ΚΕ. Τον κατά των Σαμίων πόλεμον λοιπόν κατηγορούσι κυρίως τον Περικλέα ότι εψήφισεν εξ αιτίας των Μιλησίων, και κατά παράκλησιν της Ασπασίας. Αι δύο πόλεις αύται επολέμουν τότε περί της Πριήνης (534) και ενίκων οι Σάμιοι. Προσκληθέντες δ' υπό των Αθηναίων να παύσωσι τον πόλεμον, και να δικασθώσιν εν Αθήναις (535), δεν επείσθησαν· δι' ό πλεύσας εις Σάμον ο Περικλής, κατέλυσε την ολιγαρχικήν αυτής κυβέρνησιν, λαβών δ' εκ των πρώτων πολιτών πεντήκοντα ομήρους, και άλλους τόσους παίδας, έστειλεν αυτούς εις την Λήμνον, ει και λέγεται ότι έκαστος μεν των ομήρων τούτων τω έδιδεν ανά έν τάλαντον υπέρ εαυτού, πολλά δε και αλλά έδιδον οι μη θέλοντες να γίνη εις την πόλιν δημοκρατία. Προσέτι δε Πισσούθνης ο Πέρσης, προς τους Σαμίους ευνοϊκώς διακείμενος, τω έπεμψε δεκακισχιλίους χρυσούς (536), παρακαλών αυτόν να φεισθή της πόλεως. Αλλ' ο Περικλής ουδέν τούτων έλαβε, και μεταχειρισθείς τους Σαμίους ως αυτός ενέκρινε, και εγκαταστήσας την δημοκρατίαν, απέπλευσεν εις τας Αθήνας. Εκείνοι όμως αμέσως επανεστάτησαν, διότι ο Πισσούνθης έκλεψε και τοις απέδωκε τους ομήρους, και κατά τ' άλλα ητοιμάσθησαν προς τον πόλεμον. Εκ νέου λοιπόν ο Περικλής εξέπλευσε κατ' αυτών, και εύρεν αυτούς ούτε ησυχάζοντας ούτε πεφοβισμένους, αλλά πάσαν έχοντας προθυμίαν να επιζητήσωσι την θαλασσοκρατίαν. Έγινεν επομένως ισχυρά ναυμαχία περί την νήσον ήν καλούσι Τραγίας (537), και λαμπράν ενίκησε νίκην ο Περικλής, διά τεσσαράκοντα τεσσάρων πλοίων κατατροπώσας εβδομήκοντα, ών τα είκοσιν έφερον στρατιώτας.
ΚΣΤ. Ως δε τους εδίωξε και τους έτρεψεν εις φυγήν, επολιόρκησε τους Σαμίους, οίτινες όμως ετόλμησαν να εκδράμωσιν έτι, και να πολεμώσιν εμπρός του τείχους. Ως δ' ήλθε και έτερος στόλος εξ Αθηνών, και οι Σάμιοι απεκλείσθησαν εντελώς, λαβών ο Περικλής εξήκοντα τριήρεις, έπλευσεν εις το έξω πέλαγος (538), ως μεν οι περισσότεροι λέγουσι, διότι φοινικικαί τριήρεις ήρχοντο εις βοήθειαν των Σαμίων, και ήθελε να τας απαντήση και να ναυμαχήση προς αυτάς μακράν της νήσου· ως δε λέγει ο Στησίμβροτος (539), πλέων προς την Κύπρον, όπερ δεν φαίνεται πιθανόν. Αλλ' είτε τον ένα είτε τον άλλον είχε σκοπόν, φαίνεται ότι επίσης απέτυχε· διότι, αφ' ού απέπλευσεν αυτός, Μέλισσος ο Ιθαγένους, φιλόσοφος και στρατηγός ων τότε της Σάμου, περιφρονήσας την ολιγότητα των πλοίων ή την απειρίαν των στρατηγών, κατέπεισε τους πολίτας να επιτεθώσι κατά των Αθηναίων. Έγινε λοιπόν μάχη, και νικήσαντες οι Σάμιοι, και πολλούς μεν άνδρας αιχμαλωτίσαντες, πολλά δε πλοία καταστρέψαντες, είχον ελεύθερον τον πλουν της θαλάσσης, και επρομηθεύοντο τα προς πόλεμον αναγκαία, όσων πρότερον εστερούντο. Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι υπό του Μελίσσου και αυτός ο Περικλής ενικήθη πρότερον εις ναυμαχίαν. Οι δε Σάμιοι, ανθυβρίζοντες τους αιχμαλώτους των Αθηναίων, τους εσφράγιζον εις το μέτωπον διά σημείου γλαυκός· διότι και εκείνους οι Αθηναίοι είχον σφραγίσει διά Σαμαίνης. Είναι δ' η Σάμαινα πλοίον έχον κάπρου μεν κεφαλήν (540) εις το πλατύ της πρώρας, κοίλον δε μάλλον και γαστροειδές, ώστε ικανόν είναι και ν' αντέχη εις την θάλασσαν, και να πλέη ταχέως. Ωνομάσθη δ' ούτω, διότι κατά πρώτον εφάνη εις την Σάμον, κατασκευασθέν υπό Πολυκράτους του τυράννου (541). Τα στίγματα δε ταύτα λέγουσιν ότι αινίττεται και ο στίχος ούτος του Αριστοφάνους·
«Οι Σάμιοι, τι δήμος πολυγράμματος!»
ΚΖ. Ακούσας δ' ο Περικλής την κατά το στρατόπεδον συμφοράν, έσπευσε ταχέως εις βοήθειαν, και νικήσας τον Μέλισσον, όστις αντιπαρετάχθη, και εις φυγήν τρέψας τους εχθρούς, ευθύς τους περιετείχιζε, θέλων να υπερισχύση και να κυριεύση την πόλιν διά της δαπάνης μάλλον και διά του καιρού, παρά διά πληγών και κινδύνων των πολιτών. Επειδή δε δυσκόλως εδύνατο ν' αναχαιτίση τους Αθηναίους, δυσαρεστουμένους διά την χρονοτριβήν, και προθυμίαν έχοντας να πολεμήσωσι, διαιρέσας εις οκτώ μέρη το πλήθος αυτών, έρριψε κλήρον, και εις τον λαβόντα τον λευκόν κύαμον επέτρεψε να διασκεδάζη και να μένη αργός, εν ώ οι άλλοι εμάχοντο. Διά τούτο λέγουσιν ότι οι ευχαρίστους τινάς ημέρας έχοντες, τας ωνόμαζον λευκάς ημέρας, από των λευκών κυάμων. Ο Έφορος (542) δε λέγει ό,τι ο Περικλής μετεχειρίσθη και τας καινοφανείς μηχανάς, άς εθαύμασε, του συνοδεύοντος αυτόν Αρτέμωνος του μηχανικού, όστις ήτον χωλός, και, επί φορείου διότι περιεφέρετο εις τα κατεπείγοντα των έργων, ωνομάσθη Περιφόρητος. Αλλ' Ηρακλείδης ο Ποντικός (543) αναιρεί τούτο διά των ποιημάτων του Ανακρέοντος, εν οίς αναφέρεται ο Περιφόρητος Αρτέμων, κατά πολλάς γενεάς αρχαιότερος του εν Σάμω πολέμου και των πραγμάτων εκείνων. Λέγει δ' ούτος ότι ο Αρτέμων ήτον τρυφερός τις κατά την δίαιταν, και ψοφοδεής και δειλός, και ως επί το πλείστον μεν εις την οικίαν του καθήμενος, εν ώ δύο υπηρέται εβάσταζον χαλκήν ασπίδα υπέρ την κεφαλήν του, μη πέση τι άνωθεν επί αυτήν· αν δ' εβιάζετο να εξέλθη, εκομίζετο περιφερόμενος εις μικράν κλίνην και χαμηλήν παρά το έδαφος, και διά τούτο ωνομάσθη Περιφόρητος.
ΚΗ. Τον έννατον δε μήνα παρεδόθησαν οι Σάμιοι, και ο Περικλής εκρήμνησε τα τείχη, και παρέλαβε τα πλοία, και τοις επέβαλε πολλών χρημάτων πρόστιμον, ών τα μεν αμέσως έφερον, τα δ' υποσχεθέντες να καταβάλωσιν εις ρητόν χρόνον, έδωκαν ομήρους. Δούρις (544) δ' ο Σάμιος ταύτα τραγικώτερον παριστών, προσάπτει πολλήν ωμότητα εις τους Αθηναίους και εις τον Περικλέα, ήν ούτε ο Θουκυδίδης, ούτε ο Έφορος, ούτε ο Αριστοτέλης εξιστορεί, αλλ' ουδ' αληθές φαίνεται, ότι τους τριηράρχους και τους επιβάτας των Σαμίων έφερεν εις των Μιλησίων την αγοράν, και δέσας αυτούς εις σανίδας επί δέκα ημέρας εν ώ ήδη κακώς δειέκειντο, διέταξε να τους φονεύσωσι, θραύοντες τας κεφαλάς αυτών διά ξύλων, και έπειτα να ρίψωσι τα σώματα αυτών άταφα. Αλλ' ο Δούρις όστις, ουδ' όταν υπ' ουδενός ιδίου πάθους κινήται συνηθίζει να συνέχη τας διηγήσεις του εντός της αληθείας, φαίνεται ότι ηύξησεν ενταύθα έτι μάλλον τας συμφοράς της πατρίδος του, ίνα διαβάλη τους Αθηναίους. Ο δε Περικλής, αφ' ού κατέστρεψε την Σάμον, ως επανήλθεν εις τας Αθήνας, έθαψε λαμπρώς τους εις τον πόλεμον αποθανόντας, και εθαυμάσθη διά τον λόγον, όν κατά την συνήθειαν επρόφερεν επί των τάφων αυτών. Ότε δε κατέβαινεν από του βήματος, αι μεν άλλαι γυναίκες τον ησπάζοντο και τον έστεφον διά στεφάνων και ταινιών, ως αθλητήν νικηφόρον· η δ' Ελπινίκη, ελθούσα πλησίον· «Ταύτα, είπεν, εισί θαυμαστά, και στεφάνων άξια, ω Περίκλεις, όστις μας εφόνευσας πολλούς και ανδρείους πολίτας, ουχί πολεμών τους Φοίνικας ουδέ τους Μήδους, καθώς ο Κίμων ο αδελφός μου, αλλά καταστρέφων σύμμαχον πάλιν και συγγενή.» Εν ώ δ' έλεγε ταύτα η Ελπινίκη, λέγεται ότι ο Περικλής, μειδιάσας ησύχως, τη είπε το του Αρχιλόχου (545)·
«Γραυς είσαι. Μύρ' αλείφου ολιγώτερα.»
Λέγει δ' ο Ίων (546) ότι εξαισίως υπερηφανεύθη ότι ενίκησε τους Σαμίους, διότι ο μεν Αγαμέμνων κατετρόπωσε βάρβαρον πόλιν εις δέκα έτη, αυτός δ' εις εννέα μήνας τους πρώτους και δυνατωτάτους των Ιόνων. Και η αξίωσίς του δεν ήτον άδικος· διότι τω όντι πολλήν είχεν αδηλότητα και πολύν κίνδυνον ο πόλεμος ούτος, αν, ως λέγει ο Θουκυδίδης (547), παρ' ολίγον ήλθεν η πόλις των Σαμίων ν' αφαιρέση την θαλασσοκρατίαν από των Αθηνών.
ΚΘ. Μετά δε ταύτα, εν ώ προεμηνύετο ήδη ο Πελοποννησιακός πόλεμος, έπεισε τον δήμον να στείλωσι βοήθειαν εις τους Κερκυραίους, πολεμουμένους υπό των Κορινθίων, και να οικειωθώσι νήσον έχουσαν ισχυράν ναυτικήν δύναμιν· διότι οι Πελοποννήσιοι διέκειντο υπέρποτε εις πολεμικάς προς αυτούς διαθέσεις. Ως δ' εψήφισεν ο δήμος την βοήθειαν, έστειλε τον Λακεδαιμόνιον (548), υιόν του Κίμωνος, έχοντα δέκα πλοία μόνον, ως εξυβρίζων αυτόν διότι ο οίκος του Κίμωνος πολλήν έτρεφεν εύνοιαν και φιλίαν προς τους Λακεδαιμονίους. Διά να συκοφαντηθή λοιπόν έτι μάλλον ως λακωνίζων ο Λακεδαιμόνιος, αν επί της στρατηγίας του ουδέν εγίνετο μέγα και ένδοξον, διά τούτο τω έδωκεν ολίγα πλοία, και τον έστειλε χωρίς να θέλη. Και κατά πάντα τρόπον ανθίστατο εις την πρόοδον των υιών του Κίμωνος, λέγων ότι και εκ των ονομάτων αυτών εφαίνετο ότι δεν ήσαν γνήσιοι, αλλά νόθοι (549) και ξένοι, διότι ο μεν ωνομάζετο Λακεδαιμόνιος, ο δε Θεσσαλός, και ο άλλος Ηλείος. Φαίνεται δ' ότι όλοι εγεννήθησαν εκ μητρός Αρκαδίας. Κατηγορούμενος δ' ο Περικλής διά τας δέκα ταύτας τριήρεις, ότι εχορήγησε μικράν μεν βοήθειαν εις τους έχοντας ανάγκην αυτής, μεγάλην δε πρόφασιν εις τους εγκαλούντας τους Αθηναίους, έστειλε πάλιν και άλλας περισσοτέρας εις την Κέρκυραν (550), αίτινες έφθασαν μετά την μάχην. Εν ώ δ' ωργίζοντο οι Κορίνθιοι, και κατηγόρουν τους Αθηναίους εις την Λακεδαίμονα, ήλθον οι Μεραγείς, παραπονούμενοι ότι αφ' όλων των αγορών και των λιμένων όπου κρατούσιν οι Αθηναίοι, εμποδίζουσι και διώκουσιν αυτούς παρά το κοινόν δίκαιον και παρά τους όρκους των Ελλήνων. Οι δ' Αιγινήται, αδικούμενοι και αυτοί, ως φαίνεται, και πιεζόμενοι, παρεπονούντο κρυφίως προς τους Λακεδαιμονίους, μη έχοντες θάρρος να κατηγορήσωσι φανερώς τους Αθηναίους. Εν τούτοις δε και η Ποτίδαια (551) πόλις υπήκοος των Αθηναίων, άποικος δε των Κορινθίων, αποστατήσασα και πολιορκουμένη, επετάχυνεν έτι μάλλον τον πόλεμον. Επειδή όμως πρεσβείαι εστάλησαν εις Αθήνας, και ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος διήλλαξε τας πλείστας των διαφορών, και επράυνε τους συμμάχους, ο πόλεμος εφαίνετο, ως εκ των άλλων αιτιών, ότι δεν ήθελεν εκραγή κατά των Αθηναίων, αν είχον πεισθή να καταργήσωσι το Μεγαρικόν ψήφισμα, και να φιλιωθώσι μετά των Μεγαρέων. Δι' ό προ πάντων ο Περικλής, εναντιωθείς εις τούτο, και παροξύνας τον δήμον να επιμείνη εις την προς τους Μεγαρείς φιλονεικίαν του, μόνος εκατηγορήθη ως αιτία του πολέμου γενόμενος.
Λ. Λέγουσι δ' ότι όταν ήλθε περί τούτου πρεσβεία εις Αθήνας εκ Λακεδαίμονος, και ο Περικλής επρότεινε νόμον απαγορεύοντα ν' αφαιρεθή το πινάκιον, εφ' ού ήτον γεγραμμένον το ψήφισμα, ο Πολυάρκης, είς των πρέσβεων, είπε· «Μη το αφαιρής λοιπόν, αλλά στρέψον αυτό εντός. Δεν υπάρχει νόμος όστις ν' απαγορεύη και τούτο.» Και ο μεν λόγος εφάνη ευφυής, αλλ' ο Περικλής δεν ενέδωκε. Φαίνεται δ' ότι είχε και ιδιαιτέραν τινά κατά των Μεγαρέων απέχθειαν. Κοινόν δε προσάπτων, και φανερόν έγκλημα εις αυτούς, ότι κατατέμνουσι τα ιερά λειβάδια (552), γράφει ψήφισμα, να σταλή κήρυξ, ο ίδιος προς αυτούς και προς τους Λακεδαιμονίους, και να κατηγορήση τους Μεγαρείς. Και τούτο μεν το ψήφισμα του Περικλέους περιείχεν εύλογον δικαιολογίαν και ήμερον. Επειδή όμως ο σταλείς κήρυξ Ανθεμόκριτος εθανατώθη, και ο θάνατός του προσήφθη εις τους Μεγαρείς, γράφει ψήφισμα κατ' αυτών ο Χαρίνος, να υπάρχη κατ' αυτών άσπονδος και ακήρυττος έχθρα, όστις δε Μεγαρεύς εισέλθη εις την Αττικήν, να τιμωρήται διά θανάτου, οι δε στρατηγοί, όταν ομνύωσι τον πατρικόν όρκον, να ορκίζωνται ότι δις κατ' έτος θα εισβάλλωσιν εις την Μεγαρικήν· ο δ' Ανθεμόκριτος να ταφή παρά τας Θριασίας πύλας, αίτινες τώρα ονομάζονται Δίπυλον (553). Οι δε Μεγαρείς, αρνούμενοι τον φόνον του Ανθεμοκρίτου, επιρρίπτουσι την ευθύνην εις την Ασπασίαν και τον Περικλήν, αναφέροντες τα περιβόητα και δημώδη ταύτα στιχάρια των Αχαρνέων (554).
Σιμαίθαν την εταίραν εις τα Μέγαρα
κρασοπατέρες νέοι ήλθαν κ' έκλεψαν,
κ' οι Μεγαρείς πονέσαντες, αντέκλεψαν
της Ασπασίας δύο εταιρίδια.
ΛΑ. Και η μεν αρχή ποία τις ήτον δεν είν' εύκολον να το ηξεύρωμεν. Της δε μη ακυρώσεως του ψηφίσματος την αιτίαν όλοι ομοφώνως αποδίδουσιν εις τον Περικλέα. Πλην, οι μεν λέγουσιν ότι επέμεινεν αυτός εκ μεγαλοφροσύνης και εκ φρονήσεως, προς το δημόσιον καλόν, φρονών ότι η απαίτησις των Λακεδαιμονίων ήτον δοκιμή αν η πόλις ενδίδη, και ότι η παραδοχή αυτής θα ήτον ασθενείας εξομολόγησις· οι δε, ότι μετ' αυθαδείας μάλλον τινός, και τον πόλεμον επιθυμών όπως λάβη ισχύν και δόξαν, περιεφρόνησε τους Λακεδαιμονίους. Η δε χειροτέρα όλων των αιτιών, ήτις όμως έχει τους πλείστους μάρτυρας, ούτω πώς λέγεται. Ο γλύπτης Φειδίας, ήτον, ως είπομεν, εργολάβος του αγάλματος (555). Ήτον δε φίλος του Περικλέους, και μεγίστην είχεν επιρροήν παρ' αυτώ· δι' ό, φθονούμενος, είχεν εχθρούς, τινάς μεν δι' εαυτόν, άλλοι δε θέλοντες δι' αυτού να δοκιμάσουν οποίος κριτής θα εδείκνυτο ο δήμος ως προς τον Περικλέα, κατέπεισαν Μένωνά τινα, ένα των εργατών του Φειδίου, και τον εκάθισαν οικέτην εις την αγοράν, ζητούντα άδειαν να καταμηνύση και κατηγορήση τον Φειδίαν. Ο δήμος λοιπόν εδέχθη τον άνθρωπον, και εγένετο καταγγελία εις την εκκλησίαν. Και περί κλοπών μεν ουδέν ελέγετο, διότι ο Φειδίας ούτως ειργάσθη εξ αρχής αμέσως και προσέθηκεν εις το άγαλμα τον χρυσόν, κατά συμβουλήν του Περικλέους, ώστε δυνατώτατον ήτον να τον αφαιρέσωσι, και ν' αποδείξωσι το βάρος αυτού· και τούτο είπε τότε ο Περικλής εις τους κατηγόρους να πράξωσιν. Αλλά τον Φειδίαν επίεζεν υπό φθόνου η δόξα των έργων του, και μάλιστα διότι παραστήσας επί της ασπίδος την μάχην των Αμαζόνων, ενετύπωσε την ιδίαν αυτού μορφήν, ως γέροντος φαλακρού, αίροντος πέτραν διά των δύο χειρών του (556), και προσέθηκεν ωραιοτάτην εικόνα του Περικλέους, μαχομένου προς Αμαζόνα. Το δε σχήμα της χειρός, υψούσης το δόρυ εμπρός του προσώπου του Περικλέους, ήτον τοσούτον επιτηδείως διατεθειμένον, ώστε θέλει τρόπον τινά να κρύπτη την ομοιότητα, υποφαινομένην όμως εκατέρωθεν. Και ο μεν Φειδίας εις το δεσμωτήριον ριφθείς, απέθανε νοσήσας, ως δέ τινες λέγουσι, φαρμακευθείς υπό των εχθρών του Περικλέους, νέαν ζητούντων διαβολής αφορμήν. Εις δε τον κατήγορον Μένωνα, διά ψηφίσματος ό έγραψεν ο Γλύκων, έδωκεν ο δήμος ατέλειαν (557), και προσέταξε τους στρατηγούς να επιμελώνται περί της ασφαλείας του ανθρώπου.
ΛΒ. Κατά τον αυτόν δε περίπου χρόνον εδικάζετο και η Ασπασία δι' ασέβειαν, εγκαλουμένη υπό Ερμίππου του κωμωδοποιού, και κατηγορουμένη προσέτι ότι εδέχετο ελευθέρας γυναίκας προς χάριν του Περικλέους. Και ψήφισμα έγραψεν ο Διοπείθης (558), να καταγελθώσιν εις τον δήμον (559) οι μη τα θεία πιστεύοντες, ή διδάσκοντες λόγους περί των μετεωρολογικών, αντανακλών ούτω την υπόνοιαν διά του Αναξαγόρου εις τον Περικλέα. Ως δ' εδέχθη και ενέκρινε την καταμήνυσιν ο δήμος, εκυρώθη ψήφισμα προταθέν υπό του Δρακοντίδου (560), ο Περικλής να καταθέση εις τους Πρυτάνεις (561) τους απολογισμούς των χρημάτων, οι δε δικασταί, την ψήφον φέροντες από του βωμού, να κρίνωσιν εντός της Ακροπόλεως (562). Ο δε Άγνων τούτο μεν αφήρεσεν από του ψηφίσματος, έγραψε δε να κριθή η δίκη υπό χιλίων πεντακοσίων δικαστών (563), είτε κλοπής και δωροδοκίας, είτε αδικίας ήθελέ τις να ονομάση την καταμήνυσιν. Και της μεν Ασπασίας κατώρθωσε την απόλυσιν, πολλά, ως ο Αισχίνης λέγει, χύσας υπέρ αυτής δάκρυα επί της δίκης, και πολλάς παρακλήσεις απευθύνας εις τους δικαστάς. Τον δ' Αναξαγόραν, φοβηθείς, εξαπέστειλε, και συνώδευσεν ο ίδιος εκτός της πόλεως. Όταν δε διά του Φειδίου δυσηρέστησε τον δήμον, φοβηθείς το δικαστήριον, ανήψε τον πόλεμον, απειλούντα ήδη και υπεκκαιόμενον, διότι ήλπιζε να διασκεδάση τας κατηγορίας και να ταπεινώση τον φθόνον, όταν, εν μέσω μεγάλων πραγμάτων και κινδύνων, η πόλις ήθελεν εις εκείνον μόνον εμπιστευθή εαυτήν διά την επισημότητα αυτού και την δύναμιν. Αύται λοιπόν λέγονται αι αιτίαι δι' άς δεν αφήκε τον δήμον να ενδώση εις τους Λακεδαιμονίους. Το δ' αληθές είναι άδηλον.
ΛΓ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ηξεύροντες ότι αν εκείνου την δύναμιν καταβάλωσι, θέλουσιν έχει τους Αθηναίους κατά πάντα μαλακωτέρους, τους προέτρεπον ν' αποδιώξωσι το μίασμα το κηλιδούν, το εκ μητρός γένος αυτού (564)· ως λέγει ο Θουκυδίδης. Αλλ' η απόπειρα απέβη όλως εναντία εις τους προτείναντας. Διότι αντί υποψίας και διαβολής, ο Περικλής έτι περισσοτέραν απήλαυσε τιμήν και εμπιστοσύνην παρά τοις πολίταις, όταν είδον ότι τον εμίσουν και τον εφοβούντο μάλιστα οι εχθροί. Διό και πριν εισβάλη εις την Αττικήν ο Αρχίδαμος μετά των Πελοποννησίων, είπεν ο Περικλής εις τους Αθηναίους, αν, λεηλατών τ' άλλα μέρη ο Αρχίδαμος, εφείδετο των εδικών του κτημάτων εξ αιτίας της παλαιάς σχέσεως ήτις υπήρχε μεταξύ των, ή όπως δώση εις τους εχθρούς του διαβολής αφορμάς, ότι αυτός εχάριζε και τα κτήματα και τας επαύλεις του εις την πόλιν. Εισέβαλον λοιπόν εις την Αττικήν μετά στρατού μεγάλου οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, υπό την αρχηγίαν του Βασιλέως Αρχιδάμου· και λεηλατούντες την χώραν, προυχώρησαν εις τας Αχαρνάς (565), και εστρατοπέδευσαν εκεί, πιστεύοντες ότι οι Αθηναίοι δεν θα το ανείχοντο, αλλά θ' αντιπαρετάττοντο μετ' οργής και υπερηφανείας. Εις τον Περικλέα όμως δύσκολον εφαίνετο να συνάψη μάχην υπέρ αυτής της πόλεως προς εξήκοντα χιλιάδας Πελοποννησίων και Βοιωτών· διότι τοσούτοι ήσαν οι κατ' αρχάς εισβαλόντες. Τους δε θέλοντας να πολεμήσωσι και δυσαρεστούμενους διά τα γινόμενα κατεπράυνε λέγων, ότι δένδρα μεν καταρριφθέντα και κοπέντα αναφύονται ταχέως, άνδρες δε φονευθέντες, ευκόλως δεν αναζώσι. Δεν συνεκάλει δε τον δήμον εις εκκλησίαν, φοβηθείς μη παρά την θέλησίν του βιασθή· αλλ' ως κυβερνήτης πλοίου, όταν άνεμος επέρχηται εις το πέλαγος, διαθέσας τα πάντα, και καλώς εξαρτήσας τα άρμενα, μεταχειρίζεται την τέχνην αυτού αφήνων τα δάκρυα και τας παρακλήσεις των επιβατών όσοι πάσχουσιν υπό ναυτίας ή φόβου, ούτω και αυτός, κλείσας την πόλιν, και φύλακας πανταχού τάξας προς ασφάλειαν, ηκολούθει τας ιδίας αυτού εμπνεύσεις, ολίγον φροντίζων περί των καταβοώντων και των αγανακτούντων, ει και πολλοί μεν των φίλων του επέμενον παρακαλούντες αυτόν, πολλοί δε των εχθρών του τον ηπείλουν και κατηγόρουν, πολλοί δ' έψαλλον άσματα και χλευασμούς προς καταισχύνην, υβρίζοντες την στρατηγίαν αυτού ως άνανδρον, και τα πράγματα εις τους εχθρούς αφήνουσαν. Επέπιπτε δε κατ' αυτού και ο Κλέων, ωφελούμενος εκ της εναντίον του οργής των πολιτών όπως δημαγωγήση, ως δηλούσι και τ' ανάπαιστα (566) ταυτά του ποιητού Ερμίππου (567).
«Βασιλεύ των σατύρων, ειπέ, διατί
να βαστάξης το δόρυ δεν θέλεις λοιπόν,
αλλά λόγους πολέμου κηρύττεις δεινούς,
την ψυχήν δε του Τέλητος έχεις;
(568)
Κ' οι οδόντες σου τρύζουν, ως όταν κοπίς
εις ακόνην ακούσης να τρύζη σκληράν,
και σε δάκνει αστράτττων ο Κλέων;
(569)»
ΛΔ. Πλην υπ' ουδενός των τοιούτων εκινήθη ο Περικλής, αλλά πράως και εν σιωπή την αδοξίαν και την απέχθειαν υπομένων, και πέμψας στόλον εκατόν πλοίων περί την Πελοπόννησον, αυτός δεν συνεξέπλευσεν, αλλ' έμεινεν οικουρών και εις την εξουσίαν του έχων την πόλιν, έως ότου ανεχώρησαν οι Πελοποννήσιοι. Περιποιούμενος όμως το πλήθος, αγανακτούν ουχ ήττον ένεκα του πολέμου, το εκολάκευε διά διανομών χρημάτων, και έγραφε ψηφίσματα περί κληρουχιών, και αποδιώξας όλους τους Αιγινήτας, διένειμε διά λαχνών την νήσον εις τους Αθηναίους. Παρηγορούντο δ' ούτοι οπωσούν και εξ όσων έπασχον οι εχθροί· διότι περιπλέοντες την Πελοπόννησον, ελεηλάτουν πολλήν χώραν και τας μικράς πόλεις αυτής· και ο ίδιος, εισβαλών εις την Μεγαρικήν, την κατέφθειρε πάσαν. Εκ τούτου, δ' εγίνετο προφανές ότι πολλά μεν κακοποιούντες οι εχθροί τους Αθηναίους, πολλά δε πάσχοντες υπ' εκείνων διά θαλάσσης, δεν θα παρέτεινον τοσούτον τον πόλεμον, αλλά ταχέως θ' απέκαμνον, καθώς εξ αρχής προείπεν ο Περικλής, αν θεία τις βούλησις δεν είχεν εναντιωθή εις των ανθρώπων τους διαλογισμούς. Τώρα δε, πρώτον μεν επέπεσεν η λοιμική φθορά, και εξηφάνισε πάσαν την ακμάζουσαν ηλικίαν και πάσαν την δύναμιν. Υπ' αυτής προσβαλλόμενοι και κατά τα σώματα και κατά τας ψυχάς, εξηγριώθησαν εντελώς κατά του Περικλέους, και ως αν υπό της νόσου παραφρονήσαντες εξανίσταντο κατ' ιατρού ή κατά πατρός, προσηνέχθησαν αδικώτατα κατ' αυτού, πεισθέντες υπό των εχθρών ότι την μεν νόσον επέφερεν η συσσώρευσις του πλήθους των χωρικών εις την πόλιν, διότι εν καιρώ θέρους ηναγκάζοντο πολλοί ομού να διάγωσιν εις μικρά οικήματα και εις πνιγηράς σκηνάς ζωήν οικουρόν και αργήν, αντί της καθαράς διαίτης ήν είχον εις τον ανοικτόν αέρα το πρότερον· τούτου δ' αίτιος ότι ήτον εκείνος, όστις ένεκα του πολέμου έχυσε τον όχλον των αγρών εις τα τείχη, χωρίς εις ουδέν να μεταχειρίζηται τους τόσους ανθρώπους, και εμάνδρωσεν αυτούς ως βοσκήματα, αφήνων να μεταδίδηται το μίασμα αμοιβαίως, και μη χορηγών εις αυτούς ουδεμίαν της τύχης των μεταβολήν ή ανακούφισιν.
ΛΕ. Ταύτα θέλων να θεραπεύση, και να βλάψη ολίγον τους εχθρούς, εισεβίβασεν εις εκατόν πεντήκοντα πλοία πολλούς και ανδρείους οπλίτας και ιππείς, και έμελλε ν' αποπλεύση, χορηγών διά της τοιαύτης δυνάμεως μεγάλην ελπίδα εις τους πολίτας, και όχι ολιγώτερον φόβον εις τους εχθρούς. Εν ώ δ' ήσαν πλήρη τα πλοία, και ο Περικλής είχεν ήδη αναβή εις την ιδίαν αυτού τριήρη, συνέβη ηλίου έκλειψις, και έγινε σκότος, και όλοι είδον μετά καταπλήξεως τούτο, ως μέγα σημείον. Βλέπων δ' ο Περικλής τον κυβερνήτην περίφοβον και απορούντα τι να πράξη, ύψωσε την χλαμύδα εμπρός των οφθαλμών του, και καλύψας αυτούς, τον ηρώτησεν αν θεωρή τούτο ως μέγα δεινόν ή ως σημείον δεινού τινος. Ως δ' απεκρίθη «όχι» ο κυβερνήτης· «Τι λοιπόν, είπε, διαφέρει τούτου εκείνο, εκτός ότι το σώμα εξ ού προήλθεν η επισκότισις είναι μεγαλήτερον της χλαμύδος;» Αλλά ταύτα συζητούνται εις τα σχολεία των φιλοσόφων. Εκπλεύσας δ' ο Περικλής, ουδέν φαίνεται πράξας άξιον της προπαρασκευής. Πολιορκήσας δε την ιεράν Επίδαυρον (570), ήτις παρείχεν ελπίδας ότι θέλει κυριευθή, απέτυχεν εξ αιτίας της νόσου· διότι επελθούσα εξολόθρευσεν όχι μόνον αυτούς, αλλά και όλους όσοι έλαβον οπωσούν επιμιξίαν μετά του στρατού. Ως εκ τούτου ωργίζοντο οι Αθηναίοι κατ' αυτού, και επροσπάθει να τους παρηγορή και να τους ενθαρρύνη. Αλλά δεν έπαυσε την οργήν των, ουδέ τους μετέπεισεν, έως ου λαβόντες κατ' αυτού εις τας χείρας τας ψήφους, και της τύχης του γινόμενοι κύριοι, τω αφόρεσαν την στρατηγίαν, και τω επέβαλον ζημίαν χρηματικήν, ήν οι μεν λέγουσι δεκαπέντε ταλάντων εις ελάχιστον όρον, οι δε εις ανώτατον πεντήκοντα. Κατήγορος δ' εις την δίκην, επεγράφη, ως μεν λέγει ο Ιδομενεύς (571), ο Κλέων, ως δ' ο Θεόφραστος (572), ο Σιμμίας, ο δ' Ηρακλείδης ο Ποντικός (573), λέγει τον Λακρατίδαν.
ΛΣΤ. Το δημόσια όμως ατυχήματά του έμελλον ταχέως να παύσωσι, διότι το πλήθος μετά της πληγής είχεν αφήσει εις αυτόν και το κέντρον του (574). Αλλά τα του οίκου του ήσαν εις δυστυχεστάτην κατάστασιν, διότι επί του λοιμού απέθανον ουκ ολίγοι των οικείων του, και προ πολλού ετάραττον διαιρέσεις αυτούς. Ούτως ο πρεσβύτερος των γνησίων υιών του Ξάνθιππος, πολυδάπανος ων και αυτός εκ φύσεως, και γυναίκα νέαν και πολυτελή νυμφευθείς, την θυγατέρα Ισάνδρου του Επιλύκου, ηγανάκτει διά την ακρίβειαν (575) του πατρός του, όστις ολίγα και κατ' ολίγον τω έδιδεν. Ούτος έστειλε και έλαβε παρ' ενός φίλου του αργύριον, ως εκ μέρους του Περικλέους. Επειδή δ' έπειτα εκείνος απήτει αυτό, ο μεν Περικλής και δίκην εκίνησε κατ' αυτού· ο δε νεανίσκος Ξάνθιππος επί τούτω δυσαρεστηθείς, εκακολόγει τον πατέρα του, και πρώτον μεν διηγείτο χλευαστικώς τας κατ' οίκον συναναστροφάς αυτού, και τας συνομιλίας άς είχε μετά των σοφιστών. Όταν πένταθλός τις (576) φερ' ειπείν, εκτύπησε διά του ακοντίου του ακουσίως τον Φαρσάλιον (577) Επιτίμιον, και τον εφόνευσεν, έλεγεν ότι εδαπάνησεν ολόκληρον ημέραν ο Περικλής μετά του Πρωταγόρου, συζητών αν το ακόντιον ή ο ρίψας αυτό, ή οι αγωνοθέται έπρεπε κατ' ορθότατον λόγον να θεωρηθώσιν ως αίτιοι του κακού (578). Προσότι δε και την περί της ιδίας αυτού γυναικός κατηγορίαν λέγει ο Στησίμβροτος ότι αυτός ο Ξάνθιππος διέδωκεν εις το πλήθος (579), και ότι μέχρι του θανάτου του διετήρησεν ο νέος άσπονδον την κατά του πατρός αυτού αντιπάθειαν. Απέθανε δ' ο Ξάνθιππος ασθενήσας επί του λοιμού. Απώλεσε δε τότε ο Περικλής και την αδελφήν του και των συγγενών και φίλων του τους πλείστους και τους χρησιμωτάτους εις τα της πολιτείας. Αλλά δεν απηλπίσθη, ουδ' εταπεινώθη το φρόνημα και το μέγεθος της ψυχής αυτού υπό των συμφορών και ουδέ κλαίων, ουδέ νεκρόν συνοδεύων, ουδέ παρά τον τάφον εφάνη τινός των οικείων του, μέχρις ού απώλεσε και τον έσχατον των γνησίων υιών του, τον Πάραλον. Ο θάνατος όμως αυτού τον εκλόνισε· και επροσπάθει μεν να εμμείνη καρτερικώς εις το ήθος του, και να διαφυλάξη την μεγαλοψυχίαν. Φέρων όμως στεφάνον εις τον νεκρόν, κατεβλήθη υπό του πάθους άμα τον είδε, και εις κλαυθμόν παρεδόθη, και έχυσε πλήθος δακρύων, εν ώ ποτέ καθ' όλον τον βίον του τοιούτον τι δεν έπραξεν άλλοτε.
ΛΖ. Η δε πόλις, αφ' ού εδοκίμασε τους άλλους στρατηγούς και ρήτορας διά τον πόλεμον τούτον, επειδή ουδείς εφαίνετο έχων την ανάλογον προς τας περιστάσεις βαρύτητα, ουδ' αξίαν παρέχουσαν τας δεούσας εγγυήσεις προς τοιαύτην αρχήν, ήρχισε να ποθή πάλιν εκείνον, και να τον καλή εις το βήμα και εις την στρατηγίαν. Εκείνος δε κατέκειτο εις την οικίαν του αθυμών διά το πένθος αυτού, μέχρις ού τέλος ο Αλκιβιάδης και οι άλλοι του φίλοι τον έπεισαν να εξέλθη· και αφ' ού ο δήμος εζήτησε συγχώρησιν διά την προς αυτόν αγνωμοσύνην του, ανεδέχθη πάλιν την διεύθυνσιν των πραγμάτων, και εκλεχθείς στρατηγός, επρότεινε την κατάργησιν του περί νόθων νόμου, όν ο ίδιος είχεν άλλοτε εισαγάγει, ίνα μη εκλείψη παντάπασιν από του οίκου αυτού το όνομα και το γένος δι' έλλειψιν διαδοχής. Ήσαν δε τα κατά τον νόμον τοιαύτα. Όταν ήκμαζεν ο Περικλής εις την πολιτείαν, προ πάρα πολλών χρόνων, και έχων, ως είπομεν, υιούς γνησίους, έγραψε νόμον, Αθηναίοι να είναι μόνοι οι εκ δύο Αθηναίων γεννηθέντες. Όταν δ' ο βασιλεύς των Αιγυπτίων έστειλε δωρεάν εις τον δήμον τεσσαράκοντα χιλιάδας μεδίμνων σίτου, και επρόκειτο να διανεμηθώσιν αυτόν οι πολίται, πολλαί ως εκ του ψηφίσματος εκείνου ανεφύοντο δίκαι κατά των νόθων, οίτινες πρότερον δεν εγνωρίζοντο και παρεβλέποντο, πολλοί δε και συκοφαντιών εγίνοντο θύματα. Και διά τούτο καταδικασθέντες επωλήθησαν περί τους πεντακισχιλίους σχεδόν (580) οι δε μείναντες εις την πολιτείαν και κριθέντες Αθηναίοι, ευρέθησαν δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα. Ήτον λοιπόν δεινόν, νόμος όστις εφηρμόσθη κατά τοσούτων, ν' ακυρωθή πάλιν υπ' αυτού εκείνου όστις τον επρότεινεν· αλλ' η οικιακή δυστυχία του Περικλέους, δι' ής εφαίνετο τιμωρηθείς διά την υπεροψίαν και την μεγαλαυχίαν του, εκίνησε τους Αθηναίους εις οίκτον· και φρονούντες ότι αφ' ού υπέστη την θείαν δίκην, είχεν ανάγκην φιλανθρώπου επιεικείας, τω επέτρεψαν να εγγράψη τον νόθον εις τους φράτορας (581) δίδων εις αυτόν το ίδιον αυτού όνομα. Και τούτον μεν μετέπειτα, νικήσαντα τους Λακεδαιμονίους εις την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν, εφόνευσεν ο δήμος μετά των συστρατήγων του.
ΛH. Τότε φαίνεται ότι τον Περικλέα κατέλαβεν ο λοιμός, ουχί μετ' οξύτητος και ορμής καθώς άλλους, αλλ' ως ηπία τις αρρωστία, ήτις παρατεινομένη και ποικίλως μεταβαλλομένη, βραδέως κατέστρεφε το σώμα, και κατέβαλλε της ψυχής την μεγαλοφροσύνην. Ο δε Θεόφραστος, εις τα ηθικά αυτού, συζητών αν τα ήθη συμμεταβάλλωνται μετά της τύχης, και υπό των παθών του σώματος συνταραττόμενα, αποβάλλωσι την αρετήν, διηγείται ότι ο Περικλής εις φίλον τινά όστις τον επεσκέπτετο έδειξεν ότι αι γυναίκες τω είχον δέσει φυλακτόν περί τον τράχηλον, απόδειξιν λέγων τούτο ότι πολύ κακώς διέκειτο, αφ' ού και ταύτην υπέμεινε την αβελτηρίαν. Εν ώ δ' αυτός επλησίαζεν εις τον θάνατον, καθήμενοι πέριξ αυτού οι επισημότεροι των πολιτών, ωμίλουν περί της αρετής αυτού, και έλεγον πόση υπήρξεν αυτού η δύναμις, και απηρίθμουν τας πράξεις και των τροπαίων αυτού το πλήθος· διότι στρατηγών και νικών, εννέα έστησε τρόπαια. Ωμίλουν δε ταύτα προς αλλήλους, νομίζοντες ότι δεν τους ακούει, και ότι είχεν ήδη απολέσει την αίσθησιν. Αλλ' εκείνος προσείχεν εις όλα όσα ελέγοντο, και διακόψας αυτούς, είπεν ότι απορεί ακούων αυτούς να επαινώσι και ν' απομνημονεύωσιν έργα αυτού εις ά συνετέλεσε και η τύχη, και κατωρθώθησαν πολλάκις και, υπό πολλών στρατηγών, ότι δε δεν λέγουσι το κάλλιστον και το μέγιστον, «ότι εξ αιτίας εμού ουδείς Αθηναίος εμελανοφόρησεν.»
ΛΘ. Ήτον δ' ο ανήρ θαυμαστός ου μόνον διά την επιείκειαν και πραότητα ήν εν μέσω τοσούτων περιστάσεων και απέναντι μεγάλων αντιπαθειών διετήρησεν, αλλά και διά το φρόνημα αυτού, θεωρούντος ως το άριστον εξ όλων αυτού των καλών, ότι εν μέσω τοσαύτης δυνάμεως ούτε εις φθόνον ούτε εις θυμόν ποτέ ενέδωκεν, ούτε κατά τινος ως εχθρός άσπονδος κατηνέχθη. Και μοι φαίνεται ότι του ήθους του η ευμένεια, και ο βίος αυτού όν διετήρησε καθαρόν και αμίαντον εν τω μέσω της εξουσίας, αναδεικνύουσιν ουχί κατακριτέαν, αλλά πρέπουσαν εις αυτόν την ογκώδη και σοβαράν του Ολυμπίου προσωνυμίαν. Διότι περί του γένους των Θεών φρονούμεν ότι, αίτιον όν των καλών (582), παντός δε κακού αναίτιον, διά τούτο άρχει και βασιλεύει των όντων ουχί καθώς οι ποιηταί (583) συνταράττουσιν ημάς διά δοξασιών, αίτινες εξ αυτών των ποιημάτων αυτών ελέγχονται αμαθέσταται· διότι τον μεν τόπον εις όν λέγουσιν ότι οι Θεοί κατοικούσι, καλούσιν έδαφος ασφαλές (584) και ασάλευτον, ουδ' ανέμους ουδέ σύννεφα έχον, αλλ' υπό μαλακής αιθρίας και υπό φωτός καθαρού διά παντός του χρόνου ομαλώς περιλαμπόμενον τοιαύτη τω όντι διαμονή αρμόζει μάλιστα εις την μακαρίαν και αθάνατον αυτών φύσιν αυτούς δε τους Θεούς παριστώσι ταραχής πλήρεις, και δυσμενείας, και οργής, και άλλων παθών, μη πρεπόντων ουδ' εις ανθρώπους νουν έχοντας. Αλλά ταύτα μεν ίσως κριθή μάλλον ότι εις άλλην ανήκουσι πραγματείαν. Ταχέως δ' η κατάστασις των πραγμάτων επαισθητήν κατέστησεν εις τους Αθηναίους του Περικλέους την στέρησιν, και πόθον αυτού τοις ενέπνευσε. Διότι όσοι επί ζωής του ησθάνθησαν βαρείαν αυτού την δύναμη, ήτις τους επεσκίαζεν, άμα εκείνος εξέλιπε, και απεπειράθησαν άλλων ρητόρων και δημαγωγών, ωμολόγουν ότι ουδέποτε υπήρξε συμπεριφορά μετριωτέρα μετά μεγαλοπρεπείας, και σοβαρωτέρα μετά πραότητος. Η δ' επίφθονος ισχύς εκείνη, ήτις πριν ελέγετο μοναρχία και τυραννίς, εφάνη τότε ότι ήτον σωτήριον της πολιτείας στήριγμα· διότι την τοσαύτην ορμήν και το πλήθος της κακίας ήτις έφθειρε τα δημόσια πράγματα, εξασθενών εκείνος και ταπεινών, την απέκρυπτε, και δεν την άφηνε ν' αποβή ολεθρία εις την εξουσίαν.
ΦΑΒΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ
A. ΚΑI ο μεν Περικλής τοιούτος ην κατά τα περί αυτού μάλλον αξιομνημόνευτα, όσα
περιήλθον μέχρις ημών. Ήδη δε μεταβαίνομεν εις του Φαβίου την ιστορίαν.
Λέγουσιν ότι νύμφη τις, ή επιχώριός τις γυνή, συζευχθείσα μετά του Ηρακλέους
περί τον ποταμόν Θύμβριν
(585)
εγέννησε τον Φάβιον, εξ ού προέκυψε τα μέγα και επίσημον γένος των Φαβίων εν
Ρώμη. Ιστορούσι δέ τινες ότι οι του γένους τούτου αρχηγοί, πρώτοι
μεταχειρισθέντες ορύγματα τάφρων προς άγραν των ζώων, ωνομάζοντο το πάλαι
Φόδιοι, διότι Φόσσαι μέχρι τούδε καλούνται τα
ορύγματα, και το σκάπτειν Φόδερε
(586)· μετά
καιρόν δ' ότι μετεβλήθησαν δύο γράμματα, και ωνομάσθησαν Φάβιοι. Εξήλθον δ'
εκ της οικίας άνδρες πολλοί και μεγάλοι· ο δε Φάβιος Μάξιμος
(587), περί
ού ταύτα γράφομεν, ήτον τέταρτος από Ρούλλου
(588) του
μεγίστου, και διά τούτο Μαξίμου
(589)
επονομασθέντος παρά Ρωμαίοις. Ήτον δε το σωματικόν αυτού επωνύμιον ο
Βερούκωσσος
(590), διότι
είχεν έκφυμα μικρόν εις το επάνω χείλος. Οουικούλας δε σημαίνει το μικρόν
πρόβατον
(591). Τω
εδόθη δε και η επωνυμία αύτη, διότι είχε πράον και βαρύ το ήθος κατά την
παιδικήν ηλικίαν του· διότι ο ήσυχος και σιωπηλός αυτού χαρακτήρ, και η ολίγη
του προθυμία προς τας ηδονάς των παιδίων, και το ότι βραδέως και επιπόνως
εμάνθανεν, ην δε προς τους συντρόφους του ευπειθής και εύκολος, έδιδον εις τους
ξένους υπόνοιαν αμβλύτητός τινος και νωθρότητος του νοός· ολίγοι δ' ήσαν οι
εννοούντες ότι η δυσκινησία αυτού προήρχετο υπό βάθους, και ότι εις την φύσιν
αυτού ενυπήρχε τι το μεγαλόψυχον και το λεοντώδες. Αλλά μετ' ου πολύ, ως ο
καιρός προυχώρει, υπό των πραγμάτων εξεγειρόμενος, απέδειξεν εις πάντας ότι
ήτον απάθεια το νομιζόμενον αδιαφορία, φρόνησις ότι ήτον η περίσκεψις, και το
να μη ορμά, ουδέ ταχέως να μετακινήται, ότι ήτον ευστάθεια και ασφάλεια.
Βλέπων δε και της πολιτείας το μέγεθος, και των πολέμων το πλήθος, εξήσκει μεν
το σώμα του προς τον πόλεμον, ως όπλον εκ φύσεως εις αυτόν δεδομένον,
εγύμναζε δε και τον λόγον του εις όργανον πειθούς προς τον δήμον, καλώς προς
τον τρόπον του βίου του διαρρυθμίζων αυτόν, διότι εις τον λόγον του δεν υπήρχον
καλλωπισμοί, ουδέ ματαία χάρις και αγοραία, αλλά νους έχων ίδιον εκφράσεως
τρόπον, και μέγα βάθος ιδεών, καθ' ό λέγουσιν ότι ομοιάζει κυρίως του
Θουκυδίδου τον ρητορικόν χαρακτήρα· διότι σώζεται λόγος αυτού όν εξεφώνησεν
εις την συνέλευσιν του δήμου, εγκώμιον του υιού αυτού, αποθανόντος αφ' ού
υπάτευσεν.
Β. Υπάτευσε δε και ο ίδιος πεντάκις, και η πρώτη των υπατειών του εδοξάσθη διά του κατά των Λιγύων θριάμβου (592)· διότι νικηθέντες υπ' αυτού, και πολλούς απολέσαντες εις την μάχην, περιωρίσθησαν εις τας Άλπεις, και έπαυσαν λεηλατούντες και κακοποιούντες τας γείτονας της Ιταλίας χώρας. Όταν δ' ο Αννίβας (593), εισβαλών εις την Ιταλίαν, και νικήσας κατά πρώτον εις μάχην παρά τον Τρεβίαν ποταμόν, διήρχετο διά της Τυρρηνίας πορθών την χώραν, και μεγάλην έκπληξιν και φόβον προυξένησεν εις την Ρώμην, εγίνοντο τότε σημεία τινά μη συνήθη εις τους Ρωμαίους, τα διά κεραυνών, άλλα δε όλως αλλόκοτα και παράδοξα, οίον ότι, ως ερρέθη, ασπίδες εβράχησαν εφ' εαυτών δι' αίματος, και κατά το Άντιον (594) από των θεριζομένων σταχύων έρρεεν αίμα, και λίθοι πεπυρωμένοι και φλέγοντες ότι έπιπτον εκ του αέρος, υπέρ δε τους Φαλερίους (595) ότι εφάνη ο ουρανός σχισθείς, και ότι απ' αυτού έπεσον και διεσπάρησαν πολλά γραμμάτια, και εφ' ενός εφάνη γεγραμμένον κατά λέξιν «Ο Άρης σαλεύει τα όπλα του.» Και τούτων μεν ουδέν συνετάραξε τον Γάιον Φλαμίνιον, άνδρα φύσει μεν ορμητικόν και φιλότιμον, επαιρόμενον δε και διά τας μεγάλας επιτυχίας του, όταν παρά πάσαν προσδοκίαν, εναντίον των διαταγών της Βουλής και της γνώμης του συνάρχοντός του, συγκρουσθείς βιαίως μετά των Γαλατών, τους ενίκησε. Τον δε Φάβιον ολίγον ετρόμαξαν τα σημεία, διότι ήσαν παράλογα, αν και ισχυράν επί πολλών απετέλουν εντύπωσιν. Μανθάνων όμως ότι οι εχθροί ήσαν ολίγοι, και εστερούντο χρημάτων, παρεκίνει τους Ρωμαίους να δειχθώσι καρτερικοί, και να μη πολεμήσωσι κατ' ανθρώπου έχοντος στράτευμα διά πολλών αγώνων εξησκημένον εις τον πόλεμον· αλλά να στείλωσι βοηθείας εις τους συμμάχους, και κρατούντες τας πόλεις, ν' αφήνωσι την ακμήν του Αννίβου να μαραίνηται αφ' εαυτής, ως φλόγα ήτις ανέλαμψεν ολίγην έχουσα και ουχί στερεάν την τροφήν.
Γ. Αλλά δεν κατεπείθετο ο Φλαμίνιος· και λέγων ότι δεν θέλει ανεχθή να πλησιάση την Ρώμην ο πόλεμος, ουδέ θέλει πολεμήσει, ως ο αρχαίος Κάμιλλος, εντός της Ρώμης προς σωτηρίαν αυτής, διέταξε τους χιλιάρχους να εξαγάγωσι τον στρατόν, και επήδησεν εις ίππον ο ίδιος. Αλλ' ο ίππος άνευ προφανούς λόγου και αναιτίως κατελήφθη υπό τρόμου, και αγριεύσας, τον έρριψε· και έπεσε μεν ο Φλαμίνιος κατά κεφαλής, αλλά δεν μετέβαλε παντάπασι την γνώμην του, και ως εξ αρχής είχε την πρόθεσιν να κινηθή κατά του Αννίβου, παρετάχθη κατά την λεγομένην Θρασυμένην (596) λίμνην της Τυρρηνίας. Ως δε συνεκρούσθησαν οι στρατιώται, επί αυτής της μάχης συνέπεσε σεισμός, όστις και πόλεις κατέστρεψε, και ρεύματα ποταμού εκ της κοίτης αυτών μετέτρεψε, και κρημνών υπωρείας διέσχισεν· αλλ' αν και μετά τοσαύτης βίας επήλθεν, εκ των πολεμούντων όμως ουδείς τον εννόησε. Και ο μεν Φλαμίνιος διά πολλών και τόλμης και ανδρείας έργων διακριθείς, έπεσε, και περί αυτόν οι άριστοι των στρατιωτών. Οι δε λοιποί ετράπησαν εις φυγήν, και πολύς εγένετο αυτών φόνος, και δεκαπεντακισχίλιοι κατακόπησαν, και άλλοι τόσοι συνελήφθησαν ζώντες. Το δε σώμα του Φλαμινίου φιλοτιμούμενος να θάψη ο Αννίβας, και να το τιμήση διά την ανδρείαν αυτού, δεν το εύρε, και ουδείς ήξευρε πώς έγινεν άφαντον. Ουδείς δε, ούτε ο στρατηγός, όστις έγραψεν εις την Ρώμην, ούτε ο σταλείς ως κομιστής της αγγελίας, ωμολόγησεν αληθώς την κατά τον Τρεβίαν (597) γενομένην ήτταν, αλλ' είπε ψευσθείς ότι η νίκη έμεινεν άκριτος και αμφίβολος. Άμα δ' ήκουσε περί αυτής ο στρατηγός Πομπώνιος, συνεκάλεσε τον δήμον εις εκκλησίαν, και προσελθών ευθύς, είπεν απαρακαλύπτως, χωρίς περιπλοκών και δόλων· «Ενικήθημεν, ω άνδρες Ρωμαίοι, εις μεγάλην μάχην, και κατεστράφη το στρατόπεδον ημών, και ο ύπατος Φλαμίνιος εφονεύθη. Σκεφθήτε περί της σωτηρίας και ασφαλείας σας». Τούτον ρίψας τον λόγον ως καταιγίδα εις πέλαγος τοσούτου πλήθους, συνετάραξε πάσαν την πόλιν, ουδ' εδύναντο οι λογισμοί ν' αντιστώσιν εις τοιαύτην έκπληξιν και να την υπομείνωσιν. Όλοι δ' εις μίαν συνέπεσαν γνώμην, ότι τα πράγματα χρειάζονται ανεύθυνον μοναρχίαν, ήν καλούσι δικτατωρίαν, και άνθρωπον όστις να διαχειρισθή αυτήν αυστηρώς και αφόβως. Είς δε μόνος ότι είναι ούτος, ο Φάβιος Μάξιμος, όστις είχε φρόνημα και ήθους σοβαρότητα ανάλογον προς της αρχής ταύτης το μέγεθος, και εις την περίοδον εκείνην ήτον της ηλικίας του, καθ' ήν το σώμα διά της ρώμης του βοηθεί εισέτι τα βουλεύματα της ψυχής, και το θάρρος συγκιρνάται μετά της φρονήσεως.
Δ. Ως δ' απεφάσισαν ταύτα, εξελέγη μεν Δικτάτωρ ο Φάβιος, ωνόμασε δ' αυτός ίππαρχον τον Λεύκιον (598) Μινούκιον, και πρώτον μεν εζήτησε παρά της συγκλήτου την άδειαν να μεταχειρίζηται ίππον εις τας εκστρατείας· διότι τούτο δεν επετρέπετο, και παλαιός νόμος το απηγόρευεν, είτε διότι η κυριωτέρα του στρατού δύναμις εθεώρουν ότι συνίστατο εις το πεζικόν, και διά τούτο ενόμιζον ότι ο στρατηγός πρέπει να μένη μετά της φάλαγγος, και να μη αφήνη αυτήν είτε διότι ήθελον, ο δικτάτωρ, έχων καθ' όλα τα άλλα τυραννικήν και μεγάλην της αρχής του την εξουσίαν, να φαίνηται καθ' έν και μόνον, κατά τούτο, κατώτερος του δήμου. Θέλων δ' ο Φάβιος ευθύς να δείξη της εξουσίας του το μέγεθος και τον όγκον, όπως τω είναι ευπειθέστεροι και μάλλον τω υπακούωσιν οι πολίται, εξήλθε συναθροίσας περί εαυτόν εικοσιτέσσαρας ραβδούχους, και ιδών τον άλλον ύπατον ερχόμενον προς αυτόν, έστειλεν υπηρέτην και τω είπε ν' αποπέμψη τους ραβδούχους του, να καταθέση τα παράσημα της αρχής, και να προσέλθη ως ιδιώτης. Έπειτα δε, κάλλιστα από Θεών αρχόμενος, και εξηγήσας εις τον δήμον ότι εδυστύχησε διότι ο στρατηγός ελησμόνησε και περιεφρόνησε τα θεία, ουχί διότι οι αγωνισθέντες εδείχθησαν άνανδροι, παρεκίνει αυτόν να μη φοβήται τους εχθρούς, συγχρόνως δε να εξιλεώση τους Θεούς και να τους τιμά. Διά τούτων δε δεν τοις ενέπνεε δεισιδαιμονίαν, αλλά τους ενεθάρρυνεν εις την αρετήν διά της ευσεβείας, και αφήρει των Θεών τον φόβον, και τους παρηγόρει διά της ελπίδος προς τους Θεούς. Κατά την εποχήν δι' εκείνην ηνεώχθησαν και πολλά εκ των μυστικών βιβλίων αυτών, χρησμούς (599) περιέχοντα, άτινα καλούνται Σιβύλλεια, και λέγεται ότι τινές εκ των λόγων των εγγεγραμμένων εις αυτά εσυμφώνουν προς τας τότε τύχας και πράξεις των Ρωμαίων αλλά δεν επετρέπετο να γνωσθώσιν αυτά και εις άλλους. Ελθών λοιπόν ο δικτάτωρ εις το μέσον, ηυχήθη προς τους Θεούς, τάξας να προσφέρη εις θυσίαν όλα τα κατ' εκείνο το έτος νεογέννητα των αιγών και των χοίρων και των προβάτων και των βοών, όσα μέχρι της προσεχούς ανοίξεως ήθελον θρέψει της Ιταλίας τα όρη και αι πεδιάδες και οι ποταμοί και τα λειβάδια· να τελέση δε πανηγύρεις μουσικάς και θεατρικάς, διά δαπάνης σεστερτίων (600) τριακοσίων τριάκοντα τριών, και δηναρίων τριακοσίων τριάκοντα τριών, και προσέτι ενός τρίτου του δηναρίου. Αποτελεί δ' η ποσότης αύτη δραχμών ογδοήκοντα τρεις χιλιάδας και πεντακοσίας ογδοήκοντα τρεις, και οβολούς δύο. Τον λόγον δε διά την ποσότητα ταύτην και διά την ακρίβειαν της διανομής είναι δύσκολον να τον ειπώμεν, εκτός αν ήθελε τις να υμνήση της τριάδος την δύναμιν, διότι και φύσει είναι αριθμός τέλειος, και πρώτος είναι των περιττών, και αρχή καθ' εαυτόν της πληθύος, και συμπεριλαμβάνει εν εαυτώ, συναναμίξας και συναρμόσας, τας πρώτας διαφοράς και τα στοιχεία παντός αριθμού (601).
Ε. Ούτω λοιπόν οικοδομήσας προς το θείον την γνώμην του πλήθους ο Φάβιος, κατέστησεν αυτό θαρραλεώτερον προς το μέλλον. Αυτός δε τας ελπίδας της νίκης εις εαυτόν στηρίξας, εν πεποιθήσει ότι ο Θεός διά της φρονήσεως και διά της αρετής χορηγεί τας επιτυχίας, τρέπεται κατά του Αννίβου, ουχί επί σκοπώ του να πολεμήση αυτόν, αλλά θέλων να κατατρίψη και βραδέως να καταναλώση την δύναμιν αυτού διά της πολυκαιρίας, και διά χρημάτων την αχρηματίαν αυτού, και διά της πολυανθρωπίας την ολιγότητα των στρατευμάτων του. Όθεν, προφυλαττόμενος από του εχθρικού ιππικού, εστρατοπέδευε πάντοτε εις θέσεις υψηλάς και ορεινάς, και όταν μεν εκείνος εκάθητο, ησύχαζε και αυτός, όταν δ' εκινείτο εκείνος, τον παρηκολούθει κύκλω εις τας κορυφάς, και εφαίνετο ολίγον εις τόσην απόστασιν, ώστε να μη βιασθή να πολεμήση χωρίς να θέλη, διά της τοιαύτης όμως αναβολής να φοβίζη πάντοτε τους εχθρούς· ότι μέλλει να πολεμήση. Ούτω κατατρίβων τον καιρόν, περιεφρονείτο υφ' όλων, και κατηγορείτο μεν εις το στρατόπεδον, εις δε τους εχθρούς εφαίνετο άτολμος, και όλοι τον εθεώρουν μηδέν, εκτός ενός, του Αννίβου. Εκείνος δε μόνος εννοήσας την επιτηδειότητα αυτού, και τον τρόπον καθ' όν είχεν αποφασίσει να διευθύνη τον πόλεμον, εσκέφθη ότι διά παντός τεχνάσματος ή διά πάσης βίας έπρεπε ν' αναγκάση εις μάχην τον άνθρωπον, ή ότι άλλως ήσαν κατεστραμμένοι οι Καρχηδόνιοι, όταν δεν εδύναντο να μεταχειρισθώσι τα όπλα καθ' ά υπερείχον, ματαίως δε κατεδαπανώντο και ολιγόστευον εκείνα, καθ' ά ήσαν πολύ κατώτεροι, οι άνθρωποι και τα χρήματα. Δι' ό παν στρατήγημα και παν τέχνασμα σοφιζόμενος, και λαβήν επί εκείνου ζητών, ως έμπειρος αθλητής, προσέβαλλε και ετάραττε τον Φάβιον, και εις πολλά τον περιέστρεφε μέρη, θέλων να τον αποσπάση της ασφαλούς πορείας αυτού. Αλλ' ο Φάβιος, πεπεισμένος περί του συμφέροντος, έμενε σταθερός και αμετάτρεπτος εις την κρίσιν αυτού. Τον ηνόχλει όμως ο ίππαρχος Μινούκιος, άκαιρον έχων προθυμίαν να πολεμήση και αυθαδείας πλήρης, δημαγωγών το στράτευμα, και εμπνέων εις αυτό πολεμικήν μανίαν και ελπίδας άφρονας· ώστε οι στρατιώται ειρωνευόμενοι και κατηγορούντες τον Φάβιον, τον ωνόμαζον παιδαγωγόν του Αννίβου, τον δε Μινούκιον ωνόμαζον και μέγαν άνδρα, και της Ρώμης άξιον στρατηγόν. Εκ τούτων ούτος μάλλον επαιρόμενος και θρασύτερος γινόμενος, εχλεύαζε τας επί των κορυφών στρατοπεδεύσεις, λέγων ότι ο Δικτάτωρ τοις ητοίμαζεν ωραία θέατρα, αφ' ών να βλέπωσι την Ιταλίαν λεηλατουμένην και εις φλόγας παραδιδομένην. Ηρώτα δε τους φίλους του Φαβίου, αν εκ της γης απελπισθείς, φέρη το στράτευμα εις τον ουρανόν, ή αν ζητή να διαφεύγη τους εχθρούς, εις σύννεφα και εις ομίχλας κρυπτόμενος. Ταύτα έλεγον προς τον Φάβιον οι φίλοι αυτού, και τον παρεκίνουν διά τινων κινδύνων να παύση ταύτην την αδοξίαν. Αλλ' εκείνος, τότε μάλιστα, είπε, θα εγινόμην πολύ δειλότερος αφ' ό,τι φαίνομαι τώρα, αν φοβηθείς ύβρεις και χλευασμούς, εγκατέλειπον την απόφασίν μου. Να φοβήται τις υπέρ της πατρίδος του δεν είναι αισχρόν αλλά να τρομάζη διά των ανθρώπων την γνώμην και τας διαβολάς και τας κατακρίσεις αυτών, είναι ανάξιον ανθρώπου τοιαύτην αρχήν περιβεβλημένου, είναι ίδιον δούλου υποτασσομένου εις εκείνους εις ούς πρέπει αυτός να επιβάλλη θέλησιν, όταν υπό κακών φρονημάτων εμπνέωνται.