Ο δε Ξενοφών δεν τους επλησίαζεν, αλλ' ενώπιον όλων προετοιμάζεται ν' αναχωρήση εις την πατρίδα του. Διότι δεν είχεν ακόμη καταδικασθή εν Αθήναις εις φυγάδευσιν. Ελθόντες δε προς αυτόν οι εν τω στρατοπέδω έχοντες δύναμίν τινα οπωσδήποτε και κύρος, τον παρεκάλουν να μην αναχωρήση, πριν ή ακόμη απομακρύνη εντεύθεν τον στρατόν και τον παραδώση εις τον Θίμβρωνα.
Κεφάλαιον όγδοον
Εκ της Θράκης διέπλευσαν εις την Λάμψακον και (ενταύθα) συναντά
τον Ξενοφώντα ο μάντις Ευκλείδης ο Φλιάσιος, ο υιός του
ζωγράφου Κλεαγόρου, όστις έχει ζωγραφήση εικόνας ενυπνίων εις
το (εν Αθήναις γυμνάσιον, το ονομαζόμενον) Λύκειον. Ούτος
συνευχαριστείτο με τον Ξενοφώντα επί διασώσει του και τον ηρώτα
πόσα χρήματα έχει.
Ο δε Ξενοφών, ορκισθείς εις τους Θεούς, απήντησεν ότι δεν θα έχη αληθώς ουδέ τα αναγκαιούντα διά την εις την πατρίδα του επιστροφήν χρήματα, εάν δεν πωλήση τον ίππον του και όσα άλλα περιττά έχει (και τας αποσκευάς του). Εκείνος δε δεν τον επίστευεν.
Αφού δε οι κάτοικοι της Λαμψάκου απέστειλαν εις τον Ξενοφώντα τα επί τη αφίξει του εις την πόλιν των φιλοξενίας δώρα, και ηρώτα ούτος, θύων, τον Απόλλωνα (περί του πώς θ' αναχωρήση εντεύθεν), προσεκάλεσεν όπως παραστή (κατά την θυσίαν ταύτην) τον Ευκλείδην. Αφού δε είδε τα σπλάγχνα του σφαγίου ο Ευκλείδης, είπεν ότι πιστεύει πράγματι ότι δεν έχει ουδέ τα (διά την επιστροφήν του) χρήματα. «Αλλά βλέπω είπεν ότι, και εάν ποτε ήναι πεπρωμένον ν' αποκτήσης τοιαύτα, παρουσιάζεται (πάντοτε) κάποιο εμπόδιον (εις την απόκτησίν των), αν όχι κανένα άλλο, συ όμως ο ίδιος εις τον εαυτόν σου». (123) Και εις τούτο πληρέστατα συνεφώνει ο Ξενοφών.
Ο δ' Ευκλείδης είπεν: «Αναμφιβόλως θα σ' εμποδίζη ο Ζευς ο μειλίχιος, και ηρώτα τον Ξενοφώντα εάν έως τότε εμαντεύθη ποτέ — με θυσίας προς τον Θεόν αυτόν «καθώς εγώ — είπεν — εις τας Αθήνας συνήθιζα να του προσφέρω εκάστοτε υπέρ της οικογενείας σου θυσίας και ολοκαυτώματα». Ο δε Ξενοφών απήντησεν ότι, αφ' ότου ανεχώρησεν εξ Αθηνών, ποτέ δεν του προσέφερε θυσίαν. Τον συνεβούλευσε, λοιπόν, (ο Ευκλείδης) να προσφέρη τοιαύτην, όπως (και εις την πατρίδα του) συνήθιζε, «και θα συντελέση αύτη — προσέθηκεν — εις το να καλλιτερεύση η τύχη σου (και θα σου βγη σε καλό)
Την δ' επομένην ο Ξενοφών, προχωρήσας εις το Οφρύνιον, εμαντεύετο με ολοκαυτώματα χοίρων (προς τον Δία τον μειλίχιον), σύμφωνα με το της πατρίδος του έθιμον. Η δε θυσία του έγεινεν ασπαστή, προμηνύουσα εις αυτόν ευτυχίαν.
Και κατά την ημέραν ταύτην φθάνουν ο Βίων και ο Ναυσικλείδης, διά να δώσουν χρήματα εις το στράτευμα. Συνάπτουν δε φιλίαν με τον Ξενοφώντα, και τον ίππον, τον οποίον είχεν ούτος πωλήση εις την Λάμψακον αντί πεντήκοντα δαρεικών, επειδή υπώπτευσαν ότι τον επώλησε δι' έλλειψιν χρημάτων, αφού τον εξηγόρασαν, του τον έδωκαν και πάλιν, διότι είχαν μάθη ότι τον ηγάπα, αρνηθέντες να πάρουν οπίσω την αξίαν του.
Εντεύθεν επορεύοντο διά της Τρωάδος και, υπερπηδήσαντες το όρος Ίδην, φθάνουν κατ' αρχάς εις Άντανδρον, κατόπιν δε, βαδίζοντες παραθαλασσίως της Μυσίας, εις την πεδιάδα της Θήβης. Εντεύθεν, ελθόντες διά του Αδραμυττίου και του Κυτωνίου εις την πεδιάδα του Καΐσκου, στρατοπευδεύουν εις το Πέργαμον της Μυσίας. Ενταύθα, λοιπόν, σχετίζεται ο Ξενοφών με την Ελλάδα, χήραν Γογγύλου του Ερετριέως και μητέρα του Γοργίωνος και του Γογγύλου. Αυτή δε του δηλοί ότι κάποιος Πέρσης, ονομαζόμενος Ασιδάτης, υπάρχει (κατοικεί) εις την πεδιάδα.
Εάν — του είπεν — επιτεθή ο ίδιος κατ' αυτού την νύκτα με τριακοσίους άνδρας, δύναται να συλλάβη και αυτόν και την γυναίκα του και τα τέκνα του και όλην του την περιουσίαν. Είναι δε αύτη πολύ μεγάλη. Διά να καθοδηγήσουν δε τον Ξενοφώντα εις το διάβημα τούτο, έστειλε (μαζή του) και τον ανεψιόν της και τον Δαφναγόραν, ον πάρα πολύ υπελήπτετο.
Έχων, λοιπόν, αυτούς πλησίον του ο Ξενοφών ηρώτα, θύων, περί της εκβάσεως τους Θεούς. Και Βασίας ο Ηλείος, ο μάντις, παρευρισκόμενος εκεί κατά την θυσίαν, είπεν ότι τα σπλάγχνα των σφαγίων εφανέρωναν ευνοϊκώτατα διά τον Ξενοφώντα σημεία και ότι ο Πέρσης εκείνος θα ηχμαλωτίζετο.
Αφού εδείπνησε, λοιπόν, ξεκίνησε μαζή με τους αγαπητοτέρους του λοχαγούς και όσους άλλους είχεν αποκτήση διά παντός αφωσιωμένους φίλους του, σκοπεύων να τους φανή ωφέλιμος. Επήγαν δε μαζή του και άλλοι πολλοί ακόμη διά της βίας, περίπου ως εξακόσιοι. Οι δε λοχαγοί προέτρεξαν πρώτοι, διά ν' αποκλείσουν του μεριδίου των οιονδήποτε άλλον, σαν να ήσαν δα εκεί έτοιμα τα λάφυρα («χρήματα»).
Αφού δ' έφθασαν περί το μεσονύκτιον, τα περισσότερα μεν των πέριξ του πύργου ανδραπόδων και κτηνών, επειδή δεν εφρόντισαν να τα συλλάβουν, ασχολούμενοι εις το να αιχμαλωτίσουν αυτόν τον Ασιδάτην με τους περί αυτόν, τους ξέφυγαν.
Μαχόμενοι δε περί τον πύργον, επειδή δεν ηδύναντο να τον κυριεύσουν, διότι και υψηλός ήτο και μέγας και προμαχώνας και άνδρας πολλούς και μαχίμους είχεν, επεχείρησαν να τον διατρυπήσουν (διασκάψουν).
Ο δε τοίχος του είχε πλάτος οκτώ γηίνων πλίνθων. Άμα δ'
εξημέρωσεν είχε πλέον διατρυπηθή. Και ευθύς μόλις με το πρώτον
όρυγμα εφάνησαν τα εντός του πύργου,
(124) κάποιος από μέσα διεπέρασε με
σιδηράν σούβλαν
πέρα-πέρα τον μηρόν του πλησιέστερον προς τον τοίχον ισταμένου.
Από δε τα λοιπά του πύργου μέρη εκτοξεύοντες κατώρθωναν ουδέ
απλή καν προσέγγισις αυτού να ήναι ασφαλής.
Επειδή δε με κραυγάς και με πυρσούς αναμμένους ανήγγειλαν (εις όλους τους πέριξ των οικούντας) ό,τι τους συνέβαινεν, έρχονται μετ' ολίγον εις βοήθειάν των ο μεν Ιταμένης με (όλην του) την δύναμιν, από την Κομανίαν δε οπλίται Ασσύριοι και Υρκάνιοι ιππείς μέχρις ογδοήκοντα, διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Βασιλέως ως μισθοφόροι, και άλλοι πελτασταί ακόμη ως οκτακόσιοι, και άλλοι από το Παρθένιον και άλλοι από την Απολλωνίαν και τα πλησιόχωρα μέρη, επίσης και αυτοί ιππείς.
Τότε πλέον ήτο καιρός να κυττάξουν πώς θα γείνη η αποχώρησις. Και, λαβόντες όσους είχαν βους και πρόβατα και ανδράποδα, τα έσπρωχναν (πρόγκιζαν) όλα μαζή, θέσαντες αυτά εντός πλαισίου (επιμήκους τετραγώνου), μη προσέχοντες πλέον εις τα πράγματα (τα πράτα), (125) αλλά μόνον μήπως η αποχώρησις μεταβληθή εις φυγήν, εάν τυχόν, εγκαταλιπόντες ταύτα, έφευγαν, και οι πολέμιοι εγίνοντο θρασύτεροι και οι (Έλληνες) στρατιώται αθυμότεροι. Επί του προκειμένου δε αυτοί είχαν εκστρατεύση, διά να πολεμήσουν περί λαφύρων μόνον.
Αφού δε είδεν ο Γογγύλος ότι οι μεν Έλληνες ήσαν ολίγοι, οι δε επιτιθέμενοι πολλοί, βαδίζει και αυτός με όλην του την δύναμιν κατά του Ασιδάτου, παρά την θέλησιν της μητρός του, θέλων να συμμετάσχη της κατ' αυτού επιθέσεως. Τον συνεβοήθουν δε και ο εξ Αλισάρνης και Τευθρανίας Προκλής, ο του ποτέ βασιλέως της Σπάρτης Δημαράτου απόγονος.
Οι δε περί τον Ξενοφώντα, επειδή πάρα πολύ πλέον εστενοχωρούντο από τα βέλη και τας σφενδόνας, απεχώρησαν του πύργου πορευόμενοι τώρα εν σχήματι κύκλου, τούτο δε όπως έχουν προς τα βέλη πανταχόθεν εστραμμένας τας ασπίδας, και με πολλήν δυσκολίαν διαβαίνουν τον Κάρκασον ποταμόν, εξ αυτών δε οι μισοί περίπου πληγωμένοι.
Τότε δε ο Αγασίας ο Στυμφάλιος, λοχαγός, πληγώνεται, καθ' όλον αυτό το χρονικόν διάστημα μαχόμενος κατά των πολεμίων. Και διασώζονται με διακόσια μαζή ανδράποδα και πρόβατα τόσα, όσα μόνον ήσαν αρκετά διά θυσίας.
Την δ' επομένην, αφού πρώτον ηρώτησε διά θυσίας τους Θεούς ο Ξενοφών, εξάγει νύκτα όλον τον στρατόν, ίνα (δήθεν), βαδίση όσον το δυνατόν μακροτέραν οδόν εν τη Λυδία, ώστε να μη τον φοβήται πλέον, πλησίον του όντα, ο Ασιδάτης, ούτω δε να παύση προφυλασσόμενος (ξενοιάση).
Ο Ασιδάτης όμως, ακούσας ότι και πάλιν ηρώτησεν επ' ονόματί του (διά λογαριασμόν του) τους Θεούς ο Ξενοφών και ότι έρχεται εναντίον του με όλον του το στράτευμα, εξορμά (από του στρατοπέδου του) εις κώμας (κειμένας) υπό το Παρθένιον (όρος), εχούσας (εν τω μέσω) περιτειχισμένην τινα πολίχνην.
Εις το μέρος αυτό οι περί τον Ξενοφώντα τον συναντούν αιφνιδίως και συλλαμβάνουν αυτόν και την γυναίκα του και τα τέκνα του και τους ίππους του και όλα του τα υπάρχοντα. Τοιουτοτρόπως δε επηλήθευσαν αι προγενόμεναι από τον Ξενοφώντα επί των προσφερθέντων εις τους Θεούς θυμάτων μαντείαι.
Κατόπιν επιστρέφουν εις Πέργαμον. Και ενταύθα πολύ ευχαριστήθη εκ του Θεού ο Ξενοφών. Διότι είχαν ομοθύμως συμφωνήση και οι Λάκωνες και οι λοχαγοί και οι άλλοι στρατηγοί και οι στρατιώται να λάβη ούτος εξαιρετικώς πολλά και δι' αυτόν αποκλειστικώς προωρισμένα λάφυρα, ίππους δηλ. και αμάξας από ημιόνους και βόας συρομένας και άλλα. Ώστε να δύναται πλέον μ' αυτά να φανή ωφέλιμος και εις άλλους.
Εν τω μεταξύ τούτω φθάσας ο Θίμβρων παρέλαβε το στράτευμα και ενώσας αυτό με το, όπερ έφερε μαζή του, εκ Σπάρτης επολέμει κατά του Τισσαφέρνους και του Φαρναβάζου.
[Αρχηγοί δε της χώρας του Μεγάλου Βασιλέως, ην διήλθομεν, είναι οι εξής: της Λυδίας ο Αρτίμας, της Φρυγίας ο Αρτακάμας, της Λυκαονίας και Καπαδοκίας ο Μιθραδάτης, της Κιλικίας ο Συέννεσις, της Φοινίκης και Αραβίας ο Λέρνης, της Συρίας και Ασσυρίας ο Βέλεσις, της Βαβυλώνος ο Ρωπάρας, της Μηδίας ο Αρβάκας, των Φασιανών και των Εσπεριτών ο Τιρίβαζος. Οι δε Καρδούχοι και οι Χάλυβες και οι Χαλδαίοι και οι Μάκρωνες και οι Κόλχοι και οι Μοσσύνοικοι και οι Κοίτοι και οι Τιβαρηνοί είναι λαοί αυτόνομοι. Της δε Παφλαγονίας αρχηγός είναι ο Κορύλας, των Βιθυνών ο Φαρνάβαζος και των εν Ευρώπη Θρακών ο Σεύθης.
Και η έκτασις όλης της κατά την ανάβασιν και κατάβασιν διανυθείσης οδού είναι: σταθμοί μεν διακόσιοι δέκα πέντε, παρασάγγαι δε χίλιοι εκατόν πεντήκοντα πέντε, στάδια δε τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες εξακόσια πεντήκοντα. Έν έτος δε και τρεις μήνες το κατά την ανάβασιν και κατάβασιν καταναλωθέν χρονικόν διάστημα].
ΤΕΛΟΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
«Όσοι δε υποδεδεμένοι εκοιμώντο, εισεδύοντο εις τους πόδας
οι ιμάντες» (ίδε βιβλ. Α', Κεφ. Ε', 14). — Η κατάφωρος
ονομαστική αυτή απόλυτος — αποτέλεσμα αυθόρμητον της
ανεπιτηδεύτου και φυσικής ροής του λόγου παρά τοις Αρχαίοις —
λαμβανομένου υπ' όψει και ότι κάθε ισχυρά προσήλωσις εις κάθε
κύκλον της ζωής άγει ψυχολογικώς κάποτε εις αντίθετα προς το
ίσον και το ορθόν αποτελέσματα, παρέσυρε τον μεταφραστήν εις το
«ατύχημα» να διίδη ονομαστικήν απόλυτον επίσης και εις την
φράσιν: «Εύνους δε σοι ων, παραινώ» (ίδε βιβλ. Ζ', Κεφ. Γ',
20). Η πραγματική μετάφρασις αυτής, ήτις είναι: «Από ευμένειαν
δε προς σε (επειδή δε είμαι φίλος σου) σε παρακινώ (να φερθής
όπως σου λέγω)», προκειμένου περί ανθρωπάκου, οίος ο
Ηρακλείδης, ομιλούντος προς άνδρα, οίος ο Ξενοφών, ενομίσθη από
τον μεταφραστήν ως γεμάτη από αναίδειαν και θράσος. Ούτω δε
παρεπλανήθη εις την άλλην, την υπό ονομαστικήν απόλυτον,
μετάφρασιν, ήτις είναι: «εγώ δε θα τον παρακινώ να διατελής
πάντοτε υπό την εύνοιάν του». Ήτις και ευσχημοτέρα φαίνεται και
φυσικωτέρα. Ουχ' ήττον είναι απολύτως εσφαλμένη, διότι περί
ουδεμιάς ονομαστικής απολύτου πρόκειται εδώ, είναι δε μόνον
μοιραίον αιφνίδιον ανάβρυσμα κακότροπου διά τον μεταφραστήν
στιγμής.
______________
Κατά τ' ανωτέρω, λοιπόν, διαγραφήτωσαν εκ της εν σελ. 115 σημειώσεως τα μέχρι της λέξεως: (εγώ). — συμπεριλαμβανομένης — . Το δε υπόλοιπον της σημειώσεως, αφού προταχθούν αυτού τα: Κατά το κείμενον: «Όσοι δε αποδεδεμένοι εκοιμώντο, εισεδύοντο εις τους πόδας οι ιμάντες», τεθήτω εις την υπ' αριθ. 163 σελ. του Α' Τόμου ως σημείωσις των σχετικών προς το χωρίον τούτο στίχων.
______________
Πέραν τον «ατυχήματος» αυτού, εάν ληφθούν υπ' όψει και όλαι αι εν τέλει του πρώτου και του δευτέρου τόμου διορθώσεις, η μετάφρασις της Αναβάσεως αύτη, δικαιούται ο συγγραφεύς να πιστεύη ότι δεν ήτο δυνατόν να γείνη εντελεστέρα.
______________
Αι πλείσται των διορθώσεων τόσον εις τον δεύτερον, όσον και εις τον πρώτον Τόμον εγένοντο εκ φυσικής τάσεως του μεταφραστού εις το να κανονίζη οιανδήποτε φιλολογικήν του εργασίαν προς τας απαιτήσεις της συνειδήσεώς του και την δυνατήν ανθρωπίνως τελειότητα. Αμφιβάλλω εάν όλα τα μεταφραστικά «λάθη», όσα διορθούνται ενταύθα, θα εγίνοντο εις τον αναγνώστην αισθητά. Αλλ' εάν ο συγγραφεύς, ο άξιος του ονόματος, ελάμβανεν υπ' όψει την εξ οιασδήποτε αιτίας άγνοιαν του Κοινού και όχι τον, ον οφείλει να δώση προς την συνείδησίν του, λόγον, «φιλολογικά έργα» βεβαίως ουδέποτε θα ενεφανίζοντο εις τον κόσμον.
______________
Κάθε έργον έχει και την «αποπτικήν» του. Εις την γενικότητα του βλέμματος, με το οποίον βλέπει τις, ή εις την γενικότητα τον πνεύματος, υπό την οποίαν διαβάζει τις ένα οιονδήποτε έργον, γίνονται πολλάκις «αισθηταί» ατέλειαι, αίτινες κατά την κατά μέρη εξονύχισιν αυτού αντιπαρέρχονται. Εις μίαν τοιαύτην ευρείας αισθητικής περιεκτικότητος ανάγνωσιν του Α' Τόμον ανευρέθησαν προ πάντων «αισθητικά» τινά λάθη, άτινα δύναται τις να είπη ότι διωλίσθαιναν εις την αντίληψιν τον μεταφραστού, όταν κατά τυπογραφικόν φύλλον ή και κατά σελίδα ή και κατά παράγραφον ακόμη εδουλεύετο.
______________
Ενιαχού της μεταφράσεως υπετάγη εις τον ρυθμόν της φράσεως η ακρίβεια. Η προς την οποίαν απόλυτος ευλάβεια άγει κάποτε εις αποτελέσματα, ουδεμίαν σχέσιν έχοντα με την καλαισθησίαν. Ελάχιστα όμως είναι τα μέρη ταύτα, διότι ουδενός κόπου εφείσθη ο μεταφραστής όπως συμβιβάση την ακρίβειαν της μεταφράσεως προς την αφέλειαν και απλότητα τον πρωτοτύπου, ταύτας δε προς την αισθητικήν διατύπωσιν της φράσεως.
______________
Εις όχι ολίγα σημεία, ιδίως εις τα περιγραφικά, ο μεταφραστής δεν κατώρθωσεν εντελώς ν' απαρνηθή το ύφος του. Εις αυτά ακόμη και θυσίαι — όχι ολίγαι — γραμματικών κανόνων έγειναν. Η ατέλεια του συγγραφέως εις την περιγραφήν, ην θαυμάζει ο Ταιν εις την περί της «Αναβάσεως» κριτικήν μελέτην του, ηνάγκασε τον μεταφραστήν ν' αναμνησθή εαυτού, ουχί σπανίως και ακουσίως του. Εσεβάσθη δε κατά το δυνατόν ό,τι παρουσιάζει πράγματι «δαιμόνιον» τον Ξενοφώντα, τας, κατά την πυκνότητα της λογικής και την αρμονίαν της σκέψεως, ανωτέρας και αυτών ακόμη των λόγων του Δημοσθένους αγορεύσεις του.
______________
Την μετάφρασιν ο μεταφραστής ησθάνετο πλειότερον εις «άλλην γλώσσαν», εις την Δημοτικήν. Διατί συνεβιβάσθη τουλάχιστον με την Ωμιλουμένην — εις τούτο αναζητήσατε τα — καλώς ή κακώς, αδιάφορον — διέποντα την εποχήν μας Εθνικά συμφέροντα».
______________
Ο μεταφραστής προκαλεί οιανδήποτε και οσονδήποτε επί του έργου του αυστηράν επίκρισιν. Τιμητής αυστηρός αυτός των έργων των άλλων, δεν δικαιούται να ζητήση επιείκειαν παρ' ουδενός. Ούτε θα την ήθελε άλλως, προκειμένου περί φιλολογικών εργασιών, η προς τας οποίας επιείκεια είναι προσβολή και ύβρις. Ένα μόνον θα επεθύμει: η παρ' οιουδήποτε επίκρισις να διέπεται από την καλήν πίστιν απολύτως. Διότι προς τον εμπαθή ή τον προκατειλημμένον ούτε θα προσέξη καν.
______________
Προκειμένου περί γλώσσης, οία η Ελληνική, εχούσης συνέχειαν αδιάσπαστον από του Ομήρου μέχρι σήμερον, η λέξις «μετάφρασις» παρέλκει. Όπως και η λέξις «απόδοσις», η ως εύρημά τι περιούσιον τεθείσα πρό τινος εις κυκλοφορίαν, μη ανταποκρινομένη όμως και αυτή εις το πράγμα. Και εκείνη και αύτη είναι σήμερον εν χρήσει κατά σύμβασιν. Η καταλληλοτέρα θα ήτον ίσως η λέξις «ερμηνεία». Τουλάχιστον μέχρι της εμφανίσεως Ακαδημαϊκών εις την Ελλάδα, των μόνων ίσως αρμοδίων να θέσουν τοιούτου είδους πράγματα εις την θέσιν των.
______________
Ολοκλήρου της «Αναβάσεως» ουδεμία μετάφρασιν έχει γείνη μέχρι τούδε, εκτός αυτής. Η προ 28 ετών γενομένη υπό του Μ. Βρατσάνον μετάφρασις μόνον των δύο πρώτων της «Αναβάσεως» βιβλίων, προωρισμένη δε διά τα Δημοτικά σχολεία και με παραλείψεις όσων μερών ενόμισεν ο μεταφραστής ότι αντέκειντο προς την . . . . ηθικήν (!), παν άλλο δύναται να ονομασθή ή μετάφρασις.
ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ
{Οι διορθώσεις, ως επί το πλείστον μικρές αλλαγές στην
μετάφραση, έχουν συμπεριληφθεί στο κείμενο και
παραλείπονται}
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506
1) Ή: έχωμεν τον απαιτούμενον καιρόν να προετοιμασθώμεν.↩
2) Εκ των «περιοίκων» της Σπάρτης. Ούτοι ήσαν οι εκτός της Σπάρτης ελεύθεροι κάτοικοι της Λακωνίας, ήτοι οι Λάκωνες, προς διαστολήν των Σπαρτιατών, κατοίκων της πρωτευούσης Σπάρτης, και των ειλώτων.↩
3) Ή: ενώ δε τα πλοία είχαν εκδράμη προς τον σκοπόν αυτόν,↩
4) Διά των εκ της πωλήσεως της δεκάτης αναλογούντων εις έκαστον χρημάτων ηγοράζετο τεχνούργημά τι χρήσιμον διά την λατρείαν, ονομαζόμενον «ανάθημα», όπερ προσεφέρετο εις τον αρμόδιον Θεόν. Ίδε Ξεν. Κύρ. Ανάβασιν εκ διορθ. και ερμ. Ι. Πανταζίδου, σελ. 356 σημ.↩
5) Αι εκασταχού της Ελλάδος αποθήκαι, «όπου απέκειντο τα διάφορα των Ελληνικών πόλεων είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά αναθήματα». Ίδε αυτόθι, σημ.↩
6) Ίδε Προλεγομένων εκδόσεως Ι. Πανταζίδου σελ. 17. ↩
7) Ακατανόητον. Τι και διατί εις το κτήμα αυτό εχρησμοδότει («ανείλεν») ο Θεός;↩
8) Ο Τιμησίθεος επρότεινε ν' προσκαλέσουν προς σύμπραξιν τους, ους, εδακτυλοέδειξε, δυτικούς Μοσσυνοίκους, κατ' αντίθεσιν των ανατολικών οίτινες δεν τοις επέτρεπον την διάβασιν.↩
9) Ή: από παλαιόν σίτον κατασκευασμένους άρτους, ↩
10) Λέγεται παρά τω λαώ και ασπροσίτι. Έχει δύο στοίχους κόκκων (πυρών) και ωριμάζει αργά.↩
11) Επομένως και την ατμόσφαιραν αραιοτέραν, άρα πλειότερον πρόσφορον εις την, και μεταξύ των μεγαλητέρων αποστάσεων, διαβίβασιν των ήχων. ↩
12) Οι Χάλυβες ούτοι ήσαν μέρος των εν τω Δ' βιβλίω μνημονευθέντων.↩
13) Η λέξις επί της εννοίας των εξ εκάστης Ελληνικής χώρας Ελλήνων (Αρκάδων, Ηλείων κ.λ.π.).↩
14) Ή: «δυνάμεθα δε να τους περιποιούμεθα (να τους θεραπεύομεν) ευκόλως, όταν θέλωμεν».↩
15) Δηλαδή οι Ηρακλεώται και Σινωπείς.↩
16) Ή: κατά μήνα ↩
17) Νόμισμα χρυσούν της πόλεως Κυζίκου, ίσης αξίας προς τον δαρεικόν. ↩
18) Ή: αφ' ενός μεν διότι κατάγομαι εκείθεν, αφ' ετέρου δε, διότι υπηρέτησα εν αυτή ποτε (υπό τον Φαρνάβαζον) με τον Κλέαρχον και τον Δερκυλίδαν.↩
19) Δηλαδή εξαιρετικά και χρήσιμα.↩
19α) Τα επί των σπλάγχνων των σφαγίων σημεία. ↩
20) Ο αιώνιος και εν ειρήνη και εν εκστρατεία και εν πολέμω τυχοδιωκτισμός του Έλληνος! Το φοβερόν σαράκι, εις το οποίον είναι απολύτως αδύνατον να συμπηχθή ποτε μεθοδικώς εις Κράτος η φυλή μας.↩
21) Περίπου ό,τι παρ' ημίν συλλαλητήριον. ↩
22) Ή — κατά τον Πανταζίδην — διότι ενόμιζεν (ο Κλεάρετος) ότι ήτο φιλικόν «το χωρίον»↩
23) Η κατά νεοελληνικήν αντίληψιν μετάφρασις του «αισθόμενοι δε τους βαρβάρους όποι ίοιεν» = μας έγειναν κι' αυτοί κουνούπι!↩
24) Αυτό το «μα τον Δία» δι' Έλληνας φοβηθέντας είναι αμίμητον. Ήτον αδύνατον να πιστεύση ο Ξενοφών ότι υπάρχουν «Έλληνες φοβούμενοι». Απείθαρχοι, αναρχούμενοι, αυθαίρετοι, δολοφόνοι — μάλιστα. Αλλά με φόβον Έλληνες!; ↩
25) Σκήπτρον κρατούμενον υπό του κήρυκος ως σημείον του επαγγέλματός του, με το οποίον δε πάντοτε παρίσταται ο Ερμής ως προστάτης Θεός των κηρύκων. ↩
26) Είδος πρέσβεως, ον μετεχειρίζοντο μόνον εν καιρώ πολέμου, ενώ τον καθ' αυτό «πρέσβυν» μετεχειρίζοντο και εν ειρήνη και εν πολέμω.↩
27) «Τα ερυμνά (έχειν τινά) υπερδέξια» είναι η αρχαία έκφρασις.↩
28) Το παρόν κεφάλαιον δεν είναι βέβαια και το μόνον, εις ό τόσον εξόχως δοκιμάζεται το σκωπτικόν και πικρόχολον και ειρωνικόν του Ξενοφώντος πνεύμα. Δι' όλης της Καταβάσεως αυτής πολλάκις δίδονται αφορμαί εις τον Ξενοφώντα ν' αποδείξη ότι μία οιαδήποτε μεγαλοφυία, έστω και στρατηγική, δεν είναι και πολύ μακράν του μεγαλοειρωνικού πνεύματος των εγκοσμίων, οιουδήποτε κύκλου της Ζωής, έχοντος πάντοτε ως κέντρον του τον τρανταχτικώτερον του σαρκασμού σπασμόν, ακόμη και αν υπό τας σοβαρωτέρας εμφανίζεται συνθήκας.↩
29) Ή: να γείνη αφορμή παρανομιών.↩
30) Ίδε Βιβλ. Ε', Κεφ. Α', Παραγρ. 16 — ένθα οι φρουρήσαντες ενόμισαν Ελληνοπρεπέστατον να ποιήσωντι και κάποια ρεμούλα στα φορτία, ων φρουροί ετάχθησαν!↩
31) Νόμισμα 100 δρ. Αττικών.↩
32) Ομολογεί δηλ. ότι, εάν υπό τας, ας αναφέρει περιστάσεις ήτον απαθής, θα ωμοίαζεν ου μόνον κατά την υπομονήν, αλλά και κατά την αντοχήν εις τους κόπους με τον γάδαρον, ουδένα αισθανόμενον κόπον, όταν ασελγαίνη. ↩
33) Ή: παρουσιασθείς έξαφνα μπροστά σου, ↩
34) Κατά λέξιν: «Τι λοιπόν; απήντησεν, απέθανε κατά τι ολιγώτερον, αφού εγώ σου τον παρέδωκα;». Δηλ. τι σημαίνει, αφού και κατόπιν, άμα σου τον παρέδωκα, απέθανεν!! ↩
35) Κατά την υπό του Μ. Ναπολέοντος του 1799 εκστρατείαν της Συρίας χολέρα ενέσκηψεν εις τον Γαλλικόν στρατόν. Ζήτημα ηγέρθη τότε μεταξύ του Αυτοκράτορος και των ιατρών του ως προς τους προσβαλλομένους και βασανιζομένους από την νόσον στρατιώτας του. Το ζήτημα: αν οι άπαξ προσβαλλόμενοι επετρέπετο ή όχι από την φιλανθρωπίαν να «προϊαφθούν εις Άδην» διά δηλητηριάσεως. Και τούτο, διά να μη βασανίζωνται, χωρίς καμμίαν καν ελπίδα σωτηρίας. Οι ιατροί απεφάνθησαν ότι η τοιαύτη δηλητηρίασις ήτον έργον φιλανθρωπίας. Αμέσως δε και ετέθη εις ενέργειαν. — Αλλά το ζήτημα αυτό κάποτε τίθεται επί τάπητος και σήμερον ακόμη εν Ευρώπη. Πάντοτε όμως νικά η ψήφος εκείνων οίτινες νομίζουν, ότι ούτε επί ενός λεπτού ζωής έχει δικαίωμα ο ιατρός ή οι συγγενείς του αρρώστου, υπό το πρόσχημα της απαλλαγής αυτού από τους πόνους. Η κοινωνιολογική φιλοσοφία ούτω απεφάνθη. Και η ζωή των εξ οιασδήποτε νόσου νοσούντων είναι σεβαστή σήμερον υφ' όλων. Το πόρισμα, λοιπόν, του συγχρόνου πολιτισμού αυτό προ χιλιάδων ετών ο Ξενοφών αισθάνεται ως πόρισμα του ανθρωπισμού του υπέρτατον, ως υποχρέωσιν, ως καθήκον, ως τιμήν και ευλάβειαν επιβαλλομένην προς την ευγενεστέραν εκδήλωσιν της επί γης ζωής, προς την ζωήν του ανθρώπου.↩
36) Ή: να επιδιώκουν δι' οιουδήποτε τρόπου παν θεμιτόν και αθέμιτον↩
37) Η λέξις εγράφη επίτηδες, χάριν της μετ' αυτήν ερχομένης ποιητικής μεταφοράς.↩
38) Ίδε τα εν τω Γ' βιβλ. 2, 31 αποφασισθέντα. ↩
39) Ή: όσους ενόμιζαν ότι ήτον ορθόν και δίκαιον (να τους προσκαλέσουν)↩
40) Έως εδώ ο χορός ομοιάζει με τον σημερινόν Αρναούτικον (Αρβανίτικον, υπό την γενικωτέραν του μορφήν), αναπηδήμασι και μαχαίραις χορευόμενον. Κατόπιν δε με τον υπό των Αραβοφώνων κατοίκων του Λιβάνου, ον είδα εγώ αυτός εν Παλαιστίνη, των κύκλω θεωμένων εκεί αναβοώντων ευχάς υπέρ του Πατισάχ, του Πατριάρχου και του Μοναστηρίου των Ρωμαίων. ↩
41) Ολόκληρος ηθοποιία εδώ λαμβάνει χώραν. Εν γένει πρόκειται περί ωραιοτάτων ηθογραφικών σκηνών, τας οποίας η εν τω φιλολογικώ τούτω είδει αδύνατος του Ξενοφώντος πέννα αδυνατεί να περιγράψη με όλον των τα χρώμα και το κάλλος. Σήμερα τοιαύται ηθογραφικαί σκηναί έχουν πολύ ζωηροτέρους, ευχρωμοτέρους και παραστατικωτέρους συγγραφείς προς περιγραφήν αυτών και εξεικόνισιν.↩
42) Σαν να προφυλάσση δήθεν ούτω με το σώμα του τα βώδια του από την αρπαγήν.↩
43) Τοιούτος χορός με γονατίσματα είναι και ο εν τη βορειοδυτική Ελλάδι, Ηπείρω και κάτω Αλβανία, όπου και οι Τσάμηδες, ορχούμενος Τσάμικος χορός.↩
44) Ο προς το σύγχρονον ύφος και το σύγχρονον χρώμα και την σύγχρονον ζωήν και έκφρασιν και γραφικότητα προσανατολισμός της ηθογραφικής αυτής σκηνής, όπως και τόσων άλλων, οφείλεται εις τον μεταφραστήν. Εις τον Ξενοφώντα η περιγραφή αυτής και άτονος είναι και ανωμαλωτάτη. ↩
45) Έκαστος μέδιμνος = 52 1/2 λίτρας περίπου. ↩
46) Έκαστος αμφορεύς = 39 περίπου λίτρας. ↩
47) Ή: . . . ανάγκην διαβιβαζομένων προς αλλήλους διαταγών↩
48) Ως είναι συντεταγμένον το σχετικόν χωρίον, είναι δυσερμήνευτον.↩
49) Ή: του σήκωσαν το κεφάλι↩
50) Ίδε βιβλίον Γ'. Κεφάλ. Α', 11. ↩
51) Ή .... και πριν ή γείνουν (εις κάθε των διάβημα) οδηγοί των.↩
52) Επί του χωρίου τούτου ο ουχί άπαξ σφαλλόμενος εις τας ερμηνείας του Πανταζίδης φορτώνει τρεις αλληλοσυγκρουομένας ερμηνείας, παρουσιάζων τον Ξενοφώντα εδώ μεν θέλοντα να συνάρχη με τον Τιμασίωνα, εκεί δε όχι, πάρα κάτω δε και θέλοντα και μη θέλοντα. — Ίδε Πανταζίδου έκδοσιν Κύρου Αναβάσεως σελ. 407, § 32 σημ.↩
53) Περί τους 700 μόνον οπλίτας. Και εννοεί τον Χειρίσοφον.↩
54) Των πολιορκουμένων↩
55) Ή: αφού τόσους Έλληνας από άφευκτον θα σώσωμεν καταστροφήν. ↩
56) Ή: με τ' όνομα του Θεού αρχίζομεν κάθε έργον μας.↩
57) Η διά των πυρών φοβέρα αυτή του Ξενοφώντος αποτελεί βεβαίως τον μεγαλοφυέστερον τύπον του δόλου και της πανουργίας, υπό την αρχαίαν αυτών έννοιαν.↩
58) Έκαστον πλέθρον ως μέτρον εκτάσεως ισοδυναμεί με το 1/6 του σταδίου.↩
59) Ή: έφθασεν η τελευταία↩
60) Είναι πολύ περίεργον ότι ουδ' ελαχίστων καν επιθανατίων λέξεων ??? ο Ξενοφών την μνήμην στρατηγού, οίος ο Χειρίσοφος, και μάλιστα Λακεδαιμονίου.↩
61) Περί του εάν δηλ. και πώς θα προμηθευθώμεν τα προς συντήρησίν μας↩
62) Η του Πανταζίδου ερμηνεία μου φαίνεται ανάρμοστος εις την ευσέβειαν του Ξενοφώντος, θέλοντος — κατ' αυτόν — να ίδη «αν βγαίνη τίποτε» από την, ην απαιτεί, ο στρατός θυσίαν!↩
63) Δηλ. την ουράν του όλου στρατεύματος, όπως ο Πανταζίδης ερμηνεύει λέγων ότι κέρας ενταύθα = άπαν το εν πορεία στράτευμα.↩
64) Εννοεί ουχί «τους πρώτους, φανέντας», αλλά τους πρώτους πάντων των νεκρών.↩
65) Εις την οποίαν κατέληγον όλαι αι εξ εκάστης των κωμών άγουσαι ατραποί.↩
66) Το χωρίον αυτό, ως και το ανωτέρω, ως και πλείστα άλλα, όπως αυτά, στρυφνότατα, ων ελάχιστα μόνον ανεγράψαμεν ώδε υπό τοιαύτην ή τοιαύτην ερμηνείαν, είναι τεκμήρια ολοφάνερα αναιρούντα την ασυδότως κρατούσαν ως προς τον Ξενοφώντα γνώμην των ημιμαθών ή των επιπολαίων: ότι ο Ξενοφών είναι — καλέ — «εύκολος»! Ό,τι λέγεται δηλ. απάνου-κάτω περί της Ιταλικής γλώσσης από τους περιορίζοντας την Ιταλικήν εις τα «μακαρόνια» της ή εις το «come state». Ότι τάχα είναι η ευκολωτέρα των γλωσσών, ενώ — ως γλώσσα του Αριόστου ή του Δάντου — είναι μία από τας δυσκολωτέρας, ποιητικώς δε ανωμαλωτέρας της Ευρώπης.↩
67) Επίσης και τα δύο ερωτήματα αυτά είναι από τα θαλασσωδέστερα χωρία του συγγραφέως, Δηλίου χρήζοντα κολυμβητού. Βεβαίως και αυτών και των ανωτέρω και οιουδήποτε άλλου χορίου ή διάστρυφνος σύνταξις αυτή — η κατά τινας προερχομένη και από συντακτικήν και γραμματικήν αμάθειαν του γράφοντος — γνώμη ουχί πολύ απίθανος — βεβαίως οφείλεται, αν μη καθ' ολοκληρίαν, τουλάχιστον κατά το πλείστον, εις τας διά μέσου των αιώνων φρικώδεις των χειρογράφων Οδυσσείας και εις τας μωράς πολλάκις υπό τούτου ή εκείνου διορθώσεις των αμφισβητουμένων χορίων του κειμένου. Είναι δε περίεργον πώς ο εν τοις πλείστοις του Ξενοφώντος σωφρονών και ευκρινώς διορθών αυτόν μακαρίτης Πανταζίδης δεν αντελήφθη ή δεν είδε το θαλασσόδαρμα των χωρίων τούτων. Αλλ' ούτε και κανείς εκ της χορείας των Γερμανών κριτικών, ους εις την έκδοσίν του παρατάσσει, έλαβεν αυτά υπ' όψει του, ει και ησχολήθησαν πολλάκις περί παρωνυχίδος.↩
68) Δεινολογικός χαριεντισμός του Ξενοφώντος παρομοιάζοντος με φάραγγα τον Πόντον.↩
69) Άνθρωπος με τόσον στερεάν λογικήν ως ο Ξενοφών, με οξύτατον το πνεύμα, με ευπερίστροφον και σοφιστικήν πολλάκις την διάνοιαν, όπως εδώ, δυνάμενος να παρουσιάζη και αυτόν ακόμη τον κίνδυνον ως μέλι και ως ζάχαρη και ως κάντιο, δύναμις πειστική τεραστία, με την αντίληψιν των πραγμάτων υφ' όλας τας γωνίας των — ερωτάται: πώς πιστεύει εις τας επιδοκιμασίας των Θεών και τας εγκρίσεις με τόσην απλότητα ψυχής; Τοιούτο πνεύμα πας τις βλέπει ότι έχει σύγχρονον την διπλωματικήν και πολιτικήν αντίληψιν των ζητημάτων. Παρά την απλότητα, η ταχύτης του εις το εμφρόνως σκέπτεσθαι και κρίνειν φθάνει εις θαυμασμόν. Καταναλίσκεται πειθώ και δύναμις διανοητική, ήτις, μετηνεγμένη εις τα καθ' ημάς, θα ηδύνατο ίσως να χρησιμεύση προς λύσιν του . . . Ανατολικού ζητήματος! Και όμως πιστεύει εις τα σφάγια! Και όμως πιστεύει εις τα όρνεα! Θα εσυμβιβάζετό ποτε εις την ψυχήν του Μέτερνιχ πίστις εις τον Θεόν τοιαύτη με οίαν ούτος είχε διπλωματικήν περίνοιαν; — Είναι βεβαίως και αυτό ένα από τα αινίγματα — τα άλυτα εις αιώνα αινίγματα — του Αρχαίου Πνεύματος.↩
70) Συμφώνως προς την οποίαν: όταν εξήρχετο προς αρπαγήν όλος ο στρατός, παν ό,τι ήθελεν αρπάση έκαστος, να μην ανήκη εις αυτόν, αλλά να ήναι κοινόν κτήμα όλου του στρατεύματος. — Ίδε ανωτέρω, σελ. 85.↩
71) Ή: να παραδοθή εις τον Κλέανδρον, διά να δικασθή.↩
72) Επροτίμησε,↩
73) Επιθυμεί.↩
74) Να μας ακολουθούν.↩
75) Τον Δέξιππον.↩
76) Τα εντός γωνιωδών αγκυλών τιθέμενα χωρία κρίνονται ως αμφισβητησίμου γνησιότητος υπό των κριτικών. ↩
77) Ή: αν και νομίζεις ότι πρέπει να εισαχθώ εις δίκην ως αδικήσας.↩
78) Ή: είναι πεπρωμένον↩
79) Μία υποχώρησις του Άρχοντος γεννά δέκα υποχωρήσεις του Λαού. Όταν ο Λαός αυτός ήναι βέβαια ο Ελληνικός. Ουδέν του κολακεύει το εγώ περισσότερον, όσον η ταπείνωσις, η συγκατάβασις, η υποχώρησις, η συγγνώμη, η συντριβή. Επί τη βάσει της ψυχολογικής του αυτής γραμμής, της και κυριωτάτης εις την κοινωνικήν και πολιτικήν ζωήν του, ποία τάχα θαύματα — και σήμερον ακόμη — τάξεως και ευνομίας και πειθαρχίας και ρυθμού δεν θα ηδύναντο να συντελεσθούν εις την Ελλάδα;↩
80) Όλη η αθηναϊκή υπερηφάνεια φανερώνεται εις την άρνησιν αυτήν του Ξενοφώντος. Είναι υπερήφανος και ευφιλοτίμητος ανέκαθεν ο Αθηναίος. Δύναται να περιφρονήση όλων των παντός είδους ηγεμόνων Σεύθηδων τας προσφοράς. Να ορθωθή σαν στήλη άκαμπτος. Τας οφρύς του να επάρη υψηλοφρόνως. Και σαν ευπατρίδης, που είναι φύσει, να βάλη εις την θέσιν του κάθε θέλοντα να εξαγοράση την ψυχήν του, ή να θίξη την φιλοτιμίαν του, ή να ταπεινώση το εγώ του χρυσοκάνθαρον. Ιδανικόν τοιαύτης υπερηφανείας τέλειον δεν ήτο δυνατόν ή να ήναι ο Ξενοφών ο Αθηναίος ούτος.↩
81) Αθάνατον Βυζάντιον! Προ δυόμισυ χιλιάδων ετών ο Ελληνισμός έβραζε στα στήθη σου . . . Τετρακόσια χρόνια προ Χριστού υπάρχει ισχύς Ελληνική εκεί παρά τας πύλας της Ασίας και Ευρώπης. Από Ελληνικόν που είσαι εκρωμαΐζεσαι. Και από Ρωμαϊκόν που είσαι εξελληνίζεσαι . . . Στέφανος αιωνίου Ελληνισμού ακάνθινος είναι λοιπόν η εξέλιξίς σου. Ο τρόμος δε, υφ' ον τραντάζεσαι εις το θέαμα της ορμής εκείνης των Μυρίων, είναι έκτοτε το σύμβολον των αδιακόπων και αιωνίων τρόμων σου εις κάθε υπέρ της Ελληνικής ιδέας αναπαλμόν σου . . . Τι ειρωνεία τραγική υπάρχει των τυχών σου εις τον εξ Ελλήνων προς Έλληνας εμποιηθέντα απρόοπτον εκείνον φόβον! Εις πανικόν σ' έρριψαν τότε Έλληνες πεινώντες! Οι Σπαρτιάται πτήσσουν προ αυτών. Οι ναύαρχοι και οι αρμοσταί σου φεύγουν. Και μόνον ένας Αθηναίος έπρεπε να ήναι εκεί υπό τα τείχη σου, διά να σε ησυχάση, διά να σε γλυκάνη και πάλιν . . . — αθάνατον Βυζάντιον!↩
82) Κατά λέξιν: Αλλ' εάν, παραδιδόμενοι εις την οργήν μας.↩
83) Αναφέρεται εις την προ τεσσάρων μόλις ετών γενομένην πτώσιν των Αθηνών, κατόπιν της εν Αιγός Ποταμοίς καταστροφής. ↩
84) Ο Ξενοφών↩
85) Ή: θα κατορθώση να έλθη εις το Βυζάντιον. ↩
86) Τέλειον ξεχαρβάλωμα! Και εξευτελισμός Ελλήνων καθ' Ελλήνων. Είναι η εποχή της ακμής της Βισμαρκείου Σπάρτης τότε, και οι αρμοσταί της και οι ναύαρχοί της έχουν κηρύξη, 400 έτη π. Χ., προνειτσισταί αυτοί, το ευαγγέλιον του Νειτσισμού κατά παντός ανθισταμένου την εποχήν εκείνην εις τον τύφον των.↩
87) Και αυτή και άλλαι τινές παραμένουν ως εν τω κειμένω προς αποφυγήν της δι' ωρισμένας φράσεις, όπως το «ως τάχιστα», το «τα επιτήδεια», το «ως αν δύνηται» και άλλαι τινές ακόμη, συνήθους εις τον Ξενοφώντα ταυτολογίας.↩
88) Δηλ. εις τας περί το Βυζάντιον κώμας. ↩
89) «Ενδίφριος ικέτης» κατά το κείμενον. ↩
90) Δηλαδή εις τας περί το Βυζάντιον κώμας ↩
91) Αν δηλ. θα δεχθώμεν μάλλον τας προτάσεις του Αριστάρχου ή του Σεύθου.↩
92) Ή, κατά λέξιν: θα πιστεύσωμεν τότε ότι μας ξενίζεις.↩
93) Εκ Μαρωνείας της Θράκης καταγόμενος. ↩
94) Κατοίκους του Παρίου.↩
95) Κατά το κείμενον: «Εύνους δε σοι (τω Ξενοφώντι), ων (ο Σεύθης), παραινώ (εγώ). — Δηλ. ονομαστική απόλυτος! Δεν είναι δε η πρώτη παρά τω Ξενοφώντι. Αλλ' είναι άρα γε «σφάλμα» η ονομαστική απόλυτος; Η Δημοτική μας, υπό τύπον συντακτικόν και γραμματικόν 'δικόν της, την έχει καθιερώση ως θεσμόν. Ζη εις την ζωντανήν γλώσσαν του λαού, χωρίς να φαίνεται και χωρίς να προσβάλη κανένα «όρον τέχνης» εις την φράσιν.↩
96) Μέτρον διά τα σιτηρά, διατηρηθέν κατ' όνομα παρά τοις Τούρκοις (schinik).↩
97) Κατ' αρχαίον Θρακικόν έθιμον.↩
98) Μουσικόν όργανον με 20 χορδάς, ομοιάζον με άρπαν.↩
99) Μεταξύ των μη Ελλήνων Θρακών και των Ελλήνων ουδεμία πραγματική συγγένεια υπήρχε. Κάποιο μύθευμα περί συγγενείας του εν Δαυλεία της Φωκίδος βασιλέως των Θρακών Τηρέως προς τον πρόγονον του Σεύθου Τήρην αναιρείται υπ' αυτού του αναφέροντος τούτο (Θουκυδίδου Β', 29). Εάν εν τούτοις ήναι πεπρωμένον ν' αντλώμεν ακόμη δικαιώματα επί ταύτης ή εκείνης της χώρας, ουχί εκ της δυνάμεώς μας, αλλ' εκ της προγονικής ευκλείας μας, βεβαίως τα επί της Θράκης οιαδήποτε δικαιώματά μας δεν θα στηρίξωμεν επί τοιούτων μυθικών συγγενειών, διά ν' αποδείξωμεν ότι οι Θράκες ήσαν Έλληνες ανέκαθεν, ή τουλάχιστον ότι εσυγγένευαν προς Έλληνας, αλλά κυρίως επί του εξ αποίκων Μεγαρέων Ελληνισμού του Βυζαντίου και των περιχώρων του — της μόνης προ Χριστού ιστορικώς πραγματικής αποδείξεως ότι η κατόπιν ένδοξος εκείνη «Βασιλεύουσα» δεν δύναται να ήναι ξένη των ονείρων μας.↩
100) Ή: κατεσκήνωσαν αυτού.↩
101) Ή: Και τα μεν λάφυρα απέστειλε τον Ηρακλείδην εις την Πέρινθον να τα πωλήση.↩
102) Εννοεί τας σήμερον καλουμένας βράκας, ένδυμα ούτινος εστερούντο οι αρχαίοι, διά τούτο δε και ονομάζει ο Ξενοφών, όπως τα περί τα στέρνα, και τα περί τους μηρούς καλύμματα «χιτώνας».↩
103) Αυτό το: «Ο παις» αντί του: «Το παιδί» και τόσα άλλα ζώντα μόνα των εις την μετάφρασιν αυτήν την ζωήν της μούμιας θ' απεστέλλοντο όλα ες κόρακας, εάν η καθ' όλα τα άλλα τιμιοτάτη αύτη εργασία δεν επεβάλλετο εκ διαφόρων λόγων, εν οίς οι «Εθνικοί» δεν είναι οι ολιγώτερον πράγματι σπουδαίοι, να περιενδυθή την καθαρεύουσαν, το αιώνιον αυτό «αντιλεγόμενον σημείον» των λογίων μας, υπό την οποίαν η μόνη ήτις διετηρήθη εκ του πρωτοτύπου αρετή — η και πρωτίστη — είναι η θεία του Ξενοφώντος αφέλεια και απλότης. Τις οίδεν όμως πάλιν, αν η απλότης και η αφέλεια αύτη θα διετηρείτο ούτω υπό ένδυμα άλλο — ύφους, τόνου, κινήσεως, ζωής, χρώματος ένδυμα συγχρόνου; Τις οίδε δηλ. εάν δεν έπρεπε, πέραν κάθε τραγικής αράς κατά της καθαρευούσης, να μεταφρασθή ως μετεφράσθη η «Ανάβασις», διά να διατηρηθή όλη η απλότης εκείνη και αφέλεια;↩
104) Λόγχη = η σιδηρά τριγωνοειδής άκρα του δόρατος.↩