ΣΤ. Μετά ταύτα δ' υπέπεσεν εις σφάλμα ο Αννίβας· διότι θέλων να μακρύνη περισσότερον το στράτευμά του από του Φαβίου, και να καταλάβη πεδιάδας έχουσας νομάς, διέταξε τους οδηγούς μετά το δείπνον ευθύς να τους οδηγήσωσιν εις το Κασινάτον (602), εκείνοι δε, μη ακούσαντες καλώς την λέξιν εξ αιτίας της βαρβάρου του προφοράς, ωδήγησαν την δύναμιν αυτού και την έφερον εις της Καμπανίας τα έσχατα άκρα, εις την πόλιν Κασιλίνον, ήν σχίζει, διά μέσου ρέων αυτής, ο Λοθρόνος ποταμός (603) όν οι Ρωμαίοι καλούσι Ουουλτούρνον. Περιλαμβάνετε δ' η χώρα εκείνη κατά μεν τα λοιπά μέρη αυτής υπό στεφάνης βουνών μία δε μόνη στενή κοιλάς ανοίγεται προς την θάλασσαν, όπου εκβάλλουσιν οι βάλτοι οι σχηματιζόμενοι υπό του πόταμου όταν εκχειλίζηται, και άμμους έχει βαθείς, και εις θάλασσαν ανοίγεται κυματώδη και επικίνδυνον. Εδώ κατέβη ο Αννίβας· ο δε Φάβιος, έμπειρος ων των οδών, ήλθε πέριξ, και οπλίτας στήσας τετρακισχιλίους, έφραξε την διέξοδον. Τον δ' επίλοιπον στρατόν καθίσας εις καταλλήλους θέσεις υπεράνω των άλλων άκρων, ώρμησε μετά των ελαφροτάτων και των προχειροτάτων στρατιωτών εις τας τελευταίας των εχθρών τάξεις, και συνετάραξεν όλον το στράτευμα, και εφόνευσε σχεδόν οκτακοσίους. Τότε ο Αννίβας ηθέλησε να μακρύνη εκείθεν το στράτευμα, εννοήσας το λάθος ως προς τον τόπον και τον κίνδυνον, και ετιμώρησε μεν τους οδηγούς, σταυρώσας αυτούς, ελπίδα δ' ουδεμίαν είχε να βιάση τους εχθρούς εις μάχην, εν ώ ήσαν των υψωμάτων κύριοι. Αθυμία λοιπόν κατέλεβε τότε πάντας και φόβος, διότι έβλεπον ότι είχον περιέλθει πανταχόθεν εις αμηχανίαν, εξ ής δεν υπήρχεν απαλλαγή δι' αυτούς. Απεφάσισεν επομένως ο Αννίβας ν' απατήση τους εχθρούς διά δόλου, και έπραξε ταύτα. Διέταξε να λάβωσιν ως δύο χιλιάδας βοών εκ των αιχμαλωτισθέντων, και να δέσωσιν εις έκαστον των κεράτων αυτών δέμα λυγαριάς ή ξηρών φρυγάνων και έπειτα την νύκτα, όταν δοθή το σημείον, ν' ανάψωσιν αυτά, και να διώξωσι τα ζώα προς τα όρη, κατά τα στενά και τας φυλακάς των εχθρών. Εν ώ δ' ητοίμαζον ταύτα οι διαταχθέντες, παραλαβών αυτός το επίλοιπον στράτευμα, προέβαινε μετ' αυτού βραδέως. Οι δε βόες, εν όσω μεν το πυρ ήτον ολίγον, και έκαιε μόνον τα δέματα, επροχώρουν ησύχως διωκόμενοι προς τους πρόποδας των βουνών και μετά θαυμασμού έβλεπον οι ποιμένες και οι βουκόλοι από των κορυφών τας φλόγας ως έλαμπον εις τον κεράτων τα άκρα, και εφαίνοντο ως αν εβάδιζε στρατόπεδον εν τάξει μετά λαμπάδων πολλών. Όταν όμως πυρούμενα τα κέρατα μέχρι ρίζης διέδωκαν την αίσθησιν εις την σάρκα, και υπό του πόνου παραφερόμενοι και τας κεφαλάς τινάσσοντες, μετέδιδον οι βόες εις αλλήλους τας φλόγας, τότε δεν έμεινον πλέον εις της πορείας την τάξιν, αλλ' ήρχισαν υπό φόβου και αλγηδόνος να τρέχωσι προς τα όρη, λάμποντες κατά τας ουράς και τα μέτωπα, και τους θάμνους ανάπτοντες δι' ών έφευγον. Ήτον δε το θέαμα τούτο καταπληκτικόν διά τους Ρωμαίους, οίτινες παρεφύλαττον τας διαβάσεις· διότι αι φλόγες εφαίνοντο ως λαμπάδες άνω και κάτω φερόμεναι υπ' ανθρώπων οίτινες έτρεχον. Και θόρυβος διηγέρθη και φόβος πολύς μεταξύ αυτών, και ενόμιζον ότι εχθροί επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι άλλοθεν, και πανταχόθεν ότι τους περιεκύκλουν. Διά τούτο δεν ετόλμησαν να παραμείνωσιν, αλλ' ανεχώρησαν προς το μέγα στρατόπεδον, αφήσαντες τα στενά. Συγχρόνως δ' επελθόντες οι ψιλοί του Αννίβου, κατέλαβον τας διόδους. Η δε λοιπή αυτών δύναμις προυχώρησε τότε αφόβως, σύρουσα μεθ' εαυτής τα πολλά και βαρέα λάφυρα.
Ζ. Ο δε Φάβιος, εν ώ ήτο νυξ έτι ενόησε τον δόλον, διότι φεύγοντες τινές βόες και διεσπαρμένοι έπεσον εις τας χείρας του. Φοβούμενος όμως ενέδρας εν μέσω του σκότους, εκράτει το στράτευμα ωπλισμένον αλλ' ακινητούν. Ως δ' εξημέρωσεν, ετράπη εις καταδίωξιν, και έφθασε τους εσχάτους, και συμπλοκή έγινε κατά τα στενά, και πολύς ήν ο θόρυβος, έως ότου ο Αννίβας εκ του μετώπου του στρατού του έστειλεν Ίβηρας (604) άνδρας εμπείρους ν' αναβαίνωσιν εις τα όρη, ελαφρούς και ταχείς, οίτινες επιπεσόντες εις βαρείς τους Ρωμαίους οπλίτας, εφόνευσαν πολλούς, και έστρεψαν οπίσω τον Φάβιον. Τότε δε μάλιστα κατηγορήθη και κατεφρονήθη ο Φάβιος· διότι παρητήθη της τόλμης των όπλων, διισχυριζόμενος ότι θέλει νικήσει τον Αννίβαν διά της φρονήσεως και διά της προνοίας· αντί δε τούτου εφαίνετο νικηθείς και απατηθείς εκ των στρατηγημάτων εκείνου. Θέλων δ' έτι μάλλον ν' αυξήση την κατ' αυτού οργήν των Ρωμαίων ο Αννίβας, όταν ήλθεν εις τους αγρούς αυτού, όλα μεν τ' άλλα διέταξε να τα καύσωσι και να τα καταστρέψωσιν, απηγόρευσε δε να εγγίσωσιν εκείνους μόνους, και έθεσε φυλακήν, διά να μη τους βλάψη κάνεις ουδέ λάβη τι εξ αυτών. Ταύτα, όταν εγνώσθησαν εις την Ρώμην, ηύξησαν τας κατά του Φαβίου διαβολάς· και πολλή μεν υπήρχε καταβοή κατ' αυτού εκ μέρους των δημάρχων προς τον δήμον, ήν διήγειρε και παρώξυνε προ πάντων ο Μετίλιος, ουχί έχων έχθραν τινά προς τον Φάβιον, αλλά διότι ήτο φίλος του ιππάρχου Μινουκίου, και ενόμιζεν ότι αι κατά τούτου κατηγορίαι έφερον τιμήν εις εκείνον και δόξαν. Ωργίσθη δε και η βουλή κατ' αυτού, μεμφομένη τας περί αιχμαλώτων συνθηκολογίας αυτού μετά του Αννίβου· διότι εσυμφώνησαν ν' ανταλλάσσωσιν άνδρα προς άνδρα, και αν οι του ενός μέρους ήσαν περισσότεροι, ο εξαγοράζων αυτούς να δίδη δραχμάς διακοσίας πεντήκοντα δι' έκαστον. Όταν λοιπόν έγινεν η κατ' άνδρα ανταλλαγή, και, ευρέθησαν παρά τω Αννίβα υπόλοιποι Ρωμαίοι διακόσιοι τεσσαράκοντα, η σύγκλητος απεφάσισε να μη στείλη τούτων τα λύτρα, και κατηγόρει προσέτι τον Φάβιον ότι εξηγόραζεν, ούτε προς την αξιοπρέπειαν συμφώνως, ούτε προς το συμφέρον της πόλεως, άνδρας οίτινες εζωγρήθησαν υπό των εχθρών. Ταύτα ακούσας ο Φάβιος, την μεν οργήν των πολιτών υπέφερε πράως· χρήματα δε μη έχων, και μη ανεχόμενος να ψευσθή προς τον Αννίβαν και ν' αφήση τους πολίτας, έστειλε τον υιόν του εις την Ρώμην, διατάξας αυτόν να πωλήση τους αγρούς του, και να τω φέρη αμέσως τα χρήματα εις το στρατόπεδον. Άμα λοιπόν ο νέος επώλησε τα κτήματα, και επέστρεψεν, έστειλε τα λύτρα, προς τον Αννίβαν, και έλαβεν οπίσω τους αιχμαλώτους· και όταν μετά ταύτα πολλοί τω τα απέδιδον, δεν τα έλαβε παρ' ουδενός, αλλά τα εχάρισεν εις όλους.
Η. Μετά ταύτα δε, επειδή οι ιερείς τον εκάλουν εις την Ρώμην διά τινας θυσίας, παρέδωκε τον στρατόν εις τον Μινούκιον, μετά παραγγελίας να μη πολεμήση, ουδέ να συγκρουσθή παντάπασι μετά του εχθρού· και ταύτα απηγόρευσεν ού μόνον ως στρατηγός, αλλά και παραινέσεις τω έδωκε, και παρακλήσεις πολλάς τω απεύθυνεν. Αλλ' εκείνος, ολίγον διά τούτο φροντίσας, ευθύς εκινήθη κατά των εχθρών. Παραφυλάξας δε τον Αννίβαν όταν αφήκε τον πλείστον στρατόν του να σιτολογήση, προσέβαλε τους υπολειπομένους, τους κατέκλεισεν εις τα χαρακώματά των, και πολλούς εφόνευσε, και φόβον ενέπνευσεν εις όλους, ότι θέλει τους πολιορκήσει. Τότε, εν ώ η δύναμις του Αννίβου συνήρχετο πάλιν εις το στρατόπεδον, αυτός ανεχώρησεν ασφαλώς, πλήρης αμέτρου μεγαλαυχίας, και θάρρους εμπλήσας το στράτευμα. Τέλος δ' έφθασεν εις Ρώμην η φήμη του έργου, έτι μάλλον εξογκωθείσα. Και ο μεν Φάβιος, όταν ήκουσεν αυτήν, είπεν ότι έτι μάλλον φοβείται του Μινουκίου την ευτυχίαν· ο δε δήμος επαρθείς, συνέτρεχε μετά χαράς εις την αγοράν και αναβάς εις το βήμα ο δήμαρχος Μετίλιος, εδημηγόρει εγκωμιάζων τον Μινούκιον, τον δε Φάβιον κατηγόρει ουχί διά χαυνότητα ή δι' ανανδρίαν, αλλ' ήδη διά προδοσίαν, συνεγκαλών και τους ισχυροτάτους και τους πρώτους εκ των άλλων ανδρών, ότι αυτοί προκάλεσαν τον πόλεμον εξ αρχής, όπως διαλύσωσι την δημοκρατίαν, και παραδώσασι την πόλιν εις ανεύθυνον μοναρχίαν, ήτις, χρονοτριβούσα, να δώση καιρόν εις τον Αννίβαν να καθιδρύση την δύναμίν του, και κυριεύων ήδη της Ιταλίας, να φέρη και άλλην δύναμιν εκ Λιβύας.
Θ. Προσελθών δε μετά ταύτα ο Φάβιος, εις μεν τον δήμαρχον ουδ' εφρόντισε ν' απολογηθή· είπε δε να γίνωσι τάχιστα αι θυσίαι και αι ιερουργίαι, διά ν' απέλθη εις το στράτευμα να τιμωρήση τον Μινούκιον, διότι συνεκρούσθη μετά των εχθρών, εν ώ αυτός τω είχεν απαγορεύσει τούτο. Τότε θόρυβος ηγέρθη εν τω δήμω πολύς, διά τον κίνδυνον όν διέτρεχεν ο Μινούκιος· Διότι εις τον Δικτάτωρα επιτρέπεται και να φυλακίση και να θανατώση προ της δίκης. Ενόμιζον δ' ότι ο θυμός του Φαβίου, παρεκτραπείς εκ της συνήθους αυτού πραότητος, έπρεπε να είναι βαρύς και αδυσώπητος. Όθεν οι μεν άλλοι φοβηθέντες, ησύχαζον. Ο δε Μετίλιος, άφοβος εξ αιτίας της δημαρχικής αυτού θέσεως, ήτις μόνη, όταν εκλέγηται Δικτάτωρ, δεν στερείται της εξουσίας της, αλλά μένει εν ώ αι λοιπαί καταλύονται, επέμενε παρά τω δήμω, και τον παρεκάλει να μη εγκαταλείψη τον Μινούκιον και να μη τον αφήση να πάθη ό,τι ο Μάλλιος Τουρκουάτος (605) έπραξε προς τον υιόν του, αποκεφαλίσας αυτόν διά πελέκεως, αφ' ού ηρίστευσε και εστεφανώθη. Προέτρεπε δε ν' αφαιρέσωσιν από του Φαβίου την τυραννίδα, και ν' αναθέσωσι τα πράγματα εις τον δυνάμενον και θέλοντα να τα σώση. Εκ τοιούτων λόγων παρακινηθέντες οι άνθρωποι, τον μεν Φάβιον δεν ετόλμησαν ν' αναγκάσωσι να παραιτήση την μοναρχίαν, αν και ουδεμίας απελάμβανε δόξης, εψήφισαν δ' ο Μινούκιος να ήναι της στρατηγίας ομότιμος, και να διευθύνη τον πόλεμον μετ' ίσης εξουσίας ως και ο Δικτάτωρ, πράγμα απαραδειγμάτιστον άλλοτε, επαναληφθέν δ' ολίγον μετά ταύτα, μετά την εν Κάνναις ήτταν. Τότε Δικτάτωρ ήτον επί των στρατοπέδων ο Μάρκος Ιούνιος. Εις δε την πόλιν εφάνη αναγκαίον ν' αναπληρωθή το βουλευτικόν σώμα, διότι πολλοί συγκλητικοί είχον πέσει εις την μάχην, και τότε εξελέξαντο και άλλον Δικτάτωρα, τον Φάβιον Βουστεώνα. Αλλ' ούτος, άμα εφάνη εις το δημόσιον, και κατέταξε τους άνδρας, και συνεπλήρωσε την βουλήν, αυθημερόν απέπεμψε τους ραβδούχους, και διαφυγών τους θέλοντας να τον προαγάγωσιν, εισήλθεν εις τον όχλον, και συνανεμίγη μετ' αυτού, και ως ιδιώτης διέτριβεν εις την αγοράν, διοικών και διαθέτων τας ιδίας αυτού υποθέσεις.
I. Αναδείξαντες δε τον Μινούκιον ισοδύναμον προς τον Δικτάτωρα, ενόμιζον ότι κατέβαλον και εταπείνωσαν τούτον, πολύ ολίγον γνωρίζοντες τον άνδρα· διότι αυτός την ανοησίαν εκείνην δεν εθεώρει ως συμφοράν εδικήν του. Όταν ποτέ τις είπε προς τον σοφόν Διογένην (606), «Αυτοί σε περιγελώσιν,» «Αλλ' εγώ δεν περιγελώμαι», απεκρίθη εκείνος· διότι εφρόνει ότι εκείνοι μόνον περιγελώνται, όσοι συναισθάνονται τα τοιαύτα, και ταράττονται εξ αυτών. Ούτω και ο Φάβιος ανείχετο απαθώς και ευκόλως το καθ' εαυτόν τα γινόμενα, συντελών εις απόδειξιν του αξιώματος των φιλοσόφων, ότι ο αγαθός και σπουδαίος ανήρ ούτε υβρίζεται ούτε ατιμάζεται. Τον ελύπει όμως του πλήθους η αφροσύνη διά τα κοινά, διότι έδιδεν αφορμήν προς πόλεμον εις άνδρα μη έχοντα υγιαίνουσαν την φιλοτιμίαν. Φοβηθείς δε μη εντελώς υπό κενοδοξίας και υπεροψίας παραφερόμενος, προφθάση να πράξη κακόν τι, εξήλθε της πόλεως χωρίς ουδείς να τον εννοήση, και έφθασεν εις το στρατόπεδον. Ευρών δε τον Μινούκιον όστις δεν εκρατείτο πλέον, βαρύν και τετυφωμένον, και αξίωσιν έχοντα να στρατηγή και αυτός εξ ημισείας, τούτο μεν δεν το συνεχώρησε· διήρεσε δε την δύναμιν μετ' αυτού, φρονών ότι είναι προτιμώτερον να διοική μέρος μόνον, παρά να συμμερίζηται μετ' εκείνου την του όλου διοίκησιν. Και το μεν πρώτον τάγμα και το τέταρτον έλαβεν αυτός, το δε δεύτερον και το τρίτον παρέδωκεν εις εκείνον, και διήρεσεν επίσης και τα τάγματα των συμμάχων. Βλέπων δε τον Μινούκιον καυχώμενον και χαίροντα διότι το αξίωμα της ακροτάτης και μεγίστης εξουσίας εταπεινώθη και εξουθενώθη εξ αιτίας αυτού, τω ενεθύμιζεν ο Φάβιος, ότι ουχί προς τον Φάβιον, αλλά προς τον Αννίβαν είχε ν' αγωνισθή. Αν δε φιλονεική και προς τον συνάρχοντά του, να προσέξη μη ο νικήσας και τιμηθείς φανή ολιγώτερον του νικηθέντος και του υβρισθέντος υπό των πολιτών φροντίζων υπέρ της σωτηρίας και υπέρ της ασφαλείας αυτών.
ΙΑ. Εκείνος δε, τους λόγους μεν τούτους εξελάμβανεν ως ειρωνίαν γεροντικήν· λαβών δε την δύναμιν ήτις τω εδόθη εις την μερίδα του, εστρατοπέδευσε κατ' ιδίαν και χωριστά· ο δ' Αννίβας εκ των γινομένων τούτων ουδέν ηγνόει, αλλ' επετήρει τα πάντα. Υπήρχε δε λόφος μεταξύ αυτών, εύκολος να κυριευθή, οχυρός δ' εις στρατοπέδευσιν δι' όντινα ήθελε τον κυριεύσει, και έχων όλα τ' απαιτούμενα. Η δε πέριξ πεδιάς, άδενδρος ούσα, εφαίνετο μακρόθεν ομαλή και λεία, είχεν όμως τάφρους τινάς ουχί μεγάλας, και άλλας κοιλότητας. Ο Αννίβας εδύνατο μετ' ευκολίας να κυριεύση κρυφίως τον λόφον αλλά δεν ηθέλησε, και τον αφήκεν εν τω μέσω να μένη πρόφασις μάχης. Όταν δε είδεν ότι ο Μινούκιος εχωρίσθη του Φαβίου, διά νυκτός διέσπειρε στρατιώτας τινάς εις τας τάφρους και τας κοιλότητας. Άμα δ' εξημέρωσεν, έστειλε φανερώς ολίγον αριθμόν να καταλάβη τον λόφον, διά να παροξύνη τον Μινούκιον να πολεμήση υπέρ του τόπου. Τούτο και συνέβη τω όντι· διότι ούτος πρώτον μεν έστειλεν ελαφρόν στρατόν, έπειτα δ' ιππείς, και τέλος, βλέπων τον Αννίβαν ότι ήρχετο να βοηθήση τους επί του λόφου, κατέβη παρατάξας πάσαν την δύναμιν, και συνάψας ισχυράν μάχην, προσέβαλλε τους τον λόφον κατέχοντας, συμπλακείς μετ' αυτών, και ισορρόπως αγωνιζόμενος, έως ότου, ιδών αυτόν ο Αννίβας καλώς ηπατημένον, και τα νώτα παρουσιάζοντα εις τους ενεδρεύοντας, ύψωσε το σημείον, και πανταχόθεν εγερθέντες αυτοί, και μετά κραυγών ορμώντες, εφόνευον τους των τελευταίων τάξεων, και ταραχή και τρόμος κατέλαβε τους Ρωμαίους. Τότε απώλεσε το θάρρος του και αυτός ο Μινούκιος, και στρέφων τα βλέμματα αυτού από αρχηγού εις αρχηγόν, τους έβλεπε μη τολμώντας να μένωσιν εις τας θέσεις των, αλλά συνωθουμένους εις φυγήν, ήτις δεν συνέτεινεν όμως εις σωτηρίαν των διότι οι Νομάδες (607) νικώντες ήδη περιέτρεχον το πεδίον, και εφόνευον τους σκορπιζομένους.
ΙΒ. Εν ώ δ' εις τοιαύτα κακά περιήρχοντο οι Ρωμαίοι, ο Φάβιος δεν ηγνόησε τον κίνδυνον, αλλά και προλαμβάνων αυτόν πριν επέλθη, είχε την δύναμιν εις τα όπλα παρατεταγμένην, και εφρόντιζε να γνωρίζη τα συμβαίνοντα, ουχί δι' αγγελιαφόρων, αλλά κατασκοπεύων αυτά ο ίδιος έμπροσθεν του χαρακώματος. Άμα λοιπόν είδεν ότι το στράτευμα περιεκυκλούτο και περιήρχετο εις αταξίαν, και έφθασε μέχρις αυτού η κραυγή των καταλειπόντων τας τάξεις των, και τρεπομένων εις φυγήν υπό φόβου, κτυπήσας τον μηρόν του και μεγαλοφώνως στενάξας, «Ω Ηράκλεις, είπε προς τους παρόντας, πόσον ταχύτερον αφ' ό,τι περιέμενον, βραδύτερον δ' αφ' ό,τι επροσπάθει ο ίδιος, κατεστράφη ο Μινούκιος!» Διατάξας δε να εξαγάγωσι τάχιστα τας σημαίας, και ο στρατός να τον παρακολουθήση, ανέκραξε· «Τώρα, ω στρατιώται, ενθυμηθήτε τον Μάρκον Μινούκιον, και σπεύσατε υπέρ αυτού· διότι είναι ανήρ λαμπρός και φιλόπατρις· Αν δ' έσφαλε κατά τι εκ της ανυπομονησίας του του ν' αποδιώξη τους εχθρούς, άλλοτε θέλομεν τον επιπλήξει.» Και πρώτον μεν άμα εφάνη, έτρεψεν εις φυγήν και διεσκόρπισε τους περιτρέχοντας την πεδιάδα Νομάδας. Έπειτα δε προυχώρει προς τους μαχομένους και περιβάλλοντας όπισθεν τους Ρωμαίους, και εφόνευε τους ανθισταμένους· οι δε λοιποί, πριν ή απομονωθώσι, και περιπέσωσιν εις όσα αυτοί έπραξαν εις τους Ρωμαίους, στραφέντες εδόθησαν εις φυγήν. Βλέπων δ' ο Αννίβας την μεταβολήν των πραγμάτων, και τον Φάβιον ότι μετ' ευρωστίας ανωτέρας της ηλικίας του προυχώρει, διά των εχθρών ωθούμενος, προς τον Μινούκιον άνω εις τον λόφον, διέκοψε την μάχην, και ανακαλών διά της σάλπιγος τους Καρχηδονίους, τους έφερεν οπίσω εις τα χαρακώματα, εν ώ και οι Ρωμαίοι μετά χαράς επέστρεφον εις τα εδικά των. Λέγεται δ' ότι όταν απήρχετο, είπε προς τους φίλους του περί του Φαβίου αστειευόμενος. «Δεν σας προέλεγον πολλάκις ότι η νεφέλη εκείνη ήτις εκάθητο εις τας κορυφάς, θέλει εκρήξει ποτέ βροχήν μετ' ανεμοζάλης και καταιγίδων;»
ΙΓ. Μετά δε την μάχην, λαφυραγωγήσας ο Φάβιος τους εχθρούς όσους εφόνευσε, ανεχώρησε χωρίς ουδέν τι προσβλητικόν ή δυσάρεστον να ειπή περί του συνάρχοντός του. Ο δε Μινούκιος, συναθροίσας τον στρατόν του, «Άνδρες, είπε, συστρατιώται, το να μη σφάλη ποτέ τις επί μεγάλων πραγμάτων είναι ανθρώπου ανώτερον· το δε, όταν σφάλη, να τω γίνωνται τα σφάλματα διδάγματα διά το εξής, τούτο είναι ίδιον ανδρός αγαθού και φρονίμου. Εγώ λοιπόν ομολογώ, ολίγον διά την τύχην παραπονούμενος, ότι μάλλον τη ευγνωμονώ. Διότι ό,τι δεν ενόουν τοσούτον χρόνον, τούτο εδιδάχθην εις μικρόν μέρος μιας ημέρας, γνωρίσας ότι εγώ δεν δύναμαι να είμαι άρχων, αλλ' έχω ανάγκην εις άλλον άρχοντα να υπόκειμαι· ουδέ πρέπει να φιλοτιμώμαι να νικώ εκείνους, υφ' ών καλλήτερον είναι να νικώμαι. Άρχων υμών δι' όλα τα λοιπά είναι ο Δικτάτωρ, αλλ' ως προς έν έσομαι εγώ αρχηγός σας, την προς εκείνον ευγνωμοσύνην, πρώτος εγώ δεικνύμενος ευπειθής, και πράττων ό,τι εκείνος προστάττει.» Ταύτα ειπών, και διατάξας να λάβωσι τους αετούς (608), και πάντες να τον ακολουθήσωσιν, επήγεν εις το χαράκωμα του Φαβίου, και εισελθών, προυχώρει προς την στρατηγικήν σκηνήν, ώστε όλοι εθαύμαζον και ηπόρουν. Ως δ' εξήλθεν ο Φάβιος, στήσας τας σημαίας εμπρός του, τον ησπάζετο μεγαλοφώνως πατέρα, οι δε στρατιώται τους στρατιώτας του εκάλουν πάτρονας. Τούτο δ' είναι το όνομα ό δίδουσιν οι απελεύθεροι εις τους ελευθερώσαντας αυτούς. Έγινε δε τέλος ησυχία, και ο Μινούκιος είπε· «Δύο νίκας, ω Δικτάτωρ, την σήμερον ημέραν ενίκησας, διά της ανδρίας σου μεν τον Αννίβαν, διά της φρονήσεως δε και διά της χρηστότητός σου τον συνάρχοντα· και διά της μεν έσωσας εμέ, διά της άλλης δε μ' εδίδαξας· και ηττήθην ήτταν αισχράν μεν υπ' εκείνου, καλήν δε και σωτήριον υπό σου. Σ' ονομάζω δε πατέρα χρηστόν, μη έχων εντιμοτέραν επωνυμίαν διότι μεγαλητέραν χάριν οφείλω εις σε, παρά εις τον γεννήσαντά με. Υπ' εκείνου εγεννήθην μόνος, υπό σου δε σώζομαι μετά τοσούτων». Ταύτα δ' ειπών, και εναγκαλισθείς το Φάβιον, τον ησπάζετο. Το αυτό δ' έπραττον και οι στρατιώται, ριπτόμενοι εις τας αγκάλας αλλήλων και καταφιλούμενοι, ώστε το στρατόπεδον ην πλήρες χαράς και γλυκυτάτων δακρύων.
ΙΔ. Μετά τούτο δ' ο Φάβιος παρητήθη της αρχής, και εξελέγησαν πάλιν ύπατοι (609). Και οι μεν πρώτοι αυτών διεφύλαξαν εκείνου το σχέδιον περί του πολέμου, ν' αποφεύγωσι μεν τας εκ παρατάξεως μάχας προς τον Αννίβαν, να βοηθώσι δε τους συμμάχους, και να εμποδίζωσι τας αποστασίας των. Αλλ' ο Τερέντιος Ουάρων, προαχθείς εις την υπατείαν εκ γένους ασήμου, επίσημος δε γενόμενος διά την δημοκοπίαν και την προπέτειάν του, εφάνη αμέσως ότι εξ απειρίας και εκ θρασύτητος ήθελεν αναρρίψει τον περί των όλων κύβον. Διότι εβόα εις τας εκκλησίας ότι ο πόλεμος θέλει μένει εν όσω η πόλις μεταχειρίζεται στρατηγούς Φαβίους, αυτός δε ότι την ιδίαν ημέραν θέλει ιδή και θέλει νικήσει τους εχθρούς. Συγχρόνως δε μετά τούτων των λόγων συνήγε και κατέγραψε τόσην δύναμιν, όσην ποτέ κατ' ουδενός εχθρού η Ρώμη δεν εκίνησε· διότι εστρατολογήθησαν εννέα μυριάδες παρά δύο χιλιάδας (610) Τούτο δ' εφόβισε πολύ τον Φάβιον και τους νουνεχείς των Ρωμαίων, διότι, αν κατεστρέφετο πάσα αύτη η πολυπληθής νεολαία, ελπίς δεν υπήρχε ν' ανακύψη πλέον η πόλις. Διά τούτο παρεκίνει τον συνάρχοντα του Τερεντίου Παύλον Αιμίλιον, άνδρα πολλών μεν πολέμων έμπειρον, αλλά μη αρέσκοντα εις τον δήμον, και πεφοβισμένον αφ' ότου είχε ποτέ καταδικασθή (611), και τον ενεθάρρυνε να καταστέλλη την μανίαν εκείνον, λέγων εις αυτόν ότι, θέλει έχει ν' αγωνίζηται ουχί τοσούτον προς τον Αννίβαν, όσον προς τον Τερέντιον υπέρ της πατρίδος· διότι θέλουσι σπεύσει να πολεμήσωσιν, ο μεν μη εννοών την δύναμίν του, ο δε εννοών την αδυναμίαν του. «Εγώ δε, ω Παύλε, τω είπε, δικαιούμαι μάλλον να πιστευθώ παρά ο Τερέντιος, διαβεβαιών σε περί των πραγμάτων του Αννίβου, ότι αν κανείς δεν τον πολεμήση τούτο το έτος, ή θα καταστραφή, αν μείνη, ο άνθρωπος, ή θέλει φύγει και μας αφήσει. Και σήμερον, όταν φαίνηται ότι νικά και υπερισχύει, ουδείς μεν των εχθρών προσήλθεν εις αυτόν, της δε δυνάμεως ήν έφερε μεθ' εαυτού εκ της πατρίδος του, ουδέ καν το τρίτον διασώζεται μέρος.» Εις ταύτα λέγεται ότι ο Παύλος απήντησε. «Το κατ' εμέ, ω Φάβιε, αν μόνον εις εμαυτόν απέβλεπον, προτιμότερον θα ήτον να πέσω υπό τα δόρατα των εχθρών, παρά εκ νέου από τας ψήφους των πολιτών. Αν όμως ούτως έχωσι τα δημόσια πράγματα, θα προσπαθήσω μάλλον εις σε να φανώ καλός στρατηγός, παρά εις όλους τους άλλους όταν με βιάζωσι διά τα εναντία.» Τοιαύτην έχων ο Παύλος προαίρεσιν, εξήλθεν εις τον πόλεμον.
ΙΕ. Αλλ' ο Τερέντιος πείσας αυτόν να διοικώσιν ημέραν παρ' ημέραν, και στρατοπεδεύσας πλησίον του Αννίβου παρά τον Αυφίδιον ποταμόν και τας λεγομένας Κάννας, ευθύς ως εξημέρωσεν ύψωσε το σημείον της μάχης. Είναι δε τούτο χιτών κόκκινος εκτεινόμενος υπέρ την στρατηγικήν σκηνήν, ώστε και οι Καρχηδόνιοι κατ' αρχάς εταράχθησχν ιδόντες την τόλμην του στρατηγού και το πλήθος του στρατοπέδου, εν ώ αυτοί δεν ήσαν ουδ' οι ημίσεις. Ο δ' Αννίβας, την δύναμιν διατάξας να οπλισθή, έφιππος μετ' ολίγων κατεσκόπευεν εξ ομαλού λόφου τους εχθρούς παραταττομένους. Εκεί είς εκ των οπαδών αυτού, ανήρ εξ ευγενών και αυτός, Γίσκων ονομαζόμενος, είπεν ότι θαυμαστόν τω φαίνεται το πλήθος των εχθρών. Αλλ' ο Αννίβας, συστείλας τας οφρύς, «λησμονείς άλλο τι, τω είπεν, έτι θαυμαστότερον.» «Το ποίον;» ερώτησεν ο Γίσκων. «Ότι, απεκρίθη, εν ώ είναι τόσοι, κανείς εξ αυτών δεν ονομάζεται Γίσκων.» Επειδή δε το σκώμμα τούτο εφάνη απροσδόκητον εις τους άλλους, τους κατέλαβεν όλους γέλως, και κατέβαινον από του λόφου, λέγοντες εις όσους τους απήντων τον αστεϊσμόν, ώστε πολύς πολλών ην ο γέλως, και δεν εδύναντο να συνέλθωσιν οι περί τον Αννίβαν. Τούτο βλέποντες οι Καρχηδόνιοι, έλαβον θάρρος, αναλογιζόμενοι ότι εκ πολλής και ισχυράς καταφρονήσεως εγέλων ούτω, και ο στρατηγός ηστεΐζετο παρ' αυτόν τον κίνδυνον.
ΙΣΤ. Κατά δε την μάχην μετεχειρίσθη στρατηγήματα, πρώτον μεν ως εκ του τόπου, λαβών κατά νότον τον άνεμον· διότι επήρχετο σφοδρός ως φλογερός πρίων, και εις πεδιάδας ανοικτάς και αμμώδεις τραχύν διεγείρων κονιορτόν, εφύσα αυτόν υπέρ την φάλαγγα των Καρχηδονίων προς τους Ρωμαίους, και προσβάλλων αυτούς, τους ηνάγκαζε να στρέφωσι τα πρόσωπα και τους ετάραττε. Δεύτερον δ' ετεχνάσθη ως προς την τάξιν διότι το ισχυρότατον και μαχιμώτατον της δυνάμεως τάξας εκατέρωθεν του μέσου, το μέσον τούτο συνεπλήρωσεν εκ των αχρειοτέρων, και το μετεχειρίσθη ως έμβολον πολύ προέχον της άλλης φάλαγγος. Ερρέθη δ' εις τους αρίστους, όταν οι Ρωμαίοι διαρρήξαντες τούτους, και ορμώντες κατά των υποχωρούντων, εισέλθωσιν εντός της φάλαγγος, ταχέως αυτοί στραφέντες εκατέρωθεν, να επιπέσωσιν εις τα πλάγια αυτών, και να τους περικυκλώσωσι, κλείοντες τον κύκλον των όπισθεν. Τούτο φαίνεται ότι επέφερε τον μεγαλήτερον φόνον. Διότι άμα ενέδωκε το μέσον, και εδέχθησαν τους Ρωμαίους διώκοντας, και η φάλαγξ του Αννίβου, μεταβαλούσα σχήμα, έγινε μηνοειδής, και οι ταξίαρχοι των επιτάκτων ταχέως κλίναντες τους μεν επί δεξιά τους δ' επί αριστερά (612) επέπεσαν εις τα γυμνά, τότε όλους όσοι δεν επρόφθασαν να διαφύγωσι την κύκλωσιν, τους κατέκοψαν κλείσαντες εν τω μέσω και τους εφόνευσαν. Λέγεται δ' ότι και το ιππικόν των Ρωμαίων υπέπεσεν εις σφάλμα παράδοξον. Πληγωθείς ο ίππος του Παύλου, έρριψεν αυτόν, ως φαίνεται, καί τινες των περί αυτόν, καταβάντες των ίππων των, εβοήθουν πεζοί τον ύπατον. Τούτο δ' ιδόντες οι ιππείς, και νομίσαντες ότι εδόθη κοινόν παράγγελμα, επήδησαν όλοι κατά γης, και εμάχοντο πεζοί μετά των εχθρών. Ιδών δ' αυτούς ο Αννίβας, «Τούτο ήθελον μάλλον, είπε, παρ' αν τους συνελάμβανον δεδεμένους.» Αλλά ταύτα διηγούνται οι γράψαντες τας διεξοδικάς ιστορίας. Εκ δε των υπάτων, ο μεν Βάρρων μετ' ολιγίστων ιππέων έφυγεν εις την πόλιν Ουενουσίαν. Ο δε Παύλος, εις το ρεύμα και την ανεμοζάλην της φυγής εκείνης, το σώμα έχων πλήρες βελών μενόντων έτι εντός των πληγών, και την ψυχήν υπό πένθους βαρείαν, εκάθησεν εις λίθον, και περιέμενε τον εχθρόν όστις ελθών να τον σφάξη. Αίμα δε πολύ έρρεε, και ην κεκολλημένον εις την κεφαλήν αυτού και το πρόσωπον, ώστε ην αγνώριστος, και φίλοι και υπηρέται αυτού παρήλθον εμπρός του χωρίς να τον διακρίνωσι. Μόνος δ' ο Κορνήλιος Λέντλος (613), νέος ευπατρίδης, ιδών και εννοήσας αυτόν, επέζευσε, και φέρων τον ίππον του, τον παρεκάλει να τον μεταχειρισθή, και να σωθή υπέρ των πολιτών, οίτινες τότε προ πάντων είχον ανάγκην αγαθού άρχοντος. Εκείνος δ' απέρριψε την παράκλησιν ταύτην, και ηνάγκασε τον νεανίαν ν' αναβή δακρύων εις τον ίππον του πάλιν. Έπειτα δε, δους εις αυτόν την δεξιάν, και αναστάς, «Ανάγγειλε, είπεν, ω Λέντλε εις τον Φάβιον Μάξιμον, και έσο μάρτυς ο ίδιος, ότι ο Παύλος Αιμίλιος ενέμεινεν εις την γνώμην αυτού μέχρι τέλους, και ουδέν ηθέτησεν εξ όσων τω υπεσχέθη, αλλ' ενικήθη πρώτον μεν υπό του Βάρωνος, έπειτα δ' υπό του Αννίβου.» Τοιαύτα εμήνυσε, και τον μεν Λέντλον απέπεμψε, ριφθείς δε μεταξύ των φονευομένων, απέθανε. Λέγεται δ' ότι έπεσαν μεν εις την μάχην πεντήκοντα χιλιάδες Ρωμαίων, εζωγρήθησαν δε τετρακισχίλιοι, και μετά την μάχην ότι ηχμαλωτίσθησαν εις τα δύο στρατόπεδα ουχί ολιγώτεροι των δεχακισχιλίων.
ΙΖ. Μετά το τόσον δ' εξαίσιον κατόρθωμα τούτο πολλοί των φίλων παρεκίνουν τον Αννίβαν ν' ακολουθήση την τύχην, και μετά των φευγόντων εχθρών να εισορμήση και αυτός εις την πόλιν, διότι θα εδείπνει εις το Καπιτώλιον την πέμπτην ημέραν μετά την νίκην. Δεν είναι εύκολον όμως να ειπώμεν τις σκέψις τον απέτρεψεν αλλά μάλλον η αναστολή και η αργοπορία αυτού φαίνεται ότι ήτον έργον δαίμονός τινος ή Θεού όστις τον εμπόδισε, δι' ό και λέγουσιν ότι Βάρκας ο Καρχηδόνιος είπε προς αυτόν μετ' οργής· «Ηξεύρεις να νικάς, όχι όμως και να ωφελήσαι εκ της νίκης.» Τόσην δε μεταβολήν επέφερε περί αυτόν η νίκη, ώστε εν ώ προ της μάχης δεν είχεν ούτε πόλιν, ούτε εμπορικήν τινα θέσιν, ούτε λιμένα της Ιταλίας, δυσκόλως δε και μόλις εφωδίαζε δι' αρπαγής το στράτευμα, και ουδένα πόρον ασφαλή είχε προς τον πόλεμον, αλλ' επλανάτο και περιεφέρετο μετά του στρατοπέδου ως μετά μεγάλης φωλεάς ληστών, τότε καθυπέταξε σχεδόν όλην την Ιταλίαν· διότι τα πλείστα και μέγιστα έθνη (614) προσήλθον εις αυτόν εκουσίως, και κατέλαβεν υποταγείσαν την Καπύην, ήτις μετά την Ρώμην έχει την μεγίστην επισημότητα. Δεν είναι δε μόνον μεγάλη δυσχέρεια, ως λέγει ο Ευριπίδης (615) το να γνωρίση τις τους φίλους, αλλά και το να γνωρίση τους φρονίμους στρατηγούς. Η προ της μάχης λεγομένη δειλία και ψυχρότης του Φαβίου, μετά την μάχην ευθύς εφαίνετο ουχί ανθρώπινος διαλογισμός, αλλά θεία διάνοια και δαιμόνιος, προβλέπουσα προ μακρού χρόνου τα μέλλοντα, ά και αυτοί οι παθόντες αυτά εδύναντο μόλις να πιστεύσωσι. Όθεν ευθύς η Ρώμη εις εκείνον συγκεντρώσασα τας λοιπάς της ελπίδας, προσέφυγεν εις την συμβουλήν του ανδρός ως εις ιερόν βωμόν, και η φρόνησις εκείνου έγινε πρώτη και μεγίστη αιτία του να μείνη αυτή και να μη διαλυθή καθώς επί των Κελτικών συμφορών. Και εν ώ, όταν οι καιροί δεν ήσαν επικίνδυνοι, εφαίνετο πεφοβισμένος αυτός και μικράς έχων ελπίδας, τότε, όταν όλοι ήσαν καταβεβλημένοι, και εις απέραντα παραδεδομένοι πένθη, και εις ταραχάς αίτινες πάσαν πράξιν εκώλυον, μόνος διέβαινε διά της πόλεως πράως βαδίζων, και ήσυχον έχων το πρόσωπον, και μετά φιλοφροσύνης ομιλών τους πολίτας, και απηγόρευε των γυναικών τους θρήνους, και διέλυε τας συσσωματώσεις, αίτινες δημοσίως εγίνοντο, διά να κλαύσωσιν από κοινού. Έπεισε δε και την Βουλήν να συνέλθη, και ενεθάρρυνε τας αρχάς, ο ίδιος ων η ρώμη και η δύναμις πάσης αρχής, ήτις απέβλεπεν εις αυτόν.
ΙΗ. Εις τας πύλας λοιπόν έστησε φρουράν, όπως εμποδίζει τον όχλον όστις έφευγεν αφήνων την πόλιν. Προσδιώρισε δε και καιρόν και τόπον του πένθους, διατάξας, όστις ήθελε να θρηνή τριάκοντα ημέρας εντός της οικίας· μετά ταύτα δ' έπρεπε να παύση παν πένθος, και η πόλις να μείνη καθαρά των τοιούτων. Επειδή δε κατά τας ημέρας εκείνας συνέπιπτεν εορτή της Δήμητρος, καλόν εφάνη να παραιτηθώσι παντάπασιν αι θυσίαι και η πομπή, ίνα μη διά της ολιγότητος και της κατηφείας των συνερχομένων φανή της συμφοράς το μέγεθος. Διότι οι Θεοί ευχαριστούνται υπ' ευτυχούντων τιμώμενοι. Επράττοντο όμως όλα όσα οι μάντεις συνεβούλευον προς εξιλέωσιν των Θεών και προς τεραστίων συμβάντων αποφυγήν. Και έπεμψαν μεν εις Δελφούς τον Πίκτορα, συγγενή του Φαβίου, να ερωτήση τον χρησμόν, εκ δύο δ' Εστιάδων αίτινες ευρέθησαν προδούσαι τον όρκον των, η μία ετάφη ζώσα, ως είναι συνήθεια, η δ' άλλη έγινεν αυτόχειρ. Άξιον δε θαυμασμού εφάνη το φρόνημα και η πραότης της πόλεως, όταν επιστρέφοντα τον Βάρρωνα από της φυγής, ταπεινόν και κατηφή ως ουδείς ποτ' επέστρεψε μετά τοιούτον αίσχος και μετά τοιαύτην συμφοράν, τον προϋπάντησαν περί τας πύλας η βουλή και το πλήθος όλον και τον ησπάσθησαν· οι δ' άρχοντες και οι πρώτοι της Γερουσίας, εν οίς ην και ο Φάβιος, αφ' ού εγένετο ησυχία, τον επήνεσαν ότι δεν απηλπίσθη περί της πόλεως μετά δυστυχίαν τοσαύτην, αλλ' ήλθε ν' αναλάβη τα πράγματα, και να διοικήση τους νόμους και τους πολίτας, ως πιστεύων ότι δύνανται να σωθώσιν.
ΙΘ. Ως δ' ήκουσαν ότι ο Αννίβας μετά την μάχην ετράπη προς την άλλην Ιταλίαν, λαβόντες θάρρος, έστελλον στρατηγούς και στρατεύματα. Τούτων δ' επισημότατοι ήσαν ο Φάβιος Μάξιμος και ο Κλαύδιος Μάρκελλος, οίτινες δι' εναντίας ιδιότητας εθαυμάζοντο εξ ίσου· διότι ο μεν Μάρκελλος, ως το είπον εν τω βίω του (616), έχων δραστηριότητα λαμπράν και θρασείαν, ανήρ ανδρείος την χείρα, και της φύσεως εκείνων ούς ο Όμηρος καλεί μάλιστα φιλοπτολέμους και αγερώχους (617), επεχείρησε τους πρώτους αγώνας του κατ' ανδρός τολμηρού, του Αννίβου, ίσην τόλμην και αυτός δείξας, και τρόπον πολέμου παράβολον και προπετών. Ο δε Φάβιος, εις την πρώτην γνώμην του επιμένων, ήλπιζεν, αν ουδείς πολεμήση ουδ' ερεθίση τον Αννίβαν, αυτός εαυτόν να βλάψη, και να κατατριβή εις τον πόλεμον, καθώς τα αθλητικά σώματα, όταν η δύναμις αυτών υπέρ το δέον ταθή και κοπιάση, παρακμάζουσι τάχιστα. Διά τούτο λέγει ο Ποσειδόνιος (618) ότι ούτος μεν ωνομάζετο υπό των Ρωμαίων ασπίς (619), ο δε Μάρκελλος ξίφος, ότι δε συγκερασθείσα η ευστάθεια και η επιμονή του Φαβίου μετά του ήθους του Μαρκέλλου, εγένετο σωτήριος εις τους Ρωμαίους. Του δ' Αννίβου η δύναμις, τον μεν πολλάκις ως σφοδρώς ρέοντα ποταμόν απαντώσα, υπεσείετο υπ' αυτού, και εθραύετο· υπό δε του άλλου, άνευ κρότου και κατ' ολίγον ρέοντος, αλλά μετ' επιμονής επιφερομένου, εδαπανάτο απαρατηρήτως και κατέπιπτεν εις ερείπιον. Και μέχρι τέλους εις τοιαύτην αμηχανίαν κατήντησεν αυτός, ώστε απέκαμε μεν πολεμών προς τον Μάρκελλον, εφοβείτο δε τον Φάβιον μη πολεμούντα. Τον περισσότερον τω όντι καιρόν μετ' αυτών επολέμησεν, είτε στρατηγοί εξελέγοντο, είτε ανθύπατοι ή ύπατοι· διότι έκαστος αυτών υπάτευσε πεντάκις. Αλλά τον Μάρκελλον, όταν ήτον το πέμπτον ύπατος, τον ενέπλεξεν εις ενέδραν, και τον εφόνευσε. Προς δε τον Φάβιον, πάσαν απάτην και πάσαν τέχνην δοκιμάσας πολλάκις, ουδέν κατώρθου, εκτός ότι άπαξ, καταδολιευθείς αυτόν, τον έρριψεν εις μικρόν σφάλμα. Συνέθεσε δηλ. και έστειλε προς τον Φάβιον επιστολάς ως εκ των δυνατωτέρων και πρώτων κατοίκων του Μεταποντίου (620), δι' ών τω ελέγετο ότι η πόλις θα τω παρεδίδετο, αν ήρχετο ο ίδιος, και ότι οι ταύτα διενεργούντες εκείνον μόνον περιμένουσι να έλθη και να τοις φανή πλησίον. Τα γράμματα ταύτα έπεισαν τον Φάβιον, και λαβών μέρος του στρατεύματος, έμελλε να κινήση διά νυκτός. Αλλ' επειδή των ορνέων αι μαντείαι δεν εφάνησαν αίσιαι (621), μετέβαλε γνώμην, και μετ' ολίγον έγινε γνωστόν ότι ο Αννίβας είχε μετά δόλου συνθέσει τα γράμματα, και ότι ενέδρευεν εκείνος υπό την πόλιν. Αλλά ταύτα δύνανται ν' αποδοθώσιν εις την εύνοιαν των Θεών.
Κ. Ενόμιζε δ' ο Φάβιος ότι των πόλεων τας αποστασίας και τα κινήματα των συμμάχων έπρεπε μάλλον να τα εμποδίζη και να τα διαλύη δι' ηπίου συμπεριφοράς και διά πραότητος, μη εξελέγχων πάσαν υπόνοιαν, ουδέ λίαν αυστηρός προς τους υπόπτους δεικνύμενος. Ούτως, ως λέγεται, ακούσας ποτέ ότι στρατιώτης τις Μάρσος (622), εκ των πρώτων μεταξύ των συμμάχων κατά το γένος και την ανδρείαν, είχεν ομιλήσει μετά τινων άλλων εκτός του στρατοπέδου διά ν' αποστατήσωσι, δεν ηρέθισεν αυτόν, αλλά τω ωμολόγησεν ότι είχεν αμεληθή παρ' αξίαν, και τότε μεν ότι έπταιον διά τούτο οι αρχηγοί του, οίτινες διένεμον τας τιμάς χαριζόμενοι μάλλον παρ' αναλόγως της αρετής, έκτοτε όμως ότι εκείνον θέλει θεωρεί ως πταίοντα, αν, όταν έχη τινά ανάγκην, δεν αποτείνηται εις αυτόν και δεν τω την λέγη. Και ταύτα ειπών, τω εχάρισεν ίππον μάχιμον, και δι' άλλων τον εστόλισεν αριστείων, ώστε έκτοτε ο ανήρ ούτος έγινε πιστότατος και προθυμότατος. Διότι δεινόν ενόμιζεν, οι μεν εις την ιππικήν και εις το κυνήγιον ασχολούμενοι να πραΰνωσι την απείθειαν, τον θυμόν και την αγριότητα των ζώων διά της επιμελείας μάλλον και της συνηθείας και της τροφής, παρά διά των μαστίγων και των δεσμών, οι δε άρχοντες των ανθρώπων να μη ζητώσι να διορθώσιν αυτούς διά της γλυκύτητος και διά της πραότητος, αλλά να φέρονται προς αυτούς μετά περισσοτέρας σκληρότητος και βίας παρ' ό,τι οι γεωργοί προς τας αγριελαίας και τας αγριαχράδας και τους ερινεούς, ας διά περιποιήσεων εξημερούσιν εις ελαίας εις απιδέας και εις συκάς. Ομοίως τω είπον ποτέ οι λοχαγοί ότι άλλος στρατιώτης, το γένος Λευκανός (623), περιεφέρετο εκτός του στρατοπέδου, και εγκατέλειπε πολλάκις την τάξιν του. Τότε ηρώτησε να μάθη οποίος τις ήτον κατά τ' άλλα ο άνθρωπος. Όλοι δ' εμαρτύρουν ότι δεν υπήρχεν άλλος τοιούτος στρατιώτης, και διηγούντο ενδόξους τινάς αυτού ανδραγαθίας και κατορθώματα. Εξετάζων δε περί της αιτίας της αταξίας του, εύρεν ότι είναι ο έρως προς νέαν κόρην, και δι' αυτήν εκινδύνευε μακράς οδούς προς εκείνην πορευόμενος εκτός του στρατοπέδου. Έστειλε λοιπόν και συνέλαβε την κόρην, και κρύψας αυτήν εντός της σκηνής, εκάλεσε τον Λευκανόν ιδαιτέρως προς εαυτόν· «Δεν αγνοώ, τω είπεν, ότι παρά την πατροπαράδοτον πειθαρχίαν και παρά τους νόμους της Ρώμης διανυκτερεύεις εκτός του στρατοπέδου πολλάκις. Επίσης όμως δεν αγνοώ ότι πριν ήσο καλός στρατιώτης. Διά τας ανδραγαθίας σου σοι συγχωρώ το σφάλμα σου· εις το εξής όμως θέλω εμπιστευθή εις άλλον να σε φρουρή». Προς ταύτα έμεινεν εκπεπληγμένος ο στρατιώτης. Καλέσας δ' ο Φάβιος έξω την νεάνιδα, την παρέδωκεν εις αυτόν, και τω είπεν. «Αύτη μεν εγγυάται ότι θέλεις μένει μεθ' ημών. Συ δε διά των έργων σου θα δείξης αν δεν απεδήμεις δι' άλλην μοχθηράν αιτίαν, και αν ο έρως και αύτη δεν ήσαν παρ' απλαί προφάσεις.» Ταύτα περί τούτων ιστορούσιν.
ΚΑ. Εκυρίευσε δε την πόλιν των Ταραντίνων (624) κατά τον εξής τρόπον. Εις το στράτευμα αυτού ήτον κατατεταγμένος νεανίας Ταραντίνος, έχων αδελφήν εις Τάραντα, πολλήν προς αυτόν τρέφουσαν φιλοστοργίαν και πίστιν. Ηγάπα δ' αυτήν ανήρ Βρέττιος (625), εξ εκείνων ούς είχε διορίσει ο Αννίβας να φρουρώσι και διοικώσι την πόλιν. Τούτο έδωκεν εις τον Ταραντίνον ελπίδα επιτυχίας, και εν γνώσει του Φαβίου εισήλθεν εις την πόλιν, επί λόγω ότι απέδρα προς την αδελφήν του. Και τας μεν πρώτας ημέρας ο Βρέττιος έμεινε μακράν της κόρης, νομίζων ότι ο αδελφός της ηγνόει τας σχέσεις της. Έπειτα δε λέγει προς αυτήν ο νεανίας. «Εκεί εκοινολογείτο ότι έχεις σχέσεις μετά τινος των μεγάλων ενταύθα και των δυνατών. Τις είναι ούτος; Αν είναι, ως τον λέγουσιν, άνθρωπος αρετής και λαμπρός, ολίγον φροντίζει περί της καταγωγής ο πόλεμος, όστις τα πάντα αναμιγνύει. Αισχρόν δεν είναι ουδέν ό,τι επιβάλλεται υπό της ανάγκης, και ευτυχία μάλιστα είναι εις καιρούς εφ' ών είναι ασθενής η δικαιοσύνη, να είναι πράος ο της βίας χρήσιν ποιούμενος». Ταύτα ακούσασα, εμήνυσεν η κόρη τον Βρέττιον, και τον παρουσίασεν εις τον αδελφόν της. Ούτος δε, υποβοηθών του βαρβάρου τον έρωτα, και φαινόμενος ότι καθίστα την αδελφήν του έτι μάλλον ή πρότερον εύνουν και ήμερον προς αυτόν, εκέρδισε την εμπιστοσύνην του, ώστε άνευ δυσκολίας μετέβαλε την διάνοιαν ανθρώπου, ερώντος και ιδιοτελούς, δι' ελπίδων μεγάλων δωρεών, άς τω υπέσχετο ότι θέλει τω δώσει ο Φάβιος. Ταύτα γράφουσιν οι πλείστοι περί τούτων. Τινές δε λέγουσιν ότι η γυνή υφ' ής μετεπεισθη ο Βρέττιος δεν ήτον Ταραντίνη, αλλά Βρεττία το γένος, ερωμένη δε του Φαβίου. Ως δ' ήκουσεν ότι ο αρχηγός των Βρεττίων ήτον συμπολίτης αυτής και γνώριμος, το είπεν εις τον Φάβιον, και ελθούσα μετ' αυτού εις συνομιλίας υπό το τείχος, έπεισε και διέφθειρε τον άνθρωπον.
ΚΒ. Εν ώ δε ταύτα εγίνοντο, ο Φάβιος, σοφιζόμενος ν' αντιπερισπάση τον Αννίβαν, εμήνυσεν εις τους εν Ρηγίω (626) στρατιώτας να εισβάλωσιν εις την Βρεττίαν, και έχει στρατοπεδεύσαντες να κυριεύσωσι κατά κράτος την Καυλωνίαν (627). Ήσαν δ' ούτοι οκτώ χιλιάδες, αυτόμολοι οι περισσότεροι, οι αχρειέστεροι εκ των ατίμων ούς ο Μάρκελλος (628) είχε φέρει εκ Σικελίας. Η απώλεια αυτών μικράν λύπην και μικράν βλάβην ήθελε φέρει εις την πόλιν. Ήλπιζε λοιπόν, αφήνων τούτους εις τον Αννίβαν, και δελεάσας αυτόν διά τούτου, να τον μακρύνη από του Τάραντος. Τούτο δε και συνέβη· διότι ο Αννίβας εχύθη αμέσως εκεί μετά της δυνάμεώς του, εις καταδίωξιν των εισβαλόντων. Την δ' έκτην ημέραν, αφ' ού ο Φάβιος εστρατοπέδευσε πέριξ του Τάραντος, ο νεανίας, όστις είχε συνεννοηθή μετά του Βρεττίου και της αδελφής του, ήλθε διά νυκτός προς αυτόν, γνωρίζων και εξετάσας ακριβώς τον τόπον, εις όν παραφυλάττων ο Βρέττιος έμελλε να ενδώση, και να δεχθή εντός τους προσβάλλοντας. Αλλ' ο Φάβιος δεν εξήρτησε την επιτυχίαν του εκ μόνης της προδοσίας· αλλ' ο ίδιος μεν, πλησιάσας εκεί, έμενεν ήσυχος· το δ' άλλο στράτευμα προσέβαλλε τα τείχη κατά ξηράν τε και θάλασσαν, πολλήν συγχρόνως εγείρον κραυγήν και θόρυβον, μέχρις ότου οι πλείστοι Ταραντίνοι ώρμησαν εκεί και συνεσωρεύοντο περί τους μαχομένους εις τα τείχη. Τότε δ' ο Βρέττιος εδήλωσε διά σημείου τον καιρόν εις τον Φάβιον, όστις διά κλιμάκων αναβάς, εκυρίευσε την πόλιν. Εκεί όμως φαίνεται ότι ο Φάβιος εξώκειλεν εκ φιλοτιμίας· διότι διέταξε να φονεύσωσι πρώτους τους Βρεττίους, όπως μη γνωσθή ότι έλαβε διά προδοσίας την πόλιν· αλλ' ούτε την δόξαν ταύτην επέτυχε, και κατηγορήθη προσέτι δι' απιστίαν και δι' ωμότητα. Εφόνευσε δε και πολλούς εκ των Ταραντίνων. Επωλήθησαν δε τριάκοντα χιλιάδες, και την πόλιν διήρπασεν ο στρατός. Και εις μεν το δημόσιον εδόθησαν τρισχίλια τάλαντα (629). Εν ώ δε τα λοιπά όλα ελεηλατούντο, λέγεται ότι ο γραμματεύς ηρώτησε τον Φάβιον τι διατάττει περί των Θεών, ονομάσας ούτω τας εικόνας και τους ανδριάντας· ο δε Φάβιος ότι είπεν· «Ας αφήσωμεν εις τους Ταραντίνους τους Θεούς αγανακτούντας». Τον κολοσσόν όμως του Ηρακλέους μετακομίσας εκ Τάραντος έστησεν εις το Καπιτώλιον, και πλησίον τούτου έφιππον εαυτού ανδριάντα, εις ταύτα φανείς αγροικότερος του Μαρκέλλου, ή μάλλον αποδείξας εκείνον άνδρα θαυμαστόν διά την πραότητα και την φιλανθρωπίαν του, καθώς εγράψαμεν εις τον Βίον του.
ΚΓ. Λέγεται δ' ότι ο Αννίβας, ερχόμενος μετά σπουδής, μόνον τεσσαράκοντα στάδια καθυστέρησε (630), και ότι τότε φανερώς μεν είπεν· «Υπήρχε λοιπόν και άλλος Αννίβας παρά τοις Ρωμαίοις· διότι απωλέσαμεν την πόλιν των Ταραντίνων ως την εκυριεύσαμεν.» Ιδιαιτέρως όμως ότι τότε πρώτον τω συνέβη να ειπή εις τους φίλους του, ότι προ πολλού μεν έβλεπε δύσκολον, ήδη δε βλέπει αδύνατον να κυριεύση την Ιταλίαν διά των δυνάμεων όσας είχεν εις την διάθεσίν του. Τούτον εθριάμβευσεν ο Φάβιος δεύτερον θρίαμβον, λαμπρότερον του προτέρου, ως καλός αθλητής ανταγωνιζόμενος κατά του Αννίβου, και ευκόλως παραλύων τας επιχειρήσεις αυτού, ως δέματα και ως κόμβους μη έχοντας πλέον την αυτήν δύναμιν διότι μέρος μεν της δυνάμεως αυτού εχαλαρώθη υπό της τρυφής και του πλούτου, μέρος δ' ημβλύνθη και κατετρίβη διά των αδιακόπων αγώνων. Υπήρχε δέ τις Μάρκος Λίβιος (631), όστις εφρούρει τον Τάραντα, όταν εκυρίευσεν αυτόν ο Αννίβας, και εξηκολούθησε κατέχων την ακρόπολιν, χωρίς ν' αποδιωχθή, την εφύλαξε δ' έως ότου οι Ταραντινοί υπέκυψαν πάλιν εις τους Ρωμαίους. Τούτον δυσηρέστουν αι εις τον Φάβιον αποδιδόμεναι τιμαί, καί ποτε υπό φθόνου και φιλαυτίας κινούμενος, είπεν εις την σύγκλητον, ότι ουχί ο Φάβιος αλλ' αυτός έγινεν αιτία ν' αλωθή η πόλις των Ταραντίνων. Γελάσας δ' ο Φάβιος· «Την αλήθειαν λέγεις, είπε, διότι αν δεν είχες συ αφήσει να την λάβωσιν οι εχθροί, εγώ δεν θα την εκυρίευον.»
ΚΑ. Οι δε Ρωμαίοι και κατά τ' άλλα μεν λαμπρώς αντέμειβον τον Φάβιον, και τον υιόν αυτού Φάβιον ανέδειξαν ύπατον. Αφ' ού δ' αυτός παρέλαβε την αρχήν, και εν ώ επεμελείτο υποθέσεώς τινος περί του πολέμου, ο πατήρ αυτού, είτε διά γήρας και ασθένειαν, είτε θέλων να δοκιμάση τον υιόν του, ανέβη τον ίππον του, και ήλθε προς αυτόν διά του πλήθους των περιεστώτων. Ο δε νεανίας, ιδών αυτόν μακρόθεν, δεν υπέφερε τούτο, αλλά πέμψας ένα υπηρέτην, παρήγγειλε τον πατέρα του να καταβή, και να έλθη πεζός, αν έχη ν' αναφέρη τι εις τον άρχοντα. Και τους μεν άλλους δυσηρέστησεν η διαταγή, και εν σιωπή απέβλεπον προς τον Φάβιον, ως πάσχοντα αναξίως της δόξης του. Εκείνος όμως, πηδήσας αμέσως από του ίππου, έδραμε ταχεί βήματι προς τον υιόν του, και εναγκαλισθείς και ασπασθείς αυτόν, «Καλώς, τω είπεν, ω παι, φρονείς και πράττεις, συναισθανόμενος τίνων άρχεις, και πόσον μέγεθος εξουσίας ανέλαβες. Ούτω και ημείς και οι πρόγονοι την Ρώμην ηυξήσαμεν, υπέρ γονείς και παίδας προτιμώντες πάντοτε το καλόν της Ρώμης.» Λέγεται δ' ότι τω όντι ο προπάππος του Φαβίου, αποκτήσας δόξαν και δύναμιν μεγίστην εν Ρώμη, εγένετο πεντάκις ύπατος, και ετέλεσεν εκ μεγίστων πολέμων λαμπροτάτους θριάμβους. Όταν δ' ο υιός αυτού ήτον ύπατος, αυτός εστάλη πρεσβευτής εις τον πόλεμον (632) και εις τον θρίαμβον, εκείνος μεν εισήλθεν εις την πόλιν επί τεθρίππου, ούτος δε τον παρηκολούθει μετά των άλλων έφιππος, χαίρων ότι, εν ώ ήτον κύριος του υιού του, εν ώ ήτον και ωνομάζετο μέγιστος των πολιτών, ετίθετο όμως κατώτερος του άρχοντος και του νόμου. Αλλά δεν ήσαν ταύτα μόνα τα καθιστώντα θαυμαστόν εκείνον, Συνέβη δε ν' αποθάνη ο υιός του Φαβίου, και τότε ούτος την μεν συμφοράν υπέμεινεν ως ανήρ φρόνιμος και ως πατήρ χρηστός, μετριοπαθέστατα· το δ' εγκώμιον το προφερόμενον εις τας κηδείας των επισήμων πολιτών υπό των οικείων αυτών, αυτός το εξεφώνησεν ελθών εις την αγοράν, και έγραψε τον λόγον και τον εξέδωκε.
ΚΕ. Κατ' εκείνους τους χρόνους σταλείς εις Ιβηρίαν (633) ο Σκηπίων Κορνήλιος, τους μεν Καρχηδονίους απεδίωξε, νικήσας αυτούς εις μάχας πολλάς, εκέρδησε δ' υπέρ των Ρωμαίων έθνη πάμπολλα, και πόλεις μεγάλας, και πράγματα λαμπρά, και επιστρέψας περιεστοιχίζετο υπ' ευνοίας του δήμου και υπό δόξης ως ουδείς άλλος· Γενόμενος δ' ύπατος, και εννοών ότι ο δήμος μεγάλην τινά πράξιν απήτει και περιέμενε παρ' αυτού, το να πολεμήση προς τον Αννίβαν εν Ιταλία εθεώρει ως ιδέαν σκωριώσαν και γεροντικήν, και διενοείτο αυτήν την Καρχηδόνα και την Λιβύαν να πληρώση όπλων και στρατευμάτων, και να πορθήση αυτήν, μεταβιβάζων εκεί εξ Ιταλίας των πόλεμον, και εις τούτο εξ όλης καρδίας προέτρεπε τον δήμον. Αλλά τότε ο Φάβιος, παν είδος φόβου εμπνέων εις την πόλιν, και λέγων ότι υπ' ανδρός ανοήτου και νέου ερρίπτετο εις τον έσχατον και μέγιστον των κινδύνων, ούτε λόγου εφείδετο ούτε έργου δυναμένου ν' αποτρέψη τους πολίτας, και την μεν βουλήν έπειθεν, εις τον δήμον όμως εφαίνετο ότι κατηγόρει τον Σκηπίωνα φθονών αυτόν διά την επιτυχίαν του, και φοβούμενος, αν ήθελε κατορθώσει τι μέγα και λαμπρόν, και ή παύση όλως τον πόλεμον, ή τον μακρύνη από της Ιταλίας, μη φανή αυτός αδρανής και μαλακός, διότι τόσον καιρόν επολέμει άνευ επιτυχίας οριστικής. Φαίνεται δ' ότι κατ' αρχάς μεν ήρχισεν αντιλέγων ο Φάβιος εκ πολλής διά την ασφάλειαν μερίμνης και προνοίας, και φοβούμενος τον κίνδυνον, όστις ήτον τω όντι μέγας· αλλ' ότι έγινεν επιμονώτερος και προέβη περαιτέρω, εμποδίζων του Σκηπίωνος την αυξήσιν εκ φιλαυτίας τινός και εκ φιλονείκου διαθέσεως. Διά τούτο έπεισε και τον Κράσσον, όστις ήτον συνύπατος μετά του Σκηπίωνος, να μη τω αφήση την στρατηγίαν, ουδέ να υποκύψη εις αυτόν, αλλ' αν εγκριθή η εκστρατεία, αυτός να εκστρατεύση κατά των Καρχηδονίων· και δεν αφήκε να δοθώσι χρήματα διά τον πόλεμον. Αναγκαζόμενος επομένως ο Σκηπίων να πορισθή ο ίδιος χρήματα, έλαβεν αυτά εκ των Τυρρηνικών πόλεων, αίτινες μετ' αυτού είχον οικειότητα, και ήθελον να τον ευχαριστήσωσι. Τον δε Κράσσον εκώλυε ν' αναχωρήση της Ιταλίας και η φύσις αυτού, διότι δεν ήτον φιλόνεικος αλλά πράος, και ο θείος νόμος, διότι είχε την μεγίστην ιερωσύνην.