I. Όταν δ' έφθασεν εις την θύραν της οικίας, προήλθον ο Αρχίας και ο Φυλλίδας, και είπον· «Ω Χάρων, ήκουσα ότι τινές ήλθον κρυφίως και κρύπτονται εις την πόλιν, και ότι μετ' αυτών συμπράττουσί τινες των πολιτών.» Ο δε Χάρων εταράχθη το πρώτον, έπειτα δ' ηρώτησε τίνες ήσαν οι κρυφίως ελθόντες, και τίνες οι κρύπτοντες αυτούς, διότι έβλεπεν ότι ουδέν σαφές είπεν ο Αρχίας, και υπενόησεν ότι η μήνυσις δεν έγινεν υπ' ουδενός τω όσοι ήσαν εν γνώσει. «Ίδετε, είπε, μη μάταιος ότι σας ταράττη λόγος. Ουχ' ήττον όμως θέλω προσέξει διότι ίσως τίποτε δεν πρέπει να καταφρονήσωμεν.» Ταύτα και ο Φυλλίδας, όστις ήτον παρών, ενέκρινε, και μετά του Αρχίου επιστρέψας πάλιν εις την οικίαν, τον εβύθισεν εις πολύν άκρατον, και διά των ελπίδων των γυναικών παρέτεινε το συμπόσιον. Ως δ' επανήλθεν ο Χάρων οίκαδε, και εύρε τους άνδρας διεσκευασμένους, ουχί ως ελπίζοντας νίκην σωτηρίαν τινά, αλλ' ως μέλλοντας ν' αποθάνωσι λαμπρώς και μετά φόνου πολλού των εχθρών, την μεν αλήθειαν είπεν εις μόνον τον Πελοπίδαν, προς δε τους άλλους εψεύσθη, πλάσας λόγους τινάς ούς τω είπε δήθεν ο Αρχίας περί άλλων πραγμάτων. Μόλις δε παρήρχετο η πρώτη τρικυμία, και δευτέραν επέφερεν η τύχη κατά των ανδρών. Απεσταλμένος τις ήλθεν εξ Αθηνών παρ' Αρχίου του ιεροφάντου (376) προς τον ομώνυμον αυτού Αρχίαν, διά δεσμών φιλίας και φιλοξενίας συνδεδεμένον όντα μετ' αυτού, επιστολήν φέρων, ήτις δεν περιείχε ματαίαν ουδέ πεπλασμένην υπόνοιαν, αλλ' έλεγε σαφώς όλα τα γινόμενα, ως μετά ταύτα εγνώσθη. Τότε δε παρουσιασθείς ο γραμματοκομιστής εις τον Αρχίαν όστις εμέθυε, και δους την επιστολήν, τω είπεν ότι ο πέμψας αυτήν τω παραγγέλλει ευθύς να την αναγνώση, διότι τω γράφει περί σπουδαίων τινών. Ο δ' Αρχίας μειδιάσας, «Λοιπόν, είπεν, εις αύριον τα σπουδαία·» και λαβών την επιστολήν, την έθηκεν υπό το προσκεφάλαιον, και εξηκολούθησε προσέχων προς τον Φυλλίδαν περί ών έτυχε να συνομιλώσι. Και ο λόγος ούτος ως παροιμία περιφερόμενος, μέχρι τούδε σώζεται παρά τοις Έλλησιν.

ΙΛ. Ως δ' εφάνη ότι έφθασεν ο κατάλληλος διά την πράξιν καιρός, εξήλθον εις δύο διαιρεθέντες, και οι μεν περί τον Πελοπίδαν και Δαμοκλείδαν επορεύθησαν εις του Λεοντίδου και του Υπάτου, οίτινες κατώκουν εγγύς αλλήλων· ο δε Χάρων και ο Μέλων κατά του Αρχίου και του Φιλίππου, φέροντες γυναικεία φορέματα επί των θωράκων των, και δασείς στεφάνους ελάτης και πεύκης εις τας κεφαλάς, κατασκιάζοντας αυτών τα πρόσωπα. Δι' ό και άμα εφάνησαν εις τας θύρας του συμποσίου, οι εστιώμενοι τους εδέχθησαν μετά θορύβου και κρότου, νομίζοντες ότι ήσαν αι γυναίκες άς προ πολλού περιέμενον. Όταν όμως κύκλω εις το συμπόσιον τα βλέμματα περιφέροντες, και ακριβώς παρατηρήσαντες έκαστον των κατακεκλιμένων (377),έσυρον τας μαχαίρας, ορμώντες διά των τραπεζών κατά του Αρχίου και του Φιλίππου, τότε εφάνησαν τίνες ήσαν. Και ολίγους μεν εκ των συμποσιαζόντων έπεισεν ο Φυλλίδας να μείνωσιν ήσυχοι· τους δ' άλλους, επιχειρούντας ν' αντισταθώσι μετά των πολεμάρχων, και ανισταμένους μετ' αυτών, τους εφόνευσαν άνευ πολλής δυσκολίας, διότι εμέθυον. Οι δε περί τον Πελοπίδαν δυσχερέστερον είχον έργον, διότι εκινούντο κατά του Λεοντίδου, ανδρός νήφοντος και ανδρείου. Εκοιμάτο δ' αυτός, και εύρον την οικίαν του κεκλεισμένην, και πολλήν καιρόν εκτύπων χωρίς να τους ακούση ουδείς. Μόλις δ' ακούσας ο υπηρέτης, ήλθε και αφήρεσε τον μοχλόν, και ενδούσαι αι θύραι ανεώχθησαν, και ευθύς επιπεσόντες όλοι ομού, και τον οικέτην ανατρέψαντες, ώρμησαν εις τον θάλαμον. Ο δε Λεοντίδας, εξ αυτού του κτύπου και εκ της ορμής των εννοήσας το γινόμενον, εγύμνωσε το εγχειρίδιον του αναστάς, ελησμόνησε δε να σβύση τους λύχνους, και να κάμη ώστε εις το σκότος να επισέσωσιν αυτοί καθ' εαυτών οι άνδρες. Εις πολύ δε φως ορώμενος, ώρμησε προς τας θύρας του θαλάμου εναντίον αυτών, και κτυπήσας τον πρώτον όστις εισήρχετο, τον Κηφισόδωρον, τον έρριψε κάτω. Αφ' ού δ' αυτός έπεσε, συνεπλάκη μετά του δευτέρου, του Πελοπίδου· και την μάχην δεινήν καθίστα και δύσκολον η στενότης των θυρών και το εμπόδιον του κειμένου νεκρού του Κηφισοδώρου. Ενίκησε δε τέλος ο Πελοπίδας, και φονεύσας τον Λεοντίδαν, εκινήθη αμέσως κατά του Υπάτου μετά των συντρόφων του. Και εισήλθε μεν ομοίως εις την οικίαν του· τους ενόησεν όμως εκείνος, και κατέφυγε προς τους γείτονας· αλλ' εκείνοι διώξαντες αυτόν κατά πόδας, τον συνέλαβον και τον εθανάτωσαν.

ΙΒ. Αφ' ού δε κατώρθωσαν ταύτα, ενωθέντες μετά των περί τον Μέλωνα, έπεμψαν εις την Αττικήν προς τους μείναντας εκεί των φυγάδων, και συγχρόνως εκάλουν τους πολίτας εις ελευθερίαν, και ώπλιζον τους προσερχομένους, αφαιρούντες τα εις τας στοάς κρεμάμενα λάφυρα, και ανοίγοντες διά βίας τα περί την οικίαν εργαστήρια των δορυξόων και μαχαιροποιών. Ήλθον δ' εις βοήθειαν αυτών ένοπλοι οι περί τον Επαμινώνδαν και Γοργίδαν, συλλέξαντες ουχ ολίγους των νέων, και των πρεσβυτέρων τους αρίστους. Η δε πόλις ήδη μεν πάσα ηγέρθη επτοημένη, και πολύς ην ο θόρυβος, και φώτα ανήπτοντο εις τας οικίας, και πολίται έτρεχον προς αλλήλους. Δεν είχε δ' έτι συνέλθει το πλήθος, αλλ' εκπεπληγμένοι διά τα γινόμενα, και σαφές ουδέν γνωρίζοντες, περιέμενον την ημέραν. Όθεν φαίνεται ότι έσφαλον οι άρχοντες των Λακεδαιμονίων, ότι δεν επέδραμον αμέσως και δεν επέπεσαν κατ' αυτών· διότι αυτή μεν η φρουρά ήτον περί τους χίλιους πεντακοσίους, πολλοί δ' εκ της πόλεως συνέτρεχον προς αυτούς. Αλλά την βοήν φοβηθέντες και τα πυρά, και τον όχλον όστις πανταχόθεν πολύς εφέρετο, ησυχάζον μόνην κατέχοντες την Καδμείαν. Ως δ' εξημέρωσεν, έφθασαν μεν εκ της Αττικής οι φυγάδες ωπλισμένοι, συνηθροίσθη δε και ο δήμος εις την εκκλησίαν. Εισήγον δ' εις αυτήν τους περί τον Πελοπίδαν ο Επαμινώνδας και ο Γοργίδας, περιστοιχισμένους υπό των ιερέων, οίτινες επρότεινον στέμματα, και παρεκάλουν τους πολίτας να βοηθήσωσι την πατρίδα και τους θεούς. Η δ' εκκλησία, προς την όψιν ταύτην ανέστη ορθή μετά βοής και κρότου, και εδέχθη τους άνδρας ως σωτήρας και ευεργέτας.

ΙΓ. Μετά ταύτα ο Πελοπίδας εκλεχθείς Βοιωτάρχης (378) μετά του Μέλωνος και του Χάρωνος, ευθύς πολιορκών περιετείχιζε την ακρόπολιν, και την προσέβαλλε πανταχόθεν, σπεύδων να εκδιώξη τους Λακεδαιμονίους, και να ελευθερώση την Καδμείαν, πριν έλθη στρατός εκ της Σπάρτης. Και προέλαβε παρ' ολίγον, αφείς υποσπόνδους τους άνδρας, ώστε εν ώ ούτοι ήσαν εις Μέγαρα, απήντησαν τον Κλεόμβροτον εκστρατεύοντα κατά των Θηβών μετά μεγάλης δυνάμεως. Οι δε Σπαρτιάται, εκ των τριών αρμοστών (379) ούς είχον εν Θήβαις, τον μεν Ηριππίδαν και τον Άρκεσον εφόνευσαν αφ' ού τους έκρινον. Ο δε τρίτος, Λυσανορίδας, διά μεγάλου προστίμου τιμωρηθείς, ανεχώρησεν εκ της Πελοποννήσου. Ταύτην την πράξιν, ήτις κατά τας αρετάς των ανδρών, κατά τους κινδύνους και τους αγώνας εγένετο παραπλησία προς την του Θρασυβούλου, και εβραβεύθη ομοίως υπό της τύχης, αδελφήν εκείνης ωνόμαζον οι Έλληνες. Διότι δεν είν' εύκολον ν' αναφέρη τις άλλους οίτινες διά τόλμης και ικανότητος ολιγώτεροι να ενίκησαν περισσοτέρους, και ασθενέστεροι δυνατωτέρους, και να έγινον αίτιοι αγαθών μεγαλητέρων εις την πατρίδα. Ενδοξοτέραν δ' ανέδειξε ταύτην η μεταβολή των πραγμάτων. Διότι ο πόλεμος όστις κατέλυσε της Σπάρτης την επισημότητα, και έπαυσε την επί της γης και της θαλάσσης εξουσίαν αυτής, εξ εκείνης της νυκτός προήλθε, καθ' ήν ο Πελοπίδας, ουχί κυριεύσας φρούριον, ουδέ τείχος, ουδ' ακρόπολιν, αλλ' εις οικίαν μετ' άλλων ένδεκα εισελθών, αν πρέπη διά μεταφοράς να εκφράσωμεν την αλήθειαν, διέλυσε και διέκοψε τους δεσμούς της των Λακεδαιμονίων ηγεμονίας, οίτινες ενομίζοντο άλυτοι πριν και άρρηκτοι.

ΙΔ. Επειδή δ' οι Λακεδαιμόνιοι εισέβαλον μετά μεγάλου στρατού εις την Βοιωτίαν, οι Αθηναίοι, περίφοβοι γενόμενοι, ηρνήθησαν την συμμαχίαν εις τους Θηβαίους, και εκ των βοιωτιαζόντων (380) τινάς μεν εισαγαγόντες εις το δικαστήριον εθανάτωσαν, άλλους δ' εφυγάδευσαν, άλλους δε διά χρημάτων εζημίωσαν, και τα πράγματα των Θηβαίων εφαίνοντο κακώς διακείμενα, διότι ουδείς εβοήθει αυτούς. Έτυχε δε τότε να βοιωταρχή ο Πελοπίδας μετά του Γοργίδου· και σκεφθέντες να συγκρούσωσι πάλιν τους Αθηναίους προς τους Λακεδαιμονίους, τοιούτον τι μηχανώνται. Σφοδρίας, ανήρ Σπαρτιάτης, ευδόκιμος μεν εις τα πολεμικά και λαμπρός, κουφός δ' ολίγον την γνώμην, και κενών ελπίδων και φιλοτιμίας ανοήτου μεστός, εγκατελείφθη περί τας Θεσπιάς μετά δυνάμεως, ίνα δέχηται και βοηθή τους επαναστατούντας εκ των Θηβαίων. Προς τούτον έπεμψε κρυφίως ο Πελοπίδας χρήματα, και λόγους οίτινες μάλλον των χρημάτων τον έπεισαν, ότι πρέπει μεγάλα πράγματα να επιχειρήση, και να καταλάβη τον Πειραιά, επιπεσών απροσδοκήτως κατά των Αθηναίων οίτινες δεν εφυλάττοντο· διότι τίποτε δεν θα ηυχαρίστει τοσούτον τους Λακεδαιμονίους όσον το να κυριεύσωσι τας Αθήνας· οι δε Θηβαίοι, δυσηρεστημένοι όντες κατ' αυτών, και προδότας αυτούς νομίζοντες, δεν θέλουσι τους βοηθήσει. Τέλος λοιπόν, καταπεισθείς ο Σφοδρίας, και τους στρατιώτας αυτού λαβών, εισέβαλε διά νυκτός εις την Αττικήν, και προυχώρησε μέχρι της Ελευσίνος· εκεί δ' εδειλίασαν οι στρατιώται του, και ανακαλυφθείς, ανεχώρησεν εις Θεσπιάς αφ' ού εξήγειρεν ουχί μικρόν ουδ' εύκολον πόλεμον κατά των Σπαρτιατών.

ΙΕ. Έκτοτε πάλιν προθυμότατα οι Αθηναίοι συνεμάχουν μετά των Θηβαίων, και επεδόθησαν εις την θάλασσαν, και περιφερόμενοι εδέχοντο και είλκυον εις εαυτούς εκείνους των Ελλήνων όσοι είχον διαθέσεις αποστατικάς. Οι δε Θηβαίοι ιδίως εν τη Βοιωτία συμπλεκόμενοι μετά των Λακεδαιμονίων, και μάχας συγκροτούντες, ουχί μεν μεγάλας καθ' εαυτάς, αλλά σπουδαίας διότι τοις εχρησίμευον εις μελέτην και άσκησιν, ανερριπίζοντο τας ψυχάς και ενεδυνάμουν τα σώματά των, εμπειρίαν εκ της συνηθείας λαμβάνοντες, και πεποίθησιν εις εαυτούς. Δι' ό και λέγουσιν, ότι ο Σπαρτιάτης Ανταλκίδας, όταν ο Αγησίλαος επανήλθεν εκ της Βοιωτίας τετρωμένος, είπεν εις αυτόν· «Τω όντι καλά δίδακτρα λαμβάνεις παρά των Θηβαίων, διότι, χωρίς να θέλωσι, τοις εδίδαξας την τέχνην του πολέμου και των μαχών.» Ήτον δ' αληθώς διδάσκαλος ουχί ο Αγησίλαος, αλλ' οι εν καιρώ και μετά φρονήσεως ως κυνηγετικούς σκύλους εμπείρως φέροντες αυτούς κατά των εχθρών, και έπειτα, αφ' ού εγεύοντο νίκης και επληρούντο πεποιθήσεως, τους επανέφερον ασφαλώς. Μεταξύ τούτων μεγίστην δόξαν είχεν ο Πελοπίδας· διότι αφ' ότου εξελέξαντο αυτόν πρώτον αρχηγόν των όπλων, δεν έπαυσαν να χειροτονώσιν αυτόν καθ' έκαστον έτος άρχοντα, και εξακολούθησε μέχρι του θανάτου του ή διοικών τον ιερόν λόχον, ή βοιωταρχών. Συνέβησαν δε και περί τας Πλαταιάς και περί τας Θεσπιάς (381) ήτται και φυγαί των Λακεδαιμονίων, όπου και ο Φοιβίδας, ο την Καδμείαν καταλαβών, εφονεύθη. Πολλούς δε τρέψας εις φυγήν και πλησίον της Τανάγρας (382), εφόνευσε και Πανθοίδαν τον αρμοστήν. Αλλ' οι αγώνες ούτοι αναπτερούντες τους νικώντας εις υπερφροσύνην και εις θάρρος, δεν υπεδούλουν όμως εντελώς των νικημένων την γνώμην· διότι δεν ήσαν εκ παρατάξεως, ουδ' εις μάχην έχουσαν καταφανή και κανονικήν την διάταξιν. Αλλ' επετύγχανον εκδράμοντες αιφνιδίως, και φυγάς και διώξεις επιχειρούντες, και ούτω μετ' αυτών συμπλεκόμενοι.

ΙΣΤ. Η δε περί τας Ταγύρας μάχη, ήτις ήτον τρόπον τινά του Λευκτρικού προαγών, ηύξησε μεγάλως την δόξαν του Πελοπίδου, διότι ούτε εις τους συστρατήγους του αφήκε πώς να τω αμφισβητήσωσι το κατόρθωμα, ούτε εις τους εχθρούς πρόφασιν της ήττης τινά. Κατά της πόλεως των Ορχομενίων (383), ήτις είχε κηρυχθή υπέρ των Σπαρτιατών, και δεχθή δύο μόρας (384) αυτών προς ασφάλειαν, έτρεφεν αυτός σχέδια πάντοτε, και παρεφύλαττε τον καιρόν. Όταν δ' ήκουσεν ότι οι φρουροί αυτής εξεστράτευσαν εις την Λοκρίδα (385), ελπίσας να καταλάβη αφρούρητον τον Ορχομενόν, εξεστράτευσεν έχων μεθ' εαυτού τον ιερόν λόχον και ολίγους ιππείς. Επειδή όμως, εις την πόλιν πλησιάσας, εύρεν ότι έφθανεν εκ Σπάρτης φρουρά της πρώτης διάδοχος, ωδήγησε πάλιν οπίσω το στράτευμα διά των Τεγυρών, καθ' ό μέρος και μόνον πέριξ επατείτο ο τόπος παρά την υπώρειαν διότι την μεταξύ χώραν πάσαν καθίστα άβατον ο Μέλας ποταμός, ευθύς από των πηγών του εις βάλτους πλωτάς και εις λίμνας διασπειρόμενος (386). Ολίγον δ' υπό τα έλη υπάρχει ναός του Τεγυραίου Απόλλωνος, και μαντείον προ ολίγου καιρού εγκαταλελειμμένον. Μέχρι των Μηδικών όμως ήκμαζε, και προφήτης αυτού ήτον ο Εχεκράτης. Εδώ μυθολογούσιν ότι εγεννήθη ο Θεός, και το μεν πλησίον όρος Δήλος ονομάζεται, και προς αυτό καταλήγουσιν αι εκβολαί του Μέλανος. Οπίσω δε του ναού αναβρύουσι δυο πηγαί, ύδωρ έχουσαι θαυμαστόν διά την γλυκύτητα, το πλήθος και την ψυχρότητα, και εξ αυτών την μεν ονομάζομεν μέχρι τούδε Φοίνικα, την δε Ελαίαν· όθεν υποτίθεται ότι η Θεά εγέννησεν ουχί μεταξύ δύο δένδρων, αλλά μεταξύ δύο ρείθρων. Διότι και το Πτώον (387) είναι εγγύς, εφ' ού λέγεται ότι αύτη επτοήθη, όταν εφάνη εξαίφνης ο κάπρος. Και τα περί Πύθωνος δε και Τιτυού διηγήματα συνοικειούσιν επίσης τους τόπους μετά της γενέσεως του Θεού. Παραλείπω δε πλείστα άλλα τεκμήρια· διότι η αρχαία παράδοσις δεν κατατάττει τον Θεόν τούτον μετά τον γεννητών μεν δαιμόνων, είτα δ' εκ μεταβολής αθανάτων γενομένων, καθώς τον Ηρακλέα και τον Διόνυσον, οίτινες διά την αρετήν των απώλεσαν την θνητήν και εις πάθη υπείκουσαν φύσιν. Αλλ' είναι είς των αγεννήτων και αϊδίων, αν πρέπει να συμπεραίνωμεν περί των τοιούτων εξ όσων οι φρονιμώτατοι και οι αρχαιότατοι λέγουσιν (388).

ΙΖ. Κατά τον ίδιον λοιπόν καιρόν συνέπιπτον οι Θηβαίοι εις τας Τεγύρας, εκ της Ορχομενίας αναχωρούντες, και οι Λακεδαιμόνιοι, απέναντι αυτών εκ της Λοκρίδος, επιστρέφοντες. Ως δε πρώτον έφθασαν διερχόμενοι τα στενά, και τις προσδραμών είπε προς τον Πελοπίδαν· «Ενεπέσαμεν εις τους εχθρούς·» «Διατί, απεκρίθη, ουχί μάλλον αυτοί εις ημάς;» Και ευθύς διέταξε να προχωρήση το ιππικόν από της ουράς, ως διά να προσβάλη πρώτον αυτούς· αυτός δε τους οπλίτας, τριακοσίους όντας συνεπύκνωσεν, ελπίζων, όπου αν οι αυτών προσβάλη, να διακόψη τους εχθρούς, καί τοι κατά τον αριθμόν υπερέχοντας. Ήσαν δε δύο μόραι των Λακεδαιμονίων. Η δε μόρα λέγει ο Έφορος ότι σύγκειται εξ ανδρών πεντακοσίων, ο δε Καλλισθένης (389) επτακοσίων, άλλοι δε τινες εννεακοσίων, εν οίς και ο Πολύβιος (390). Και μετά θάρρους οι πολέμαρχοι των Σπαρτιατών Γοργολέων και Θεόπομπος ώρμησαν κατά των Θηβαίων. Έγινε δ' η έφοδος μετά βίας και προθυμίας κυρίως όπου ίσταντο οι άρχοντες αμφοτέρων· και πρώτον οι πολέμαρχοι των Λακεδαιμονίων, συγκρουσθέντες μετά του Πελοπίδου, έπεσαν· έπειτα δε, επειδή οι περί αυτούς προσεβάλλοντο και απέθνησκον, όλον το στράτευμα ενέπεσεν εις φόβον, και διεσχίσθη μεν εις τα δύο, ως ίν' αφήση ελευθέραν την δίοδον εις τους Θηβαίους, αν ήθελον να διέλθωσιν εμπρός και να διαφύγωσιν· αλλ' ο Πελοπίδας, αφείς την δοθείσαν δίοδον εις αυτόν, εστράφη κατά των εχθρών όπου συνεσωματούντο, και ερρίφθη κατ' αυτών φονεύων. Τότε όλοι ετράπησαν εις φυγήν· η δίωξις όμως δεν εγένετο μακράν, διότι οι Θηβαίοι εφοβούντο τους Ορχομενίους όντας εγγύς, και των Λακεδαιμονίων την νέαν φρουράν· αλλ' επετέθησαν μόνον έως ού τους ενίκησαν κατά κράτος, και διήλθον δι' όλου του στρατεύματος νικηθέντος· και στήσαντες τρόπαιον, και τους εχθρούς λαφυραγωγήσαντες, απήλθον εις την πόλιν των μέγα φρονούντες. Διότι εις τοσούτους πολέμους ελληνικούς και βαρβαρικούς, ποτέ, ως φαίνεται, πρότερον περισσότεροι Λακεδαιμόνιοι δεν εφονεύθησαν υπ' ολιγωτέρων, ουδ' ίσοι προς ίσους εκ παρατάξεως πολεμήσαντες. Όθεν ήσαν οι Σπαρτιάται ανυπόφοροι κατά την υπεροψίαν, και ήρχοντο εις χείρας καταπλήττοντες διά της δόξης των τους εις αυτούς αντιταττομένους, οίτινες ουδ' οι ίδιοι είχον την αξίωσιν μετ' ίσης δυνάμεως να εξισώνται προς τους Σπαρτιάτας. Εκείνη δ' η μάχη εδίδαξε πρώτη και τους άλλους Έλληνας ότι ουχί ο Ευρώτας, ουδ' ο μεταξύ Βαβύκας και Κνακίωνος τόπος (391) παράγει άνδρας μαχητάς και πολεμικούς, αλλ' εκείνοι εισίν εις τους εχθρούς φοβερώτατοι, όσοι τρέφουσι νέους θέλοντας να αισχύνωνται μεν διά τα αισχρά, να τολμώσι δε διά τα καλά, και ν' αποφεύγωσι την μομφήν μάλλον παρά τον κίνδυνον.

ΙΗ. Τον δ' ιερόν λόχον, ως λέγουσιν, ωργάνισε πρώτος ο Γοργίδας εξ ανδρών επιλέκτων τριακοσίων, εις ούς η πόλις εχορήγει κατοικίαν και τροφήν, όπως στρατοπεδεύσωσιν εις την Καδμείαν, και διά τούτο ωνομάζετο ο εκ της πόλεως λόχος· διότι τότε τας ακροπόλεις ως επί το πλείστον πόλεις ωνόμαζον. Τινές δε λέγουσιν ότι το σύνταγμα τούτο συνέκειτο εξ εραστών και ερωμένων (392). Και λόγος τις αστείος μνημονεύεται του Παμμένους, ειπόντος ότι ο Νέστωρ του Ομήρου δεν εγνώριζε την τακτικήν όταν διέταττε να παρατάττωνται οι Έλληνες κατά φύλα και φρήτρας (393),

«Όπως στηρίζωσι, φρήτραι τας φρήτρας και φύλα τα φύλα, (394

εν ώ έπρεπε να τάξη εραστήν παρ' ερώμενον. Διότι οι φυλέται περί των φυλετών και φράτορες περί των φρατόρων πολύ δεν φροντίζουσιν εις τους κινδύνους· στίφος όμως εξ ερωτικής φιλίας συνηρμοσμένον, είναι αδιάλυτον και άρρηκτον, όταν οι μεν αγαπώντες τους ερωμένους, οι δε αισχυνόμενοι τους ερώντας, εμμένωσιν εις τους κινδύνους υπέρ αλλήλων. Και θαυμαστόν τούτο δεν είναι, αφ' ού και μη παρόντας τους εντρέπονται περισσότερον παρ' άλλους παρόντας, καθώς εκείνος όστις, πεσών εις τον πόλεμον, παρεκάλει τον εχθρόν, όστις έμελλε να τον σφάξη, να τω βυθίση εις το στήθος το ξίφος του, «Όπως, είπε, μη ιδών με νεκρόν ο ερώμενος εις την ράχιν φέροντα πληγήν, εντραπή.» Λέγεται δ' ότι και ο Ιόλεως, ερώμενος ων του Ηρακλέους, μετείχε των άθλων αυτού. Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι και επ' αυτού έτι εις του Ιόλεω τον τάφον ώμνυον τους όρκους της πίστεως οι ερωμένοι και οι ερασταί (395). Επόμενον ήτον λοιπόν και ο λόχος ιερός να ονομάζεται, καθότι και ο Πλάτων ένθεον φίλον ωνόμασε τον εραστήν. Λέγεται δ' ότι έμεινεν ο λόχος μέχρι της εν Χαιρωνεία μάχης. Όταν δε μετά την μάχην, επιθεωρών τους νεκρούς ο Φίλιππος, εστάθη εις το μέρος όπου έκειντο ομού πεσόντες οι τριακόσιοι, κατά στήθος άντικρυς απαντήσαντες τας σαρίσσας, μετ' αλλήλων αναμεμιγμένοι, θαυμάσας, και ακούσας ότι ούτος είναι ο λόχος των εραστών και των ερωμένων, εδάκρυσε και είπε· «Κακώς να χαθή όστις υποπτεύει ότι οι τοιούτοι έπραττον ή έπασχόν τι αισχρόν.»

ΙΘ. Εν γένει δ' αρχήν της περί τους εραστάς συνηθείας δεν έδωκεν εις τους Θηβαίους, ως οι ποιηταί λέγουσι, το πάθος του Λαΐου (396), αλλ' οι νομοθέται, οίτινες θέλοντες να πραΰνωσι και μαλάξωσιν ευθύς εκ παίδων το φύσει θυμοειδές και ακράτητον του χαρακτήρος αυτών, πολλήν μεν ανέμιξαν την χρήσιν του αυλού και εις τα σπουδαία έργα αυτών και εις τα παιγνίδια, τιμήν και αξίαν εις αυτόν αποδίδοντες, λαμπρόν δε συνανέθρεψαν τον έρωτα εις των παλαιστρών την ανατροφήν, συγκιρνώντες τα ήθη των νέων. Ορθώς δ' ως προς τούτο συνωκείωσαν μετά της πόλεως και την Θεάν ήτις λέγεται ότι εγεννήθη εκ του Άρεως και της Αφροδίτης (397), διότι όπου το μάχιμον και πολεμικόν των ανθρώπων μέρος συνοικειούται και ζη μετά του μετέχοντος πειθούς και χαρίτων, εκεί τα πάντα μεθ' αρμονίας συνδυάζονται εις εύτακτον πολιτείαν και κοσμιωτάτην. Τον ιερόν λοιπόν τούτον λόχον ο μεν Γοργίδας είχε διαιρέσει εις τας πρώτας τάξεις, τάττων αυτόν καθ' όλον το μήκος της φάλαγγος των οπλιτών, δι' ό η ανδρεία αυτών δεν εδύνατο να εκδηλωθή, ουδέ να γίνη της δυνάμεως αυτών χρήσις προς έργον κοινόν, διότι ήσαν διαλελυμένοι, και κατά πολύ μεμιγμένοι μετά των ανανδροτέρων. Ο δε Πελοπίδας, ως εξέλαμψεν η ανδρεία αυτών περί τας Τεγύρας, όπου ηγωνίσθησαν περί αυτόν και υπό τα βλέμματά του, δεν τους διήρεσεν ουδέ τους διεχώρισε πλέον, αλλά τους μετεχειρίζετο ως σώμα αυτοτελές, και δι' αυτών προεκινδύνευεν εις τους μεγίστους αγώνας. Διότι, ως οι ίπποι ταχύτερον τρέχουσιν όταν ζευχθώσιν εις άρμα παρά καθ' εαυτούς, ουχί διότι πολλοί ομού ορμώντες διαρρηγνύουσι μάλλον διά του πλήθους των και βιάζουσι τον αέρα, αλλά διότι παροξύνει την προθυμίαν αυτών η προς αλλήλους άμιλλα και φιλονεικία· ούτως ενόμιζεν ότι οι αγαθοί ζήλον καλών έργων εις αλλήλους εμπνέοντες, ωφελιμώτατοι γίνονται εις κοινόν έργον και προθυμότατοι.

Κ. Επειδή δ' οι Λακεδαιμόνιοι, προς όλους τους Έλληνας ειρήνην συνομολογήσαντες, προς μόνους τους Θηβαίους είχον πόλεμον, και Κλεόμβροτος, ο βασιλεύς αυτών εισέβαλε φέρων δεκακισχιλίους οπλίτας, και χιλίους ιππείς, και εις τους Θηβαίους επέκειτο ουχί ο πριν κίνδυνος, αλλ' απειλή και προμήνυσις εξολοθρεύσεως, και φόβος κατείχε την Βοιωτίαν οίος ουδέποτε πριν, εξερχόμενος εκ της οικίας του ο Πελοπίδας, είπε προς την γυναίκα του, ήτις δακρύουσα τον προέπεμπε, και τον παρεκάλει να σώζη εαυτόν, «Ταύτα, ω γύναι, πρέπει να συμβουλεύης εις ιδιώτας, εις δε τους άρχοντας, πώς τους άλλους να σώζωσιν.» Ελθών δ' εις το στρατόπεδον, και ευρών τους Βοιωτάρχας μη ομονοούντας, πρώτος προσέθηκε την ψήφον του εις την του Επαμινώνδου, όστις εγνωμοδότει να συγκροτήσωσι μάχην κατά των εχθρών, ων ουχί Βοιωτάρχης, αλλ' αρχηγός του ιερού λόχου, και εμπιστοσύνην εμπνέων, ως ήτον δίκαιον δι' άνδρα όστις τοσαύτα έδωκεν εις την πατρίδα του ελευθερίας εχέγγυα. Ως απεφασίσθη λοιπόν να διακινδυνεύσωσι, και αντεστρατοπέδευσε περί τα Λεύκτρα (398) κατά των Λακεδαιμονίων, είδεν όνειρον καθ' ύπνους ο Πελοπίδας, και τούτο πολύ τον ετάραξεν. Εις το Λευκτρικόν πεδίον υπάρχουσι τα μνήματα των θυγατέρων του Σκεδάσου, άς καλούσι Λευκτρίδας, ένεκα του τόπου· διότι εκεί ετάφησαν, βιασθείσαι υπό ξένων Σπαρτιατών. Αφ' ού δ' έγινεν η φοβερά αυτή και παράνομος πράξις, ο μεν πατήρ, μη δικαιωθείς εν Σπάρτη, κατηράσθη τους Σπαρτιάτας, και εσφάγη επί των τάφων των παρθένων, χρησμοί δε και προφητείαι ειδοποίουν πάντοτε τους Σπαρτιάτας να φυλάττωνται από της λευκτρικής οργής. Πολλοί όμως δεν εννόουν, και είχον αμφιβολίας ως προς την θέσιν του τόπου· διότι και εις την Λακωνικήν πολύχνιόν τι παραθαλάσσιον ονομάζεται Λεύκτρα, και παρά την μεγάλην πόλιν της Αρκαδίας υπάρχει τόπος ομώνυμος. Αλλά το τραγικόν τούτο συμβάν ήτον πολύ των Λευκτρικών παλαιότερον.

ΚΑ, Ο δε Πελοπίδας, εις το στρατόπεδον κοιμηθείς, είδε καθ' ύπνον τας κόρας θρηνούσας περί τα μνήματα, και καταρωμένας τους Σπαρτιάτας, και τον Σκέδασον διατάττοντα να σφαγιάση εις τας θυγατέρας του παρθένον ξανθήν, αν θέλη να νικήση τους εχθρούς. Επειδή δε το πρόσταγμα τω εφάνη δεινόν και παράνομον, εξυπνήσας το εκοινοποίησεν εις τους μάντεις και εις τους άρχοντας. Εξ αυτών δε, οι μεν τω έλεγον να μη παραμελήση τα προσταχθέντα, ουδέ ν' απειθήση, και εκ μεν των παλαιών ανέφερον Μενοικέα τον υιόν του Κρέοντος, και Μακαρίαν την θυγατέρα του Ηρακλέους (399), εκ δε των ύστερον, τον σοφόν Φερεκύδην, φονευθέντα υπό των Λακεδαιμονίων, και το δέρμα αυτού, κατά προφητείαν τινά, φρουρούμενον υπό των βασιλέων, και τον Λεωνίδαν όστις τρόπον τινά έθυσε, κατά τον χρησμόν, εαυτόν υπέρ της Ελλάδος· προσέτι δε τους υπό του Θεμιστοκλέους σφαγιασθέντας εις τον ωμηστήν Διόνυσον προ της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας (400). Και υπέρ εκείνων μεν ότι μαρτυρούσι τα κατορθώματα αυτών· Όταν δ' ο Αγησίλαος εξεστράτευεν αφ' ών τόπων είχεν εκστρατεύσει και ο Αγαμέμνων, και κατά των ιδίων εχθρών, και η Θεά τω εζήτησε την θυγατέρα του σφάγιον, είδε δ' αυτάς την όψιν εις την Αυλίδα (401) κοιμώμενος, αλλά δεν την έδωκε, και εις μαλακόν ενέδωκεν αίσθημα, τότε διέλυσε την εκστρατείαν, άδοξον και ατελή γενομένην. Άλλοι όμως εξ εναντίας απηγόρευον θυσίαν τοσούτον βάρβαρον και παράνομον, ως εις ουδένα των κρειττόνων και υπέρ ημάς όντων δυναμένην ν' αρέση· διότι δεν άρχουσι του κόσμου οι Τυφώνες ουδέ οι Γίγαντες, αλλ' ο πάντων πατήρ των Θεών και ανθρώπων. Και να πιστεύωμεν μεν ότι Θεοί χαίρουσιν εις αίμα και φόνον ανθρώπων, είναι ίσως αβέλτερον· αν όμως είναι τοιούτοι, εισίν ανάξιοι επιμελείας, ως αδύνατοι· διότι εις ασθενείς μόνον και εις μοχθηράς ψυχάς φύονται και παραμένουσιν άτοποι και σκληραί επιθυμίαι.

KB. Εν ώ λοιπόν οι πρώτοι τοιαύτα διελέγοντο, και προ πάντων ο Πελοπίδας ηπόρει, νέα φοράς εξ αγέλης ίππων φυγούσα, και τρέχουσα διά των όπλων, όταν έφθασε πλησίον εκείνων, εστάθη, και οι μεν άλλοι εθαύμαζον το χρώμα της χαίτης της στίλβον πυρρότατον, προσέτι δε και το γαύρον και σοβαρόν αυτής βάδισμα, και της φωνής της το θάρρος. Θεόκριτος δ' ο μάντις, σκεφθείς τότε, ανεβόησε προς τον Πελοπίδαν· «Ιδού, σοι έρχεται το θύμα, ω δαιμόνιε. Άλλην παρθένον ας μη περιμένωμεν, αλλά δέξαι και θύσον αυτήν ήν ο Θεός σοι δίδωσι.» Τότε λαβόντες την φοράδα, την έφερον εις των παρθένων τους τάφους, ηυχήθησαν και έστεψαν αυτήν, και την εθυσίασαν χαίροντες, και λόγον διαδίδοντες εις το στρατόπεδον περί του ονείρου του Πελοπίδου και της θυσίας.

ΚΓ. Εις δε την μάχην ο Επαμινώνδας παρέταξε την φάλαγγα λοξήν εις το αριστερόν, όπως το δεξιόν των Σπαρτιατών απέχη ό,τι πλείστον από των άλλων Ελλήνων, και ίνα εξώση τον Κλεόμβροτον επιπεσών μεθ' όλων του των δυνάμεων κατά πλευράν, και βιάση αυτόν. Αλλ' οι εχθροί, εννοήσαντες το γινόμενον, ήρχισαν να μετακινώσι την τάξιν των, και ανέπτυσον και εξέτεινον πέριξ το δεξιό αυτών κέρας, ως θέλοντες να περικυκλώσωσι διά του πλήθους των τον Επαμινώνδαν. Εν τούτοις όμως ο Πελοπίδας προέλαβε, και συλλέξας περί εαυτόν τους τριακοσίους, επρόφθασε δράμων πριν ο Κλεόμβροτος εκτείνη το κέρας, ή πριν πάλιν το συγκεντρώση και κλείση την τάξιν, και εφώρμησεν εν ώ δεν ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι εις γραμμήν παρατεταγμένοι, αλλ' ήσαν εισέτι συγκεχυμένοι δι' αλλήλων· ει και οι Σπαρτιάται, οίτινες πάντων των πολεμικών ήσαν άκροι και σοφώτατοι τεχνίται, εις ουδέν τοσούτον εγυμνάζοντο και συνείθιζον, ως εις το να μη πλανώνται ουδέ να ταράττωνται όταν η τάξις των διαλύηται, αλλά να μεταχειρίζωνται όλοι όλους ως επιστάτας και παραστάτας (402) όπου επέλθη ο κίνδυνος, και να λαμβάνωσι τας θέσεις των, και να παρατάττωνται, και να μάχωνται πλησίον αλλήλων. Τότε δε του Επαμινώνδου η φάλαγξ προσβάλλουσα μόνους εκείνους, και διερχομένη εμπρός των άλλων, και ο Πελοπίδας μετά τάχους απίστου και τόλμης εις τους οπλίτας ριφθείς, εσύγχυσαν εις τοιούτον βαθμόν τα φρονήματα και τας επιστήμας αυτών, ώστε έγινε φυγή και φόνος των Σπαρτιατών οποίος ουδέποτε πριν. Διά τούτο ο Πελοπίδας απέκτησε διά την νίκην εκείνην ίσον μέρος δόξης μετά του Επαμινώνδου, βοιωταρχούντος, αυτός μη βοιωταρχών, και διοικούντος πάσαν την δύναμιν, μικρού μέρους άρχων αυτός.

ΚΔ. Εις την Πελοπόννησον δ' εισέβαλον Βοιωτάρχαι όντες αμφότεροι, και παρέσυρον τα πλείστα των εθνών, αποσπάσαντες από των Λακεδαιμονίων την Ήλιν, το Άργος, πάσαν την Αρκαδίαν και αυτής της Λακωνικής τα πλείστα. Ο καιρός ήτον τότε περί τας χειμερινάς τροπάς (403), και ολίγαι έμενον ημέραι μέχρι της λήξεως του τελευταίου μηνός. Άμα δ' ήρχιζεν ο πρώτος, έπρεπεν άλλοι να παραλάβωσι την αρχήν, ή κατεδικάζοντο εις θάνατον οι μη παραδίδοντες αυτήν. Τον νόμον τούτον φοβούμενοι οι άλλοι Βοιωτάρχαι, και τον χειμώνα φεύγοντες, έσπευδον να μεταφέρωσι το στράτευμα οπίσω, εις Βοιωτίαν. Πρώτος δ' ο Πελοπίδας, και του Επαμινώνδου έχων την ψήφον, και τους άλλους προτρέψας πολίτας, αντί τούτου ήγε τον στρατόν κατά της Σπάρτης, και διέβαινε μετ' αυτού τον Ευρώταν. Και πολλάς μεν εκυρίευσε πόλεις, πάσαν δε την χώραν ελεηλάτει μέχρι θαλάσσης, οδηγών εβδομήκοντα χιλιάδας ελληνικής στρατιάς, ής ουδέ το δωδέκατον ήσαν αυτοί οι Θηβαίοι· αλλ' η δόξα των ανδρών τούτων έκαμνεν, άνευ κοινής αποφάσεως και ψηφίσματος, ν' ακολουθώσιν όλοι οι σύμμαχοι εν σιωπή την αρχηγίαν εκείνων. Διότι, ως φαίνεται, ο πρώτος και κυριώτατος νόμος εις τον θέλοντα να σωθή δίδει φυσικώς ως άρχοντα τον δυνάμενον να τον σώση· ως οι πλέοντες οίτινες, και αν εν ευδία, η όταν ώσι προσωρμισμένοι εις την παραλίαν, προσφερθώσιν αυθαδώς και θρασέως κατά των κυβερνητών, άμα όμως επέλθη τρικυμία και κίνδυνος, στρέφουσι τα βλέμματα προς εκείνους, κει εις αυτούς στηρίζουσι τας ελπίδας των. Ούτως οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Αρκάδες, αντιφερόμενοι και φιλονεικούντες εις τα συνέδρια προς τους Θηβαίους περί της ηγεμονίας, όταν έφθασεν η στιγμή των αγώνων και των κινδύνων, οικειοθελώς επείθοντο εις τους στρατηγούς εκείνων, και τους ηκολούθουν. Κατά την εκστρατείαν λοιπόν εκείνην συνήνωσαν πάσαν την Αρκαδίαν εις μίαν δύναμιν, την δε Μεσσηνίαν αφαιρέσαντες από των Σπαρτιατών, οίτινες ενέμοντο την χώραν αυτής, εκάλεσαν και επανέφερον εις αυτήν τους παλαιούς Μεσσηνίους, και κατώκισαν την Ιθώμην. Ότε δ' ανεχώρουν εις την Βοιωτίαν διά των Κεγχρειών (404), ενίκησαν τους Αθηναίους, οίτινες ηθέλησαν να τους προσβάλωσιν εις τα στενά, και να τοις κλείσωσι την διάβασιν.

ΚΕ. Μετά ταύτα τα έργα πάντες μεν οι άλλοι υπερηγάπων τα προτερήματα των ανδρών τούτων, και εθαύμαζον την τύχην αυτών. Ο συγγενής όμως και πολιτικός φθόνος, συναυξάνων μετά της δόξης αυτών, παρεσκεύαζεν εις αυτούς υποδοχήν ούτε καλήν ούτε πρέπουσαν· Αλλ' επανελθόντες, υπεβλήθησαν εις δίκην αμφότεροι επί ποινή θανάτου, διότι, εν ώ ο νομός διέταττε να παραδώσωσι την Βοιωταρχίαν εις άλλους εντός του πρώτου μηνός, όν ονομάζουσι Βουκάτιον, αυτοί την κατέσχον επί τέσσαρας όλους μήνας έτι, καθ' ούς ενείργησαν τα κατά την Μεσσηνίαν, την Αρκαδίαν και την Λακωνικήν. Και πρώτος μεν εισήχθη εις το δικαστήριον ο Πελοπίδας, δι' ό και μάλλον εκινδύνευσεν· απελύθησαν όμως αμφότεροι. Την δε συκοφαντίαν και την δοκιμασίαν υπέμεινε πράως ο Επαμινώνδας· ως μέγα μέρος της ανδρείας και μεγαλοψυχίας θεωρών την πολιτικήν ανεξικακίαν. Ο δε Πελοπίδας, και φύσει θυμοειδέστερος ων, και παροξυνόμενος υπό των φίλων του να εκδικηθή τους εχθρούς, ωφελήθη εξ αιτίας τοιαύτης. Μενεκλείδας ο ρήτωρ ήτον εκ των συνελθόντων μετά του Πελοπίδου και του Μέλωνος εις την οικίαν του Χάρωνος. Επειδή όμως οι Θηβαίοι δεν απέδιδον ίσην υπόληψιν εις αυτόν, δεινότατος ων περί το λέγειν, ακόλαστος δε και κακοήθης τον τρόπον, μετεχειρίζετο την ευφυίαν αυτού εις το να διαβάλλη τους καλλητέρους του, και δεν έπαυσε μετά την δίκην εκείνην. Και τον μεν Επαμινώνδαν απέβαλε της Βοιωταρχίας, και αντιπολιτευόμενος τον κατέτρεξε πολύν χρόνον. Τον δε Πελοπίδαν δεν κατίσχυσε να διαβάλη προς τον δήμον, επεχείρησεν όμως να συγκρούση αυτόν μετά του Χάρωνος. Επειδή δε κοινώς παρηγορίαν τινά ευρίσκουσιν οι φθονεροί ν' αποδεικνύωσιν όπως δήποτε άλλων χειροτέρους εκείνους ών αυτοί δεν ημπορούσι να φανώσι καλήτεροι, διά παντός τρόπου επροσπάθει εις τον δήμον να μεγαλύνη τα έργα του Χάρωνος, και τας στρατηγίας εκείνου και τας νίκας εγκωμιάζων. Επεχείρησε δε και της ιππομαχίας ήν ενίκησαν υπό τον Χάρωνα εις τας Πλαταιάς προ των Λευκτρικών να κατορθώση τοιούτον τι μνημείον ν' ανατεθή. Ανδροκύδης ο Κυζικηνός, παραγγελθείς υπό της πόλεως να ζωγραφήση άλλης τινός μάχης εικόνα, ετελείονε το έργον αυτού εν Θήβαις. Όταν δ' έγινεν η κατά της Σπάρτης αποστασία, και συνέπεσεν ο πόλεμος, οι Θηβαίοι κατέσχον παρ' εαυτοίς την εικόνα, μη πολύ του τέλους απέχουσαν. Ταύτην λοιπόν έπεισε τους Θηβαίους ο Μενεκλείδας ν' αναθέσωσι, τ' όνομα του Χάρωνος επιγράφοντες, όπως διά τούτου αμαυρώση του Πελοπίδου και Επαμινώνδου την δόξαν. Ήτον δε κακόζηλος η φιλοτιμία, το να προτιμηθή υπέρ τοσούτους και τοιούτους αγώνας έν έργον και μία νίκη, καθ' ήν λέγουσιν ότι άσημος μόνον τις Σπαρτιάτης, Γεράνδας καλούμενος, και τεσσαράκοντα άλλοι έπεσον μετ' αυτού, άλλο δ' ουδέν μέγα επράχθη. Το ψήφισμα τούτο προσέβαλεν ο Πελοπίδας ως παράνομον, διισχυριζόμενος ότι δεν ήτον πάτριον τα τιμώσιν ιδίως άνδρα τινά, αλλ' ότι απέδιδον της νίκης τ' όνομα εις την πατρίδα κοινώς. Και τον μεν Χάρωνα δι' όλης της δίκης εξηκολούθησεν αφθόνως εγκωμιάζων, τον δε Μενεκλείδαν φθονερόν εξελέγχων και πονηρόν, και τους Θηβαίους ερωτών αν και αυτός ουδέν καλόν έπραξε. Κατεδικάσθη δ' ο Μενεκλείδας εις πρόστιμον, ό μη δυνηθείς να πληρώση, επεχείρησεν έπειτα να μεταβάλη και ν' αναστατώση την πολιτείαν. Ταύτα δεν είναι άχρηστα εις την ακριβεστέραν γνώσιν του βίου τούτου.

ΚΣΤ. Επειδή δε τότε Αλέξανδρος, ο τύραννος των Φερών (405), επολέμει μεν προδήλως πολλούς των Θεσσαλών, επεβουλεύετο δε πάντας, και αι Θεσσαλικαί πόλεις έπεμψαν πρεσβείαν εις Θήβας, στρατηγόν ζητούσαι και δύναμιν, βλέπων ο Πελοπίδας ότι ο Επαμινώνδας διεύθυνε τας εν Πελοποννήσω πράξεις, εδόθη αυτός εις τους Θεσσαλούς, ούτε την ιδίαν επιστήμην και δύναμιν υπομένων να βλέπη αργούσαν, ούτε, όπου ήτον ο Επαμινώνδας, νομίζων ότι ήτον και άλλος στρατηγός αναγκαίος. Ως λοιπόν εξεστράτευσεν εις την Θεσσαλίαν μετά δυνάμεως, παρέλαβεν ευθύς την Λάρισσαν, και τον Αλέξανδρον, όστις ήλθε προς αυτόν και τον παρεκάλει, επροσπάθει να τον διαλλάξη, και από τυράννου να καταστήση αυτόν άρχοντα των Θεσσαλών πράον και νόμιμον. Επειδή όμως ήτον άνθρωπος αδιόρθωτος και θηριώδης, και πολλή μεν ήτον η ωμότης αυτού, διά πολλήν δε κατηγορείτο ακολασίαν και πλεονεξίαν, και ο Πελοπίδας προσεφέρθη προς αυτόν μετά τραχύτητος και οργής, αποδράς ανεχώρησε μετά των δορυφόρων. Ο δε Πελοπίδας, αφείς τους Θεσσαλούς μη φοβουμένους πλέον τον τύραννον, και προς αλλήλους ομονοούντας, απήλθεν εις Μακεδονίαν, όπου ο Πτολεμαίος επολέμει προς Αλέξανδρον, τον τότε βασιλεύοντα των Μακεδόνων. Τον εκάλουν δ' αμφότεροι όπως γίνη διαλλακτής και δικαστής και σύμμαχος και βοηθός εκείνου όστις ήθελε νομισθή ότι αδικείται. Ελθών δε, και διαλύσας τας έριδας, και διενεργήσας των εξορίστων των επιστροφήν, έλαβεν ως όμηρον τον αδελφόν του βασιλέως Φίλιππον (406), και τριάκοντα παίδας άλλους εκ των επισημοτάτων, και τους έφερεν εις τας Θήβας, επιδεικνύων εις τους Έλληνας πόσον μακράν φθάνουσι των Θηβαίων τα πράγματα διά την εκ της δυνάμεως αυτών δόξαν, και διά την εμπιστοσύνην ήν ενέπνευσεν η δικαιοσύνη των. Ούτος ην ο Φίλιππος, όστις μετά ταύτα επολέμησε κατά των Ελλήνων όπως τοις αφαιρέση την ελευθερίαν των. Τότε δε παις ων, έζη παρά τω Παμμένει· μετά δε ταύτα εφάνη ότι και ζηλωτής έγινε του Επαμινώνδου, ίσως την κατά τους πολέμους και τας στρατηγίας δραστηριότητα αυτού εννοήσας, ήτις όμως ήτον μικρόν μέρος των προτερημάτων του ανδρός εκείνου. Της εγκρατείας όμως και της δικαιοσύνης και της μεγαλοψυχίας και της πραότητος, δι' ών ήτον αληθώς μέγας εκείνος, κατ' ουδέν ουδ' εκ φύσεως ουδ' εκ μιμήσεως μετέσχεν ο Φίλιππος.

ΚΖ. Μετά δε ταύτα, επειδή πάλιν οι Θεσσαλοί κατηγόρουν τον Φεραίον Αλέξανδρον, ότι τοις ετάραττε τας πόλεις, απεστάλη πρέσβυς μετά του Ισμηνίου ο Πελοπίδας· και απήλθεν, ούτε δύναμιν φέρων, ούτε πόλεμον προσδοκών, αλλά προς τα κατεπείγοντα των πραγμάτων ηναγκάζετο να μεταχειρισθή αυτούς τους Θετταλούς. Εν τούτοις δ' εταράττοντο εκ νέου πάλιν τα κατά την Μακεδονίαν, διότι ο Πτολεμαίος είχε φονεύσει τον βασιλέα, και καταλάβει την εξουσίαν, οι δε φίλοι του αποθανόντος εκάλουν τον Πελοπίδαν. Θέλων λοιπόν να φανή εις τα πράγματα, αλλ' ιδίους στρατιώτας μη έχων, έλαβεν αυτόθεν μισθοφόρους τινάς, και ευθύς εκινήθη κατά του Πτολεμαίου. Όταν δ' έφθασαν πλησίον αλλήλων, τους μεν μισθοφόρους διά χρημάτων διαφθείρας ο Πτολεμαίος, τους έπεισε να μεταβώσι περί αυτόν του δε Πελοπίδου φοβηθείς την δόξαν και τ' όνομα, ήλθε προς αυτόν ως προς καλήτερόν του, και δους εις αυτόν την δεξιάν, και παρακαλέσας αυτόν, υπεσχέθη την μεν εξουσίαν να διαφυλάξη εις του αποθανόντος τους αδελφούς, να έχη δε τον αυτόν εχθρόν και φίλον μετά των Θηβαίων. Έδωκε δε περί τούτων ομήρους τον υιόν του Φιλόξενον, και πεντήκοντα εκ των φίλων του. Και τούτους μεν έστειλεν εις Θήβας ο Πελοπίδας. Αυτός δε, βαρέως λυπούμενος διά των μισθοφόρων την προδοσίαν, και ακούσας ότι τα πλείστα των χρημάτων αυτών, και τα παιδία και αι γυναίκες των ήσαν περί την Φάρσαλον, ώστε, αν εκυρίευε ταύτα, ήθελεν ικανώς εκδικηθή δι' ήν υπέστη ύβριν, συνήγαγε Θεσσαλούς τινας, και τους έφερε προς την Φάρσαλον. Μόλις δ' επέρασεν αυτός, και εφάνη Αλέξανδρος ο τύραννος μετά της δυνάμεως. Νομίσαντες δ' ο Πελοπίδας και οι περί αυτόν ότι έρχεται ν' απολογηθή, επροχώρησαν προς αυτόν, ηξεύροντες μεν ότι ήτον αυτός εξώλης και μιαιφόνος, αλλ' ένεκα του μεγέθους των Θηβών, και της επισημότητος και της δόξης αυτών μη νομίζοντες ότι εδύναντο τι να πάθωσιν. Εκείνος δε, ως είδεν ότι ήρχοντο άοπλοι και μόνοι, εκείνους μεν ευθύς συνέλαβε, κατέσχε δε την Φάρσαλον. Φρίκην δε και φόβον ενέπνευσεν εις πάντας τους υπηκόους, διότι ήσαν πεπεισμένοι ότι μετά τοσαύτην αδικίαν και τόλμην ουδενός θα εφείδετο πλέον, αλλά πράγματα και ανθρώπους, όσοι ενέπιπτον εις τας χείρας του, θα μετεχειρίζετο ως άνθρωπος απηλπισμένος περί της ιδίας αυτού ζωής.

ΚΗ. Και οι μεν Θηβαίοι, ταύτα ακούσαντες, βαρέως ωργίζοντο, και στρατιάν εξέπεμψαν ευθύς· επειδή δε είχον αιτίαν τινά οργής κατά του Επαμινώνδου, διώρισαν άλλους άρχοντας. Τον δε Πελοπίδαν εις τας Φεράς απαγαγών ο τύραννος, το μεν πρώτον άφηνεν όσους ήθελον να ομιλώσι μετ' αυτού, νομίζων ότι ήθελε γίνει ελεεινός και ταπεινός υπό της συμφοράς. Επειδή όμως τους μεν Φεραίους ο Πελοπίδας οδυρομένους παρεκίνει να έχωσι θάρρος, διότι τώρα μάλιστα ο τύραννος θέλει τιμωρηθή, προς αυτόν δ' εκείνον αποστείλας, τω είπεν, ότι ήτον ασυνεπής στρεβλών και φονεύων καθ' εκάστην τους αθλίους και μηδέν αδικούντας πολίτας, φειδόμενος δ' αυτού, περί ού ηξεύρει ότι βεβαίως θέλει τον τιμωρήση εάν τον διαφύγη, «Διατί, είπεν ούτος, σπεύδει ν' αποθάνη ο Πελοπίδας;» Ακούσας δ' εκείνος, «Όπως, είπε, καταστραφής έτι ταχύτερον, τώρα μάλλον μισητός εις τους θεούς γενόμενος.» Έκτοτε απηγόρευσε να έρχωνται προς αυτόν οι εκτός. Ακούουσα δε η Θήβη, ήτις ήτον θυγάτηρ του Ιάσονος και γυνή του Αλεξάνδρου, παρά των φυλαττόντων τον Πελοπίδαν, τον θαρραλέον και γενναίον αυτού χαρακτήρα, επεθύμησε να ιδή τον άνδρα και να τον ομιλήση. Ως δ' ήλθε προς αυτόν, δεν εγνώρισε μεν ευθύς, καθό γυνή, εν τοιαύτη συμφορά το μέγεθος του ήθους αυτού, εκ της κουράς όμως και της ενδυμασίας και της διαίτης του εσυμπέρανεν ότι εταλαιπωρείτο αναξίως της δόξης αυτού, και εδάκρυσεν. Ως δε την εγνώρισε, την προσεφώνησε διά του ονόματος του πατρός της, διότι ήτον φίλος του Ιάσονος και οικείος. «Λυπούμαι την γυναίκα σου», τω είπεν εκείνη. «Και εγώ λυπούμαι σε, απεκρίθη ο Πελοπίδας, διότι άδετος ούσα, υποφέρεις τον Αλέξανδρον.» Τον λόγον δε τούτον ησθάνθη η γυνή, διότι απεστρέφετο την ωμότητα και την ύβριν του τυράννου, όστις, πλην άλλης ασελγείας, εις τας ηδονάς του εθυσίαζε και τον νεώτατον των αδελφών αυτής. Συνεχώς επομένως ερχομένη προς τον Πελοπίδαν, και μετά παρρησίας ομιλούσα προς αυτόν περί ών έπασχεν, επληρούτο θυμού και θάρρους και δυσμενείας κατά του Αλεξάνδρου.

ΚΘ. Επειδή δ' οι στρατηγοί των Θηβαίων, εις την Θεσσαλίαν εμβαλόντες, ουδέν έπραξαν, αλλά δι' απειρίαν ή δυστυχίαν αισχρώς ανεχώρησαν, εις έκαστον μεν εξ αυτών η πόλις επέβαλε δέκα χιλιάδων δραχμών πρόστιμον· απέστειλε δε τον Επαμινώνδαν μετά δυνάμεως. Ευθύς λοιπόν κίνησις έγινε μεγάλη των Θεσσαλών, διότι τους εξήγειρεν η δόξα του στρατηγού, και τα πράγματα του τυράννου παρ' ολίγον να καταστραφώσι· τοσούτος ενέπεσε φόβος εις τους φίλους αυτού και τους περί αυτόν αρχηγούς, τοσαύτη δε κατέλαβε τους υπηκόους αυτού ορμή προς αποστασίαν και χαρά διά το μέλλον, διότι ήλπιζον να ιδώσι τον τύραννον τιμωρούμενον. Και όμως ο Επαμινώνδας, της δόξης προτιμών την σωτηρίαν του Πελοπίδου, και φοβηθείς μη, αν ταραχθώσι τα πράγματα, απελπισθείς ο Αλέξανδρος, ως θηρίον στραφή κατ' εκείνου, παρέτεινε τον πόλεμον, και κύκλω περί αυτόν στρεφόμενος, διά μακρών προπαρασκευών και δι' αναβολών ητοίμαζε και συνέστελλε τον τύραννον, χωρίς ούτε μεν την αυθάδειαν αυτού και την θρασύτητα να ταπεινώση, αλλ' ούτε και την αγριότητα και την βιαιότητα αυτού να διερεθίση, ει και εγνώριζε την ωμότητα αυτού, και ότι όλων των καλών και δικαίων περιφρονητής, έθαπτε μεν ζώντας ανθρώπους, άλλους δ' ενδύων δέρματα αγριοχοίρων και άρκτων, και φέρων κατ' αυτών τους θηρευτικούς αυτού κύνας, τους κατεσπάραττε και τους κατηκόντιζεν, ως παιγνίδιον τούτο μεταχειριζόμενος· εις δε την Μελίβοιαν και την Σκότουσαν, πόλεις φίλας και συμμάχους, εν ώ ήσαν εις συνέλευσιν του λαού, στήσας πέριξ αμφοτέρων τους δορυφόρους του, απέσφαξεν όλον αυτών τον λαόν υβηδόν, την δε λόγχην, δι' ής εφόνευσε τον θείον του Πολύφρονα, καθιερώσας και στέψας, προσέφερεν εις αυτήν θυσίας ως εις Θεόν, και την ωνόμασε Τύχωνα (407). Ιδών δέ ποτε τραγωδόν υποκρινόμενον τας Τρωάδας του Ευριπίδου, ανεχώρησεν εκ του θεάτρου, και πέμψας προς αυτόν, τω εμήνυσε να μη δυσαρεστηθή, και να εξακολουθήση ουχ ήττον καλώς την παράστασιν, διότι απέρχεται ουχί εκείνον καταφρονών, αλλ' εντρεπόμενος τους πολίτας, ότι, εν ώ κανένα πώποτε των υπ' αυτού φονευομένων δεν ηλέησεν, ήθελον τον ιδή δακρύοντα διά τα κακά της Εκάβης και Ανδρομάχης. Ούτος λοιπόν καταπλαγείς διά την δόξαν και το όνομα και την φήμην της στρατηγίας του Επαμινώνδου,

«εζάρωσεν ο πετεινός, και έκλινεν
ως δούλον το πτερόν του, (408

και έστειλεν αμέσως προς αυτόν ανθρώπους ν' απολογηθώσιν. Εκείνος δε να συνδέσωσι μεν ειρήνην και φιλίαν οι Θηβαίοι προς τοιούτον άνδρα δεν υπέμεινε· παραχωρήσας δ' εις αυτόν τριακονθήμερον ανακωχήν του πολέμου, και λαβών τον Πελοπίδαν και τον Ισμηνίαν, ανεχώρησεν.

Λ. Οι δε Θηβαίοι, πληροφορηθέντες ότι εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων ανέβαινον πρέσβεις προς τον μέγαν βασιλέα να προτείνωσι συμμαχίαν, έπεμψαν και αυτοί τον Πελοπίδαν, άριστα βουλευθέντες, διότι απέβλεψαν προς την δόξαν αυτού. Και πρώτον μεν ανέβαινε διά των επαρχιών του βασιλέως, ονομαστός ήδη και περιβόητος· διότι η δόξα του κατά των Λακεδαιμονίων αγώνος δεν προυχώρησε βραδέως ουδέ κατά μικρόν διά της Ασίας, αλλ' ως ο πρώτος διεδόθη λόγος περί τις εν Λεύκτροις μάχης, προσετίθετο νέον τι κατόρθωμα πάντοτε, και ούτως έφθασε μακρότατα αναβαίνουσα και αυξανομένη. Έπειτα, όταν τον είδον οι εν τοις ανακτόροις σατράπαι και στρατηγοί και ηγεμόνες, εθαύμασαν, και λόγος διέτρεχε μεταξύ αυτών, ότι ούτος εστίν ο ανήρ όστις εξέβαλεν εκ της ξηράς και της θαλάσσης τους Λακεδαιμονίους, συστείλας υπό τον Ταΰγετον και τον Ευρώταν την Σπάρτην, ήτις ολίγον πριν είχε κινήσει διά του Αγησιλάου πόλεμον κατά του μεγάλου βασιλέως και των Περσών περί των Σούσων και Εκβατάνων. Διά ταύτα έχαιρεν ο Αρταξέρξης, και τον Πελοπίδαν έτι μάλλον εθαύμαζε, και τον εμεγάλυνε διά των τιμών, θέλων να φαίνηται υπό των μεγίστων ανδρών περιποιούμενος και θεραπευόμενος. Ότε δε και την όψιν αυτού είδε και τους λόγους ήκουσεν, ασφαλεστέρους μεν των Αττικών, αφελεστέρους δε των Λακεδαιμονίων, έτι μάλλον τον ηγάπησε· και, ως συμβαίνει συνήθως εις τους βασιλείς, δεν έκρυψε την προς τον άνδρα τιμήν αυτού,, ουδ' έμεινεν άγνωστος εις τους άλλους πρέσβεις η προς εκείνον προτίμησις· αν και φαίνεται ότι υπέρ πάντας τους Έλληνας ετίμησε μάλλον τον Λακεδαιμόνιον Ανταλκίδαν, εις όν απέστειλε τον στέφανον όν εφόρει εν ώ έπινε, βρέξας αυτόν εις μύρον. Εις τον Πελοπίδαν δε τοιαύτας μεν οικειότητας δεν έδειξε, δώρα δε λαμπρότατα και μέγιστα εκ των εν συνηθεία τω έπεμψε, και τας απαιτήσεις αυτού επεκύρωσεν, αυτόνομοι μεν να είναι οι Έλληνες, να κατοικηθή δ' η Μεσσήνη, και οι Θηβαίοι να θεωρώνται πατρικοί φίλοι του βασιλέως. Ταύτας λαβών τας αποκρίσεις, ουδέν δε των δώρων δεχθείς, όσα δεν ήσαν σύμβολα ευνοίας ή φιλοφροσύνης, ανεχώρησε. Τούτο δε κυρίως εκίνησε την οργήν κατά των άλλων πρέσβεων, και οι Αθηναίοι, κρίναντες τον Τιμαγόραν, τον εφόνευσαν· αν μεν διά το πλήθος των δωρεών, ορθώς και δικαίως· διότι ου μόνον χρυσίον έλαβε και αργύριον, αλλά και κλίνην πολυτελή και θεράποντας διά να την στρόνωσιν, ως να μη ήξευρον οι Έλληνες· προσέτι δε βους ογδοήκοντα και βουκόλους, επί λόγω ότι δήθεν δι' αρρωστίαν τινών είχεν ανάγκην γάλακτος βοείου. Τέλος δε κατέβη εις την θάλασσαν εις φορείον κομιζόμενος, και τέσσαρα τάλαντα εδόθησαν υπό του βασιλέως μισθός εις τους κομίζοντας αυτόν. Φαίνεται όμως ότι δεν παρώξυνε κυρίως η δωροδοκία τους Αθηναίους· διότι, όταν Επικράτης ο Σακεσφόρος (409) ουδ' ηρνήθη ότι έλαβε δώρα παρά του βασιλέως, και είπεν ότι γράφει ψήφισμα αντί των εννέα αρχόντων να χειροτονώνται κατ' έτος εννέα πρέσβεις προς τον βασιλέα εκ των δημοτικών και πενήτων, όπως δώρα λαμβάνοντες ευπορώσιν, ο δήμος εγέλασεν. Αλλ' ωργίζοντο οι Αθηναίοι διότι ενεκρίθησαν πάσαι αι προτάσεις των Θηβαίων, μη αναλογιζόμενοι του Πελοπίδου την δόξαν, πόσον ανωτέρα ήτον πασών των ρητορειών και πάντων των λόγων πλησίον ανθρώπου όστις επεριποιείτο πάντοτε τους διά των όπλων υπερισχύοντας.