Θ. Ήρχισαν δε πάλιν προτείνοντες οι δήμαρχοι τον περί χωρισμού της πόλεως νόμον, όταν, εν καιρώ επελθών ο προς Φαλίσκους (344) πόλεμος, επέτρεψεν εις τους αρίστους να ενεργήσωσι τας αρχαιρεσίας κατ' ιδίαν αρέσκειαν, και να εκλέξωσι τον Κάμιλλον μετ' άλλων πέντε χιλιάρχων, διότι τα πράγματα απήτουν αρχηγόν έχοντα βαρύτητα, δόξαν και εμπειρίαν. Αφ' ού λοιπόν εψήφισεν ο δήμος την εκλογήν, λαβών δύναμιν ο Κάμιλλος, εισέβαλεν εις των Φαλίσκων την χώραν, και επολιόρκει τους Φαλερίους, πόλιν οχυράν, και καλώς κατά πάντα κατηρτισμένην εις πόλεμον. Και την μεν άλωσιν αυτής δεν ενόμιζεν έργον μικρόν, ουδ' ολιγοχρόνιον· ήθελεν όμως ν' ασχολή τους πολίτας και να τους περισπά, διά να μη έχωσι καιρόν, αργοί εις την πατρίδα των καθήμενοι, να δημαγωγώνται και να στασιάζωσι. Διότι σχεδόν πάντοτε τούτο το ιατρικόν μετεχειρίζοντο, ως οι ιατροί, εις τα έξω τρέποντες τα ταρακτικά πάθη της πολιτείας.

I. Αλλ' οι Φαλέριοι, θάρρος έχοντες εις τας οχυρώσεις των, τοσούτον κατεφρόνουν την πολιορκίαν, ώστε, πλην των φυλαττόντων τα τείχη, οι άλλοι περιεφέροντο εις την πόλιν, φορούντες απλά ιμάτια· οι δε παίδες αυτών επήγαινον εις τα σχολεία, και κατεβιβάζοντο υπό του διδασκάλου περί τα τείχη διά να περιπατώσι και να γυμνάζωνται· διότι οι Φαλέριοι, ως οι Έλληνες, είχον κοινόν διδάσκαλον, θέλοντες να συζώσι και να συναναστρέφωνται ευθύς εξ αρχής οι παίδες. Ούτος λοιπόν ο διδάσκαλος, επιβουλευόμενος τους Φαλερίους διά των παίδων, εξήγεν αυτούς καθ' εκάστην ημέραν υπό το τείχος, κατ' αρχάς μεν εγγύς, και έπειτα πάλιν τους επανέφερεν εις την πόλιν αφ' ού εγυμνάζοντο. Μετά τούτο δε, κατ' ολίγον υπάγων αυτούς απωτέρω, τους συνείθισε να έχωσι θάρρος, και να πιστεύωσιν ότι υπήρχεν αφοβία μεγάλη· και τέλος, έχων όλους αυτούς μεθ' εαυτού, τους έφερε και τους παρέδωκεν εις τους προ φύλακας των Ρωμαίων, ειπών εις αυτούς να τον φέρωσι προς τον Κάμιλλον. Οδηγηθείς δε προς αυτόν, και σταθείς εις το μέσον, είπεν ότι είναι εκπαιδευτής και διδάσκαλος, και προτιμών εκείνον μάλλον να ευχαριστήση παρά τα καθήκοντα ταύτα να εκτελή, ήλθε φέρων την πόλιν διά των παίδων. Εις δε τον Κάμιλλον φρικτή εφάνη αύτη η πράξις όταν την ήκουσε, και είπε προς τους παρεστώτας ότι φοβερόν πράγμα είναι ο πόλεμος, και διά πολλής αδικίας και διά βιαίων διεξάγεται έργων αλλ' ότι υπάρχουσι και του πολέμου νόμοι τινές διά τους αγαθούς άνδρας, οίτινες δεν πρέπει τοσούτον να επιδιώκωσι την νίκην, ώστε να μη αποφεύγωσι και τας ωφελείας όσαι πηγάζουσιν εκ κακών έργων και ασεβών· διότι ο μέγας στρατηγός πρέπει να εκστρατεύη πεποιθώς εις τα ίδια αυτού προτερήματα, ουχί εις την κακίαν των άλλων. Και ταύτα ειπών, διέταξεν εις τους υπηρέτας, του ανθρώπου μεν τούτου να σχίσωσι τα ιμάτια, και να δέσωσιν οπίσω τας χείρας του, ράβδους δε να δώσωσι και μάστιγας εις τους παίδας, οίτινες δέροντες τον προδότην, να τον διώξωσιν εις την πόλιν. Είχον δ' ήδη εννοήσει οι Φαλέριοι την προδοσίαν του διδασκάλου, και η μεν πόλις, ως ήτον επόμενον, παρεδίδετο εις θρήνον διά την μεγίστην αυτήν συμφοράν, άνδρες δ' εκ των επισήμων και γυναίκες ως έξω φρενών έτρεχον εις τα τείχη και εις τας πύλας, όταν οι παίδες εφάνησαν φέροντες και ραβδίζοντες τον διδάσκαλον γυμνόν και δεδεμένον, τον δε Κάμιλλον σωτήρα και θεόν και πατέρα καλούντες· ώστε ου μόνον οι γονείς αυτών, αλλά και όλοι οι πολίται, ταύτα βλέποντες, εθαύμαζον και επόθουν του Καμίλλου την δικαιοσύνην. Συνελθόντες δ' αμέσως εις την εκκλησίαν, έπεμψαν πρέσβεις, αναθέτοντες εις εκείνον την τύχην των· ο δε Κάμιλλος έστειλεν αυτούς εις την Ρώμην. Παρουσιασθέντες δ' εις την Βουλήν, είπον ότι, της νίκης οι Ρωμαίοι την δικαιοσύνην προτιμήσαντες, εδίδαξαν και αυτούς να προτιμήσωσι την υποταγήν μάλλον της ελευθερίας, καθ' όσον δεν υπετάσσοντο εις την δύναμιν, αλλ' ωμολόγουν ότι υπό της αρετής ενικήθησαν. Η δε Βουλή ανέθηκε πάλιν εις εκείνον να κρίνη και αποφασίση περί τούτου. Λαβών λοιπόν χρήματα παρά των Φαλερίων, και φιλίαν συνδέσας μεθ' όλων των Φαλίσκων, ανεχώρησεν.

ΙΑ. Οι δε στρατιώται, εν ώ ήλπιζον να λεηλατήσωσι τους Φαλερίους, όταν επανήλθον, κενάς έχοντες τας χείρας, εις Ρώμην, κατηγόρουν τον Κάμιλλον προς τους άλλους πολίτας ως μισόλαον, και εκ φθόνου μη αφήνοντα τους πτωχούς να ωφεληθώσιν. Επειδή δ' οι δήμαρχοι, προτείνοντες πάλιν τον νόμον περί της διαιρέσεως της πόλεως, εκάλουν τον δήμον να ψηφοφορήση, ο Κάμιλλος μ' όλον το θάρρος, και αδιαφορών αν ενέπνεεν απεχθείας, εφάνη υπέρ όλους τους άλλους αντιταττόμενος εις το πλήθος· και τότε τον μεν νόμον απέρριψαν, κατά δε του Καμίλλου ωργίζοντο, ώστε και όταν τω συνέβη οικιακόν δυστύχημα, και απέθανεν ο είς των υιών του εκ νόσου, ο οίκτος δεν εμετρίασε την οργήν των, αν και εκείνος, ανήρ ων ήμερος και χρηστός, δεν υπέφερε γενναίως την συμφοράν του, αλλ' εν ώ και εις δίκην ενεκαλείτο, εξ αιτίας του πένθους έμενεν εις την οικίαν του κεκλεισμένος μετά των γυναικών.

IB. Και κατήγορος μεν αυτού ήτον ο Λεύκιος Απουλήιος· τον κατηγόρει δε δι' έγκλημα κλοπής των Τυρρηνικών χρημάτων και ελέγετο ότι και θύραι τινές χαλκαί εξ εκείνων αίτινες εκυριεύθησαν, εφάνησαν παρ' αυτώ. Ο δε δήμος είχεν ερεθισθή, και προφανές ήτον ότι ήθελεν ωφεληθή εκ πάσης προφάσεως όπως καταψηφίση εναντίον του. Τότε, συναθροίσας τους φίλους του, και όλους όσοι είχον συνεκστρατεύσει ή είχον διοικήσει μετ' αυτού, πολυπληθείς ούτοι, τους παρακάλεσε να μη τον αφήσωσι να καταδικασθή αδίκως και δι' αιτίας πονηράς, και να γίνη καταγέλαστος υπό των εχθρών του. Σκεφθέντες δ' οι φίλοι του, και συνομιλήσαντες προς αλλήλους, απεκρίθησαν ότι ως προς την κρίσιν μεν δεν νομίζουσιν ότι δύνανται να τον βοηθήσωσιν, ότι δε, αν αποδειχθή οφειλέτης, θέλουσι συντελέσει μετ' αυτού εις την πληρωμήν της ζημίας· αλλά μη ανεχόμενος τούτο, απεφάσισε ν' αναχωρήση, και μετ' οργής να φύγη την πόλιν. Αποχαιρετήσας επομένως την γυναίκα και τον υιόν του, επορεύετο σιωπηλώς από της οικίας του μέχρι της πύλης· εκεί δ' εστάθη, και στραφείς οπίσω, και τας χείρας υψώσας προς το Καπιτώλιον, ηυχήθη προς τους θεούς, αν δεν φεύγη δικαίως, αλλ' υπό φθόνου και αυθαδείας του δήμου κατατρεχόμενος, ταχέως να μετανοήσωσιν οι Ρωμαίοι, και προφανές να γίνη εις όλους τους ανθρώπους ότι έχουσιν ανάγκην αυτού, και ότι ποθούσι τον Κάμιλλον (345).

ΙΓ. Εκείνος λοιπόν, ως ο Αχιλλεύς (346), καταρασθείς τους πολίτας, και αναχωρήσας, κατεδικάσθη ερήμην εις ζημίαν δεκαπέντε χιλιάδων ασσαρίων, ισοδυναμούντων, κατ' αργυρούν νόμισμα, εις δραχμάς χιλίας πεντακόσιας· διότι το ασσάριον ήτον το δέκατον του αργυρίου, και το δεκάχαλκον ούτως εκαλείτο δηνάριον (347)· ουδείς δ' υπάρχει Ρωμαίος μη πιστεύων ότι ταχέως η θεία δίκη εισήκουσε τας ευχάς του Καμίλλου, και τω έδωκε της αδικίας εκδίκησιν ουχί γλυκείαν, αλλά λυπηράν, ονομαστήν δε και περιβόητον τόση επήλθεν επί την Ρώμην συμφορά, και καιρός κατέλαβε την πόλιν τοσούτον φόβον φέρων και κίνδυνον ομού μετ' αισχύνης, είτε διότι η τύχη ούτω τα έφερε, είτε διότι είναι των Θεών τινός έργον, να μη παραμελώσι την αρετήν προσβαλλομένην υπό της αχαριστίας.

ΙΔ. Και πρώτον μεν σημείον του ότι μέγα τι κακόν επήρχετο, εφάνη ότι έγινεν ο θάνατος Ιουλίου του τιμητού (348)· διότι οι Ρωμαίοι υπέρ πάσαν άλλην σέβονται και θεωρούσιν ως ιεράν των τιμητών την αρχήν. Δεύτερον δε, προ της φυγής του Καμίλλου, ανήρ ουχί μεν επίσημος, ουδέ μέλος της Βουλής, φαινόμενος όμως έντιμος και χρηστός, ο Μάρκος Κεδίκιος, ανέφερε προς τους χιλιάρχους πράγμα άξιον προσοχής, ειπών ότι κατά την προλαβούσαν νύκτα, εν ώ εβάδιζε κατά την οδόν ήν ονομάζουσι Νέαν, ήκουσέ τινα να τον καλή μεγαλοφώνως, και στραφείς, κανένα δεν είδε, ήκουσε δε φωνήν μεγαλητέραν της των ανθρώπων, και η φωνή έλεγε ταύτα· «Ύπαγε, Μάρκε Κεδίκιε, ευθύς την αυγήν, και είπε εις τους άρχοντας, εντός ολίγου καιρού να περιμένωσι τους Γαλάτας». Ταύτα ακούσαντες οι χιλίαρχοι, ήρχισαν να γελώσι και ν' αστειεύωνται. Μετ' ολίγον όμως συνέβησαν τα περί Καμίλλου.

ΙΕ. Λέγεται ότι ο Γαλάται, εκ του Κελτικού όντες γένους (349), και πολυπληθείς γενόμενοι, εγκατέλιπον την ιδίαν αυτών χώραν, μη αρκούσαν όπως θρέψη αυτούς, και απήλθον να ζητήσωσιν άλλην. Γενόμενοι δε πολλαί μυριάδες νέων ανδρών και μαχίμων, και έτι περισσοτέρας φέροντες μεθ' εαυτών γυναίκας και παίδας, οι μεν λέγεται ότι εχύθησαν προς τον Βόρειον Ωκεανόν, υπερβάντες τα Ριπαία όρη (350), και κατέλαβον τα έσχατα της Ευρώπης· άλλοι δ' ότι αποκαταστάντες μεταξύ του όρους Πυρρήνης (351) και των Άλπεων, κατώκησαν πολύν χρόνον μεταξύ των Σεννώνων και Κελτορίων (352). Πολύ δε μετά ταύτα, δοκιμάσαντές ποτε την γεύσιν του οίνου, όστις τότε κατά πρώτον τοις εκομίσθη εξ Ιταλίας, τοσούτον εθαύμασαν το ποτόν, και έγιναν όλοι έξω φρενών διά την καινοφανή ηδονήν, ώστε αρπάσαντες τα όπλα, και τους γονείς των μεθ' εαυτών λαμβάνοντες, ώρμησαν προς τας Άλπεις, και εζήτουν την γην εκείνην, ήτις τοιούτον καρπόν παράγει, πάσαν άλλην θεωρούντες ως άκαρπον και αγρίαν. Ο δ' εισαγαγών παρ' αυτοίς τον οίνον, και όστις υπέρ πάντα άλλον και πρώτος τους παρώξυνε κατά της Ιταλίας, λέγεται ότι ήτον ο Άρων, Τυρρηνός, άνθρωπος επίσημος, και ουχί φύσεως πονηρός, αλλ' εις την εξής δυστυχίαν περιπεσών. Ούτος ήτον επίτροπος παιδός ορφανού, πρώτου μεν κατά τον πλούτον μεταξύ των πολιτών, και θαυμαζομένου διά την ωραιότητά του, καλουμένου δε Λουκούμωνος (353). Ούτος παιδιόθεν κατώκει εις του Άρωνος, και αφ' ού έγινε νεανίας δεν εγκατέλιπε την οικίαν, αλλά προσεποιείτο ότι ευχαριστείτο να συζή μετ' εκείνου. Εν τούτοις δ' επί πολύν καιρόν κρυφίως ηγάπα την γυναίκα αυτού, και ηγαπάτο υπ' αυτής. Επειδή δε προέβη πολύ αμφοτέρων το πάθος, και ούτε να παραιτηθώσιν αυτού, ούτε να το κρύψωσι πλέον εδύναντο, ο μεν νεανίσκος επεχείρει φανερώς ν' αποσπάση αυτήν από του ανδρός της, και να την λάβη αυτός· ο δ' ανήρ εγκαλέσας αυτόν, και νικηθείς εξ αιτίας του πλήθους των φίλων και των χρημάτων, όσα αφειδώς εδαπάνησεν ο Λουκούμων, αφήκε την πατρίδα του, και ακούσας περί των Γαλατών, ήλθε προς αυτούς, και τους ωδήγησεν εις την κατά της Ιταλίας εκστρατείαν αυτών.

ΙΣΤ. Εισβαλόντες δ' αυτοί εις την χώραν, εκυρίευσαν όσων κατείχον αρχήθεν οι Τυρρηνοί από των Άλπεων μέχρις αμφοτέρων των θαλασσών, ως και το όνομα αυτών συμμαρτυρεί· διότι την μεν βόρειον θάλασσαν ονομάζουσιν Αδρίαν, από τυρρηνικής πόλεως, της Αδρίας, την δε προς νότον δι' αυτού του ονόματος των Τυρρηνών, Τυρρηνικόν πέλαγος. Είναι δ' η χώρα όλη αύτη δενδρόφυτος, και παχείας έχει βοσκάς θρεμμάτων, και υπό ποταμών καταρρέεται. Είχε δε και δεκαοκτώ πόλεις καλάς και μεγάλας, και καταλλήλους διά τε τους θέλοντας να κερδαίνωσιν εργαζόμενοι, και διά τους επιθυμούντας τας πανυγύρεις. Ταύτας εκυρίευσαν οι Γαλάται, διώξαντες τους Τυρρηνούς. Αλλά ταύτα είχον γίνει πρό τινος καιρού ήδη.

ΙΖ. Τότε δε, εκστρατεύσαντες οι Γαλάται κατά της Τυρρηνικής πόλεως, του Κλουσίου, επολιόρκουν αυτήν, και οι Κλουσίνοι, καταφυγόντες εις τους Ρωμαίους, εζήτησαν παρ' αυτών πρέσβεις και γράμματα προς τους βαρβάρους. Επέμφθησαν δ' εκ του γένους των Φαβίων τρεις άνδρες επίσημοι, και τιμάς μεγάλας έχοντες εις την πόλιν. Τούτους εδέχθησαν οι Γαλάται φιλοφρόνως, διά της Ρώμης το όνομα, και καταπαύσαντες την κατά των τειχών προσβολήν, συνδιελέχθησαν μετ' αυτών. Όταν δ' αυτοί τους ηρώτησαν τι έπαθον υπό των Κλουσίνων και ήλθον κατά της πόλεως, γελάσας ο Βασιλεύς των Γαλατών Βρέννος, «Μας αδικούσιν, είπεν, οι Κλουσίνοι, διότι εν ώ ολίγην μόνον γην και χώραν δύνανται να καλλιεργώσι, έχουσι την απαίτησιν να κατέχωσι πολλήν, και δεν δίδουσι και εις ημάς, οίτινες είμεθα ξένοι, και πολλοί, και πτωχοί. Κατά τον αυτόν τρόπον σας ηδίκουν άλλοτε και σας, ω Ρωμαίοι, οι Αλβανοί, και οι Φιδηνάται, και οι Αρδεάται, και σήμερον οι Ουήιοι, και οι Καπηνάται, και πολλοί των Φαλίσκων και των Ουολούσκων (354) καθ' ών σεις εκστρατεύετε, και αν δεν σας δώσωσι μέρος των αγαθών των, τους εξανδραποδίζετε, τους λεηλατείτε, και κατεσκάπτατε τας πόλεις αυτών, ούτε σεις πράττοντες φοβερόν τι ή άδικον, αλλ' ακολουθούντες τον πρεσβύτατον των νόμων, όστις δίδει εις τους ισχυροτέρους τα κτήματα των ασθενεστέρων, αρχόμενος από του Θεού, και τελευτών εις τα θηρία· διότι και εις αυτά ενυπάρχει εκ φύσεως να ζητώσι τα ισχυρότερα να υπερέχωσι των υποδεεστέρων. Παύσατε δ' οικτείροντες τους πολιορκουμένους Κλουσίνους, διά να μη διδάξητε και τους Γαλάτας να γίνωσιν αγαθοί και οικτίρμονες, προς τους αδικουμένους υπό των Ρωμαίων». Εκ τούτων λοιπόν ενόησαν οι Ρωμαίοι ότι ο Βρέννος δεν ήρχετο εις συμβιβασμόν, και ελθόντες εις το Κλούσιον, ενεθάρρυνον και παρεκίνουν τους κατοίκους να εξορμήσωσι κατά των βαρβάρων ομού μετ' αυτών, θέλοντες ή να γνωρίσωσι την ανδρείαν εκείνων, ή την εδικήν των να επιδείξωσι. Και τω όντι έγινεν εκδρομή των Κλουσίνων, και μάχη περί τα τείχη, καθ' ήν είς των Φαβίων, ο Κόιντος Άμβρουστος, ώρμησεν έφιππος εναντίον Γαλάτου ανδρός, υψηλού και ωραίου, όστις ίππευε πολύ εμπρός των άλλων. Και κατ' αρχάς μεν δεν εγνωρίσθη, διότι σφοδρά έγινεν η συνάντησίς των, και τα όπλα, περιλάμποντα την μορφήν του, την έκρυπτον αλλ' όταν υπερισχύσας και φονεύσας τον άνδρα, τον ελαφυραγώγει, τότε ο Βρέννος, γνωρίσας αυτόν, μάρτυρας εκάλει τους Θεούς, ότι παρά τα κοινώς παραδεδεγμένα υφ' όλων των ανθρώπων ως όσια και ως δίκαια, ήλθε μεν ως πρέσβυς αυτός, έπραξε δ' ως πολέμιος. Παύσας δ' αμέσως την μάχην, αφήκε τους Κλουσίνους, και ωδήγησε τον στρατόν κατά της Ρώμης. Μη θελήσας δε να φανή ότι εχάρησαν διά την αδικίαν, και την έλαβον προθύμως ως πρόφασιν, έπεμψε ζητών να τω δοθή ο άνθρωπος διά να τιμωρηθή, και συγχρόνως προυχώρει βραδέως.

ΙΗ. Εις δε την Ρώμην συνήλθεν η Βουλή, και τους Φαβίους και άλλους πολλούς κατηγόρουν, και εκ των ιερέων τους ενήγον οι καλούμενοι Φητιαλείς, εν ονόματι των Θεών αποφαινόμενοι, και απαιτούντες παρά της συγκλήτου να τρέψη το ανοσιούργημα εις ένα, τον αίτιον αυτού, και να παραδώση αυτόν προς σωτηρίαν των άλλων. Τούτους τους Φητιαλείς κατέστησεν ο Νουμάς Πομπίλιος, όστις ήτον ημερώτατος και δικαιότατος βασιλεύς, ως φύλακας μεν της ειρήνης, ως κριτάς δε και βεβαιωτάς των αιτιών αίτινες επάγουσι δίκαιον πόλεμον (355). Ανέφερε δε το πράγμα η Βουλή εις τον δήμον, και οι ιερείς κατηγόρησαν ομοίως τον Φάβιον· αλλά το πλήθος τοσούτον περιύβρισε τα θεία και κατεγέλασεν, ώστε και χιλίαρχον διώρισε τον Φάβιον μετά των αδελφών αυτού. Οι δε Κελτοί, ακούσαντες ταύτα, και οργιζόμενοι, υπ' ουδενός πλέον προσκόμματος ανεχαιτίζοντο, και προυχώρουν μετά μεγάλης ταχύτητος. Έφερε δε το πλήθος αυτών, και η λαμπρότης των πολεμικών των παρασκευών, και η βία και ο θυμός αυτών κατάπληξιν εις τους μεταξύ κατοικούντας, και πάντες ενόμιζον ότι κατεστράφη ήδη πάσα η χώρα, και ότι έμελλον αι πόλεις ν' απολεσθώσιν ευθύς. Αλλά παρ' ελπίδα οι Γαλάται ουδεμίαν έπραξαν αδικίαν, ουδ' ελάμβανόν τι εκ των αγρών, αλλά, διερχόμενοι πλησίον των πόλεων, εβόων ότι πορεύονται κατά της Ρώμης, και ότι κατά μόνων των Ρωμαίων πολεμούσι, τους άλλους ως φίλους των θεωρούντες. Απέναντι δε των βαρβάρων μετά τοσαύτης επερχομένων ορμής, οι χιλίαρχοι έφερον τους Ρωμαίους εις τον αγώνα, ουχί μεν ολίγους τον αριθμόν, διότι ήσαν υπέρ τας τεσσαράκοντα οπλιτών χιλιάδες, αλλά τους πλείστους ανασκήτους, και τότε πρώτον όπλα λαμβάνοντας. Προσέτι δε παρημέλησαν και τα θεία, και ούτε θυσίας ετέλεσαν, ούτε μάντεις ηρώτησαν, ως έπρεπε πριν εκτεθώσιν εις μάχην και κίνδυνον. Υπέρ πάντα δ' ετάραττε τας πράξεις αυτών η πολυαρχία, εν ώ άλλοτε και διά μικροτέρους αγώνας καθίστων πολλάκις μονάρχας, ούς καλούσι Δικτάτωρας· μη αγνοούντες πόσον εις δυσκόλους καιρούς είναι το όφελος του να υποτάσσωνται όλοι ομογνωμόνως εις μίαν αρχήν ανυπεύθυνον, έχουσαν εις χείρας της πάσαν την εξουσίαν, και ούτω να διατηρώσι την τάξιν. Επίσης δ' έβλαψε τα πράγματα και η προς τον Κάμιλλον αγνωμοσύνη, διότι έκτοτε εφοβούντο οι άρχοντες να διοικώσι μη χαριζόμενοι προς τον λαόν, μηδέ κολακεύοντες αυτόν. Προχωρήσαντες λοιπόν εννενήκοντα στάδια μακράν της πόλεως (356), εστρατοπέδευσαν παρά τον Αλίαν ποταμόν (357), ου μακράν του μέρους όπου αυτός εχύνετο εις τον Θύμβριν (358). Ενταύθα δ' εφάνησαν οι βάρβαροι, και οι Ρωμαίοι, αισχρώς πολεμήσαντες, διά την αταξίαν, ετράπησαν εις φυγήν. Και το μεν αριστερόν κέρας ευθύς ρίψαντες εις τον ποταμόν οι Κελτοί, το κατέστρεψαν, το δε δεξιόν, υποχωρήσαν εις την ορμήν εκ της πεδιάδος προς τους λόφους, ολιγωτέραν φθοράν υπέφερεν. Εκ τούτων δ' οι περισσότεροι κατέφυγον εις την πόλιν, οι δε λοιποί, όσοι εσώθησαν αφ' ού οι εχθροί απηύδησαν φονεύοντες, έφυγον διά νυκτός εις Βηίους, φρονούντες ότι η Ρώμη εκυριεύθη, και τα πάντα εκεί κατεστράφησαν.

ΙΘ. Έγινε δ' η μάχη περί τας θερινάς τροπάς, περί την πανσέληνον (359) κατά την αυτήν ημέραν καθ' ήν και άλλοτε είχε συμβή η μεγάλη συμφορά, η περί τους Φαβίους, όταν τριακόσιοι εκ του γένους αυτών εσφάγησαν υπό των Τυρρηνών. Επεκράτησε δε να ονομάζωσιν από της δευτέρας ήττης την ημέραν εκείνην μέχρι τούδε Αλιάδα, εξ αιτίας του ποταμού. Περί δ' αποφράδων ημερών, αν πρέπη να παραδεχώμεθα τοιαύτας τινάς, ή αν ορθώς ο Ηράκλειτος (360) επέπληξε τον Ησίοδον ότι έκαμε τας μεν καλάς ημέρας τας δε κακάς, ως αγνοών ότι όλων των ημερών η φύσις είναι η ιδία, τούτο το συζητούμεν αλλού (361). Επί δε του προκειμένου ίσως αρμόδιον είναι ν' αναφέρωμεν τινά παραδείγματα. Πρώτοι μεν οι Βοιωτοί επί του Ιπποδρομίου μηνός, ως δ' οι Αθηναίοι ονομάζουσιν αυτόν, του Εκατομβαιώνος (362), κατά την πέμπτην ημέραν αυτού, δύο έτυχε να κερδίσωσι νίκας ενδοξοτάτας, δι' ών ηλευθέρωσαν τους Έλληνας, την μεν περί τα Λεύκτρα (363), την δε άλλην εις Κερησσόν (364) υπέρ τα εκατόν έτη πρότερον, όταν ενίκησαν τον Λατταμύαν (365) και τους Θεσσαλούς. Δεύτερον δ' οι Πέρσαι κατά την έκτην του Βοηδρομιώνος (366) ηττήθησαν υπό των Ελλήνων εις τον Μαραθώνα, την τρίτην δ' εις τας Πλαταιάς και ενταυτώ και περί την Μυκάλην (367), την εικοστήν έκτην δ' εις τα Άρβηλα (368). Οι δ' Αθηναίοι ενίκησαν την κατά την Νάξον ναυμαχίαν υπό την στρατηγίαν του Χαβρίου (369) περί την πανσέληνον του Βοηδρομιώνος, την δ' εν Σαλαμίνι (370) περί την εικοστήν, ως απεδείξαμεν εις την περί ημερών (371) πραγματείαν ημών. Επέφερε δε και ο Θαργηλιών (372) μην εις τους βαρβάρους προφανή δυστυχήματα. Διότι κατά Θαργηλιώνα ενίκησεν ο Αλέξανδρος τους στρατηγούς του Βασιλέως εις τον Γρανικόν (373), και οι Καρχιδόνιοι περί την Σικελίαν ενικήθησαν υπό του Τιμολέοντος (374) την εικοστήν τετάρτην του αυτού μηνός, περί ήν φαίνεται ότι εκυριεύθη και το Ίλιον, ως διηγούνται ο Έφορος, και ο Καλλισθένης, και ο Δαμαστής, και ο Φύλαρχος (375). Εκ του εναντίου δ' ο Μεταγειτνιών (376), όν οι Βοιωτοί ονομάζουσι Πάνεμον, δεν υπήρξεν ευμενής εις τους Έλληνας· διότι κατά την εβδόμην του μηνός τούτου και εις την εν Κρανώνι (377) μάχην υπό του Αντιπάτρου νικηθέντες εντελώς απωλέσθησαν, και πρότερον εν Χαιρωνεία, πολεμούντες κατά του Φιλίππου, απέτυχον (378). Την δ' αυτήν εκείνην ημέραν του ιδίου έτους οι μετά του Αρχιδάμου (379) διαβάντες εις την Ιταλίαν, κατεστράφησαν υπό των εκεί βαρβάρων. Οι δε Καρχηδόνιοι προφυλάττονται πάντοτε από της εικοστής δευτέρας του αυτού μηνός, καθ' ό φερούσης εις αυτούς τα πλείστα και μέγιστα των δυστυχημάτων. Δεν μοι είναι δ' άγνωστον ότι περί τον καιρόν των μυστηρίων (380) πάλιν, αι Θήβαι κατεσκάφησαν υπό του Αλεξάνδρου (381), και μετά ταύτα οι Αθηναίοι φρουράν εδέχθησαν των Μακεδόνων (382) κατ' αυτήν την εικοστήν του Βοηδρομιώνος, καθ' ήν εξάγουσι τον μυστικόν Ίακχον (383). Ομοίως δε και οι Ρωμαίοι, την ιδίαν ημέραν, πρώτον μεν απώλεσαν το υπό τον Καιπίωνα στρατόπεδόν των (384), προσβληθέν υπό των Κίμβρων, ύστερον δε, όταν ο Λούκουλλος εστρατήγει, ενίκησαν τους Αρμενίους και τον Τιγράνην (385). Άτταλος δ' ο βασιλεύς (386), και Πομπήιος ο Μαγνος απέθανον κατά τας ημέρας των γενεθλίων των. Και, εν γένει πολλούς δυνάμεθα να καταδείξωμεν, εις ούς κατά τας αυτάς περιόδους συνέβησαν και αι ευτυχίαι και αι δυστυχίαι. Διά δε τους Ρωμαίους αύτη είναι μία των αποφράδων ημερών, και εξ αιτίας αυτής, καθ' έκαστον μήνα και άλλαι δύο (387), διότι ο φόβος και η δεισιδαιμονία ηύξησαν ως εκ του συμβάντος τούτου, καθώς συνήθως γίνεται. Αλλά ταύτα εξετέθησαν επιμελέστερον εις το «περί αιτιών Ρωμαϊκών» πόνημα.

Κ. Μετά δε την μάχην εκείνην, αν οι Γαλάται είχον αμέσως ακολουθήσει τους φεύγοντας, ουδέν θα εμπόδιζε να καταστραφή η Ρώμη εξ ολοκλήρου, και όλοι οι εντός αυτής ευρεθέντες να φονευθώσι· τόσον οι φεύγοντες ενέπνεον φόβον εις εκείνους προς ούς έφευγον, και τόσης οι ίδιοι ήσαν πλήρεις ταραχής και παραφροσύνης. Αλλά δυσπιστούντες οι βάρβαροι προς της νίκης το μέγεθος, και υπό χαράς τραπέντες εις συμπόσια, και εις το να μοιράζωνται του στρατοπέδου τα λάφυρα, αφήκαν εις τον όχλον τον εξερχόμενον της πόλεως, καιρόν όπως διαφύγη, εις δε τους μένοντας αφορμήν να ελπίζωσι, και ευκαιρίαν να παρασκευασθώσι. Τότε οι Ρωμαίοι, αφήσαντες την άλλην πόλιν, έφραξαν το Καπιτώλιον διά τειχισμάτων, και το επλήρωσαν όπλων. Και εν πρώτοις μέν τινα των ιερών εκόμισαν εις το Καπιτώλιον· το δε πυρ της εστίας αρπάσασαι αι παρθένοι μετά των ιερών, έφυγον αν και τινές διηγούνται ότι το φρουρούμενον υπ' αυτών τίποτε άλλο δεν είναι εκτός ασβέστου πυρός, ό διέταξε να σέβωνται ο βασιλεύς Νουμάς, ως πάντων των πραγμάτων αρχήν. Διότι το πυρ είναι στοιχείον κινητικώτατον εν τη φύσει· είναι δ' η γένεσις κίνησις, ή τουλάχιστον μετά κινήσεως γίνεται· τα δ' άλλα της ύλης μόρια, όταν λείψη η θερμότης, μένουσιν ακίνητα και ως νεκρά, και ποθούσι την δύναμιν του πυρός, ως ψυχήν, και όταν αύτη προσέλθη, τότε άρχονται ενεργούντα και πάσχοντα. Ο Νουμάς λοιπόν, όστις ήτον ανήρ πολυμαθής, ώστε και ελέγετο περί αυτού ότι διά την σοφίαν του συναναστρέφετο μετά των Μουσών, κατέστησεν αυτό ιερόν, και διέταξε να το φρουρώσιν ακοίμητον, ως εικόνα της τα πάντα διακοσμούσης αϊδίου δυνάμεως. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι το μεν πυρ καίει εμπρός των ναών προς καθαρισμόν, καθώς εις τους Έλληνας, αλλά δ' ότι κρύπτονται εντός αόρατα προς πάντας, πλην των παρθένων τούτων αίτινες ονομάζονται Εστιάδες. Και πολύς μεν διέτρεχε λόγος ότι εκεί ήτον κατατεθειμένον το Τρωικόν εκείνο Παλλάδιον (388), το κομισθέν υπό του Αινείου εις την Ιταλίαν· άλλοι δε μυθολογούσιν ότι εκεί εισι της Σαμοθράκης τα ιερά, άτινα λαβών και κομίσας εις την Τροίαν ο Δάρδανος (389), αφιέρωσε μετ' οργίων όταν έκτισε την πόλιν, κατά δε την άλωσιν ότι τα έκλεψε ν ο Αινείας, και τα διέσωσε μέχρις ότου κατώκησεν εις την Ιταλίαν. Όσοι δε προσποιούνται ότι γνωρίζουσι περισσότερα περί τούτων, λέγουσιν ότι δύο εισί μεγάλοι πίθοι εκεί κατατεθειμένοι, ο μεν ηνεωγμένος και κενός, ο δε πλήρης και εσφραγισμένος· αμφότεροι δ' ότι είναι ορατοί εις μόνας τας αγίας παρθένους. Άλλοι δε νομίζουσιν ότι ούτοι απατώνται, εκ του ότι τα πλείστα των ιερών τότε αι κόραι απέθεσαν εις δύο πίθους, και τα έκρυψαν εις την γην υπό τον ναόν του Κυρίνου (390), δι' ό και ο τόπος εκείνος μέχρι τούδε φέρει την επωνυμίαν των Πιθίσκων (391).

ΚΑ. Λαβούσαι δ' αύται τα κυριώτερα και μέγιστα των ιερών, ανεχώρησαν, και έφευγον παρά τον ποταμόν. Εκεί δε, άνθρωπος εκ του λαού, Λεύκιος Αλβίνος καλούμενος, έτυχε μεταξύ των φευγόντων αποκομίζων εφ' αμάξης τα νήπια τέκνα και την γυναίκα του μετά των χρημάτων αυτών. Ως δε είδε τας παρθένους να φέρωσιν εις τους κόλπους των τα ιερά των Θεών, και να βαδίζωσιν αβοήθητοι και κακοπαθούσαι, καταβιβάσας αμέσως την γυναίκα, τα παιδία και τα πράγματά του από της αμάξης, παρέδωκε την άμαξαν εις αυτάς διά ν' αναβώσι και διαφύγωσιν εις Ελληνικήν τινα πόλιν. Ενομίσαμεν δ' ότι του Αλβίνου η προς το θείον ευλάβεια και τιμή, εκδηλωθείσα εις καιρούς επισφαλέστατους, ήτον αξία να μη αποσιωπηθή αμνημόνευτος. Οι δε των άλλων Θεών ιερείς, και οι γέροντες μεταξύ των υπατικών και των κατά καιρούς τελεσάντων θριάμβους, δεν υπέφερον ν' αφήσωσι την πόλιν. Ενδυθέντες δε φορέματα ιερά και λαμπρά, και αρχηγόν έχοντες Φάβιον τον αρχιερέα, ηυχήθησαν προς τους θεούς, ως εις αυτούς υπέρ της πατρίδος αφιερούμενοι, και εκάθησαν εις τους ελεφαντίνους δίφρους εις την αγοράν, την επερχομένην τύχην των περιμένοντες.

ΚΒ. Την τρίτην δ' από της μάχης ημέραν επήλθεν ο Βρέννος, φέρων το στράτευμα κατά της πόλεως, και ευρών τας πύλας ηνεωγμένας, και τα τείχη φυλάκων έρημα, πρώτον μεν εφοβήθη ενέδραν και δόλον, μη πιστεύων ότι ούτως εντελώς παρητήθησαν οι Ρωμαίοι πάσης ελπίδος. Αφ' ού δ' εγνώρισε την αλήθειαν, εισελθών διά της Κυλλίνης πύλης, εκυρίευσε την Ρώμην, έχουσαν ηλικίαν ολίγον πλείονα των τριακοσίων εξήκοντα ετών από της κτίσεώς της, αν είναι πιστευτόν ότι σώζεται ακρίβειά τις περί της τότε χρονολογίας, εν ώ και περί νεωτέρων συμβάντων αμφιβολίαι υπάρχουσιν ως εκ της τότε συγχύσεως. Αυτής δε της συμφοράς και της αλώσεως φαίνεται ότι αμυδρά φήμη διήλθεν αμέσως εις την Ελλάδα· διότι Ηρακλείδης ο Ποντικός, όστις των καιρών εκείνων δεν ήτον πολύ νεώτερος (392), αναφέρει εν τω «Περί ψυχής» συγγράμματί του λόγον διαδοθέντα εκ δύσεως, ότι στρατός υπερβορείων, ελθών έξωθεν, εκυρίευσε πόλιν Ελληνικήν, την Ρώμην, ιδρυμένην είς τι μέρος εκεί περί την μεγάλην θάλασσαν (393). Δεν απορώ δ' αν ο Ηρακλείδης, όστις είναι μυθογράφος και θαυματογράφος, επεκόσμησε την αλήθειαν, καθ' όσον αφορά την άλωσιν, και διά των Υπερβορείων και διά της μεγάλης θαλάσσης. Ο δε φιλόσοφος Αριστοτέλης, ότι μεν εκυριεύθη η πόλις, είναι προφανές ότι το ήκουσεν ακριβώς. Λέγει όμως ότι ο σώσας αυτήν ήτον ο Λεύκιος, εν ώ ο Κάμιλλος ήτον Μάρκος και όχι Λεύκιος. Αλλά ταύτα μεν λέγονται κατ' εικασίαν. Καταλαβών δε την Ρώμην ο Βρέννος, πέριξ μεν του Καπιτωλίου έστησε φρουράν καταβαίνων δ' ο ίδιος διά της αγοράς, εθαύμαζε βλέπων τους περικαθημένους εκείνους άνδρας κοσμίως και εν σιωπή, οίτινες ούτε ηγέρθησαν όταν έφθασαν οι εχθροί, ούτε ήλλαξαν όψιν ή χρώμα, αλλ' ανέτως και αφόβως ηπλωμένοι εις τα καθέδρας των, άς έφερον εκεί, και βλέποντες ο είς τον άλλον, ησύχαζον. Επροξένει δ' έκπληξιν εις τους Γαλάτας το παράδοξον τούτο θέαμα, και πολύν καιρόν διστάζοντες να εγγίσωσιν αυτούς, διότι τους εθεώρουν ως ανωτέρους ανθρώπων, και να πλησιάσωσιν εις αυτούς, ίσταντο εν απορία. Αλλά τέλος είς αυτών, τόλμην λαβών, ήλθε πλησίον εις τον Παπείριον Μάνιον, και εκτείνας την χείρα, ήγγισεν ελαφρώς τον πώγωνά του, και εκράτει την γενειάδα του, ήτις ήτον πυκνή. Τότε ο Μαπείριος κτυπήσας διά της βακτηρίας την κεφαλήν αυτού, την συνέτριψεν· ο δε βάρβαρος, σύρας την μάχαιράν του, εφόνευσεν εκείνον. Από της στιγμής δ' εκείνης επιπεσόντες, εφόνευον και τους λοιπούς, και εκ των άλλων πολιτών έσφαζον όσους επετύγχανον, και εγύμνουν τας οικίας, πολλάς ημέρας λεηλατούντες την πόλιν. Μετά ταύτα δε την επυρπόλησαν και την κατέσκαπτον, οργιζόμενοι κατά των φρουρούντων το Καπιτώλιον, διότι προσκαλούμενοι υπ' αυτών δεν υπετάσσοντο, αλλά και όταν προσέβαλλον οι Γαλάται, αυτοί τους εκτύπησαν, ανθιστάμενοι από του περιτειχίσματος. Διά τούτο κατέστρεφον την πόλιν, και εξωλόθρευον όσους συνελάμβανον, ομοίως άνδρας και γυναίκας, και γέροντας και παιδία.

ΚΓ. Επειδή δε παρετείνετο η πολιορκία, οι Γαλάται είχον ανάγκην να προμηθευθώσι τροφάς, και διαιρεθέντες, οι μεν έμειναν μετά του βασιλέως και παρεφύλαττον το Καπιτώλιον, οι δ' άλλοι, την χώραν περιερχόμενοι, ελεηλάτουν αυτήν, και εκυρίευον τας κώμας, επιπίπτονπες, ουχί όλοι ομού, αλλ' άλλοι αλλαχού κατ' αρχηγίας και συντάγματα, και εσκορπίζοντο, μεγαλοφρονούντες διά τας επιτυχίας αυτών, και ουδέν φοβούμενοι. Το δε πλείστον και μάλλον συγκεκροτημένον μέρος αυτών προυχώρει προς την πόλιν των Αρδεατών, εις ήν διέτριβεν ο Κάμιλλος, εν αργία και απραξία διατελών μετά την φυγήν του, και ιδιωτεύων, ελπίδας δε τρέφων και διαλογισμούς ουχί ανθρώπου αρκουμένου να διαφύγη τους πολεμίους, αλλά σκεπτομένου πώς να τοις αντισταθή αν παρουσιάζετο η περίστασις. Διό βλέπων ότι οι Αρδεάται ήσαν ικανοί τον αριθμόν, τόλμης όμως εστερημένοι, εξ αιτίας της απειρίας και της μικροψυχίας των στρατηγών, ομίλησε πρώτον προς τους νέους, λέγων ότι δεν πρέπει να θεωρώσι την ήτταν των Ρωμαίων ως των Κελτών ανδρίαν, ουδέ να νομίζωσιν ότι όσα έπαθον εκείνοι διότι κακώς εσκέφθησαν ήσαν κατορθώματα των εχθρών, οίτινες ουδόλως συνετέλεσαν εις την νίκην, αλλ' ότι ήσαν της τύχης σύμπτωσις. Προσέθετε δ' ότι καλόν είναι και διά πολλών κινδύνων ν' απωθήσωσιν εχθρόν βάρβαρον και αλλόφυλλον, όστις, ως το πυρ, άλλο τέλος της νίκης του δεν γνωρίζει, πλην της εντελούς εξολοθρεύσεως του εχθρού του· ότι δ' αν λάβωσι θάρρος και δείξωσι προθυμίαν, τοις υπέσχετο εν καιρώ την νίκην ακίνδυνον. Αφ' ού δ' εδέχθησαν τούτους τους λόγους οι νέοι, απετάθη ο Κάμιλλος προς τους άρχοντας και τους προβούλους των Αρδεατών, και πείσας και τούτους, ώπλησε πάντας τους ενήλικας, και τους εκράτει εντός του τείχους, θέλων να μη τους εννοήσωσιν οι εχθροί, οίτινες ήσαν ήδη πλησίον. Όταν δ' ούτοι, έφιπποι περιελθόντες την χώραν, και βαρείς υπό του πλήθους των λαφύρων, αμελώς και αφροντίστως εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα, τους εύρεν η νυξ ενώ εμέθυον, και σιωπή κατέλαβε το στρατόπεδον. Ταύτα μαθών ο Κάμιλλος παρά των κατασκόπων, έφερεν έξω τους Αρδεάτας· και ησύχως διαβάς τον μεταξύ τόπον, περί το μεσονύκτιον έφθασεν εις το χαράκωμα, μεγάλας εγείρων κραυγάς, και διά των σαλπίγγων πανταχόθεν ταράττων τους ανθρώπους, οίτινες υπό μέθης μόλις και μετά δυσκολίας εξύπνων εις τον μέγαν θόρυβον. Και ολίγοι μεν εγερθέντες έμφοβοι και οπλισθέντες αντέστησαν εις τον Κάμιλλον, και έπεσαν πολεμούντες· τους δε πλείστους υπό του ύπνου έτι και υπό του οίνου ευρίσκοντες κατεχομένους, τους εφόνευον αόπλους. Τους ολίγους δ' όσοι βοήθεια της νυκτός διέφυγον διά του χαρακώματος, τούτους την ημέραν σποράδην περιφερομένους εις την χώραν τους κατεδίωκον οι ιππείς και τους απέκτεινον.

ΚΔ. Την πράξιν δε ταύτην ταχέως εις τας πόλεις η φήμη διασαλπίζουσα, επροκάλει πολλούς των νέων να συρρεύσωσιν εις τα όπλα. Προ πάντων δε όσοι Ρωμαίοι, διαφυγόντες την εν Αλία μάχην ήσαν εις τους Βηίους, ωδύροντο καθ' εαυτούς λέγοντες· «Ποίον αρχηγόν αφήρεσεν αφ' ημών ο κακός δαίμων της Ρώμης, διά των κατορθωμάτων του Καμίλλου δοξάσας τους Αρδεάτας, εν ώ η πόλις ήτις εγέννησε και έθρεψε τοιούτον άνδρα, απωλέσθη καταστραφείσα. Ημείς δε, στρατηγού στερούμενοι, εκλείσθημεν εις ξένα τείχη, και καθήμεθα την Ιταλίαν εγκαταλείψαντες. Αλλ' ας στείλωμεν να ζητήσωμεν παρά των Αρδεατών τον στρατηγόν ημών, ή, λαβόντες τα όπλα, ας απέλθωμεν ημείς προς εκείνους· διότι δεν είναι πλέον φυγάς, ουδ' ημείς είμεθα πλέον πολίται, αφ' ού πατρίδα δεν έχομεν, και αύτη είναι υπό των πολεμίων την εξουσίαν.» Ταύτα ενέκρινον πάντες, και πέμψαντες, παρεκάλεσαν τον Κάμιλλον να δεχθή την αρχηγίαν αυτών. Αλλ' εκείνος απήντησεν ότι δεν την δέχεται πριν ή κατά τον νόμον ψηφίσωσι τούτο οι εν τω Καπιτωλίω πολίται· διότι εκείνους θεωρεί ως πατρίδα, εν όσω σώζονται, και αν μεν εκείνοι διατάξωσιν, ότι θέλει υπακούσει προθύμως, αν δ' εκείνοι δεν θέλωσι, δεν θέλει αναμιχθή. Και την μεν ευλαβή μετριοφροσύνην και την καλοκαγαθίαν του Καμίλλου εθαύμασαν· δεν ήξευρον δε τίνα να πέμψωσιν όπως ν' αναγγείλη ταύτα εις το Καπιτώλιον, ή μάλλον όλως αδύνατον τοις εφαίνετο, εν ώ οι εχθροί κατείχον την πόλιν, να πέμψωσιν απεσταλμένον εις την Ακρόπολιν.

ΚΕ. Υπήρχε δε μεταξύ των νέων Πόντιός τις Κομίνιος καλούμενος, εκ των μέσων πολιτών κατά το γένος, αγαπών όμως την τιμήν και την δόξαν. Ούτος ανεδέχθη εκουσίως το δύσκολον έργον. Και γράμματα μεν δεν έλαβε προς τους εν Καπιτωλίω, μήπως συλλαβόντες αυτόν οι εχθροί μάθωσι δι' αυτών τους σκοπούς του Καμίλλου. Φορέσας δε πενιχρά φορέματα, και φέρων φελλούς υπ' αυτά, τον μεν επίλοιπον δρόμον διήλθεν αφόβως εν καιρώ ημέρας. Έφθασε δε πλησίον της πόλεως όταν είχεν ήδη επέλθει το σκότος· και μη δυνάμενος να περάση επί γεφύρας τον ποταμόν, διότι αυτάς οι βάρβαροι παρεφύλαττον, περιετύλιξε περί την κεφαλήν τα φορέματά του, διότι ήσαν ολίγα και όχι βαρέα, και παραδοθείς εις τους φελλούς, οίτινες ανεκούφιζον το σώμα του, επέρασεν ούτω και απέβη εις την πόλιν. Αποφεύγων δε τους αγρυπνούντας στρατιώτας, ούς διέκρινεν εκ των φώτων και εκ του θορύβου, διευθύνθη προς την Καρμεντίδα πύλην, ήτις ήτον η ησυχωτέρα, και όπου ο λόφος του Καπιτωλίου ήτον προ πάντων όρθιος, και πολλή και τραχεία ηγείρετο πέριξ η πέτρα. Δι' αυτής ανέβη κρυφίως, και επλησίασε τους φυλάττοντας το τείχος, δυσκόλως και μόλις κατά τα μάλλον ευεπίβατα μέρη. Χαιρετίσας δε τους άνδρας, είπε το όνομά του, και τότε τον επήραν αυτοί, και επήγε προς τους άρχοντας των Ρωμαίων. Έγινε δ' αμέσως σύγκλητος, και παρουσιασθείς αυτός, ανήγγειλε του Καμίλλου την νίκην, περί ής πρότερον ουδέν είχον ακούσει, και διηγείτο την απόφασιν των στρατιωτών, και τους παρεκάλει να επικυρώσωσι του Καμίλλου την εξουσίαν, διότι εις μόνον εκείνον επείθοντο οι έξω πολίται. Ακούσαντες δε ταύτα εκείνοι και συσκεφθέντες, ανεκήρυξαν τον Κάμιλλον Δικτάτωρα, και τον Πόντιον εξαπέστειλον πάλιν διά της ιδίας οδού, και η επιστροφή του επέτυχεν επίσης ευτυχέστατα, διότι διέφυγε τους εχθρούς, και έφερε της βουλής τας αποφάσεις εις τους έξω Ρωμαίους.

ΚΣΤ. Ως δ' εκείνοι εδέχθησαν ταύτα προθύμως, ελθών ο Κάμιλλος, εύρεν είκοσι χιλιάδας ενόπλους, και έτι περισσοτέρους συνήθροισεν εκ των συμμάχων, και ητοιμάζετο διά την προσβολήν. Ούτως εξελέγη εκ δευτέρου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος (394). Εις δε την Ρώμην τινές των βαρβάρων κατά τύχην διαβαίνοντες εμπρός του μέρους δι' ού ο Πόντιος ανέβη διά νυκτός εις το Καπιτώλιον, και παρατηρήσαντες εις πολλά μεν μέρη ίχνη ποδών και χειρών, όπου εκείνος εκρατείτο και εστηρίζετο, και πεπατημένα πολλά των φυτών όσα εβλάστανον επί των κρημνών, και ολισθημάτων σημεία εις τα γαιώδη μέρη, ανέφερον ταύτα εις τον βασιλέα των. Ελθών δ' εκείνος και ιδών ταύτα, τότε μεν έμεινεν ησυχάζων· το δ' εσπέρας, συναθροίσας εκείνους των Κελτών όσοι είχον τα σώματα ελαφρότερα και ήσαν καταλληλότεροι διά να βαδίζωσιν εις τα όρη, «Την μεν οδόν, είπεν, ήτις φέρει προς τους εχθρούς, και ήτις μας ήτον άγνωστος μέχρι τούδε, μας δεικνύουσιν αυτοί οι εχθροί, ότι δεν είναι ούτε απάτητος, ούτε άβατος εις ανθρώπους. Αισχύνη δε πολλή δι' ημάς, όταν έχωμεν την αρχήν, να μείνωμεν ελλειπείς εις το τέλος, και ν' αφήσωμεν τον τόπον ως αν δεν τον είχομεν κυριεύσει, ενώ αυτοί οι εχθροί μας διδάσκουσι πόθεν πορθείται. Διότι όπου είναι εύκολον είς μόνος ν' αναβή, δεν είναι ουδ' εις πολλούς δύσκολον όταν ανά είς αναβαίνωσι, συναλλήλως βοηθούμενοι και ενισχυόμενοι. Θέλουσι δε δοθή εις έκαστον δωρεαί και αμοιβαί ανάλογοι προς την ανδραγαθίαν του.»

ΚΖ. Ως είπε ταύτα ο βασιλεύς, ανεδέχθησαν οι Γαλάται προθύμως την επιχείρησιν, και περί το μεσονύκτιον πατήσαντες πολλοί ομού εις την πέτραν, ανέβησαν μετά σιωπής, προσέρποντες εις τους κρημνούς, οίτινες ήσαν μεν τραχείς και απότομοι, αλλ' εφάνησαν, όταν εδοκίμασαν να τους αναβώσιν, ευκολώτεροι και ομαλώτεροι αφ' ό,τι ενόμιζον. Ώστε οι πρώτοι ανέβησαν εις την άκραν και παρετάττοντο, και παρ' ολίγον θα κατελάμβανον το προτείχισμα, και θα επέπιπτον κατά των φυλάκων εν ώ εκοιμώντο· διότι ουδείς τους ήκουσεν, ούτε άνθρωπος ούτε κύων. Αλλ' υπήρχον περί τον ναόν της Ήρας ιεραί χήνες, αίτινες ετρέφοντο αφθόνως όλον τον άλλον καιρόν τότε όμως, επειδή ολίγαι ήσαν αι τροφαί και μόλις τοις εξήσκουν, αμελούμεναι, εις κακήν διετέλουν κατάστασιν. Και εκ φύσεως μεν είναι το ζώον τούτο ψοφοδεές, και έχει οξείαν την ακοήν. Εκείναι δε τότε, επειδή επείνων, έτι μάλλον αγρυπνούσαι και θορυβώδεις γενόμενοι, ήκουσαν ταχέως την είσοδον των Γαλατών, και μεθ' ορμής και κλαγκής φερόμεναι προς αυτούς, εξύπνισαν όλους τους φρουρούς, και οι βάρβαροι, βλέποντες ότι απεκαλύφθησαν, επέπιπτον ήδη βιαιότερον, και μη φροντίζοντες να καταστέλλωσι πλέον τον θόρυβον. Αρπάσαντες λοιπόν οι Ρωμαίοι ό,τι όπλον έτυχεν έκαστος, έτρεχον ν' αντισταθώσιν όπως εδύναντο. Πρώτος δε πάντων ο Μάλλιος, υπατικήν έχων εξουσίαν, ρωμαλέος δε το σώμα, και διαπρέπων διά της ψυχής του το φρόνημα, απήντησε δύο συγχρόνως εχθρούς, και εν ώ ο είς ήγειρεν ήδη την κοπίδα να τον θανατώση, επρόφθασε και του απέκοψε την δεξιάν χείρα διά του ξίφους του, τον δ' άλλον εκτύπησε διά της ασπίδος του εις το πρόσωπον, και τον απώθησεν οπίσω εις τον κρημνόν. Σταθείς δ' εις το τείχος μεθ' όλων των άλλων όσοι συνέρρευσαν και τον περιεστοίχισαν, απέκρουσε τους άλλους όσοι είχον αναβή, και οίτινες ούτε πολλοί ήσαν, ούτε άξιόν τι της τόλμης των έπραξαν. Ούτω δε διαφυγόντες τον κίνδυνον, άμα εξημέρωσε, τον μεν αρχηγόν των φυλάκων έρριψαν εις τους πολεμίους κατά των κρημνών, εις δε τον Μάλλιον ψηφίσαντες αριστείον της νίκης, προς τιμήν μάλλον παρά διότι είχεν ανάγκην, συνεισέφερον υπέρ αυτού όσον ελάμβανεν έκαστος εις τροφήν εκάστης ημέρας, σίτου μεν εντοπίου ημίλιτρον (ως αυτοί τ' ονομάζουσιν), οίνου δε κοτύλης Ελληνικής τέταρτον (395).

ΚΗ. Έκτοτε ήρχισαν να προβαίνωσιν αθυμότερα τα πράγματα των Κελτών, διότι εστερούντο τροφών αφ' ότου διά τον φόβον του Καμίλλου δεν εδύναντο να επιδοθώσιν εις λαφυραγωγίαν και νόσος ενέσκηψε προσέτι εις αυτούς, διότι κατεσκήνουν εις ερείπια, αναμεμιγμένοι μετά των νεκρών οίτινες έκειντο εις αυτά σωρηδόν και προσέτι το βάθος της στάχτης, ήτις ανέπεμπεν αέρα ξηρόν και δριμύν, και διεφθαρμένον υπό του καύσωνος και υπό των ανέμων, έβλαπτε τα σώματα διά της αναπνοής. Προ πάντων δε τους κατέβαλεν η μεταβολή της συνήθους αυτοίς διαίτης, διότι εκ τόπων σκιερών, και εχόντων το θέρος δροσερά καταφύγια, κατέβησαν εις χώραν χαμηλήν, ήτις δεν ήτον ευκραής το φθινόπωρον ουχί ήττον δε και η πολυχρόνιος πολιορκία, κρατούσα προ επτά ήδη μηνών ακινήτους αυτούς εμπρός του Καπιτωλίου. Ένεκα τούτων φθορά μεγάλη επήλθεν εις το στρατόπεδον, και ουδ' εθάπτοντο πλέον διά το πλήθος οι αποθνήσκοντες. Αλλ' ουδέ των πολιορκουμένων δεν ήτον πολύ καλλητέρα η κατάστασις. Η πείνα ηύξανε πάντοτε, και η άγνοια αυτών περί των κινημάτων του Καμίλλου τους ενέβαλλεν εις πολλήν αθυμίαν, και κανείς δεν ήρχετο εκ μέρους αυτού, διότι η πόλις εφρουρείτο ακριβώς υπό των βαρβάρων. Επειδή λοιπόν εις τοιαύτην ήσαν θέσιν αμφότεροι, οι προφύλακες συναπαντώμενοι ήρχισαν να έρχωνται εις λόγους συμβιβασμού, έπειτα δε, κατ' απόφασιν των επισημοτέρων, συνωμίλησε μετά του Βρέννου ο Σουλπίκιος, ο χιλίαρχος των Ρωμαίων, και εσυμφωνήθη, οι μεν Ρωμαίοι να καταβάλωσι χιλίας λίτρας χρυσού (396), οι δ' εχθροί να λάβωσιν αυτάς, και ν' αναχωρήσωσεν αμέσως εκ της πόλεως και εκ της χώρας. Επί τούτων έγιναν όρκοι, και το χρυσίον εκομίσθη· οι δε Κελτοί κατ' αρχάς εδολιεύοντο κρυφίως τα ζύγια, έπειτα δε και φανερώς είλκον κάτω και διέστρεφον την πλάστιγγα, και ηγανάκτουν δι' αυτό οι Ρωμαίοι. O δε Βρέννος, ως εφυβρίζων και καταγελών αυτούς, λύσας την μάχαιραν μετά του ζωστήρος του, προσέθηκεν αυτά εις τα βάρη· και όταν ο Σουλπίκιος τον ηρώτησε τι είναι τούτο, «Τι άλλο, απεκρίθη, παρά δυστυχία εις τους νενικημένους» (397), και τούτο έγινεν έκτοτε λόγος παροιμιώδης. Οι δε Ρωμαίοι, άλλοι μεν ηγανάκτουν, και εφρόνουν ότι πρέπει λαβόντες το χρυσίον ν' αναχωρήσωσι, και να υπομείνωσι την πολιορκίαν· άλλοι δ' έλεγον ότι πρέπει να υποφέρωσι την μετρίαν αυτήν αδικίαν, μη νομίζοντες αισχρόν το να δώσωσι περισσότερα, και να υπομείνωσιν ουχί ως δικαίαν, αλλ' ως εξ ανάγκης γινομένην την δόσιν.

ΚΘ. Εν ώ δ' ούτως εφιλονείκουν οι Κελτοί και αυτοί, έφθασεν ο Κάμιλλος εις τας πύλας, φέρων τον στρατόν, και μαθών τα γινόμενα, διέταξε τους λοιπούς να τον ακολουθώσιν εν τάξει και βραδέως, αυτός δε, σπεύδων μετά των επισημοτέρων, διευθύνθη αμέσως προς τους Ρωμαίους. Τότε εκείνοι υποχωρήσαντες εμπρός του, εδέχθησαν αυτόν ως αυτοκράτορα μετ' ευκοσμίας και σιωπής· αυτός δ' επήρε τον χρυσόν από της ζυγαριάς και τον έδωκεν εις τους υπηρέτας· την δε ζυγαριάν και τα βαρύδια διέταξε τους Καλετούς να τα λάβωσι και ν' αναχωρήσωσιν, ειπών ότι πάτριον έθος είναι εις τους Ρωμαίους να σώζωσι την πατρίδα διά σιδήρου, ουχί διά χρυσού. Προς ταύτα ηγανάκτει ο Βρέννος, και έλεγεν ότι αδίκως ηθετείτο η συμφωνία· αλλ' ο Κάμιλλος αντέκρουε ταύτα, λέγων ότι αι συνθήκαι δεν έγινον νομίμως, ουδ' έχουσι κύρος, ως συνομολογηθείσα μετ' ανθρώπων οίτινες εξουσίαν δεν είχον όταν αυτός ήτον ήδη Δικτάτωρ εκλελεγμένος, και ουδείς άλλος εξήσκει αρχήν κατά νόμον. Ήδη δ' ότι πρέπει να ειπώσιν εάν τι θέλωσι, διότι ήλθεν έχων νόμιμον εξουσίαν και να τους συγχωρήση αν παρακαλέσωσι, και να τιμωρήση τους ενόχους, αν δεν μετανοώσι. Προς τους λόγους τούτους θορυβηθείς ο Βρέννος, επεχείρησε να έλθη αμέσως εις χείρας, και έσυραν εκατέρωθεν τα ξίφη, και ήρχισαν να σπρώχνωνται, αναμεμιγμένοι προς αλλήλους, ως ήτον επόμενον, διότι εκινούντο μεταξύ οικιών και στενωπών, και εις τόπους μη επιδεχομένους στρατιωτικήν παράταξιν. Αλλά ταχέως συνελθών ο Βρέννος, απήγαγε τους Κελτούς εις το στρατόπεδον, χωρίς να φονευθώσι πολλοί, και εγείρας όλους την νύκτα, εγκατέλιπε την πόλιν. Προχωρήσας δ' εξήκοντα στάδια (398) εστρατοπέδευσε παρά την Γαβινίαν (399) οδόν. Άμα δ' εξημέρωσεν, ήλθεν ο Κάμιλλος κατ' αυτού ωπλισμένος λαμπρώς, μετά των Ρωμαίων οίτινες είχον αναλάβει τότε το θάρρος των. Μετ' ισχυράν δε και μακράν μάχην, έτρεψεν αυτούς εις φυγήν, αφ' ού πολλούς εφόνευσε, και εκυρίευσε το στρατόπεδον. Εκ δε των φυγάδων άλλοι μεν ευθύς εθανατώθησαν καταδιωχθέντες, τους δε περισσοτέρους, διασπαρέντας, απέκτεινον ορμώντες κατ' αυτών εκ των πέριξ πόλεων και χωρίων.