WeRead Powered by ReaderPub
Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος cover

Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 / Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Chapter 9: ΤΙΜΟΛΕΩΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A collection of parallel biographies recounts the births, public careers, campaigns, private habits, and notable incidents of several classical leaders, using anecdote and testimony to render character portraits. Each life mixes chronological narrative with moral and psychological observation, emphasizing how personal virtues and failings shaped political choices and fortunes. Comparative passages set paired figures against one another to illuminate contrasts in temperament, strategy, and civic conduct, while reported speeches and episodes punctuate assessments. The work privileges illustrative episodes and ethical appraisal over exhaustive chronology, inviting readers to draw lessons about leadership, reputation, and the interaction of character and public life.

Ε. Και ο μεν Αλκιβιάδης δεν ηρνείτο ότι τιμώμενος έχαιρε, και ότι παραβλεπόμενος ελυπείτο· όθεν επροσπάθει ν' αγαπάται υπό των περί αυτόν και να τους ευχαριστή. Τον δε Μάρκιον δεν άφηνεν η υπερηφάνειά του να περιποιήται τους δυναμένους να τιμήσωσιν αυτόν και να τον προαγάγωσι, και όμως η φιλοδοξία του τω ενέπνεεν οργήν και λύπην όταν παρημελείτο. Ταύτα είναι όσα δύναταί τις να εύρη ψεκτά εις τον άνδρα· τα δ' άλλα όλα εισί λαμπρά. Ως προς την σωφροσύνην δε και την περί τα χρήματα εγκράτειαν άξιος είναι να παραβληθή προς τους αρίστους και καθαρωτάτους των Ελλήνων, ουχί δε τω όντι προς τον Αλκιβιάδην, όστις ως προς ταύτα υπήρξε πάντων θρασύτατος, και υπέρ πάντας προς το καλόν αδιαφορώτατος.

ΤΙΜΟΛΕΩΝ


Α. Η κατάστασις των πραγμάτων των Συρακουσών ήτον προ της αποστολής του Τιμολέοντος εις Σικελίαν τοιαύτη. Ο Δίων, αποδιώξας Διονύσιον τον τύραννον (207), ευθύς εφονεύθη δολίως, και διηρέθησαν οι μετά του Δίωνος τους Συρακουσίους ελευθερώσαντες. Η δε πόλις άλλον μετ' άλλον μεταβαλούσα συνεχώς τύραννον, υπό πλήθους κακών παρ' ολίγον να μείνη εντελώς έρημος. Της δε λοιπής Σικελίας μέρος μεν ήτον εντελώς ανεστατωμένον και εστερημένον πόλεων εξ αιτίας των πολέμων, αι δε πλείσται πόλεις κατείχοντο υπό βαρβάρων μιγάδων και στρατιωτών αμίσθων, οίτινες πρόθυμοι ήσαν εις τας μεταβολάς των δυναστειών. Τότε, δέκα έτη μετά την αποδίωξίν του, ο Διονύσιος, ξένους συλλέξας, και εκδιώξας τον Νυσαίον (208), όστις τότε εκυρίευε των Συρακουσών, ανέλαβε τα πράγματα πάλιν, και εγκατέστη εκ νέου τύραννος, ανελπίστως μεν διά μικράς δυνάμεως την μεγίστην των τυραννίδων αίτινες ποτέ υπήρξαν απολέσας, έτι δ' ανελπιστότερον από φυγάδος και ταπεινού γενόμενος πάλιν κύριος εκείνων οίτινες τον εδίωξαν. Όσοι λοιπόν Συρακούσιοι έμεινον εις την πόλιν, εδούλευον τον τύραννον όστις ούτε άλλως ήτον ήπιος, τότε δ' είχεν εντελώς εξαγριωθή την ψυχήν υπό των συμφορών του. Οι δ' άριστοι και οι επισημότατοι, απευθυνθέντες προς τον Ικέτην, όστις ήτον των Λεοντίων δυνάστης, παρεδόθησαν εις εκείνον, και τον ανηγόρευσαν στρατηγόν εις τον πόλεμον, αν και δεν ήτον καλήτερος ουδενός των ομολογουμένως τυράννων, αλλά διότι δεν είχον πού αλλαχού να στραφώσι, και ενεπιστεύθησαν εις αυτόν, ως όντα εκ γενετής Συρακούσιον, και έχοντα δύναμιν αξίαν ν' αντιταχθή εις την του τυράννου.

Β. Εν τω μεταξύ δ' ήλθον Καρχηδόνιοι μετά στόλου μεγάλου, και εγένοντο απειλητικοί· ώστε φοβηθέντες οι Σικελιώται, ήθελον να στείλωσι πρεσβείαν εις την Ελλάδα, και να ζητήσωσι παρά των Κορινθίων βοήθειαν, ου μόνον διά την συγγένειαν, ουδέ διότι πολλάκις εμπιστευθέντες εις εκείνους ευηργετήθησαν, αλλά προ πάντων διότι έβλεπον την πόλιν φιλελεύθερον και μισοτύραννον, και πολεμήσασαν τους πλείστους και μεγίστους πολέμους ουχί διά πλεονεξίαν και υπέρ εκτάσεως της εξουσίας της, αλλ' υπέρ της των Ελλήνων ελευθερίας. Ο δ' Ικέτης, της στρατηγίας σκοπόν έχων την τυραννίδα, ουχί δε την ελευθερίαν των Συρακουσίων, είχε μεν ήδη συνεννοηθή κρυφίως προς τους Καρχηδονίους, φανερώς δ' επήνει τους Συρακουσίους, και έπεμψεν ομού μετ' αυτών τους πρέσβεις εις την Πελοπόννησον, ουχί διότι ήθελε να έλθη συμμαχία εκείθεν, αλλ' αν, ως ήτον επόμενον, οι Κορίνθιοι, διά τας ελληνικάς ταραχάς και ασχολίας ηρνούντο την βοήθειαν, ήλπιζεν ότι ευκολώτερον θα παρέδιδε τα πράγματα εις τους Καρχηδονίους, όπως έχη αυτούς συμμάχους και συναγωνιστάς κατά των Συρακουσίων μάλλον παρά κατά του τυράννου. Αλλά ταύτα ολίγον μετέπειτα απεδείχθησαν.

Γ. Όταν δ' έφθασαν οι πρέσβεις, οι Κορίνθιοι, συνήθειαν έχοντες να φροντίζωσι πάντοτε υπέρ των αποίκων αυτών, προ πάντων δ' υπέρ της πόλεως των Συρακουσίων (209), επειδή συνέπεσε και τότε κατά τύχην ουδεμία των ελληνικών υποθέσεων να τους ενασχολή, αλλ' έζων εν ειρήνη και εν αργία, εψήφισαν προθύμως να τους βοηθήσωσιν. Εζητείτο δε στρατηγός, και εν ώ οι άρχοντες έγραφον και επρόβαλλον τους σπουδαρχούντας των πολιτών, είς εκ του πλήθους αναστάς ωνόμασε τον Τιμολέοντα, υιόν του Τιμοδήμου, όστις ούτε είχεν εισέτι αρχίσει να πράττη τα κοινά, ούτ' ελπίδα ή προαίρεσιν είχε τοιαύτην· αλλά Θεός τις, ως φαίνεται, ενέβαλε την πρότασιν εις του ανθρώπου τον νουν τοσαύτη και περί την εκλογήν αυτού έλαμψεν ευθύς εξ αρχής ευμένεια τύχης, και τοσαύτη όλας τας πράξεις του επηκολούθησε χάρις, επικοσμούσα του ανδρός την ανδρείαν. Και ήτον μεν υιός γονέων εις την πόλιν ενδόξων, του Τιμοδήμου και της Δημαρίστης, φιλόπατρις δ' εις άκρον και πράος, αλλ' ενταυτώ σφόδρα μισοτύραννος και μισοπόνηρος. Προς δε τους πολέμους είχε φύσιν τοσούτον καλώς και ομαλώς συγκεκερασμένην, ώστε πολλήν μεν, νέος ων, εδείκνυεν εις τας πράξεις του σύνεσιν, ουχί ολιγωτέραν δ' ανδρείαν αφ' ού εγήρασεν. Αδελφόν δ' είχε τον Τιμοφάνην, πρεσβύτερον, κατ' ουδέν αυτόν ομοιάζοντα, αλλά παράφορον και εκ πόθου της μοναρχίας διεφθαρέντα υπό φίλων φαύλων και υπό ξένων στρατιωτικών, ούς είχε πάντοτε περί εαυτόν, φαινόμενον όμως ορμητικόν κατά τι εις τας εκστρατείας και φιλοκίνδυνον. Διά τούτο και κερδίζων την εύνοιαν των πολιτών, ως ανήρ πολεμικός και δραστήριος, εξελέγετο αρχηγός πολλάκις. Εις ταύτα δε συνείργει μετ' αυτού και ο Τιμολέων, κρύπτων μεν αυτού τα ελαττώματα εντελώς, ή κατορθών να φαίνωνται μικρά, όσα δ' η φύσις τω έδωκε προτερήματα, ταύτα ως ωραιότερα και ανώτερα παριστών.

Δ. Όταν δε μάχη συνεκροτήθη των Κορινθίων κατά των Αργείων και Κλεωναίων (210), ο μεν Τιμολέων έτυχεν εις τους οπλίτας τεταγμένος, ο δε Τιμοφάνης, όστις ωδήγει τους ιππείς, περιέπεσεν εις δεινόν κίνδυνον· διότι ο ίππος του πληγωθείς, τον έρριψεν εις τους πολεμίους, και εκ των συντρόφων του οι μεν ευθύς εκορπίσθησαν φοβηθέντες, οι δε παραμείναντες, ολίγοι προς πολλούς μαχόμενοι, δυσκόλως αντείχον. Ως λοιπόν ο Τιμολέων είδε το συμβεβηκός, ορμήσας εις βοήθειαν, και προτείνας την ασπίδα του εμπρός του Τιμοφάνους, όστις έκειτο κατά γης, και πολλά μεν ακοντίσματα, πολλάς δ' εκ του πλησίον πληγάς λαβών εις το σώμα και εις τα όπλα, μόλις απέκρουσε τους εχθρούς και διέσωσε τον αδελφόν του. Εν τούτοις οι Κορίνθιοι φοβηθέντες μη πάθωσιν ό,τι και πριν είχον πάθει, στερηθέντες, εξ αιτίας των συμμάχων, της πόλεως των, εψήφισαν να μισθώσωσι τετρακοσίους ξένους, και κατέστησαν αρχηγόν αυτών τον Τιμοφάνην. Ούτος δε, παν καλόν και δίκαιον παραβλέψας, ευθύς ήρξατο έργων δι' ών εμελέτα να υποτάξη την πόλιν, και πολλούς φονεύσας ακρίτους εκ των πρώτων πολιτών, ανεδείχθη τύραννος. Βαθέως δε διά τούτο λυπούμενος ο Τιμολέων, και συμφοράν εαυτού θεωρών την εκείνου κακίαν, επεχείρησε μεν να ομιλήση μετ' αυτού, και να τον παρακαλέση ν' αφήση την μανίαν και την δυστυχίαν της επιθυμίας εκείνης, και να ζητήση να επανορθώση διά τινος τρόπου το κατά των πολιτών έγκλημά του. Επειδή δ' εκείνος τον απέκρουσε και τον κατεφρόνησε, παραλαβών αυτός εκ μεν των οικείων του τον Αισχύλον, αδελφόν της γυναικός του Τιμοφάνους, εκ δε των φίλων του τον μάντιν όν Σάτυρον μεν ο Θεόπομπος (211), Ορθαγόραν δ' ο Έφορος και ο Τίμαιος (212) ονομάζουσι, και αφείς να παρέλθωσιν ολίγαι ημέραι, ανέβη προς τον αδελφόν του, και στάντες περί αυτόν οι τρεις, τον καθικέτευον, ήδη καν συνελθών και σωφρονήσας, να μεταβάλη την διαγωγήν του. Αλλ' ο Τιμοφάνης πρώτον μεν τους κατεγέλα· έπειτα δ' εξετράπη παραφερόμενος εις οργήν. Τότε ο Τιμολέων εμακρύνθη ολίγον αυτού, και καλύψας το πρόσωπόν του, εστάθη δακρύων· οι δ' άλλοι, τα ξίφη σύραντες, ταχέως τον εθανάτωσαν (213).

Ε. Ως δ' η πράξις διεβοήθη, οι μεν επισημότατοι των Κορινθίων επήνουν την μισοπονηρίαν και μεγαλοψυχίαν του Τιμολέοντος, διότι εν ώ ήτον ανήρ χρηστός και αγαπών τους οικείους του, προυτίμησεν όμως την πατρίδα της οικίας, και το καλόν και το δίκαιον του συμφέροντος, σώσας μεν τον αδελφόν του όταν ηνδραγάθει υπέρ της πατρίδος του, φονεύσας δ' αυτόν όταν την επεβουλεύθη και την υπεδούλωσεν. Όσοι δε δεν εδύναντο να ζώσιν εις δημοκρατίαν, και ήσαν συνειθισμένοι ν' αποβλέπωσι προς δυνάστας, προσεποιούντο μεν ότι χαίρουσι διά τον θάνατον του τυράννου, ύβριζον όμως τον Τιμολέοντα, ως πράξαντα έργον ασεβές και μυσαρόν, και τον έρριψαν εις λύπην βαθείαν. Ακούσας δ' ότι και η μήτηρ του ηγανάκτει, και ότι φοβεράς φωνάς και κατάρας φρικώδεις εξέπεμπε κατ' αυτού, επορεύθη προς αυτήν να την παρηγορήση· Εκείνη όμως δεν υπέφερε να τον ιδή κατά πρόσωπον, αλλά τω έκλεισε την οικίαν, και τότε, όλως περίλυπος γενόμενος, και συνταραχθείς την διάνοιαν, απεφάσισε ν' αποθάνη εξ ασιτίας. Οι φίλοι του όμως δεν τον αφήκαν, αλλά μετεχειρίσθησαν πάσαν δέησιν προς αυτόν και πάσαν βίαν, και ούτως απεφάσισε μεν να ζήση, αλλά μόνος και μεμακρυσμένος· και αφήκε πάσαν ανάμιξιν εις την πολιτικήν, τους δε πρώτους χρόνους ουδέ κατήλθε παντάπασιν εις την πόλιν, αλλ' αδημονών και πλανώμενος, διέτριβεν εις των αγρών τους ερημοτάτους.

ΣΤ. Ούτως αι κρίσεις ημών, αν μη λάβωσι στερεότητα και δύναμιν εκ της λογικής και της φιλοσοφίας, όταν εις πράξεις καθοδηγώσι, σείονται και παραφέρονται ευκόλως υπό των τυχόντων επαίνων ή κατηγοριών, από των ιδίων αυτών λογισμών μακρυνόμεναι. Διότι πρέπει, ως φαίνεται, όχι μόνον η πράξις να ήναι καλή και δικαία, αλλά και η γνώμη δ' ήν πράττεται να είναι μόνιμος και αμετάτρεπτος, και να πράττωμεν αφ' ού σκεπτόμεθα, ουδέ, καθώς οι λαίμαργοι επιζητούσι μετά σφοδράς επιθυμίας τα φαγητά όσα φέρουσι κόρον, και ταχέως εμπλησθέντες τα αποστρέφονται, ούτω και ημείς να λυπώμεθα εξ ασθενείας διά τας πράξεις αίτινες ετελέσθησαν, διότι μαραίνεται του καλού η ιδέα. Η μετάνοια αισχρόν καθιστά και το καλώς πεπραγμένον· απόφασις δ' εκ γνώσεως και εκ σκέψεως ορμωμένη, ουδ' αν αποτύχωσιν αι πράξεις, μεταβάλλεται. Ούτω Φωκίων ο Αθηναίος, εναντιωθείς εις όσα ο Λεωσθένης (214) έπραττεν, όταν εκείνος εφαίνετο επιτυγχάνων, βλέπων τους Αθηναίους θύοντας και μεγαλαυχούντας διά την νίκην, είπεν ότι «ήθελε να είχε μεν πράξει ταύτα, να είχε δε σκεφθή εκείνα.» Σφοδρότερον δ' απεκρίθη ο Λοκρός (215) Αριστείδης, είς των εταίρων του Πλάτωνος, όταν Διονύσιος ο πρεσβύτερος τω εζήτει εις γυναίκα μίαν των θυγατέρων του, και εκείνος είπεν ότι προτιμά να την ιδή νεκράν, παρά σύζυγον του τυράννου. Μετ' ολίγον δε χρόνον ο Διονύσιος εφόνευσε τους υιούς του, και προς ύβριν ηρώτησεν αν έχη πάντοτε την ιδίαν γνώμην περί του γάμου των θυγατέρων του· ο δ' Αριστείδης απεκρίθη ότι λυπείται μεν διά τα γενόμενα, δεν μετανοεί δε διά τα ρηθέντα. Αλλά ταύτα ίσως εισίν συμπτώματα αρετής μείζονος και τελειοτέρας.

Ζ. Το δε πάθος του Τιμολέοντος διά την πράξιν αυτού, είτε λύπη ήτον διά τον αποθανόντα, είτε συστολή διά την μητέρα του, τοσούτον κατέβαλε και συνέτριψεν αυτού την διάνοιαν, ώστε εις είκοσι σχεδόν ετών διάστημα ουδεμίαν επεχείρησε πράξιν επίσημον ή πολιτικήν. Ως λοιπόν τότε ανηγορεύθη, και ο δήμος προθύμως τον εδέχθη και τον εχειροτόνησεν, αναστάς ο Τηλεκλείδης, ο τότε και κατά δύναμιν και κατά δόξαν πρωτεύων εις την πόλιν, παρεκάλει τον Τιμολέοντα να δειχθή εις τας πράξεις ανήρ αγαθός και γενναίος. «Διότι αν, είπε, καλώς αγωνισθής, θα νομίσωμεν ότι εφόνευσας τύραννον, αν δε κακώς, αδελφόν». Ενώ δ' ητοίμαζεν ο Τιμολέων τον πλουν, και συνέλεγε στρατιώτας, ήλθον γράμματα του Ικέτου προς τους Κορινθίους, μηνύοντα την μεταβολήν αυτού και την προδοσίαν· Διότι, άμα εξέπεμψε τους πρέσβεις, ηνώθη αναφανδόν μετά των Καρχηδονίων, και συνέπραττε μετ' εκείνων, επί σκοπώ του ν' αποβάλη τον Διονύσιον εκ των Συρακουσών, και αυτός να γίνη τύραννος. Φοβούμενος όμως μη έλθη πρότερον δύναμις και στρατηγός εκ Κορίνθου, και επιφέρη των σκοπών του την αποτυχίαν, έπεμψεν επιστολήν προς τους Κορινθίους, λέγουσαν ότι δεν είναι ανάγκη να εκτεθώσιν εις φροντίδας και εις δαπάνας, εκπλέοντες εις την Σικελίαν και κινδυνεύοντες, αφ' ού μάλιστα και οι Καρχηδόνιοι δεν επέτρεπον τούτο, και πολλά πλοία έχοντες παρεμόνευον τον στόλον, αυτός δε, διότι εκείνοι εβράδυνον, ηναγκάσθη να δεχθή αυτούς ως συμμάχους κατά του τυράννου. Ως δ' ανεγνώσθησαν ταύτα τα γράμματα, αν καί τις ήτον αμφιταλαντευόμενος προς την εκστρατείαν, τότε παρώξυνε πάντας η κατά του Ικέτου οργή, ώστε προθύμως εχορήγησαν εις τον Τιμολέοντα και συμπαρεσκεύασαν όλα τα εις τον έκπλουν χρήσιμα.

Η. Ως δ' έγινον τα πλοία έτοιμα, και επρομηθεύθησαν όλα τ' αναγκαία εις τους στρατιώτας, εις τας ιερείας της Κόρης (216) εφάνη ότι είδαν κατ' όναρ τας Θεάς ετοιμαζομένας ως δι' αποδημίαν τινά, και λεγούσας ότι μέλλουσι να συμπλεύσωσι μετά του Τιμολέοντος εις την Σικελίαν δι' ό και κατασκευάσαντες τριήρη ιεράν οι Κορίνθιοι, την επωνόμασαν «Των δύο Θεών (217).» Ο ίδιος δε, μεταβάς εις Δελφούς, προσέφερε θυσίαν εις τον Θεόν (218), και όταν κατέβαινεν εις τον χρησμόν (219), έγινε σημείον, ότι εκ των κρεμαμένων αναθημάτων ελύθη ταινία τις, έχουσα και κεντήματα παριστώντα στεφάνους και νίκας, και ελθούσα έπεσεν εις την κεφαλήν του Τιμολέοντος, ώστε εφάνη ως αν αυτός εστέλλετο εις τας μελλούσας του πράξεις υπό του Θεού στεφανούμενος. Ανεχώρησε δε, έχων πλοία Κορίνθια μεν επτά, Κερκυραία δε δύο, και έν δέκατον, ό έδωκαν οι Λευκάδιοι. Εξέπλευσε δε διά νυκτός εις το πέλαγος, και καλόν είχεν άνεμον, όταν αιφνιδίως εφάνη ως αν ανεώχθη ο ουρανός υπέρ το πλοίον αυτού, και έχυσε πυρ πολύ και λαμπρόν. Εξ αυτού δ' υψωθείσα λαμπάς ομοία προς τας των μυστηρίων, και τρέχουσα μετ' αυτών τον ίδιον δρόμον όν ηκολούθουν οι κυβερνώντες προς την Ιταλίαν, έπεσε τέλος κάτω (220). Οι δε μάντεις είπον ότι το φαινόμενον επεκύρου τα όνειρα των ιερειών, και ότι βοηθούσαι αι Θεαί την εκστρατείαν, έστελλον το φως εκ του ουρανού· διότι η Σικελία ήτον ιερά της Κόρης, και εκεί μυθολογούσιν ότι έγινεν η αρπαγή αυτής (221), και ότι η νήσος τη εδόθη εις τους γάμους της ως δώρον ανακαλυπτήριον (222).

Θ. Υπό των Θεών λοιπόν ούτως ενεθαρρύνετο η εκστρατεία αυτών, και μετά σπουδής το πέλαγος διαπλέοντες, διευθύνοντο προς την Ιταλίαν. Τα δ' από της Σικελίας αγγελλόμενα πολλήν αμηχανίαν έφερον εις τον Τιμολέντα, και πολλήν αθυμίαν εις τους στρατιώτας. Διότι ο Ικέτης ενίκησε πολεμήσας τον Διονύσιον, και κατέλαβε τα πλείστα μέρη των Συρακουσών, και περιορίσας αυτόν εις την ακρόπολιν, την καλουμένην Νήσον (223), τον επολιόρκει εκεί και τον περιετείχιζε. Τους δε Καρχηδονίους προσεκάλει να φροντίσωσι να μη επιβή ο Τιμολέων εις την Σικελίαν, αλλ' αφ' ού εκείνος αποκρουσθή, αυτοί τότε να διανεμηθώσι μεταξύ των την νήσον. Έπεμψαν λοιπόν οι Καρχηδόνιοι είκοσι τριήρεις εις Ρήγιον (224), και μετ' αυτών πρέσβεις του Ικέτου προς τον Τιμολέοντα, φέροντας λόγους ομοίους προς όσα επράττοντο. Ήσαν δ' απάται ομοιαλήθεις και προφάσεις πονηρών βουλευμάτων, και έλεγον να έλθη, αν θέλη, αυτός ο Τιμολέων σύμβουλος εις τον Ικέτην, και συμμέτοχος όλων των μέχρι τούδε ευπραγιών του· τας δε ναυς και τους στρατιώτας να στείλη οπίσω εις την Κόρινθον, διότι ο πόλεμος μετ' ολίγον επερατούτο, οι δε Καρχηδόνιοι ήσαν έτοιμοι να εμποδίσωσι την διάβασιν, και να τον πολεμήσωσιν αν ήθελε να διαβή διά βίας. Όταν λοιπόν, καταπλεύσαντες οι Κορίνθιοι εις το Ρήγιον, απήντησαν τας προτάσεις ταύτας των πρέσβεων, και είδον τους Φοίνικας παραμονεύοντας ου μακράν, ηγανάκτουν μεν ότι υβρίσθησαν, και πάντας κατελάμβανεν οργή κατά του Ικέτου, και φόβος υπέρ των Σικελιωτών, διότι σαφώς έβλεπον ότι κατελείποντο αυτοί ως άθλον και μισθός εις τον Ικέτην της προδοσίας, εις δε τους Καρχηδονίους της τυραννίας ήν ούτοι τω επρομήθευον. Τοις εφαίνετο δ' αδύνατον να νικήσωσι και τα ενταύθα ηγκυροβολημένα πλοία των βαρβάρων, διπλάσια όντα των εδικών των, και του Ικέτου την δύναμιν, ής ήρχοντο να στρατηγήσωσιν.

Ι. Εν τούτοις ο Τιμολέων εις συνέντευξιν ελθών μετά των πρεσβευτών και των αρχόντων των Καρχηδονίων, και πράως μετ' αυτών ομιλήσας, τους είπεν ότι πείθεται μεν εις όσα προτείνουσι, διότι τι θα κατώρθου αν δεν επείθετο; ότι όμως θέλει ν' ακούση και να ειπή ταύτα εμπρός πόλεως Ελληνικής και κοινής φίλης, της των Ρηγίνων, και ούτω ν' αναχωρήση· τούτο καν ότι ενδιαφέρει εις αυτού την ασφάλειαν, και εκείνοι ότι πιστότεροι θέλουσιν εμμείνει εις όσα περί Συρακουσίων υπόσχονται, όταν λάβωσι τον δήμον ως μάρτυρα των υποχρεώσεών των. Αλλά τοις επρότεινε ταύτα απάτην τεχναζόμενος διά την διάβασιν. Συνετεχνάζοντο δε μετ' αυτού και πάντες οι στρατηγοί των Ριγίνων, επιθυμούντες να γίνωσι οι Κορίνθιοι κύριοι των πραγμάτων εν Σικελία, και φοβούμενοι την γειτνίασιν των βαρβάρων. Διά τούτο συνεκάλεσαν εκκλησίαν, και έκλεισαν τας πύλας, επί λόγω δήθεν να μη τραπώσιν οι πολίται εις άλλας ενασχολήσεις· ελθόντες δ' εις το πλήθος, μακρούς έλεγον λόγους, και άλλος εις άλλον παρέδιδε την ιδίαν υπόθεσιν, προς ουδέν τέλος, και μόνον τον καιρόν κατατρίβοντες, έως ού κινήσωσιν αι τριήρεις των Κορινθίων. Είχον δε και τους Καρχηδονίους όλως ανυπόπτως παρόντας εις την εκκλησίαν, διότι και ο Τιμολέων ήτον παρών, και εφαίνετο ότι όσον ούπω έμελλε να εγερθή και να ομιλήση. Ως δ' ανήγγειλε τις εις αυτόν κρυφίως ότι αι άλλαι τριήρεις εκίνησαν, μία δ' ότι έμεινεν οπίσω και περιέμενεν, η εδική του, διασχίσας τον όχλον, εν ώ τον έκρυπτον και οι περί το βήμα Ρηγίνοι, και καταβάς εις την θάλασσαν, απέπλευσε διά τάχους· και προσωρμίσθησαν εις το Ταυρομένιον (225), όπου τους εδέχθη, και προ πολλού προθύμως τους εκάλει ο Ανδρόμαχος, όστις είχε την πόλιν, και ήτον δυνάστης αυτής. Ούτος ήτον πατήρ Τιμαίου του ιστορικού (226) και επισημότατος πολύ γενόμενος όλων των τότε εν Σικελία δυναστευόντων, ου μόνον τους συμπολίτας αυτού διώκει νομίμως και δικαίως, αλλά και προς τους τυράννους προφανής ην αυτού η απέχθεια και το μίσος. Διά τούτο επέτρεψε τότε και εις τον Τιμολέοντα να λάβη την πόλιν εκείνην ως ορμητήριον, και τους πολίτας έπεισε να συναγωνισθώσι μετά των Κορινθίων, και να συντελέσωσι μετ' εκείνων εις την ελευθερίαν της Σικελίας.

ΙΑ. Οι δ' εν Ρηγίω Καρχηδόνιοι, αφ' ού ο Τιμολέων απέπλευσε, και διελύθη η εκκλησία, αγανακτούντες διότι διά του στρατηγήματος τούτου εξηπατήθησαν, αστείοι εφαίνοντο εις τους Ρηγίνους, ότι Φοίνικες όντες δεν ηρέσκοντο εις τα δι' απάτης γινόμενα (227). Έπεμψαν δ' εις Ταυρομένιον τριήρην μετά πρεσβευτού, όστις πολλά ομιλήσας προς τον Ανδρόμαχον, και αυθαδώς και βαρβάρως αυτόν απειλήσας, αν δεν αποδιώξη όσον τάχος τους Κορινθίους, τέλος τω έδειξεν υπτίαν την χείρα του, και έπειτα την ανέστρεψε, λέγων ότι τοιαύτη ήτον η πόλις του, και τοιαύτην θέλουσι την κάμει. Γελάσας δ' ο Ανδρόμαχος, άλλο μεν ουδέν απεκρίθη, αλλά την χείρα του, ως εκείνος, πρώτον μεν υπτίαν, έπειτα δ' ανεστραμμένην προτείνας, τον διέταξε ν' αποπλεύση, αν δεν θέλη το πλοίον του, τοιούτον όν, να γίνη τοιούτον. Ο δ' Ικέτης, ακούσας του Τιμολέοντος την διάβασιν και φοβηθείς, εμήνυσε και τω ήλθον πολλαί των Καρχηδονίων τριήρεις. Τότε οι Συρακούσιοι απώλεσαν πάσαν σωτηρίας ελπίδα, βλέποντες τον μεν λιμένα αυτών εις την εξουσίαν των Καρχηδονίων, την δε πόλιν κατέχοντα τον Ικέτην, την δ' ακρόπολιν εις την εξουσίαν του Διονυσίου, τον δε Τιμολέοντα προσηρτημένον εις την Σικελίαν ως εκ κρασπέδου τινός λεπτού, εκ της κωμοπόλεως των Ταυρομενιτών, μετ' ασθενούς ελπίδος και ολίγης δυνάμεως· διότι είχε χιλίους στρατιώτας και την αναγκαίαν τροφήν δι' αυτούς, άλλο δε τίποτε. Ουδ' ενεπιστεύοντο εις αυτόν αι πόλεις, διότι ήσαν πλήρεις κακών, και απηγριωμέναι προς πάντας τους αρχηγούς των στρατοπέδων, προ πάντων διά την απιστίαν του Καλλίππου και Φάρακος (228), ών ο είς, Αθηναίος ων, ο δ' έτερος Λακεδαιμόνιος, αμφότεροι δε λέγοντες ότι ήλθον υπέρ της ελευθερίας και ίνα καταλύσωσι τους μονάρχας, χρυσούν αιώνα έδειξαν εις την Σικελίαν της τυραννίδος τας συμφοράς, και έκαμον να νομίζωνται μακαριώτεροι οι αποθανόντες εν δουλεία των ιδόντων την αυτονομίαν.

ΙΒ. Μη προσδοκώντες λοιπόν ότι ο Κορίνθιος θα ήτον κατ' ουδέν αυτών καλήτερος, αλλ' ότι θέλει έλθει τα ίδια σοφίσματα εις αυτούς φέρων και τα ίδια δελεάσματα μετ' ελπίδων χρηστών, όπως τους καταφέρη εις μεταβολήν νέου δεσπότου, υπώπτευον και απέκρουον τας προσκλήσεις των Κορινθίων, εκτός μόνον των Αδρανιτών (229), οίτινες πόλιν μικράν μεν κατοικούντες, αλλ' ιεράν του Αδρανού, Θεού τινος μεγάλως τιμωμένου καθ' όλην την Σικελίαν, εστασίασαν προς αλλήλους, και άλλοι μεν προσεκάλουν τον Ικέτην και τους Καρχηδονίους, άλλοι δ' έστελλον και διεπραγματεύοντο μετά του Τιμολέοντος. Συνέπεσε δ' αυτομάτως πως, ως έσπευδον αμφότεροι, να προφθάσωσι και δύο οι κατά τον ίδιον καιρόν. Αλλ' ο μεν Ικέτης ήλθεν έχων στρατιώτας πεντακισχιλίους, του δε Τιμολέοντος όλοι ομού δεν ήσαν περισσότεροι των χιλίων διακοσίων. Τούτους είχε λάβει εκ του Ταυρομενίου, απέχοντος του Αδρανού σταδίους τριακοσίους τεσσαράκοντα (230)· και την μεν πρώτην ημέραν δεν επροχώρησε πολύ, και κατεσκήνωσε· την δ' επαύριον, ταχέως οδοιπορήσας, και δυσβάτους τόπους διελθών, περί το τέλος ήδη της ημέρας ήκουσεν ότι ο ικέτες είχε φθάσει αρτίως εις την κωμόπολιν, και είχε στρατοπεδεύσει. Και οι μεν λοχαγοί και ταξίαρχοι (231) εσταμάτησαν τους πρώτους διά να φάγωσι και ν' αναπαυθώσιν, ίνα ώσιν ούτω προθυμότεροι εις τον πόλεμον. Αλλ' ο Τιμολέων, περιερχόμενος μεταξύ αυτών, τους παρακάλει να μη πράξωσιν ούτως, αλλά να προχωρήσωσι ταχέως, και να έλθωσιν εις χείρας μετά των εχθρών οίτινες δεν ήσαν παρατεταγμένοι, ως ήτον επόμενον, διότι μόλις έπαυσαν οδοιπορούντες, και ησχολούντο εις τας σκηνάς και το δείπνον. Και λέγων ταύτα, έλαβε συγχρόνως την ασπίδα του, και προηγείτο πρώτος, ως εις νίκην βεβαίαν. Τον ηκολούθουν δ' οι λοιποί, θάρρος αναλαβόντες, και ολιγώτερον των τριάκοντα σταδίων (232) απέχοντες από των εχθρών. Αφ' ού δε διήλθον και την απόστασιν ταύτην, επιπίπτουσι κατ' αυτών, και ταράττονται οι εχθροί, και τρέπονται εις φυγήν άμα τους ενόησαν πλησιάσαντας. Τότε εφονεύθησαν ολίγοι περισσότεροι των τριακοσίων, ηχμαλωτίσθησαν δε δις τόσοι ζώντες, και εκυριεύθη και το στρατόπεδον. Οι δε Αδρανίται, ανοίξαντες τας πύλας, προσετέθησαν εις τον Τιμολέοντα, μετά φρίκης και θαυμασμού κηρύτοντες, ότι εν ώ συνεκροτείτο η μάχη, ανεώχθησαν αυτομάτως οι ιεροί του ναού πυλώνες, και εφάνη του Θεού (233) το μεν δόρυ εκ του άκρου της αιχμής σειόμενον, το δε πρόσωπον υπό πολλού ιδρώτος βρεχόμενον.

ΙΓ. Ταύτα δε, ως φαίνεται, εσήμαινον όχι την τότε νίκην μόνον, αλλά και τας μετά ταύτα πράξεις, ών ο αγών εκείνος εγένετο αρχή ευτυχής. Διότι πόλεις ευθύς πρεσβείας στέλλουσαι, προσετίθεντο εις τον Τιμολέοντα, και Μάμερκος (234), ο τύραννος της Κατάνης, ανήρ πολεμικός, και διά του πλούτου του ισχυρός, προσέφερε την συμμαχίαν του. Το δε μέγιστον, αυτός ο Διονύσιος, απελπιζόμενος ήδη, και κινδυνεύων να παραδοθή πολιορκούμενος, τον μεν Ικέτην κατεφρόνησε διότι αισχρώς ενικήθη, θαυμάζων δε τον Τιμολέοντα, έπεμψε να παραδώση εις εκείνον και εις τους Κορινθίους εαυτόν και την ακρόπολιν (235). Δεχθείς δ' ο Τιμολέων την ανέλπιστον ευτυχίαν, αποστέλλει τον Ευκλείδην και τον Τηλέμαχον, άνδρας Κορινθίους, εις την ακρόπολιν, και στρατιώτας τετρακοσίους, όχι όλους ομού, ουδέ φανερώς· τούτο ήτον αδύνατον, διότι οι εχθροί ήσαν έτοιμοι να ορμήσωσι κατ' αυτών αλλά κρυφίως, και κατ' ολίγους ριπτομένους εις το φρούριον. Και οι μεν στρατιώται παρέλαβον λοιπόν την ακρόπολιν και του τυράννου την κατοικίαν μεθ' όλης της αποσκευής αυτής, και μεθ' όλων των εις πόλεμον χρησίμων· διότι και ίπποι ήσαν εις την ακρόπολιν ουκ ολίγοι, και παν μηχανών είδος, και βελών πλήθος· όπλων δ' έκειντο αυτόθι επτά μυριάδες εκ παλαιού χρόνου τεθησαυρισμένοι. Στρατιώτας δ' είχε δισχιλίους ο Διονύσιος, ούς παρέδωκεν, ως όλα τα λοιπά, εις τον Τιμολέοντα. Αυτός δ' ο Διονύσιος, χρήματα λαβών και ολίγους των φίλων του, εξέπλευσε χωρίς ο Ικέτης να τον εννοήση, και ελθών εις του Τιμολέοντος το στρατόπεδον, και κατά πρώτον τότε ιδιώτης και ταπεινός φανείς, επί πλοίου ενός και μετ' ολίγων χρημάτων εστάλη εις Κόρινθον, γεννηθείς μεν και τραφείς εις την τυραννικήν αξίαν, την πασών ενδοξοτάτην και μεγίστην, κατασχών δ' αυτήν έτη δέκα, άλλα δε δώδεκα μετά την εκστρατείαν του Δίωνος εις αγώνας και εις πολέμους κακοπαθήσας, και παθών δεινότερα αφ' όσα τυράννων έπραξε. Διότι είδε και τους ενήλικας υιούς του θανατωθέντας, και τας παρθένους θυγατέρας του ατιμασθείσας, και την αδελφήν του, ήτις ήτον και γυνή του συγχρόνως, επί ζωής της μεν εις ασελγεστάτας των εχθρών ηδονάς παρανόμως παραδοθείσαν, βίαιον δε θάνατον αποθανούσαν μετά των τέκνων της, και εις το πέλαγος καταποντισθείσαν (236). Αλλά ταύτα εγράφησαν ακριβώς εις τον βίον του Δίωνος.

ΙΔ. Όταν δ' ο Διονύσιος έφθασεν εις την Κόρινθον, ουδείς υπήρχε των Ελλήνων όστις δεν επεθύμει να τον ιδή και να τον ομιλήση. Και άλλοι μεν, χαίροντες διά τας συμφοράς του, εκ μίσους μετ' ευχαριστήσεως συνήλθον διά να τον πατήσωσιν ως ερριμμένον υπό της τύχης· οι δε διά την μεταβολήν συγκινούμενοι και συμπαθούντες, έβλεπον επί των ασθενών και προδήλων ανθρωπίνων πραγμάτων μεγάλην των αδήλων και θείων αιτιών την δύναμιν. Διότι οι τότε καιροί ουδέν είχον να επιδείξωσιν ούτε φύσεως προϊόν ούτε τέχνης τοσούτον περίεργον, όσον το έργον της τύχης, εκείνον, τον της Σικελίας ολίγον πρότερον τύραννον, τότε εν Κορίνθω διατρίβοντα παρά την οψόπωλιν, ή καθήμενον εις το μυροπώλιον, πίνοντα κρασίον εκ των καπηλείων, και εν τω μεταξύ διαπληκτιζόμενον μετά δημοσίων γυναίων, και τας τραγωδιστρίας εις τας ωδάς διδάσκοντα, και φιλονεικούντα μετά σπουδής προς εκείνας περί θεατρικών ασμάτων και περί αρμονίας του μέλους. Ταύτα δέ τινες μεν ενόμιζον ότι εποίει ο Διονύσιος διότι ήτον οκνηρός την φύσιν και αμελής και ακόλαστος· άλλοι δε, ότι θέλων να καταφρονήται, και να μη ήναι φοβερός εις τους Κορινθίους, ουδ' ύποπτος ότι βαρέως έφερε του βίου την μεταβολήν και ότι επεθύμει τα δημόσια πράγματα, επετηδεύετο ταύτα, και υπεκρίνετο παρά φύσιν, και πάσαν επεδείκνυε φιλοτιμίας έλλειψιν εις την τοιαύτην αργίαν παραδιδόμενος.

ΙΕ. Αναφέρονται δε και λόγοι τινες αυτού, οίτινες φαίνονται αποδεικνύοντες ότι υπέφερεν ουχί αγεννώς τας παρούσας αυτού καταστροφάς. Καταπλεύσας εις την Λευκάδα, πόλιν άποικον των Κορινθίων, ως ήτον και η των Συρακουσών, είπεν ότι τω συμβαίνει το αυτό ό,τι και εις τους σφάλλοντας νεανίσκους· διότι καθώς εκείνοι μετά μεν των αδελφών των φαιδρώς συγκατοικούσι, τους δε πατέρας των αισχυνόμενοι αποφεύγουσιν, ούτω και αυτός, εντρεπόμενος την μητρόπολιν, ευχαρίστως θα κατώκει μεταξύ αυτών. Εις δε την Κόρινθον, προς ξένον τινα αγροίκως πως χλευάζοντα αυτόν διά τας μετά των φιλοσόφων συναναστροφάς του, αίτινες τον ευχαρίστουν όταν ήτον τύραννος, και τέλος ερωτήσαντα, τι άρα απήλαυσεν εκ της σοφίας του Πλάτωνος, «Και σοι φαίνεται, τω είπεν, ότι ουδέν ωφελήθημεν εκ του Πλάτωνος, όταν ούτως υποφέρωμεν της τύχης την μεταβολήν;» Προς δε τον μουσικόν Αριστόξενον (237) καί τινας άλλους, οίτινες τον ηρώτησαν πόθεν προήλθε και τις ήτον η κατά του Πλάτωνος δυσαρέσκειά του, είπεν αυτός ότι, κακών μεν πολλών μεστή είναι η τυραννίς, αλλά κανέν αυτών δεν είναι τόσον μέγα, όσον το ότι κανείς των λεγομένων φίλων δεν ομιλεί προς αυτήν μετά παρρησίας· ότι δε και αυτός υπ' εκείνων εστερήθη της ευνοίας του Πλάτωνος. Όταν δε τις των θελόντων ευφυίαν να δείξη, περιπαίζων τον Διονύσιον, ετίνασσε το ιμάτιόν του εισερχόμενος προς αυτόν, ως εισερχόμενος δήθεν προς τύραννον (238), τω είπεν ο Διονύσιος, αντισκώπτων αυτόν, να πράττη τούτο όταν εξέρχηται, διά να δείξη ότι δεν απέρχεται κλέψας τι εκ του δωματίου. Φίλιππος δ' ο Μακεδών, εις συμπόσιον καθήμενος (239), έρριψεν ειρωνικόν τινα λόγον περί των μελών και των τραγωδιών άς κατέλιπεν ο πρεσβύτερος Διονύσιος, και επροσποιήθη ότι ηπόρει πότε εύρισκεν εκείνος καιρόν να συνθέτη ταύτα· Τω απήντησε δ' ο Διονύσιος ουχί αστόχως· «Όταν συ και εγώ, και όλοι οι μακάριοι νομιζόμενοι, διετρίβομεν περί το ποτήριον.» Και ο μεν Πλάτων δεν είδεν εν Κορίνθω τον Διονύσιον, αλλ' είχεν ήδη αποθάνει· ο δε Σινωπεύς Διογένης (240), όταν απήντησεν αυτόν κατά πρώτον, «Ποσόν αναξίως, τω είπεν, ω Διονύσιε ζης!». Τότε δ' εστάθη εκείνος, και τω απεκρίθη· «Καλά κάμνεις, ω Διόγενες, λυπούμενος μετ' εμού διά τα δυστυχήματά μου.» «Και πώς; είπεν ο Διογένης· Νομίζεις ότι συμπάσχω μετά σου, και ότι πολύ μάλλον δεν αγανακτώ διότι τοιούτον ανδράποδον ων, και άξιος να γηράσης, ως ο πατήρ σου, και ν' αποθάνης εις τα καταγώγια των τυράννων, συ διατρίβεις ενταύθα, παίζων και τρυφών μεθ' ημών;» Ώστε όταν παραβάλλω προς ταύτα τας φωνάς του Φιλίστου, άς εκπέμπει περί των Θυγατέρων του Λεπτίνου ολοφυρόμενος (241), ότι εκ μεγάλων αγαθών, των της τυραννίδος, εις βίον κατέπεσαν ταπεινόν, μοι φαίνονται εκείναι ως θρήνοι γυναικός αλαβάστρους (242) ποθούσης και πορφύρας και χρυσά κοσμήματα. Ταύτα δεν νομίζομεν ξένα εις βιογραφίας, και ελπίζομεν να μη φανώσιν άχρηστα εις ακροατάς μη σπεύδοντας ή μη πολυασχόλους.

ΙΣΤ. Και η μεν δυστυχία του Διονυσίου εφάνη παράδοξος· θαυμαστόν δε ότι είχεν η επιτυχία του Τιμολέοντος. Διότι, αφ' ού επάτησε την Σικελίαν, εντός πεντήκοντα ημερών και την ακρόπολιν των Συρακουσών παρέλαβε, και τον Διονύσιον εις την Πελοπόννησον απέπεμψεν. Εκ τούτων εμψυχωθέντες οι Κορίνθιοι, τω έπεμψαν δισχιλίους οπλίτας και διακοσίους ιππείς, οίτινες φθάσαντες μέχρι Θουρίων (243), επειδή αδύνατον έβλεπον να περάσωσιν εκείθεν, διότι οι Καρχηδόνιοι μετά πολλών πλοίων κατείχον την θάλασσαν, αναγκαζόμενοι να μείνωσιν αυτόθι αργοί και να περιμείνωσιν εύθετον καιρόν, μετεχειρίσθησαν εις κάλλιστον έργον της απραξίας των τον καιρόν. Οι Θούριοι εξεστράτευον τότε κατά των Βρεττίων (244)· παραλαβόντες δ' αυτοί την πόλιν αυτών, την διεφύλαξαν ως ιδίαν αυτών πατρίδα, καθαρώς και πιστώς. Ο δ' Ικέτης την μεν ακρόπολιν των Συρακουσών επολιόρκει, και εμπόδιζε να εισπλεύση σίτος διά τους Κορινθίους. Παρασκευάσας δε δύο ξένους, έπεμψεν αυτούς κρυφίως εις Αδρανόν, διά να δολοφονήσωσι τον Τιμολέοντα, όστις ούτε άλλως είχεν ωργανισμένην σωματοφυλακήν, και τότε, ένεκα της θείας προστασίας, όλως ελευθέρως και ανυπόπτως συνέζη μετά των Αδρανιτών. Οι δε σταλέντες, κατά τύχην ακούσαντες ότι έμελλεν αυτός να προσφέρη θυσίαν, ήλθον εις το ιερόν, εγχειρίδια υπό τα ιμάτια έχοντες, και συναναμιχθέντες μετά των ισταμένων πέριξ του βωμού, επλησίαζον κατά μικρόν επί μάλλον και μάλλον. Ήδη δε προέτρεπον αλλήλους ν' αρχήσωσιν όσον ούπω, όταν τον ένα αυτών εκτύπησέ τις διά ξίφους κατά της κεφαλής, και άμα ούτος έπεσεν, ούτ' εκείνος έμεινεν, όστις τον εκτύπησεν, ούτε ο ελθών μετά του πληγωθέντος· αλλ' εκείνος μεν το ξίφος κρατών και φεύγων, εις πέτραν υψηλήν ανεπήδησεν· ο δ' άλλος, τον βωμόν εναγκαλισθείς, εζήτει χάριν παρά του Τιμολέοντος, υποσχόμενος τα πάντα να τω καταμηνύση. Λαβών δ' αυτήν, εμαρτύρησε καθ' εαυτού και κατά του αποθανόντος, ότι εστάλησαν διά να τον φονεύσωσιν. Εν τούτοις δε και τον εις την πέτραν καταφυγόντα κατεβίβασαν άλλοι, βοώντα άτι ουδέν κακόν έπραξεν, αλλ' ότι δικαίως εφόνευσε τον άνθρωπον, εκδικών τον αποθανόντα πατέρα του, όν εκείνος πριν είχε θανατώσει εν Λεοντίνοις (245). Και εμαρτύρουν υπέρ αυτού τινες των παρόντων, θαυμάζοντες συγχρόνως της τύχης το μηχάνημα, ήτις άλλα δι' άλλων ενεργούσα, και συνάγουσα πάντα μακρόθεν και συγκαταπλέκουσα τα φαινόμενα όλως διάφορα και ουδέν προς άλληλα κοινόν έχοντα, μεταχειρίζεται των μεν τα τέλη εις άλλων αρχάς. Και τον μεν άνθρωπον τούτον εστεφάνωσαν οι Κορίνθιοι διά στεφάνου αξίας δέκα μνων (246), διότι εδάνεισε πάθος δίκαιον εις τον δαίμονα τον φύλακα του Τιμολέοντος, και δεν κατηνάλωσε πρότερον τον θυμόν όν έτρεφε προ πολλού, αλλ' εξ ιδίων αιτιών, και συνάρσει της τύχης, διετήρησεν αυτόν προς σωτηρίαν εκείνου. Η δε του παρόντος καιρού ευτυχία, και προς τα μέλλοντα ανεπτέρωσε τας ελπίδας αυτών, και έβλεπον ως ιερόν άνδρα τον Τιμολέοντα, όν ως εκ Θεού πεμφθέντα βοηθόν εις την Σικελίαν, ώφειλον να σέβωνται και να προφυλάττωσιν.

ΙΖ. Ως δ' απέτυχεν εις την απόπειραν ταύτην ο Ικέτης, και έβλεπε πολλούς περί τον Τιμολέοντα συνασπιζομένους, μεμφθείς εαυτόν, ότι εν ώ τοσαύτην είχε δύναμιν των Καρχηδονίων, μετεχειρίζετο αυτήν ως αισχυνόμενος, κατά μικρά σώματα και λαθραίως υποκλέπτων και παρέργως δεχόμενος την συμμαχίαν αυτών, εμήνυσε τον στρατηγόν αυτών Μάγωνα να έλθη μεθ' όλου του στόλου του. Εισέπλευσε δ' αυτός τότε φοβερός, δι' εκατόν πεντήκοντα πλοίων καταλαμβάνων τον λιμένα, πεζών δ' έξ μυριάδας αποβιβάζων, και στρατοπεδεύων εις την πόλιν των Συρακουσίων· ώστε η έκπαλαι λεγομένη και περιμενομένη εκβαρβάρωσις ήλθεν εις την Σικελίαν. Διότι ποτέ πρότερον δεν είχον κατορθώσει οι Καρχηδόνιοι, αν και μυρίους επολέμησαν πολέμους εις την Σικελίαν, να λάβωσι τας Συρακούσας· τότε δε, όταν τους εδέχθη ο Ικέτης και τοις παρέδωκε την πόλιν, εφαίνετο αύτη εις βαρβάρων μεταβληθείσα στρατόπεδον. Οι δε Κορίνθιοι όσοι είχον την ακρόπολιν, δεινώς διέκειντο και επικινδύνως, τροφήν ικανήν μη έχοντες πλέον, και ένδειαν πάσχοντες, διότι εφρουρούντο οι λιμένες, κατεμερίζοντο δε πάντοτε εις αγώνας και μάχας περί τα τείχη, και εις παν μηχάνημα και εις πάσαν επίνοιαν πολιορκητικήν.

ΙΗ. Ουχ ήττον όμως ο Τιμολέων τους εβοήθει, στέλλων εις αυτούς σίτον εκ Κατάνης διά μικρών αλιευτικών πλοιαρίων και δι' ακατίων λεπτών, άτινα κατώρθουν εν καιρώ τρικυμίας μάλιστα να εισπλέωσι διά των βαρβαρικών τριηρών, περώντα κάτωθεν αυτών, όταν τας εχώριζεν ο κυματισμός και ο σάλος. Ταύτα βλέποντες οι περί τον Μάγωνα και Ικέτην, ηθέλησαν να κυριεύσωσι την Κατάνην εξ ής ήρχοντο διά θαλάσσης αι τροφαί εις τους πολιορκουμένους, και λαβόντες της δυνάμεως αυτών το μαχιμώτατον, εξέπλευσαν εκ των Συρακουσών. Ο δε Κορίνθιος Νέων, (ήτον δ' ούτος ο αρχηγός των πολιορκουμένων), ιδών από της κορυφής τους εχθρούς όσοι έμειναν, ότι απροσέκτως και αμελώς εφύλαττον, επέπεσεν εξαίφνης επ' αυτούς εν ώ ήσαν διεσπαρμένοι, και άλλους μεν φονεύσας άλλους δε τρέψας εις φυγήν, εκυρίευσε και κατέλαβε την θέσιν την λεγομένην Αχραδινήν, ήτις εφαίνετο ότι ήτον το ισχυρότατον και μάλλον απρόσβλητον μέρος της πόλεως των Συρακουσών, συγκειμένης τρόπον τινα εκ πολλών πόλεων. Κυριεύσας δε πολύν σίτον και πολλά χρήματα, δεν αφήκε τον τόπον, ουδ' ανεχώρησε πάλιν εις την άκραν, αλλά περιφράξας τον περίβολον της Αχραδινής, και συνάψας αυτήν διά των περιτειχισμάτων μετά της ακροπόλεως, την εφύλαττε. Τους δε μετά του Μάγωνος και του Ικέτου, όντας ήδη πλησίον της Κατάνης, προφθάσας ιππεύς εκ Συρακουσών, τοις ανήγγειλε την άλωσιν της Αχραδινής. Ταραχθέντες δ' αυτοί, ανεχώρησαν διά τάχους, ούτε την πόλιν κυριεύσαντες καθ' ής εξήλθον, ούτε φυλάξαντες εκείνην ήν είχον.

ΙΘ. Και ταύτα μεν η πρόνοια και η ανδρεία δύναται μέχρι τινός να τ' αμφισβητήση προς την τύχην· το δε μετά ταύτα γενόμενον φαίνεται εντελώς ότι εξ ευνοίας της τύχης συνέβη. Οι στρατιώται των Κορινθίων όσοι διέτριβον εν Θουρίοις, φοβούμενοι τας τριήρεις των Καρχηδονίων αίτινες τους παρεφύλαττον μετά του Άννωνος, και επειδή συγχρόνως διά την σφοδρότητα του ανέμου προ πολλών ημερών ήτον εξηγριωμένη η θάλασσα, εκίνησαν να πορευθώσι πεζή διά της χώρας των Βρεττίων (247). Και μέρος μεν πείθοντες τους βαρβάρους, μέρος δε διά της βίας διερχόμενοι, κατέβαινον προς το Ρήγιον, εν ώ το πέλαγος ήτον έτι τρικυμιώδες. Ο δε των Καρχηδονίων ναύαρχος επειδή δεν περιέμενε τους Κορινθίους, και ενόμιζεν ότι ματαίως εκεί εκάθητο, πείσας εαυτόν ότι επενόησε σοφόν ότι και πανούργον προς απάτην, διέταξε τους ναύτας να στεφανωθώσι, και κοσμήσας τας τριήρεις δι' ελληνικών ασπίδων και φοινίκων καλυμμάτων, έπλεε προς τας Συρακούσας· και παρά την ακρόπολιν, ισχυρώς τας κώπας κτυπών, και μετά κρότου και γέλωτος, εβόα ότι έρχεται νικήσας και κατατροπώσας τους Κορινθίους, ούς κατέλαβεν εις την θάλασσαν διαπλέοντας. Ήλπιζε δε διά τούτων να προξενήση δυσθυμίαν εις τους πολιορκουμένους. Αλλ' εν ώ ταύτα εφλυάρει και γελοίαν απάτην μετεχειρίζετο, οι Κορίνθιοι, καταβάντες εκ των Βρεττίων εις το Ρήγιον, επειδή ουδείς εφύλαττε, και είχε πέσει ο άνεμος ανελπίστως, και ο πορθμός εφαίνετο ακύμαντος και λείος, πληρώσαντες ταχέως τα περάματα και τα αλιευτικά πλοιάρια όσα ήσαν εκεί, απέπλευσαν, και διέβησαν εις την Σικελίαν τοσούτον ασφαλώς και μετά τοσαύτης γαλήνης, ώστε έσειρον και τους ίππους εκ των χαλεινών, κολυμπώντας πλησίον των πλοίων.

Κ. Αφ' ού δ' όλοι διήλθον, ο Τιμολέων δεχθείς αυτούς, εκυρίευσεν ευθύς την Μεσσήνην (248), και παραταχθείς, εξεστράτευσε κατά των Συρακουσών, πεποιθώς μάλλον εις την καλήν τύχην δι' ής τοσαύτα επετύγχανε και κατώρθου, παρά εις την δύναμίν του· διότι δεν είχε μεθ' εαυτού περισσοτέρους των τετρακισχιλίων. Ως δ' ανηγγέλθη η έφοδος αυτού εις τον Μάγωνα, θορυβούμενος ούτος και φοβηθείς, έτι μάλλον συνέλαβεν υποψίας εξ αιτίας τοιαύτης. Οι περί την πόλιν βάλτοι πολύ μεν δέχονται εκ βρύσεων πότιμον ύδωρ, πολύ δ' εξ ελών και ποταμών, οίτινες καταρρέουσιν εις την θάλασσαν, και εις αυτούς τρέφεται πλήθος εγχέλεων, και υπάρχει πάντοτε άφθονος άγρα αυτών. Ταύτας δ' εθήρευον ομού οι μισθωτοί στρατιώται και των δύο μερών, επειδή ήσαν εις αργίαν και εις ανακωχήν. Ως όντες δ' εκατέρωθεν Έλληνες, και προς αλλήλους μη έχοντες αφορμήν ιδίων απεχθειών, εις μεν τας μάχας εκινδύνευον προς αλλήλους ευρώστως, επί δε της ανακωχής ερχόμενοι προς αλλήλους, συνδιελέγοντο. Και τότε κοινόν έχοντες το έργον της αλιείας, συνωμίλουν, θαυμάζοντες της θαλάσσης εκείνης την ωραιότητα, και την αξιολογότητα των χωρών. Και τις εκ των συνεκστρατευόντων μετά των Κορινθίων, είπε· «Πόλιν τόσον μεγάλην και τόσα καλά έχουσαν, σεις, Έλληνες όντες, θέλετε να την εκβαρβαρώσητε, κατοικίζοντες πλησιέστερον ημών τους κακίστους και φονικωτάτους Καρχηδονίους, εν ώ έπρεπε να εύχεσθε πολλαί Σικελίαι να κείνται μεταξύ αυτών και της Ελλάδος. Ή νομίζετε ότι ούτοι συνήθροισαν στρατόν και ήλθον από των Ηρακλείων στηλών και της Αντλαντικής θαλάσσης διά να κινδυνεύσωσιν υπέρ της δυναστείας του Ικέτου, όστις, αν εσκέπτεπο ως ηγεμών, δεν θ' απέκρουε τους πατέρας (249) ουδέ θα έφερε τους εχθρούς κατά της πατρίδος του, αλλά θ' απελάμβανε και τιμήν και δύναμιν όσην πρέπει, πείσας τους Κορινθίους και τον Τιμολέοντα;» Τούτους τους λόγους οι μισθοφόροι διέδωκαν εις το στρατόπεδον, και ενέπνευσαν υποψίαν εις τον Μάγωνα, ότι προδίδεται. Εζήτει δε και προ πολλού πρόφασιν. Επομένως, ει και τον παρεκάλει ο Ικέτης να παραμείνη, και τω έλεγε πόσον ανώτεροι εισί των εχθρών, αυτός όμως, νομίζων ότι εισί κατά την ανδρείαν μάλλον και κατά την τύχην κατώτεροι του Τιμολέοντος, παρ' ό,τι υπερισχύουσι κατά το πλήθος της δυνάμεως, απέπλευσεν ευθύς εις Λιβύαν, αισχρώς και κατ' ουδεμίαν ανθρωπίνην προσδοκίαν αφείς εκ των χειρών του την Σικελίαν.

ΚΑ. Την δ' επαύριον παρέστη ο Τιμολέων παρατεταγμένος εις μάχην. Ως δ' ήκουσαν την φυγήν, και είδαν την ερημίαν των νεωρίων, τοις ήλθε να γελάσωσι διά την ανανδρίαν του Μάγωνος, και περιερχόμενοι, εκήρυττον εις την πόλιν αμοιβήν εις όν τινα τοις κατήγγελλε πού απέδρα ο στόλος των Καρχηδονίων. Επειδή όμως ο Ικέτης ήθελε μάχην εισέτι, και δεν παρητείτο της εξουσίας επί της πόλεως, αλλ' ενέμενε πεισματωδώς εις τα μέρη όσα κατείχε, διότι ήσαν ισχυρά και δυσάλωτα, διαιρέσας ο Τιμολέων την δύναμίν του, ο ίδιος μεν προσέβαλλε παρά το ρείθρον του Ανάπου ποταμού, όπου ήτον βιαιότερον, τους δ' άλλους διέταξε να επιτεθώσιν εκ της Αχραδινής, και τούτων αρχηγός ήτον Ισίας ο Κορίνθιος. Τους δε τρίτους έφερον κατά των Επιπολών (250) ο Δείναρχος και ο Δημάρετος, εκείνοι οίτινες έφερον την τελευταίαν βοήθειαν εκ Κορίνθου. Ως επέπεσαν λοιπόν ούτοι πανταχόθεν συνάμα, και οι περί τον Ικέτην τραπέντες έφευγον, η πόλις εκυριεύθη κατά κράτος, και ταχέως έγινεν υποχείριος, και οι εχθροί εδιώχθησαν. Και ταύτα μεν είναι δίκαιον ν' αποδώσωμεν εις την των μαχομένων ανδρείαν και εις του στρατηγού την ικανότητα. Το δ' ότι ουδείς των Κορινθίων ουδ' εφονεύθη ουδ' ετραυματίσθη, εφάνη κατόρθωμα ίδιον αυτής της τύχης του Τιμολέοντος, ήτις διηγωνίζετο τρόπον τινα προς την αρετήν του ανδρός, όπως θαυμάζωοιν οι ακούοντες τα μακαριζόμενα έργα αυτού έτι μάλλον των επαινουμένων. Διότι ου μόνον εις την Σικελίαν πάσαν και εις την Ιταλίαν διεδόθη ευθύς η φήμη, αλλ' εντός ολίγων ημερών αντήχει καθ' όλην την Ελλάδα το μέγεθος του κατορθώματος· ώστε, εν ώ η πόλις των Κορινθίων δεν επίστευεν έτι ότι ο στόλος αυτής διέπλευσεν, ήκουσε συγχρόνως ότι εσώθη και ενίκησεν ο στρατός της. Ούτως άριστα αι πράξεις επέτυχον, και εις το τόσον κάλλος των έργων προσέθηκεν η τύχη και την ταχύτητα.

ΚΒ. Ως δ' έγινε της άκρας κύριος, δεν έπαθε το ίδιον πάθος μετά του Δίωνος, ουδ' εφείσθη του τόπου διά το κάλλος αυτού και την πολυτέλειαν της κατασκευής, αλλά φυλαχθείς από της υποψίας δι' ήν πρώτον διεβλήθη και μετά ταύτα κατεστράφη εκείνος, εκήρυξε να έλθη όστις θέλει των Συρακουσίων μετά σιδήρου, και να βοηθήση εις το να κατασκαφώσι τα τυραννικά οχυρώματα. Όλοι δ' ανέβησαν, αρχήν ελευθερίας ασφαλεστάτην θεωρήσαντες το κήρυγμα και την ημέραν εκείνην, και ου μόνον την άκραν, αλλά και τας οικίας και τα μνήματα των τυράννων ανέτρεψαν και κατέσκαψαν. Ευθύς δ' ομαλύνας τον τόπον, ωκοδόμησε τα δικαστήρια εις αυτόν, να ευχαριστήση ζητών τους πολίτας, και της τυραννίδος ανωτέραν αναδεικνύων την δημοκρατίαν. Αφ' ού, όμως εκυρίευσε την πόλιν, δεν είχε πολίτας, διότι άλλοι μεν εφονεύθησαν εις τας στάσεις και τους πολέμους, άλλοι δ' έφυγον την τυραννίαν και η μεν των Συρακουσών αγορά διά την ερημίαν υπό τόσον βαθέος εκαλύφθη χόρτου, ώστε οι ίπποι έβοσκον εν αυτή, και οι ιπποκόμοι κατέκειντο εις την χλόην, αι δ' άλλαι πόλεις, πλην ολιγίστων, εγένοντο πλήρεις ελάφων και αγριοχοίρων, και εις τα προάστεια και περί τα τείχη πολλάκις οι αργοί εκυνήγουν. Δεν υπήκουε δε κανείς των εις τα οχυρώματα και τα φρούρια κατοικούντων, ουδέ κατέβησαν δις την πόλιν, αλλά φρίκη και μίσος εκυρίευσε πάντας διά τας εκκλησίας του δήμου, και διά την πολιτικήν, και διά των ρητόρων το βήμα, εξ ών προέκυψαν εις αυτούς οι πλείστοι των τυράννων. Διά τούτο απεφάσισεν ο Τιμολέων και οι Συρακούσιοι να γράψη προς τους Κορινθίους, αυτοί να στείλωσι κατοίκους εις τας Συρακούσας εκ της Ελλάδος, διότι άλλως η χώρα έμελλε να μείνη ακαλλιέργητος, και πολύν πόλεμον περιέμενον εκ Λιβύας, ακούσαντες ότι ο Μάγων ηυτοχειριάσθη, και οι Καρχηδόνιοι εσταύρωσαν το σώμα του, οργισθέντες διά την στρατηγίαν του, και συνήγον μεγάλην δύναμιν, προτιθέμενοι την άνοιξιν να διαβώσιν εις Σικελίαν.