ΙΖ. Όταν δ' είχον φθάσει εις ταύτην την ηλικίαν, τότε συνανεστρέφοντο μετ' αυτών ως ερασταί οι άριστοι των νέων, και τότε μάλιστα προσείχον εις αυτούς οι πρεσβύτεροι, παρευρισκόμενοι εις τα γυμνάσια αυτών, και παρόντες όταν ηγωνίζοντο προς αλλήλους και όταν περιεπαίζοντο αστειευόμενοι, και τούτο ουχί παρέργως, αλλά τρόπον τινά ως νομίζοντες ότι όλοι όλων ήσαν πατέρες και παιδαγωγοί και άρχοντες· ώστε ούτε καιρός έμενεν ούτε τόπος καθ' όν να μη υπάρχη ο νουθετών τον σφάλλοντα και ο τιμωρών. Προσέτι δε διωρίζετο και παιδονόμος εκ των αρίστων ανδρών, και πλην αυτού εκάστης αγέλης προΐστατο ο σωφρονέστατος πάντοτε και γενναιότατος εκ των λεγομένων Ειρένων. Ονομάζουσι δ' Είρενας τους προ δύο ετών εξελθόντας της παιδικής ηλικίας, ως καλούσι Μελλείρενας τους μεγαλητέρους των παίδων. Ο Είρην λοιπόν ούτος, εικοσαετής γενόμενος, διοικεί εις τας μάχας τους υποτεταγμένους, και κατ' οίκον τους μεταχειρίζεται ως υπηρέτας εις το δείπνον, και διατάττει τους μεν μεγαλητέρους να φέρωσι ξύλα, τους δε μικροτέρους λάχανα. Φέρουσι δ' αυτά κλέπτοντες άλλοι μεν εκ των κήπων, άλλοι δε κρυφίως εισχωρούντες εις των ανδρών τα συσσίτια, μετά πολλής πανουργίας και προφυλάξεως· όστις δε φωραθή, πολλάς λαμβάνει μαστιγώσεις, ως και κλέπτων αμελώς και ατέχνως. Κλέπτουσι δε και εκ των τροφών ό,τι δύνανται, μανθάνοντες επιτηδείως να επιπίπτωσι κατά των κοιμωμένων ή αμελώς φυλαττόντων. Αν δέ τις κατανοηθή, η ποινή του είναι ραβδισμός και η πείνα· και τοις δίδεται ολίγον δείπνον, διά ν' αναγκάζωνται διά τόλμης και πανουργίας να κερδίζωσι το ελλείπον. Και τούτο μεν είναι της ολιγοσιτίας το κύριον αποτέλεσμα· παρέργως δ' επιφέρει αυτή και των σωμάτων την αύξησιν, διότι λαμβάνουσι μήκος αυτά, όταν το πνεύμα δεν συνέχηται και ασχολήται πολύ υπ' αφθονίας τροφής, εις βάθος και πλάτος πιεζόμενον, αλλ' ως ελαφρόν προχωρή προς τα άνω, και το σώμα ευκόλως και ελευθέρως ακολουθή (333). Προσέτι τούτο φαίνεται ότι συντελεί και εις την ωραιότητα· διότι αι ισχναί και ζωηραί κράσεις υπακούουσι μάλλον εις την μόρφωσιν των μελών, εν ώ αι ογκώδεις και πολύ τεθραμμέναι ανθίστανται εξ αιτίας του βάρους. Καθώς και των εγγύων γυναικών, αίτινες καθαρσίων ποιούνται χρήσιν, τα παιδία γεννώνται ισχνά μεν, αλλά ευειδή και καλώς εσχηματισμένα, εξαιτίας της ελαφρότητος της ύλης, ήτις ευκολώτερον δέχεται τον τύπον. Αλλ' η αιτία του συμβαίνοντος τούτου ας μείνη και άλλοι ν' αποφανθώσι περί αυτής.
ΙΗ. Κλέπτουσι δε μετά τοσαύτης προφυλάξεως οι παίδες, ώστε λέγεται ότι έκλεψε ποτέ τις μικράν αλώπεκα, και την έκρυπτεν εις το φόρεμά του· τω εσπάραττε δε το θηρίον την γαστέρα διά των ονύχων και διά των οδόντων αλλά το παιδίον, διά να μη εννοηθή, υπέφερε τους πόνους και απέθανε. Τούτο δε δεν είναι απίστευτον ουδ' ως προς τους σημερινούς εφήβους, διότι πολλούς αυτών είδομεν ν' αποθνήσκωσιν υπό τας πληγάς εις τον βωμόν της Ορθίας (334). Εδείπνει δ' ο Είρην κείμενος κατά γης, και άλλον μεν των παίδων διέταττε να τραγωδή, εις άλλον δ' υπέβαλλεν ερώτησιν, απαιτούσαν εσκεμμένην απόκρισιν, οίον· τις των ανθρώπων είναι ο άριστος; ή, Οποία τις είναι του δείνος η πράξις; Εκ τούτου δε συνείθιζον ευθύς εξ αρχής και να κρίνωσι περί των καλών, και να εξετάζωσι περί των πολιτών. Διότι το να ερωτηθή τις, ποίος των πολιτών είναι αγαθός, ή ποίος είναι ανάξιος, και να μη ηξεύρη ν' αποκριθή, εθεωρείτο ως σημείον ψυχής νωθράς και αφιλοτίμου προς αρετήν. Έπρεπε δε η απόκρισις να συνοδεύηται και υπ' αιτιολογίας και αποδείξεως, βραχυλόγως εκπεφρασμένης και συντόμου. Ο δ' εσφαλμένως αποκριθείς ετιμωρείτο υπό του Είρενος, όστις τω εδάγκανε τον μέγαν δάχτυλον της χειρός. Πολλάκις δε και επί παρουσία των γεροντοτέρων και των αρχόντων ο Είρην ετιμώρει τους παίδας, δίδων απόδειξιν αν τους τιμωρή ευλόγως και καθώς πρέπει. Και όταν μεν τους ετιμώρει δεν εμποδίζετο· αφ' ού δ' ανεχώρουν αι παίδες, υπεβάλλετο αυτός εις ευθύνην, αν τους επαίδευσε τραχύτερον του δέοντος, ή εξ εναντίας μαλακώτερον και ατόνως. Μετείχον δ' οι ερασταί και της καλής και της κακής υπολήψεως των παιδίων, και λέγεται ότι παιδίον ποτέ εις τους αγώνας εξέπεμψε φωνήν αγενή, και ότι αντί αυτού ετιμώρησαν τον εραστήν του οι άρχοντες. Τόσον δ' επεδοκιμάζετο παρ' αυτοίς ο έρως, ώστε και αι ενάρετοι γυναίκες έτρεφον έρωτα προς τας παρθένους, η δ' αντιζηλία ήτον άγνωστος παρ' αυτοίς· αλλ' οι αντερασταί μάλλον συνέδεον ως εκ τούτου προς αλλήλους φιλίαν, και συνηγωνίζοντο πώς ν' αποδείξωσιν όσον το δυνατόν καλλήτερον τον ερώμενον.
ΙΘ. Εδίδασκον δε τους παίδας και να μεταχειρίζονται λόγον έχοντα την χάριν αναμεμιγμένην μετά πικρίας, και πολλήν έννοιαν δι' ολίγων λέξεων. Και το μεν σιδηρούν νόμισμα, ως ερρέθη ενομοθέτησεν ο Λυκούργος να έχη πολύ μεν το βάρος μικράν δε την αξίαν. Το δε νόμισμα του λόγου εξ ενάντιας κατασκεύασε τοιούτον, ώστε δι' ολίγων και απλών λέξεων πολλήν και εξαίρετον να εκφράζη διάνοιαν, αναδεικνύων διά της σιωπής τους παίδας αποφθεγματικούς και πεπαιδευμένους προς αποκρίσεις· διότι, ως οι ακόλαστοι εισίν άγονοι ως επί το πλείστον και άκαρποι, ούτω και η περί το λαλείν ασωτία καθίστα τον λόγον κενόν και ανόητον. Όταν κάτοικός τις της Αττικής, περιπαίζων τας Λακωνικάς μαχαίρας διά την μικρότητά των, έλεγεν ότι οι θαυματοποιοί καταπίνουσιν αυτάς ευκόλως εις τα θέατρα, «Και όμως, είπεν ο Βασιλεύς Άγις (335) ημείς δι' αυτών άριστα φθάνομεν τους εχθρούς». Εγώ δε βλέπω και τον λόγον τον Λακωνικόν ότι βραχύς μεν φαίνεται, αλλά φθάνει άριστα εις τα πράγματα, και κατακυριεύει τον νουν των ακροατών. Και ο Λυκούργος δ' αυτός πιθανόν ότι ήτον βραχυλόγος και αποφθεγματικός καθ' όσον δυνάμεθα να συμπεράνωμεν εκ των απομνημονευμάτων ως είναι εκείνο το ρητόν του περί πολιτείας, εις τον θέλοντα να εισαγάγη την δημοκρατίαν εις την πόλιν «Άρχισον (τω είπε) πρώτον να εισαγάγης συ την δημοκρατίαν εις την οικίαν σου». Και το περί των θυσιών, προς τον ερωτήσαντα, διατί τας διέταξε τοσούτον ευτελείς και μικράς; «Διά να μη παύωμεν (είπε) ποτέ τιμώντες τους Θεούς». Και το περί των αγωνισμάτων, εξ ών εκείνα μόνα δεν απηγόρευεν εις τους πολίτας, εις όσα χειρ δεν υψούτο (336). Αναφέρονται δ' αυτού και δι' επιστολών αποκρίσεις τοιαύται προς τους πολίτας. Πώς δυνάμεθα ν' αποφύγωμεν εφόδους εχθρών; «Αν μένητε πτωχοί, και δεν ορέγησθε να έχητε ο είς περισσότερα του άλλου». Και πάλιν περί των τειχών «Δεν είναι ατείχιστος η πόλις ήν περικλείουσιν άνδρες και όχι πλίνθοι». Περί τούτων δε και των τοιούτων επιστολών, ούτε ν' απιστήσωμεν ούτε να πιστεύσωμεν εις αυτάς είναι εύκολον.
Κ. Της δε προς το μήκος των λόγων αποστροφής των Λακεδαιμονίων δείγματα τοιαύτα υπάρχουσι. Λεωνίδας ο βασιλεύς, ακούσας τινά ομιλούντα ακαίρως περί πραγμάτων χρησίμων, «Ω ξένε, τω είπε, το δέον μεταχειρίζεσαι εν ου δέοντι» Ο Χαρίλαος δ' ο ανεψιός του Λυκούργου, ερωτηθείς περί της ολιγότητος των νόμων αυτού, είπεν ότι «Όσοι δεν έχουσι πολλούς λόγους, δεν χρειάζονται και πολλούς νόμους». Ο δ' Αρχιδαμίδας (337) όταν τινές κατηγόρουν τον σοφιστήν Εκαταίον, (338) ότι προσκληθείς εις το συσσίτιον ουδέν έλεγεν, «Όστις, είπεν, ηξεύρει τον λόγον, ηξεύρει και τον καιρόν δι' αυτόν». Ιδού δε και απομνημονεύματα, περί ών έλεγον ότι πικρά μεν ήσαν, αλλ' ουχί και αμέτοχα χάριτος. Άνθρωπος πονηρός παρηνόχλει τον Δημάρατον (339) δι' ακαίρων ερωτήσεων, και μεταξύ άλλων πολλάκις τον ηρώτα τις ήτον ο άριστος των Σπαρτιατών; «Όστις ολιγώτερον δε ομοιάζει» (340)είπεν ο Δημάρατος. Ακούσας δ' ο Άγις (341) τινάς επαινούντας τους Ηλείους ότι καλώς και δικαίως διευθύνουσι τα Ολύμπια (342), «Και τι μέγα, είπε, πράττουσιν οι Ηλείοι ότι εν διαστήματι πέντε ετών επί μίαν ημέραν μεταχειρίζονται την δικαιοσύνην;» Ο δε Θεόπομπος (343), προς ξένον τινά όστις επεδείκνυεν εύνοιαν προς τους Λακεδαιμονίους, και έλεγεν ότι υπό των συμπολιτών του εκαλείτο φιλολάκων, «Καλόν, τω είπε, θα ήτον διά σε, ω ξένε, να καλήσαι φιλοπολίτης». Ο δ' υιός του Παυσανίου Πλειστώναξ (344), προς ρήτορα Αθηναίον, όστις έλεγεν αμαθείς τους Λακεδαιμονίους, «Καλά λέγεις, απεκρίθη, διότι μόνοι εκ των Ελλήνων ημείς ουδέν κακόν εμάθομεν από σας». Ο δ' Αρχιδαμίδας (345) προς τον ερωτήσαντα, πόσοι εισίν οι Σπαρτιάται, «Αρκετοί, είπεν, ω ξένε, ώστε να διώκωσι τους κακούς». Και εξ αυτών δε των αστεϊσμών των δύναται τις να συμπεράνη τα ήθη των διότι συνείθιζον ποτέ να μη λέγωσι λόγον περέργως, ουδέ φωνήν καν να εκβάλλωσι μη εκφράζουσαν όπως δήποτε έννοιαν. Παρακινούμενός τις ν' ακούση άνθρωπον όστις εμιμείτο την αηδόνα, « Αλλά την ήκουσα την ιδίαν (346)», απεκρίθη. Άλλος δε, αναγνούς το επίγραμμα τούτο,
«Την τυραννίαν σβέννυντας χαλκούς τους εθέρισεν Άρης·
Της Σελινούντος δ' εμπρός έπεσαν ούτοι ομού».
«Δικαίως, είπεν, απέθανον οι άνδρες, διότι έπρεπε να την αφήσωσι να καή ολόκληρος». Νεανίας δέ τις, προς τον υποσχόμενον να τω δώση αλεκτρυόνας οίτινες μαχόμενοι (347) απέθνησκον, «Όχι, παρακαλώ, είπε· δος μοι αλεκτρυόνας οίτινες μαχόμενοι να φονεύωσιν». Άλλος δε, ιδών τινας καθημένους επί εδρών προς χρείαν των, «Μη γένοιτο, είπε, να καθήσω εδώ, όθεν δεν ημπορώ να προσηκωθώ εις τους γεροντοτέρους». Τοιούτον λοιπόν ήτον το είδος των Λακωνικών αποφθεγμάτων, ώστε να λέγωσί τινες ουχί παραλόγως, ότι ο λακωνισμός ήτον κλίσις μάλλον προς την φιλοσοφίαν, παρά προς τα γυμνάσια (348).
ΚΑ. Η δε περί τας ωδάς και την μουσικήν εκπαίδευσις επεδιώκετο μετά της αυτής επιμελείας, μεθ' όσης και η ως προς τους λόγους βραχύτης και σαφήνεια. Είχον όμως και τα μέλη κέντρον πάντοτε διεγείρον την ψυχήν, και παριστών οργήν ενθουσιώδη προς δραστήριον πράξιν και η λέξις των ασμάτων ήτον αφελής και έντονος επί πραγμάτων σοβαρών και τα ήθη διαμορφούντων. Τα πλείστα εξ αυτών ήσαν έπαινοι και μακαρισμοί των υπέρ της Σπάρτης αποθανόντων, και κατηγορίαι των ριψασπίδων (349), ότι έζων ζωήν θλιβεράν και δυστυχεστάτην· και υπόσχεσις και καύχησις αρετής, αναλόγως προς τας ηλικίας· διότι εις τας εορτάς τρεις υπήρχον χοροί κατά τας τρεις ηλικίας συνεστημένοι. Εξ αυτών, αρχίζων ο των γερόντων, έψαλλεν·
Ήμεθ' ανδρείοι νεανίαι άλλοτε».
Αποκρινόμενος δ' ο των ανδρών, έλεγεν
«Είμεθα τώρα· Αν τολμάς, δοκίμασε»
Και τρίτος ο των παιδίων·
«Θα γίνωμεν ημείς πολύ καλλίτεροι».
Και εν γένει όστις επιστήση την προσοχήν του εις τα Λακωνικά ποιήματα, ών τινα σώζονται έτι μέχρις ημών, και αναλογισθή τους εμβατηρίους ρυθμούς, ούς μετεχειρίζοντο μετ' αυλού κινούμενοι κατά των εχθρών, θα εννοήση ότι ευλόγως και ο Τέρπανδρος (350) και ο Πίνδαρος συνήπτον την ανδρείαν μετά της μουσικής, διότι ο μεν ταύτα λέγει εις τα ποιήματά του περί Λακεδαιμονίων·
«Όπου ακμάζει των νέων αιχμή και λιγύφθογγος μούσα
η μεγαλόδωρος δίκη— »
Ο δε Πίνδαρος λέγει·
. . . . Όπου βουλαί γερόντων
και νέων αιχμαί ανδρών αριστεύουσι,
όπου μούσα και χοροί κ' ευθυμία.
Διότι τους λέγουσι συγχρόνως μουσικωτάτους και πολεμικωτάτους·
«Ίσον εστί τω καλώς πολεμείν το καλώς κιθαρίζειν»,
ως είπεν ο Λακωνικός ποιητής (351)· διότι και εις τας μάχας ο Βασιλεύς έθυε πρώτον εις τας Μούσας, ενθυμίζων, ως φαίνεται, την ανατροφήν των πολιτών και τας ωδάς ας εδιδάχθησαν, όπως τας έχωσι προχείρους εις τους κινδύνους, και προτρέπωνται υπ' αυτών οι μαχόμενοι εις πράξεις αξίας να υμνηθώσι.
ΚΒ. Τότε δε, χαλαρούντες και το σκληρότατον μέρος της των παίδων ανατροφής, δεν τοις απηγόρευον να καλλωπίζωσι την κόμην των, και να στολίζωσι τα ιμάτια και τα όπλα των, και έχαιρον βλέποντες αυτούς γαυριώντας και επαιρομένους προς τους αγώνας. Δι' ό και έτρεφον κόμην ευθύς ως εξήρχοντο της εφηβικής ηλικίας, και επεριποιούντο αυτήν μάλιστα κατά τους κινδύνους, διά να φαίνηται παχεία και καλώς εκτενισμένη· αναφέροντες και τον λόγον όν είπεν ο Λυκούργος περί της κόμης, ότι «Τους μεν ωραίους καθιστά ωραιοτέρους, τους δ' ασχήμους φοβερωτέρους». Επεδίδοντο δε και εις γυμνάσια μαλακώτερα εις τας εκστρατείας· και καθ' όλα τα άλλα καθιστών τον βίον των νέων ούτε τόσον αυστηρόν, ούτε τόσον κεχαλινωμένον, ώστε μεταξύ των ανθρώπων όλων εις μόνους αυτούς ο πόλεμος ήτον ανάπαυσις της προς τον πόλεμον ασκήσεις. Αφ' ού δε κατετάττετο η φάλαγξ αυτών, επί παρουσία των πολεμίων, ο Βασιλεύς έθυε μικράν αίγα, και παρήγγελλεν εις όλους να στεφανωθώσι, και εις τους αυλητάς ν' αυλήσωσι το Καστόριον μέλος (352). Ήρχιζε δε συγχρόνως αυτός τον πολεμιστήριον παιάνα, ώστε ήτον επίσημον το θέαμα και καταπληκτικόν, όταν εβάδιζον προς τον ρυθμόν του αυλού, και ούτε αποστήματα άφηνον εις την φάλαγγα, ούτε τας ψυχάς εταράττοντο, αλλά πράως και ιλαρώς υπό της μουσικής εφέροντο εις τον κίνδυνον διότι φυσικόν είναι οι ούτω διατεθειμένοι ούτε εις φόβον ούτε εις παραφοράν πολλήν να υπόκεινται, αλλά σταθερόν να έχωσι φρόνημα, μετ' ελπίδος και θάρρους, ως πεποιθότες ότι παρών ο Θεός τους υπερασπίζει. Επροχώρει δ' ο Βασιλεύς κατά των εχθρών, έχων πλησίον του νέον τινα νικήσαντα εις στεφανίτην αγώνα (353). Και λέγουσιν ότι Λακεδαιμόνιός τις, εις όν κατά τα Ολύμπια εδίδοντο πολλά χρήματα, δεν τα εδέχθη, αλλά μετά πολλού κόπου κατεπάλαισε τον ανταγωνιστήν του. Όταν δέ τις ηρώτησεν αυτόν «Και τι εκέρδισας εκ της νίκης, ω Λάκων;» είπε μειδιών « Ότι θα πολεμώ τους εχθρούς τεταγμένος εμπρός του Βασιλέως». Όταν δ' έτρεπον εις φυγήν και ενίκων τους εχθρούς, τους εδίωκον όσον μόνον απητείτο, όπως εξασφαλίσωσι την νίκην διά της φυγής των εχθρών, και ευθύς έπειτα επέστρεφον, ούτε γενναίον ούτε ελληνικόν θεωρούντες να κόπτωσι και να φονεύωσι τους αποκάμοντας και υποχωρήσαντας. Τούτο δε ήτον όχι μόνον καλόν και μεγαλόψυχον, αλλά προσέτι και χρήσιμον. Διότι οι πολεμούντες προς αυτούς, ηξεύροντες ότι τους μεν ανθισταμένους φονεύουσιν, αφήνουσι δ' ανενοχλήτους τους ενδίδοντας, επροτίμων ως ωφελιμώτερον να φεύγωσι μάλλον παρά να μένωσι.
ΚΓ. Περί δε του Λυκούργου λέγει Ιππίας ο σοφιστής (354), ότι ήτον πολεμικώτατος και αυτός, και πολλάκις ότι εστρατήγησεν. Ο δε Φιλοστέφανος (355) αποδίδωσιν εις τον Λυκούργον και την κατ' ουλαμούς διαίρεσιν των ιππέων, λέγων ότι ο ουλαμός ήτον σύστημα εκ πεντήκοντα ιππέων, εις τετράγωνον σχήμα τεταγμένων. Ο Δημήτριος όμως ο Φαληρεύς (356) διισχυρίζεται ότι ουδεμίαν επεχείρησε πολεμικήν πράξιν, αλλ' ότι εν καιρώ ειρήνης ερρύθμισε την πολιτείαν. Και η επίνοια δε της Ολυμπιακής ανακωχής (357) φαίνεται ότι είναι ανθρώπου πράου την διάθεσιν και ειρηνικού. Αλλά τινές λέγουσιν, ως ο Έρμιππος (358) μνημονεύει, ότι ο Λυκούργος ουδεμίαν είχε κατ' αρχάς συνάφειαν και σχέσιν μετά του Ιφίτου (359), αλλ' ότι κατά τύχην ευρίσκετο εις την Ολυμπίαν μεταξύ των θεατών, ό,τι δ' ήκουσε φωνήν ως ανθρώπου τινός, όστις όπισθέν του τον επέπληττε, και εξίστατο ότι δεν παρεκίνει τους συμπολίτας του να συμμετέχωσι της πανηγύρεως. Επειδή όμως στραφείς δεν είδεν ουδαμού τον ομιλήσαντα, επίστευσεν ότι ήτο φωνή Θεού, και ούτω προσήλθε προς τον Ίφιτον, και επιμεληθείς μετ' αυτού την εορτήν, την κατέστησεν ενδοξοτέραν και μονιμωτέραν.
ΚΔ. Εξετείνετο δ' η ανατροφή μέχρι της ανδρικής ηλικίας, διότι ουδείς είχε την άδειαν να ζη ως ήθελεν αλλ' ήσαν εις την πόλιν ως εις στρατόπεδον, προσδιωρισμένην έχοντες την δίαιταν, και τας κοινάς ασχολήσεις, και εν γένει νομίζοντες ότι δεν ανήκον εις εαυτούς, αλλ' εις την πατρίδα· και όταν δεν είχον διαταγήν άλλο τι να πράξωσιν, επετήρουν τους παίδας, και τοις εδίδασκον χρήσιμόν τι ή εδιδάσκοντο αυτοί υπό των πρεσβυτέρων. Διότι έν ήτο και τούτο από τα καλά και μακάρια όσα επρομήθευσεν ο Λυκούργος εις τους συμπολίτας του, η μακρά άνεσις, καθ' όσον εις τέχνην βάναυσον να επιδοθώσι δεν τοις επέτρεπε, ν' ασχολώνται δε εις την επίπονον και πολύφροντιν σύναξιν χρημάτων δεν είχον ανάγκην, αυτοί οίτινες ουδ' επεθύμουν διόλου ουδ' ετίμων τον πλούτον· ειργάζοντο δε την γην αυτών οι Είλωτες, δίδοντες εισόδημα όσον είπομεν ανωτέρω. Ελθών δέ τις ποτέ εις Αθήνας, όταν ενήργουν τα δικαστήρια, και ακούσας ότι κατεδικάσθη τις δι' αργίαν, και απήρχετο λυπούμενος, και συνοδευόμενος υπό των φίλων του αγανακτούντων μετ' αυτού και θλιβομένων, παρεκάλεσε τους παρευρισκομένους να τω δείξωσι τις ήτον ο τιμωρηθείς διά την ελευθερίαν· τόσον εθεώρουν δουλοπρεπές το ν' ασχολώνται εις τέχνας ή εις χρημάτων κέρδος. Ως δ' ήτον επόμενον, μετά του νομίσματος εξέλειπαν και αι δίκαι, διότι ούτε πλεονεξίαν, ούτε ένδειαν είχον, αλλ' ισότητα ευπορίας, και ζωής ευκολίαν διά την λιτότητα. Είχον δε χορούς, και πανηγύρεις και συμπόσια, και διασκεδάσεις εις κυνήγια και γυμνάσια καθ' όλον τον καιρόν όταν δεν εξεστράτευον.
ΚΕ. Και οι μεν νεώτεροι των τριάκοντα ετών δεν κατέβαινον διόλου εις την αγοράν, αλλ' επρομηθεύοντο τα του οίκου διά των συγγενών και των φίλων των. Και εις τους γεροντοτέρους δ' έφερεν αισχύνην να φαίνωνται συνεχώς εκεί διατρίβοντες, και να μη μένωσι το πλείστον της ημέρας εις τα γυμνάσια και εις τας λεγομένας λέσχας, όπου, συνερχόμενοι, ευγενώς συνανεστρέφοντο, χωρίς ν' αναφέρωσιν υποθέσεις χρηματικάς και αγοραία συμφέροντα. Το περισσότερον δ' αι τοιαύται συνδιαλέξεις περιεστρέφοντο εις έπαινον των καλών ή κατηγορίαν των κακών πράξεων, μετά χαριεντισμών και γέλωτος, ελαφρώς φέροντος εις νουθεσίαν και διόρθωσιν· διότι ουδ' αυτός ο Λυκούργος ήτον καθ' υπερβολήν αυστηρός, και ο Σωσίβιος (360) ιστορεί ότι έστησεν αγαλμάτιον του Γέλωτος, προσθέτων εγκαίρως και τον χαριεντισμόν εις τα συμπόσια και εις τας τοιαύτας συναναστροφάς, ως γλύκυσμα των κόπων και της άλλης διαίτης. Εν γένει δε συνείθιζε τους πολίτας να μη θέλωσιν ουδέ να ηξεύρωσι να ζώσι κατ' ιδίαν, αλλά καθώς αι μέλισσαι, συζώντες πάντοτε εν κοινώ, και τον άρχοντα περιστοιχίζοντες πάντες ομού, να διατελώσι διαρκώς εκτός σχεδόν εαυτών υπ' ενθουσιασμού και φιλοτιμίας, και να είναι όλοι της πατρίδος, ως δυνάμεθα να εννοήσωμεν και έκ τινων ρήσεων την διάνοιαν αυτού. Ο Παιδάρετος (361) φέρ' ειπείν, μη εκλεχθείς είς των τριακοσίων (362), ανεχώρησε λίαν φαιδρός, και χαίρων ότι η πόλις έχει τριακοσίους καλλιτέρους αυτού. Ο δε Πολυκρατίδας, σταλείς μετ' άλλων πρέσβυς προς τους στρατηγούς του Βασιλέως (363), και ερωτηθείς αν έρχηται ιδιωτικώς ή δημοσίως, είπεν «Αν επιτύχωμεν, δημοσίως, αν αποτύχωμεν ιδιωτικώς (364)». Η δε μήτηρ του Βρασίδου (365) Αργιλεωνίς, ηρώτησέ τινας ελθόντας εις Σπάρτην εξ Αμφιπόλεως, και προσελθόντας εις αυτήν, αν ο Βρασίδας απέθανεν ανδρείως και της Σπάρτης αξίως· όταν δ' εκείνοι τον εμεγάλυνον, και έλεγον ότι δεν έχει άλλον τοιούτον η Σπάρτη, «Μη λέγετε τούτο, είπεν, ω ξένοι. Καλός και άξιος ήτον ο Βρασίδας, αλλ' η Σπάρτη έχει πολλούς καλλητέρους αυτού.»
ΚΣΤ. Την δε Γερουσίαν, αυτός, ως είπομεν, πρώτος κατέστησεν, εκ των συμπραξάντων εις την επιχείρησιν. Έπειτα δε, αντί εκάστου αποθνήσκοντος, διέταξε ν' αντικαθίσταται ο κρινόμενος άριστος κατά την αρετήν, έχων δ' ηλικίαν ανωτέραν των εξήκοντα ετών. Και ο αγών ούτος εφάνη ο μέγιστος και ο μάλλον περιμάχητος όλων όσους άνθρωποι αγωνίζονται· διότι έπρεπε να κριθή τις ουχί ταχύτατος μεταξύ των ταχέων, ουδ' ισχυρότατος μεταξύ των ισχυρών, αλλά μεταξύ των αγαθών και σωφρόνων άριστος και σωφρονέστατος, όπως έχη διά βίου, ως άθλον της αρετής του όλην, ούτως ειπείν, την εξουσίαν της πολιτείας, και διαθέτη εις την διάκρισίν του και τον θάνατον και την ατιμίαν, και όλα τα μέγιστα. Εγίνετο δ' η κρίσις κατά τούτον τον τρόπον· Συνήρχετο συνέλευσις του λαού, και άνδρες τινές εκλεγόμενοι εκλείοντο εις πλησιόχωρον οίκημα, ούτως ώστε ούτε να βλέπωσιν ούτε να φαίνονται, αλλά μόνον ν' ακούωσι την κραυγήν των συνεδριαζόντων. Διότι, ως όλα τ' άλλα, ούτω και τούτον τον αγώνα έκρινον διά βοής, όχι όλους ομού τους συναμιλλωμένους, αλλ' ως καθείς κατά κλήρον εισήγετο και διήρχετο την Εκκλησίαν. Έχοντες λοιπόν οι κατάκλειστοι γραμμάτια, εσημείωνον δι' έκαστον το μέγεθος της κραυγής, μη ηξεύροντες ποίον απέβλεπεν, αλλά μόνον ότι ήτον ο πρώτος, ή ο δεύτερος, ή ο τρίτος, ή ο όστις δήποτε εις την τάξιν των εισαγομένων. Ανηγόρευον δ' εκείνον υπέρ ού είχεν εγερθή η περισσοτέρα και μεγίστη κραυγή. Ούτος δε τότε, στέφανον φέρων, περιήρχετο εις τ' αγάλματα των Θεών, και πολλοί νέοι τον ηκολούθουν, ζηλούντες και μεγαλύνοντες τον άνδρα, και πολλαί γυναίκες εγκωμιάζουσαι την αρετήν αυτού δι' ασμάτων, και μακαρίζουσαι τον βίον αυτού. Έκαστος δε των φίλων του τω επρόσφερε δείπνον και τω έλεγε, Διά της τραπέζης ταύτης σε τιμά η πόλις». Αφ' ού δε περιήρχετο ταύτα, απήρχετο εις το συσσίτιον, όπου όλα μεν τα λοιπά εγίνοντο κατά την συνήθειαν· προσεφέρετο δ' εις αυτόν και δευτέρα μερίς, ήν ελάμβανε μεθ' εαυτού και την εφύλαττε· και μετά το δείπνον, όταν παρουσιάζοντο εις τας θύρας του φιδιτίου αι οικείαι αυτού γυναίκες, την έδιδε εις οποίαν προ πάντων ετίμα, λέγων ότι, λαβών αυτός την μερίδα ταύτην εις αρετής βραβείον, τη την δίδει, ώστε και εκείνη μακαριζομένη να προπεμφθή υπό των άλλων γυναικών.
ΚΖ. Άριστα δε διέταξε και τ' αφορώντα τας ταφάς· διότι αφαιρέσας πάσαν δεισιδαιμονίαν, δεν εμπόδισε να θάπτωσι τους νεκρούς εντός της πόλεως, και να έχωσι τα μνήματα πλησίον εις τους ναούς, συνανατρέφων και συνηθίζων τους νέους εις τα τοιαύτα θεάματα, ώστε να μη τους ταράττη ο θάνατος, ουδέ να τον φοβώνται, ουδέ να νομίζωσιν ότι μιαίνεται όστις εγγίση σώμα νεκρόν ή διέλθη διά νεκροταφείου. Έπειτα δε δεν επέτρεψε να θάπτωσι τίποτε μετά του νεκρού, αλλά περιετίλυσσον το σώμα εις ύφασμα ερυθρόν και εις φύλλα ελαίας, και ούτω το έθαπτον. Δεν επετρέπετο δε να επιγράφωσι το όνομα του νεκρού, εκτός αν ήτον ανήρ πεσών εις τον πόλεμον, ή γυνή ιερατεύσασα. Καιρόν δε του πένθους ολίγον προσδιώρισεν, ημέρας ένδεκα· την δε δωδεκάτην έπρεπε να προσφέρωσι θυσίαν εις την Δήμητραν, και να παύσωσι το πένθος. Διότι παρ' αυτώ τίποτε δεν ήτον άσκοπον και τυχαίον, αλλ' εις όλας τας ανάγκας του βίου εμίγνυεν ή προτροπήν τινα προς αρετήν, ή αποτροπήν από της κακίας, και επλήρου την πόλιν διά πλήθους παραδειγμάτων, ά ήσαν ή ηναγκασμένοι ν' απαντώσι πανταχού, και να συνανατρέφωνται μετ' αυτών, και να σχηματίζωνται ούτω προς το καλόν φερόμενοι. Όθεν ουδ' επέτρεψεν εις τους θέλοντας ν' αποδημώσιν από της πόλεως και να πλανώνται, ξενικά συνάγοντες ήθη, και μιμήσεις τρόπων απαιδεύτων, και πολιτευμάτων διαφοράς· αλλ' εμάκρυνε και της πόλεως τους συναθροιζομένους και εισχωρούντας εις αυτήν χωρίς χρησίμου τινος σκοπού, ουχί, ως λέγει ο Θουκυδίδης, διότι εφοβείτο μήπως μιμηθώσι το πολίτευμά των, και μάθωσι τα χρήσιμα προς αρετήν, αλλά μάλλον ίνα μη γίνωσι κακού τινος διδάσκαλοι· διότι μετά των ξένων ανθρώπων επόμενον είναι να εισέρχωνται και λόγοι ξένοι, οι δε νέοι λόγοι επιφέρουσι νέας κρίσεις, εξ ών αναγκαίως πολλά γεννώνται παθήματα, και προαιρέσεις παραφωνίαν αποτελούσαι εις της εγκατεστημένης πολιτείας την αρμονίαν. Διά τούτο ενόμιζεν ότι πρέπει να προφυλάττη την πόλιν όπως μη εισέρχωνται εις αυτήν έξωθεν κακά ήθη μάλλον παρά νοσηρά σώματα.
ΚΗ. Και εις μεν ταύτα λοιπόν ουδέν υπάρχει αδικίας ίχνος ουδέ πλεονεξίας, ήν αποδίδουσί τινες εις του Λυκούργου τους νόμους, λέγοντες ότι καλοί μεν εισίν όπως προάγωσι την ανδρείαν, ουχί όμως και την δικαιοσύνην. Η δε καλουμένη παρά τοις Λακεδαιμονίοις Κρυπτία, αν και αύτη είναι νομοθέτημα του Λυκούργου, ως διηγείται ο Αριστοτέλης, αυτή βεβαίως έδωκε και εις τον Πλάτωνα την κακήν περί του ανδρός και του πολιτεύματος αυτού υπόληψιν. Ήτον δε τοιαύτη· Οι άρχοντες εξαπέστελλον κατ' έτος εις την χώραν άλλοι αλλαχού τους νέους όσοι διεκρίνοντο διά τον νουν των, έχοντας εγχειρίδια, και την αναγκαίαν τροφήν, και τίποτε άλλο· ούτοι δε, την μεν ημέραν διασπειρόμενοι εις χωρία παράμερα, εκρύπτοντο και ανεπαύοντο· την δε νύκτα, καταβαίνοντες εις τας οδούς έσφαζον πάντα Είλωτα όν συνελάμβανον. Πολλάκις δε, περιερχόμενοι και τους αγρούς, εφόνευον τους ρωμαλεωτέρους αυτών και τους ισχυροτέρους· καθώς ο Θουκυδίδης εις τα Πελοποννησιακά αυτού ιστορεί (366), ότι οι διά την ανδρείαν των διακριθέντες υπό των Σπαρτιατών, εστεφανώθησαν μεν, ως ελευθερωθέντες, και περιήλθον τα των Θεών ιερά, αλλά μετ' ολίγον όλοι έγιναν άφαντοι, όντες περισσότεροι των δισχιλίων, ώστε ούτε τότε ούτε έπειτα εδυνήθη τις να ειπή κατά τίνα τρόπον εχάθησαν. Ο Αριστοτέλης μάλιστα λέγει ότι όταν οι έφοροι κατ' αρχάς αναλαμβάνωσι την εξουσίαν, κηρύττουσι πάντοτε πόλεμον κατά των Ειλώτων, ώστε να μη είναι ανόσιον το να τους φονεύωσι. Και κατά τ' άλλα δ' εφέροντο τραχέως και σκληρώς προς αυτούς· ούτω τους ηνάγκαζον να πίνωσι πολύν άκρατον οίνον, και τους έφερον τότε εις τα συσσίτια, διά να δεικνύωσιν εις τους νέους τι είναι η μέθη. Και ωδάς δε τους διέταττον να ψάλλωσι, και χορούς να χορεύωσιν αγενείς και γελοίους, και ουχί τους των ελευθέρων. Διό και λέγεται ότι ύστερον, κατά την εκστρατείαν των Θηβαίων εις την Λακωνικήν (367), οι αιχμαλωτιζόμενοι Είλωτες, διαταττόμενοι να ψάλλωσι τα άσματα του Τερπάνδρου (368), του Αλκμάνος (369), και Σπένδοντος του Λάκωνος (370), απεποιούντο, λέγοντες ότι δεν θέλουσι τα αυθεντικά (371). Ώστε οι διατεινόμενοι ότι εις την Λακεδαίμονα ο ελεύθερος είναι υπέρ παν άλλο μέρος ελεύθερος, και ο δούλος υπέρ παν άλλο μέρος δούλος, δεν ώρισαν κακώς την διαφοράν. Νομίζω όμως ότι αι τοιαύται σκληρότητες ύστερον προσετέθησαν υπό των Σπαρτιατών, μάλιστα μετά τον μέγαν σεισμόν (372), ότε λέγουσιν ότι οι Είλωτες επετέθησαν κατ' αυτών ομού μετά των Μεσσηνίων, και πολλά την χώραν εκακοποίησαν, και η πόλις περιήλθεν εις μέγιστον κίνδυνον. Διότι, το κατ' εμέ, δεν δύναμαι ν' αποδώσω εις τον Λυκούργον την Κρυπτείαν, το μιαρόν τούτο έργον, εκ της λοιπής αυτού πραότητος και δικαιοσύνης συμπεραίνων τον τρόπον του, όν και ο Θεός εβεβαίωσεν.
ΚΘ. Αφ' ού δε ήδη διά της συνηθείας εστερεώθησαν αι κυριώτεραι των διατάξεων αυτού, και η πολιτεία του ικανώς ετράφη, και εδύνατο ήδη μόνη της να σώζηται και να συντηρήται, καθώς ο Πλάτων λέγει περί του κόσμου, ότι όταν επλάσθη και εκινήθη την πρώτην κίνησιν, ο Θεός ηυφράνθη, ούτω χαίρων και αυτός και ευχαριστηθείς διά το κάλλος και το μέγεθος της νομοθεσίας του όταν εφηρμόσθη και επρόκοπτε βαδίζουσα, επεθύμησε, καθ' όσον κατορθωτόν εις ανθρωπίνην πρόνοιαν, ν' αφήση αυτήν αθάνατον και αμετακίνητον εις το μέλλον. Συναθροίσας λοιπόν όλους εις συνέλευσιν, τοις είπεν ότι τα μεν άλλα καλώς οπωσούν έχουσι, και αρκούσιν όπως φέρωσιν εις την πόλιν αρετήν και ευδαιμονίαν αλλά το κυριώτατον και το μέγιστον ότι δεν δύναται να τοις γνωστοποιήση, πριν ή ερωτήση τον χρησμόν^ ότι δ' εκείνοι πρέπει να εμμένωσιν εις τους τεθέντας νόμους, και να μη τους μεταβάλωσι κατ' ουδέν έως ού εκείνος επιστρέψη εκ των Δελφών, διότι, όταν έλθη, θέλει πράξει ό,τι ο Θεός θέλει. Εις ταύτα όλοι συγκατετέθησαν, και τω είπον ν' απέλθη. Λαβών δε όρκους παρά των βασιλέων και των γερόντων, έπειτα και παρά των λοιπών πολιτών, ότι θέλουσιν επιμείνει εις το παρόν πολίτευμα και εφαρμόζει αυτό έως ού επανέλθη ο Λυκούργος, ανεχώρησεν εις τους Δελφούς. Ελθών δ' εις το μαντείον, και θυσιάσας εις τον Θεόν, ηρώτησεν αν είναι καλοί οι νόμοι του, και ικανοί να παράσχωσιν ευτυχίαν και αρετήν εις την πόλιν. Λαβών δ' απόκρισιν παρά του Θεού, ότι και οι νόμοι καλοί ήσαν, και η πόλις θέλει μείνει ενδοξοτάτη, αν εφαρμόζη το πολίτευμα του Λυκούργου, την μεν μαντείαν έγραψε και έπεμψεν εις την Σπάρτην· αυτός δε, αφ' ού πάλιν προσέφερε θυσίαν εις τον Θεόν, και απεχαιρέτισε τους φίλους και τον υιόν του, απεφάσισε να μη λύση πλέον τους συμπολίτας του από του όρκου αυτών, αλλά ν' αποθάνη εκεί εκουσίως, ων ήδη εις την ηλικίαν εκείνην, καθ' ήν πάρωρον δεν είναι και να ζη τις έτι, αλλ' ουδέ να θέλη να εγκαταλείψη την ζωήν, ικανής νομίζων ευδαμονίας ότι απήλαυσεν. Απέθανε λοιπόν εκουσίως εξ ασιτίας, νομίζων ότι πρέπει των πολιτικών ανδρών ουδ' ο θάνατος να είναι ανωφελής εις την πολιτείαν, ουδέ μάταιον το τέλος του βίου, αλλά και αυτό να έχη αρετής και χρησίμου πράξεως χαρακτήρα· και ότι αφ' ού έπραξεν αυτός τα κάλλιστα, έπρεπε και το τέλος του να είναι αληθώς κορύφωσις της ευδαιμονίας, και ν' αφήση τον θάνατόν του φύλακα των καλών και των αγαθών όσα επρομήθευσεν εις τους συμπολίτας του, οίτινες ώμωσαν να πολιτεύωνται κατά τους νόμους του μέχρις ού επανέλθη εκείνος. Και δεν ηπατήθη εις τας σκέψεις του· τοσούτον διέπρεψεν η πόλις εις όλην την Ελλάδα κατ' ευνομίαν και δόξαν, επί πεντακόσια έτη εφαρμόζουσα του Λυκούργου τους νόμους, ούς ουδείς κατ' ελάχιστον μετέβαλεν εκ των δεκατεσσάρων βασιλέων οίτινες ήρξαν από της εποχής εκείνου μέχρις Άγιδος του υιού Αρχιδάμου· διότι η διάταξις των Εβόρων δεν ήτον χαλάρωσις, αλλ' επίτασις μάλιστα του πολιτεύματος, και εν ώ εφαίνετο ότι έγινεν υπό του δήμου, κατέστησεν εξ εναντίας σφοδροτέραν την αριστοκρατίαν·
Λ. Επί δε της βασιλείας του Άγιδος εισεχώρησε κατά πρώτον το νόμισμα εις την Σπάρτην, και μετά του νομίσματος η πλεονεξία και η επιθυμία του πλούτου, εξ αιτίας του Λυσάνδρου· και αυτός μεν ήτον χρημάτων ανώτερος, αλλά την πατρίδα του ενέπλησε τρυφής και φιλοπλουτίας, εισαγαγών εκ του πολέμου χρυσόν και άργυρον, και καταργών του Λυκούργου τους νόμους· εν ώ καθ' όσον επεκράτουν εκείνοι πρότερον, η Σπάρτη έχουσα όχι πολίτευμα πόλεως, αλλά μάλλον βίον ανδρός ασκητού και σοφού, ή, ως οι ποιηταί μυθολογούσι τον Ηρακλέα δέρμα και ξύλον έχοντα, και περιερχόμενον την οικουμένην, και τιμωρούντα τους παρανόμους και θηριώδεις τυράννους, ούτως η πόλις σκυτάλην μόνον και τρίβωνα έχουσα, και εξουσιάζουσα επί της Ελλάδος δεχομένης την αρχήν της προθύμως, κατέστρεψε τας αδίκους δυναστείας και τας τυραννίας εις τα πολιτεύματα, και τους πολέμους εδίκαζε, και τας στάσεις κατέπαυε, πολλάκις ουδ' ασπίδα κινήσασα μίαν, αλλ' ένα μόνον πέμψασα πρέσβυν, ού πάντες εξεπλήρουν την προσταγήν, καθώς αι μέλισσαι, όταν φανή ο ηγεμών αυτών, συντρέχουσι πέριξ του και κατατάττονται ευπρεπώς. Τόσον ίσχυσεν η πόλις διά την ευνομίαν και την δικαιοσύνην αυτής. Ώστε απορώ πώς τινες λέγουσιν ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήξευρον να κυβερνώνται, όχι όμως και να κυβερνώσι, και πως επαινούσι τον λόγον του Βασιλέως Θεοπόμπου (373), όστις είς τινα ειπόντα ότι την Σπάρτην έσωζε το ότι οι Βασιλείς αυτής ήξευρον να άρχωσι, «μάλλον, είπεν, ότι οι πολίται αυτής ήξευρον να υπακούωσι», διότι δεν υπακούουσιν ευκόλως εις τους μη ηξεύροντας να τους διοικώσιν. Αλλ' η ευπείθεια είναι μάθημα του άρχοντος· διότι, όστις καλώς οδηγεί, εκείνος διδάσκει καλώς να τον ακολουθώσι. Και καθώς της ιππικής τέχνης αποτέλεσμα είναι να καθιστά τον ίππον πράον και πειθήνιον, ούτω και της βασιλικής επιστήμης έργον να επιβάλλη την επακοήν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι επέβαλλον ουχί ευπείθειαν εις τους άλλους, αλλ' επιθυμίαν του να κυβερνώνται υπ' αυτών και να τοις υπακούωσι· διότι δεν απήτουν παρ' αυτών ούτε πλοία ούτε χρήματα (374), ουδ' έστελλον προς αυτούς οπλίτας, αλλ' ένα διοικητήν Σπαρτιάτην· και τούτον λαβόντες οι διοικούμενοι, ετίμων αυτόν και τον εφοβούντο, καθώς τον Γύλιππον οι Σικελιώται, και τον Βρασίδαν οι Χαλκιδείς, και τον Λύσανδρον, και τον Καλλικρατίδαν (375) και τον Αγησίλαον όλοι οι την Ασίαν κατοικούντες· και τους μεν άνδρας τούτους ωνόμαζον αρμοστάς και σωφρονιστάς των διαφόρων λαών και αρχόντων, προς δε την πόλιν εν γένει των Σπαρτιατών απέβλεπον ως προς παιδαγωγόν ή διδάσκαλον κοσμίου βίου και πολιτείας ευτάκτου. Τούτο φαίνεται θέλων να ειρωνευθή ο Στρατόνικος (376) αστειευόμενος νομοθετεί και διατάττει οι μεν Αθηναίοι να τελώσι μυστήρια και πομπάς, οι δ' Ηλείοι να προεδρεύωσιν αγώνων, διότι εισίν άριστοι αγωνοθέται, οι δε Λακεδαιμόνιοι, αν αυτοί σφάλλωσι, να δέρωνται. Και τούτο μεν έλεγε προς γέλωτα. Ο δ' Αντισθένης ο Σωκρατικός (377), βλέπων τους Θηβαίους κομπάζοντας διά την εν Λεύκτροις μάχην, είπεν ότι ομοιάζουσι παιδάρια καυχώμενα διότι έδειραν τον παιδαγωγόν των.
ΛΑ. Τούτο όμως δεν ήτον βεβαίως ο κύριος του Λυκούργου σκοπός, το ν' αφήση την πόλιν άλλων πολλών ηγεμόνα. Αλλά καθώς εις του ανθρώπου τον βίον, ούτω και εις της πόλεως ολοκλήρου, νομίζων ότι η ευδαιμονία προέρχεται εκ της αρετής και εκ της εσωτερικής ομονοίας, συνέταξε την πόλιν και την συνηρμολόγησεν ούτως, ώστε οι πολίται, ελεύθεροι γινόμενοι και αυτάρκεις, να πολιτεύωνται σωφρόνως εφ' όσον το δυνατόν περισσότερον καιρόν. Τούτο και ο Πλάτων έλαβεν ως βάσιν του πολιτεύματος του, και ο Διογένης (378)· και ο Ζήνων (379) και πάντες όσοι επιχειρήσαντες περί τούτων να ομιλήσωσιν επαινούνται, ει και μόνον γράμματα και λόγους αφήσαντες. Ο δε Λυκούργος, ουχί γράμματα και λόγους, αλλ' έφερεν εμπράκτως εις φως αμίμητον πολιτείαν, και εις τους νομίζοντας ότι ανύπαρκτος είναι η φημιζομένη σοφία αυτού, επέδειξεν ολόκληρον πόλιν φιλοσοφούσαν, υπερτερήσας κατά την δόξαν πάντας τους εις τα πολιτικά αναμιγέντας Έλληνας. Διό και ο Αριστοτέλης λέγει ότι τω απεδόθησαν εν Λακεδαίμονι τιμαί ολιγώτεραι των όσαι τω ωφείλοντο, αν και έλαβε τας μεγίστας· διότι και ιερόν ιδρύθη εις αυτόν, και θυσίαι κατ' έτος τω προσεφέροντο ως εις Θεόν. Λέγεται δ' ότι και τα λείψανα αυτού εκομίσθησαν εις την πατρίδα του, και ότι κεραυνός έπεσεν εις τον τάφον του, όπερ σπανίως συνέβη εις άλλους των επισήμων, πλην του Ευριπίδου μεταγενεστέρως, όστις αποθανών ετάφη περί την Αρέθουσαν, πόλιν της Μακεδονίας. Ώστε επιχείρημα και μαρτυρία μεγάλη είναι αύτη παρά τοις αγαπώσι τον Ευριπίδην, ότι εις μόνον αυτόν συνέπεσε και έγινε μετά θάνατον ό,τι είχε συμπέσει πριν εις τον θεοφιλέστατον και οσιώτατον των ανθρώπων. Λέγουσι δ' άλλοι μεν ότι απέθανεν ο Λυκούργος εις την Κίρραν (380)· ο δ' Απολλόθεμις (381) ότι μετεκομίσθη εις Ήλιν ο δε Τίμαιος (382) και ο Αριστόξενος (383), ότ' έζησε μέχρι του τέλους του εις την Κρήτην, και ο Αριστόξενος λέγει ότι οι Κρήτες δεικνύουσι τάφον αυτού περί την Περγαμίαν (384), κατά την ξενικήν οδόν, λέγεται δ' ότι αφήκε μονογενή υιόν, Αντίωρον καλούμενον, και ότι αυτός απέθανεν άτεκνος και το γένος εξέλιπεν. Οι δε φίλοι και οικείοι του συνέστησαν διαδοχικήν εταιρίαν, διαμείνασαν χρόνους πολλούς, και τας ημέρας καθ' άς συνήρχοντο ωνόμασαν Λυκουργίδας. Αριστοκράτης (385) δ' ο υιός του Ιππάρχου λέγει ότι οι φιλοξενήσαντες τον Λυκούργον εις την Κρήτην, όταν απέθανεν, έκαυσαν το σώμα του και διέσπειραν την τέφραν του εις την θάλασσαν, κατά παράκλησιν αυτού, θελήσαντος ν' αποφύγη μη μετακομισθώσι ποτέ τα λείψανά του εις Λακεδαίμονα, και οι Λακεδαιμόνιοι, θεωρούντες αυτόν ως επιστρέψαντα, και λελυμένους τους όρκους των, μη μεταβάλωσι την πολιτείαν. Ταύτα λοιπόν περί του Λυκούργου.
ΝΟΥΜΑΣ
Α. Και περί των χρόνων δε καθ' ούς έζη ο Βασιλεύς Νουμάς υπήρξε σφοδρά
φιλονεικία, ει και αι αρχαιόταται γενεαλογίαι εις αυτόν φαίνονται ακριβώς
αναγόμεναι
(386). Αλλά
Κλώδιός τις, εν τω «Ελέγχω των χρόνων», διότι ούτω περίπου ονομάζεται το
βιβλίον, διισχυρίζεται ότι αι μεν αρχαίαι εκείναι οικογενειακαί αναγραφαί
κατεστράφησαν επί της αλώσεως της πόλεως υπό των Κελτών
(387)· αι δε
ήδη δεικνύμεναι ότι συνετέθησαν ουχί κατά την αλήθειαν, αλλ' υπ' ανθρώπων
θελόντων να ευχαριστήσωσί τινάς οίτινες, χωρίς τινος δικαιώματος, είχον την
αξίωσιν να εισχωρήσωσιν εις τα πρώτα γένη και τους ενδοξοτάτους οίκους. Και
λέγεται μεν ότι ο Νουμάς υπήρξεν ακροατής του Πυθαγόρου· αλλά τινές
διισχυρίζονται ότι δεν ήτον διόλου μέτοχος ελληνικής παιδείας, ως θέλοντες ή να
τον παραστήσωσιν ως εκ φύσεως έχοντα αφ' εαυτής αναπτυσσομένην την δύναμιν
προς την αρετήν, ή ν' αποδώσωσι την εκπαίδευσιν του Βασιλέως εις βάρβαρόν τινα
καλήτερον του Πυθαγόρου. Άλλοι δε λέγουσιν ότι ο Πυθαγόρας ήτον
μεταγενέστερος, ζήσας πέντε περίπου γενεάς μετά τους χρόνους του Νουμά· ότι δε
Πυθαγόρας ο Σπαρτιάτης, νικήσας εις τα Ολύμπια στάδιον κατά την δεκάτην έκτην
Ολυμπιάδα, καθ' ήν επί του τρίτου έτους ο Νουμάς εβασίλευσε, και πλανηθείς
κατά την Ιταλίαν, συνανεστράφη μετά του Νουμά, και διερρύθμισε μετ' αυτού την
βασιλείαν και εκ τούτου ότι εις τα Λακωνικά έθιμα συνανεμίγησαν και πολλά
Ρωμαϊκά, εκ διδασκαλίας του Πυθαγόρου. Άλλως δε ήτον ο Νουμάς κατά το γένος
εκ Σαβίνων, και οι Σαβίνοι θέλουσιν ότι κατάγονται εκ Λακεδαιμονίων. Η
εξακρίβωσις λοιπόν των χρόνων είναι δύσκολος, και μάλιστα καθ' όσον εξάγεται εκ
των ολυμπιακών νικών
(388), ών
την αναγραφήν λέγουσιν ότι μετά καιρόν εξέδωκεν Ιππίας ο Ηλείος, εις ουδεμίαν
στηριχθείς αξιόπιστον βάσιν. Διηγούμεθα δ' όσα γνωρίζομεν άξια λόγου ημείς περί
του Νουμά, δεόντως αρχίζοντες την εξιστόρησιν από των προ αυτού.
Β. Η Ρώμη κατωκείτο ήδη προ τριακονταεπτά ετών, και εβασιλεύετο υπό του Ρωμύλου. Κατά δε την πέμπτην του μηνός ημέραν (389), την καλουμένην σήμερον Νόννας Καπρατίας, ο Ρωμύλος ετέλει δημοσίως θυσίαν περί το καλούμενον Αιγός έλος (390), επί παρουσία της Βουλής και του πλείστου μέρους του δήμου. Εξαίφνης δ' έγινε μεγάλη του αέρος ανατροπή, και νέφος κατέβη εις την γην μ' ανεμοζάλην σφοδράν. Και τότε το μεν άλλο πλήθος εσκορπίσθη και έφυγε φοβηθέν, ο δε Ρωμύλος έγινεν άφαντος, και ούτε αυτός πλέον, ούτε το σώμα του ευρέθη νεκρόν. Βαρεία δ' υποψία επεβάρυνεν επί των πατρικίων, και λόγος διέτρεχε μεταξύ του λαού κατ' αυτών, ότι προ πολλού βαρυνθέντες να βασιλεύωνται, και θέλοντες να λάβωσιν αυτοί την εξουσίαν, εφόνευσαν τον βασιλέα· διότι από τινος, ως φαίνεται, εφέρετο τραχέως πως και δεσποτικώς κατ' αυτών. Αλλ' αυτήν μεν την υποψίαν επράυνον εκείνοι, εις Θεόν αναβιβάζοντες τον Ρωμύλον, ως αν δεν είχεν αποθάνει, αλλά τύχης αξιωθή ανωτέρας. Και ο Πρόκλος, άνθρωπος επίσημος, ώμοσεν ότι είδε τον Ρωμύλον αναβαίνοντα ένοπλον εις τον ουρανόν, και ότι ήκουσε φωνήν, ήτις τον διέταττε να ονομασθή Κυρίνος. Άλλη δε ταραχή και στάσις επήλθεν εις την πόλιν περί του μέλλοντος να διαδεχθή την βασιλείαν· διότι οι ξένοι δεν είχον εισέτι εντελώς συγχωνευθή μετά των πολιτών, αλλ' ο μεν λαός εισέτι πολύ εκυμαίνετο καθ' εαυτόν, και οι πατρίκιοι ενδιαφερόμενοι, υπώπτευον αλλήλους. Και όλοι μεν ήσαν σύμφωνοι ότι πρέπει να έχωσι βασιλέα· αλλ' ήλθον εις έριδας και διαιρέσεις, ουχί μόνον ως προς τον άνθρωπον, αλλά και ως προς το γένος εξ ού ώφειλε να ληφθή ο ηγεμών. Διότι οι πρώτοι συνοικίσαντες την πόλιν μετά του Ρωμύλου, εφρόνουν ανυπόφορον, αφ' ού οι Σαβίνοι έγιναν κοινωνοί της πόλεως και της χώρας των, ήδη βιαίως να κατεξουσιάζωσιν εκείνων οίτινες επί τούτω τους εδέχθησαν. Είχον δε και οι Σαβίνοι ευλογοφανή τινα λόγον, ότι, αφ' ού απέθανεν ο βασιλεύς αυτών Τάτιος, αυτοί δεν επανέστησαν κατά του Ρωμύλου, αλλά τον αφήκαν να κυβερνά μόνος· επομένως απήτουν ο άρχων να γίνη πάλιν εκ του γένους των διότι ούτε ηνώθησαν μετ' αυτών, κατώτεροι μετά καλητέρων, και αφ' ού ηνώθησαν, ηύξησαν το πλήθος εκείνων, και ηύξησαν την σημασίαν της πόλεως. Διά ταύτα λοιπόν είχον διχονοίας. Διά να μη φέρη δ' η στάσις σύγχυσιν ως εκ της αναρχίας, και να μη μένη μετέωρον το πολίτευμα, απεφάσισαν οι πατρίκιοι, όντες εκατόν πεντήκοντα (391), κατά σειράν έκαστος εξ αυτών να κοσμήται διά των βασιλικών παρασήμων, να προσφέρη την προσδιωρισμένην θυσίαν εις τους Θεούς, και να ενεργή τα δημόσια έξ μεν ώρας της νυκτός, έξ δε της ημέρας, εν ονόματι του Κυρίνου και του Τατίου· διότι η τοιαύτη διαίρεσις των καιρών εις έκαστον, ήρεσκεν εις τους άρχοντας διά την ισότητα, και εις τον λαόν η αλλαγή της εξουσίας εφαίνετο ως ν' αφήρει τον φθόνον, όταν έβλεπον την ιδίαν ημέραν και νύκτα τον ίδιον από βασιλέως ιδιώτην γινόμενον. Ονομάζουσι δε το σχήμα τούτο της κυβερνήσεως οι Ρωμαίοι Μεσοβασιλείαν.
Γ. Αλλ' αν και εφαίνοντο κυβερνώντες τοσούτον δημοτικώς και μετρίως, υπέκυπτον όμως πάλιν εις υποψίας και εις θορύβους, ότι μετέβαλλον το πολίτευμα εις ολιγαρχίαν, και εσφετερίζοντο την πολιτείαν, μη θέλοντες να εκλεχθή βασιλεύς. Διά τούτο συνεφώνησαν μεταξύ των αι φατρίαι, να εκλέξη εκάστη εκ της άλλης βασιλέα, διότι ούτως ήθελε παύσει αμέσως η μεταξύ των φιλονεικία, και ο εκλεχθησόμενος ήθελεν είσθαι επίσης εύνους προς αμφοτέρους, αγαπών τους μεν διότι υπ' αυτών εξελέγη, τους δε διότι ήτον αυτών συγγενής. Αφήκαν δ' οι Σαβίνοι εις τους Ρωμαίους να εκλέξωσι πρώτοι, και εις τούτους προτιμότερον εφάνη να εκλέξωσι Σαβίνον, αλλ' αυτοί να είναι οι εκλογείς, παρά να δώσωσι Ρωμαίον και να μείνη η εκλογή εις εκείνους. Συσκεφθέντες δε, ανέδειξαν βασιλέα εκ των Σαβίνων τον Νουμάν Πομπίλιον, άνθρωπον ουχί εκ των αποκαταστάντων εις Ρώμην, αλλά τοσούτον γνωστόν διά την αρετήν του, ώστε όταν ωνομάσθη, οι Σαβίνοι τον εδέχθησαν προθυμότερον ακόμη από τους εκλογείς του. Αφ' ού λοιπόν είπον εις τον λαόν τι απεφασίσθη, έπεμψαν προς αυτόν πρέσβεις, τους πρωτεύοντας εξ αμφοτέρων των μερών, να τον παρακαλέσωσι να έλθη και να παραλάβη την βασιλείαν. Ήτον δ' ο Νουμάς εκ της παρά Σαβίνοις επισήμου πόλεως των Κυρέων, εξ ής οι Ρωμαίοι ωνομάσθησαν Κυρήται ομού μετά των Σαβίνων, οίτινες συνανεμίγησαν μετ' αυτών· υιός δε Πομπωνίου, ανδρός επισήμου, εκ τεσσάρων αδελφών ο νεώτατος· και εγεννήθη, κατά θείαν τινά συγκυρίαν, καθ' ήν ημέραν ο Ρωμύλος έκτισε την Ρώμην. Είναι δ' αύτη η προ της ενδεκάτης των καλανδών μαΐων (392) Έχων δε το ήθος εκ φύσεως προς πάσαν αρετήν επιτήδειον, εγένετο έτι ημερώτερος διά της παιδείας, της κακοπαθείας και της φιλοσοφίας. Και ου μόνον τα κατηγορούμενα πάθη απέβαλε της ψυχής του, αλλά προσέτι και τα αρέσκοντα εις τους βαρβάρους, την βίαν και την πλεονεξίαν, ανδρείαν αληθή νομίζων τον υπό του λογικού περιορισμόν των επιθυμιών του. Ως εκ τούτων δε, εξορίσας εκ του οίκου του πάσαν πολυτέλειαν και τρυφήν, άμεμπτος δε δικαστής και σύμβουλος γινόμενος εις πάντα πολίτην και πάντα ξένον, κατά δε τας ώρας της αργίας του αυτός εαυτόν μεταχειριζόμενος ουχί προς τρυφάς και χρηματολογίαν, αλλά προς λατρείαν των Θεών, και την διά του λογικού θεωρίαν της φύσεως και της δυνάμεως αυτών, μέγα απέκτησεν όνομα και δόξαν τοσαύτην, ώστε ο Τάτιος, ο βασιλεύσας εν Ρώμη μετά του Ρωμύλου, μίαν έχων θυγατέρα Τατίαν, τον έκαμε γαμβρόν του. Αλλά δεν εμεγαλοφρόνησε διά τον γάμον του, ουδέ συγκατώκησε μετά του πενθερού του, αλλ' έμεινεν εις τους Σαβίνους, περιποιούμενος τον γέροντα πατέρα του· διότι και η Τατία επροτίμησε την ιδιωτικήν του ανδρός της ησυχίαν παρά την τιμήν και την δόξαν ήν θα είχεν εν Ρώμη διά τον πατέρα της. Και αύτη μεν λέγεται ότι απέθανε δεκατρία έτη μετά τον γάμον των.