το θέρος 1822 προς τους Έλληνας επίκλησις:

«Έλληνες, αγωνίσασθε τον αγώνα του θανάτου· υπό παντός του κόσμου εγκαταλελειμμένοι, αγωνίσασθε εν τω λυκόφωτι της εσπέρας, τω φωτίζοντι τα ερείπιά σας.

» Εν τη γη, όπου ήνθουν αι τέχναι, όπου εγεννήθη ό,τι ωραίον και μέγα, όπου διάνοιαι σοφαί και σοφίας ηγέται εφάνησαν.

» Εν τη γη, όπου πρότερον ο ήλιος έλαμψε, πρέπει τώρα το σκότος να βασιλεύη;

» Υιοί ηρώων, μη απαυδήσητε και αν εσήμανεν η εσχάτη σας ώρα.

» Θέλετε αναβιώσει εν ωδαίς και ύμνοις.

» Ο Άδης σκιρτά και πενθούσιν οι άγγελοι, η ανθρωπότης στενάζει και εις των ηγεμονικών παλατίων τα τείχη αντηχούσι κραυγαί ευθυμίας, διότι βάρβαρος καταπατεί την Ελλάδα.

» Μη απελπίζετε, καν φαίνηται απολομένη η εσχάτη της ελπίδος ακτίς»
.

Την κατά των ηγεμόνων της Ευρώπης και της Γερμανίας αδιαφορίαν προς την Ελλάδα, ήν έψεξεν ο ποιητής εν τοις άνω ειρημένοις, ψέγει αύθις εν τοις επομένοις στίχοις.

«Ο βοηθήσας τη Γερμανία σώσει την Ελλάδα. Της Γερμανίας τον ζυγόν απέσεισεν Εκείνος, ουχί οι ηγεμόνες αυτής. Εκείνος θραύσει και τας αλύσεις υμών. Ο Παντοδύναμος ζη έτι» .

Την δεινήν αγωνίαν την κατέχουσαν την ψυχήν του βασιλόπαιδος ποιητού εκδηλοί και το επόμενον περί Ελλάδος άσμα.

«Ως πνεύμα παρίσταται πανταχού εμπρός μου η τύχη σου, ω Ελλάς, και τότε η φύσις ζοφερόν περιβάλλεται νέφος προ των οφθαλμών μου» .

Αλλ' ότε μετά την ήτταν του Δράμαλη ευφρόσυνοι ειδήσεις αφίκοντο εις Μόναχον, ο ποιητής, προς τοις άλλοις νικητηρίοις παιάσιν, ψάλλει και εις την εν τω μελετητηρίω προτομήν του Ομήρου το ασμάτιον τόδε (επιγραφόμενον: «προς τον Όμηρον, ού η εικών εν τω θαλάμω μου»):

«Χαίρε, γηραιέ Όμηρε! η πατρίς σου είναι ελευθέρα· ουχί πλέον δούλοι, αλλ' ελεύθεροι θ' αναγινώσκωσι τα έπη σου» .

Τούτω τω έτει εποιήθη και ύμνος μακρός εις τον Κανάρην («Εις το καύσιμον του Τουρκικού πλοίου»).

Εν άσματι προς το φθινόπωρον του αυτού έτους πάλιν ο ποιητής στρέφει την διάνοιαν προς την Ελλάδα.

«Το εύθυμον φθινόπωρον ήλθε, μεμαραμένα πίπτουσι τα φύλλα. Προσκαλεί ημάς ο χυμός της αμπέλου. Εις την υγίειαν των λυτρωτών. Εις υγίειαν των ηρώων της ξηράς και της θαλάσσης! Εις των Ελλήνων την ελευθερίαν! Λάμπουσιν αι φλόγες του καιομένου Τουρκικού στόλου· των Ελλήνων τα δάκρυα εις αγαλλίασιν μεταβάλλονται. Εις υγίειαν των εν ταις μάχαις πεσόντων. Εις την γην επιστρέφουσι τα σώματα· αι ψυχαί αυτών πέτονται εις τας μονάς των μακάρων. Εις υγίειαν των αγωνισαμένων υπέρ Ελλάδος ξένων! αιώνιος έπαινος δι αυτούς! δάφναι φύονται εν τη γη τη πεποτισμένη μετά του αίματος αυτών. Και κενώσατε τα ποτήριά σας πάλιν και ψάλατε μεγαλοφώνως επινικίους παιάνας. Τιμήσατε τους ανδρείους μετ' οίνου και ασμάτων. Ζήτωσαν οι Έλληνες όλοι.»

Εις το τέταρτον έτος της επαναστάσεως (1824) εποιήθησαν οι μακροί ύμνοι «προς την Ελλάδα, εις το τέταρτον έτος της ελευθερίας αυτής» και ο μακρός ύμνος των Ψαρρών: «Μετά την πτώσιν των Ψαρρών». Τω επομένω έτει, πριν ή έτι ανέλθη εις τον θρόνον, εποίησε (το έαρ του 1821) νέον θούριον άσμα «Προς τους Έλληνας», έπειτα «Προσφώνησιν εις τους Έλληνας· (μετά την εις Πελοπόννησον εισβολήν του Ιμβραήμ) και άλλο «εις του Νεοκάστρου την άλωσιν». Ότε δε κατά Οκτώβριον του αυτού έτους ανήλθεν εις τον θρόνον, ο Λουδοβίκος, την νέαν αυτού θέσιν προς την Ελλάδα, ως βασιλεύς πλέον, εν αντιθέσει προς την μέχρι τότε, καθώρισεν ως εξής (εν τω άσματι «προς τους Έλληνας, ότε είμαι βασιλεύς 1825»).

«Μόνον ευχάς η ψυχή μου μέχρι νυν ν' αναπέμπη προς τους ουρανούς ηδύνατο, ω γενναίοι Έλληνες, υπέρ υμών, υπέρ του αγώνος υμών. Άπρακτοι διεσκεδάζοντο εν τω αέρι οι τόνοι της λύρας μου. Μόνον της χορδής ηδύνατον άπτηται η χειρ. Μονήρεις ήχουν ούτοι, ώσπερ στόνοι [20] μυστικής αγάπης. Νυν η λύρα μου εσίγησεν αλλ' ο λόγος ο ισχυρός ηχεί εντόνως από στόματος τον Βασιλέως εκ της πλησμονής της ζεούσης καρδίας, ίνα μεταποιηθή εις έργον, Έλληνες, προς σωτηρίαν υμών».

Και εις μεν την περί σιγής της λύρας αυτού γνώμην δεν έμεινε πιστός ο Βασιλεύς, ουδ' ηδύνατο να μένη καταδικάζων εις σιγήν την Μούσαν αυτού απέναντι των εν Ελλάδι φοβερών γεγονότων, ιδίως των περί το Μεσολογγίου. Διά τούτο και τω 1826 εποίησε προς το Μεσολόγγιον («μετ' αποκρουσθείσαν έφοδον»), ότε απεδείχθη ψευδής η άλωσις του Μεσολογγίου, είτα δε «παρηγορίαν προς τους Έλληνας» κατά την αγωνίαν του Μεσολογγίου τον Μάρτιον του 1826. Εν τω άσματι τούτω τω αρχομένω διά των ρημάτων:

«Εξαγριωθήτωσαν εναντίον Υμών οι πολέμιοι. Μισησάτω υμάς ο κόσμος. Μη απαυδάτε Έλληνες . . . ο Θεός έπλασε το φως από το σκότος» λέγονται και τάδε:

«Εν τη δεινοτάτη θλίψει της πατρίδος, εν τω θανάτω της αρμονίας, υψούται η ψυχή προς τον ουρανόν και εν τούτω αναπαύεται. Ο όλεθρός σου, Ελλάς, είνε η δόξα σου. Και ο Κύριος είνε βοηθός σου . . . Διά δοκιμασίας και διά ποταμών αίματος κεκαθαρμένη η ελευθερία σου θα διαμένη εις τους αιώνας. Μη αντιταχθήτε πολέμιοι της Ελλάδος. Του Παντοδυνάμου η θέλησις εκηρύχθη, υποταχθήτε εις τα νεύματα αυτού. Τις άνθρωπος δύναται να μεταβάλη την ημέραν εις νύκτα; Την φλόγα θέλετε να σβέσητε δι' αίματος και αυξάνετε μόνον την φλόγα.

Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου εποιήθη υπό του Βασιλέως ποιητού «Ο θρήνος των Ελλήνων». Εν αυτώ προς τοις άλλοις παρίστανται οι Έλληνες λέγοντες προς τους Ευρωπαίους:

Ημείς από των ανθέων τον Παρνασσού επλέξαμεν στεφάνους υπέρ υμών, ημείς εκοσμήσαμεν τον έρημον βίον υμών διά των χαρίτων της τέχνης».

Εν τω άσματι τούτω πικρώς καταδικάζεται η πολιτική των ισχυρών της γης, η ασέβεια αυτών προς τον Θεόν και τα θεία παραγγέλματα της χριστιανικής φιλανθρωπίας. Μετά τούτο εποιήθη το «Επιφώνημα εις το Μεσολόγγιον». «Η πτώσις σου είνε θρίαμβος!» αναφωνεί ο ένθεος ποιητής εν αυτώ. Και βραδύτερον εις του Μεσολογγίου την δευτέραν άλωσιν παρά των Ελλήνων (1829) εποιήθη νέον ποίημα εις το Μεσολόγγι «το λαμπρόν μνημείον δόξης, αξίας των περικλεεστάτων αρχαίων ηρώων». Εν τω αυτώ άσματι στρέφει ο ποιητής το βλέμμα από του Μεσολογγίου εις την Ακρόπολιν Αθηνών και τον Παρθενώνα. Ότε εκυριεύθη το Μεσολόγγιον υπό των Ελλήνων, αι Αθήναι δεν ήσαν έτι ελεύθεραι· δι' ό αναφωνεί ο ποιητής προς τους Έλληνας.

Μη κατακλιθήτε έτι εν ησυχία. Από του Παρθενώνος προσκαλεί υμάς ανεξάλειπτος δόξα. Όταν η σημαία υμών κυματίση και ο Σταυρός λάμψη εις την Ακρόπολιν, τότε μόνον η Ελλάς είνε αληθώς ελευθέρα» .

Πλην των εις τον μέγαν αγώνα ποιημάτων, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος μακρόν ποίημα εποίησε και εις τα υπό των Άγγλων αρπαγέντα αγάλματα του Παρθενώνος και «εις Ρώμην και Αθήνας». Εν τω άσματι τούτω προς την λαμπρότητα και τον θόρυβον της Ρώμης αντιτίθεται η σιωπηλή ησυχία, η εξυψούσα την ψυχήν ιερά μεγαλοπρέπεια των Αθηνών.

Αλλ' ο βασιλεύς ποιητής, ο μη δυνηθείς να τηρήση εν σιγή την λύραν αυτού ένεκα του κατέχοντος την ψυχήν αυτού φλογερού ενθουσιασμού, έμεινε πιστότατος εις την υπόσχεσιν, ήν έδωκε περί της εις έργα μεταποιήσεως του εντόνου λόγου. Ο Λουδοβίκος και προ του ανελθείν εις τον θρόνον ανεπισήμως βοηθών τω ελληνικώ αγώνι, ευθύς μετά την εις τον θρόνον άνοδον έπεμψε τω φιλελληνικώ συλλόγω Μονάχου 20 χιλ. φιορίνια (10 χιλ. φράγκα) ως συνδρομήν «αρχαίου φιλέλληνος», ως εγράφετο εν τω καταλόγω. Το γεγονός, γνωσθέν εν τοις Μετερνιχείοις κύκλοις, μέγαν ήγειρε θόρυβον· αλλ' ο βασιλεύς, ουδόλως εκ τούτου ταραχθείς, εν αρχή του επομένου έτους ανενέωσε την συνδρομήν διά του αυτού ποσού, έπεμψε δε ιδιαιτέρως 20 χιλ. φράγκα προς εξαγοράν αιχμαλώτων Ελλήνων. Σημαντικαί χρηματικαί δωρεαί εγένοντο τότε και εκ μέρους πάντων των μελών της Βασιλικής Οικογενείας. (21) Ο Βασιλεύς συνήψε τότε σχέσεις προς τον περίφημον Ελβετόν φιλέλληνα Εϋνάρδον και δι' αυτού προς τον φιλελληνικόν σύλλογον των Παρισίων, τον ιδρυθέντα τω 1825. Βραδύτερον ότε ο Κυβερνήτης ίδρυσε το πιστωτικόν αυτού ίδρυμα υπέρ των εν τω πολέμω εις ένδειαν περιελθόντων, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος, ενεγράφη δι' άλλας 50 χιλιάδας φιορίνια (100 χιλ. φρ.). Προς τούτοις τω 1826 έπεμψεν εις την Ελλάδα ανεπισήμως τον εν τω Ισπανικώ πολέμω διακριθέντα Βαυαρόν εθελοντήν συνταγματάρχην Κάρολον Έιδεκ μετά πολλών Βαυαρών κατωτέρων αξιωματικών και άλλων εθελοντών πολεμιστών, ίνα μετάσχωσι του ελληνικού αγώνος και ίνα ο Έιδεκ εκθέση πιστώς τω Βασιλεί τα κατά την εν Ελλάδι κατάστασιν υπό έποψιν αλκής πολεμικής. Μετά τίνος στοργής και μερίμνης πατρικής εφρόντιζεν ο Λουδοβίκος περί των εις Ελλάδα μεταβαινόντων Βαυαρών δηλούται εξ ών τη 19/31 Ιουλίου έγραφεν εις τον γραμματέα αυτού: «Είπατε αύθις τω Έιδεκ τάχιστα ότι εις τους εθελοντάς πρέπει να δίδηται οίνος καθαρός, διότι πρόκειται περί ζωής και θανάτου». Κατά Σεπτέμβριον του 1826 επέβησαν ο Έιδεκ μετά των συντρόφων αυτού του υπ' αυτού ναυλωθέτος «Πηγάσου» (εν Αγκώνι) ίνα μεταβώσιν εις την Ελλάδα. Εν ταις επιστολαίς δε, άς ο Λουδοβίκος μετά την εις Ελλάδα άφιξιν των Βαυαρών τούτων έγραφεν ιδιοχείρως και λίαν συχνώς, καταφαίνεται πάλιν ο ακραιφνής και φλογερός φιλελληνισμός αυτού. Τη 8 Ιανουαρίου 1827 έγραφε τω Έιδεκ: «Είη μεθ' υμών ο Θεός, γενναίοι μου Βαυαροί. Του τοσούτον τιμήσαντος εμέ εν Ελλάδι Έιδεκ τας προς με επιστολάς της 26 Σεπτεμβρίου και 25 Οκτωβρίου εκομισάμην. Με συνεκίνησε και ευφρόσυνόν μοι ενεποίησεν εντύπωσιν το γεγονός, ότι του ενδόξου Μάρκου Βότσαρη η χήρα, τον μονογενή αυτής υιόν θέλει να εμπιστεύση εις εμέ απορρίψασα την του αυτοκράτορος της Ρωσσίας και πάντων των άλλων περί προστασίας αυτού προσφοράν. (22) Ανοικταίς αγκάλαις μέλλω να δεχθώ τον υιόν του υπ' εμού θαυμαζομένου ήρωος. Εις την μητέρα σκοπώ να δώσω σύνταξιν. Πόσον ευστόχως λέγεις ότι οι των Ελλήνων οπλαρχηγών υιοί πρέπει όλοι ομού ν' ανατρέφονται και παιδεύωνται εν Γερμανία, εν Μονάχω. Ενεργήσατε ίνα ο Κολοκοτρώνης πέμψη τον υιόν αυτού εκ της εν Γενεύη υποτροφίας εις την ενταύθα σχολήν των Ευελπίδων. Ο Σύλλογος θέλει να εκπαιδεύση έτι έξ Ελληνόπαιδας. Φροντίζω δε νυν ίνα προσκαλέσω καί τινα των φυγάδων ιερέων ενταύθα (23) ίνα παιδευθώσιν οι νέοι ούτοι εν τη πίστει των πατέρων αυτών. Ελπίζω ότι θα επιστρέψωσιν εις την πατρίδα αυτών, ουχί αποξενούμενοι των πατρίων, αλλ' ελληνικότεροι ή όσον ήσαν ότε ήλθον ενταύθα. Έλληνες, εστέ ηνωμένοι! Γενναίε Έιδεκ και γενναίοι σύντροφοι αυτού, χαίρετε!

Από 12/24 Απριλίου έγραφε: «Μετ' ευφροσύνου αισθήματος έμαθον τας παρά τας Αθήνας ηρωικάς πράξεις των εμών Βαυαρών ω περινούστατε [24] γενναίε Έιδεκ. Εκφράζετε τας συμπαθείας μου προς τους αξιωματικούς και τους υπαξιωματικούς. Αφ' ής ημέρας λήγει η άδεια υμών παρατείνω αυτήν επί έν έτος· αλλά δύναται να είναι βέβαιος έκαστος ότι και ευθύς επανιών, καλλίστης παρ' εμού θα τύχη υποδοχής. Πιστεύω, η Ελλάς εσώθη. Μετά την ελευθέρωσιν της Γερμανίας από της Ναπολεοντίου καταπιεστικής δεσποτείας, ουδέν άλλο ούτω διακαώς επόθουν όσον το να νικήση η Ελλάς. Ενήργουν και ενεργώ ίνα βοήθειαι προσρέωσιν εις την Ελλάδα.»

Από 2/14 Μαΐου 1827 έγραφεν ο Λουδοβίκος: «Οι οφθαλμοί μου υγράνθησαν, άξιε Εϊδέκερ, ότε ανέγνων την προς τον Κρέουζερ επιστολήν σας. Η τιμή, ήν υμείς, ανδρείοι πολεμισταί, περισώσατε εν Ελλάδι εις το όνομα της Βαυαρίας, ευφραίνει την καρδίαν μου. Ανοικταίς αγκάλαις θα δεχθώ τους έξ νεαρούς Έλληνας, οις πρέπει να προστεθή και ο του Καραϊσκάκη ανεψιός, όν επιθυμή τούτο ο ήρως εκείνος (25) βλέπων εν τη πράξει μου ταύτη αναγνώρισιν της αξίας αυτού εκ μέρους μου. Οι δύο εν τη στρατιωτική Σχολή σπουδάζοντες νεαροί Έλληνες ποιούνται, ως ακούω, σημαντικάς προόδους (26) . Ότε, πρό τινος μετέβην εις το Κατάστημα εκείνο απροσδοκήτως, ως συνηθίζω, και ηκροώμην της διδασκαλίας, εστράφησαν προς με ευγνώμονα βλέμματα ελληνικά. Και εν Βιέννη επετράπη νυν η συλλογή συνδρομών υπέρ των ενδεών ελληνικών οικογενειών (27) .

Ο Λουδοβίκος, όστις ως Διάδοχος είχε μεταβή εις Ιταλίαν μετά την έκρηξιν της επαναστάσεως, σκοπών κυρίως να υποστηρίξη και την εν τη χώρα εκείνη φιλελληνικήν κίνησιν, μετά την εις τον θρόνον άνοδον, δις εποιήσατο περιοδείαν εν τω κράτει αυτού προς τον αυτόν κυρίως αποβλέπων σκοπόν. Εν δε τη ειρημένη προς τον Εϊδέκερ επιστολή λέγει προς τοις άλλοις: «Ως η κατά το παρελθόν έτος εις Βρυκεναυίαν (Brückenau) μετάβασίς μου επήνεγκε την υπέρ Ελλάδος βοήθειαν, το αυτό προσδοκώ και εκ της νυν περιοδείας μου, διότι θα διέλθω διά των πόλεων, όν το έδαφος δεν επάτησα έτι ως Βασιλεύς. Και, ως εν τη πρώτη περιοδεία, θα απαγορεύσω τας φωταγωγίας, εκφράζων την ευχήν ίνα αντί τούτου δώσωσι τα χρήματα, εις τους εν Ελλάδι ενδεείς. Η Ελλάς, ελπίζω, απηλλάγη του ζυγού, αν μη αυτή εαυτήν διαφθείρη. Ευεργετικόν εμοί αίσθημα είναι ότι υπήρξα ο πρώτος ηγεμών, ο κηρυχθείς υπέρ του αγώνος των Ελλήνων, λόγω και έργω. Της Ελλάδος η ελευθερία ήτο εμοί πόθος πολύ προ της ενάρξεως του αγώνος. Είναι δ' εμοί ζήτημα καρδίας το να μένω ως βασιλεύς, ως πιστεύω ασφαλώς, τοιούτος, οίος ήμην ως διάδοχος. Οι νεαροί Έλληνες, ιδίως ο Δ. Μπότσαρης και ο συνοδός αυτού, έχουσι πολύ καλώς· αυτός τε και ο πιστός ακόλουθος Χρήστος, φορούσι διαρκώς οίαν εν Σουλίω στολήν».

Τη 4/16 Σεπτεμβρίου έγραφεν ο Λουδοβίκος προς τον Εϊδέκερ: «Ο εν Μονάχω φιλελληνικός Σύλλογος έχει νυν περίσσευμα, ώστε να διαθέτη δύο νέας θέσεις εν τη Σχολή. Οι ενταύθα ευρισκόμενοι δεν παύουσι του να μένωσιν Έλληνες, υπάρχει δε και ναός Ελληνικός και ιερεύς, όν εγώ πληρώνω εκ του ιδιωτικού μου ταμείου (28) , ούτω δε και διδασκαλίας τυγχάνουσι θρησκευτικής εν τη πίστει των πατέρων αυτών, εκτελούσι δε και τα της θρησκευτικής αυτών λατρείας. Οι Έλληνες έχουσιν ανάγκην πειθαρχίας και παιδεύσεως συστηματικής».

Από 8/20 Φεβρουαρίου 1829 έγραφε προς τον αυτόν: «Την επιθυμίαν υμών να επανέλθητε οίκαδε ευρίσκω λίαν φυσικήν και δεν δύναμαι ν' αντείπω· αλλά πρέπει να μη υπολάβη ο Καποδίστριας την επιστροφήν σας ως ελάττωσιν της εμής προς την Ελλάδα συμπαθείας. Η συμπάθεια αύτη είναι πάντοτε διάπυρος· τούτο εντυπώσατε καλώς εις την διάνοιαν αυτού και είπατε αυτώ μετά πόσου ζήλου εργάζομαι ίνα τα όρια εκταθώσι τουλάχιστον μέχρι των Θερμοπυλών (29) ».

Τη δε 10/22 Μαΐου έγραφερος τον Γραμματέα αυτού τάδε τα άξια σημειώσεως: «υπάρχουσι πάντως παρ' ημίν άνθρωποι (εννοεί τους περί Μετερνίχον), οίτινες, αν εγώ το έτος τούτο εδαπάνων χιλιάδας τινάς και εκατοντάδας φιορινιών προς κτήσιν αραβικών τίνων ίππων εις το ιπποστάσιόν μου, θα εύρισκον τούτο εν τάξει γινόμενον, ήθελον δε κραυγάσει ότι αντί τούτου δαπανώ προς ανατροφήν Ελλήνων αλλ' αφίημι τους κύνας να υλακτώσι και πορεύομαι την οδόν μου».

Ότε τω 1829 ο Θείρσιος προέτεινε τω Λουδοβίκω την εις τον ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του δευτεροτόκου υιού αυτού Όθωνος, έγραψεν αυτώ ότι δεν ενόει διά τοιαύτης υποψηφιότητος ν' αμαυρωθή κατ' ελάχιστον η αγνότης και η αφιλοκέρδεια του φιλελληνισμού αυτού· και εγκατελείφθη όλως το σχέδιον του Θειρσίου επί δύο έτη. Ότε δε ο Θείρσιος κατ' εντολήν του Λουδοβίκου κατήλθεν εις την Ελλάδα και παρέσχε μεγάλας τη Ελλάδι ηθικάς τε και πολιτικάς υπηρεσίας, ανεκινήθη το ζήτημα της υποφηφιότητος εκείνης, ήν μόλις τω επομένω έτει εδέξατο ο Λουδοβίκος προσενεχθείσαν υπό των τριών Δυνάμεων και επί όροις παρασχούσι νέα ευρύτερα όρια τω κράτει και τον βαθμόν βασιλείου. Πολλά έπραξεν υπέρ της Ελλάδος ο Λουδοβίκος και μετά την ανάρρησιν του υιού αυτού ως βασιλέως της Ελλάδος, κοσμήσας συν τοις άλλοις και τον περίβολον του εν Μονάχω βασιλικού κήπου διά τριάκοντα εννέα λαμπρών τοιχογραφιών του περιφήμου ζωγράφου Πέτρου Εςς, στήσας ανδριάντας των αρχηγών του ελληνικού αγώνος εν ταις αιθούσαις των ανακτόρων του Μονάχου, οικοδομήσας κατά μίμησιν των Προπυλαίων της Ακροπόλεως Προπύλαια μεγαλοπρεπή εν Μονάχω και αναγράψας επί των τοιχωμάτων αυτών δεξιόθεν και αριστερόθεν μεγάλοις γράμμασι τα ονόματα πάντων των επιφανών της επαναστάσεως ανδρών, των πολεμάρχων της ξηράς και της θαλάσσης και των πολιτικών ανδρών και αυτών έτι των κληρικών αγωνιστών. Αλλά ταύτα δεν ανάγονται κυρίως εις την ιστορίαν του φιλελληνισμού.

Τοιούτος ο μέγας φιλέλλην βασιλεύς Λουδοβίκος, είς των τύπων του Γερμανικού φιλελληνισμού εκ των λαμπροτάτων. Εν τω χαρακτήρι δ' ακριβώς του φιλελληνισμού του Λουδοβίκου εικονίζεται ακριβώς ο φιλελληνισμός ο Γερμανικός εν τη αυτοτελεία, απλότητι και τελειότητι αυτού ως ακραιφνής, αυθόρμητος, αυτοσυνείδητος προς τον εξεγειρόμενον ελληνισμόν ενθουσιασμός, προελθών ουχί όπως εν άλλαις ευρωπαϊκαίς χώραις, και δη εν Γαλλία και Αγγλία, ολόκληρα έτη μετά την έναρξιν του αγώνος και οιονεί παθητικώς εξ αισθήματος κοινής φιλανθρωπίας επί ταις συμφοραίς και εκ θαυμασμού προς τον ηρωισμόν του ελληνικού λαού, αλλ' ενεργητικώς από της πρώτης στιγμής μετά του αγώνος αυτού εκδηλωθείς και προϋπάρχων τούτου και συντελέσας ηθικώς εις την ύπαρξιν τούτου. Πάντες οι μεγάλοι αρχηγοί του Γερμανικού φιλελληνισμού επόθουν την ελευθέρωσιν της Ελλάδος προ της επαναστάσεως, ως τούτο λέγει περί εαυτού και ο Λουδοβίκος. Ο Θείρσιος δε και Στάιν και Γάγερν, ήσαν ωσαύτως φιλέλληνες, προσδοκώντες εξέγερσιν του ελληνικού έθνους. Και αυτός δε ο Γάλλος Gaston Caminade, ο θέλων να παραστήση τον Γερμανικόν φιλελληνισμόν ως ονειροπόλημα προελθόν εκ της προς ελευθερίαν εαυτών πολιτικήν επιθυμίας των Γερμανών και λέγων ότι οι Γερμανοί εν τω αγώνι των Ελλήνων έβλεπον τον ίδιον αυτών εθνικόν αγώνα, και αυτός, οιονεί αναιρών εαυτόν, λέγει περί ενός των μεγίστων αρχηγών του Γερμανικού φιλελληνισμού, του Γουλιέλμου Μυλλέρου, ότι «πολύ προ της επαναστάσεως ήτο προπαρεσκευασμένος να παραστήση πρόσωπον του Κορυφαίου του φιλελληνισμού».