Ότι το κακόν υπάρχει εις τον κόσμον ουδείς δύναται ν' αρνηθή εκ των εχόντων οφθαλμούς και ώτα εκτός μόνον αν είναι τα ώτα ταύτα μακρύτερα των του Μίδα, και τότε το φέρον αυτά ζώον ονομάζεται π α ν ε υ φ η μ ι σ τ ή ς ή optimiste, ως λέγουσιν οι Γάλλοι. Πώς δε εισήλθεν εις τον κόσμον το κακόν δεν δύναμαι να σας είπω, διότι οι άνθρωποι δεν συμφωνούσι περί τούτου. Οι αρχαίοι Έλληνες κατηγορούν την Πανδώραν ότι ήνοιξε το κιβώτιον, εκ του οποίου ανεπήδησαν τα κακά· οι Μανιχαίοι υπέθετον ότι ο Θεός, μη δυνηθείς να φέρη μόνος του εις πέρας τον κόσμον εζήτησε την βοήθειαν του Δαίμονος, εις τον οποίον έδωκεν ως αμοιβήν δικαίωμα επικαρπίας επί του κτίσματός του, ημείς δε πιστεύομεν ότι ο Διάβολος ηπάτησε την πρώτην μας μητέρα και εντεύθεν τα δεινά μας. Ούτω πιστεύω και εγώ ως ευπειθές τέκνον της ορθοδόξου Εκκλησίας, αν και ερωτώ ενίοτε, πριν απατήση ο Διάβολος την Εύαν, τις τον ηπάτησεν αυτόν τον ίδιον και τον κατέστησε μισόκαλον δαίμονα, ενώ ήτο πρότερον άγγελος άσπιλος και πτερωτός ως οι λοιποί; Αν το ηξεύρετε, κ. εκδότα, πληροφορήσατέ με και θέλετε με υποχρεώσει. Αλλ' επί του παρόντος τούτο μας είναι αδιάφορον διότι αν και διαφωνούσιν οι σοφοί περί της πηγής του κακού, ουδείς όμως αρνείται την ύπαρξιν αυτού εις τον κόσμον, επί του πλανήτου μας τουλάχιστον, όπου το βλέπομεν βασιλεύον υπό μυρίας μορφάς. Πόλεμοι, διαζύγια, όχενδραι, λησταί, ποδάγρα, αγχόναι, φόροι, ιερείς, κατακτηταί, χολέρα, ανοησία και άλλα κακά δεν έλειψαν ποτέ, από την επιφάνειαν της γης, ενθυμίζοντα καθ' ημέραν εις τους κατοίκους της ότι η Εύα έφαγε το μήλον.
Αφ' ετέρου όμως ουδείς δύναται ν' αρνηθή ότι ο Πανάγαθος Θεός μας αφήκεν εν τω πλήθει του ελέους του και πολλά πράγματα, αν και υποπίπτομεν πάντες εις το φοβερόν αμάρτημα να γεννώμεθα απόγονοι της Εύας. Πανταχού απαντώμεν πλησίον του κακού το καλόν, την αρετήν πλησίον της κακίας· ώστε οι αρνούμενοι την ύπαρξιν του καλού είναι ουχ’ ήττον γελοίοι των αρνουμένων το κακόν· οι ευφημισταί και οι παγκακισταί (pessimistes) μοι φαίνονται περίεργα ζώα άξια να κλεισθώσιν εις το αυτό κλωβίον.
Το δε μέγιστον των χαρισμάτων όσα διεφυλάξαμεν μετά την πτώσιν ή μάλλον απεκτήσαμεν δι' αυτής, διότι πρότερον μας ήτο, νομίζω περιττόν, είναι η δύναμις εκείνη της ψυχής, την οποίαν ονομάζομεν συνείδησιν και δι' ης διακρίνομεν το καλόν από του κακού αγαπώντες το πρώτον και το δεύτερον μισούντες. Η συνείδησις αύτη υπόκειται ως ο ήλιος εις κηλίδας και εκλείψεις· αι θρησκείαι, οι νόμοι, αι ανάγκαι, τα πάθη δύνανται προς στιγμήν ν' αμαυρώσωσι το φως της ουρανίας ταύτης λαμπάδος, αλλά να την σβύσωσι ποτέ· διότι, ως λέγει μέγας τις σύγχρονος ποιητής, «τ ο α ν θ ρ ώ π ι ν ο ν γ έ ν ο ς ό λ ο ν ο μ ο ύ λ α μ β α ν ό μ ε ν ο ν ε ί ν α ι τ ί μ ι ο ς ά ν θ ρ ω π ο ς», αγαπά δηλ. το καλόν και μισεί το κακόν.
Ας εφαρμόσωμεν ήδη την αρχήν ταύτην και εις τα προϊόντα της διανοίας.
Ο έρως του καλού καλείται Ε ν θ ο υ σ ι α σ μ ό ς και γεννά τους Πινδάρους και τους Μίλτωνας το μίσος του κακού καλείται Σ ά τ υ ρ α και γεννά τους Λουκιανούς και τους Βολταίρους.
Τα δύο ταύτα αισθήματα είναι εξ ίσου αναγκαία εις τον κοινωνικόν άνθρωπον προς εκπλήρωσιν του προορισμού αυτού, όστις είναι η πρόοδος· και διά τούτο βλέπομεν τον ενθουσιασμόν και την σάτυραν, τον έρωτα του καλού και το μίσος του κακού, συμβαδίζοντα αείποτε μετά της προοδευούσης ανθρωπότητος, τον Αριστοφάνη πλησίον του Πλάτωνος και τον Άινε αντικρύ του Σχιλλέρου. Ο ενθουσιασμός εμπνέει τους μεγάλους άνδρας, οίτινες ανεγείρουσι τα θρησκευτικά, ηθικά και πολιτικά οικοδομήματα, υπό τα οποία στεγάζεται η ανθρωπότης. Αλλά τα οικοδομήματα ταύτα έχουσιν ως ανθρώπινα έργα ατελείας και ελλείψεις· τα ελαττώματα ταύτα διακρίνουσα η σάτυρα κρημνίζει βαθμηδόν το οικοδόμημα και αντ' αυτού ανεγείρεται μετ' ολίγον άλλο τελειότερον, το οποίον μέλλει κακείνο να κρημνισθή μετ' ολίγον· και ούτω οικοδομούντες και καταστρέφοντες βαδίζομεν προς τα εμπρός. Αδύνατον είναι να συντηρηθή κοινωνία άνευ του ενθουσιασμού, της αφοσιώσεως δηλ. εις τους συνέχοντας αυτήν θεσμούς, αλλ' επίσης αδύνατον είναι και να προδεύση άνευ της Σατύρας, ήτις υποσκάπτει τους θεσμούς τούτους χάριν καλλιτέρων εν τω μέλλοντι. Άμα δε παύση προοδεύουσα μία κοινωνία, ευθύς σήπεται και θνήσκει, ως απέθανον οι Αιγύπτιοι και οι Ινδοί και ως παρακμάζουσι σήμερον οι Σίναι, θελήσαντες να θεοποιήσωσι, να καταστήσωσι δηλ. αθάνατον και αμετάβλητον τον πολιτισμόν των, αντί να βαδίζωσι προς τα εμπρός κρημνίζοντες και ανοικοδομούντες.
Εκ τούτων έπεται, κ. εκδότα, ότι μέχρις ου επικρατήση εις τον κόσμον το απολύτως καλόν, μέχρις ου ανεγερθή θρησκευτικόν, ηθικόν και πολιτικόν οικοδόμημα άνευ κακιών και ελαττωμάτων, μέχρις ου δηλ. η πρόοδος της ανθρωπότητος σταματήση, η Σάτυρα είναι αναγκαία.
Και μη νομίσετε ότι αι ατομικαί μου δοξασίαι είναι αύται. Ως ήδη σας είπον εν τη πρώτη μου επιστολή, έχων μικράν πεποίθησιν εις τας κριτικάς μου δυνάμεις ουδέποτε αποφασίζω περί οιουδήποτε πράγματος, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσω τι εφρόνουν οι άλλοι. Πάντα δε τα ανωτέρω περί της χρησιμότητος της σατύρας ευρίσκονται διεσπαρμένα (η έννοια αν όχι αι φράσεις) εις πολύτομον σωρείαν κριτικών, προς τους οποίους ήπλονα την χείρα, ίνα ζητήσω τας αναγκαίας παροπομπάς, ότε κατά καλήν μου τύχην ενεθυμήθην την ακόλουθον φράσιν Γερμανού τινος φιλοσόφου, ήτις καθιστά περιττόν τον τοιούτον κόπον, επικυρούσα πληρέστατα όσα είπον. Ο Γερμανός ούτος είναι ο περιβόητος Shelling, την δε σάτυραν θεωρεί αναγκαίαν «ω ς α κ α τ α μ ά χ η τ ο ν ε χ θ ρ ά ν τ ο υ π α ρ ό ν τ ο ς» (των καταχρήσεων δηλ.) και σύμμαχον του μέλλοντος ήγουν της προόδου. Υπό των αυτών, φαίνεται άρχων εμπνεόμενος και ο κ. Flourens, όστις έχων την ιδιοτροπίαν να θεωρή ως ηθικόν βιβλίον την αθυρόστομον και σαρκαστικήν « I ω ά ν ν α ν», έλεγε περί αυτής (εν αριθ. ι'. της Independance) «Π ά σ α ε π ί θ ε σ ι ς κ α τ ά τ ο υ κ α κ ο ύ ε ί ν α ι ε κ δ ο ύ λ ε υ σ ι ς π ρ ο ς τ η ν α ν θ ρ ω π ό τ η τ α κ α ι ω ς ε κ τ ο ύ τ ο υ χ ρ ε ω σ τ ο ύ μ ε ν ε υ γ ν ω μ ο σ ύ ν η ν ε ι ς τ ο ν σ υ γ γ ρ α φ έ α τ ο υ α ν ά χ ε ί ρ α ς β ι β λ ί ο υ».
Αν ταύτα, δεν ήρκουν, ηδυνάμην να προσθέσω, κ. εκδότα, ότι την σάτυραν, ήτοι, την τιμωρίαν διά του εμπαιγμού της κακίας και ανοησίας μετεχειρίσθη πρώτος πάντων αυτός ο Θεός κατά του πρώτου ανθρώπου. Η Γραφή τουλάχιστον μας διδάσκει ότι ο Αδάμ, παρασυρθείς υπό της μωράς ελπίδος να γίνη όμοιος με τον Πλάστην του παρέβη τας θείας αυτού εντολάς· ο δε Θεός προς τιμωρίαν της απειθείας του εδίωξεν αυτόν του Παραδείσου, τον εστέρησε της αθανασίας, και μη αρκεσθείς εις τούτο προσέθεσε το σκώμμα εις την ποινήν, λέγων εις αυτόν, ενώ ίστατο ενώπιον του τρέμων, γυμνός και κατησχυμμένος «Ί δ ο ύ Α δ ά μ γ έ γ ο ν ε ν ω ς ε ι ς ε ξ η μ ώ ν! όπερ κατά τον Αγ. Βασίλειον και τους λοιπούς ερμηνευτάς είναι φοβερά ειρωνεία, δι’ ης έσκωπτεν ο Θεός την ανοησίαν του πρώτου ανθρώπου. Ο δε Αγ. Βίκτωρ, ερμηνεύσας κακείνος κατά το αυτό πνεύμα το χωρίον προσθέτει ότι, «ο ε μ π α ι γ μ ό ς ε ί ν α ι δ ί κ α ι ο ν κ α ι θ ε ά ρ ε σ τ ο ν έ ρ γ ο ν, ό τ α ν δ ι ' α υ τ ο ύ τ ι μ ω ρ ε ί τ α ι η κ α κ ί α». Εκ τούτων βλέπετε, κ. εκδότα, ότι και κριτικοί και φιλόσοφοι, και πατέρες της Εκκλησίας και αυτός ο Θεός θεωρούσι και μεταχειρίζονται την Σάτυραν ως καλόν όπλον κατά της ανοησίας.
Αλλά και, αυτή η αναίδεια και αθυροστομία, ήτις, ως ανωτέρω είδομεν, φαίνεται ανυπόστατος από τους Σατυρικούς, δύναται άραγε να θεωρηθή ως επιβλαβής εις τα ήθη και να ονομασθώσιν ανήθικοι οι γυμνόνοντες την κακίαν, ίνα αποκαλύψωσιν όλην αυτής την ασχημίαν και την καταστήσωσι, μισητήν και φευκτέαν; το κατ' εμέ θεωρώ ανήθικον εκείνον μόνον, όστις την γυμνότητα ταύτην σκεπάζει με σεμνά ενδύματα, ψιμμυθιόνει τας ρυτίδας της, κρύπτει την δυσμορφίαν της, και ούτω μεταμορφωμένην ζητεί να καταστήση την κακίαν αξιέραστον αντί μισητής, διαστρέφων διά της μεταμφιέσεως ταύτης την ιδέαν του καλού και πονηρού και ολιγοστεύων την έμφυτον προς το κακόν αποστροφήν πάσης υγιαινούσης συνειδήσεως· ηθικόν δε νομίζω απ’ εναντίας τον δι οιουδήποτε τρόπου προσπαθούντα να ενισχύση το αίσθημα τούτο. Και διά τούτο μυριάκις ηθικώτερον θεωρώ τον άσεμνον Δ ο ν Ζ ο υ ά ν του Βύρωνος, τον περιπαίζοντα όλας τας κοινωνικάς ασχημίας από την σεμνήν Β α λ ε ν τ ί ν η ν της κ. Σάνδης, ήτις στεφανώνει με άσπιλα κρίνα την μοιχείαν μυριάκις δε υγιεινότερα τα φιλόγελα διηγήματα του Βαλζάκ, από την μελαγχολικήν Κ υ ρ ί α ν μ ε τ α ς Κ α μ ε λ ί α ς του Δουμά, προσπαθούντος να δικαιολογίσει διά του αισθήματος την . . . . το επάγγελμα δηλ. της ηρωίδος του. Την δε Ι ω ά ν ν α ν θεωρώ κακείνην ως ηθικόν ή τουλάχιστον αβλαβές βιβλίον, διότι ουδεμία υπάρχει εν αυτή ηδυπαθής περιγραφή, ουδαμού η κακοήθεια καλλωπίζεται ή ονομάζεται, με άλλο όνομα, ουδαμού ζητεί ο συγγραφεύς να κινήση την συμπάθειαν του αναγνώστου υπέρ της ηρωίνης του, σκεπάζων με αισθηματικάς πράξεις τα παραπτώματά της, αλλ' απ' αρχής έως τέλους επισωρεύει σκώμματα και καταφρόνησιν κατά της κακίας, ομιλών περί της ηδυπαθείας, της τρυφής, του έρωτος, των γυναικών και όλων εν γένει των παθών ως ο Εκκλησιαστής, ο Λουκιανός, ο Ιουβενάλης, ο Βολταίρος, ο Άινε και όσοι άλλοι είπον την αλήθειαν, κατά το αυτό πνεύμα αν όχι με ίσην ευγλωττίαν. Επικίνδυνα βιβλία είναι, κ. εκδότα, τα εξάπτοντα και ουχί τα ψυχραίνοντα τα πάθη, εις δε την Ι ω ά ν ν α ν, από της πρώτης μέχρι της τελευταίας σελίδος υποβάλλονται τα πάθη εις παταγώδες ρεύμα σαρκασμού και ειρωνείας. Η ηρωίς του βιβλίου είναι, αν δεν απατώμαι, η προσωποποίησις του εγωϊσμού και της αχαριστίας, ο δε συγγραφεύς φέρεται προς αυτήν κατά την φράσιν ενός συναδέλφου σας «μ ε π ε ρ ι σ σ ο τ έ ρ α ν σ κ λ η ρ ό τ η τ α α φ ' ό σ η ν δ ε ι κ ν ύ ε ι, ο Σ α τ ά ν π ρ ο ς τ η ν σ υ ρ ο μ έ ν η ν υ π ' α υ τ ο ύ ε ι ς τ η ν κ ό λ α σ ι ν ψ υ χ ή ν», και νομίζω ότι έχει δίκαιον να φέρεται ούτω προς ταύτα, εκτός μόνον αν παραδεχθώμεν την γνώμην του ρηθέντος συναδέλφου σας, ισχυριζομένου ότι «ο ι σ τ ο ρ ι κ ό ς π ρ έ π ε ι ν α τ ρ έ φ η σ τ ο ρ γ ή ν τ ι ν α π ρ ο ς τ ο υ ς ή ρ ω α ς κ α ι τ α ς η ρ ω ί ν α ς τ ο υ, π ρ ο σ π α θ ώ ν ν α τ α ς κ α τ α σ τ ή σ η σ ε β α σ τ ά ς κ α ι π ρ ο σ φ ι λ ε ί ς ε ι ς τ ο υ ς α ν α γ ν ώ σ τ α ς». Σημειώσατε όμως κ. εκδότα ότι, αν είχον ακολουθήσει οι ιστορικοί, το ηθικόν τούτο παράγγελμα, ηθέλομεν σέβεσθαι τον Νέρωνα, την Δαλιδά, τον Εφιάλτην και την Μεσαλλίναν. Κατά το σύστημα τούτο έπρεπε και ο συγγραφεύς της Ιωάννας, ίνα καταστήση την ηρωίδα του σεβαστήν και προσφιλή εις τους αναγνώστας, να ονομάση λ.χ. την ακολασίαν της « ε υ γ ε ν ή ο ρ γ α σ μ ό ν ψ υ χ ή ς α ν υ π ο μ ό ν ο υ ν α μ ε τ α δ ώ σ η α ν ε ξ ά ν τ λ η τ ο ν θ η σ α υ ρ ό ν α φ ο σ ι ώ σ ε ω ς κ α ι α γ ά π η ς», να δικαιολογήση την αστασίαν, μεθ' ης ήλλασσεν εραστάς, παρομοιάζων αυτήν «π ρ ο ς λ ε υ κ ή ν π ε ρ ι σ τ ε ρ ά ν π τ ε ρ υ γ ί ζ ο υ σ α ν α κ α τ α π α ύ σ τ τ ω ς π ρ ο ς α ν ε ύ ρ ε σι ν κ α ρ δ ί α ς ι κ α ν ή ς ν α τ η ν ε ν ν ο ή σ η» και ούτω καθ’ εξής κατά το σύστημα της Σάνδης. Αν εγράφετο εις τοιούτον ύφος το βιβλίον, ήθελον πιθανώς το εύρει ηθικώτατον οι συνάδελφοί σας, αλλ' εγώ, κ. εκδότα, ήθελα το στείλει εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν, διότι ούτε τας γλυκανόστους φράσεις ούτε το εγκώμιον της κακοηθείας κατορθώνω να χωνεύσω· και διά τούτο ίσως με ωνόμασαν μισάνθρωπον οι Αγρινιώται.
Μίαν τελευταίαν παρατήρησην συγχωρήσατε με, κ. εκδότα, ν' απευθύνω εις το κριτικόν άρθρον της «Αυγής» σας. Ο συγγραφεύς της Ι ω ά ν ν α ς, θέλων να παραστήση την επικρατούσαν κατά την εποχήν εκείνην διαφθοράν, εισάγει δύο γυναίκας, την Αγ. Λ ι ό β β α ν και την Αγ. Ί δ α ν, περιγραφούσας με τα μελανώτερα ή μάλλον γελοιωδέστερα χρώματα την διαφθοράν ταύτην, ο δε κ. συντάκτης σας εύρε τρόπον να είπη ότι διά των γυναικών τούτων «ε κ θ έ τ ε ι ο σ υ γ γ ρ α φ ε ύ ς τ α ς π ε ρ ί κ ο ι ν ω ν ι κ ο ύ κ α ι μ ο ν α σ τ ι κ ο ύ β ί ο υ α ρ χ ά ς ΤΟΥ!» Κατά τον τρόπον τούτον του σκέπτεσθαι πρέπει να υποθέσωμεν, ότι και ο Μολιέρος εις την κωμωδίαν του Φ ι λ α ρ γ ύ ρ ο υ εκθέτει διά στόματος του Αρμαγόνος τας περί χρήσεως του πλούτου αρχάς ΤΟΥ, ότι ο Βύρων διά του Κορσάρου ζητεί να δικαιολογήση την πειρατείαν και οι Σπαρτιάται εισήγον μεθυσμένους Είλωτας εις τα συμπόσια, ίνα συστήσωσι την μέθην εις τους νέους. Η αξίωσις αύτη υπερβαίνει τα όρια του αστείου. Διά να εννοήσετε όλην αυτής την αστειότητα έπρεπε, κ. εκδότα, να σας εξηγήσω προηγουμένως τι σημαίνει υ π ο κ ε ι μ ε ν ι κ ό ν κ α ι α ν τ ι κ ε ι μ ε ν ι κ ό ν, το άλφα βήτα της φιλοσοφίας. Αλλ' η επιχείρησις αυτή με φαίνεται ολίγον δύσκολος, θα έλεγα μάλιστα αδύνατος, αν δεν είχον ακούσει ότι εφευρέθη εσχάτως ο τρόπος του να εξηγώνται τα χρώματα εις τους τυφλούς. Τούτο μόνον λοιπόν σας λέγω, ότι αν ησπάζετο ο συγγραφεύς τας αρχάς της Αγ. Λιόββας, αντί να τας παραδώση ούτω γυμνάς και αστολίστους εις τον κοινόν γέλωτα ήθελε μάλλον μιμηθή τον Ευγένιον Sue, όστις έγραψε την απολογίαν ή μάλλον την αποθέωσιν των Ε π τ ά θ α ν α σ ί μ ω ν Α μ α ρ τ η μ ά τ ω ν, της Λαγνείας, του Φθόνου, της Οργής κτλ., τα οποία εσύστησαν οι συνάδελφοι σας ως λ ί α ν κ α τ ά λ λ η λ α αναγνώσματα, ενώ ονομάζουν ασεβείς και αθυρόστομους τους σκώπτοντας τας κακίας ταύτας:
De nobis post haec tristis sententia fertur:
Dat veniam corvis, vexat censura columbas,
(Juven Satyr. II).
όπερ ελευθέρως μεταφραζόμενον σημαίνει, κ εκδότα, ότι βλέπετε άσπρους τους κόρακας και μαύρα τα περιστέρια.
Ίσως αντιτείνετε εις ταύτα, ότι ο συγγραφεύς της Ι ω ά ν ν α ς, γελών αιωνίως, δεν αποφαίνεται πάντοτε μετ' αρκούσης σφοδρότητος κατά του κακού, ο δε αναγνώστης μένει πολλάκις μετέωρος περιμένων την λεγομένην κ ά θ α ρ σ ι ν τ ω ν π α θ ώ ν. Πιθανόν να συμμερίζεσθε, κ. εκδότα, την μετά πολλής ευφυίας χλευασθείσαν υπό του κ. Βερναρδάκη πρωτότυπον γνώμην μερικών φιλολόγων της πρωτευούσης σας, οίτινες νομίζουσιν ότι η κ ά θ α ρ σ ι ς συνίσταται εις την απ' ευθείας αποδοκιμασίαν του κακού· εγώ όμως ζων μακράν των φωστήρων τούτων, μόνος με τα βιβλία μου, συμμερίζομαι ακόμη την γνώμην του Αριστοτέλους, του Σχεγέλου και των άλλων κριτικών, οίτινες κάθαρσιν ονομάζουσι την δι' οιουδήποτε τρόπου εμπνεομένην αποστροφήν κατά της κακίας. Εις δε την «Ιωάνναν» κ ά θ α ρ σ ι ς τ ω ν π α θ ώ ν είναι αυτός ο γέλως του αναγνώστου, αναγκαζομένου να περιπαίζη το κακόν. Γνωρίζετε ίσως, εξ ακοής τουλάχιστον τας περιβοήτους εκείνας κατά των Ιησουιτών Ε π α ρ χ ι α κ ά ς ε π ι σ τ ο λ ά ς του Πασχάλ. Εν αυταίς ο ένδοξος συγγραφεύς εκθέτει όλας τας αισχρότητας των ρασοφόρων εκείνων σκορπίων μετά τοσαύτης κωμικής απαθείας, ώστε ο αναγνώστης διστάζει πολλάκις αν συνήγορος ή διώκτης αυτών είναι ο Πασχάλ· η δε αγανάκτησις αυτού συναυξάνει ανά πάσαν σελίδα μετά της φλεγματικής ειρωνείας του συγγραφέως εις βαθμόν τοιούτον, ώστε ήθελε ραπίσει πολλάκις μετά των Ιησουίτών και τον απαθή αυτών ιστοριογράφον (114) . Η σκωπτική αυτή μετριοπάθεια, η εσκεμμένη αυτή αποχή από πάσης αποδοκιμασίας, η κορυφούσα την προς το κακόν αποστροφήν εν τη συνειδήσει του αγνώστου, εθεωρήθη υφ' όλων των κριτικών ως το αριστούργημα της ηθικής και υγιούς ειρωνείας. Τοιούτον τι σύστημα ηκολούθησε, νομίζω, και ο γράψας την Ι ω ά ν ν α ν απόδειξις δε ότι επέτυχεν εις την κατά της κακίας επίθεσίν του έστω ότι και αυτούς τους συναδέλφους σας κατώρθωσε να καταστήση υπερμάχους της ηθικής.
Παρατηρήσατε ακόμη, κ. εκδότα, ότι το σατυρικόν πνεύμα ουδόλως αποκλείει τον υπέρ του καλού ενθουσιασμόν, όστις μάλιστα αναφαίνεται λαμπρότερος διά της αντιπαραθέσεως. Ούτω ο τα πάντα α δ ι α κ ρ ί τ ω ς δ ι α σ ύ ρ ω ν κ α ι χ λ ε υ ά ζ ω ν συγγραφεύς της « Π α π ί σ σ η ς», ότε εν μέσω της ακαθάρτου αγέλης των ρασοφόρων του μεσαιώνος απήντησεν αληθή λειτουργόν του Υψίστου, τον Αγ. Αγοβάρδον, πράον, ελεήμονα, μισούντα την ιεροκρατείαν, τα θαύματα, τας προσκυνήσεις και τας ανοησίας, ευθύς γονυπετεί ενώπιον του, «ί ν α α σ π α σ θ ή τ α κ ρ ά σ π ε δ α τ ο υ ρ ά σ ο υ τ ο υ», διακόπτει την αφήγησίν του «ί ν α α ν α π α υ θ ή ο λ ί γ α ς σ τ ι γ μ ά ς π λ η σ ί ο ν τ ο υ ω ς ο δ ι ψ α λ έ ο ς Ά ρ α ψ π α ρ ά τ η ν β ρ ύ σ ι ν τ η ς ε ρ ή μ ο υ» και τον τίτλον του Αγίου νομίζει ανεπαρκή διά τοιούτον άνδρα, «α δ ά μ α ν τ α ε ν μ έ σ ω χ α λ ί κ ω ν, κ ύ κ ν ο ν ε ν μ έ σ ω κ ο ρ ά κ ω ν, σ τ ί λ β ο ν τ α ε ν τ η σ κ ο τ ί α τ ο υ α ι ώ ν ο ς ε κ ε ί ν ο υ ω ς μ α ρ γ α ρ ί τ η ς ε ι ς τ η ν ρ ί ν α χ ο ί ρ ο υ (σελ. 118). Κατωτέρω ο τ α π ά ν τ α δ ι α σ ύ ρ ω ν κ α ι χ λ ε υ ά ζ ω ν ασεβής συγγραφεύς ευρίσκει δάκρυα, ίνα θρηνήση παρά την πυράν του Ουσίου και τους τάφους των εν Σκυθοπόλει διαμελισθέντων Ελλήνων φιλοσόφων· πανταχού δε, όπου η ευκαιρία παρουσιασθή, σπεύδει να εξέλθη της λοιμώδους ατμοσφαίρας του μεσαιωνίου φανατισμού, αφίνων τους καλογήρους, τους θαυματουργούς, τους λεκανομάντεις, τους εικονολάτρας, τον Θεόφιλον, την Ειρήνην, τας Συνόδους, τας σφαγάς, τας δεισιδαιμονίας και τ' άλλα βυζαντινά αίσχη, ίνα αναπαυθή υπό την στέγην του Παρθενώνος, ή τείνη ευσεβώς το ους εις τους λόγους του Λιβανίου, «τ ο κ ύ κ ν ε ι ο ν τ ο ύ τ ο ά σ μ α τ ο υ θ ν ή σ κ ο ν τ ο ς Ε λ λ η ν ι σ μ ο ύ»· και τότε (ως παρετήρησεν η « Νέα Γενεά») « ό τ α ν δ η λ. ο μ ι λ ή π ε ρ ί π ρ α γ μ ά τ ω ν α λ η θ ώ ς σ ε β α σ τ ώ ν, ε υ θ ύ ς α φ ί π τ α τ α ι α π ό τ ω ν χ ε ι λ έ ω ν τ ο υ η χ λ ε ύ η κ α ι η ε ι ρ ω ν ε ί α.» Οι σατυρικοί, κ. εκδότα, ζώσιν εν τω κακώ, ως οι βάτραχοι εν ταις λίμναις· αλλά καθώς οι ήρωες ούτοι του Αριστοφάνους αναγκάζονται να υψώνωσιν εκ διαλειμμάτων την κεφαλήν υπεράνω του βορβορώδους ύδατος, ίνα αναπνεύσουν, ούτω και είς τίμιος σατυρικός, αφού χλευάση την κακίαν, αισθάνεται την ανάγκην ν' αναπαύση προς παρηγορίαν του την δράσιν επί του καλού κράζων μετά του Αριστοτέλους:
Ω αρετά πολύμοχθε γένει βροτείω,
Θήραμα κάλλιστον βίω,
Σας πέρι, παρθένε, μορφάς
Και θανείν ζηλωτός παρ' Έλλησι πότμος.
Ταύτα, αξιότιμε κ. εκδότα, είχα να είπω περί ηθικής, περί της οποίας νομίζω ότι είμαι εις κατάστασιν να κρίνω καλλίτερα από τους κριτικούς της πρωτευούσης σας, οίτινες είναι όλοι διδάσκαλοι, εφημεριδογράφοι, υπάλληλοι, πολιτικοί, διαχειρισταί φιλανθρωπικών κληροδοτημάτων, μέλη φιλολογικών συλλόγων, εκδόται διδακτικών βιβλίων, έχοντες υποθέσεις, φροντίδας, παραδόσεις και ολίγον καιρόν να χάσουν με βιβλία· ενώ εγώ, όστις δεν είμαι παρά μόνον Σουρλής και τίποτε άλλο, έχω καιρόν να μελετώ και ως εκ τούτου να μανθάνω. Όταν δε ομιλώ περί ηθικής είμαι αξιοπιστότερος παντός άλλου· διότι αι τρίχες μου είναι άσπραι και τας περισσοτέρας ημέρας μου τας επέρασα μελετών όσα από κτίσεως κόσμου έγραψαν περί αυτοίς οι σοφοί. Αχώριστοι σύντροφοι μου είναι ο Πλούταρχος και ο Κικέρων, οι οποίοι με διδάσκουν ν' αγαπώ το καλόν, και ο Βύρων από τον οποίον μανθάνω να μισώ το κακόν, και, αν τύχη ανάγκη, να θυσιάσω ως εκείνος υπέρ της μεγάλης ιδέας τας ολίγας ημέρας και τον πόδα όστις μοι απέμεινε.
Μέχρι τούδε νομίζω ότι σας απέδειξα, κ. εκδότα,
Α' Ότι όλοι ανεξαιρέτως οι παλαιοί τε και νέοι σατυρικοί, υπήρξαν αναιδείς, αθυρόστομοι και σαρκαστικοί ώστε πρέπει να είναι τις εις τον υπέρτατον βαθμόν α δ ι ά β α σ τ ο ς, διά ν' απορήση ευρίσκων σκώμματα και βωμολοχίαν εις σατυρικόν έργον.
Β' Ότι κατά την γνώμην όλων των κριτικών, των φιλοσόφων και αυτών των εκκλησιαστικών Πατέρων, η σάτυρα, είναι αναγκαία, εν όσω υπάρχει το κακόν εις τον κόσμον.
Γ' Ότι καθώς παρετήρησεν ήδη είς συνάδελφός σας, ο συγγραφεύς της «Ι ω ά ν ν α ς ε σ ε β ά σ θ η τ α α λ η θ ώ ς σ ε β α σ τ ά . . . . Αλλ' ενταύθα πιθανόν να με διακόψετε παρατηρούντες ότι ενέπαιξε την Θρησκείαν! Βαρύ και ασυγχώρητον αμάρτημα, του οποίου αν είναι τω όντι ένοχος ο συγγραφεύς, πρώτος εγώ ήθελα συμβουλεύσει ουχί ν’ αφορισθή αλλά να καή ζωντανός, δίνων προθύμως και αυτά μου τα δεκανίκια εις την φωτιάν, διά να καή ταχύτερον· επειδή όμως μου είναι πολύ αναγκαία, νομίζω καλόν, πριν τα θυσιάσω, να εξετάσωμεν αν τω όντι την Θρησκείαν ή άλλο τι επερίπαιξεν ο συγγραφεύς της «Ιωάννας. Εν τούτοις σας παρακαλώ να με πιστεύετε, κ. εκδότα,
Π ρ ό θ υ μ ο ν δ ο ύ λ ο ν σ α ς
ΔΙΟΝΥΣΙΟΝ ΣΟΥΡΛΗΝ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Προλεγόμενα Αρίστου Καμπάνη
Πρόλογος συγγραφέως
Πάπισσα Ιωάννα
Μέρος Α'
Μέρος Β'
Μέρος Γ'
Μέρος Δ'
Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου κατά της Παπίσσης
Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της Εγκυκλίου
Η Πάπισσα Ιωάννα και η Ηθική (Τέσσαρες επιστολαί Αγρινιώτου).
* * *
1) Berni↩
2) Θεοκρίτ. Ειδύλ. ΚΖ', στίχ. 65.↩
3) Αρχαίον όνομα της Ιαρμούθης↩
4) Τανύν Ιόρκης↩
5) Τέσσαρα περίπου φράγκα↩
6) La vengeance est le plaisir des Dieux↩
7) Mein↩
8) Κιλίκιον↩
9) Mulιnheim.↩
10) Ξενοδόχος↩
11) Ευριπίδ. Ορέστ. Στίχ. 26.↩
12) Το στερέωμα ενομίζετο τότε κρυστάλλινον. Όρα τας σημειώσεις.↩
13) Όρα Εισαγ. σελ. 34.↩
14) τον Σαιξπήρον↩
15) Δάντου Κόλασις, άσμα Ε'.↩
16) Δίδετε μέθην τοις εν λύπαις και οίνον πίνειν τοις εν οδύναις.↩
17) Αγνός, Agnus castus.↩
18) Ψαλμός ΜΑ΄, εδ. 2.↩
19) Ιερεμίου Κεφ. θ', εδ. 18.↩
20) Ψαλμός Οθ', εδ. 6.↩
21) Ησαΐου Κεφ. Κθ', εδ. 8.↩
22) Άσμα ασμ. Α’, εδ. 5.↩
23) Τους πλανήτας δηλ.↩
24) Όρα περί τούτων την Εισαγωγήν σελ. 35.↩
25) Baron Born.↩
26) Ίδε Οικονόμου Ε π ί κ ρ ί σ ι ν κ α τ ά Β ά μ β α, σελ. 146.↩
27) Corvus, εξ ου το Corvinus σημαίνει λατινιστί Κόραξ.↩
28) Όρα αυτήν εν ταις σημειώσεσι.↩
29) Οι ιστορικοί αποκαλούσιν αυτόν οτέ μεν Luis le Pieux, οτέ δε Louis le Debonnaire.↩
30) Οι βασιλείς της Σαρδηνίας ελάμβανον, ως γνωστόν, τον τίτλον βασιλέως της Κύπρου και των Ιεροσολύμων.↩
31) Όρα την σημείωσιν.↩
32) Παρά τοις Δυτικοίς πλην των εικόνων υπάρχουσιν εν ταις εκκλησίαις και αγάλματα της Παναγίας, ενδεδυμένης μεταξίνους εσθήτας και δι' ενωτίων και περιδεραίων κεκεκοσμημένης.↩
33) Παροιμ. κεφ. ΙΑ' εδ. 29↩
34) Πατρίς έστι, ίνα πράττοι τις ευ.↩
35) Νόσος άγνωστος μέχρι του 1862, χαρακτηριζομένη υπό μαύρου ιδρώτος καταρρέοντος εκ των βλεφάρων και πηγάζουσα εκ της διαφθοράς των υγρών ή κατ' άλλους επιστήμονας εκ μαύρης τινός βαφής, ην εναποθέτουσιν οι ασθενείς μεταξύ των βλεφάρων. Όλα τα διάφορα περί ταύτης άρθρα της Gazette des Hopitaux του άνω ειρημένου έτους.↩
36) Η καρδία και το ήπαρ (του ιχθύος), εάν τινα δαιμόνιον ενοχλή, ταύτα δει καπνίσαι ενώπιον ανθρώπου ή γυναικός και μηκέτι οχληθή, η δε χολή εγχρίσαι ω έχει γλαυκώματα τοις οφθαλμοίς και ιαθήσεται. Τωβίτ κεφ. ς' εδάφ. 7 και 8.↩
37) Constitutionnelle.↩
38) Ίδε τας σημειώσεις.↩
39) Όρα τα συναξάρια και μάλιστα την Κ α λ ο κ α ι ρ ι ν ή ν, ο δε Λάυβαιος (Sac. Concil. Collect. τόμ. Γ', στήλ. 403) αποκαλεί αυτήν «foemina veri dei munere, ut no men iadicat».↩
40) Ψαλμ ΜΔ’, εδ. 4.↩
41) Όρα την σημείωσιν.↩
42) Η Εστία.↩
43) Του βαλανίου τούτου γίνεται μνεία και παρ’ Αθηναίω, αλλ' άγνωστον είναι αν ήτο αυτό εκείνο το ρευστόν, το εν χρήσει εις Ανατολήν και κατά τον Μεσαιώνα. Ίδε Αθήν. Α'. 62 και Ζαμπελίου Β υ ζ ά ν τ. Μ ε λ έ τ α ς. Σημ. 325. Περί δε του ρητινίτου και των φαγητών όρα τας σημειώσεις.↩
44) De gustibus non disputandum.↩
45) Προς Κορινθ. Α' κεφ. ι', εδ. 17.↩
46) Παροιμ. Κεφ. Θ', εδ. 5.↩
47) Ησαΐου Κεφ. ις', εδάφ. 12.↩
48) Non intuearis vinum quandum fiavescit. (Παροιμ. Α', εδ. 4), παρά δε τοις Ο'. το εδάφιον έχει ούτω· «Ε ά ν ε ι ς τ α π ο τ ή ρ ι α κ α ι τ α ς φι ά λ α ς δ ω ς τ ο ν ο φ θ α λ μ ό ν σ ο υ, ύ σ τ ε ρ ο ν π ε ρ ι π α τ ή σ ε ι ς γ υ μ ν ό τ ε ρ ο ς υ π έ ρ ο υ.↩
49) Η λέξις Μετουσίωσις δεν ήτο ακόμη εν χρήσει.↩
50) Ανήρ μεν αν κομά, ατιμία αυτώ εστι, γυνή δε, δόξα.↩
51) Πιθανόν να υπάρχη η κατάλληλος απάντησις αλλά δεν ηδυνήθην ν' ανεύρω αυτήν, οι δε ιερείς, ους ηρώτησα περί αυτού, δεν εγνώριζον πλείονα του Νικήτα.↩
52) Κατά τον Ευάγριον (βιβλ. Β', κεφ. 2) ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανός α ν η ρ έ θ η κατά την δευτέραν εν Εφέσω Σύνοδον λ α κ τ ι ζ ό μ ε ν ο ς π ρ ο ς Δ ι ο σ κ ο ύ ρ ο υ Π α τ ρ ι ά ρ χ ο υ Α λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς, όστις κατά την μαρτυρίαν του Ζωναρά (βιβλ. ΙΓ', σ. 44) είχε την κακήν συνήθειαν να λακτίζη ως ημίονος.↩
53) Όρα την σημείωση↩
54) Ίδε Henrich Heine Beisebilder: τόμ. Β’.↩
55) Η Μονή του Δαφνίου κατελήφθη τω όντι από των Βενεδικτίνων επί των Δουκών Λαρόχων, ων φαίνονται έτι οι τάφοι παρά την είσοδον του Ναού. Όρα Ραγκαβή Ε λ λ η ν ι κ ά τόμ. Α'. σελ. 221.↩
56) Ίδε περί των διαφόρων Σχημάτων τας διασαφήσεις του Λέοντος Αλλατίου (De consensu Ecclesiae βιβλ., Γ'. κεφ. 8) και το Ε ξ ο μ ο λ ο γ η τ ά ρ ι ο ν του Νικοδήμου σελ. 162.↩
57) Ίδε την σημείωσιν.↩
58) Ο ορισμός ούτος ανήκει εις τον Σαμφόρτιον.↩
59) Ιώβ. κεφ. γ'. εδ. 20.↩
60) Ο Βαρόνιος, εξ ου ελήφθη η περιγραφή αύτη, μεταχειρίζεται την ελληνικήν λέξιν γ α β ά θ α ν (gabatham) Ann. Eccles. τόμ. Γ, σελ. 83.↩
61) Όρα την εξήγησιν των λέξεων τούτων παρά τω Μουρατόρη (Antiquit. Ital. med. Aeνi. Dissert. VI).↩
62) Κατά τον κανόνα της εν Λουγδούνω Συνόδου οι Καρδινάλιοι εκλείοντο εις σκοτεινά κελλία καθ' όλον το διάστημα της εκλογής. Κατά την πρώτην ημέραν προσεφέροντο αυτοίς δύο φαγητά, κατά την δευτέραν έν και κατά τας επιλοίπους ξηρός μόνον άρτος.↩
63) Ιδε Ε ι σα γ ω γ. Σελ. 32↩
64) Όρα μέρος Α'.↩
65) Όρα Εισαγ.↩
66) Super mulierem nunquam bonnum est signum (Ecclesi. XLVI, 6).↩
67) Lacryma Christi↩
68) Γνωστοί οι Ομηρικοί στίχοι. Η ύ τ ε β ο υ ς α γ έ λ η σ ι κτλ. και Ως δ' ό τ' ό ν ο ς π α ρ' ά ρ ο υ ρ α ν κλπ., εν οις ο Αγαμέμνων και ο Αίας παραβάλλονται προς βουν και όνον.↩
69) Πράξ. Αποστολ. κεφ. Γ, εδ. 19 και ακόλ.↩
70) Αυτόθι κεφ. Δ', εδ. 34.↩
71) «Το πολύ μέρος της γης ωκειώσαντο· προφάσει δε του μεταδιδόναι τα πάντα τοις πτωχοίς πάντας πτωχούς κατέστησαν. Ζώσιμ. βιβλ. Ε', κεφ. 13.↩
72) Κατ' εκείνην τουλάχιστον την εποχήν κατέστη κοινή εν ταις εκκλησίαις της Ρώμης η προσθήκη των Ισπανών εις το περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος.↩
73) Hudson Loνe, ο δεσμοφύλαξ του Ναπολέοντος εις την Αγίαν Ελένην.↩
74) Τα ανωτέρω εγράφοντο το 1866.↩
75) Τα βιολία τότε είχον τρείς μόνον χορδάς.↩
76) Fulνus Lacon amica νis pastorum κτλ.↩
77) Ψαλμ. ΜΔ'. εδ. 7.↩
78) Και τι επερίσσευσεν ο άνθρωπος παρά το κτήνος; Ουδέν· ότι τα πάντα ματαιότης κ.λπ. Εκκλησ. κεφ. Γ', εδ. 19.↩
79) Αριστοτέλ. Πρόβλημ. Α ν έ κ δ ο τ. τμήμ. Β'. να’.↩
80) Ξενοφ. Απομνήμ. Α'. 4.↩
81) Ψαλμός ρηβ'. εδ. 2.↩
82) Αι λειτουργίαι αύται εσώζοντο μέχρι του ις' αιώνος, ότε είδον αυτάς ο Φήλιξ Αμερλίνος και Μαρτίνος ο Φράγκος· υπάρχουσι δε πιθανώς και σήμερον ακόμη αντίγραφα αυτών εν τω αδύτω της Βατικανείου βιβλιοθήκης.↩
83) Και ώφθη άγγελος προς την γυναίκα και είπε προς αυτήν. «Ιδού ου στείρα και ου τέτοκας και συλλήψη υιόν. Κριτών κεφ. ΙΓ', εδ. 3.↩
84) Όρα Γ ε ν έ σ ε ω ς κεφ. ΚΕ'. εδ. 22.↩
85) Όρα την σημείωσιν.↩
86) Παροιμ. κεφ. ΙΔ', εδ. 15.↩
87) Όρα Α μ α ρ τ ω λ ώ ν Σ ω τ η ρ ί α ν↩
88) «Ως δε ουκ ενέβλεπον υπό της δόξης του φωτός εκείνου, χειραγωγούμενος υπό των συνόντων μοι ήλθον εις Δαμασκόν.» (Πράξεις Αποστόλ. κεφ. ΚΒ', εδ. 11).↩
89) Εξελθών ουκ ηδύνατο λαλήσαι . . . . και ην διανεύων αυτοίς και διέμεινε κωφός. Κατά Λουκάν κεφ. Α', εδ. 22.↩
90) Ψαλμ, ι', εδ. 6↩
91) Ίδε Αποκάλυψ. κεφ. θ', εδ. 9.↩
92) Rogations.↩
93) Αν τούτο δεν ήρκει, ηδυνάμην να προσθέσω πλείστα άλλα παραδείγματα τοιαύτης περί την έννοιαν των συγγραφέων διαφωνίας. Ούτω το σύγγραμμα του Ωριγένους περί Δαιμόνων και τα του Θεοδωρήτου κατά του Αγ. Κυρίλλου κατεδικάσθησαν ως αιρετικά υπό της ε' Οικ. Συνόδου, και εν τούτοις πλείστοι θεολόγοι, παρά τοις δυτικοίς μάλιστα, ισχυρίσθησαν ότι δεν υπάρχει εν αυτοίς ίχνος κακοδοξίας, απατηθείσης της Συνόδου περί την ερμηνείαν. Η μετά ταύτην ς’ οικ. Σύνοδος κατεδίκασεν ως μεμολυσμένην υπό της πλάνης των Μονοθελητών την προς τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Σέργιον επιστολήν του Πάπα Ονωρίου, ην οι έπειτα θεολόγοι εθεώρησαν ως ορθόδοξον, διότι κατά τον πολύν Βελαρμίνον «Η Εκκλησία υ π ό κ ε ι τ α ι ε ι ς π λ ά ν η ν π ε ρ ί τ α π ρ ά γ μ α τ α· Η δε ς' Σύνοδος, μη εννοήσασα καλώς την έννοιαν της επιστολής του Ονωρίου, κατεδίκασεν αυτόν αδίκως ως αιρετικόν». Αφού λοιπόν ολόκληροι Οικ. Σύνοδοι απατώνται περί την ερμηνείαν των βιβλίων, ουδόλως δύναται να θεωρηθή ως αναμάρτητος η περί της Ιωάννας έκθεσις τριμελούς επιτροπής, συνισταμένης εκ δύο λαϊκών και ενός μόνου ιερέως, ήτις άλλως ετηρήθη μυστική, εις μόνον τον κ. Εισαγγελέα υποβληθείσα.↩
94) Ο Σατωβριάνδος ονομάζει τον Αγιον Παύλον «πρώτον μάρτυρα της ελευθεροτυπίας» Melanges, σελ. 108.↩
95) Βλ. την εν αρχή του ε'. τόμου της Εκκλ. ιστορ. του Migne προταχθείσαν αναίρεσιν του βιβλίου του Ρενάν. Διά των ανωτέρω δεν εννοώ βεβαίως ότι ο δυτικός κλήρος ησπάσθη αυθορμήτως την αποστολικήν μέθοδον της λογικής συζητήσεως, αλλά μόνον ότι αφού εξήντλησεν εις μάτην τα μεσαιωνικά επιχειρήματα, αφορισμούς, καταμηνύσεις κτλ. ηναγκάσθη ένεκα της αποχής της κυβερνήσεως να επανέλθη εις την ευθείαν αποστολικήν οδόν.↩
96) Ο αντιπρόεδρος της Γαλλικής Γερουσίας κ. Delangle, αποκρινόμενος εις τας απαιτήσεις των ζητούντων περιορισμούς κατά της ελευθερίας tου τύπου, έλεγεν εν τη συνεδριάσει της 18 Μαρτίου 1864. «Δεν είναι ημέτερον έργον ν’ αποφασίζωμεν περί της ορθοδοξίας των συγγραφέων· ημείς είμεθα πολιτικόν σώμα και ουχί Σύνοδος, η δε πολιτική εξουσία πρέπει ν' απέχη πάσης αναμίξεως εις τας τοιαύτας συζητήσεις, αφίνουσα την αλήθειαν να θριαμβεύη αφ' εαυτής. Μικρόν δε μετά ταύτα αναβάς το βήμα ο υπουργός κ. Rouher έλεγε τα εξής. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται σήμερον πάντοτε και περί παντός πράγματος· τοιαύτη είνε η γνώμη του Αυτοκράτορος. Της αυτής γνώμης ήτο και ο περιώνυμος νομικός Royer-Collard, καθ' ον. «Εις την εκκλησίαν και ουχί εις τους δικαστάς απόκειται το απαντάν εις τους κακοδόξους, η δε συζήτησις ενισχύει τα πνεύμα και εξαγνίζει τας πεποιθήσεις. Ας αφήσωμεν λοιπόν έκαστον να εκτελή το έργον του, μη αναμιγνύοντες τον νόμον εις ζητήματα μη ανήκοντα εις την δικαιοδοσίαν του. Κατά δε τον Ελιφάς - Λεβί «Και αυτό το ψεύδος όταν καταδιωχθή, γίνεται αλήθεια».↩
97) Ο Βοκκάκιος έγραψε τα Διηγήματα αυτού επί του Πάπα Κλήμεντος του ς', ο δε μαθητής του Χρυσολωρά Πόγιος Βρακκιολίνης ενέπαιζε θεία τε και ανθρώπινα εν τοις Α σ τ ε ί ο ι ς του, ενώ αντικρύ του εκαίετο ο Ούσσιος, διότι ετόλμησε να ισχυρισθή ότι «ο Θ ε ό ς έ χ ε ι τ η ν δ ύ ν α μ ι ν ν α σ ώ ζ η τ ο υ ς α δ ί κ ω ς α φ ο ρ ι σ θ έ ν τ α ς υ π ό τ ο υ Π ά π α». Ολίγον μετά ταύτα ο Αριόστος ισχυρίζετο ότι ο Ιησούς χρεωστεί την θεότητά του εις τους Ευαγγελιστάς ως ο Αχιλλεύς την δόξαν του εις τον Όμηρον, ο Πούλκης επαρώδει το Ευαγγέλιον του Αγ. Ιωάννου εις το κωμικόν του ποίημα Μοργάντην και άλλοι ασεβέστεροι έγραφον υπό την προστασίαν των Παπών και Καρδιναλίων, οίτινες μόνον τους ευσεβείς και εξαιρέτους νεωτεριστάς απεστρέφοντο.↩
98) Ψαλμ. ριη', εδ. 115.↩
99) Τοιαύτη είνε εν σελ. 172 η γνώμη του Στράους περί του Σωτήρος, και αι εν σελ. 208 εξηγήσεις των ευημεριστών περί του μυστηρίου της ενσαρκώσεως, τας οποίας εις την εν σελ. 225-226 σημείωσιν αποδοκιμάζει ο συγγραφεύς «ως ούτε τους πιστούς ούτε τους κριτικούς ευχαριστούσας».↩
100) Τοιαύτη είναι η εν έτει 1803 εκδοθείσα «Vie des Saints par une societe d’Ecclesiastiques et de gens letters sous les auspices du Clerge de France,» και η εν Βελγίω δίτομος εξακολούθησις της συλλογής του Βολλάνδου, ης οι εκδόται κατηγορήθησαν υπό τινων δημοσιογράφων διά τας υπερβολικάς παραχωρήσεις των εις το κριτικόν πνεύμα του αιώνος.↩
101) Βλ. Αγ. Ιουστίνου Α', 60.↩
102) Βλ. την Γ ε ν ι κ ή ν Β ι ο γ ρ α φ ί α ν του Michaud τομ. νδ', εις την λέξιν Krichna, ένΘα παρατίθενται παράλληλα χωρία του Ευαγγελίου και των ιερών της Ινδίας βιβλίων. Πρβλ. Πλουτάρχ. Π ε ρ ί Ί σ ι δ ο ς και Ο σ ί ρ ι δ ο ς.↩
103) Ο Τερτουλλιανός (De Praescrip. XI) και ο Αγ. Ιουστίνος (Α π ο λ. β', 98) σχολιάζοντες τον λόγον του Ιησού «Τ ο ύ τ ο ε σ τ ι τ ο σ ώ μ α μ ο υ», ομολογούσιν ότι η Ευχαριστία υπήρχεν εν χρήσει και εν τοις μυστηρίοις του Μίθρα. Πρβλ. και Α. Maury La Magie σ. 37.↩
104) Βλ. το πόνημα του Aug. Duperron Z e n d e n d A v e s t a, A. Maury, L e g. D e l’ A n t i q u i t e, Humbold, M o n u m e n t s d e l’ A m e r i q u e, Dubois Moeurs et Inst. de l’Inde, B.S.Hilaire, L e B o u d h a κτλ. ο δε κατά τον ιζ' αιώνα πολυμαθής επίσκοπος Αβράγχης Δανιήλ Ουέτος συνήνωσε υπό τον τίτλον A l n e t a n a e Q u a e s t i o n e s πάντα τα παρά τοις αρχαίοις, τοις ευαγγελισταίς και τοις εκκλησιαστικοίς συγγραφεύσιν απαντώμενα παράλληλα χωρία. Βλ. και το πόνημα του Picart «Ceremonies religieuses de tous les peuples de la terre» ο δε χριστιανικώτατος Σατωβριάνδος λέγει εν ταις Ιστορ. Μελέταις. «Το Θυμίαμα, τα χρυσά και αργυρά σκεύη, αι λυχνίαι, αι λαμπάδες, αι οθόναι, τα άσματα, αι λιτανείαι, αι επέτειαι εορταί κτλ. μετηνέχθησαν από των καταπεσόντων βωμών εις τα θυσιαστήρια. Ο Χριστιανισμός ενεδύθη τα κοσμήματα της ηττηθείσης ειδωλολατρείας». Ουδέν πλειότερον είπεν ο συγγραφεύς της «Ιωάννας».↩
105) Βλ. το πόνημα του Lamennais D e l’ I n d i f e r e n c e κτλ. και τας επιτυχώς εξελληνισθείσας από του κ. Βράιλα Μ ε λ έ τ α ς κτλ. του N i c o l a s εις τόμ. α'.↩
106) Abud Mo talte σελ. 160↩
107) Βλ. τον δημοσιευθέντα διά του «Αιώνος» εν τω Αθηναίω λόγον περί Καλλονής του κ. Πάλλη.↩
108) Ότε εξημμένος τις νεανίας επυροβόλησε κατά της βασιλίσσης Αμαλίας, ανετέθη εν τω ναώ της Μητροπόλεως εικών του Αγίου Σώζοντος, του σώσαντος από της δολοφόνου σφαίρας την ά σ π ι λ ο ν, α μ ό λ υ ν τ ο ν, ά χ ρ α ν τ ο ν, ά φ Θ ο ρ ο ν, β α σ ί λ ι σ σ ά ν του, ως ωνόμαζε τότε ο άγιος Μητροπολίτης την Αμαλίαν. Μετ' ολίγον όμως επελθούσης της Οκτωβριανής Μεταπολιτεύσεως, το όνομα του αγίου Σώζοντος μετεβλήθη εις Άγιον Ελευθέριον, εις μνήμην της επαναστάσεως, ήτις η λ ε υ θ έ ρ ω σ ε τ ο έ δ α φ ο ς τ η ς π α τ ρ ί δ ο ς α π ό τ ω ν τ υ ρ ά ν ν ω ν. Βλ. το εν τη «Αυγή» καταχωρηθέν τότε περί τούτων άρθρον.↩
109) Ο άγιος Λέων εκανόνισε Nullus pro mortuis sepelliendis pecunias capiat». Τοιούτος τις κανών υπάρχει, νομίζω, και παρά τη ημετέρα Εκκλησία. Άλλ' ο άγιος Καρυστίας, όστις ολίγον, φαίνεται, φροντίζει περί των κανόνων κατά την κηδείαν της μακαρίτιδος Ελ. Τοσίτσα, λαβών ως αμοιβήν της παρουσίας του δρχμ. πεντήκοντα και ευρίσκων τα ποσόν τούτο δυσανάλογον προς το αξίωμα αυτού, έγραψεν εις τον επιτετραμμένον τα της τελετής αξιότιμον κ. Γ. Σκουζέν απρεπεστάτην επιστολήν, δι' ης απήτει «ν α π λ η ρ ω θ ή α ξ ι ο π ρ ε π ώ ς»↩
110) Ο Σατωβριάν ισχυρίζεται ότι ανεύρε τοιούτον άγαλμα εις τα ερείπια της Σπάρτης.↩
111) Βλ. τα προλεγόμενα του Calland.↩
112) Ο σύγχρονος ποιητής Laprade, ανήκων «Εις την λαμαρτίνειον σχολήν, περιγράφει ως ακολούθως τον μαστίζοντα σήμερον την Γαλλίαν άκρατον υλισμόν. . . . . . . . . ... Muses Descendez a jamais de ses hauteurs glacees Ou regne la budeur, je veus dire l’ennui. . . . . . . . . . . . .. Le reel avant tout! Fi du vieil ideal! Donnez a vos romans une odeur d’hopital, Faites en des charniers peuples de betes fauves; Allez fouiller du nez dans toutes les alcoves κλ. (Muses d’ Etat, στρ. 10. Παρίσ. 1864)↩
113) Βλ. τας επιστολάς του ποιητού προς τον Murray από ημερομ. 1 Φεβρ., 6 Απριλίου και 12 Αυγ. 1819.↩
114) «Lorsqu’on l’a vu si long temps etalant de sang froid les turpitudes des casuistes s’interdire le blame avec une precaution si cruelle, le sentiment moral s’ulcere et se recrie». B. Demoulin E l o g e d e P a s ca l σ. 24.↩