Δ. Ο δε Νουμάς, αφήσας την κατοικίαν της πόλεως, ήθελε να διαμένη συνεχώς εις τας εξοχάς, και να πλανάται μόνος εις άλση Θεών, και εις ιερά πεδία, και να ζη εις τόπους ερήμους. Εκ τούτου δε κατά μέγα μέρος έλαβε την αρχήν του ο λόγος περί της Θεάς, ότι ο Νουμάς απέφευγε των ανθρώπων την κοινωνίαν ουχί εκ ψυχικής αδημονίας και εξ αγάπης προς τας πλανήσεις, αλλά διότι απελάμβανεν συναναστροφής υψηλοτέρας, και θείων ηξιώθη γάμων, συνομιλών και συζών μετά της Θεάς Ηγερίας ήτις τον ηγάπα, άνθρωπος ευδαίμων και περί τα θεία σοφός. Και ότι μεν ταύτα ομοιάζουσι πολλούς των παλαιοτάτων μύθων, και τας παραδόσεις εις άς εντέρπονται οι Φρύγες περί Άττου (393) και οι Βιθυνοί περί Ηροδότου, και οι Αρκάδες περί Ενδυμίωνος, και περί άλλων πολλών, οίτινες υποτίθεται ότι εγένοντο ευδαίμονες, και ηγαπήθησαν υπό των Θεών, δεν είναι δύσκολον να εννοηθή, και εύλογον φαίνεται, ο Θεός, όστις δεν αγαπά τους ίππους και τα πτηνά, αλλά τους ανθρώπους, να θέλη να συναναστρέφηται μετά των εξόχως αγαθών, και να μη δυσαρεστήται προς σώφρονος και θείου ανδρός ομιλίαν, ουδέ να την περιφρονή· ότι δε Θεοί αγαπώσι και σώμα και κάλλος ανθρώπινον, και κοινωνούσι μετ' αυτού, δυσκόλως δύναται να πιστευθή, ει και οι Αιγύπτιοι φαίνονται μετά τινος πιθανότητος διακρίνοντες, και λέγοντες ότι μετά γυναικός μεν δεν είναι αδύνατον να συναφθή πνεύμα Θεού, και να εμφυσήση εις αυτήν αρχάς γεννήσεως, ανήρ όμως ότι δεν δύναται να ενωθή μετά θεάς, και να κοινωνήση σωματικώς μετ' αυτής. Αγνοούσι δ' ότι και το ενούμενον πρόσωπον αποδίδωσιν εις εκείνο μεθ' ού ενούται της ιδίας ουσίας όσον μέρος λαμβάνει εκ της εκείνου. Και όμως ως πρέπουσα δύναται να πιστευθή η φιλία Θεού προς άνθρωπον, και ο ούτω καλούμενος έρως, όστις επ' αυτής στηριζόμενος, αναπτύσσεται προς επιμέλειαν της αρετής και του ήθους. Και δεν αμαρτάνουσιν οι μυθολογούντες ότι ο Φόρβας και ο Υάκινθος και ο Άδμητος (394), ηγαπώντο υπό του Απόλλωνος, ως και τον Σικυώνιον Ιππόλυτον (395), περί ού λέγουσιν ότι οσάκις ετύγχανε διαπλέων εκ Σικυώνος εις Κίρραν, ως αν ησθάνετο τούτο ο Θεός και έχαιρεν, η Πυθία εχρησμοδότει τούτον τον εξάμετρον.

«Επί την θάλασσαν βαίνει ο φίλος Ιππόλυτος πάλιν».

Μυθολογούσι δε και περί του Πανός ότι ήτο εραστής του Πινδάρου (396) και των ασμάτων αυτού· και χάριν των Μουσών, ετιμήθησαν υπό των Θεών και ο Αρχίλοχος (397) και ο Ησίοδος (398) μετά θάνατον. Λέγεται δ' ότι και ζων ο Σοφοκλής εφιλοξένησε τον Ασκληπιόν, και πολλαί μέχρι τούδε υπάρχουσι του λόγου τούτου αι αποδείξεις (399)· προσέτι δ' ότι και μετά θάνατον τον ηξίωσε ταφής άλλος θεός. Είναι λοιπόν δίκαιον, όταν ταύτα παραδεχώμεθα περί τούτων, να μη πιστεύωμεν ότι ο Θεός συνανεστρέφετο μετά του Ζαλεύκου (400), και του Μίνωος, και του Ζωροάστρου (401), και του Νουμά και του Λυκούργου, οίτινες εκυβέρνων βασιλείας, και ωργάνιζον πολιτεύματα; Και όμως μετ' αυτών ηδύναντο σπουδάζοντες να συνομιλώσιν οι θεοί, όπως τους διδάσκωσι και τοις συμβουλεύωσι τα άριστα, εν ώ μετά των ποιητών και των λυρικών, οίτινες τερετίζουσιν, αν έχωσι τοιαύτας σχέσεις, είναι επόμενον παίζοντες να τας έχωσι μόνον. Αν δέ τις άλλως λέγη, «πλατύς ο δρόμος», κατά Βακχυλίδην (402),διότι ούτε η άλλη υπόθεσις είναι απαράδεκτος, ήν λέγουσί τινες περί Λυκούργου και Νουμά και άλλων τοιούτων ανδρών, ότι δαμάζοντες πλήθη δυσδιοίκητα και δυσκόλως ευχαριστούμενα, και μεγάλας επιφέροντες καινοτομίας εις τας πολιτείας, διά προσποιήσεως διέδωκαν τα περί της κοινωνίας αυτών μετά των Θεών, φέροντα σωτηρίαν εις αυτούς εκείνους προς ούς προςεποιούντο.

Ε. Τεσσαρακοντούτης δ' ήτον ο Νουμάς, όταν ήλθον εκ Ρώμης οι πρέσβεις, οι παρακαλούντες αυτόν να δεχθή την βασιλείαν. Ωμίλησαν δε προς αυτόν ο Πρόκλος και ο Ουέλεσος, εξ ών ο δήμος εφαίνετο πριν διατεθειμένος να εκλέξη τον ένα βασιλέα· και υπέρ μεν του Πρόκλου ήσαν οι λαοί του Ρωμύλου, υπέρ δε του Ουελέσου οι του Τατίου. Και αυτοί μεν ολίγα είπον, νομίζοντες ότι ο Νουμάς ήθελε δεχθή ευχαρίστως την πρότασιν. Αλλ' ως φαίνεται, δεν ήτον πράγμα μικρόν, αλλά και παρακλήσεις και λόγοι πολλοί απητήθησαν διά να πεισθή άνθρωπος ζήσας εις ειρήνην και ησυχίαν, ν' αναλάβη την κυβέρνησιν πόλεως ήτις τρόπον τινά εγεννήθη διά τον πόλεμον, και μετ' αυτού συνηυξήθη. Έλεγε λοιπόν, παρουσία του πατρός του, και Μαρκίου, ενός των συγγενών του, ότι «επισφαλής μεν είναι πάσα μεταβολή εις των ανθρώπων τον βίον, άνθρωπον όμως όστις ούτε στερείται τινος των αναγκαίων, ούτε παραπονείται εκ της καταστάσεως αυτού, ανοησία μόνη και τίποτε άλλο δύναται αποσπάση και τον μετατρέψη εκ των συνηθειών του, αίτινες και άλλο καλόν αν δεν έχωσι, κατά τούτο καν υπερτερούσι των αδήλων, ότι αύται εισί βέβαιαι. Αλλ' ουδέ καν άδηλοι εισί της βασιλείας οι κίνδυνοι, και αποδεικνύουσιν αυτούς τα παθήματα του Ρωμύλου, όστις διεβλήθη ότι επεβουλεύθη τον συνάρχοντα αυτού Τάτιον, έγινε δε και παραίτιος διαβολής κατά των ομοτίμων, ότι υπ' αυτών εφονεύθη· και ταύτα εν ώ τον μεν Ρωμύλον φημίζουσιν ως Θεών υιόν, και λέγουσιν ότι εκ θαύματος ανετράφη, και ότι ως νήπιον έτι εσώθη κατά τρόπον απίστευτον. Εγώ δε και καταγωγήν έχω θνητού, και η ανατροφή και η εκπαίδευσίς μου υπ' ανθρώπων έγινεν, ως δεν αγνοείτε. Όσοι δε των τρόπων μου επαινούνται, μακράν απέχουσιν ανθρώπου μέλλοντος να βασιλεύση, η πολλή ησυχία, και η αγάπη λογίων και απραγμόνων ενασχολήσεων, και ο θερμός και της ειρήνης σύντροφος έρως των πραγμάτων όσα δεν αφορώσι τον πόλεμον, και των ανθρώπων όσοι συνέρχονται ίνα τιμώσι τους Θεούς και προς αμοιβαίαν φιλοφροσύνην, άλλως δε κατ' ιδίαν επιδιδομένων εις την γεωργίαν ή εις την ποιμαντικήν. Διά σας δε, ω Ρωμαίοι, πολλούς μεν ίσως αφήκεν ο Ρωμύλος πολέμους ούς δεν ηθέλετε, δι' ούς όμως η πόλις χρειάζεται βασιλέα δυνάμενον ν' ανθέξ' εις αυτούς, και δραστήριον και ακμάζοντα, πολλήν δ' απέκτησεν ο δήμος και συνήθειαν των πολέμων και προθυμίαν, και όλοι γνωρίζουσιν ότι θέλει και ν' αυξάνη και να κυριεύη των άλλων. Ώστε και γελοίος θα ήμην περί τα θεία ασχολούμενος, και διδάσκων να τιμά την δικαιοσύνην, και ν' αποστρέφηται τον πόλεμον και την βίαν, εις πόλιν ήτις έχει στρατηγού μάλλον ή βασιλέως ανάγκην».

ΣΤ. Και αυτός μεν διά τοιούτων λόγων απεποιείτο την βασιλείαν· οι δε Ρωμαίοι πάσαν κατέβαλλον προσπάθειαν, θερμώς παρακαλούντες αυτόν, να μη τους ρίψη και πάλιν εις στάσιν και εις εμφύλιον πόλεμον, διότι δεν υπήρχεν άλλος ουδείς προς όν να κλίνωσιν αμφότεραι αι φατρίαι· και αφ' ού αυτοί απεσύρθησαν, ο πατήρ του και ο Μάρκιος, επιμείναντες ιδιαιτέρως, επροσπάθουν να πείσωσι τον Νουμάν να δεχθή το μέγα και θείον δώρον. «Αν συ, τω έλεγον, ολιγαρκής ων, δεν θέλης πλούτον, ούτε επιθυμής την δόξαν του θρόνου και της εξουσίας, έχων την καλλητέραν δόξαν, ήν δίδει η αρετή, αλλά, θεωρών την βασιλείαν ως υπηρεσίαν του Θεού, όστις την τοσαύτην δικαιοσύνην ανεγείρει εν σοι, και δεν την αφήνει να κείται άχρηστος και αργή, μη αποφεύγης την εξουσίαν, μηδέ λειποτάκτει απ' αυτής, διότι διά φρονίμους άνδρας αύτη είναι των μεγάλων και καλών πράξεων στάδιον, όπου και οι θεοί μεγαλοπρεπώς λατρεύονται, και οι άνθρωποι τάχιστα και ευκολώτατα εξημερούνται, και εις ευσέβειαν ανατρέφονται υπό του άρχοντος. Οι Ρωμαίοι έστερξαν και τον Τάτιον, καίτοι ξένον, και τιμώσι και αποθεούσι του Ρωμύλου την μνήμην. Τις ηξεύρει δ' αν και νικών ο δήμος δεν θα χορτάση τον πόλεμον, και αν, μετά τοσούτους θριάμβους και τόσα λάφυρα, δεν ποθούσιν ηγεμόνα πράον, και φίλον της δικαιοσύνης, όπως ζήσωσιν εις ειρήνην και ευνομίαν; Αν δε και μανίαν έχωσι πολέμου, και εισίν ακόρεστοι προς αυτόν, δεν είναι καλόν μάλιστα να στρέψης αλλαχού την ορμήν των, κρατών συ τας ηνίας, η δε πατρίς σου και των Σαβίνων όλον το έθνος να συνδεθή δι' αγάπης και φιλίας προς πόλιν ισχυράν και ακμάζουσαν;» Εις ταύτα δε προσετέθησαν, ως λέγεται, και καλοί τίνες οιωνοί, και ζήλος των πολιτών και προσπάθεια, όταν ηχούσαν περί της πρεσβείας, και παρακλήσεις προς τον Νουμάν ν' απέλθη και παραλάβη την βασιλείαν, όπως συνδέση και συναναμίξη τους πολίτας.

Ζ. Το απεφάσισεν επομένως, και θυσιάσας εις τους Θεούς, απήλθεν εις Ρώμην. Τον προϋπάντησε δ' η Βουλή και ο δήμος, μετά μεγίστης στοργής προς τον άνδρα· και ευπρεπείς ηγείροντο πανταχόθεν ευφημίαι των γυναικών, και θυσίαι εγίνοντο εις τα ιερά, και χαρά επλήρου τα πάντα, ως δεχομένης της πόλεως ουχί Βασιλέα, αλλά βασιλείαν. Τότε δε συνήλθεν ο λαός εις συνέλευσιν, και ο κατά κλήρον τυχών μεσοβαλεύς κατά τας ώρας εκείνας Σπόριος Ουέττιος προσεκάλεσε τους πολίτας να ψηφοφορήσωσι, και όλοι τον εψηφοφόρησαν. Ότε δε τω προσεφέροντο τα βασιλικά παράσημα, είπε να σταθώσι, διότι ήτον ανάγκη και ο Θεός να επικυρώση την βασιλείαν του, δι' ό, συμπαραλαβών και μάντεις και ιερείς, ανέβη εις το Καπιτώλιον, καλούμενον τότε Ταρπήιον λάφον υπό των Ρωμαίων, και εκεί ο πρώτιστος των μάντεων, τρέψας αυτόν προς μεσημβρίαν, έχοντα κεκαλυμμένην την κεφαλήν, και σταθείς αυτός όπισθεν, και διά της δεξιάς χειρός εγγίζων την κεφαλήν του, ηυχήθη, και παρετήρει των Θεών τα σημεία, δηλούμενα εις οιωνούς ή εις σύμβολα, και έστρεφε προς πάντα τα μέρη τους οφθαλμούς του. Σιωπή δ' απίστευτος κατείχε την αγοράν, εν μέσω τοσούτου πλήθους περιμενόντων και την ψυχήν εχόντων εις το μέλλον προσηλωμένην, μέχρις ού πτηνά εφάνησαν αίσια, και επέταξαν προς τα δεξιά. Ούτως ενδυθείς την βασιλικήν χλαμύδα, κατέβη ο Νουμάς προς το πλήθος από της Ακροπόλεως. Τότε δε και φωναί τον υπεδέχοντο και δεξιώσεις, ως ευσεβέστατον και θεοφιλέστατον. Παραλαβών δε την αρχήν, πρώτον μεν κατήργησε το σύστημα των τριακοσίων δορυφόρων, ούς είχεν ο Ρωμύλος πάντοτε περί εαυτόν, καλών αυτούς Κέλερας, τούτ' έστι ταχείς· διότι δεν ήθελεν ούτε να δυσπιστή προς τους Ρωμαίους, όταν αυτοί τω ενεπιστεύοντο, ούτε να βασιλεύη επί αυτών εάν εδυσπίστουν. Δεύτερον δε, εις τους ιερείς του Διός και του Άρεως, προσέθηκε και τρίτον, του Ρωμύλου, και ωνόμασεν αυτόν Φλαμίνα Κυρινάλιον. Ωνόμαζον δε και τους προγενεστέρους Φλαμίνας (403), από των πίλων ούς εφόρουν εις την κεφαλήν, ως αν έλεγον Πιλαμένας, καθώς ιστορούσι τινές, διότι τότε αι ελληνικαί λέξεις ήσαν περισσότερον παρ' ό,τι σήμερον αναμεμιγμέναι μετά των Λατινικών. Ούτω και αι Λαίναι, άς εφόρουν οι βασιλείς, ήσαν χλαίναι, ως λέγει ο Ιόβας (404), και ο παις, ο ζώντας έχων και τους δύω γονείς του, όστις υπηρέτει τον ιερέα του Διός, ελέγετο Κάμιλλος, καθώς και τον Ερμήν τινές των Ελλήνων ωνόμαζον Κάμιλλον, ως των Θεών υπηρέτην.

Η. Ούτω πολιτευθείς ο Νουμάς προς χάριν του δήμου, και όπως κερδίση αυτού την εύνοιαν, επεχείρησεν να καταστήση ευθύς την πόλιν, ως σίδηρος από σκληράς και πολεμικής μαλακωτέραν και δικαιοτέραν. Διότι εκείνη ήτον εντελώς τότε ό,τι ο Πλάτων ονομάζει πόλιν φλογιζομένην, ιδρυθείσα μεν ευθύς εξ αρχής διά τόλμης και μεγάλης θρασύτητος των θαρραλεωτέρων και πολεμικωτέρων, οίτινες εκεί πανταχόθεν συνήχθησαν, τραφείσα δε, και την δύναμίν της αυξήσασα διά πολλών εκστρατειών και συνεχών πολέμων, και φαινομένη ότι ενισχύετο διά των κινδύνων, καθώς τα ξύλα εμπηγόμενα εις την γην, σείονται ίνα γίνωνται στερεώτερα. Νομίζων δ' ότι δεν ήτο μικρόν ουδ' εύκολον έργον λαόν ούτως υπερήφανον και απεσκληρυμένον να τον αλλάξη και μετατρέψη προς ειρήνην, συμπαρέλαβε και των Θεών την βοήθειαν, ως επί το πλείστον διά θυσιών και πομπών και διά χορειών, άς ο ίδιος ωργάνισε και εσύστησε, μεγαλοπρέπειαν εχούσας, και συγχρόνως ευάρεστον διασκέδασιν, και ηδονήν τέρπουσαν τους ανθρώπους, και ούτως είλκυσε την εύνοιαν του δήμου, και εξημέρου αυτού το θυμοειδές και φιλοπόλεμον ήθος. Ενίοτε δε και φόβους τινας παρά του Θεού αναγγέλλων, και φαντάσματα δαιμόνων αλλόκοτα, και φωνάς δυσμενείς, υπεδούλου και εταπείνου την διάνοιαν αυτών διά της δεισιδαιμονίας. Εκ τούτων δε κυρίως επεκράτησεν ο λόγος περί της σοφίας και της ανατροφής αυτού, ότι συνανεστράφη μετά του Πυθαγόρου· διότι, ως εις την φιλοσοφίαν εκείνου, ούτω και εις την πολιτείαν αυτού μέγα μέρος είχεν η των θείων λατρεία και ενασχόλησις. Λέγεται δ' ότι παρεδέχθη εκ της διανοίας του Πυθαγόρου και τον εξωτερικόν όγκον και την υπόκρισιν. Εκείνος τω όντι φαίνεται ότι εδάμασέ ποτε αετόν, στήσας και καταβιβάσας αυτόν ενώ ίπτατο υπεράνω του, και εις τα Ολύμπια, διερχόμενος διά της πανηγύρεως, ότι εδείκνυε τον μηρόν του, όστις ήτο χρυσούς. Αναφέρουσι δε και άλλα τερατώδη αυτού μηχανήματα και πράξεις, και ο Φλιάσιος Τίμων (405) έγραψε·

Τον Πυθαγόραν, εις δόγμα γοήτων εκκλίνοντα, θήραν
επιχειρήσαντ' ανδρών, αγυρτείας εγείραντ' αγώνα·

Του δε Νουμά εφεύρημα ήτον ο έρως Θεάς ή ορεινής νύμφης, και η μυστική μετ' αυτής συνέντευξις, ως προείπομεν, και αι συναναστροφαί αυτού μετά των Μουσών διότι αι πλείσται των μαντείων έλεγεν εκ των Μουσών ότι προήρχοντο, και εδίδαξε τους Ρωμαίους να σέβωνται ιδίως και κατ' εξοχήν μίαν Μούσαν, ήν ωνόμασε Τακίταν, ως αν έλεγε σιωπηλήν, ή άφωνον, δίδαγμα ανθρώπου, ως φαίνεται, όστις είχε κατά νουν και ετίμα την εχεμυθίαν του Πυθαγόρου (406). Και τα περί θείων δε παραστάσεων νομοθετήματά του εισίν εντελώς σύμφωνα προς του Πυθαγόρου τα δόγματα. Διότι, ως εκείνος εθεώρει το πρώτον όν ως ουδ' εις αίσθησιν υποπίπτον ουδ' εις πάθος, αόρατον δε, άφθαρτον και νοητόν μόνον, ούτω και αυτός απηγόρευσε να έχωσιν οι Ρωμαίοι εικόνας Θεού ανθρωπομόρφους ή ζωομόρφους· Και ουδ' υπήρχε παρ' αυτοίς ούτε ζωγραφητή ούτε γλυπτή Θεού παράστασις πριν αλλά κατά τα πρώτα εκατόν εβδομήκοντα έτη οικοδομούντες ναούς, και ιερούς ναΐσκους ιδρύοντες, ουδέν κατεσκεύαζον άγαλμα έχον μορφήν, επί λόγω ότι ούτε όσιον ήτον να εξομοιώσι τα βέλτιστα προς τα χείρονα, ούτε δύναται τις ν' αντιληφθή του Θεού άλλως ειμή διά της νοήσεως. Προσέτι δε και τ' αφορώντα τας θυσίας έχουσι σχέσιν προς το είδος της του Πυθαγόρου λατρείας· διότι αι πλείσται ήσαν αναίμακτοι, γινόμεναι δι' αλεύρων και οίνου σπονδής, και δι' άλλων απλουστάτων πραγμάτων. Και εκτός δε τούτων, και άλλα έξωθεν επιφέρουσι τεκμήρια όσοι θέλουσι ν' αναγνωρίσωσι σχέσεις μεταξύ των δύω ανδρών. Έν εκ τούτων είναι ότι οι Ρωμαίοι ενέγραψαν τον Πυθαγόραν εις την πολιτείαν των, ως διηγείται ο κωμικός Επίχαρμος (407), εις λόγον τινά προς Αντήνορα, άνθρωπος παλαιός, και μαθητής χρηματίσας του Πυθαγόρου. Άλλο δ' είναι, ότι εκ των τεσσάρων υιών του ο Νουμάς ωνόμασε τον ένα Μάμερκον, ως τον του Πυθαγόρου. Εξ εκείνου δε του υιού καταγόμενος, λέγεται ότι ωνομάσθη και ο οίκος των Αιμυλίων, όστις συνανεμίγη μετά των Πατρικίων, διότι ο βασιλεύς ούτω θωπευτικώς επωνόμαζεν αυτόν, διά των λόγων του την αιμυλίαν και χάριν. Και ημείς δ' αυτοί ηκούσαμεν πολλούς εν Ρώμη λέγοντας ότι εδόθη ποτέ εις τους Ρωμαίους χρησμός ν' ανεγείρωσιν εις την πόλιν των ανδριάντας του φρονιμωτάτου και του ανδρειοτάτου των Ελλήνων, και ότι έστησαν εις την αγοράν δύω χαλκά αγάλματα, το του Αλκιβιάδου και το του Πυθαγόρου (408). Αλλά ταύτα εισί λίαν αμφισβητήσιμα, και το να εκθέτη τις αυτά διά μακροτέρων, και το να θέλη να τα κυρώση, είναι έργον μειρακιώδους επιμονής.

β. Αποδίδουσι δ' εις τον Νουμάν και την διάταξιν και την εγκατάστασιν αρχιερέων, ούς ονομάζουσι Ποντίφικας, και λέγουσιν ότι ο ίδιος υπήρξεν είς εξ αυτών (409). Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι οι Ποντίφικες ωνομάσθησαν ούτω διότι λατρεύουσι τους Θεούς, οίτινες εισί δυνατοί και των πάντων κύριοι· καθότι ο δυνατός ονομάζεται Ποτήνς υπό των Ρωμαίων. Άλλοι δε λέγουσιν ότι το όνομα των δυνατών εδόθη κατά σχήμα υπεξαιρέσεως, διότι ο νομοθέτης διέταξε να θύωσι τας δυνατάς θυσίας οι ιερείς, χωρίς να καταδικάζη αυτούς αν παρεμπέση ανώτερόν τι εμπόδιον. Οι πλείστοι δε μάλιστα εγκρίνουσι και την καταγελωμένην ετυμολογίαν, φρονούντες ότι οι άνθρωποι ούτοι επωνομάσθησαν απλώς γεφυροποιοί, εκ των εορτών αίτινες ετελούντο περί τας γεφύρας, αγιώταται ούσαι και παλαιόταται, διότι οι Λατίνοι ονομάζουσι Ποντέμ (410) την γέφυραν. Τινές δε λέγουσιν ότι και η διατήρησις και η επισκευή της γεφύρας, ως και παντός άλλου ακινήτου και πατρίου ιερού, ανήκεν εις τους ιερείς· καθότι οι Ρωμαίοι εθεώρουν ως μη επιτετραμμένον, αλλ' ως επάρατον να καταστρέφωσι την ξυλίνην γέφυραν (411), και προσέτι λέγεται ότι ήτον αυτή συνδεδεμένη κατά τινα χρησμόν ουχί διά καρφίων, αλλά διά γόμφων ξυλίνων. Η δε λιθίνη ωκοδομήθη πολύν καιρόν μετά ταύτα, όταν ο Αιμύλιος ήτον ταμίας. Λέγουσι δ' ότι και η ξυλίνη είναι μεταγενεστέρα των καιρών του Νουμά, κατασκευασθείσα όταν εβασίλευεν ο Μάρκιος, υιός της θυγατρός του Νουμά. Ο δε μέγιστος των Ποντιφίκων επέχει τάξιν ως εξηγητού και προφήτου, μάλλον δε ιεροφάντου, ου μόνον επιμέλειαν έχων των τελετών όσαι γίνονται δημοσίως, αλλ' επιστατών και εις τας ιδιωτικάς θυσίας, και εμποδίζων να μη παραβαίνη τις τα νενομισμένα, και διδάσκων ό,τι ήθελεν έκαστος να ιερουργήση προς τιμήν ή παράκλησιν των Θεών. Ήτον δ' επιτηρητής και των ιερών Παρθένων, αίτινες ονομάζονται Εστιάδες· διότι εις τον Νουμάν αποδίδουσι και την καθιέρωσιν των Εστιάδων, και πάσαν την λατρείαν και την τιμήν του αθανάτου πυρός, ό αυταί φυλάττουσιν, είτε διότι την ουσίαν του πυρός, ως καθαράν και άφθαρτον παρέδιδεν εις αγνά και αμίαντα σώματα, είτε διότι το άκαρπον αυτού και το άγονον συνεσχέτιζε μετά της παρθενίας· εν ώ εις την Ελλάδα, όπου υπάρχει πυρ άσβεστον, ως εις Δελφούς και εις Αθήνας (412) την επιμέλειαν αυτών έχουσιν ουχί παρθένοι, αλλά γυναίκες υπερβάσαι του γάμου την ηλικίαν. Αν δ' έκ τινος περιστάσεως εκλίπη το πυρ, ως εν Αθήναις λέγεται ότι εσβέσθη ο ιερός λύχνος επί της τυραννίας του Αριστίωνος (413), εις Δελφούς δε, όταν εκάη ο ναός υπό των Μήδων και κατά τα Μιθριδατικά και τον εμφύλιον εν Ρώμη πόλεμον, όταν μετά του βωμού εξέλιπε και το πυρ, τότε λέγουσιν ότι δεν πρέπει να μεταδίδεται απ' άλλου πυρός, αλλά να λαμβάνεται νέον και ν' ανάπτηται από του ηλίου φλοξ καθαρά και αμίαντος. Ανάπτουσι δ' αυτό κυρίως διά των λεγομένων σκαφείων, σκευών άτινα κατασκευάζονται κοιλαινόμενα διά πλευράς ισοσκελούς ορθογωνίου τριγώνου, και αποτελούσι περιφέρειαν έν κέντρον περικυκλούσαν. Όταν λοιπόν τεθώσιν απέναντι του ηλίου, ώστε αι ακτίνες διάπυροι να συναθροίζωνται πανταχόθεν και να συνέρχωνται προς το κέντρον, τότε αραιούσι τον αέρα λεπτυνόμενον, και τα ελαφρότερα και ξηρότερα πράγματα, όσα εκτίθενται εις αυτάς ανάπτουσι διά της αντανακλάσεως, διότι αι ακτίνες λαμβάνουσι σώμα πυρός και ενέργειαν. Και τινές μεν νομίζουσιν ότι υπό των ιερών παρθένων ουδέν άλλο φρουρείται πλην του ασβέστου εκείνου πυρός· άλλοι δε λέγουσιν ότι υπάρχουσι και αόρατά τινα ιερά, εις τους άλλους κρυπτόμενα, περί ών όσα είναι επιτετραμμένον ν' ακούση τις και να ειπή εγράφησαν εις του Καμίλλου τον βίον.

I. Και πρώτον μεν λέγουσιν ότι καθιερώθησαν υπό του Νουμά Εστιάδες η Γεγανία και η Βερανία, δεύτερον δε η Κανουληία και η Ταρπηία· ύστερον δ' ότι ο Σέρβιος προσέθηκεν άλλας δύο, και ότι έκτοτε διετηρήθη μέχρι τούδε ο αριθμός. Ωρίσθη δ' υπό του βασιλέως διά τας ιεράς παρθένους καθαρά σωφροσύνη τριάκοντα ετών, εφ' ών κατά μεν την πρώτην δεκαετίαν μανθάνουσι τι πρέπει να πράττωσι, κατά δε την δευτέραν πράττουσιν ό,τι έμαθον, και κατά την τρίτην αύται διδάσκουσιν άλλας. Έπειτα δε συγχωρείται εις ήν τινα θέλει, μετά τον καιρόν τούτον, και να νυμφευθή, και βίου τρόπον ν' αλλάξη, παραιτουμένη της ιερουργίας. Λέγεται δ' ότι πολλαί δεν ωφελήθησαν εκ της αδείας ταύτης, ουδ' όταν ωφελήθησαν εξ αυτής ότι τοις συνέβησαν καλά πράγματα, αλλ' ότι έπιπτον εις μετάνοιαν και κατήφειαν κατά το υπόλοιπον της ζωής των, και ενέπνεον εις τας άλλας δεισιδαιμονίαν, ώστε και γηράσκουσαι και μέχρι θανάτου να υπομένωσιν εις την παρθενίαν. Απέδωκε δ' εις αυτάς και τιμάς μεγάλας, ών μία είναι και η άδεια του ν' αφήνωσι κληρονομίαν διά διαθήκης εν ώ έζη ο πατήρ των, και τ' άλλα όλα να πράττωσιν άνευ προστάτου, ως αι έχουσαι τρεις παίδας μητέρες (414). Προπορεύονται δε ραβδούχοι αυτών, όταν πορεύωνται, και αν τας απαντήση τις αγόμενος εις θάνατον, δεν θανατούται. Πρέπει όμως να ομώση η παρθένος ότι η συνάντησις συνέβη ακούσιος και τυχαία, ουχί δ' εξεπίτηδες. Αν δέ τις παρέλθη υπό το φορείον, όταν αύται κομίζωνται επ' αυτού, καταδικάζεται εις θάνατον. Είναι δ' η τιμωρία των μεν άλλων αμαρτημάτων των παρθένων ραβδισμός, και ο μέγιστος Ποντίφιξ τιμωρεί ενίοτε και γυμνήν την αμαρτήσασαν, στρώσας σινδόνια εις σκοτεινόν μέρος· η δε την παρθενίαν καταισχύνασα θάπτεται ζώσα παρά την πύλην την λεγομένην Κολλίνην, καθ' ήν υπάρχει γεώδες τι ύψωμα εντός της πόλεως, μακράν εκτεινόμενον, και χώμα ονομαζόμενον κατά των Λατίνων την γλώσσαν (415). Εις αυτό κατασκευάζεται μικρός υπόγειος θάλαμος, έχων άνωθεν την κατάβασιν. Εντός δ' αυτού κείται κλίνη εστρωμένη, και λύχνος καιόμενος, και ολίγα τινά των προς το ζην αναγκαίων, οίον άρτος, ύδωρ, γάλα εντός αγγείου, και έλαιον, ως ν' αποφεύγωσι να θανατώσωσι διά της πείνης σώμα καθιερωμένον διά των μεγίστων ιεροτελεστιών. Αυτήν δε την κατάδικον θέτουσιν εις φορείον, και κλείσαντες έξωθεν αυτό στερεώς, και περιβαλόντες αυτό διά λωρίων, ώστε ουδ' η φωνή αυτής ν' ακούηται, την φέρουσι διά της αγοράς. Ανίστανται δε τότε όλοι εν σιωπή, και την παρακολουθούσιν άφωνοι μετά δεινής κατηφείας· ουδ' υπάρχει θέαμα φρικτότερον, ουδ' ημέραν έχει άλλην η πόλις σκυθρωποτέραν εκείνης. Όταν δε φθάση το φορείον εις τον τόπον, οι μεν υπηρέται λύουσι τους δεσμούς, ο δ' αρχηγός των ιερέων, προσευχηθείς ευχάς τινας μυστικάς, και προς τους Θεούς υψώσας τας χείρας προ της βίας, εξάγει αυτήν κεκαλυμμένην, και την φέρει εις την κλίμακα την άγουσαν εις τον θάλαμον κάτω. Έπειτα δ' αυτός μεν επιστρέφει μετά των άλλων ιερέων, εκείνη δε καταβαίνει, και τότε αφαιρείται η κλίμαξ, και ο θάλαμος κρύπτεται υπό πολύ χώμα σωρευόμενον, ώστε ο τόπος να γίνη ισόπεδος μετά της λοιπής γης. Ούτω τιμωρούνται αι μη τηρήσασαι την ιεράν αυτών παρθενίαν.

ΙΑ. Λέγεται δ' ότι ο Νουμάς ωκοδόμησε και το ιερόν της Εστίας στρογγύλον, εις φρούρησιν του ασβέστου πυρός, μιμούμενος ουχί το σχήμα της γης ως δήθεν ούσης εστίας, αλλά του σύμπαντος κόσμου, εις ού το μέσον οι Πυθαγορικοί νομίζουσιν ότι υπάρχει το πυρ, και τούτο ονομάζουσιν εστίαν και μονάδα. Περί δε της γης φρονούσιν ούτε ακίνητος ότι είναι, ούτε κέντρον της κινήσεως, αλλ' ότι φέρεται κύκλω περί το πυρ, και ότι δεν είναι ούτε εκ των επισημοτάτων ούτε εκ των πρώτων του κόσμου μερών. Λέγουσι δ' ότι και ο Πλάτων, αφ' ού εγήρασε, τα αυτά διενοείτο περί της γης, ότι εις άλλο ήτον μέρος, και ότι το μεσαίτατον και το κυριώτατον ανήκεν εις άλλο καλλήτερον σώμα (416)

ΙΒ. Οι δε Ποντίφικες εξηγούσιν εις τους έχοντας ανάγκην και τα περί της ταφής αρχαία έθιμα, υπό του Νουμά διδαχθέντες να μη θεωρώσιν ως μίασμα κανέν των τοιούτων, αλλά να τιμώσι και τους κάτω Θεούς διά των συνήθων τελετών, διότι εκείνοι δέχονται τα κυριώτερα μέρη της ημετέρας ουσίας, εξαιρέτως δε να λατρεύωσι την ονομαζομένην Λιβίτιναν, ήτις είναι θεά επιτηρούσα τας εις τους νεκρούς οφειλομένας ιεροτελεστίας, η Περσεφόνη, ή μάλλον, ως εκλαμβάνουσιν οι λογιώτατοι των Ρωμαίων, η Αφροδίτη, καλώς συνάπτοντες εις την δύναμιν μιας Θεάς τ' αφορώντα και την γέννησιν και τον θάνατον. Αυτός δε διέταξε και τα πένθη καθ' ηλικίας και κατά καιρούς, οίον, να μη πενθή παις νεώτερος του τριετούς, ούτε πρεσβύτερος περισσοτέρους μήνας των ετών όσα έζησε, μέχρι των δέκα· τούτων δε περισσοτέρους καμμία ηλικία, αλλ' ο μακρότατος χρόνος του πένθους ήτον δεκαμηνιαίος, όσον και χηρεύουσιν αι γυναίκες των αποθανόντων. Αν δέ τις ενυμφεύετο προ τούτου του χρόνου, ώφειλε να θύση, κατά νομοθέτημα του ιδίου, αγελάδα έγγυον. Πολλάς δε και άλλας εισήγαγεν ο Νουμάς ιεράς τάξεις, εξ ών δύο θ' αναφέρω, την των Σαλίων και την των Φιτιαλίων, οίτινες προ πάντων εμφαίνουσι του ανδρός την ευσέβειαν. Εκ τούτων οι Φιτιάλιοι ήσαν ειρηνοφύλυκές τινες, και, ως μοι φαίνεται, έλαβον και το όνομα αυτό από της πράξεως, διότι διά λόγου έπαυον τας φιλονεικίας, και δεν άφηνον να γίνη εκστρατεία, πριν ή εξαντληθή πάσα δικαιοσύνης ελπίς. Διότι ειρήνην (417) ονομάζουσιν οι Έλληνες όταν διαλύσωσι τας προς αλλήλους διαφοράς διά λόγου και ουχί διά βίας. Οι δε των Ρωμαίων Φιτιαλείς πολλάκις απήρχοντο προς τους αδικούντας, ζητούντες να μεταπείσωσιν αυτούς εις γνώμην δικαιοτέραν, και αν τους έβλεπον ισχυρογνωμούντας, μάρτυρας εκάλουν τους Θεούς, και πολλά και δεινά ηύχοντο καθ' εαυτών και κατά της πατρίδος, αν δικαίως δεν εξεστράτευον, και ούτω τοις εκήρυττον πόλεμον. Αν δ' αυτοί απηγόρευον ή δεν συγκατετίθεντο, ουδ' εις στρατιώτην Ρωμαίον ουδ' εις βασιλέα ήτον επιτετραμμένον να κινήση όπλα· αλλ' έπρεπε παρ' αυτών να παραλάβη ο άρχων ότι ήτον δικαία η αρχή του πολέμου, και τότε μόνον να σκεφθή περί του συμφέροντος. Λέγεται δ' ότι και η επί των Κελτών εκείνη καταστροφή επήλθεν εις την πόλιν, όταν παρανόμως έπραξε προς ταύτα τα ιερά. Διότι έτυχον οι βάρβαροι να πολιορκώσι τους Κλουσίνους· εστάλη δ' εις το στρατόπεδον πρέσβυς ο Φάβιος Άμβουστος, όπως ενεργήση συμβιβασμόν υπέρ των πολιορκουμένων. Μη λαβών δ' ειρηνικάς αποκρίσεις, και φρονών ότι έληξεν η πρεσβεία του, μετά νεανικής τόλμης ωπλίσθη υπέρ των Κλουσίνων, κ' επροκάλεσε τον ανδρειότατον των βαρβάρων. Και αυτός μεν επέτυχε, και φονεύσας, τον αντίπαλον, ελαφυραγώγησε τα όπλα του. Μαθόντες δε τούτο οι Κελτοί, έπεμψαν εις την Ρώμην κήρυκα, να κατηγορήσωσι τον Φάβιον ότι εκίνησε κατ' αυτών πόλεμον παράσπονδον και άπιστον και ακήρυκτον. Τότε οι Φιτιαλείς έπεισαν την σύγκλητον να παραδώση τον άνθρωπον εις τους Κελτούς· αλλ' εκείνος κατέφυγεν εις το πλήθος, και υπό του δήμου προστατευθείς, απέφυγε την καταδίκην. Μετ' ολίγον δ' επελθόντες οι Κελτοί, ελεηλάτησαν την Ρώμην πλην του Καπιτωλίου. Αλλά ταύτα εκτίθενται ακριβέστερον εις του Καμίλλου τον βίον.

ΙΓ. Τους δε Σαλίους ιερείς λέγεται ότι εκ τοιαύτης εσύστησεν αφορμής. Κατά το όγδοον έτος της βασιλείας του νόσος λοιμική διαδοθείσα εις την Ιταλίαν, ενέσκηψε και εις την Ρώμην. Οι άνθρωποι ήσαν πλήρεις αθυμίας, όταν, ως διηγούνται, χαλκή ασπίς εξ ουρανού καταφερομένη, έπεσεν εις του Νουμά τας χείρας· περί αυτής δ' ότι θαυμάσιόν τινα είπε λόγον ο βασιλεύς, όν ήκουσε παρά της Ηγερίας και των Μουσών, ότι το όπλον ήλθε προς σωτηρίαν της πόλεως, και πρέπει να φυλάττηται ομού μετ' άλλων ένδεκα, άτινα να γίνωσιν όμοια μετ' εκείνου κατά το σχήμα, την μορφήν και το μέγεθος, όπως μη δύνηται ο κλέπτης, εξ αιτίας της ομοιότητος, να επιτύχη το ουρανοκατάβατον^ προσέτι δ' ότι πρέπει ν' αφιερωθή εις τας Μούσας το μέρος εκείνο και αι πέριξ πεδιάδες, όπου ερχόμεναι συναναστρέφονται μετ' αυτού· την δε βρύσιν ήτις ποτίζει τον τόπον, να την αφιερώσωσιν ως ιερόν ύδωρ εις τας Εστιάδας παρθένους, όπως λαμβάνωσιν εξ αυτού καθ' ημέραν, και αγνίζωσι ραίνουσαι τον ναόν. Ταύτα λέγεται ότι επεκύρωσε και η νόσος, παύσασα εν τω άμα. Ότε δ' εξέθηκεν ο Νουμάς την ασπίδα, και προσεκάλεσε τους τεχνίτας ν' ανταγωνισθώσιν εις κατασκευήν ομοίας προς αυτήν, οι μεν άλλοι απηλπίσθησαν να το κατορθώσωσιν ο δε Βετούριος Μαμούριος, τεχνίτης εκ των αξιολωγοτάτων, τόσον επέτυχεν εις την μίμησιν, και τόσον εντελώς ομοίας τας κατασκεύασεν, ώστε ουδ' αυτός ο Νουμάς ηδύνατο πλέον να την γνωρίση. Τούτων λοιπόν φύλακας και επιμελητάς εγκατέστησε τους Σαλίους ιερείς. Σάλιοι δ' ωνομάσθησαν ουχί, ώς τινες μυθολογούσιν εκ Σαμοθρακός τινος ανδρός ή Μαντινέως (418), καλουμένου, Σαλίου, όστις πρώτος εδίδαξε τον ένοπλον χορόν, αλλά μάλλον εξ αυτού του χορού, διότι είναι πηδητός, τον χορεύουσι δε διερχόμενοι την πόλιν, όταν κατά τον Μάρτιον μήνα λαμβάνωσι τας ιεράς ασπίδας, κοκκίνους φέροντες χιτωνίσκους, εζωσμένοι δε πλατείας ζώνας χαλκάς, και περικεφαλαίας φορούντες χαλκάς, και κρούοντες διά μικρών εγχειριδίων τα όπλα. Το δε πλείστον μέρος του χορού τούτου είναι των ποδών επιδεξιότης· διότι κινούνται μετά χάριτος, εκτελούντες ελιγμούς τινας και μεταβολάς κατά ρυθμόν πυκνόν και ταχύν ελαφρώς και μετά δυνάμεως. Αυτάς δε τας ασπίδας καλούσιν Αγκύλας διά το σχήμα των· διότι δεν είναι κυκλικαί, ουδέ συμπληρούσι περιφέρειαν πλήρη ως αι πέλται, αλλ' έχουσιν εντομήν τινα γραμμής ελικοειδούς, ής αι κεραίαι καμπτόμεναι, επανέρχονται πλησιέστατα αλλήλων, και αποτελούσι το σχήμα καμπύλον· ή ονομάζονται ούτω διότι φέρονται περί τον αγκώνα. Ταύτα τουλάχιστον είπεν ο Ιόβας (419) επιθυμών να εξελληνίση το όνομα. Ίσως όμως εδύνατο να είναι επώνυμον και της ανέκαθεν καταπτώσεως της πρώτης ασπίδος, και της ιάσεως ή ακέσεως των νοσούντων, και της αυχμών λύσεως ήτοι παύσεως της ξηρασίας, και της ανέσεως από των κακών, δι' ήν και οι Αθηναίοι τους Διοσκούρους Άνακας (420) προσηγόρευσαν και ταύτα, αν είναι ανάγκη να παραχθή το όνομα εκ της Ελληνικής. Εις δε τον Μαμούριον λέγεται ότι εδόθη ως μισθός της τέχνης του, ν' απομνημονεύωσιν αυτού οι Σάλιοι εις την ωδήν ήν ψάλλουσι χορεύοντες την Πυρρίχην. Τινές όμως λέγουσιν ότι δεν ψάλλουσι Βετούριον Μαμούριον, αλλά Ουετέρεμμεμορίαμ, όπερ εστί παλαιάν μνήμην (421).

ΙΔ. Αφ' ού δ' εκανόνισε τας ιερωσύνας, ωκοδόμησε πλησίον του ναού της Εστίας την λεγομένην Ρηγίαν (422), ήτοι την βασιλικήν κατοικίαν, και τον περισσότερον καιρόν εκεί έμενεν, ιερουργών, ή διδάσκων τους ιερείς, ή περί θείων τινών εννοιών μετ' αυτών συζητών. Είχε δε και άλλην οικίαν περί τον λόφον του Κυρίνου, ής ο τόπος δείκνυται έτι και σήμερον. Εις δε των θείων αγαλμάτων τας προπομπάς, και εν γένει εις τας πομπάς των ιερέων, προηγούντο κήρυκες εις όλην την πόλιν, φωνάζοντες να εορτάσωσι, και να παύσωσι πάσαν εργασίαν. Διότι, καθώς λέγουσι περί των Πυθαγορικών, ότι δεν επέτρεπον να προσκυνή και να προσεύχηταί τις τους Θεούς παρέργως, αλλ' εδίδασκον ότι πρέπει να βαδίζη εις αυτά έχων ευθύς εκ της οικίας προπαρεσκευασμένον το πνεύμα του, ούτως ενόμιζε και ο Νουμάς ότι πρέπει οι πολίται ούτε ν' ακούωσιν ούτε να βλέπωσι κανέν εκ των θείων παρέργως και αμελώς, αλλ' αργούντες αφ' όλων των άλλων, και προσέχοντες τον νουν εις τα έργα της ευσεβείας ως εις πράξεις μεγίστας, καθαράς διατηρούντες επί της ιερουργείας τας οδούς από θορύβων και πατάγων και στεναγμών, και από των τοιούτων όσα εισί παρεπόμενα των αναγκαίων και βαναύσων εργασιών. Τούτων διατηρούντες εισέτι ίχνη τινά, όταν ο άρχων ασχολήται εις οιωνοσκοπίαν ή εις θυσίας, κράζουσιν, Οκ άγε (423) και η λέξις αύτη σημαίνει, τούτο πράττε, στρέφουσα τους παρευρισκομένους εις προσοχήν, και προσκαλούσα εις κοσμιότητα. Και εκ των λοιπών δε παραγγελμάτων αυτού πολλά ήσαν όμοια προς τα πυθαγορικά. Διότι, καθώς εκείνοι εσυμβούλευον να μη καθήμεθα εις χοίνικα (424), να μη σκαλίζωμεν διά μαχαίρας το πυρ, απερχόμενοι εις οδοιπορίαν να μη στριφωμένα οπίσω την κεφαλήν, εις τους ουρανίους Θεούς να θύωμεν μονά, εις δε τους καταχθονίους ζυγά, και τούτων όλων έκρυπτον την σημασίαν εις τον όχλον (425), ούτω καί τινες των παραδόσεων του Νουμά έχουσιν απόκρυφον την έννοιαν, ως το να μη σπένδωσιν εις τους Θεούς εξ ακλαδεύτων αμπέλων, και να μη θυσιάζωσι χωρίς αλεύρου, και να προσκυνώσι στρεφόμενοι πέριξ, και να κάθονται αφ' ού προσεκύνησαν. Εκ τούτων τα δύο πρώτα φαίνονται της γης διδάσκοντα την εξημέρωσιν, ως μέρος ούσαν της ευσεβείας· η δε περιστροφή των προσκυνούντων λέγεται μεν ότι είναι μίμησις της περιφοράς της γης· φαίνεται δε μάλλον ότ', επειδή οι ναοί βλέπουσι προς ανατολάς, και επομένως ο εισερχόμενος να προσκυνήση, έχει τα νώτα προς ανατολήν εστραμμένα, πρώτον εγύριζε οπίσω, και έπειτα πάλιν μετεστρέφετο προς τον Θεόν, κάμνων κύκλον, και συνάπτων αμφότερα τα άκρα εις την τελείωσιν της ευχής του. Εκτός όμως αν διδάσκη και αινίττηται η μεταστροφή του σχήματος όμοιόν τι προς τους τροχούς των Αιγυπτίων (426), ότι ουδέν ανθρώπινον είναι σταθερόν, και ότι πρέπει να στέργωμεν και να δεχώμεθα τον βίον ημών όπως αν ο Θεός τον στρέφη και τον εκτυλίσση. Το δε να κάθηνται αφ' ού προσεκύνησαν, λέγουσιν ότι είναι οιωνός ασφαλείας των ευχών και διαμονής των αγαθών. Λέγουσι δε και ότι η ανάπαυσις είναι των πράξεων χωρισμός· και ότι ως περατώσαντες την προτέραν πράξιν, κάθηνται πλησίον των Θεών διά να λάβωσι πάλιν άλλην αρχήν παρ' εκείνων. Δύναται δε τούτο να θεωρηθή και ως συμφωνούν προς όσα προείπομεν, ότι ο νομοθέτης μας συνηθίζει να μη προσερχώμεθα προς τους Θεούς όντες άλλως ησχολημένοι παρέργως πώς, και ως σπεύδοντες, αλλ' όταν έχωμεν καιρόν και σχολάζωμεν.

ΙΕ. Εκ δε της τοιαύτης θρησκευτικής παιδαγωγίας η πόλις τοσούτον έγινεν ευδιοίκητος, και τοσούτον κατεθαμβώθη υπό της δυνάμεως του Νουμά, ώστε παρεδέχετο και λόγους μυθώδεις και αλλοκότους, και τίποτε δεν ενόμιζεν απίστευτον ή αδύνατον, αν εκείνος το ήθελε. Λέγεται λοιπόν ότι εκάλεσεν εις γεύμα πολλούς πολίτας, και έστρωσε σκεύη πρόστυχα, και έφερε δείπνον ευτελές και απλούν· αφ' ού δ' ήρχισαν να δειπνώσι, τοις έρριψε λόγον ότι ήλθε προς αυτόν η Θεά μεθ' ής συνανεστρέφετο, και αιφνηδίως έδειξε τον οίκον του πλήρη ποτηρίων πολυτελών, και τας τραπέζας γεμούσας φαγητών παντοδαπών και αφθονίας μεγάλης. Πάσης δε παραδοξίας απιθανώτερον είναι το ιστορούμενον περί της σχέσεως αυτού μετά του Διός. Διότι μυθολογούσιν ότι εις τον Αβεντίνον λόφον, όστις δεν ήτον εισέτι μέρος της πόλεως, ουδέ κατωκείτο, αλλ' είχε πηγάς αφθόνους και σκιεράς κοιλάδας, ήρχοντο δύω δαίμονες, ο Πίκος και ο Φαύνος, οίτινες κατά μεν τα λοιπά δύνανται να θεωρηθώσιν ως σχέσιν έχοντες προς των Σατύρων το γένος ή των Πανών, περιήρχοντο όμως την Ιταλίαν σοφιζόμενοι, ως προς την ενέργειαν και την δύναμιν των φαρμάκων και ως προς τας θείας μαγείας, τα αυτά όσα οι υπό των Ελλήνων ονομαζόμενοι Ιδαίοι δάκτυλοι (427). Τούτους λέγουσιν ότι υπέταξεν ο Νουμάς, συγκεράσας οίνον και μέλι εις την κρήνην αφ' ής συνήθως έπινον. Αφ' ού δε συνελήφθησαν, ότι πολλάς μεν μορφάς μετέβαλλον, και ήλλαζον την φύσιν των, παριστώντες εις τα βλέμματα φοβερά φαντάσματα και αλλόκοτα. Αφ' ού δ' ενόησαν ότι συνελήφθησαν εις ισχυράν και αναπόδραστον αιχμαλωσίαν, τότε και άλλα πολλά επροφήτευσαν των μελλόντων, και τω εδίδαξαν τον τρόπον του καθαρισμού όταν πέση κεραυνός, και όν μέχρι τούδε εκτελούσιν εισέτι, λαμβάνοντες κρομμύδια, τρίχας και σαρδέλλας. Τινές δε λέγουσιν ότι δεν έδειξαν τον καθαρμόν οι δαίμονες, αλλ' ότι εκείνοι μεν έφερον κάτω τον Δία διά μαγειών ο δε Θεός, οργιζόμενος κατά του Νουμά, τον διέταξεν ότι πρέπει να γίνη ο καθαρισμός διά κεφαλών και ο Νουμάς ηρώτησε, κρομμυδίων; ο δε Ζευς απεκρίθη, ανθρώπων. Αποφεύγων δε πάλιν το φοβερόν του προστάγματος, ηρώτησεν εκ νέου ο Νουμάς, με τρίχας; και ο Ζευς απήντησεν, έμψυχα· Σαρδέλλας; είπεν ο Νουμάς· και ταύτα έλεγε διδαχθείς υπό της Ηγερίας. Και ο μεν Θεός απήλθεν εξιλεωθείς, ο δε τόπος ωνομάσθη έκτοτε Ιλίκιος (428), και ο καθαρισμός ούτως εκτελείται. Και ταύτα μεν εισί μυθώδη και γελοία, και δεικνύουσι των τότε ανθρώπων την διάθεσιν προς τα θεία, ήν ενέπνευσεν εις αυτούς η συνήθεια. Ο δε Νουμάς τοσούτον λέγουσιν ότι είχε προσηλωμένας εις τον Θεόν τας ελπίδας του, ώστε όταν τω ανηγγέλθη ποτέ ότι επέρχονται οι εχθροί, εμειδίασε και είπεν· «Εγώ δ' εκτελώ θυσίαν.»

ΙΣΤ. Λέγουσι δ' ότι πρώτος ανήγειρε και ιερόν της Πίστεως και του Τέρμωνος. Και την μεν Πίστιν ότι κατέστησεν όρκον μέγιστον παρά τοις Ρωμαίοις, όν και σήμερον έτι μεταχειρίζονται. Ο δε Τέρμων είναι το σύνορον, και θυσιάζουσιν εις αυτόν δημοσίως και ιδιαιτέρως, όταν θέτωσι των αγρών τα σύνορα, σήμερον μεν έμψυχα, άλλοτε όμως θυσίαν αναίμακτον, διότι ο Νουμάς φιλοσοφικώς επρότεινεν ότι ο θεός, ως φύλαξ ειρήνης και μάρτυς δικαιοσύνης, πρέπει να είναι καθαρός φόνου. Φαίνεται δ' ότι και εν γένει ο Βασιλεύς ούτος οροθέτησε την χώραν, ιδών ότι ο Ρωμύλος δεν ηθέλησε, μετρών τας ιδίας αυτής κτήσεις, να εξομολογηθή πόσην ξένην αφήρει· διότι το σύνορον, αν φυλάττηται μεν, είναι δέσμευσις της δυνάμεως, μη φυλαττόμενον δε, απόδειξις της αδικίας. Ουδ' είχε δ' άφθονον χώραν κατ' αρχάς η πόλις, αλλά πολλήν απέκτησε διά της λόγχης ο Ρωμύλος, και όλην ταύτην διένειμεν ο Νουμάς εις τους απόρους πολίτας, αφαιρών την πτωχείαν, ήτις επιβάλλει την ανάγκην της αδικίας, και τρέπων προς γεωργίαν τον δήμον, εξημερούμενον ομού μετά της χώρας. Διότι κανέν άλλο των επιτηδευμάτων δεν εμπνέει τόσον δριμύν και τόσον ταχύν έρωτα της ειρήνης, όσον το να ζη τις από της γης. Επ' αυτού, της πολεμικής τόλμης όσον μεν απαιτείται προς υπεράσπισιν των ιδίων κτημάτων, διαμένει και σώζεται, όσον δε ρέπει προς αδικίαν και πλεονεξίαν, αποκόπτεται. Διά τούτο και την γεωργίαν εσύστησεν ο Νουμάς παρά τοις πολίταις, ως θέλγητρον της ειρήνης· και αγαπήσας την τέχνην ταύτην μάλλον διά τον λόγον ότι διαρρυθμίζει τα έθνη παρά διότι χορηγεί πλούτον, διήρεσε την χώραν εις μέρη, ά ωνόμασε Πάγους (429) και εις έκαστον αυτών έταξεν επιστάτας και περιπόλους. Ενίοτε δε και αυτός εφορών, και από των έργων συμπεραίνων περί των τρόπων των πολιτών, άλλους μεν αντέμοιβε διά τιμών και εμπιστοσύνης, τους δ' οκνηρούς και αμελείς εσωφρόνιζε μεμφόμενος και κατηγορών.

ΙΖ. Εκ δε των άλλων πολιτικών αυτού μέτρων θαυμάζονται προ πάντων η κατά τέχνας διαίρεσις του λαού. Επειδή η πόλις κατ' αρχάς, ως φαίνεται και ως ερρέθη, συνέστη εκ δύω γενών, ήτο δε πάντοτε διηρημένη, και κατ' ουδένα τρόπον ήθελε να συγχωνευθή εις μίαν, ουδ' ήτο δυνατόν να εξαλειφθή η έχθρα και η διαφωνία, αλλ' υπήρχον πάντοτε συγκρούσεις άπαυστοι μεταξύ των μερών και φιλονεικίαι, συλλογισθείς ότι και τα φύσει σκληρά και δυσκόλως συμμιγνύμενα σώματα, τα μιγνύουσι καταθραύοντες και διαιρούντες αυτά, και ότι αυτά, διά την μικρότητά των, συνενούνται έτι μάλλον, απεφάσισε να κόψη εις περισσοτέρας μικράς διαιρέσεις όλον το πλήθος, και ούτω ρίπτων αυτό εις άλλας διαφοράς, να εξαλείψη την πρώτην και μεγάλην εκείνην, εγκατασπείρων εις μικροτέρας αυτήν. Ήτο δ' η διανομή κατά τέχνας, αυλητών, χρυσοχόων, τεκτόνων, βαφέων, σκυτοτόμων, βυρσοδεψών, χαλκέων, κεραμέων. Τας δε λοιπάς τέχνας εις έν περιλαβών, ανέδειξεν εξ όλων έν σύστημα. Ορίσας δ' εις έκαστον γένος συγκοινωνίας, και συναθροίσεις και τας ανηκούσας τιμάς των Θεών, τότε πρώτον αφήρεσεν από της πόλεως το να λέγωνται οι μεν Σαβίνοι, οι δε Ρωμαίοι, και οι μεν του Τατίου, οι δε του Ρωμύλου πολίται· ώστε η διαίρεσις έγινεν αρμονία, και ανάμιξις όλων προς όλους. Επαινείται δε μεταξύ των πολιτικών αυτού πράξεων και το ότι διώρθωσε τον νόμον όστις επέτρεπεν εις τους πατέρας να πωλώσι τα παιδία των, αφαιρέσας τους νενυμφευμένους, αν ο γάμος εγένετο κατά συγκατάθεσιν και διαταγήν του πατρός. Διότι σκληρόν τω εφαίνετο, γυνή ήτις ενυμφεύθη ελεύθερον, να είναι σύζυγος δούλου.

III. Ενησχολήθη δε και είς τινα περί τα ουράνια πραγματείαν, ουχί μεν ακριβώς, αλλ' ούτε ως εντελώς θεωρίας εστερημένος. Διότι, επί της βασιλείας του Ρωμύλου, εμέτρουν τους μήνας ατάκτως και ακανονίστως, άλλους μεν υπολογίζοντες προς είκοσι ημέρας, άλλους δε προς τριακονταπέντε, και άλλους προς περισσοτέρας. Δεν είχον δε τότε ουδεμίαν ιδέαν της συμβαινούσης ανωμαλίας περί την σελήνην και τον ήλιον, και έν εφύλαττον μόνον, το έτος να είναι τριακοσίων εξήκοντα ημερών. Ο δε Νουμάς, υπολογίζων ότι η διαφορά της ανωμαλίας ήτον ένδεκα ημερών, διότι το μεν σεληνιακόν έτος έχει τριακοσίας πεντηκοντατέσσαρας ημέρας, το δε ηλιακόν τριακοσίας εξήκοντα πέντε, τας ένδεκα ταύτας ημέρας διπλασιάζων, προσέθηκε καθ' έκαστον δεύτερον ενιαυτόν κατόπιν του Φεβρουαρίου μηνός τον εμβόλιμον, Μερκηδίνον καλούμενον υπό των Ρωμαίων, έχοντα δ' ημέρας εικοσιδύω. Και αύτη μεν η θεραπεία ήν εφεύρεν αυτός διά την ανωμαλίαν, έμελλε μεγαλητέρων θεραπειών να έχη έτι ανάγκην. Ήλλαξε δε και των μηνών την τάξιν, τον μάρτιον, όστις ήτον πρώτος, τρίτον τάξας, και πρώτον παραδεχθείς τον Ιανουάριον, όστις ήτον ενδέκατος επί του Ρωμύλου· δωδεκατος δε και τελευταίος ήτον ο Φεβρουάριος, όστις τώρα θεωρείται ως δεύτερος. Πολλοί δε λέγουσιν ότι υπό του Νουμά προσετέθησαν ούτοι οι μήνες, ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος, ενώ εξ αρχής είχον δέκα μήνας εις το έτος, καθώς τινές των βαρβάρων έχουσι τρεις, και εκ των Ελλήνων οι μεν Αρκάδες έχουσι τέσσαρας, οι δ' Ακαρνάνες έξ. Παρά δε τοις Αιγυπτίοις ήτον ενός μηνός το έτος και έπειτα τεσσάρων, ως λέγουσι. Διά τούτο, ενώ προ ολίγου μόνον καιρού κατοικούσι τον τόπον (430), φαίνονται ότι είναι αρχαιότατοι εις αυτόν, και εις τας γενεαλογίας των αναφέρουσιν ακατανόητον πλήθος ετών, διότι τους μήνας υπολογίζουσιν εις ετών αριθμόν.

ΙΘ. Οι δε Ρωμαίοι ότι περιελάμβανον δέκα μήνας εις το έτος και ουχί δώδεκα, αποδείκνυται και από του τελευταίου το όνομα, διότι μέχρι τούδε ονομάζουσιν αυτόν δέκατον (431). Ότι δε τον Μάρτιον είχον πρώτον, τούτο δηλοί η τάξις αυτών, διότι τον απ' εκείνου πέμπτον ωνόμαζον πέμπτον, έκτον δε τον έκτον, και τους άλλους εφεξής ομοίως έκαστον. Εν ώ, αν έθετον τον Ιανουάριον και τον Φεβρουάριον προ του Μαρτίου, θα συνέβαινε τον ρηθέντα μήνα να ονομάζωσι πέμπτον, και έβδομον να τον αριθμώσιν. Άλλως τε δε και επόμενον ήτον, ο Μάρτιος, όστις ήτον αφιερωμένος εις τον Άρην υπό του Ρωμύλου, να ονομάζηται πρώτος, δεύτερος δ' ο Απρίλιος, όστις ήτον της Αφροδίτης επώνυμος (432). Τινές δε λέγουσιν ότι ο Απρίλιος δεν ωνομάσθη διά την Αφροδίτην, αλλ' ότι λέγεται Απρίλιος, ψιλώς ούτως, ως είναι το όνομα του μηνός, διότι όταν ακμάζη η ώρα του έτους, ούτος ανοίγει και αναπτύσσει τους βλαστούς των φυτών. Τούτο τω όντι σημαίνει η λέξις (433). Εκ δε των λοιπών, τον μεν Μάιον ανομάζουσιν από της Μαίας (434), διότι είναι αφιερωμένος εις τον Ερμήν, τον δε Ιούνιον από της Ήρας (435). Τινές δε λέγουσιν ότι ούτοι εισίν επώνυμοι της ηλικίας, πρεσβυτέρας και νεωτέρας· διότι οι πρεσβύτεροι λέγονται παρά τοις Ρωμαίοις Μαϊώρης, οι δε νεώτεροι Ιουνιώρης (436). Των δε λοιπών έκαστον ωνόμαζον από της τάξεως αυτών, ως αριθμούντες, πέμπτον, έκτον, έβδομον, όγδοον, έννατον, δέκατον. Έπειτα δ' ο πέμπτος ωνομάσθη Ιούλιος, από Καίσαρος, του νικήσαντος τον Πομπήιον, ο δ' έκτος Αύγουστος, από του δευτέρου αυτοκράτορος, όστις επωνομάσθη Σεβαστός. Εις δε τους επομένους δύο ο Δομιτιανός έδωκε τας εδικάς του επωνυμίας (437)· αλλά τούτο πολύ δεν διήρκεσε, και αφ' ού εσφάγη εκείνος, ανέλαβον πάλιν τα ίδια αυτών ονόματα, και καλούνται ο μεν έβδομος, ο δε όγδοος. Μόνοι δ' οι τελευταίοι δύω διεφύλαξαν το όνομα ό είχον κατ' αρχάς εκ της τάξεως. Εκ δε των προστεθέντων ή μετατεθέντων υπό του Νουμά, ο μεν Φεβρουάριος, είναι ως αν έλεγε τις Καθάρσιος, διότι η λέξις ως έγγιστα τούτο σημαίνει (438), και τότε προσφέρουσιν αγνιστηρίους θυσίας διά τους νεκρούς (439), και τελούσι την εορτήν των Λουπερκαλίων, ήτις κατά πολλά ομοιάζει καθαρμόν (440). Ο δε πρώτος Ιανουάριος ωνομάσθη από του Ιανού. Νομίζω δ' ότι ο Νουμάς τον Μάρτιον, ονομασθέντα κατά τον Άρην, επίτηδες μετέθεσεν από της πρώτης θέσεως, θέλων εις όλα να προτιμάται η πολιτική δύναμις της πολεμικής. Διότι ο Ιανός μεταξύ των παναρχαίων, είτε δαίμων είτε βασιλεύς υπάρξας, λέγεται ότι ήτον πολιτικός και κοινωνικός, και μετέβαλε την δίαιταν απ' αγρίας και θηριώδους. Διά τούτο παριστώσιν αυτόν διπρόσωπον, ως δόσαντα άλλην αντ' άλλης εις τον βίον μορφήν και διάθεσιν.