«σύμμικτον είδος, τερατώδες νήπιον,

ως λέγει ο Ευρυπίδης (53) και

«φύσει μικτός, ταύρος ομού και άνθρωπος.

ΙΣΤ. Ο Φιλόχορος όμως λέγει, ότι ταύτα δεν τα δέχονται οι Κρήτες, αλλά λέγουσιν ότι ο λαβύρινθος ήτον φυλακή, ουδέν άλλο κακόν έχουσα, εκτός ότι οι φυλακιζόμενοι δεν ημπόρουν να διαφύγωσιν· ότε δ' ο Μίνως κατέστησε γυμνικόν αγώνα εις μνήμην του Ανδρογέου, και έδιδεν εις τους νικητάς ως βραβεία τους παίδας των Αθηναίων, τους φυλαττομένους εντός του Λαβυρίνθου. Εις τους πρώτους λοιπόν αγώνας ότι ενίκησεν ο ισχυρώτατος των τότε στρατηγών του, καλούμενος Ταύρος, άνθρωπος τους τρόπους τραχύς και ανήμερος, και προσφερόμενος βαρέως και υπερηφάνως εις τα παιδία των Αθηναίων. Και ο Αριστοτέλης δε φαίνεται, εις το σύγγραμμά του περί πολιτείας των Βοττιαίων (54), μη πιστεύων ότι εφονεύοντο οι παίδες υπό του Μίνωος, αλλ' ότι δουλεύοντες εγήρασκον εις την Κρήτην· ότι δ' οι Κρήτες, εκπληρούντες ποτέ παλαιάν των ευχήν, έστειλαν εις Δελφούς προσφοράν ανθρώπων, και μετά των στελλομένων ότι ανεμίχθησαν και εκείνων απόγονοι· επειδή δε δεν ήσαν ικανοί να πορίζωνται αυτόθι τα προς το ζην, ότι επέρασαν πρώτον εις την Ιταλίαν, εκεί κατώκησαν περί την Ιαπογίαν, και εκείθεν πάλιν μετέβησαν εις την Θράκην, όπου ωνομάσθησαν Βοττιαίοι· δι' ό και αι κόραι των Βοττιαίων, όταν τελώσι θυσίαν, ψάλλουσιν «Υπάγωμεν εις Αθήνας». Φαίνεται δ' ότι κακόν είναι τω όντι να δυσαρεστήση τις πόλιν ήτις έχει φωνήν και μούσαν, διότι ο Μίνως ποτέ δεν έπαυσε κατηγορούμενος και υβριζόμενος εις τα αττικά θέατρα, ούτε ο Ησίοδος τον ωφέλησεν ονομάσας αυτόν «βασιλεύτατον», ούτε ο Όμηρος (55) ειπών αυτόν «του Διός συνήθη»· αλλ' επικρατήσαντες οι τραγικοί, εκένωσαν επ' αυτόν από της σκηνής πάσαν αδοξίαν, ως αν ήτο κακός και βίαιος άνθρωπος. Και όμως λέγουσιν ότι ο Μίνως ήτο Βασιλεύς και νομοθέτης (56), ο δε Ραδάμανθυς ότι ήτον φύλαξ των δικαίων ως εκείνος τα ώρισε.

ΙΖ. Όταν λοιπόν έφθασεν ο καιρός της τρίτης πληρωμής του φόρου, και όσοι πατέρες είχον νέα παιδία ηναγκάζοντο να κληρώσωσιν αυτά, ήρχισε πάλιν να διαβάλληται ο Αιγεύς προς τους πολίτας, οίτινες ωδύροντο και ηγανάκτουν, ότι όλων εκείνος ήτον αίτιος, και όμως μόνος μένει εντελώς αμέτοχος του κακού, και νόθον και ξένον υιόν καθιστών διάδοχον της βασιλείας, ουδέ φροντίζει καν δι' αυτούς, ότι έμενον έρημοι γνησίων υιών και άπαιδες. Δι' αυτά ελυπείτο ο Θησεύς, και δίκαιον νομίζων να μη αδιαφορήση, αλλά να λάβη την αυτήν τύχην μετά των λοιπών πολιτών, ήλθε και παρεδόθη μόνος του χωρίς κλήρου. Και οι μεν άλλοι εθαύμασαν το φρόνημά του, και ηγάπησαν τον δημοτικόν του τρόπον· ο δ' Αιγεύς, βλέπων αυτόν απ' εναντίας όλων των παρακλήσεων και των ικεσιών του αμετάπειστον μένοντα και αμετάτρεπτον, έτριψε κλήρον διά τα άλλα παιδία. Ο Ελλάνικος (57) δε λέγει ότι δεν έστειλεν η πόλις τους κληρωτούς και τας κληρωτάς, αλλ' ότι ερχόμενος ο ίδιος Μίνως, ελάμβανε κατ' εκλογήν όν τινα ήθελε, και ότι, συμφώνως προς τας συνθήκας, πρώτον μεταξύ όλων έλαβε τον Θησέα· ότι δ' ήσαν αι συνθήκαι να δίδωσι το πλοίον οι Αθηναίοι, και οι νεανίαι να επιβιβάζωνται εις αυτό, χωρίς να φέρωσι κανέν όπλον πολεμικόν· η ποινή δ' αύτη ότι θα έπαυεν όταν ο Μινώταυρος εφονεύετο. Και προ τούτου μεν ουδεμία υπήρχεν ελπίς σωτηρίας, δι' ό και έστελλον το πλοίον μέλαν έχον ιστίον, ως διά συμφοράν βεβαίαν. Τότε δ' επειδή ο Θησεύς ενεθάρρυνε τον πατέρα του, και εκαυχάτο ότι θέλει νικήσει τον Μινώταυρον, έδωκεν ο Αιγεύς και άλλο ιστίον λευκόν εις τον κυβερνήτην, παραγγείλας εις αυτόν, αν επιστρέφη φέρων τον Θησέα σωθέντα, να κρεμάση το λευκόν, ειδεμή ν' αφήση το μέλαν, εις δείγμα της συμφοράς. Ο Σιμωνίδης (58) όμως λέγει ότι το ιστίον δεν ήτον λευκόν, αλλά κόκκινον, βεβαμμένον εις υγρόν χρώμα νωπού πρινοκοκκίου, και ότι τούτο εδόθη υπό του Αιγέως ως σημείον της σωτηρίας των. Και κατά μεν τον Σιμωνίδην εκυβέρνα το πλοίον ο Αμαρσυάδης (59) Φέρεκλος. Ο δε Φιλόχορος λέγει, ότι ο Θησεύς έλαβεν εκ Σαλαμίνος παρά του Σκίρου (60) κυβερνήτην μεν τον Ναυσίθοον, πρωρέα δε τον Φαίακα, διότι οι Αθηναίοι δεν ήσαν έτι τότε έμπειροι της θαλάσσης, μεταξύ δε των αποπλεόντων νέων ήτον και ο Μενέσθης, προς θυγατρός εγγονός του Σκίρου. Ταύτα δε μαρτυρούσι και τα ήρωα του Ναυσιθόου και του Φαίακος, τα οικοδομηθέντα εις το Φάληρον υπό του Θησέως, πλησίον εις του Σκίρου το ιερόν, και η εορτή τα Κυβερνήσια, τελουμένη προς τιμήν εκείνων κατά το λέγειν του.

ΙΗ. Αφ' ού δ' έγινεν η κλήρωσις, λαβών τους λαχόντας ο Θησεύς εκ του Πρυτανείου (61), και ελθών εις το Δελφίνιον (62) κατέθεσεν ικετηρίαν υπέρ αυτού εις τον Απόλλωνα. Ήτον δ' αύτη κλάδος της ιεράς ελαίας (63), έχων στέμμα μαλλίων λευκών.

Προσευχηθείς δε, κατέβη εις την θάλασσαν την έκτην του Μουνυχιώνος (64), ημέραν καθ' ήν και μέχρι τούδε στέλλονται αι νεανίδες εις το Δελφίνιον να παρακαλέσωσι τον Θεόν. Λέγεται δ' ότι ο μεν Θεός των Δελφών τω έδωκε χρησμόν να λάβη την Αφροδίτην ως οδηγόν, και να την επικαλεσθή ως συνοδοιπόρον· ότι δ' εν ώ εθυσίαζον εις αυτόν προς το παραθαλάσσιον αίγα θηλυκήν, μετεβλήθη αιφνηδίως αυτή εις τράγον, εξ ού και η θεά ωνομάσθη Επιτραγία (65).

1Θ. Αφ' ού δ' έφθασεν εις την Κρήτην, καθ' ά πλείστοι των ιστορικών και των ποιητών διηγούνται, λαβών κλωστήν παρά της Αριάδνης, ήτις τον ηγάπησε, και διδαχθείς πώς να εξέλθη από των περιστροφών (66) του Λαβυρίνθου, εφόνευσε τον Μινώταυρον, και απέπλευσε λαβών μεθ' εαυτού την Αριάδνην και τα παιδία. Ο δε Φερεκύδης (67) λέγει ότι ο Θησεύς έκοψε και τας καθέδρας (68) των Κρητικών πλοίων, διά να εμποδίση να τον καταδιώξωσι. Λέγει δ' ο Δήμων (69) ότι εφονεύθη και ο Ταύρος, στρατηγός του Μίνωος, ναυμαχήσας εντός του λιμένος, όταν ο Θησεύς εξέπλεεν. Ως δ' έγραψεν ο Φιλόχορος εν τη ιστορία του, ο Μίνως ετέλει αγώνας, και όλοι νομίζοντες ότι πάλιν θέλει νικήσει ο Ταύρος, τον εφθόνουν, διότι η δύναμις αυτού, διά τον κακόν του τρόπον, ήτον μισητή, και υπήρχον κατ' αυτού κατηγορίαι ότι είχε σχέσεις μετά της Πασιφάης (70). Διά τούτο εις τον Θησέα, ζητούντα ν' αγωνισθή και αυτός, έδωκεν ο Μίνως την άδειαν. Επειδή δε εις την Κρήτην υπάρχει συνήθεια να παρευρίσκωνται εις τους αγώνας και αι γυναίκες, η Αριάδνη παρούσα, εξεπλάγη διά το κάλλος του Θησέως, και τον εθαύμασεν ότι ενίκησεν όλους τους αθλητάς. Ευχαριστηθείς δε και ο Μίνως, μάλιστα διότι ενικήθη και κατησχύνθη ο Ταύρος, απέδωκε τους παίδας εις τον Θησέα, και απήλλαξε την πόλιν από του φόρου. Περί αυτών τούτων όμως διηγείται ο Κλείδημος (71) κατ' ιδιαίτερον όλως και παράδοξον τρόπον, αρχόμενος από υψηλότερα· ότι ψήφισμα υπήρχε κοινόν πάντων των Ελλήνων, ουδεμία τριήρης να εκπλέη από κανέν μέρος, έχουσα περισσοτέρους των πέντε ανδρών, εις μόνον δε τον Ιάσωνα (72), τον κυβερνήτην της Αργούς, ότι επετρέπετο να περιπλέη με περισσοτέρους, διώκων τα ληστρικά πλοία από της θαλάσσης. Όταν όμως ο Δαίδαλος έφυγε διά πλοίου εκ Κρήτης εις τας Αθήνας, ο Μίνως εναντίον των συνθηκών τον κατεδίωξε διά πολεμικών τριήρεων, και ριφθείς υπό τρικυμίας εις την Σικελίαν, εκεί απέθανεν. Επειδή δ' ο υιός αυτού Δευκαλίων, πολεμικώς διακείμενος προς τους Αθηναίους, τοις εμήνυσε να τω παραδώσωσι τον Δαίδαλον, φοβερίζων ότι θα εφόνευεν άλλως τους παίδας οίτινες είχον δοθή εις τον Μίνωα ως όμηροι, εις αυτόν μεν απεκρίθη πράως ο Θησεύς, παρακαλών να τω αφήση τον Δαίδαλον, ως εξάδελφόν του, διότι ην υιός της Μερόπης, θυγατρός του Ερεχθέως· συγχρόνως όμως εδόθη εις ναυπηγίαν, αφ' ενός μεν εις τας Αθήνας, κατά τους Θυμοιτάδας (73), μακράν της οδού ήτις εσυχνάζετο υπό ξένων, αφ' ετέρου δε εις την Τροιζήνα, διά του Πιτθέως, διότι ήθελε να μη τον εννοήσωσιν. Άμα δε τα πλοία ητοιμάσθησαν, εξέπλευσεν, έχων οδηγούς τον Δαίδαλον και άλλους φυγάδας εκ Κρήτης· και επειδή ουδείς το εγνώριζε, και οι Κρήτες ενόμιζον ότι φιλικά ήσαν τα ερχόμενα πλοία, εκυρίευσε τον λιμένα, απέβη, και ελθών εις Κνωσσόν, επολέμησε παρά τας πύλας του Λαβυρίνθου, και εφόνευσε τον Δευκαλίωνα και τους δορυφόρους αυτού. Τότε ανέλαβε την εξουσίαν η Αριάδνη, και ο Θησεύς, προς αυτήν συνθηκολογήσας, έλαβεν οπίσω τους παίδας, και εφιλίωσε τους Αθηναίους προς τους Κρήτας, ομόσαντας ποτέ πλέον να μη πολεμήσωσι κατ' αυτών.

Κ. Περί τούτων δε ως και περί της Αριάδνης και πολλοί άλλοι λέγονται λόγοι, αλλ' εντελώς προς αλλήλους διαφωνούντες· διότι τινές μεν λέγουσιν ότι εγκαταλειφθείσα υπό του Θησέως, εκρεμάσθη, άλλοι δε ότι κομισθείσα υπό των ναυτών εις την Νάξον, ενυμφεύθη τον ιερέα του Διονύσου Ώναρον, και ότι ο Θησεύς την κατέλιπε διότι ηγάπα άλλην.

«Της Πανοπίδος δεινός τον κατέτηκεν Αίγλης ο έρως».

Τον στίχον τούτον λέγει Ηρέας ο Μεγαρεύς (74) ότι ο Πεισίστρατος (75) αφήρεσεν από των ποιημάτων του Ησιόδου, ως επρόσθεσεν εις την κατάβασιν εις Άδου του Ομήρου (76) τον·

Ό τε Θησεύς και Πειρίθους, Θεών μεγαλόδοξα τέκνα,

θέλων να ευχαριστήση τους Αθηναίους. Τινές δε λέγουσιν ότι η Αριάδνη και υιούς εγέννησεν εκ του Θησέως, τον Οινοπίονα και τον Στάφυλον (77). Είς εξ αυτών είναι και ο Ίων ο Χίος (78), λέγων περί της πατρίδος του·

Ην είχε κτίσει ποτέ ο Θησέως υιός Οινοπίων.

Και τους μεν μύθους όσοι εισιν ευπρεπέστεροι, όλοι τους έχουσιν εις το στόμα. Ο Αμαθούσιος Παίων (79) όμως έγραψε περί αυτών διαφόρως, διηγούμενος ότι ο Θησεύς ριφθείς υπό τρικυμίας εις Κύπρον μετά της Αριάδνης, ήτις ήτον έγκυος, και έπασχε πολύ διά τον σάλον, ουδ' εδύνατο να υποφέρη την θάλασσαν, απεβίβασεν αυτήν μόνην, αυτός δε θέλων να μείνη εις το πλοίον διά να το βοηθήση, επέστρεψεν από της γης εις το πέλαγος πάλιν ότι δ' αι εγχώριοι γυναίκες ανέλαβον την Αριάδνην και την επεριποιούντο λυπουμένην διά την μόνωσίν της, και τη έφερον πλαστά γράμματα, ως αν τη έγραφεν ο Θησεύς δήθεν, και την ελυπούντο διά τους πόνους του τοκετού, και την εβοήθουν, αλλ' ότι εκείνη απέθανε χωρίς να γεννήση, και την έθαψαν. Όταν δ' επέστρεψεν ο Θησεύς, ότι περίλυπος γενόμενος, αφήκε χρήματα εις τους εγχωρίους, παραγγείλας να προσφέρωσι θυσίαν εις την Αριάδνην, και ίδρυσε δύω μικρούς ανδριάντας, τον μεν αργυρούν, τον δε χαλκούν. Εις δε την θυσίαν, κατά την δευτέραν ημέραν του Γορπιαίου (80) μηνός, ότι είς νέος εξαπλούμενος εις την κλίνην, λέγει και πράττει όσα αι έπτοκοι γυναίκες· και ότι οι Αμαθούσιοι ονομάζουσι το ιερόν δάσος όπου δεικνύουσι τον τάφον, άλσος της Αριάδνης Αφροδίτης (81). Και των Ναξίων δέ τινες ιστορούσιν ότι υπήρξαν δύω Μίνωες και δύω Αριάδναι, εξ ών η μία ενυμφεύθη τον Διόνυσον εις την Νάξον, και εγέννησε τον Στάφυλον, η δε νεωτέρα ότι ηρπάγη υπό του Θησέως, και εγκαταλειφθείσα ήλθεν εις Νάξον, και μετ' αυτής η τροφός αυτής, Κορκύνη καλουμένη, ής δεικνύουσι τον τάφον· ότι δε και η Αριάδνη απέθανεν αυτόθι, και έχει τιμάς, όχι όμως όσας η άλλη. Διότι εκείνης μεν τας εορτάς τελούσι χαίροντες και παίζοντες, αυτής δ' εισίν αι θυσίαι μεμιγμέναι μετά πένθους τινός και κατηφείας.

ΚΑ. Αποπλέων δ' εκ Κρήτης, ήρραξεν εις Δήλον, και θυσιάσας εις τον Θεόν, και αφιερώσας της Αφροδίτης το άγαλμα, ό έλαβε παρά της Αριάδνης, εχόρευσε μετά των παίδων χορόν όν λέγεται ότι μέχρι τούδε χορεύουσιν έτι οι Δήλιοι, μίμημα των διαδρόμων και διεξόδων του Λαβυρίνθου, έχοντα εν ρυθμώ πολλάς τας περιστροφάς και τους εξελιγμούς. Ονομάζεται δ' υπό των Δηλίων το είδος τούτο του χορού Γερανός (82) ως ιστορεί ο Δικαίαρχος (83). Εχόρευσε δε πέριξ του Κερατώνος, βωμού συνηρμοσμένου όλου εκ κεράτων αριστερών (84). Λέγουσι δ' ότι έθηκε και αγώνα εν Δήλω, και πρώτος τότε έδωκε φοίνικα εις τους νικητάς.

ΚΒ. Όταν δ' επλησίαζον εις την Αττικήν, λέγεται ότι ελησμόνησεν αυτός, ελησμόνησε δε και ο κυβερνήτης του πλοίου υπό χαράς, να υψώση το ιστίον δι' ού έμελλε ν' αναγγείλη εις τον Αιγέα την σωτηρίαν των και ότι ούτος εξ απελπισίας κρημνισθείς εις τους βράχους (85) εθανατώθη. Άμα δε κατέπλευσεν ο Θησεύς, ετέλεσε μεν εις το Φάληρον τας θυσίας εις τους Θεούς, όσας είχεν υποσχεθή όταν απέπλεεν, έστειλε δε και εις την πόλιν κήρυκα ν' αναγγείλη την σωτηρίαν των. Αυτός όμως απήντησε πολλούς μεν κλαίοντας διά του βασιλέως τον θάνατον, και άλλους χαίροντας, ως ήτον επόμενον, και προθύμους να τον υποδεχθώσι και να τω προσφέρωσι στεφάνους διά την σωτηρίαν των. Δεχθείς δε τους στεφάνους ο κήρυξ, έθεσεν αυτούς εις το κηρύκειον, και επιστρέψας εις το παραθαλάσσιον, πριν ο Θησεύς τελειώση τας σπονδάς, περιέμενεν έξω, μη θέλων να ταράξη την θυσίαν. Αφ' ού έγινον αι σπονδαί, τω ανήγγειλε τον θάνατον του Αιγέως, και τότε όλοι μετά κλαυθμών και θορύβου ανέβησαν εις την πόλιν. Έκτοτε λέγεται ότι επεκράτησεν εις τα ωσχοφόρια (86) να στεφανώνηται ουχί ο κήρυξ, αλλά το κηρύκειον, και εις τας σπονδάς να εκφωνώσιν οι παρευρισκόμενοι Ελελεύ, Ιού Ιού, το πρώτον, επιφώνημα σπονδής και πολεμικού παιάνος, το δ' έτερον ταραχής και εκπλήξεως. Αφ' ού δ' έθαψε τον πατέρα του, απέδωκεν εις τον Απόλλωνα όσα είχε τάξει, κατά την εβδόμην του Πυανεψιώνος μηνός (87), διότι τότε ανέβησαν εις την πόλιν σωθέντες.

Και το μεν ψήσιμον των οσπρίων λέγεται ότι έγινε, διότι οι σωθέντες συνήνωσαν τας τροφάς όσαι τοις έμενον, κ' εψήσαντες αυτάς εις κοινήν χύτραν, εφιλεύθησαν και συνέφαγον όλοι ομού. Την δε Ειρεσιώνην φέρουσιν εις την αυτήν εορτήν, κλάδον ελαίας τετυλιγμένον εις έρια, ως τότε την Ικετηρίαν, και πλήρη απαρχών διαφόρων καρπών, εις σημείον παύσεως της αφορίας, και ψάλλουσι συγχρόνως·

Ειρισιώνη και σύκα σοι φέρει, και άρτους αφρώδεις
φέρει, και μέλ' εις την στάμναν, και έλαιον φέρει να 'ψήσης,
και την φιάλην μεστήν, να μεθύσης και πέσης εις ύπνον.

Αλλά τινές λέγουσιν ότι αυτά εψάλλοντο διά τους Ηρακλείδας (88), οίτινες ούτως ετρέφοντο υπό των Αθηναίων οι περισσότεροι όμως, ως προείρηται.

ΚΓ. Το δε πλοίον, την τριακόντορον (89), δι' ού έπλευσε μετά των παιδίων, και δι' ού επιστρέψας εσώθη, διεφύλαττον οι Αθηναίοι μέχρι των χρόνων Δημητρίου του Φαληρέως (90), αφαιρούντες τα παλαιά των ξύλων, και νέα και ισχυρά αντικαθιστώντες, και συνδέοντες ούτως, ώστε και εις των φιλοσόφων τας αμφισβητήσεις περί του Αυξομένου λόγου (91) ως παράδειγμα χρησιμεύει το πλοίον τούτο, διότι οι μεν λέγουσιν ότι μένει, οι δε ότι δεν μένει το ίδιον. Και την εορτήν δε των Ωσχοφορίων (92) ο Θησεύς εσύστησε· διότι, ως διηγούνται, δεν είχε λάβει τότε μεθ' εαυτού όλας τας κληρωθείσας παρθένους, αλλ' εκλέξας εκ των φίλων του δύω νεανίσκους γυναικώδεις μεν την μορφήν και νεαρούς, αλλ' ανδρείους την ψυχήν και προθύμους, μετέβαλεν αυτούς εντελώς διά θερμών λουτρών και διατριβών υπό την σκιάν, δι' αλοιφών της κόμης, και διά της δυνατής επιμελείας της απαλότητος του δέρματος και του χρώματος, τοις εδίδαξε φωνήν και σχήμα και βάδισιν, ώστε όσον ενδέχεται να ομοιάζωσι παρθένους, και τους κατέταξεν εις τον αριθμόν των παρθένων χωρίς ουδείς να το εννοήση. Όταν δ' επέστρεψεν, επόμπευσε και αυτός και οι νεανίσκοι ούτοι, ούτως ενδεδυμένοι, καθώς ενδύονται τώρα όταν φέρωσι τα κλήματα τα καλούμενα όσχους. Φέρουσι δ' αυτά προς χάριν του Διονύσου και της Αριάδνης διά τον μύθον, ή μάλλον διότι επέστρεψαν όταν εγίνετο η συγκομιδή των καρπών. Αι δε δειπνοφόροι παραλαμβάνονται εις την θυσίαν και μετέχουσιν αυτής, μιμούμεναι τας μητέρας εκείνων των κληρωθέντων, αίτινες ήρχοντο φέρουσαι παντοίας τροφάς εις αυτούς. Διηγούνται δε και μύθους αύται, διότι και εκείναι προς ευθυμίαν και παρηγορίαν των παιδίων των τοις διηγούντο μύθους. Ταύτα ιστορεί και ο Δήμων (93). Αφιερώθη δε και ιερός περίβολος εις τον Θησέα, όστις έταξε τους απογόνους των οίκων όσοι είχον δώσει τον φόρον, να καταβάλλωσι συνεισφοράν διά την θυσίαν αυτού. Επεμελούντο δε της θυσίας οι Φυταλίδαι (94), διότι ο Θησεύς τοις έδωκε την αμοιβήν ταύτην της φιλοξενίας των.

ΚΔ. Βάλλων δε μετά τον θάνατον του Αιγέως κατά νουν έργον μέγα και θαυμαστόν, συνήθροισε τους κατοικούντας την Αττικήν εις έν άστυ (95), και κατέστησε μιας πόλεως ένα δήμον τους πριν σποράδας, οίτινες δυσκόλως συνεκαλούντο εις έν να σκεφθώσι διά το κοινόν συμφέρον, και ενίοτε μάλιστα διεφέροντο προς αλλήλους και επολέμουν. Περιερχόμενος λοιπόν τους δήμους και τα γένη, επροσπάθει να πείση αυτούς· και οι μεν ιδιώται και οι πένητες εδέχοντο ταχέως την πρόσκλησιν· εις δε τους δυνατούς επρότεινε πολίτευμα άνευ βασιλέως, και δημοκρατίαν, έχουσαν αυτόν μόνον αρχηγόν εις τον πόλεμον, και νομοφύλακα, αφίνουσαν δ' εις πάντας τους άλλους πλήρη ισότητα. Διά τούτων οι μεν κατεπείθοντο, οι δε φοβούμενοι την δύναμιν αυτού, ήτις ήτον ήδη μεγάλη, ως και την τόλμην του, επροτίμων να ενδώσωσιν εις την πειθώ μάλλον παρά εις την βίαν. Καταργήσας λοιπόν τα πρυτανεία, τα βουλευτήρια και τας αρχάς εκάστου δήμου, και συστήσας έν κοινόν πρυτανείον και βουλευτήριον όλων, ενταύθα όπου ήδη είναι η πόλις, την μεν πόλιν ωνόμασεν Αθηνάς, κοινήν δ' εισήγαγε θυσίαν τα Παναθήναια. Έθυσε δε και Μετοίκια (96) κατά την δεκάτην έκτην Εκατομβαιώνος (97), καθ' ήν και μέχρι τούδε έτι γίνεται η θυσία. Και της βασιλείας παραιτηθείς, καθώς υπεσχέθη, διερύθμιζε το πολίτευμα, προς τους Θεούς πρώτον αποταθείς· διότι έπεμψε να ζητήση χρησμόν υπέρ της πόλεως, και έλαβε τον επόμενον·

Παι του Αιγέως, Θησεύ, Πιτθηίδος απόγονε κόρης,
πόλεων, ήξευρε, έχει πολλών και τα τέρματα θέσει
και τους κλωστήρας εντός εις την πόλιν υμών ο πατήρ μου.
Συ δε μη αγωνία, μηδ' έχε πολλήν αθυμίαν
περί αυτής μεριμνών. Φυσηθείς ο ασκός επιπλέει.

Ιστορούσι δ' ότι αυτό τούτο εξεστόμισε μετά ταύτα και η Σίβυλλα (98) ειπούσα προς την πόλιν

Βάπτεσαι μεν εις το ύδωρ, ασκέ, αλλ' αβύθιστος μένεις.

Κ.Ε. Θέλων δε ν' αυξήση έτι μάλλον την πόλιν, προσεκάλεσεν όλους εις αυτήν να ζώσιν ισόνομοι, και λέγουσιν ότι εκ των καιρών του Θησέως σώζεται κήρυγμα «Εδώ συνάγεσθε, όλ' οι λαοί», (99) όταν καθίστα ένα δήμον εξ όλων ομού εν Αθήναις. Δεν αφήκεν όμως πάλιν την δημοκρατίαν να γίνη άτακτος και ανάμικτος εξ όλου του πλήθους όσον άνευ διακρίσεως εχύθη εντός αυτής· αλλά πρώτος εχώρισε τους Ευπατρίδας, τους Γεωργούς και τους τεχνίτας (100), και προσδιορίσας, οι μεν Ευπατρίδαι να επιτηρώσι τα θεία, και να γίνωνται άρχοντες, και να είναι νομοδιδάσκαλοι, και εξηγηταί των οσίων και των ιερών, ανέδειξεν αυτούς ούτως ειπείν ίσους προς τους άλλους πολίτας· διότι οι μεν Ευπατρίδαι εφαίνοντο υπερέχοντες κατά την δόξαν, οι δε Γεωργοί κατά την χρησιμότητα, και οι Τεχνίται κατά το πλήθος. Ότι δε πρώτος έκλινε προς τον όχλον, ως λέγει ο Αριστοτέλης, και αφήκε την μοναρχίαν, φαίνεται ότι και ο Όμηρος το μαρτυρεί εις τον κατάλογον των πλοίων (101), όπου μόνους τους Αθηναίους επονομάζει δήμον. Έκοψε δε και νόμισμα, και εχάραξε βουν επί αυτού, ή διά τον Μαραθώνιον ταύρον (102), ή διά τον στρατηγόν Μίνωα, ή παρακινών τους πολίτας εις γεωργίαν. Λέγεται δ' ότι απ' εκείνου του νομίσματος ωνομάσθη το δεκάβοιον και το εκατόμβοιον (103). Κυριεύσας δε και την Μεγαρίδα, και ενώσας αυτήν ασφαλώς μετά της Αττικής, έστησε την περίφημον στήλην εις τον Ισθμόν, εφ' ής επέγραψεν επίγραμμα εις οροθεσίαν της χώρας διά δύω τριμέτρων, εξ ών το μεν προς ανατολάς έλεγε·

Αυτ' Ιωνία, όχι Πελοπόννησος·

το δε προς δυσμάς,

Όχ' Ιωνία αύτη, Πελοπόννησος·

Και πρώτος εσύστησε τον αγώνα, αντιφιλοτιμούμενος προς τον Ηρακλέα, διά να εορτάζωσιν οι Έλληνες, καθώς δι' εκείνον τα Ολύμπια εις τον Δία, ούτω δι' αυτόν τα Ίσθμια εις τον Ποσειδώνα· διότι ο εις τιμήν του Μελικέρτου (104) υπάρχων αυτόθι αγών, εγίνετο διά νυκτός, και είχε χαρακτήρα τελετής μάλλον παρά θεάματος και πανηγυρισμού. Τινές δε λέγουσιν ότι εσύστησεν ο Θησεύς τα Ίσθμια διά τον Σκίρωνα, θέλων ν' αγνισθή διά τον φόνον αυτού ως συγγενούς· διότι ο Σκίρων ήτον υιός του Κανήθου (105) και της Ηνιόχης, της θυγατρός του Πιτθέως. Κατ' άλλους δ' ήτον ο Σίννις και ουχί ο Σκίρων, και λέγουσιν ότι δι' αυτόν, ουχί δι' εκείνον, ετέθη ο αγών υπό του Θησέως. Διέταξε δε και συνεφώνησε μετά των Κορινθίων, να δίδωσι πρωτοκαθεδρίαν εις τους Αθηναίους τους ερχομένους εις τα Ίσθμια, εφ' όσον τόπον ήθελε καταλάβη απλούμενον το ιστίον του πλοίου του φέροντος τους προσκυνητάς, καθώς ιστορούσιν ο Ελλάνικος (106), και Άνδρων ο Αλικαρνασσεύς (107).

ΚΣΤ. Έπλευσε δε και εις τον Εύξεινον Πόντον, ως μεν λέγουσιν ο Φιλόχορος και άλλοι τινές, εκστρατεύσας μετά του Ηρακλέους κατά των Αμαζόνων, και έλαβεν ως άθλον της ανδρείας του την Αντιόπην αλλ' οι περισσότεροι, και μεταξύ αυτών και ο Φερεκύδης (108), και ο Ελλάνικος, και ο Ηρόδωρος (109), λέγουσι μετά περισσοτέρας πιθανότητος, ότι ο Θησεύς έπλευσε μετά τον Ηρακλήν μόνος του, και έλαβε την Αμαζόνα αιχμάλωτον· διότι περί ουδενός άλλου των όσοι συνεξεστράτευσαν μετ' αυτού δεν διηγείται η ιστορία ότι έλαβεν αιχμάλωτον Αμαζόνα. Ο δε Βίων (110) λέγει ότι και ταύτην δι' απάτης την έλαβε και απήλθε· διότι αι Αμαζόνες, αγαπώσαι τους άνδρας, δεν έφυγον τον Θησέα όταν προσέβαλε την χώραν, αλλά και δώρα προς φιλοξενίαν τω έπεμψαν· εκείνος δε παρεκάλεσε την φέρουσαν αυτά να εμβή εις το πλοίον, και άμα εισήλθεν, απέπλευσε. Μενεκράτης δέ τις, όστις εξέδωκεν ιστορίαν της πόλεως Νικαίας της εν Βιθυνία (111), λέγει ότι ο Θησεύς διέτριψεν εις εκείνους τους τόπους έχων την Αντιόπην, και συνέπεσε να συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού τρεις αδελφοί, καλούμενοι Εύνεως, Θόας και Σολόων. Ο τελευταίος δ' ούτος ότι ηγάπησε την Αντιόπην, και προς πάντας μεν τους άλλους έκρυπτε το πάθος του, εις ένα δε μόνον των φίλων του το εξεμυστηρεύθη, όστις εσύντυχε περί τούτου μετά της Αντιόπης· αυτή όμως την μεν πρότασιν αυτού απέρριψε, προσηνέχθη δε μετά πολλής φρονήσεως και πραότητος, και δεν κατηγόρησε τον άνθρωπον προς τον Θησέα. Ως δ' απηλπίσθη ο Σολόων, ερρίφθη είς τινα ποταμόν και απέθανεν· ο δε Θησεύς, μαθών τότε την αιτίαν και το πάθος του νεανίσκου, βαρέως ελυπήθη, και θλιβόμενος, ανεπόλησε χρησμόν τινα όστις είχε τω δοθή άλλοτε εν Δελφοίς παρά της Πυθίας, όταν εις ξένην γην δυσαρεστηθή μεγάλως και γίνη περίλυπος, να κτίση πόλιν εκεί, και ν' αφήση ως αρχηγούς αυτής τινάς των συντρόφων του. Εκ τούτου λοιπόν λέγει ότι την μεν πόλιν ήν έκτισεν ωνόμασε Πυθόπολιν, ένεκα του Θεού, τον δε πλησίον ποταμόν εκάλεσε Σολόοντα, εις τιμήν του νεανίσκου· ότι δ' αφήκεν εκεί και τους αδελφούς αυτού ως επιστάτας και νομοθέτας, και μετ' αυτών και τον Έρμον, άνδρα εκ των Αθηναίων Ευπατριδών, εξ ού και οι Πυθοπολίται καλούσιν ένα τόπον «οικίαν Ερμού», κακώς περισπώντες την δευτέραν συλλαβήν, και μεταφέροντες την δόξαν από του ήρωος εις τον Θεόν.

Κ.Ζ. Ο πόλεμος λοιπόν των Αμαζόνων τοιαύτην είχε την πρόφασιν. Φαίνεται δ' ότι ο αγών αυτού δεν έγινε ταπεινός ουδέ γυναικείος· διότι δεν θα εστρατοπέδευον εις αυτήν την πόλιν των Αθηνών, ούτε θα συνήπτον μάχην αμέσως παρά την Πνύκα και το Μουσείον (112), αν δεν εκυρίευον την χώραν και επλησίαζον εις την πόλιν αφόβως. Και ότι μεν ήλθον διαβάσαι, ως ιστορεί ο Ελλάνικος, παγωμένον τον Κιμέριον Βόσπορον (113), είναι δύσκολον να πιστευθή. Ότι δ' εστρατοπέδευσαν εντός αυτής της πόλεως τούτο μαρτυρούσι και τα ονόματα των τόπων και οι τάφοι των πεσόντων. Και επί πολύν μεν καιρόν εδίσταζον αμφότερα τα μέρη, και ανέβαλλον την κατ' αλλήλων προσβολήν. Τέλος δ' ο Θησεύς, κατά τινα χρησμόν, θυσιάσας εις τον Φόβον, εκινήθη κατ' αυτών. Εγένετο δ' η μάχη τον Βοηδρομιώνα (114) μήνα, και δι' αυτήν τελούσι μέχρι τούδε οι Αθηναίοι θυσίαν λεγομένην Βοηδρόμια. Ιστορεί δε και ο Κλείδημος (115), έχων την αξίωσιν να εκθέση ακριβώς τα καθέκαστα, ότι η μεν αριστερά πτέρυξ των Αμαζόνων εξετείνετο προς το καλούμενον σήμερον Αμαζόνειον, η δε δεξιά έφθανεν εις την Πνύκα κατά την Χρύσαν (116)· ότι δ' οι Αθηναίοι επολέμουν κατά των Αμαζόνων, ορμήσαντες από του Μουσείου, και ότι υπάρχουσι τάφοι των πεσόντων περί την πλατείαν ήτις παρά το ηρώον του Χαλκώδοντος (117) φέρει προς τας πύλας αίτινες ήδη καλούνται Πειραϊκαί (118) και ενταύθα μεν ότι εδιώχθησαν μέχρι των Ευμενίδων (119), υποχωρήσαντες εις τας γυναίκας· προσβαλόντες όμως αυτάς από του Παλλαδίου (120) και του Αρδηττού (121) και του Λυκίου (122), απέκρουσαν το δεξιόν αυτών μέχρι του στρατοπέδου, και πολλάς εθανάτωσαν· τον δε τέταρτον μήνα ότι έγιναν συνθήκαι διά της Ιππολύτης· διότι Ιππολύτην ονομάζει αυτός και ουχί Αντιόπην την νυμφευθείσαν τον Θησέα. Τινές δε λέγουσιν ότι πολεμούσα η γυνή αύτη ομού μετά του Θησέως, έπεσεν ακοντισθείσα υπό της Μολπαδίας, και η στήλη ήτις είναι πλησίον εις της Γης της Ολυμπίας το ιερόν (123), ότι δι' αυτήν εστήθη. Παράδοξον δεν είναι ότι επί πραγμάτων τόσον παλαιών πλανάται η ιστορία· αφ' ού λέγουσιν ότι και αι πληγωθείσαι Αμαζόνες, σταλείσαι κρυφίως υπό της Αντιόπης εις την Χαλκίδα, εύρον περιποιήσεις, και μερικαί εξ αυτών ετάφησαν εκεί περί το λεγόμενον Αμαζόνειον. Αλλά του ότι τουλάχιστον ο πόλεμος ετελείωσε διά σπονδών, υπάρχει απόδειξις το όνομα του τόπου πλησίον του Θησείου, ότι ονομάζεται Ορκωμόσιον, και η θυσία ήτις έκπαλαι τελείται εις τας Αμαζόνας προ των Θησείων (124) Δεικνύουσι δε και οι Μεγαρείς τάφον Αμαζόνων εις την πόλιν των, κατά την οδόν την από της αγοράς προς τον καλούμενον Ρουν (125), όπου είναι το Ρομβοειδές (126). Λέγεται δ' ότι άλλαι απέθανον και περί την Χαιρώνειαν (127), και ετάφησαν παρά το ρευμάτιον, το καλούμενον άλλοτε μεν, ως φαίνεται, Θερμώδων (128), τώρα δε Αίμων· περί τούτων όμως έγραψα εν τω βίω του Δημοσθένους (129). Φαίνεται δ' ότι ουδέ την Θεσσαλίαν επέρασαν ανενόχλητοι αι Αμαζόνες, διότι τάφοι αυτών δείκνυνται και τώρα ακόμη περί την Σκοτουσαίαν και τας Κυνός Κεφαλάς (130).

ΚΗ. Και ταύτα μεν είναι τα αξιομνημόνευτα περί των Αμαζόνων διότι όσα περί επαναστάσεως των Αμαζόνων έγραψεν ο ποιητής της Θησηίδος, λέγων ότι όταν ο Θησεύς ενυμφεύετο την Φαίδραν, επετέθη κατ' αυτού η Αντιόπη βοηθουμένη υπό των Αμαζόνων, και ότι ο Ηρακλής τας εφόνευσεν, όλα ταύτα πολύ ομοιάζουσι μύθους και πλάσματα. Ενυμφεύθη δε την Φαίδραν αφ' ού απέθανεν η Αντιόπη, έχων υιόν τον Ιππόλυτον εκ της Αντιόπης· ο δε Πίνδαρος λέγει τον Δημοφώντα. Τας δε δυστυχίας αυτής και του υιού του, επειδή περί αυτών δεν αντιφάσκουσιν αι διηγήσεις των ιστορικών προς τας των τραγικών, πρέπει να τας παραδεχθώμεν ότι συνέβησαν ως εκείνοι όλοι τας διηγούνται.

ΚΘ. Υπάρχουσιν όμως περί των γάμων του Θησέως και έτεροι λόγοι, οίτινες δεν εδραματουργήθησαν διά την σκηνήν, ούτε τας αρχάς δικαίας, ούτε τα τέλη ευτυχή έχοντες. Λέγεται, φέρ' ειπείν, ότι ήρπασεν Αναξώ τινα Τροιζηνίαν, και ότι φονεύσας τον Σίννιν και τον Κερκύονα, έλαβε διά βίας τας θυγατέρας των· ότι δ' ενυμφεύθη προσέτι και την Περίβοιαν, την μητέρα του Αίαντος, και την Φερέβοιαν, και την Ιόπην, κόρην του Ιφικλέους (131), και τον κατηγορούσιν ότι διά τον έρωτα Αίγλης της κόρης του Πανοπέως, ως προανεφέραμεν, εγκατέλιπε την Αριάδνην κακώς και ουχί πρεπόντως. Επί πάσι δε, ότι η αρπαγή της Ελένης επλήρωσε πολέμου την Αττικήν, εις αυτόν δ' έφερε μέχρι τέλους φυγήν και όλεθρον, ως θέλομεν ειπεί μετ' ολίγον. Εν ώ πολλά εγίνοντο τότε κατορθώματα υπό των ανδρείων, ο Ηρόδωρος (132) νομίζει ότι ο Θησεύς εις ουδέν έλαβε μετοχήν, πλην μετά των Λαπίθων εις την Κενταυρομαχίαν. Άλλοι δε φρονούσιν ότι συνεξέπλευσε και μετά του Ιάσονος εις τους Κόλχους (133) και ότι συνέπραξε μετά του Μελεάγρου (134) εις του κάπρου την κατατρόπωσιν, εξ ού ευρέθη και η παροιμία «Ουχί χωρίς του Θησέως» (135)· ότι δ' αυτός, πολλά και καλά κατορθώσας, ουδενός συμμάχου έλαβε χρείαν, και εκ τούτου επεκράτησεν ο λόγος «Άλλος ούτος Ηρακλής» (136). Εβοήθησε δε και τον Άδραστον (137) να λάβη και ενταφιάση τους πεσόντας υπό την Καδμείαν (138), ουχί ως έγραψεν ο Ευριπίδης εις την τραγωδίαν, διά νίκης κατά των Θηβαίων, αλλά πείσας αυτούς και συνθηκολογήσας· διότι ούτω λέγουσιν οι πλείστοι, και ο Φιλόχορος μάλιστα ότι εκείναι εισίν αι πρώται σπονδαί αίτινες ποτέ έγιναν περί συλλέξεως των νεκρών εκ του πεδίου της μάχης. Εγράφη δ' εις τα περί Ηρακλέους, ότι πρώτος ο Ηρακλής (139) απέδωκε τους νεκρούς εις τους πολεμίους. Δεικνύονται δε τάφοι των μεν στρατιωτών του πολέμου εκείνου εις τας Ελευθεράς (140), των δ' αρχηγών εις την Ελευσίνα, και τούτο κατά χάριν του Θησέως προς τον Άδραστον. Μαρτυρούσι δ' εναντίον των Ικετίδων του Ευριπίδου οι Ελευσίνιοι του Αισχύλου (141), όπου ο Θησεύς εισάγεται ταύτα λέγων.

Α. Η δε φιλία αυτού προς τον Πειρίθουν (142) λέγουσιν ότι έγινε κατά τούτον τον τρόπον. Επειδή μεγάλη ήτον η φήμη της σωματικής δυνάμεως και ανδρείας του, θέλων ο Πειρίθους να δοκιμάση αυτήν και να την γνωρίση, εδίωξε τους βόας του εκ του Μαραθώνος, και όταν ήκουσεν ότι εκείνος τον διώκει ένοπλος, δεν έφυγεν, αλλ' εστράφη και τον επρόσμεινεν. Ως δε είδεν ο είς τον άλλον, και εθαύμασαν το κάλλος, και εξεπλάγησαν διά την τόλμην αλλήλων, δεν επολέμησαν, και πρώτος ο Πειρίθους εκτείνας την δεξιάν, είπε προς τον Θησέα να γίνη αυτός ο ίδιος δικαστής της αρπαγής των βοών, και ότι προθύμως θέλει υποβληθή εις ό,τι τον καταδικάση εκείνος· Αλλ' ο Θησεύς και την ποινήν τω εχάρισε, και τον παρεκάλεσε να γίνωσι φίλοι και σύμμαχοι, και συνέδεσαν την φιλίαν δι' όρκου. Μετά δε ταύτα, νυμφευόμενος ο Πειρίθους την Δηιδάμειαν (143), παρεκάλεσε τον Θησέα να έλθη μετ' αυτού, να γνωρίση την χώραν, και να συναναστραφή τους Λαπίδας. Είχε δε προσκαλέση και τους Κενταύρους εις το δείπνον. Επειδή όμως αυτοί εφέροντο αυθαδώς και μετ' ασελγίας, και μεθύοντες δεν άφηνον τας γυναίκας ησύχους, οι Λαπίθαι ηθέλησαν να τας υπερασπισθώσι, και άλλους μεν εξ αυτών εθανάτωσαν, άλλους δε νικήσαντες εις τον πόλεμον, διά της βοηθείας και του Θησέως, τους εδίωξεν από της χώρας. Ο δε Ηρόδωρος λέγει ότι άλλως έγιναν ταύτα· ότι ο πόλεμος ήτον ήδη κεκηρυγμένος, και ο Θησεύς ήλθε να βοηθήση τους Λαπίθας, και ότι τότε πρώτον εγνώρισεν εξ όψεως τον Ηρακλέα, επιμεληθείς να τον απαντήση εις την Τραχίνα (144), αφ' ού είχεν ήδη παύσει ο Ηρακλής την πλάνην και τους αγώνας του· ότι δ' η συνάντησίς των έγινε μετά πολλής τιμής και φιλοφροσύνης, και μετ' επαίνων πολλών εκατέρωθεν. Πιθανώτερα, όμως φαίνονται λέγοντες όσοι ιστορούσιν ότι πολλάκις αυτοί απηντήθησαν, και ότι ο Ηρακλής εμυήθη (145) δι' επιμελείας του Θησέως, και δι' αυτού έλαβε τον προαπαιτούμενον καθαρμόν, ού είχεν ανάγκην διά τινας πράξεις του ακουσίους.

ΛΑ. Πεντηκοντούτης δε ήτον ήδη, όταν έπραξε τα κατά την Ελένην, μη πρέποντα εις την ηλικίαν του. Διά τούτο, θέλοντες πολλοί να διορθώσωσι την πράξιν ταύτην, ως το μέγιστον των σφαλμάτων του, λέγουσιν ότι δεν την ήρπασεν αυτός, αλλ' ο Ίδας και Λυγκεύς (146), και ότι λαβών αυτήν παρ' αυτών εις παρακαταθήκην, δεν την έδωκεν εις τους Διοσκούρους (147), οίτινες την εζήτουν ή και, μα τον Δία, ότι ο Τυνδάρεως ο ίδιος την παρέδωκεν εις αυτόν, φοβηθείς Ερανοσφόρον, τον υιόν του Ιπποκόωντος (148), όστις ήθελε να λάβη την Ελένην εν ώ ήτον έτι μικρά. Τα δε πιθανώτερα, και τα υπό πλείστων μαρτυρούμενα είναι, ότι αμφότεροι ήλθον εις την Σπάρτην, και αρπάσαντες την κόρην, εν ώ εχόρευεν εις το ιερόν της Ορθίας Αρτέμιδος (149) έφυγον. Όσοι δ' εστάλησαν να τους καταδιώξωσιν, επήγον μόνον μέχρι της Τεγέας (150), και ούτω διέβησαν αυτοί αφόβως την Πελοπόννησον, και εσυμφώνησαν μεταξύ των, όστις μεν λάβη διά κλήρου την Ελένην, να την έχη γυναίκα του, και να βοηθή τον άλλον να νυμφευθή αλλαχού. Ο κλήρος λοιπόν έπεσεν εις τον Θησέα, όστις λαβών την παρθένον, μη ούσαν εισέτι εις ώραν γάμου, την έφερεν εις τας Αφίδνας (151), την κατώκισε μετά της μητρός του, και την έδωκεν εις τον φίλον του Άφιδνον να την φυλάττη άγνωστον εις όλους τους άλλους. Αποδίδων δε τότε εις τον Πειρίθουν την υποσχεθείσαν υπηρεσίαν, ανεχώρησε μετ' αυτού εις Ήπειρον, διά να λάβωσι την θυγατέρα του Αϊδωνέως, βασιλέως των Μολοσσών, όστις, ονομάσας την γυναίκα του Περσεφόνην, την δε θυγατέρα του Κόρην (152), και τον κύνα του Κέρβερον, υπεχρέου όλους τους ζητούντας εις γάμον την νέαν, προς αυτόν να μάχωνται, και να την λάβη όστις ήθελε τον νικήσει. Ακούσας δ' ότι οι μετά του Πειρίθου δεν ήρχοντο διά να την ζητήσωσιν εις γάμον, αλλά διά να την αρπάσωσι συνέλαβεν αυτούς, και τον μεν Πειρίθουν έρριψεν ευθύς εις τον κύνα, όστις τον κατεσπάραξε, τον δε Θησέα εφυλάκισε.

ΑΒ. Κατά δε τον καιρόν εκείνον Μενεσθεύς, ο υιός του Πετεώ, του Ορνέως, υιού του Ερεχθέως, ο πρώτος, ως λέγουσιν, άνθρωπος όστις ήρχισε να δημαγωγή, και να ομιλή κολακεύων τον όχλον, διήγειρε και παρώξυνε τους δυνατούς, οίτινες εβαρύνοντο προ πολλού τον Θησέα, και ενόμιζον ότι αφήρεσε την εξουσίαν και την βασιλείαν αφ' εκάστου των Ευπατριδών^ διότι τους έκλεισεν όλους εις μίαν πόλιν, όπως τους έχη υπηκόους και δούλους του· συγχρόνως δ' ετάραττε και ηρέθιζε τον λαόν, λέγων ότι μόνον όνειρον βλέπουσιν ελευθερίας, εν ώ αληθώς εστερήθησαν και των πατρίδων και των ναών των, διά να έχωσιν, αντί πολλών και αγαθών και γνησίων βασιλέων, ένα μόνον ξένον δεσπότην, και εις αυτόν να προσηλωθώσιν. Εν ώ δ' αυτός ταύτα ενήργει, επήλθον οι Τυνδαρίδαι, και ο πόλεμος πολύ εβοήθησε τους νεωτεριστάς· λέγουσι δέ τινες ότι υπ' αυτού μάλιστα επείσθησαν να εισβάλωσιν εκείνοι. Και κατ' αρχάς μεν ουδόλως έβλαπτον την χώραν, αλλ' απλώς εζήτουν την αδελφήν των. Επειδή δε οι εκ της πόλεως απεκρίθησαν ότι ούτε την έχουσιν, ούτε ηξεύρουσι πού εγκατελείφθη, ήρχισαν τον πόλεμον. Μαθών δ' όπως δήποτε, τοις κατήγγειλεν ο Ακάδημος ότι κρύπτεται εν Αφίδναις· δι' ό και τιμάς απέδωκαν εις αυτόν οι Τυνδαρίδαι εν όσω έζη, και πολλάκις ύστερον εμβαλόντες εις την Αττικήν οι Λακεδαιμόνιοι, και λεηλατούντες την χώραν, μόνην δεν έβλαπτον την Ακαδημίαν (153) εξ αιτίας του Ακαδήμου. Ο δε Δικαίαρχος (154) λέγει ότι συνεξεστράτευσαν τότε εξ Αρκαδίας μετά των Τυνδαριδών ο Εχέδημος και ο Μάραθος, και ότι εκ του Εχεδήμου μεν ωνομάσθη Εχεδημία η νυν Ακαδημία, από δε του άλλου ότι επωνομάσθη ο δήμος Μαραθών, διότι ο Μάραθος παρεδόθη εκουσίως εις σφαγήν προ της μάχης. Ελθόντες λοιπόν οι Τυνδαρίδαι (155) εις τας Αφίδνας, και νικήσαντες, εκυρίευσαν το χωρίον. Εκεί λέγεται ότι εφονεύθη Άλυκος ο υιός του Σκίρωνος, συνεκστρατεύων τότε μετά των Διοσκούρων, και ότι εξ αυτού ωνομάσθη Άλυκος ο τόπος της Μεγαρικής εις όν ετάφη το σώμα του. Ο δ' Ηρέας (156) διηγείται ότι τον Άλυκον εθανάτωσεν αυτός ο Θησεύς περί τας Αφίδνας, και εις απόδειξιν προτείνει τούτους τους στίχους·

. . . Τούτον εντός της ευρείας Αφίδνης
υπέρ Ελένης ποτέ της καλής ο Θησεύς πολεμούντα
είχε φονεύσει. . .

Αλλά δεν είναι πιθανόν επί παρουσία του Θησέως να εκυριεύθησαν αι Αφίδναι και να ηχμαλωτίσθη η μήτηρ του.

ΑΓ. Εν ώ λοιπόν οι εχθροί κατείχον τας Αφίδνας, και οι κάτοικοι των Αθηνών ήσαν περίφοβοι, ο Μενεσθεύς έπεισε τον δήμον να δεχθή τους Τυνδαρίδας εις την πόλιν και να τους περιποιηθή, ως πολεμούντας κατά μόνου του Θησέως διά την βιαιοπραγίαν αυτού, σωτήρας δ' όντας και ευεργέτας των άλλων ανθρώπων. Εμαρτύρει δε τούτο και ο τρόπος εκείνων διότι, εν ώ εξουσίαζον τα πάντα, τίποτε δεν εζήτησαν, παρά μόνον να μυηθώσι, καθό μη όντες ολιγώτερον του Ηρακλέους φίλοι της πόλεως. Έγινε λοιπόν και τούτο το θέλημά των, διότι ο Άφιδνος τους υιοθέτησεν (157), ως ο Πύλιος τον Ηρακλέα· και έλαβον τιμάς ισοθέους, και επωνομάσθησαν Άνακες, ή διά την γενομένην ανακωχήν, ή δι' ήν έλαβον επιμέλειαν και πρόνοιαν να μη κακοποιηθή κανείς, εν ώ τόσος υπήρχε στρατός εις την χώραν διότι περί των επιμελουμένων ή φυλαττόντων ό,τι δήποτε, λέγομεν ότι «έχουσιν ανακώς». Και ίσως διά τούτο καλούνται Άνακτες και οι Βασιλείς. Τινές δε λέγουσιν ότι ωνομάσθησαν Άνακες διά την εμφάνισιν των αστέρων · διότι οι Αττικοί έλεγον το άνω ανέκας (158), και το άνωθεν ανέκαθεν.

ΛΔ. Ως προς την Αίθραν δε, την μητέρα του Θησέως, λέγεται ότι εγένετο τότε αιχμάλωτος, και απήχθη εις Λακεδαίμονα, και εκείθεν εις Τροίαν μετά της Ελένης· και ότι ο Όμηρος συμμαρτυρεί, λέγων ότι ηκολούθησε την Ελένην.

Αίθρα, η κόρη Πιτθέως, κ' η βοόφθαλμος νέα Κλυμένη.

Άλλοι δ' αποβάλλουσι τούτον τον στίχον ως νόθον, ομοίως και το περί Μουνύχου μύθευμα, του γεννηθέντος δήθεν κρυφίως εν Ιλίω εκ Λαοδίκης (159) και Δημοφώντος (160), και ανατραφέντος υπό της Αίθρας. Ιδιότροπον δε τινα και όλως παρηλλαγμένον λόγον αναφέρει περί της Αίθρας ο Ίστρος (161) εν τω τρισκαιδεκάτω βιβλίω των Αττικών του· ότι κατά τινας Αλέξανδρος ο Πάρις ενικήθη υπ' Αχιλλέως και Πατρόκλου εν Θεσσαλία παρά τον Σπερχειόν, ο δ' Έκτωρ ότι εκυρίευσε και διήρπασε την πόλιν των Τροιζηνίων, και επήρε και την Αίθραν, ήτις είχε μείνει εκεί. Αλλά τούτο φαίνεται εντελώς παράλογον.