Φίλτατ' Ερμή, φυλάξου μη θραυσθής πεσών,
κ' αιτίαν πάλιν δώσης εις διαβολάς
ετέρου Διοκλείδου, όπως κακουργή.

                        ΕΡΜΗΣ.
Θα φυλαχθώ· να προμηθεύσω μήνυτρα
δεν θέλω εις τον Τεύκρον, ξένον βδελυρόν.

Βέβαιον όμως τίποτε ούτε ισχυρόν αι καταμηνύσεις δεν εδείκνυον. Είς εξ αυτών ερωτώμενος πώς εγνώρισε τα πρόσωπα των ερμοκοπιδών (78), απεκρίθη ότι εις την σελήνην· αλλ' έσφαλε προφανέστατα, διότι όταν ταύτα έγιναν, ήτον η τελευταία του μηνός ημέρα (79). Και τους μεν νουνεχείς ετάραξε τούτο· αλλά τον δήμον κατ' ουδέν διέθεσε μαλακώτερον προς τας συκοφαντίας, αλλ' ως ήρχησεν εξ αρχής, δεν έπαυσε φέρων και ρίπτων εις το δεσμωτήριον πάντα τον υφ' ούτινος δήποτε καταγγελλόμενον.

ΚΑ. Μεταξύ δε των τότε δεθέντων και φυλακισθέντων όπως κριθώσιν, ήτον και ο ρήτωρ Ανδοκίδης (80), όν ο συγγραφεύς Ελλάνικος (81) καταριθμεί μετά απογόνων του Οδυσσέως. Εφαίνετο δ' ο Ανδοκίδης μισόδημος και ολιγαρχικός. Ύποπτον δε της κολοβώσεως των Ερμών κατέστησεν αυτόν προς τοις άλλοις και ο μέγας Ερμής όστις ήτον πλησίον της οικίας αυτού ιδρυμένος, ανάθημα της Αιγηίδος φυλής, διότι μεταξύ ολιγίστων, και εκ των αξιολόγων μόνος έμεινεν ακέραιος. Διά τούτο τώρα ονομάζεται του Ανδοκίδου, και όλοι ούτω τον καλούσιν, αν και η επιγραφή μαρτυρά τα εναντία. Συνέβη δε, μεταξύ των συγκατηγορουμένων να γένη εντός του δεσμωτηρίου οικείος καν φίλος του Ανδοκίδου ανήρ ουχί μεν ένδοξος ως εκείνος, αλλά διακεκριμένος διά την σύνεσιν και την τόλμην του, ονομαζόμενος Τίμαιος. Ούτος πείθει τον Ανδοκίδην να γίνη κατήγορος εαυτού και άλλων τινών ου πολλών, διότι κατά ψήφισμα του δήμου εδίδετο χάρις εις τον ομολογούντα, εν ώ τα της κρίσεως ήσαν δι' όλους άδηλα, διά δε τους δυνατούς φοβερώτατα. Τω απέδειξε δε, ότι προτιμώτερον είναι να σωθή ψευδόμενος, παρά, ουχ ήττον ένοχος θεωρούμενος, ν' αποθάνη άδοξος· και εις το κοινόν συμφέρον αν προσέτι απέβλεπεν, ότι εδύνατο ολίγους και αμφιβόλους παραδίδων ανθρώπους, ν' αποσπάση πολλούς και αγαθούς της του δήμου οργής. Ταύτα λέγοντος και διδάσκοντος του Τιμαίου, ο Ανδοκίδης επείσθη, και γενόμενος καταμηνυτής καθ' εαυτού και κατ' άλλων, έλαβε την κατά το ψήφισμα χάριν αυτός· όσους δ' ωνόμασεν, όλοι, πλην των σωθέντων διά φυγής, εφονεύθησαν. Όπως δε μάλλον πιστευθή, προσέθηκεν εις αυτούς και ιδίους υπηρέτας ο Ανδοκίδης. Αλλά δεν εξεθύμανεν ενταύθα όλην την οργήν του ο δήμος· αλλά μάλλον ως αν εσχόλαζεν ο θυμός του, απαλλαγείς των ερμοκοπιδών, εχύθη όλος κατά του Αλκιβιάδου. Και τέλος έπεμψε την Σαλαμινίαν (82) προς αυτόν, προστάξας επιτηδείως να μη τον βιάσωσιν, ουδέ να τον συλλάβωσιν, αλλά ν' αποταθώσιν εις αυτόν διά λόγων ηπίων, λέγοντες τω να τους ακολουθήση εις την κρίσιν, και να πείση τον δήμον· διότι εφοβούντο ταραχάς του στρατεύματος εις γην εχθρικήν, και στάσιν, ήν ευκόλως θα κατώρθου αν ήθελεν ο Αλκιβιάδης, καθ' όσον οι στρατιώται δυσηρεστούντο διά την αναχώρησίν του, και επίστευον ότι υπό τον Νικίαν ο πόλεμος ήθελε πολύ παραταθή εις ματαίας χρονοτριβάς, ως αν εξέλειπε το κέντρον από των πράξεων. Διότι ο Λάμαχος ήτον μεν πολεμικός και ανδρείος, αλλά δεν είχε μεγάλην υπόληψιν ούτε επιρροήν διά την πενίαν του.

KB. Αποπλεύσας λοιπόν ο Αλκιβιάδης, ευθύς μεν αφήρεσεν από των Αθηναίων την Μεσσήναν· διότι υπήρχον τινές οι μέλλοντες να την παραδώσωσι· και τούτους γνωρίζων σαφέστατα, τους κατεμήνυσεν εις τους φίλους των Συρακουσίων, και ούτως η πράξις απέτυχε. Φθάσας δ' εις Θουρίους (83), και αποβάς του πλοίου, εκρύβη, και διέφυγε τους ζητούντας αυτόν. Πρός τινα δε όστις τον εγνώρισε και τω είπε· «Δεν εμπιστεύεσαι, ω Αλκιβιάδη, εις την πατρίδα σου;» «Ως προς όλα μεν τ' άλλα, απεκρίθη, ναι· αλλά περί της ψυχής μου δεν εμπιστεύομαι ουδ' εις την μητέρα μου, μήπως παραγνωρίσασα ρίψη την μέλαιναν ψήφον αντί της λευκής.» Ύστερον δ' ακούσας ότι η πόλις τον κατεδίκασεν εις θάνατον, «Αλλ' εγώ, είπε, θα τοις δείξω ότι ζω.» Η δε κατ' αυτού εισαγγελία αναφέρεται ως ούσα ούτω συντεταγμένη· «Θεσσαλός Κίμωνος Λακιάδης κατήγγειλεν Αλκιβιάδην τον Κλεινίου Σκαμβωνίδην (84), ότι αδίκως προσηνέχθη προς τας Θεάς, την Δήμητραν και την κόρην, απομιμούμενος τα μυστήρια, και δεικνύων αυτά εις τους φίλους του εντός της οικίας του, φορών στολήν οίαν φορεί ο ιεροφάντης όταν δεικνύη τα ιερά, και ονομάζων εαυτόν ιεροφάντην, τον δε Πολυτίωνα δαδούχον, κήρυκα δε τον Φηγαιέα Θεόδωρον· τους δ' άλλους φίλους του ονομάζων μύστας και επόπτας (85), απ' εναντίας των νόμων και των διατάξεων των Ευμολπιδών και των Κηρύκων (86) και των ιερέων των εξ Ελευσίνος.» Καταδικάσαντες δ' αυτόν ερήμην, και την περιουσίαν αυτού δημεύσαντες, εψήφισαν προσέτι να τον καταρώνται όλοι οι ιερείς και αι ιέρειαι (87). Εξ αυτών δε λέγουσιν ότι μόνη αντέστη εις το ψήφισμα η Θεανώ Μένωνος εξ Αγρυλής (88), λέγουσα ότι έγινεν ιέρεια διά να εύχηται όχι διά να καταράται.

ΚΓ. Εν ώ δε τοιαύτα ψηφίσματα και καταδίκαι εγράφοντο κατά του Αλκιβιάδου, αυτός διέτριβεν εις το Άργος, διότι άμα αποδράς εκ Θουρίων, μετέβη εις την Πελοπόννησον. Φοβούμενος δε τους εχθρούς, και εντελώς απελπισθείς από της πατρίδος του, έπεμψεν εις την Σπάρτην, ζητών να τω δοθή ασφάλεια, και εζήτησε να τω δώσωσι τα πιστά, υποσχόμενος περισσοτέραν βοήθειαν και ωφέλειαν εις αυτούς παρ' όσην τοις επροξένησε βλάβην άλλοτε όταν τους επολέμει. Τότε έδωκαν και έλαβον υποσχέσεις οι Σπαρτιάται, και ελθών προθύμως αυτός, έν μεν ευθύς κατώρθωσεν, ευρών αυτούς χρονοτριβούντας και αναβάλλοντας να βοηθήσωσι τους Συρακουσίους, να τους διεγείρη και να τους παροξύνη να στείλωσι τον Γύλιππον στρατηγόν, και να θραύσωσι την εκεί των Αθηναίων δύναμιν· άλλο δε, να κινήση εκείθεν πόλεμον κατά των Αθηναίων· και το τρίτον και μέγιστον, να περιτειχίση την Δεκέλειαν (89). Του μέτρου τούτου ουδέν ήτον επιβλαβέστερον και φθοροποιότερον εις τους κατοίκους της πόλεως. Ήρεσκε δ' αυτός δημοσίως και εθαυμάζετο και ιδιωτικώς, και εδημαγώγει το πλήθος και το κατεγοήτευε, λακωνίζων κατά τον τρόπον του ζην· ώστε οι βλέποντες αυτόν να ξυρίζεται σύρριζα (90), να λούηται εις ψυχρόν ύδωρ, να τρώγη μάζαν, και να μεταχειρίζηται τον μέλανα ζωμόν, δεν επίστευον, και ηπόρουν αν ποτέ ο άνθρωπος ούτος είχε μάγειρον εις την οικίαν του, αν είδε ποτέ μυρεψόν (91) κατά πρόσωπον, ή υπέφερέ ποτε να εγγίση Μιλησίαν χλαμύδα (92). Διότι, ως λέγουσι, και αύτη ήτον μία των μεγάλων ικανοτήτων αυτού, και μηχανή όπως συλλαμβάνη ανθρώπους, το να συνομοιούται και να συνομοπαθή μετά των εθίμων και της διαίτης εκάστου μέρους, ευμεταβλητότερος ων του χαμαιλέοντος· εκτός ότι εκείνος μεν, ως λέγεται, αδυνατεί ν' αφομοιωθή προς έν χρώμα, προς το λευκόν, διά δε τον Αλκιβιάδην, όστις διά των καλών επίσης και διά των κακών διήρχετο, ουδέν υπήρχεν ό δεν εδύνατο να μιμηθή και να επιτηδευθή· αλλ' εν μεν τη Σπάρτη ήτον γυμναστικός, ευτελής, σκυθρωπός, εν δ' Ιωνία φιλήδονος, φιλάρεσκος, οκνηρός, εν Θράκη προς μέθην, εν Θεσσαλία προς ιππασίαν επιρρεπής· όταν δε συνέζη μετά του σατράπου Τισαφέρνους, υπερέβη κατά τον όγκον και την πολυτέλειαν την περσικήν μεγαλοπρέπειαν· ουχί ότι μετέπιπτε τόσον ευκόλως αφ' ενός τρόπου εις έτερον, ουδ' ότι εδέχετο πάσαν μεταβολήν εις τα ήθη του, αλλ' εννοών ότι την φύσιν του παρακολουθών θα δυσηρέστει εκείνους μεθ' ών συνανεστρέφετο, υπεκρύπτετο και κατέφευγεν εις παν σχήμα και παν πλάσμα πρόσφορον εις εκείνους. Όταν διέτριβεν εις την Λακεδαίμονα, αποβλέπων τις εις τον εξωτερικόν αυτού βίον, ηδύνατο να ειπή· «Δεν είν' υιός του Αχιλλέως, αλλ' ούτος ο Αχιλλεύς» (93)· αφορών δ' εις τ' αληθινά αυτού πάθη και εις τας πράξεις αυτού, εδύνατο να επιφωνήση· «Είν' η παλαιά γυνή» (94). Διότι ούτω διέφθειρε την Τιμαίαν, γυναίκα του Βασιλέως Άγιδος, όστις τότε ην εις εκστρατείαν απών, ώστε και τέκνον απέκτησεν εκ του Αλκιβιάδου, και δεν το ηρνείτο. Ήτον δε το γεννηθέν άρρεν, και έξω μεν ωνομάζετο Λεωτυχίδας, το δ' εντός του οίκου υπό της μητρός προς τας φίλας και οπαδούς ψιθυριζόμενον όνομα αυτού ήτον Αλκιβιάδης. Τοσούτος ήτον ο έρως της γυναικός. Εκείνος δ' εις τούτο ενασμενιζόμενος, έλεγεν ότι ούτε όπως υβρίση τον βασιλέα, ούτε εκ φιληδονίας έπραξε τούτο, αλλ' όπως απόγονοί του βασιλεύσωσι των Λακεδαιμονίων. Τα διατρέχοντα ταύτα πολλοί κατήγγειλον προς τον Άγιν, και επίστευσεν εις αυτά, τον καιρόν αναλογιζόμενος· διότι, όταν έγινε σεισμός, φοβηθείς, έδραμεν εντός του θαλάμου της γυναικός του, και έκτοτε επί δέκα μήνας δεν προσήλθε προς αυτήν. Επειδή δ' ο Λεωτυχίδης εγεννήθη μετά τούτο, ηρνήθη ότι ήτον υιός του. Διά τούτο έπειτα εστερήθη της βασιλείας ο Λεωτυχίδης.

ΚΑ. Μετά δε την εν Σικελία των Αθηναίων δυστυχίαν (95), έπεμψαν πρέσβεις εις Σπάρτην ομού οι Χίοι, και οι Λέσβιοι, και οι Κυζικηνοί, όπως αποστατήσωσιν από των Αθηναίων (96). Και τους μεν Λεσβίους επροστάτευον οι Βοιωτοί, τους δε Κυζικηνούς ο Φαρνάβαζος· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι εις τον Αλκιβιάδην πεισθέντες, επροτίμησαν να βοηθήσωσι τους Χίους. Εκπλεύσας δε και αυτός, επανεστάτησε παρ' ολίγον πάσαν την Ιωνίαν, και πολλά συμπράττων μετά των στρατηγών των Λακεδαιμονίων, έβλαπτε τους αθηναίους. Ο δ' Άγις εχθρός μεν ήτον αυτού εξ αιτίας της γυναικός του, ως κακοποιηθείς· δυσηρεστείτο δε και διά την δόξαν του· διότι λόγος διέτρεχεν ότι τα πλείστα εγίνοντο και επετύγχανον διά του Αλκιβιάδου. Και των άλλων δε Σπαρτιατών οι δυνατώτατοι και φιλοτιμότατοι εβαρύνοντο ήδη τον Αλκιβιάδην και τον εφθόνουν. Υπερίσχυσαν λοιπόν και κατώρθωσαν, να γράψωσιν οι εν Σπάρτη άρχοντες εις την Ιωνίαν, όπως τον θανατώσωσιν. Εκείνος όμως προϊδών τούτο σιωπηλώς και φοβηθείς, εις όλας μεν τας πράξεις συνήργει μετά των Λακεδαιμονίων, αλλ' απέφευγεν εντελώς να πέση εις χείρας των. Δοθείς δε προς ασφάλειαν εις Τισαφέρνην, τον σατράπην του βασιλέως, εγένετο αμέσως παρ' αυτώ πρώτος και μέγιστος· διότι ο βάρβαρος, μη ων απλούς, αλλά κακοήθης και πονηρός, εθαύμαζε της ικανότητος αυτού το πολύτροπον και πολυποίκιλον. Εις δε την χάριν της καθημερινής του συναναστροφής και οικειότητος δεν υπήρχεν ήθος μη ενδίδον, ουδέ φύσις μη γοητευομένη· αλλά και οι φοβούμενοι και οι φθονούντες αυτόν εύρισκον ηδονήν και θέλγητρα εις το να συνδιαιτώνται μετ' αυτού και εις το να τον βλέπωσιν. Εν ώ κατά τ' άλλα ήτον σκληρός ο Τισαφέρνης και υπέρ πάντα Πέρσην μισέλλην, τοσούτον εθέλγετο κολακευόμενος υπό του Αλκιβιάδου, ώστε τον υπερέβαινεν αυτός διά της προς αυτόν κολακείας. Μεταξύ άλλων έχων αγροκήπιον απαραμίλλου ωραιότητος και διά τα ύδατα και διά τους υγιεινούς του λειμώνας, και διά τους περιπάτους και διά τα διαιτήματα αυτού τα βασιλικώς και λαμπρώς κεκοσμημένα, έδωκεν εις αυτό το όνομα του Αλκιβιάδου, και όλοι επί πολύν καιρόν ούτως εξηκολούθουν να τ' ονομάζωσιν.

ΚΕ. Απίστους δε θεωρών τους Σπαρτιάτας, και απελπισθείς απ' αυτών, και τον Άγιν φοβούμενος, τους έβλαπτε και τους διέβαλλε παρά τω Τισαφέρνη, και δεν τον αφήκε να τοις βοηθήση προθύμως, ουδέ να καταστρέψη τους Αθηναίους, αλλά φειδολάς δίδων τας βοηθείας, να θλίβη και κατατρίβη αυτούς βραδέως, και να τους καθιστά αμφοτέρους ευποτάκτους εις τον βασιλέα αφ' ού ήθελον καταπονηθή υπ' αλλήλων. Εις ταύτα ο Τισαφέρνης ευκόλως επείθετο, και προφανές ήτον ότι ευχαριστείτο και τον εθαύμαζεν· ώστε εκατέρωθεν οι Έλληνες ήρχισαν πάλιν ν' αποβλέπωσι προς τον Αλκιβιάδην, οι δ' Αθηναίοι, κακώς πάσχοντες, και μετενόουν δι' όσα κατ' αυτού κατεψήφισαν, και εκείνος δ' ελυπείτο, και εφοβείτο μη, αν εντελώς η πόλις αφανισθή, πέση ο ίδιος εις χείρας των Λακεδαιμονίων, υφ' ών εμισείτο. Τότε δ' όλα σχεδόν τα συμφέροντα των Αθηναίων συνεκεντρούντο εις την Σάμον, και εκείθεν εξορμώντες διά της ναυτικής των δυνάμεως, άλλα μεν μέρη ανεκτώντο εξ όσων είχον αποστατήσει, άλλα δ' εφύλαττον, μέχρι τινός αξιόμαχοι έτι όντες προς τους εχθρούς κατά θάλασσαν, φοβούμενοι όμως και τον Τισαφέρνην, και τας Φοινικικάς τριήρεις, περί ών ελέγετο ότι όσον ούπω έμελλον να φθάσωσιν, ούσαι εκατόν πεντήκοντα, και αν ήρχοντο, ουδεμία σωτηρίας ελπίς έμενεν εις την πόλιν. Ταύτα γνωρίζων ο Αλκιβιάδης, έπεμψε κρυφίως προς τους εν Σάμω ισχυρούς των Αθηναίων, και τοις έδιδεν ελπίδας ότι θέλει τοις καταστήσει φίλον τον Τισαφέρνην, ουχί χάριν του πλήθους, και έχων εμπιστοσύνην ουχί εις αυτό, αλλ' εις τους αρίστους, αν ήθελον τολμήσει να γίνωσιν άνδρες αγαθοί, και παύοντες την αυθάδειαν του δήμου, να σώσωσιν αυτοί τα ίδια εαυτών συμφέροντα και την πόλιν. Και οι μεν λοιποί πολλήν έδωκαν προσοχήν εις τας προτάσεις του Αλκιβιάδου. Είς όμως εκ των στρατηγών, Φρύνιχος ο Δειραδιώτης (97) ανθίστατο, υποπτεύσας, την αλήθειαν άλλως τε, ότι τον Αλκιβιάδην δεν έμελλε μάλλον υπέρ της ολιγαρχίας ή υπέρ της δημοκρατίας, αλλ' ότι θέλων διά παντός τρόπου να επιστρέψη εις τας Αθήνας, κατηγόρει τον δήμον διά να περιποιηθή και κερδίση τους δυνατούς. Νικηθείς όμως υπό της γνώμης των άλλων, και φανερώς ήδη εχθρός του Αλκιβιάδου γενόμενος, κατήγγειλε τα διατρέχοντα εις Αστύοχον, τον Ναύαρχον των πολεμίων, και τον παρήγγειλε να φυλάττηται, και να συλλάβη τον Αλκιβιάδην ως προς αμφότερα τα μέρη απιστούντα. Αλλά δεν ήξευρεν ότι προδότης απετείνετο προς προδότην. Διότι ο Αστύοχος, τεθαμβωμένος υπό της δυνάμεως του Τισαφέρνους, και βλέπων τον Αλκιβιάδην μέγαν όντα παρ' αυτώ, κατεμήνυσε προς αυτόν τα παρά του Φρυνίχου. Ο δ' Αλκιβιάδης έπεμψεν ευθύς εις Σάμον να τον κατηγορήση και εν ώ όλοι ηγανάκτουν και εξανίσταντο κατά του Φρυνίχου, ούτος, μη βλέπων άλλην εκ του κινδύνου διαφυγήν, επεχείρησε να θεραπεύση διά μείζονος κακού το κακόν και έπεμψε πάλιν προς τον Αστύοχον, παραπονούμενος προς αυτόν ότι τον κατεμήνυσεν, υποσχόμενος δε να τω παραδώση τα πλοία και τον στρατόν των Αθηναίων. Αλλ' η προδοσία του Φρυνίχου δεν έβλαψε τους Αθηναίους, εξ αιτίας της αντιπροδοσίας του Αστυόχου, όστις και ταύτας τας προτάσεις του Φρυνίχου κατήγγειλεν εις τον Αλκιβιάδην. Ο δε Φρύνιχος, προϊδών, και περιμένων δευτέραν κατηγορίαν παρά του Αλκιβιάδου, προέλαβε και είπεν εις τους Αθηναίους ότι μέλλουσι να επέλθωσιν οι εχθροί, και τους παρεκίνησε να μένωσιν εις τα πλοία των, και να περιστοιχίσωσι το στρατόπεδον. Εν ώ δε ταύτα εγίνοντο, ήλθον πάλιν γράμματα παρά του Αλκιβιάδου, όστις τοις έλεγε να φυλάττωνται από του Φρυνίχου, διότι προδίδει εις τους πολεμίους τον ναύσταθμον· αλλά τότε δεν τον επίστευσαν, νομίσαντες ότι ο Αλκιβιάδης, καλώς γνωρίζων των εχθρών την ετοιμασίαν και τους σκοπούς, ωφελήθη εξ αυτής ψευδώς, όπως διαβάλη τον Φρύνιχον. Ύστερον δε, όταν είς των περιπόλων (98), ο Έρμων, κτυπήσας εις την αγοράν δι' εγχειριδίου τον Φρύνιχον, τον εφόνευσεν, οι Αθηναίοι, δικάσαντες, εκήρυξαν και αποθανόντα τον Φρύνιχον προδότην, εστεφάνωσαν δε τον Έρμωνα και τους συνωμότας του.

ΚΣΤ. Εν δε τη Σάμω τότε υπερισχύσαντες οι φίλοι του Αλκιβιάδου, έπεμψαν τον Πείσανδρον εις την πόλιν των Αθηνών, όπως επιφέρη μεταβολήν του πολιτεύματος και ενθαρρύνη τους δυνατούς να λάβωσιν αυτοί τα πράγματα εις τας χείρας των, και να καταλύσωσι τον δήμον, λόγω ότι κατά τούτους μόνον τους όρους ο Αλκιβιάδης θέλει τοις καταστήσει τον Τισαφέρνην φίλον και σύμμαχον. Αύτη ήτον η πρόφασις, και τούτο ήτον το πρόσχημα των θελόντων να εισαγάγωσι την ολιγαρχίαν. Όταν δ' υπερίσχυσαν, και παρέλαβον τα πράγματα οι πεντακισχίλιοι μεν λεγόμενοι, τετρακόσιοι δ όντες (99), τότε αυτοί πολύ ολίγον εφρόντιζον πλέον περί Αλκιβιάδου, και νωθρότερον εξηκολούθουν τον πόλεμον, μέρος μεν διότι δεν είχον εισέτι εμπιστοσύνην εις τους πολίτας, δυσμενώς διακειμένους προς την μεταβολήν, μέρος δε διότι ενόμιζον ότι προς αυτούς θέλουσι μάλλον ενδώσει οι Λακεδαιμόνιοι, ως διακείμενοι φιλικώτερον πάντοτε προς την ολιγαρχίαν. Και ο μεν κατά την πόλιν δήμος, και άκων υπό φόβου έμενεν ήσυχος· διότι εσφάγησαν ουκ ολίγοι εκ των εναντιουμένων εις τους τετρακοσίους. Οι δ' εν Σάμω, ακούοντες ταύτα και αγανακτούντες, ηθέλησαν να πλεύσωσιν αμέσως κατά του Πειραιώς, και έφερον τον Αλκιβιάδην και τον κατέστησαν στρατηγόν των, και ήθελον να τους οδηγήση να καταλύσωσι τους τυράννους. Αλλ' αυτός δεν έπαθεν ουδ' έπραξεν ό,τι συνήθως ο διά χάριτος του πλήθους μέγας γινόμενος, όστις νομίζει ότι πρέπει να ευχαριστή κατά πάντα, και κατ' ουδέν να μη αντικρούη τους εκ πλάνητος και φυγάδος αναδείξαντας αυτόν τοσούτων πλοίων και στρατοπέδου, και τοσαύτης δυνάμεως ηγεμόνα και στρατηγόν. Αλλά, κατά το καθήκον ό έχει αρχηγός μέγας, του ν' ανθίσταται εις τους υπ' οργής παραφερομένους, εμποδίσας αυτούς ν' αμαρτήσωσιν, έσωσε τότε προφανώς τα πράγματα της πόλεως. Διότι, αν κινηθέντες απέπλεον οίκαδε, οι μεν εχθροί ευθύς θα εκυρίευον αμαχητί πάσαν την Ιωνίαν, τον Ελλήσποντον και τας νήσους, οι δ' Αθηναίοι θα εμάχοντο κατά των Αθηναίων, τον πόλεμον εμβάλλοντες εις την πόλιν. Τούτο δε μόνος, ή καν υπέρ πάντα άλλον ο Αλκιβιάδης εμπόδισε να μη γίνη, ου μόνον πείθων και διδάσκων το πλήθος, αλλά και ανά ένα έκαστον, άλλους μεν παρακαλών, άλλους δ' επιπλήττων. Συνέπραττε δε μετ' αυτού και Θρασύβουλος ο Στειριεύς (100), παρών εκεί και κραυγάζων· διότι ήτον, ως λέγεται, όλων των Αθηναίων μεγαλοφωνότατος. Και δεύτερον δε τι άλλο είναι καλόν του Αλκιβιάδου, ότι, υποσχεθείς τα εκ Φοινίκης πλοία, τα στελλόμενα υπό του βασιλέως και περιμενόμενα υπό των Λακεδαιμονίων, ή να τα φέρη προς αυτούς, ή να κατορθώση να μη απέλθωσιν ουδέ προς εκείνους, εξέπλευσε μετά πάσης ταχύτητος. Και εφάνησαν μεν τα πλοία περί την Άσπενδον (101), αλλά δεν τα έφερεν ο Τισαφέρνης, και ηπάτησε τους Λακεδαιμονίους. Εθεωρείτο δ' ως αίτιος της επιστροφής των αμφοτέρωθεν ο Αλκιβιάδης, και μάλιστα εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, λεγόντων ότι εδίδασκε τον βάρβαρον ν' αφήνη τους Έλληνας να καταστρέφονται αυτοί δι' εαυτών. Διότι προφανές ήτον ότι, αν εις το έν μέρος προσετίθετο τοσαύτη ναυτική δύναμις, αφήρει αμέσως από του ετέρου το κράτος της θαλάσσης.

ΚΖ. Αμέσως δε μετά ταύτα κατελύθησαν μεν oι τετρακόσιοι, διότι οι φίλοι του Αλκιβιάδου προθύμως εβοήθησαν τους δημοκρατικώς φρονούντας. Επειδή δ' οι εν τη πόλει ήθελον και προσεκάλουν τον Αλκιβιάδην να επιστρέψη, αυτός ενόμιζεν ότι δεν πρέπει κενάς έχων τας χείρας, και απράκτως, και δι' οίκτου και χάριτος του λαού, αλλ' ότι πρέπει να κατέλθη ενδόξως. Διά τούτο πρώτον μεν μετ' ολίγων πλοίων εκ Σάμου περιέπλεε των Κνιδίων και των Κώων την θάλασσαν (102)· εκεί δ' ακούσας ότι ο Σπαρτιάτης Μίνδαρος απέπλεε μεθ' όλου του στόλου εις τον Ελλήσποντον, και παρηκολούθει τους Αθηναίους, έσπευσε να βοηθήση τους στρατηγούς. Κατά τύχην δ' έφθασε πλέων μετά δεκαοκτώ τριήρεων, εν ώ τα δύο μέρη μεθ' όλων των πλοίων των συμπλακέντα εναυμάχουν περί την Άβυδον (103), και κατά μέρη ενίκων ή ενικώντο, και μέγας αγών εξηκολούθει μέχρι της δείλης. Και άμα μεν εφάνη, εναντίας ενέπνευσεν εις αμφοτέρους ιδέας, ώστε θάρρος μεν ανέλαβον οι εχθροί, εθορυβήθησαν δ' οι Αθηναίοι. Αλλ' αμέσως φιλικόν από της ναυαρχίδος υψώσας σημείον, ώρμησεν ευθύς κατά των Πελοποννησίων όσοι ενίκων και εδίωκον των Αθηναίων τα πλοία. Τρέψας δ' αυτούς εις φυγήν, τους έρριψεν εις την γην, και εξακολουθών να τους διώκη, κατέστρεψε τα πλοία των, και επλήγωσε τους άνδρας όσοι ερρίπτοντο εις την θάλασσαν διά να σωθώσιν, ει και ο Φαρνάβαζος τους εβοήθει, και εμάχετο πλησίον της θαλάσσης όπως σώση το ναυτικόν των. Τέλος δε, κυριεύσαντες οι Αθηναίοι τριάκοντα εχθρικά πλοία, σώσαντες δε τα εδικά των, έστησαν τρόπαιον. Μετά τοιαύτην δε λαμπράν ευτυχίαν, φιλοτιμούμενος να επιδειχθή εις τον Τισαφέρνην, ητοίμασε προσφοράς και δώρα, και συνοδίαν έχων ηγεμονικήν, επορεύθη προς αυτόν, άλλα δεν επέτυχεν ό,τι περιέμενε· διότι προ πολλού ο Τισαφέρνης κατηγορούμενος υπό των Λακεδαιμονίων, και φοβούμενος μη δώση δυσαρεσκείας αιτίαν εις τον Βασιλέα, εύρεν ότι εγκαίρως τω ήλθεν ο Αλκιβιάδης, και συλλαβών αυτόν, τον εφυλάκισεν εις τας Σάρδεις (104), ως η αδικία αύτη αν έλυε την κατηγορίαν εκείνην.

ΚΗ. Αφ' ού δε παρήλθον τριάκοντα ημέραι, ο Αλκιβιάδης κατώρθωσε να προμηθευθή ίππον, και αποδράς εκ των φυλακών, διέφυγεν εις Κλαζομενάς. Και διέβαλλε μεν προς τούτοις τον Τισαφέρνην, έτι εκείνος τον αφήκε να φύγη· έπλευσε δ' εις το στρατόπεδον των Αθηναίων (105), και ακούσας ότι ο Μίνδαρος και ο Φαρνάβαζος ήσαν ομού εις την Κύζικον (106), παρώτρυνε τους στρατιώτας, λέγων αυτοίς ότι ανάγκη είναι και να ναυμαχήσωσι, και να πεζομαχήσωσι, προσέτι και να τειχομαχήσωσι κατά των εχθρών· διότι χρήματα δεν έχουσιν, αν δεν νικήσωσι κατά κράτος. Επιβιβάσας δ' αυτούς, και πλεύσας εις Προκόνησον, διέταξε να περιβάλωσι τα μικρά πλοιάρια εις το μέσον των, όπως μη εννοήση παντάπασιν ο εχθρός τον έκπλουν των. Έτυχε δε και πολλή αιφνηδίως πεσούσα βροχή, μετά βροντών και σκότους, να συνεργήση εις τον σκοπόν του, και να κρύψη τας ετοιμασίας του. Και όχι μόνον οι εχθροί δεν τον ενόησαν, αλλά και οι Αθηναίοι είχον απολέσει πάσαν ελπίδα, όταν τους διέταξε να επιβιβασθώσι, και εκίνησε. Μετ' ολίγον δε διελύθη το σκότος, και εφάνησαν τα πλοία των Πελοποννησίων εις το πέλαγος εμπρός του λιμένος των Κυζικηνών. Φοβηθείς λοιπόν ο Αλκιβιάδης μήπως εξ αιτίας του πλήθους των πλοίων ιδόντες αυτόν προφθάσωσι να καταφύγωσιν εις την ξηράν, τους μεν στρατηγούς διέταξε, βραδέως πλέοντες, να μείνωσιν οπίσω, αυτός δε, τεσσαράκοντα πλοία έχων, εφαίνετο και επροκάλει τους εχθρούς. Και αυτοί μεν εξαπατηθέντες, και καταφρονήσαντες τας εχθρικάς δυνάμεις, ότι τόσαι μόνον ήσαν, ώρμησαν κατ' αυτών, και ήλθον ευθύς εις χείρας και συνεπλέκοντο. Αλλ' εν ώ εμάχοντο, επήλθον και τα λοιπά πλοία και τότε εκπλαγέντες, ετράπησαν εις φυγήν. Ο δ' Αλκιβιάδης μετ' είκοσι, των αρίστων τριηρών, πλεύσας εμπρός, και προσελθών εις την γην και αποβάς, επέπεσε κατά των φευγόντων εκ των πλοίων, και πολλούς εφόνευσεν. Επελθών δε κατά του Μινδάρου και του Φαρναβάζου, οίτινες ώρμησαν εις βοήθειαν, τον μεν Μίνδαρον εθανάτωσεν, ανδρείως αγωνιζόμενον, ο δε Φαρνάβαζος έφυγεν. Εκυρίευσαν δε πολλούς νεκρούς (107) και όπλα πολλά, και έλαβον όλα τα πλοία· υποτάξαντες δε την Κύζικον, αφ' ού εξέλιπεν ο Φαρνάβαζος και κατεστράφησαν οι Πελοποννήσιοι, ου μόνον εκράτουν ασφαλώς του Ελλησπόντου, αλλά και της λοιπής θαλάσσης εξεδίωξαν κατά κράτος τους Λακεδαιμονίους. Συνελήφθησαν δε και γράμματα Λακωνικώς ούτω λέγοντα εις τους εφόρους την συμβάσαν δυστυχίαν· «Παρήλθον τα καλά. Ο Μίνδαρος εφονεύθη. Πεινώσ' οι άνδρες. Δεν ηξεύρομεν τι να κάμωμεν. (108)».

ΚΘ. Τοσαύτην δ' έπαρσιν έλαβον οι στρατιώται του Αλκιβιάδου, και τοσούτον υπερεφρόνησαν, ώστε δεν κατεδέχοντο πλέον ουδέ ν' αναμιγώσιν αυτοί, ως αήττητοι, μετά των άλλων στρατιωτών, οίτινες πολλάκις ενικήθησαν. Διότι προ ολίγου είχε συμβή ν' αποτύχη περί την Έφεσον ο Θρασύλλος (109), και οι Εφέσιοι να στήσωσι χαλκούν τρόπαιον προς αισχύνην των Αθηναίων. Ταύτα προσήπτον οι μετ' Αλκιβιάδου εις τους μετά του Θρασύλλου, μεγαλύνοντες εαυτούς και τον στρατηγόν των, και μη θέλοντες μετ' εκείνων ούτε τα γυμνάσια ούτε τον τόπον να έχωσιν από κοινού εις το στρατόπεδον. Όταν δ' ο Φαρνάβαζος, πολλούς έχων ιππείς και πολλούς πεζούς, ήλθε κατ' αυτών, διότι εισέβαλον εις την πόλιν των Αβυδηνών, και ο Αλκιβιάδης, ορμήσας εναντίον του, τρις τον έτρεψεν εις φυγήν, και τον εδίωξε μέχρι της νυκτός μετά του Θρασύλλου, τότε συνανεμίγησαν, και αμοιβαίως φιλοφρονούμενοι και χαίροντες, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον. Την δ' επαύριον, στήσας τρόπαιον, ελεηλάτει την χώραν του Φαρναβάζου, και ουδείς ετόλμα να τον εμποδίση. Συνέλαβε δ' εκεί και ιερείς και ιερείας, αλλά τους αφήκεν άνευ λύτρων. Εκινήθη δε να πολεμήση και τους Χαλκηδονίους (110), οίτινες, αποστατήσαντες, είχον δεχθή φρουράν και αρμοστήν των Λακεδαιμονίων. Ακούσας δ' ότι τα υπάρχοντα πάντα συναγαγόντες ούτοι εκ της χώρας, τα έπεμψαν εις τους Βιθυνούς (111), οίτινες ήσαν φίλοι των, ήλθε μετά του στρατεύματος εις τούτων τα σύνορα, και κήρυκα πέμψας, παρεπονείτο κατά των Βιθυνών. Ούτοι δε φοβηθέντες, και τα υπάρχοντα παρέδωκαν, και φιλίαν συνωμολόγησαν.

Λ. Εν ώ δε περιετείχιζε την Χαλκηδόνα από θαλάσσης εις θάλασσαν (112), ήλθεν ο Φαρνάβαζος, επί σκοπώ να λύση την πολιορκίαν και Ιπποκράτης ο αρμοστής, συναγαγών εκ της πόλεως όσην είχε δύναμιν, επετίθετο κατά των Αθηναίων. Αλλ' ο Αλκιβιάδης, προς αμφοτέρους ομού αντιτάξας το στράτευμα, τον μεν Φαρνάβαζον ηνάγκασε να φύγη αισχρώς, τον δ' Ιπποκράτην εφόνευσε, και πολλούς των μετ' αυτού, ούς ενίκησεν. Έπειτα δε, αυτός μεν εκπλεύσας εις τον Ελλήσποντον, ηργυρολόγει, και εκυρίευσε την Σηλυβρίαν (113), εκτεθείς εις μέγαν κίνδυνον παρακαίρως· διότι οι μέλλοντες να παραδώσωσι την πόλιν είχον συμφωνήσει να εγείρωσι πυρσόν κατά το μεσονύκτιον· αλλ' ηναγκάσθησαν να πράξωσι τούτο προ του καιρού, διότι εφοβήθησάν τινα των συνωμοτών, όστις εξαίφνης εφάνη μεταβάλλων γνώμην. Ήγειρον λοιπόν τον πυρσόν εν ώ το στράτευμα δεν ήτον εισέτι έτοιμον, και τότε λαβών ο Αλκιβιάδης ως τριάκοντα των περί αυτόν, ώρμησε τρέχων προς τα τείχη, διατάξας τους άλλους να τον ακολουθήσωσι κατά τάχος. Ως δε τω ηνεώχθη η πύλη, και εις τους τριάκοντα προσετέθησαν είκοσι πελτασταί (114), ώρμησεν αυτός, αλλ' ευθύς είδε τους Σηλυβριανούς, οίτινες ένοπλοι ήρχοντο εναντίον του. Επειδή δε, εις μεν την αντίστασιν δεν έβλεπε σωτηρίαν, να φύγη δε δεν ήθελεν, αφ' ού μέχρι της ημέρας εκείνης ουδέποτε στρατηγών ενικήθη, εσήμανε διά της σάλπιγγος σιωπήν, και διέταξεν είς των παρόντων ν' ανακηρύξη «ότι οι Αθηναίοι δεν κινούσιν όπλα κατά των Σηλυβριανών.» Τούτο το κήρυγμα τινάς μεν κατέστησε μάλλον διστάζοντας προς την μάχην, διότι ενόμισαν ότι όλοι οι εχθροί ήσαν εντός της πόλεως· οι δε συνέλαβον αγαθάς ελπίδας περί συμβιβασμού. Εν ώ δε συνελθόντες μετ' αλλήλων εξηγούντο, έφθασε το στράτευμα του Αλκιβιάδου, όστις εικάζων, όπερ ήν και η αλήθεια, ότι οι Σηλυβριανοί ήσαν ειρηνικώς διατεθειμένοι, εφοβήθη μήπως οι Θράκες διαρπάσωσι την πόλιν. Ήσαν δε πολλοί εξ αυτών, οίτινες χαριζόμενοι προς τον Αλκιβιάδην, και εξ αγάπης προς αυτόν, συνεξεστράτευον μετ' αυτού προθύμως. Απέπεμψε λοιπόν όλους τούτους εκ της πόλεως, τους δε Σηλυβριανούς, ενδούς εις τας παρακλήσεις των, δεν τους έβλαψεν, αλλά χρήματα λαβών, και φρουράν εγκαταστήσας, απήλθεν.

ΛΑ. Οι δε πολιορκούντες την Χαλκηδόνα στρατηγοί, εσυνθηκολόγησαν μετά του Φαρναβάζου να λάβωσι χρήματα, και οι Χαλκηδόνιοι να γίνωσι πάλιν των Αθηναίων υπήκοοι, του Φαρναβάζου δε την χώραν να μη βλάπτωσιν· ο δε Φαρνάβαζος να εξασφαλίση διά συνοδίας πρέσβεις ούς οι Αθηναίοι ήθελον πέμψει προς τον βασιλέα. Ότε δ' επανήλθεν ο Αλκιβιάδης, ο Φαρνάβαζος απήτει και αυτός να ομώση περί των συμφωνηθέντων· αλλ' ο Αλκιβιάδης είπεν ότι δεν θέλει ομώσει πριν ή εκείνος ορκισθή προς αυτούς. Έγιναν λοιπόν οι όρκοι, και τότε απήλθε κατά των Βυζαντίων, οίτινες είχον αποστατήσει, και περιτείχιζε την πόλιν αυτών. Αλλ' ο Αναξίλαος και ο Λυκούργος και άλλοι τινες εσυμφώνησαν μετ' αυτού να τω παραδώσωσι την πόλιν επί τω όρω του να μείνη σώα· και τότε διαδούς λόγον, ότι στάσεις κατά την Ιωνίαν τον αναγκάζουσι ν' αναχωρήση, εν τω μέσω της ημέρας απέπλευσε μεθ' όλων των πλοίων του· αλλά την νύκτα, επιστρέψας οπίσω, αυτός μεν μετά των οπλιτών απέβη, και πλησιάσας εις τα τείχη, έμεινεν ήσυχος. Τα δε πλοία, πλεύσαντα κατά του λιμένος, και εισορμώντα διά βίας, μετά πολλής κραυγής και Θορύβων και κρότου, κατετρόμαξαν μεν τους Βυζαντίους διά την απροσδόκητον αυτών εμφάνισιν, έδωκαν δ' ευκολίαν εις τους αττικίζοντας να δεχθώσι τον Αλκιβιάδην, διότι όλοι έτρεχον προς τα πλοία και τον λιμένα. Δεν επέτυχεν όμως όλως αμαχητί· διότι οι εις το Βυζάντιον παρόντες Πελοποννήσιοι και Βοιωτοί και Μεγαρείς (115), τους μεν ορμώντας από των πλοίων, τους έτρεψαν και τους κατέκλεισαν εις τα πλοία πάλιν· εννοήσαντες δ' ότι οι Αθηναίοι ήσαν εντός της πόλεως, παρετάχθησαν και ώρμησαν κατ' αυτών. Έγινε δ' ισχυρά μάχη, και ενίκησεν ο Αλκιβιάδης, έχων το δεξιό κέρας, ο δε Θηραμένης το αριστερόν, και τους εχθρούς, όσοι δεν εφονεύθησαν, περί τους τριακοσίους, συνέλαβε ζώντας. Των δε Βυζαντίων μετά την μάχην ουδείς εφονεύθη ουδ' εδιώχθη· διότι επί τοιαύτη συνθήκη αι άνδρες παρέδοσαν την πόλιν, και ταύτα εσυμφώνησαν. Ουδέν ίδιον ωφέλημα δι' αυτούς επιφυλαχθέντες. Διά τούτο και δικαζόμενος επί προδοσία ο Αναξίλαος εν Λακεδαίμονι, εφάνη διά του λόγου του μη καταισχύνας το έργον του. Διότι είπεν ότι, μη ων Λακεδαιμόνιος αλλά Βυζάντιος, και βλέπων εις κίνδυνον ουχί την Σπάρτην, αλλά το Βυζάντιον, και την πόλιν ότι περιετειχίσθη, και ότι ουδέν εισήγετο εις αυτήν, τον δε σίτον όστις ην εντός της πόλεως ότι έτρωγον οι Πελοποννήσιοι και οι Βοιωτοί, οι δε Βυζάντιοι ότι επείνων μετά των τέκνων και των γυναικών των, δεν επρόδωκε την πόλιν εις τους εχθρούς, αλλά την απήλλαξε πολέμων και κακών, μιμούμενος τους αρίστους των Λακεδαιμονίων, δι' ούς έν υπάρχει απλώς το καλόν και το δίκαιον, το της πατρίδος συμφέρον. Ταύτα ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι, και εντραπέντες, απέλυσαν τους άνδρας.

ΛΒ. Ο δ' Αλκιβιάδης, θέλων ήδη να ιδή την πατρίδα του, και έτι μάλλον ποθών να δειχθή εις τους συμπολίτας του, αφού τοσάκις ενίκησε τους εχθρούς, απέπλευσεν, έχων διά πολλών ασπίδων και λαφύρων πέριξ τας Αττικάς τριήρεις κεκοσμημένας, πολλούς δε σύρων αιχμαλώτους, και έτι περισσότερα φέρων στολίσματα των όσων αυτός κατέστρεψεν και εκυρίευσε· διότι ομού δεν ήσαν ολιγώτεραι των διακοσίων. Όσα δε Δούρις ο Σάμιος (116), όστις έλεγεν ότι ήτον απόγονος του Αλκιβιάδου, προστίθησιν εις ταύτα, ότι ηύλει μεν διευθύνων την κωπηλασίαν Χρυσόγονος ο Πυθιονίκης (117), το κέλευσμα δ' έδιδε Καλλιππίδης, ο τραγωδιών υποκριτής, ενδεδυμένοι μακρούς και πολυτελείς χιτώνας και τον άλλον θεατριακόν στολισμόν, ότι δ' η ναυαρχίς εισήρχετο εις τους λιμένας έχουσα πορφυρούν ιστίον, ως αν εκώμαζον μεθύοντες, ταύτα ούτε ο Θεόπομπος (118), ούτε ο Έφορος, ούτε Ξενοφών δεν τα έγραψεν. Ούτε πιθανόν είναι να ενεκαυχάτο ούτω προς τους Αθηναίους, επιστρέφων μετ' εξορίαν και μετά συμφοράς τοσαύτας. Εξ εναντίας ήρχετο πεφοβισμένος, και όταν έφθασε, δεν απέβη της τριήρους, πριν από του καταστρώματος εφ' ού ίστατο να ιδή προσερχόμενον τον εξάδελφον αυτού Ευρυπτόλεμον, και πολλούς άλλους εκ των φίλων και οικείων του, οίτινες τον περιέμενον και τον προσεκάλουν. Όταν δ' απέβη, τους μεν άλλους στρατηγούς απαντώντες οι άνθρωποι, εφαίνοντο ότι ούτε τους έβλεπον, συντρέχοντες δε προς εκείνον, έκραζον, τον εχαιρέτων, τον συνώδευον, ήρχοντο πλησίον και τον εστεφάνουν. Όσοι δε δεν ηδύναντο να τον πλησιάσωσι, τον έβλεπον μακρόθεν, και οι γέροντες τον εδείκνυον εις τους νέους. Μετά δε των χαιρόντων καθ' όλην την πόλιν ήσαν πολλοί και οι δακρύοντες, και απέναντι της παρούσης ευτυχίας διηγείρετο η μνήμη των αρχαιοτέρων ατυχημάτων, και διελογίζοντο ότι ούτε της Σικελίας θα εστερούντο, ούτε κανέν άλλο αφ' όσα είχον ελπίσει θα τους διέφευγεν, αν είχον αφήσει τον Αλκιβιάδην επί των τότε πραγμάτων και επί της δυνάμεως εκείνης, αφ' ού ήδη παραλαβών την πόλιν, ήτις παρ' ολίγον είχεν εξωσθή της θαλάσσης, κατά ξηράν δε μόλις ήτον κυρία των προαστείων της, και εσωτερικώς ήτον εις στάσεις παραδεδομένη, εκ λειψάνων τοσούτων αθλίων και ταπεινών ανέστησεν όμως αυτήν, και ου μόνον τη απέδωκε της θαλάσσης το κράτος, αλλά και επί της στερεάς την ανέδειξε πανταχού τροπαιούχον κατά των εχθρών.

ΛΓ. Και το μεν ψήφισμα της επιστροφής αυτού είχε κυρωθή πρότερον ήδη. Είχε δε προτείνει αυτό Κριτίας ο Καλλαίσχρου (119), και ο ίδιος έγραψεν εις τας ελεγείας του, ενθυμίζων εις τον Αλκιβιάδην την χάριν διά τούτων·

Είπον εγώ εις το πλήθος την γνώμην δι' ής επανήλθες,
     κ' έγραψα ταύτην, εγώ πράξας το έργον αυτό·
αλλ' επί τούτων σφραγίς σιωπής εις την γλώσσαν μας κείται.

Τότε δε, συνήλθεν ο δήμος εις εκκλησίαν, και προσελθών ο Αλκιβιάδης, και κλαίων μεν και ολοφυρόμενος εξέθηκε τα πάθη αυτού, απηύθυνε δε και παράπονα ολίγα και μέτρια κατά του δήμου, εν γένει δ' απέδωκεν όσα τω συνέβησαν εις τύχην τινα πικράν και εις φθονερόν δαίμονα, πολλά δ' είπε και περί των ελπίδων των πολιτών, και παρώτρυνεν αυτούς εις θάρρος· ο δε δήμος τον εστεφάνωσε διά στεφάνων χρυσών, και τον εχειροτόνησε και κατά γην και κατά θάλασσαν, στρατηγόν αυτοκράτορα. Εψήφισε δε να τω αποδώσωσι και την περιουσίαν του, και ν' αναιρέσωσι πάλιν τας κατάρας οι Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες (120), άς είχον προφέρει κατά προσταγήν του δήμου. Όταν δ' οι άλλοι τας ανήρουν, ο ιεροφάντης Θεόδωρος, «αλλ' εγώ, είπεν, ούτε τω κατηράσθην κακόν ουδέν, αν δεν αδική την πόλιν».

ΛΔ. Αλλ' αν και η ευτυχία του Αλκιβιάδου ήτον τότε τοσούτον λαμπρά, ανησύχει όμως τινάς ο καιρός της επιστροφής του. Διότι καθ' ήν ημέραν κατέπλευσεν, ετελούντο τα Πλυντήρια της Θεάς (121). Εορτάζουσι δε τας τελετάς αυτών μυστικάς οι Πραξιεργίδαι (122), κατά την εικοστήν τετάρτην ημέραν του Θαργιλιώνος (123), και αφαιρούσιν από του αγάλματος την στολήν αυτού, και καλύπτουσιν αυτό το άγαλμα (124). Δια τούτο την ημέραν ταύτην θεωρούσιν οι Αθηναίοι ως μίαν των μάλλον αποφράδων, και ουδεμίαν πράξιν επιτελούσιν επ' αυτής. Εφαίνετο λοιπόν ότι η Θεά δεν εδέχθη τον Αλκιβιάδην φιλοφρόνως και ευμενώς, αλλ' ότι συνεκαλύφθη, και τον απεδίωκεν αφ' εαυτής. Ουχ ήττον όμως, αφ' ού όλα επέτυχον κατά γνώμην του Αλκιβιάδου, και εκατόν τριήρεις ωπλίσθησαν και έμελλον να εκπλεύσωσι πάλιν, ευγενής τις φιλοτιμία καταλαβούσα αυτόν, τον απέτρεψε ν' αποπλεύση μέχρι των μυστηρίων (125). Αφ' ού καιρού απεκλείσθη διά τείχους η Δεκέλεια (126), και οι εχθροί εκεί στρατοπεδεύοντες είχον εις την εξουσίαν των τας οδούς προς την Ελευσίνα, ουδεμίαν ευπρέπειαν είχε πλέον η τελετή, διότι εστέλλετο κατά θάλασσαν, και εξ ανάγκης παρελείποντο και θυσίαι, και χοροί, και πολλά εκ των ιερών όσα εγίνοντο όταν φέρωσι διά ξηράς τον Ίακχον (127). Καλόν λοιπόν εφαίνετο εις τον Αλκιβιάδην, και προς τους Θεούς όσιον και προς τους ανθρώπους ένδοξον, ν' αποδώση το πάτριον σχήμα εις τα ιερά, και να συνοδεύση πεζή την τελετήν, και να δορυφορήση αυτήν κατά των εχθρών. Διότι ή, αν έμενεν ήσυχος ο Άγις (128), θα κατεβίβαζεν εντελώς την οφρύν του και θα τον εταπείνου, ή θα εμάχετο μάχην ιεράν και θεοφιλή υπέρ των αγιωτάτων και μεγίστων, εν όψει της πατρίδος, και θα είχε πάντας τους πολίτας μάρτυρας της ανδραγαθίας του. Άμα δ' απεφάσισε ταύτα, και ειδοποίησε τους Ευμολπίδας και τους Κήρυκας, έθηκε σκοπούς εις τας κορυφάς, και άμα εξημέρωσεν έπεμψεν εμπρός προδρόμους τινάς. Λαβών δε μεθ' εαυτού τους ιερείς και μύστας και μυσταγωγούς (129), και καλύψας αυτούς πέριξ διά των στρατιωτών, προυχώρει εν τάξει και μετά σιωπής, θέαμα επιδεικνύων σεβάσμιον και θεοπρεπές την στρατηγίαν εκείνην, ήν άπαντες οι μη φθονούντες αυτόν ιεροφαντίαν ωνόμαζον και μυσταγωγίαν. Ουδείς δε των εχθρών ετόλμησε να τον προσβάλη, και ασφαλώς επαναγαγών την πομπήν εις την πόλιν, επήρθη μεν αυτός κατά το φρόνημα, ενέπλησε δ' υπερηφανείας και τον στρατόν, θεωρούντα εαυτόν ακαταμάχητον και αήττητον, όταν εστρατήγει εκείνος· τον δ' όχλον και τους πένητας ούτω διά τούτων των δημαγωγιών εκέρδησεν υπέρ εαυτού, ώστε είχον ισχυράν επιθυμίαν να τυραννώνται υπ' εκείνου, καί τινες έλεγον, και ερχόμενον προς αυτούς τον προέτρεπον, να υπερισχύση του φθόνου, και ρίπτων κάτω ψηφίσματα, και νόμους, και τους φλυάρους οίτινες κατέστρεψαν την πόλιν, ν' αναλάβη και διευθύνη τα πράγματα, μη φοβούμενος τους συκοφάντας.

ΑΕ. Και ποίαν μεν ο ίδιος είχε περί της τυραννίδος γνώμην, είναι άγνωστον· οι δε δυνατώτατοι των πολιτών, φοβηθέντες, επετάχυνον τον έκπλουν αυτού, και τ' άλλα όλα ψηφίσαντες, και συνάρχοντας ούς εκείνος ηθέλησεν· Εκπεύσας λοιπόν μετά των εκατόν πλοίων, και προσβαλών την Άνδρον, ενίκησε μεν εις μάχην τους Λακεδαιμονίους όσοι ήσαν εκεί, την πόλιν όμως δεν εκυρίευσε. Και τούτο υπήρξεν η πρώτη κατ' αυτού δημοσία των εχθρών του κατηγορία. Φαίνεται δ' ότι υπέρ τινα και άλλον ο Αλκιβιάδης μάλιστα κατεστράφη υπό της ιδίας αυτού δόξης, ήτις μεγάλη ούσα και πλήρης τόλμης και συνέσεως, καθίστα ως εξ ών κατώρθωσεν, ύποπτον πάσαν έλλειψιν αυτού, διότι υπετίθετο ότι δεν ήθελε, καθόσον ουδείς επίστευσεν ότι δεν εδύνατο. Ήλπιζον δ' ότι και περί των Χίων θ' ακούσωσιν ότι κατετροπώθησαν, και περί της λοιπής Ιωνίας. Όθεν ηγανάκτουν όταν δεν επληροφορούντο ότι όλα κατωρθούντο ταχέως και ευθύς, καθώς ήθελον· ουδ' ανελογίζοντο την αχρηματίαν, υφ' ής περιοριζόμενος, επολέμει προς ανθρώπους έχοντας μέγαν πόρον το ταμείον του Βασιλέως, και ηναγκάζετο πολλάκις να εκπλέη και να εγκαταλείπη το στρατόπεδον, όπως προμηθευθή μισθούς και τροφάς. Και η τελευταία δε κατ' αυτού κατηγορία τοιαύτην έλαβε την αιτίαν. Ο Λύσανδρος είχε σταλή υπό των Λακεδαιμονίων ναύαρχος, και εκ των χρημάτων όσα έλαβε παρά του Κύρου έδιδε τετρώβολον (130) αντί τριωβόλου εις έκαστον ναύτην. Ο δ' Αλκιβιάδης μετά δυσκολίας δίδων και το τριώβολον, απήλθεν εις την Καρίαν διά ν' αργυρολογήση. Ο δ' επιμελητής, όστις έμεινεν εις τα πλοία, ο Αντίοχος (131), ήτον μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τ' άλλα ήτον ανόητος και υπεροπτικός· έχων δε παραγγελίαν παρά του Αλκιβιάδου, ουδ' αν επιπλεύσωσι κατ' αυτού οι εχθροί να ναυμαχήση, τοσούτον εθρασύνθη και περιεφρόνησε την διαταγήν, ώστε πληρώσας την ιδίαν αυτού τριήρη και μίαν άλλην, έπλευσεν εις την Έφεσον, και παραπλέων προς τας πρώρας των εχθρικών πλοίων, πολλά έλεγε και έπραττεν ακόλαστα και βωμολόχα. Και κατ' αρχάς μεν ο Λύσανδρος μετ' ολίγων πλοίων εξορμήσας κατ' αυτού τον εδίωκεν· επειδή όμως και οι Αθηναίοι ήλθον εις βοήθειαν, κινηθείς ο Λύσανδρος μεθ' όλων των πλοίων του, και τον Αντίοχον εφόνευσε, και πλοία πολλά και ανθρώπους συνέλαβε, και τρόπαιον έστησεν. Όταν δ' ήκουσεν αυτά ο Αλκιβιάδης, επιστρέψας εις την Σάμον, εκινήθη μεθ' όλου του στόλου και επροκάλει τον Λύσανδρον. Εκείνος όμως ηρκείτο εις το ότι ενίκησε, και δεν εκινείτο κατ' αυτού.

ΛΣΤ. Εκ δε των κατά το στρατόπεδον μισούντων τον Αλκιβιάδην, Θρασύβουλος ο υιός του Θράσωνος (132), εχθρός ων αυτού, απήλθεν εις Αθήνας διά να τον κατηγορήση. Και παροξύνας τους εκεί, έλεγε προς τον δήμον, ότι ο Αλκιβιάδης κατέστρεψε τα πράγματα, και απώλεσε τα πλοία, εντρυφών εις την εξουσίαν, και παραδίδων την στρατηγίαν εις ανθρώπους οίτινες ήσαν παντοδύναμοι παρ' αυτώ διά τα φαγοπότια και τας βωμολοχίας, όπως συλλέγη αυτός χρήματα περιπλέων, και ν' ακολασταίνη μεθύων, και συνοικών μεθ' εταίρων εξ Αβύδου και Ιωνίας, εν ώ οι εχθροί εισίν εις μικράν απόστασιν ηγκυροβολημένοι. Τω προσήπτον δε και την κατασκευήν των τειχών, ά κατεσκεύασεν εις την Θράκην, περί την Βισάνθην (133), όπως έχη αυτά καταφύγιον, διότι δεν εδύνατο ή δεν ήθελε να ζήση εις την πατρίδα του. Πεισθέντες λοιπόν οι Αθηναίοι, εξελέξαντο άλλους στρατηγούς, οργήν, και κακήν προς εκείνον δεικνύντες διάθεσιν. Ταύτα μαθών ο Αλκιβιάδης, και φοβηθείς, απήλθεν εντελώς εκ του στρατοπέδου· και συναγαγών ξένους, επολέμει ιδιαιτέρως κατά των αβασιλεύτων Θαρκών (134), και πολλά συνέλεξε χρήματα εκ των λαφύρων, και εξησφάλισε συγχρόνως κατά των βαρβάρων τους περιοικούντας Έλληνας. Επειδή δ' οι στρατηγοί Τυδεύς, Μένανδρος και Αδείμαντος, έχοντες εις τους Αιγός Ποταμούς (135) πάντα ομού τα πλοία όσα εκέκτηντο τότε αι Αθήναι, συνείθιζον να επιπλέωσι πάσαν αυγήν κατά του Λυσάνδρου, όστις ήτον προσωρμισμένος περί την Λάμψακον, και να τον προκαλώσι, και πάλιν να επιστρέφωσιν οπίσω, και να διημερεύωσιν ατάκτως και αμελώς, ως περιφρονούντες αυτόν, πλησίον ών ο Αλκιβιάδης, δεν παρέβλεψε τούτο ουδέ το παρημέλησεν, αλλ' έφιππος ελθών, εδίδασκε τους στρατηγούς ότι κακώς ηγκυροβόλουν εις μέρη αλίμενα και πόλιν μη έχοντα, λαμβάνοντες μακρόθεν εκ Σηστού τας ζωοτροφίας των, και αφήνοντες τους ναύτας, όταν εξέρχωνται εις την γην, να πλανώνται όπου έκαστος θέλει, και να διασπείρωνται, εν ώ άντικρυς αυτών ίστατο στόλος ειθισμένος να πράττη τα πάντα εν σιωπή, εις μοναρχικόν πειθόμενος πρόσταγμα.

ΑΖ. Και ταύτα μεν έλεγεν ο Αλκιβιάδης, και τοις εσυμβούλευε να μεταθέσωσι τον στόλον εις την Σηστόν. Αλλ' οι στρατηγοί δεν προσείχον εις τας συμβουλάς του. Ο δε Τυδεύς και υβριστικώς τον προσεκάλεσε ν' αναχωρήση, διότι άλλοι στρατηγούσι και ουχί εκείνος. Επομένως ό Αλκιβιάδης, υποπτεύσας και προδοσίαν τινά παρ' αυτοίς, ανεχώρησε, και εις τους επισήμους εκ του στρατοπέδου όσοι τον προέπεμπον έλεγεν, ότι αν δεν είχεν ούτω προπηλακισθή υπό των στρατηγών, εις ολίγας ημέρας θα είχεν αναγκάση τους Λακεδαιμονίους ή να ναυμαχήσωσιν άκοντες, ή ν' αφήσωσι τα πλοία των. Εφαίνετο δ' εις μέν τινας ότι εκαυχάτο ταύτα λέγων, εις άλλους δ' ότι πιθανά λέγει, διότι αν έφερε πολλούς Θράκας ακοντιστάς και ιππείς, εδύνατο να πολεμήση και να ταράξη αυτών το στρατόπεδον. Ότι δε τα σφάλματα των Αθηναίων ορθώς ενόησε, ταχέως εμαρτύρησαν τα έργα αυτά. Διότι αίφνης και απροσδοκήτως επέπεσε κατ' αυτών ο Λύσανδρος, και οκτώ μόνον τριήρεις διέφυγον μετά του Κόνωνος, αι δ' άλλαι, διακόσιαι περίπου απήχθησαν αιχμάλωτοι· ανθρώπους δε τρισχιλίους ζώντας συλλαβών, απέσφαξεν ο Λύσανδρος, εκυρίευσε δε και τας Αθήνας εις ολίγον καιρόν, και έκαυσε τα πλοία των, και εκρήμνισε τα μακρά τείχη. Τότε φοβηθείς ο Αλκιβιάδης τους Λακεδαιμονίους, οίτινες και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν εκυρίευον ήδη, μετέβη εις Βιθυνίαν, πολλά μεν χρήματα φέρων μεθ' εαυτού, πολύ δε περισσότερα αφήσας εις τα τείχη όπου κατώκει. Και εις την Βιθυνίαν δε πολλά των κτημάτων του απολέσας, αρπαγέντα υπό των εκεί Θρακών, απεφάσισε ν' αναβή προς τον Αρταξέρξην, νομίζων ότι όταν τον δοκιμάση ο Βασιλεύς, αυτός μεν δεν θέλει φανή χειρότερος του Θεμιστοκλέους, η δε πρόφασις αυτού ότι θέλει φανή καλητέρα· διότι θα ήρχετο, ουχί κατά των συμπολιτών του, ως εκείνος, αλλ' όπως συντελέση υπέρ της πατρίδος του και ζητήση κατά των εχθρών, του Βασιλέως την δύναμιν. Πιστεύων δ' ότι ο Φαρνάβαζος θα τω εχορήγει ευκολίαν και ασφάλειαν όπως πορευθή προς τον Βασιλέα, ήλθε προς αυτόν εις Φρυγίαν, και διέμεινε μετ' αυτού, περιποιούμενος αυτόν και τιμώμενος.