WeRead Powered by ReaderPub
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 / Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς cover

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 / Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Chapter 12: ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΝΟΥΜΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The volume presents a series of biographies of legendary founders and lawgivers — Theseus, Romulus, Lycurgus, and Numa — blending mythic episodes and historical anecdote to recount their deeds, reforms, and cultic practices. Each life outlines public actions, legal and religious initiatives, and personal virtues and failings, while the author intersperses moral judgment and comparative reflections. The work alternates narrative episodes with practical commentary on leadership, institutions, and customs, aiming to illuminate character and civic consequences rather than offer a strictly chronological or purely factual history.

Κ. Υπάρχει δε και ναός αυτού εις την Ρώμην δύω θύρας έχων, και Πολέμου πύλη καλούμενος· διότι συνήθεια υπάρχει ν' ανοίγηται μεν αυτός όταν είναι πόλεμος, να κλείηται δ' όταν είναι ειρήνη. Τούτο δ' ήτον δύσκολον, και σπανίως εγίνετο, διότι το κράτος ήτον πάντοτε εμπεπλεγμένον είς τινα πόλεμον, ηναγκασμένον, ένεκα του μεγέθους του, ν' ανθίσταται εις τα πέριξ αυτού περικεχυμένα γένη των βαρβάρων. Αλλ' εκλείσθη επί του Σεβαστού Καίσαρος, όταν ούτος κατετρόπωσε τον Αντώνιον και πρότερον, επί της Υπατείας του Μάρκου Ατιλίου (441) και Τίτου Μαλλίου επί βραχύν χρόνον και έπειτα πάλιν ηνεώχθη, διότι πόλεμος εξερράγη. Αλλ' επί της βασιλείας του Νουμά ουδέ μίαν ημέραν δεν εφάνη ηνεωγμένος, και έμεινε συνεχώς κεκλεισμένος επί τρία και τεσσαράκοντα έτη. Ούτως είχεν αφαιρεθή πάσα πολέμου αφορμή, και πανταχόθεν. Διότι ου μόνον ο δήμος των Ρωμαίων είχεν εξημερωθή και καταγοητευθή υπό της δικαιοσύνης και πραότητος του βασιλέως, αλλά και αι πέριξ πόλεις ήρξαντο μεταβαλλόμεναι, ως αν έπνεεν εκείθεν αύρα τις και πνεύμα υγιεινόν, και πόθος εκυρίευσε πάντας ευνομίας και ειρήνης, και του να φυτεύωσιν εν ησυχία την γην, και ν' ανατρέφωσι τα τέκνα των, και να σέβωνται τους Θεούς· και εις την Ιταλίαν πάσαν δεν υπήρχον ειμή εορταί, και συμπόσια, και υποδοχαί, και φιλοφροσύναι των αλλήλους αφόβως επισκεπτομένων και των συγκοινωνούντων, ως αν τα καλά και δίκαια εισέρρεον εις πάντας εκ της σοφίας του Νουμά ως εκ πηγής τινος, και εξ αυτής διεχέετο η περί εκείνον γαλήνης ώστε λέγουσιν ότι και αυταί αι ποιητικαί υπερβολαί δεν ήρκουν εις παράστασιν της τότε καταστάσεως (442) «Εις μεταλλίνους δεσμούς, των μελανών αραχνών έργα και η σκωρία αιχμάς λογχών και ξίφη καταβιβρώσκει μακρά· ούτε δε κτύπος σαλπίγγων χαλκών ακούεται, ούτε ύπνος εκ των βλεφάρων γλυκύς αφαιρείται»· διότι επί της βασιλείας του Νουμά ούτε πόλεμος, ούτε στάσις, ούτε πολιτείας νεωτερισμός αναφέρεται· προσέτι δε, ουδ' έχθρα τις κατ' αυτού, ουδέ φθόνος, ουδ' εκ φιλαρχίας επιβουλή και συνωμοσία. Αλλ' είτε φόβος Θεών, οίτινες εφαίνοντο προστατεύοντες αυτόν, είτε σέβας προς την αρετήν αυτού, είτε υπεράνθρωπος τύχη, την ζωήν αυτού καθαράν διαφυλάττουσα και υπό της κακίας απρόσβλητον, έδωκε παράδειγμα προφανές και απόδειξιν του Πλατωνικού λόγου, όν ο πολύ εκείνου μεταγενέστερος ετόλμησε να ειπή περί πολιτείας (443), ότι παύσις και απαλλαγή των κακών τότε μόνον επέρχεται εις τους ανθρώπους, όταν εκ θείας τινός συγκυρίας συμπίπτουσα βασιλική δύναμις μετά φιλοσόφου διανοίας, καθιστά την αρετήν υπερτέραν και ισχυροτέραν της κακίας. Και μακάριος μεν είναι ο έμφρων ανήρ αληθώς, μακάριοι δε και οι ακούοντες των λόγων οίτινες εξέρχονται εκ του έμφρονος στόματός του. Διότι ούτος ουδέ βίαν έχει ανάγκην ουδ' απειλήν να μεταχειρισθή προς το πλήθος· Ούτοι δε βλέποντες την αρετήν εις πρόχειρον και λαμπρόν παράδειγμα, τον βίον του άρχοντος, σωφρονούσιν εκουσίως, και συμμορφούνται προς τον εκ φιλίας και ευνοίας προς αυτούς, υπό δικαιοσύνης και μετριοπαθείας εμπνεόμενον, άμωμον και μακάριον εκείνον βίον, όστις περιέχει τον κάλλιστον πάσης βασιλείας σκοπόν και πάντων των βασιλέων βασιλικώτατος είναι όστις κατωρθοί να εμφυτεύση τούτον τον βίον και ταύτην την διάθεσιν εις τους υπηκόους του. Ταύτα φαίνεται ότι ο Νουμάς ενόησεν υπέρ πάντα άλλον.

ΚΑ. Περί δε των παιδίων και των γάμων αυτού υπάρχουσι διαφωνίαι παρά τοις ιστορικοίς. Και τινές μεν λέγουσιν ότι ούτε άλλην ενυμφεύθη πλην της Τατίας, ούτε άλλου παιδιού πατήρ ότι ήτον, πλην μιας θυγατρός, της Πομπιλίας· άλλοι δε τω αποδίδουσι πλην αυτής και τέσσαρας υιούς, Πόμπωνα, Πίνον, Κάλπον, και Μάμερχον, εξ ών έκαστος αφήκε διαδόχους, και οικογένειαν έντιμον διότι εκ μεν του Πόμπωνος κατάγονται οι Πομπώνιοι, εκ του Πίνου οι Πινάριοι, εκ του Κάλπου οι Καλπούρνιοι, και εκ του Μαμέρκου οι Μαμέρκιοι, οίτινες διά τούτο έλαβον το επώνυμον Ρήγες, όπερ εστί Βασιλείς.

Τρίτοι δ' εισίν οι ιστορικοί οίτινες κατηγορούσι τούτους ότι χαρίζονται εις τα γένη ταύτα, και αποδίδουσιν εις αυτά ψευδή στέμματα ως εκ διαδοχής του Νουμά, εν ώ αυτοί λέγουσιν ότι η Πομπιλία δεν εγεννήθη εκ της Τατίας, αλλ' εξ άλλης γυναικός, της Λουκρητίας, ήν ενυμφεύθη όταν ήτον ήδη βασιλεύς. Όλοι δε συμφωνούσιν ότι η Πομπιλία ενυμφεύθη τον Μάρκιον. Ήτον δ' ο Μάρκιος υιός του Μαρκίου εκείνου, όστις παρεκίνησε τον Νουμάν να λάβη την βασιλείαν. Τότε μετώκησε μετ' αυτού εις Ρώμην, και της συγκλήτου έγινε μέλος, και ετιμάτο, και μετά τον θάνατον του Νουμά αντηγωνίσθη προς τον Οστίλλιον περί της βασιλείας, και νικηθείς, απέθανεν εκουσίως δι' ασιτίας. Ο δ' υιός αυτού Μάρκιος, γυναίκα έχων την Πομπιλίαν, έμεινεν εις την Ρώμην, και εγέννησε τον Άγκον, όστις εβασίλευσε μετά τον Τύλλον Οστίλλιον. Τούτον, ως λέγεται, πενταετή αφήσας ο Νουμάς, απέθανεν· ο δε θάνατος αυτού δεν συνέβη ταχύς ουδ' αιφνίδιος, αλλά βαθμηδόν τον απεμάρανε μαλακή νόσος και γήρας, καθ' ά διηγείται ο Πείσων (444). Απέθανε δε ζήσας ολίγον υπέρ τους ογδοήκοντα.

ΚΒ. Και δι' αυτού δε του τάφου του κατέστησαν επίζηλον τον βίον του οι σύμμαχοι και φίλοι δήμοι, συνελθόντες εις την κηδείαν, και δημοσίως φέροντες προσφοράς και στεφάνους, και οι πατρίκιοι φέροντες την νεκρικήν κλίνην επί των ώμων, και οι ιερείς των Θεών παρόντες και αυτοί και προπέμποντες, και το λοιπόν πλήθος, παρακολουθούν, μετά γυναικών και παιδίων αναμεμιγμένον, κλαίον και οδυρόμενον, ουχί ως αν παρευρίσκετο εις ενταφιασμόν γέροντος βασιλέως, αλλ' ως αν έθαπτεν έκαστος φίλτατόν τινα, ακμαίον και ποθούμενον συγγενή. Και εις το πυρ μεν δεν παρέδωκαν τον νεκρόν, διότι αυτός, ως λέγεται, το απηγόρευσεν (445), αλλά κατασκευάσαντες δύω θήκας λιθίνας, κατέθηκαν αυτάς υπό το Ιάνοκλον όρος, και περιείχον η μεν το σώμα του η δ' άλλη τας ιεράς βίβλους, άς συνέγραψε μεν αυτός, ως οι Έλληνες νομοθέται τους Κύρβεις (446), εδίδαξε δε ζων έτι εις τους ιερείς όσα έγραψε, και δους εις αυτούς όλων τούτων την έξιν και την ακριβή γνώσιν, διέταξε να συνταφώσιν αι ιεραί βίβλοι μετά του σώματός του, επί λόγω ότι τα απόρρητα δεν φυλάττονται καλώς εις άψυχα γράμματα. Ούτω λέγουσιν ότι σκεπτόμενοι και οι Πυθαγόριοι, δεν συνέγραφον τα δόγματά των, αλλ' έγραφαν μνήμην αυτών και μάθησιν ενέβαλλαν εις τους αξίους· και όταν η περί των απόρων και απορρήτων λεγομένων γεωμετρικών μεθόδων πραγματεία εδόθη ποτέ εις των αναξίων τινά, διά σημείων έδειξεν ο Θεός, ως έλεγον ούτοι, ότι έμελλε να τιμωρήση ως μέγα και κοινόν κακόν την ασέβειαν και την παρανομίαν. Ώστε πολύ συγγνωστέοι φαίνονται οι φιλοτιμούμενοι να συσχετίσωσι τον Νουμάν μετά του Πυθαγόρου, όταν τοσαύται υπάρχωσι μεταξύ αυτών ομοιότητες. Ο δ' Αντίας (447) ιστορεί ότι δώδεκα μεν βίβλοι ιεροφαντικαί, δώδεκα δ' άλλαι ελληνικαί περί φιλοσοφίας εναπετέθησαν ομού εις τον τάφον. Αφ' ού δε τετρακόσια περίπου παρήλθαν έτη, ότε ύπατοι ήσαν ο Πόπλιος Κορνήλιος και ο Μάρκος Βαίβιος (448), συνέπεσαν μεγάλαι βροχαί, και το χώμα εσχίσθη και το ρεύμα παρέσυρε τας θήκας. Τότε δ' έπεσαν τα επικαλύμματα αυτών, και η μεν μία εφάνη όλως κενή, και ουδέν περιέχουσα μέρος του σώματος, ουδέ λείψανον· εις δε την άλλην ευρέθησαν τα συγγράμματα, και αυτά λέγεται ότι ανέγνωσε μεν ο Πετίλιος, όστις τότε ην στρατηγός, εις δε την σύγκλητον απεφάνθη μεθ' όρκου (449), ότι δεν φρονεί όσιον ουδέ θεμιτόν να κοινοποιηθώσιν εις το πλήθος τα περιεχόμενα· διό και κομισθέντα εις το Κομίτιον (450) τα βιβλία, εκάησαν. Και εις όλους μεν τους δικαίους και αγαθούς έπεται μετά θάνατον μείζων ο έπαινος, διότι ο φθόνος επιζή επί πολύ, διά τινας δε και προαποθνήσκει. Εκείνου όμως την δόξαν ανέδειξαν λαμπροτέραν αι τύχαι των διαδόχων του βασιλέων. Διότι εκ των πέντε οίτινες μετ' αυτόν εβασίλευσαν, ο μεν έσχατος, απολέσας τον θρόνον, εγκατεγήρασεν εις φυγήν, εκ δε των άλλων τεσσάρων ουδείς απέθανε φυσικόν θάνατον, αλλ' οι μεν τρεις εσφάγησαν επιβουλευθέντες· ο δ' Οστίλλιος Τύλλος, όστις μετά τον Νουμάν εβασίλευσε, τα πλείστα των καλών όσα εκείνος εισήγαγε, προ πάντων δε και μάλιστα την προς τα θεία ευλάβειαν εχλεύασε και καθύβρισεν, ως καθιστώσαν τους ανθρώπους αργούς και γυναικώδεις, και έτρεψε προς πόλεμον τους πολίτας, ουδ' αυτός ενέμεινεν εις τας νεανικάς ταύτας αφροσύνας, αλλ' υπό νόσου δεινής και πολυτρόπου γνώμην μεταλλάσσων, υπέπεσεν εις δεισιδαιμονίαν, ουδέν έχουσαν το κοινόν μετά της του Νουμά ευσεβείας. Έτι δε μάλλον μετέδωκεν εις τους άλλους το πάθος τούτο, διότι, ως λέγεται, εκάη υπό κεραυνού.
 

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ
ΚΑΙ
ΝΟΥΜΑ


Α. Αλλ' αφ' ού διεξήλθομεν τον βίον του Νουμά και τον του Λυκούργου, έχοντες ήδη αμφοτέρους υπ' όψιν, ας μη οκνήσωμεν, αν και δύσκολον είναι το έργον, να συλλέξωμεν τας διαφοράς αμφοτέρων. Και ομοιότητες μεν επιφαίνονται εις τας πράξεις των, οίον η φρόνησις των ανδρών, η ευσέβεια, ο πολιτικός νους, η ικανότης των εις το να εκπαιδεύωσι τους λαούς, και το ότι και αρχάς αμφότεροι έλαβον τας νομοθεσίας των παρά των Θεών. Εκ δε των καλών όσα ανήκουσιν ιδίως εις έκαστον αυτών, πρώτον μεν είναι ο τρόπος καθ' όν ο Νουμάς παρέλαβε, και καθ' όν ο Λυκούργος εγκατέλιπε την βασιλείαν, διότι ο μεν την έλαβε χωρίς να την ζητήση, ο δε την είχε και την απέδωκε· και τον μεν κατέστησαν άλλοι κύριον εαυτών, εν ώ ήτον ιδιώτης και ξένος, ο δε, βασιλεύς ων, κατέστησεν αυτός εαυτόν ιδιώτην. Και καλόν μεν είναι ν' αποκτήση τις διά δικαιοσύνης την βασιλείαν, αλλ' έτι καλλήτερον να προτιμήση την δικαιοσύνην της βασιλείας· διότι η αρετή κατέστησε τον μεν τοσούτον ένδοξον, ώστε ν' αξιωθή της βασιλείας, τον δε τοσούτον μέγαν, ώστε να καταφρονήση την βασιλείαν. Δεύτερον δε, επειδή, ως λύρας αρμονίαν, ο μεν ενέτεινε την Σπάρτην, χαλαρά και τρυφυλά ήθη έχουσαν, ο δε της Ρώμης εχαλάρωσε το σφοδρόν κατά την διάθεσιν και το καθ' υπερβολήν τεταμένον, διά τούτο του Λυκούργου το έργον ήτον το δυσκολώτερον διότι δεν έπειθε τους πολίτας να εκδυθώσι θώρακας και να καταθέσωσι ξίφη, αλλά ν' αφήσωσι χρυσόν και αργυρόν, και ν' αποβάλωσι τα πολυτελή στρώματα και συμπόσια, ουδέ να τελώσιν εορτάς και θυσίας, αφήνοντες τους πολέμους, αλλ' αρνούμενοι δείπνους και φαγοπότια, εις όπλα ν' ασκώνται και εις παλαίστρας να κοπιάζωσι. Διά τούτο, ο μεν αγαπώμενος και τιμώμενος, έπραξε πάντα διά της πειθούς, ο δε, κινδυνεύων και προσβαλλόμενος, μόλις υπερίσχυσεν. Αλλ' η Μούσα του Νουμά ήτον ήμερος και φιλάνθρωπος, διότι, εν ώ τα ήθη των πολιτών ήσαν αχαλείνωτα και φλογερά, αυτός τα επράυνε, μεθαρμάσας αυτά εις ειρήνην και δικαιοσύνην. Αν δε μας αναγκάσωσι να παραδεχθώμεν εις του Λυκούργου την πολιτείαν το περί των Ειλώτων ωμότατον εκείνο και παρανομώτατον έργον, θέλομεν ειπεί ότι ο Νουμάς ήτον πολύ ελληνικώτερος νομοθέτης, διότι αυτός και εις τους ανεγνωρισμένους δούλους απέδωκε τιμήν ελευθέρων, συνηθίσας αυτούς επί των Κρονίων να συντρώγωσιν αναμεμιγμένοι μετά των δεσποτών των. Διότι και τούτο λέγουσιν ότι ήτον έν εκ των αρχαίων νομοθετημάτων του Νουμά, το να παραλαμβάνωνται εις των ετησίων καρπών τας απολαύσεις οι συνεργήσαντες εις αυτών την παραγωγήν. Άλλοι δε μυθολογούσιν ότι τούτο σώζεται ως ενθύμησις εις την Κρονικήν εκείνην ισονομίαν (451), και εμφαίνον ότι ουδείς είναι δούλος ή δεσπότης, αλλά πάντες θεωρούνται ως συγγενείς και ισότιμοι.

Β. Εν γένει δε φαίνεται ότι αμφότεροι ομοίως ωδήγουν τα πλήθη εις αυτάρκειαν και εις σωφροσύνην, εκ δε των άλλων αρετών ότι ηγάπησαν ο μεν την ανδρείαν μάλλον, ο δε την δικαιοσύνην, εκτός αν αληθώς, επειδή εκατέρου των πολιτευμάτων η φύσις ή η συνήθεια δεν ήτον ομοία, απήτει ανόμοια και τα μέσα· και ούτε ο Νουμάς εκ δειλίας απέτρεψε τους Ρωμαίους του να πολεμώσιν, αλλά διά να μη αδικώσιν, ούτε ο Λυκούργος δ' αδικίαν κατέστησεν αυτούς πολεμιστάς, αλλά διά να μη αδικώνται. Αφαιρούντες λοιπόν και οι δύο ό,τι είχον υπερβολικόν οι συμπολίται αυτών, και αναπληρούντες ό,τι τοις έλειπεν, ηναγκάζοντο να καταφεύγωσιν εις μεγάλας μεταβολάς. Και ως προς την διάταξιν δε και την διαίρεσιν των πολιτικών τάξεων, η μεν του Νουμά ήτον ακράτως δημοτική, και το πλήθος κολακεύουσα, διότι καθίστα τον δήμον εκ χρυσοχόων και αυλητών και σκυτοτόμων σύμμικτόν τινα και παμποίκιλον, αυστηρά δ' ήτον η του Λυκούργου και αριστοκρατική, τας μεν βαναύσους τέχνας ως μη καθαράς παραδίδουσα εις χείρας οικετών και μετοίκων, τους δε πολίτας περί την ασπίδα συνάγουσα και το δόρυ, τεχνίτας όντας και υπηρέτας του Άρεως, και άλλο μη ηξεύροντας ουδέ μελετώντας, παρά να πείθωνται εις τους άρχοντας και τους εχθρούς να νικώσιν. Ούτε δε χρήματα να κερδίζωσιν ήτον εις τους ελευθέρους επιτετραμμένον, ίνα ώσιν εντελώς και εφάπαξ ελεύθεροι· η δε περί τα χρήματα επιμέλεια εγκατελείπετο εις δούλους και Είλωτας, καθώς η του δείπνου και των φαγητών ετοιμασία. Ο δε Νουμάς ουδέν τοιούτον διεχώρισεν, αλλ' έπαυσε μεν τας στρατιωτικάς πλεονεξίας, την δ' αλλαχόθεν συναγωγήν χρημάτων δεν απηγόρευσεν, ουδ' εξήλειψε την τοιαύτην ανωμαλίαν, αλλά και τον πλούτον αφήκε να προχωρή επ' άπειρον, και πολλή πενία ημέλησε ν' αθροίζηται εις την πόλιν και να εισρέη, εν ώ έπρεπεν ευθύς εξ αρχής, όταν δεν ήτον εισέτι πολλή ουδέ μεγάλη η ανισότης, αλλ' αι περιουσίαι, ήσαν ομαλαί και ολίγον διαφέρουσαι, ν' αντισταθή εις την πλεονεξίαν, καθώς ο Λυκούργος, και ν' αποφύγη τας απ' αυτής βλάβας, αίτινες απέβησαν ου μικραί, αλλά παρέσχον την αρχήν και το σπέρμα των πλείστων και μεγίστων κακών όσα συνέβησαν. Ο δε της γης αναδασμός ούτε τον Λυκούργον, ως μοι φαίνεται, καθιστά κατηγορίας άξιον, διότι τον ενήργησεν, ούτε τον Νουμάν, διότι δεν τον ενήργησε, καθ' όσον εις τον μεν η ισότης αύτη έγινε βάσις και κρηπίς της πολιτείας, εν ώ τον άλλον ουδέν ηνάγκαζε να επιχειρήση νέαν διανομήν της γης, ήτις προσφάτως είχεν εις κλήρους διαιρεθή, ούτε να μετακινήση την πρώτην διαίρεσιν, ήτις αναμφιβόλως διέμενεν έτι.

Γ. Διά δε της συγκοινωνίας των γάμων και της ανατροφής των τέκνων, αμφότεροι ηθέλησαν ορθώς και πολιτικώς ν' αφαιρέσωσι την ζηλοτυπίαν από των ανδρών, αλλά δεν εσυμφώνησαν εντελώς κατά πάντα· διότι ο μεν Ρωμαίος ανήρ, αφ' ού αρκετά απέκτα παιδία, πεισθείς υπ' άλλου τινος, παιδίων ανάγκην έχοντος, παρητείτο της γυναικός του, κύριος ων να την δώση εις άλλον και αύθις εις άλλον. Ο δε Λάκων, εν ώ είχε την γυναίκα του εις τον οίκον του, και ο γάμος έμενεν εις τ' αρχαία του νόμιμα, καθίστα κοινωνόν αυτού τον πείσαντα αυτόν, και έχοντα τέκνων ανάγκην. Πολλοί δε, ως ερρέθη, και παρακαλούντες εισήγον εις την οικίαν των εκείνους εξ ών ενόμιζον ότι εδύναντο να γεννηθώσι ευειδή παιδία και αγαθά. Τις λοιπόν είναι των δύω συνηθειών η διαφορά; Ότι ταύτα μεν εμφαίνουσιν ισχυράν και εντελή απάθειαν προς την σύζυγον, και προς τα πάθη όσα διά λύπης και διά ζηλοτυπιών ταράττουσι και κατακαίουσι τους ανθρώπους συνήθως· εκείνα δε, ως μετ' αιδούς τινός ακομπάστου, λαμβάνουσι την συζυγίαν ως περικάλυμμα, και εξομολογούνται πόσον δυσκόλως υποφέρεται η τοιαύτη κοινή κτήσις της γυναικός. Προσέτι δε την φύλαξιν των παρθένων εκανόνισεν ο Νουμάς προσφορώτερον προς το θήλυ γένος και κοσμιώτερον. Η δε του Λυκούργου, όλως άνευ περιορισμού, και μη γυναικεία, έδωκεν αφορμήν λόγων εις τους ποιητάς, οίτινες τας ονομάζουσι Φανομηρίδας, ως ο Ίβυκος (452) και τας περιγράφουσιν ανδρομανείς, ως ο Ευριπίδης λέγων (453

«Τους οίκους μετά νέων καταλείπουσι,
γυμνούς μηρούς, και πέπλους έχουσαι, σχιστούς.»

Διότι τω όντι του παρθενικού χιτώνος αι πτέρυγες δεν ήσαν συνερραμμέναι κάτωθεν, αλλ' ανοιγόμεναι εγύμνουν όλον τον μηρόν όταν εβάδιζον. Και σαφέστατα εδήλωσε τούτο ο Σοφοκλής διά των εξής·

«Την νέαν Ερμιόνην, ής ασυρράπτως
περί τον απαλόν μηρόν
ο χιτών διανοίγεται.»

Εκ τούτου λέγεται ότι εγίνοντο θρασύτεραι, και ανδρώδεις προς αυτούς ακόμη τους άνδρας, διότι τους οίκους αύται εντελώς εκυβέρνων, εις δε τα δημόσια πράγματα και εγνωμοδότουν και εξεφράζοντο παρρησία υπέρ των μεγίστων. Ο δε Νουμάς διετήρησεν εις τας συζύγους την υπόληψιν των ανδρών και την τιμήν, ήν είχον επί του Ρωμύλου, περιποιούμεναι ένεκα της αρπαγής. Επέβαλεν όμως εις αυτάς πολλήν αιδώ, και αφήρεσε την πολυπραγμοσύνην, και τας εδίδαξε να μη μεθύωσι, και τας συνείθισεν εις την σιωπήν, ώστε ποτέ μεν να μη πίνωσιν οίνον, ποτέ δε να μη ομιλώσιν, ουδέ διά τ' αναγκαιότερα, χωρίς ανδρός. Λέγεται δ' ότι γυνή ωμίλησέ ποτε εις ιδίαν δίκην εν τη αγορά, και η σύγκλητος έπεμψεν εις τον Θεόν να ερωτήση τι το σημείον τούτο προανήγγελλεν εις την πόλιν (454). Και εν γένει της ευπειθείας και της πραότητος αυτών μέγα τεκμήριον είναι η μνήμη των χειροτέρων μεταξύ αυτών. Διότι καθώς οι ιστορικοί ημών γράφουσι περί των πρώτων οίτινες έπραξαν εμφύλιον φόνον, ή επολέμησαν κατ' αδελφών, ή έγινον πατροκτόνοι ή μητροκτόνοι, ούτω και οι Ρωμαίοι μνημονεύουσιν ότι πρώτος μεν εχώρισε την γυναίκα του ο Σπόριος Καρβίλιος, διακόσια τριάκοντα έτη μετά της Ρώμης την κτίσιν, χωρίς προ τούτου ουδέν τοιούτον να γίνη· πρώτη δε γυνή η του Πιναρίου, Θαλαία ονομαζομένη, ήλθεν εις έριν προς την πενθεράν αυτής Γεγανίαν, επί βασιλείας Ταρκυνίου Σουπέρβου. Τόσον καλώς και κοσμίως ήσαν διατεταγμένα τα των γάμων υπό του νομοθέτου.

Δ. Εις δε την επίλοιπον των παρθένων ανατροφήν συμφωνούσι και τα περί νυμφεύσεως νενομοθετημένα· διότι ο μεν Λυκούργος τας ενύμφευεν ωρίμους ήδη και όταν επεθύμουν τον γάμον, ίνα η σχέσις αυτών, καθ' ήν ώραν ήδη την απήτει η φύσις, γίνηται αρχή έρωτος και φιλίας μάλλον, παρά μίσους και φόβου, ως προξενούσιν οι βίαιοι γάμοι οι παρά της φύσεως την εποχήν γινόμενοι, και ίνα τα σώματα έχωσι δύναμιν ν' αντέχωσιν εις τας εγκυμοσύνας και εις τους πόνους, διότι του γάμου ο μόνος σκοπός ήτον η γέννησις καλών τέκνων. Οι δε Ρωμαίοι τας έδιδον δωδεκαετείς και έτι νεωτέρας, επί λόγω ότι ούτως ο σύζυγος ελάμβανε σώμα και ήθος καθαρόν και αμόλυντον. Προφανές άρα είναι ότι ο μεν είς των τρόπων είναι φυσικώτερος προς τέκνων απόλαυσιν, ο δ' έτερος ηθικώτερος προς καλήν συμβίωσιν. Ως όμως προς την επιστασίαν των παιδίων και τας συμβιώσεις αυτών, και την παιδαγωγίαν και τας συγκοινωνίας, και την εις δείπνα και γυμνάσια και παιγνίδια τάξιν και κοσμιότητα, ο Λυκούργος αποδεικνύει κατ' ουδέν ανώτερον του τυχόντος νομοθέτου τον Νουμάν, όστις εις την θέλησιν ή τας ανάγκας των πατέρων αφήκε την των νέων ανατροφήν, αν τις ήθελε να καταστήση τον υιόν του εργάτην γης, ή ναυπηγόν, ή να τον διδάξη να γίνη χαλκεύς ή αυλητής, ως αν δεν έπρεπεν ευθύς εξ αρχής προς έν τέλος να οδηγώνται και να διαμορφώνται ομού κατά τα ήθη, αλλά καθώς επιβάτης εις ναυν, άλλος εξ άλλης ορμώμενος χρείας και προαιρέσεως, να μη συνενώνται υπέρ των κοινών ειμή μόνον εν κινδύνοις, εκ φόβου υπέρ των ιδίων, άλλως δ' έκαστος εις το ίδιον μόνον αυτού ν' αποβλέπη συμφέρον. Και τους μεν συνήθεις των νομοθετών, όσοι έσφαλον δι' άγνοιαν ή δι' αδυναμίαν, δεν είναι δίκαιον να μεμφώμεθα διά τούτο. Αλλ' ανήρ σοφός, παραλαβών βασιλείαν δήμου νεοσυστάτου και εις ουδέν αντιτείνοντος, τι πρώτον έπρεπε να φροντίση παρά την των παίδων ανατροφήν και την των νέων άσκησιν, όπως μη γενώσι διάφοροι κατά τα ήθη και ταραχώδεις, αλλ' όπως συνδέωνται προς αλλήλους ευθύς εξ αρχής, προς κοινόν ούτως ειπείν ιχνάριον (455) αρετής πλαττόμενοι και διατυπούμενοι; Τούτο ωφέλησε τον Λυκούργον και κατά τ' άλλα και προς την σωτηρίαν των νόμων του. Διότι μικρός θα ήτον των νόμων ο φόβος, αν η παιδεία και η αγωγή δεν είχον πως αναμίξει τους νόμους μετά των ηθών, και συνοικειώσει μετά της ανατροφής την αγάπην της πολιτείας· ώστε υπέρ τα πεντακόσια έτη παρέμεινον αι κυριώταται και αι μέγισται των πολιτικών, αυτού διατάξεων, ως προσηρμοσμέναι διά βαφής ανοθεύτου και στερεάς. Μετά του Νουμά εξ εναντίας ευθύς συνεξέλιπε και αυτό τούτο, όπερ ην της πολιτείας του ο σκοπός, το να διάγη η Ρώμη εν ειρήνη και εν φιλία· και μετά τον θάνατον εκείνου ηνέωξαν του αμφιθύρου οίκου, όν αυτός εκράτει κεκλεισμένον, ως τω όντι αν είχεν εν αυτώ τον πόλεμον εις την φυλακήν διά να τον ημερώση, και τας δύω θύρας, αίματος και νεκρών την Ιταλίαν πληρώσαντες· και ουδ' ολίγον καν καιρόν διέμεινεν η καλλίστη εκείνη και δικαιοτάτη κατάστασις, διότι δεν περιείχε και το συντηρητικόν αυτής στοιχείον, την ανατροφήν. Και τι λοιπόν; θα ειπή τις· μήπως η Ρώμη δεν επρόκοψε διά των πολέμων;

Αλλά το ερώτημα τούτο μακράν απαιτεί απόκρισιν προς ανθρώπους θέτοντας το καλόν εις τον πλούτον, την τρυφήν και την δύναμιν μάλλον, παρά εις την σωτηρίαν και την πραότητα και την μετά δικαιοσύνης αυτάρκειαν. Αλλά και τούτο δύναται να φανή υπέρ του Λυκούργου συνηγορούν, ότι οι μεν Ρωμαίοι επέδωκαν τοσούτον όταν ήλλαξαν την επί Νουμά κατάστασιν· οι δε Λακεδαιμόνιοι άμα κατά πρώτον εμακρύνθησαν των διατάξεων του Λυκούργου, ευθύς από μεγίστων εγένοντο ταπεινότατοι, απώλεσαν των Ελλήνων την ηγεμονίαν, και εκινδύνευσαν εντελώς να εξαφανισθώσι. Τούτο όμως του Νουμά είναι μέγα και θείον ως αληθώς, ότι ξένος ων, και αλλαχόθεν προσκεκλημένος, μετέβαλε τα πάντα διά της πειθούς, και υπερίσχυσεν επί πόλεως ουκέτι ομονοούσης, ούτε όπλων έχων ανάγκην, ούτε βίας τινός, ως ο Λυκούργος, όστις εκίνησε τους αρίστους κατά του δήμου, αλλά διά της σοφίας και της δικαιοσύνης συνέδεσε και συνήρμοσε πάντας κάλλιστα.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ


1) Γενικώς

1α) ) Ο Πλούταρχος κατ' άλλην τάξιν, ή μάλλον όλως ατάκτως έγραψε τους Βίους του· οι δ' εκδόται αυτού κατέταξαν αυτούς έπειτα κατά χρονολογικήν σειράν, ήν ενομίσαμεν ευλογώτερον ν' ακολουθήσωμεν και εμείς.

2) Επτ. επί Θήβ. 473 και 397-8.

3) Ο Θησεύς ελέγετο υιός του Ποσειδώνος και της Αίθρας, ο δε Ρωμύλος του Άρεως και της Ρέας Σιλβίας.

4) Ομήρ. Ιλιάς II. 281.

5) Πανάρχαιος, αυτόχθων Βασιλεύς των Αθηνών, υιός Ηφαίστου και Αθηνάς, ή Κρανάης, εγγονής του Κραναού, β'. βασιλέως των Αθηνών. Υποτίθεται ζήσας κατά τον 16ον αιώνα π. Χ. Υιός αυτού ην ο Πανδίων, όν διεδέχθησαν κατά σειράν Ερεχθεύς Β, Κέκροψ Β, Παιδίων Β, πατήρ ή θετός πατήρ του Αιγέως, πατρός του Θησέως.

6) Υιός του Ταντάλου εκ Φρυγίας. Τον μέγαν του πλούτον έλαβεν εκ του όρους Σιπύλου της Μαιονίας.

7) Το γνωστόν διδακτικόν ποίημα του Ησιόδου, το επιγραφόμενον «Έργα και ημέραι».

8) Ησιόδ. Έργ. και Ημ. ΣΤ. 368.

9) Πάλλας, αδελφός του Αιγέως, ελπίζων ότι οι υιοί του θα εκληρονόμουν αυτόν, ως άτεκνον όντα.

10) Εις το παραθαλάσσιον, κατά πρόνοιαν του Πιτθέως, διά να ονομασθή υιός Ποσειδώνος, εις θέσιν επικληθείσαν υπ' αυτού Γεννέθλιον, παρά τον λιμένα Καλένδερον (Παυσαν. Β, 32), το σημερινόν Βίδι του Πόρου.

11) Σιλανίων, γλύπτης Αθηναίος, σύγχρονος του Αλεξάνδρου. Παρράσιος, περίφημος ζωγράφος Εφέσιος, εις Αθήνας πολιτογραφηθείς επί του Πελοποννησιακού πολέμου.

12) Ιλιάς Β, 543. Ήσαν δ' οι Άβαντες Θράκες την καταγωγήν, κατοικήσαντες και την Εύβοιαν.

13) Εις την ήδη κατοικουμένην υπό των Αβάντων Εύβοιαν μετώκησαν Άραβες μετά του Κάδμου, κατά Στράβ. Ι, 19.

14) Μυσία η ευρωπαϊκή, ή και Μοισία, η μεταξύ Δουνάβεως και Αίμου χώρα της Βουλγαρίας και Σερβίας, κατοικουμένη εξ αρχαιοτάτων χρόνων υπό Σκυθών και Γετών.

15) Αρχίλοχος, Πάριος σατυρικός ποιητής, της 7ης, ως νομίζεται, π. Χ. εκατονταετηρίδος.

16) Ο επισημότερος ναός του Ποσειδώνος της Τροιζηνίας έκειτο εις την κορυφήν της νήσου Πόρου, όπου και ερείπια αυτού σώζονται.

17) Ίφιτος, υιός του βασιλέως της εν Ευβοία Οιχαλίας, ού ο Ηρακλής έκλεψε τας ίππους. Ευρών δ' αυτόν μετά ταύτα εις την Πελοπόννησο, τον εκρήμνισεν από του τείχους της Τύρινθος και τον εφόνευσε. Νοσήσας δε διά το έγκλημα τούτο, απήλθε, κατά χρησμόν, εις την εν μικρά Ασία Λυδίαν, και προς εξιλασμόν επωλήθη εκεί εις την βασίλισσαν του τόπου Ομφάλην.

18) Ίδ. Β. Θεμιστ. 3.

19) Ο Σίννης ωνομάζετο Πιτυοκάμπτης, διότι όταν συνελάμβανέ τινα, έκαμπτε δύω πίτυς (δύω πεύκας ελύγιζε), και εις την κορυφήν αυτών αμφοτέρων έδενε τον συλληφθέντα, όστις εσπαράττετο ούτως όταν ανωρθούντο τα δένδρα. Ίδ. και Παυσ. Β, 1.

20) Αστοιβή, είδος φρυγάνου, ούτως εις όλην σχεδόν την Ελλάδα κοινώς καλούμενον. Το αρχαίον στοιβή.

21) Ο Δηιονεύς, αδελφός του Ιφίτου, Ίδ. Σ. 8, 1.

22) Πιθανώς ο εκ Τευθίδος της Αρκαδίας, όστις ηρνήθη να συνεκστρατεύση μετά του Αγαμέμνονος. Ίδ. Παυσ. Η, 28.

23) Πιθανώς φυλή εν Καρία.

24) Κρομμυών, χωρίον μεταξύ Κορίνθου και Μεγάρων, πιθανώς εις Κιναίταν, επονομασθείσα κατά τον μύθον από Κρόμμου του Ποσειδώνος, πιθανώς όμως από των περιφήμων « μεγαρικών κρομμύων», δι' ών έρρεον τα «μεγαρικά δάκρυα ». Ίδ. Σχολ. Αριστοφ. Εφ. 245. Plin. Η. Ν. XX 9.

25) Η θέσις των κακουργημάτων τούτων ήτον η «Κακή σκάλα», αι απόκρημνοι «Σκιρωνίδες πέτραι», ως την ωνόμαζον οι αρχαίοι, αι «σκιραί» ή σκληραί και τραχείαι. « Σκίρων» δε είναι και ο σφοδρός βορειοδυτικός άνεμος, ού η βία ήρκει όπως κρημνίζη τους διαβάτας από των δυσβάτων εκείνων κρημνών.

26) Σιμωνίδης, ποιητής ελεγείων εξ Αμοργού, ακμάσας περί τα 500 π. Χ.

27) Αιακός, υιός του Διός και της Αιγίνης.

28) Κυχρεύς, υιός Ποσειδώνος και Σαλαμίνος.

29) Πηλεύς και Τελαμών, υιοί του Αιακού, άρξαντες ο μεν εν Φθία ο δ' εν Σαλαμίνι.

30) Κερκύων, ληστής και αυτός, προκαλών εις πάλην τους παροδίτας.

31) Ερινεός, θέσις πλησίον της Ελευσίνος, κατά τον Ελευσίνιον Κηφισόν.

32) Πολυπήμονα και ουχί Δαμάστην λέγει τον Προκρούστην ο Παυσανίας. Ούτος ήπλωνε τους ξένους εις κλίνην, και αν μεν ήσαν μακρότεροι αυτής, τοις απέκοπτε τα άκρα, αν δε βραχύτεροι, τους εξήρθρου βιαίως διά να τους εξισώση προς την κλίνην, και ούτω βασανίζων τους εθανάτωνε.

33) Βούσιρις, μισόξενος βασιλεύς της Αιγύπτου, υιός του Ποσειδώνος και της Λυσιανάσσης, θυσιάζων εις τον Δία τους ξένους. Ανταίος, υιός της Γης και του Ποσειδώνος, γίγας εν Λιβύη, φονεύων τους ξένους διά της πάλης, και ακαταγώνιστος, διότι οσάκις επάτει το έδαφος της μητρός του, ενελάμβε νέας δυνάμεις. — Κύκνος, υιός Άρεως και Πελοπίας εν Θεσσαλία, ληστής φονεύων τους ξένους εν μονομαχία. — Τέρμερος, ληστής Θεσσαλός και αυτός.

34) «Τερμέρεια κακά είναι κυρίως η παροιμία, και φαίνεται ότι αληθώς παράγεται εκ του ότι επιφέρουσι το τέρμα του βίου.

35) Τον ρύακα προς δυσμάς των Αθηνών.

36) Ο Αττικός λαός, πριν διαιρεθή εις δήμους πολιτικώς, διηρείτο εις γένη, συγκείμενα εκ μελών εχόντων σχέσιν συγγενικήν ή κοινής καταγωγής, και επιμελουμένων έν κοινόν οικογενειακόν ιερόν. Ο Φύταλος ην ήρως όστις, όταν η Δήμητρα περιεφέρετο ζητούσα την κόρην της, εφιλοξένησεν αυτήν παρά τον Κηφισόν, και η θεά εις αμοιβήν τω έδωκε να φυτεύση την πρώτην συκήν. Τον τάφον αυτού είδεν ο Παυσανίας. Φυταλίδαι δ' ήσαν το γένος του Φυτάλου, μετέχοντες εν Ελευσίνι και της Επιστασίας των μυστηρίων.

37) Κατά τους αρχαιοτάτους χρόνους ο διά φόνου, έστω και δικαίου, μιάνας τας χείρας του, έπρεπε ν' αγνισθή διά θρησκευτικών τελετών.

38) Θυσία εις τον Μειλίχιον (τον φιλάνθρωπον) Δία.

39) Ο πρώτος μην του αττικού έτους, αντιστοιχεί προς Ιούνιον — Ιούλιον.

40) Μήδεια, θυγάτηρ του Αιήτου, Βασιλέως της Κολχίδος, μάγισσα, έφυγε μετ' Αργοναυτών, και εγκαταλειφθείσα εις την Κόρινθον υπό του Ιάσωνος, κατέφυγεν εκείθεν προς τον Αιγέα,

41) Δελφίνιον, ναός του Απόλλωνος, όπου συνήρχετο και έν των φονικών δικαστηρίων. Έκειτο προς ανατολάς της πόλεως.

42) Ερμής, το άγαλμα του Θεού, ή μάλλον τετράγωνος στήλη, φέρουσα κεφαλήν Ερμού, και χρησιμεύουσα εις οδοδείκτην ή όριον.

43) Ο Αιγεύς ελέγετο υιός του Σκίρου.

44) Σφηττός, Δήμος της Αττικής, ως φαίνεται κατά τα Μεσόγεια κείμενος, πιθανώς περί το χωρίον το καλούμενον σήμερον Σπάττα.

45) Γαργηττός, δήμος και αυτός, διατηρών το αρχαίον όνομα, εις την πεδιάδα μεταξύ Πεντελικού και Υμητού.

46) Αγνούσιος, εξ Αγνούντος, δήμου και αυτού των Μεσογείων, εις Μαρκόπουλον.

47) Παλλήνη, δήμος πλησιέστατος και αυτός εις τον Γαργηττόν, Βαλλήνη και σήμερον καλούμενος, και, ως φαίνεται, πατρίς των Παλλαντιδών.

48) Λεώ, αττικώς αντί «λαοί».

49) Την Τετράπολιν απετέλουν αι τέσσαρες εις την κοιλάδα του Μαραθώνος κείμεναι κώμαι Μαραθών, Προβάλινθος, Τρικόρυθος και Οινόη, ήτις διατηρεί το αρχαίον της όνομα.

50) Φιλόχορος, Αθηναίος ιστοριογράφος, περί τα 200 π. Χ. γράψας εκτός άλλων ιστορίαν της αρχαίας Αττικής.

51) Υιός του Μίνωος, βασιλέως της Κρήτης.

52) Ιδ. και Διόδ. Κ, 61.

53) Εκ δέματος μη σωζομένου.

54) Συνέγραψεν ο Αριστοτέλης περιγραφήν 162 ή κατ' άλλους 255 πολιτειών, δυστυχώς μη διατηρηθείσαν.

55) Οδύσσ. Τ. 179.

56) Εκ Πλάτ. Μίν. σ. 321. Κατά τινας ήσαν δύω Μίνωες, ο πάππος, σοφός και νομοθέτης, και ο εγγονός, ο επιβάλων τον φόρον.

57) Ελλάνικος, ιστορικός εκ Λέσβου, σύγχρονος του Ηροδότου, έγραψεν ιστορίαν της Αττικής.

58) Ίδ. ανωτ. § I.

59) Άραγε Αμαρσίου υιός, ή μη κρύπτεται ίσως ενταύθα κάτοικός τις της περιχώρου του ναού της Αμβροσίας Αρτέμιδος, του σημερινού Αμαρουσίου παρά την Κηφισίαν;

60) Ίδ. § I.

61) Πρυτανείον, το οικοδόμημα των συνεδριάσεων των πρυτάνεων, ήτοι των μηνιαίων προέδρων της Βουλής. Η μνεία αυτού επί Θησέως είναι αναχρονισμός. Έκειτο δ' υπό τους βορείους πρόποδας της Ακροπόλεως.

62) Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ.

63) Ιερά ελαία, ήν εφύτευσεν η Αθηνά επί της Ακροπόλεως εν τω Ερεχθείω, και αφ' ής κατήγοντο όλαι αι ελαίαι των Αθηνών.

64) Εκ των πρώτων ημερών του Απριλίου.

65) Ο τράγος ην ιερός τη Αφροδίτη, ένεκα των ηθών του ζώου, ιδίως μάλιστα εν Κύπρω, όπου επί των νομισμάτων τράγος παρίσταται, και μάλιστα ενίοτε φέρων επικαθημένην Αφροδίτην. Προφανώς εκ της λατρείας ταύτης παρήχθη το επίθετον της Θεάς, και μετά ταύτα ο μύθος περί της αφορμής της επωνυμίας.

66) Αριάδνη, η θυγάτηρ του Μίνωος, τω έδωκε κλωστήν, δέσας την μίαν άκραν εις την είσοδον του λαβυρίνθου, όταν εισήρχετο, εκράτει την άλλην, και ούτως εδυνήθη να οδηγηθή, όταν ηθέλησε να εξέλθη πάλιν.

67) Φερεκύδαι ήσαν δύο, ο εκ Σύρου της Κυκλάδος, διδάσκαλος του Πυθαγόρου, ο πρώτοις Έλλην πεζογράφος, και έτερος Αθηναίος, ολίγον του Ηροδότου προγενέστερος, γράψας Ιστορίαν των αρχαίων Αθηναίων. Τούτον αινίττεται ο Πλούταρχος.

68) Εδάφη λέγει το κείμενον, υπό Ησυχίου εξηγούμενον αντί εδώλια Ο δε Κοραής εικάζει πιθανώς Λαίφη, ήτοι ιστία, διότι ούτε τα εδάφη ούτε τας έδρας εδύνατο να κόψη ευκόλως ο Θησεύς

69) Δήμων, αγνώστου εποχής. Έγραψε περί παροιμιών κατά Σουίδαν.

70) Πασιφάη, γυνή του Μίνωος, κόρη του Ηλίου, και αδελφή της Κίρκης και του Αήτου.

71) Κλείδημος, ιστοριογράφος επί των μηδικών, γράψας την ιστορίαν της Αττικής.

72) Τον αρχηγόν των Αργοναυτών.

73) Δήμος, αποτελών τετράκωμον μετά του Πειραιώς, του Φαλήρου και της Ξυπέτης. Ίσως προς τον Πορθμόν της Σαλαμίνος.

74) Ηρέας, ιστορικός άλλως άγνωστος. Ίδ. και Β. ΣΟλ. Ι.

75) Ο τύραννος των Αθηνών, όστις συνήγαγε και διερρύθμισε τα ποιήματα του Ομήρου.

76) Η Νεκυία του Ομήρου, το Λ. της Οδυσσείας.

77) Προφανές ότι Οινοπίων και Στάφυλος εισίν ονόματα αναφερόμενα εις τον μύθον του Βάκχου.

78) Ίων, ποιητής τραγικός και διθυραμβικός, ακμάσας περί Ολυμπ. 82. Ίδ. Σημείωση 388.

79) Παίων, συγγραφεύς αλλαχόθεν άγνωστος, εξ Αμαθούντος της Κύπρου.

80) Γορπιαίος, μην αντιστοιχών προς τον Σεπτέμβριον κατά Μακεδόνας και Σύρους. Η Κύπρος, ως ισχυρώς κατοικουμένη υπό Φοινίκων, φαίνεται ότι είχε το συριακόν μηνολόγιον.

81) Οι Κύπριοι είχον την φοινικικήν λατρείαν της Αστάρτης Αφροδίτης.

82) Λέγεται ότι ο Κρητικός χορός έχει μέχρι τούδε τον αυτόν χαρακτήρα.

83) Δικαίαρχος, εκ Μεσσήνης της Σικελίας, μαθητής του Αριστοτέλους, φιλόσοφος και ιστορικός. Ολίγα της Γεωγραφίας αυτού σώζονται.

84) Αλλαχού (Πότερ. των ζώων φρονιμ.) λέγει δεξιών. Ο αρχαιότατος ούτος βωμός είχε κατασκευασθή υπό του Απόλλωνος εκ κεράτων των δορκάδων άς η Άρτεμις είχε φονεύσει εν Κύθνω. (Καλλίμ. Ύμν. εις Απόλλ.).

85) Κατά Παυσανίαν εκρημνίσθη από της Ακροπόλεως όπισθεν του Ναού της Νίκης.

86) Ωσχοφόρια, εορτή καθ' ήν παίδες Αθηναίοι κλήματα μετά σταφυλών διά χειρών έχοντες, επόμπευον από του ναού του Βάκχου εις τον της Σκιράδος Αθηνάς.

87) Πυανεψιών, ο τέταρτος αττικός μην, αντιστοιχών προς σεπτέμβριον-οκτώβριον. Ωνομάσθη δε, διότι την εβδόμην αυτού ημέραν ετελούντο τα Πυανέψια, έψησις πυάνων, ή κυάμων.

88) Οι υιοί του Ηρακλέους, διωχθέντες υπό του Ευρυσθέως, κατέφυγον εις Αθήνας και εφιλοξενήθησαν, κατοικισθέντες εις τον Μαραθώνα.

89) Τριακόντορος λέγεται η ναυς η έχουσα τριάκοντα κώπας καθ' όλον το μήκος της πλευράς αυτής· τριήρης, η έχουσα τρεις επαλλήλους σειράς κωπών.

90) Δημ. ο Φαληρεύς διεύθυνε την πολιτείαν εν Αθήναις περί Ολ. 114. Ο Καλλίμαχος (Υμ. εις Δήλον) λέγει το πλοίον τούτο υπάρχον έτι επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου, φέρον ετησίως την θεωρίαν εις Δήλον, και αθάνατον.

91) Αυξόμενος λόγος, ή λόγος των αυξομένων, επίνοια των σοφιστών, και ιδίως του Κώου ή Συρακούσιου Επιχάρμου, καθ' ήν τα οργανικά και εις αύξησιν υποκείμενα όντα δεν έμενον τα αυτά· ώστε δήθεν ο δανεισθείς την μίαν ημέραν, δεν ώφειλε την άλλην διότι ήτον άλλος άνθρωπος (Πλούτ. Περί των υπό του θείου βραδ. τιμ).

92) Τα ωσχοφόρια, ως αποδεικνύουσι τα καθέκαστα της εορτής, και αυτό το όνομα του γένους του επιμελουμένου της θυσίας, ην εορτή της φθινοπωρινής συγκομιδής, συμπλεχθείσα μετά ταύτα μετά των περί Θησέως μυθευομένων.

93) Ίδ. ανωτ. §. ΙΘ.

94) Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ.

95) Άστυ έλεγον την πόλιν των Αθηνών.

96) Θυσία διά την μετοικεσίαν δήθεν των δήμων εις Αθηνάς. Ίσως μάλλον διά τας προς τους πολίτας σχέσεις των ξένων μετοίκων. Ο Θουκυδίδης και άλλοι ονομάζουσι την θυσίαν Συνοίκια.

97) Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ.

98) Σίβυλλα, όνομα αποδιδόμενον εις μάντιδας διαφόρων μερών. «Η περιφημοτέρα παρά Ρωμαίοις ην η της Κύμης εν Καμπανία» αλλ' η αρχαιοτέρα ην η Δελφική. Κατά Παυσανίαν (Α, 20) επί της κατακτήσεως των Αθηνών υπό Σύλλα, το εν Δελφοίς μαντείον έδωκε τον περί του ασκού χρησμόν τούτον τοις Αθηναίοις.

99) «Δεύρ' ίτε πάντες λεώ».

100) Ευπατρίδας, Γεωμόρους, Δημιουργούς.

101) Μέρος του Β της Ιλιάδος.

102) Ίδε ανωτ. § IΔ.

103) Ό,τι ήτον ισότιμον δέκα ή εκατόν βοών.

104) Υιός της Ινούς, ήτις μετ' αυτού ερρίφθη από της Σκιρωνίδος πέτρας, όταν ο ανήρ της Αθάμας την εδίωκε διά να την φονεύση.

105) Κάνηθος, υιός του Άβαντος εξ Ευβοίας. Ίδε μη η υπό τας Σκιρωνίδας πέτρας νέα θέσις Κηνέθα είναι παραφθορά επωνύμου τινός χωρίου του Κανήθου τούτου.

106) Ίδ. ανωτ. §. ΙΖ.