WeRead Powered by ReaderPub
Περί Ψυχής cover

Περί Ψυχής

Chapter 30: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A systematic inquiry treats the soul as the principle of life, defining it as the form of a living body and distinguishing vegetative, sensitive, and rational kinds. It analyzes faculties—nutrition and growth, perception and the senses, appetite and motion, and intellect—explaining how sense organs register qualities and how potential intellect is actualized. The text examines sleep, dreams, growth, and movement, considers causal and formal relations between soul and body, and investigates whether any intellectual activity can be separable from embodied life.

4. Η δε ενέργεια του αισθητού αντικειμένου 223 και η ενέργεια της αισθήσεως είναι μία και η αυτή ενέργεια (έν όλον), διαφέρει δε μόνον η ουσία εκάστης αυτών 224 π.χ. ο ήχος ο κατ' ενέργειαν και η ακοή η κατ' ενέργειαν (είναι έν). Διότι είναι βέβαια δυνατόν, καίπερ έχων τις ακοήν, να μη ακούη, όπως και το δυνάμενον να ηχή δύναται να μη ηχή πάντοτε 225. Αλλά, όταν ενεργή το δυνάμενον να ακούη και ηχή το δυνάμενον να ηχή, τότε η κατ' ενέργειαν ακοή και ο κατ' ενέργειαν ήχος γίνονται συγχρόνως εντελείς και εκ τούτων δύναταί τις να είπη, ότι το μεν είναι άκουσις, το δε ήχησις (ψόφησις).

5. Εάν λοιπόν η κίνησις και η πράξις και το πάθος είναι εις αυτό το κινούμενον ή ποιούμενον πράγμα, εξ ανάγκης και ο ήχος και η ακοή η κατ' ενέργειαν είναι εν τη κατά δύναμιν ακοή 226, διότι η ενέργεια εκείνου, όπερ ποιεί και κινείται, συμβαίνει εις το πάσχον (και κινούμενον) 227. Διά τούτο δεν είναι αναγκαίον να κινήται αυτό το κινούν. Διότι καθώς η ποίησις και η πάθησις γίνονται εις το πάσχον αντικείμενον, αλλ' όχι εις το ποιούν, ούτω και η ενέργεια του αισθητού αντικειμένου και η του αισθητικού υποκειμένου γίνεται εις το αισθητικόν ον. Η ενέργεια λοιπόν του ηχητικού είναι ήχος ή ήχησις, η δε του ακουστικού είναι ακοή ή άκουσις. Διότι και η ακοή είναι διττή 228 και ο ήχος είναι διττός.

6. Τα αυτά δε λέγομεν και περί των άλλων αισθήσεων και αισθητών. Αλλά διά τινας αισθήσεις υπάρχουσιν ειδικά ονόματα, ως η ήχησις και η άκουσις, εις άλλας όμως το έν των αντιθέτων δεν έχει ίδιον όνομα· ούτως η ενεργοποίησις της όψεως λέγεται όρασις, αλλ' η του χρώματος δεν έχει όνομα, και η ενέργεια του γευστικού λέγεται γεύσις, αλλ' η του χυμού είναι ανώνυμος.

7. Επειδή δε μία είναι η ενέργεια του αισθητού και η του αισθητικού, διαφέρει δε μόνον η ουσία (έννοια) των δύο πραγμάτων, αναγκαίως φθείρονται και διατηρούνται συγχρόνως η ούτω λεγομένη (κατ' ενέργειαν) ακοή και ήχος 229 και χυμός και γεύσις και τα άλλα ομοίως. Τούτο όμως δεν συμβαίνει αναγκαίως εις τα κατά δύναμιν λεγόμενα 230.

8. Αλλ' οι αρχαιότεροι 231 φυσικοί δεν ισχυρίζοντο καλώς νομίζοντες, ότι άνευ όψεως δεν υπάρχει ούτε λευκόν ούτε μέλαν, ουδέ χυμός άνευ γεύσεως. Εν μέρει έλεγον ορθά, εν μέρει δε όχι· διότι, επειδή αι αισθήσεις και τα αισθητά λέγονται διττώς, άλλα μεν κατά δύναμιν, άλλα δε κατ' ενέργειαν, διά τα κατά δύναμιν είναι ορθόν το υπ' αυτών λεχθέν, αλλά διά τα κατ' ενέργειαν δεν ισχύει. Αλλά εκείνοι εφήρμοζον τούτο απλώς (απολύτως) εις πράγματα, τα οποία δεν λέγονται απλώς (απολύτως).

9. Εάν δε η αρμονία είναι φωνή τις και αν η φωνή (ο ήχος) και η ακοή είναι καθ' ένα τρόπον έν (και κατ' άλλον τρόπον δεν είναι έν) 232, και αν έτι η συμφωνία είναι μερών αναφορά, κατ' ανάγκην και η ακοή είναι αναφορά μερών. Διά τούτο δε και μηδενίζει την ακοήν πάσα υπερβολή του οξέος και του βαρέος, ομοίως δε η των χυμών μηδενίζει την γεύσιν, και την όψιν μηδενίζουσι τα υπερβολικώς λαμπρά ή σκοτεινά χρώματα, και την όσφρησιν αι ισχυραί οσμαί, είτε γλυκείαι είτε αηδείς, διότι η αίσθησις είναι αναφορά τις 233. Διά τούτο τα πράγματα είναι ευάρεστα, όταν καθαρά όντα και αμιγή ανάγωνται εις την προσήκουσαν αυτοίς αναλογίαν, ως λ.χ. το οξύ και το γλυκύ ή το αλμυρόν και εις την αφήν το θερμόν και το ψυχρόν τότε μόνον ταύτα είναι ευάρεστα. Εν γένει δε το μίγμα είναι η συμφωνία μάλλον παρά το οξύ ή το βαρύ μόνα. Η αίσθησις είναι η αναφορά αυτών. Πάσα δε υπερβολή προξενεί άλγος ή καταστρέφει το όργανον.

10. Εκάστη λοιπόν των αισθήσεων είναι αίσθησις του αισθητού αντικειμένου αυτής, υπάρχει εις το αισθητήριον αυτής ως τοιούτον και διακρίνει τας διαφόρους ποιότητας του αισθητού αντικειμένου αυτής. Λ.χ. Η όψις κρίνει το λευκόν και το μέλαν 234 η δε γεύσις το γλυκύ και το πικρόν ούτω δε και αι άλλαι. Επειδή δε διακρίνομεν το λευκόν και το γλυκύ 235 και εκάστην των αισθητών ποιοτήτων διά της σχέσεως της προς μερικήν αίσθησιν, διά τίνος άρά γε μέσου αισθανόμεθα και ότι διαφέρουσιν αλλήλων αυταί αι αισθηταί ιδιότητες; Αναγκαίως διά τίνος αισθήσεως, διότι ταύτα είναι αισθητά 236.

11. Εκ τούτων γίνεται φανερόν, ότι δεν είναι η σαρξ το έσχατον όργανον της αισθήσεως. Διότι άλλως το κρίνον υποκείμενον έπρεπεν αναγκαίως να διακρίνη αντικείμενόν τι θίγον αυτό 237. Αλλ' ούτε πάλιν διά κεχωρισμένων αισθήσεων δύναταί τις να κρίνη, ότι το γλυκύ (ο χυμός) είναι διάφορον του λευκού (χρώματος) αλλά πρέπει και αι δύο αυταί ιδιότητες να είναι φανεραί εις μίαν και την αυτήν αίσθησιν. Διότι άλλως θα ήτο ως εάν εγώ μεν ησθανόμην το έν πράγμα, συ δε το άλλο. Και ούτω θα εγίνετο φανερόν ότι ταύτα είναι διάφορα. Άρα πρέπει μία μόνη δύναμις να λέγη ότι ταύτα είναι διάφορα· διότι το γλυκύ είναι πράγματι διάφορον από το λευκόν. Λέγει άρα τούτο η αυτή δύναμις, ώστε όπως το λέγει, ούτω το νοεί και το αισθάνεται.

12. Ότι λοιπόν δεν είναι δυνατόν με χωρισμένας αισθήσεις να κρίνωμεν χωριστά πράγματα είναι φανερόν, ότι δε ούτε εις κεχωρισμένον χρόνον δυνάμεθα να κρίνωμεν είναι φανερόν εκ τούτων. Διότι όπως το αυτό ον 238 εν ημίν λέγει ότι το αγαθόν και το κακόν είναι διάφορα, ούτω λέγει 239 ότι το έν είναι διάφορον του άλλου καθ' ην στιγμήν (ότε) λέγει ότι είναι διάφορον. Το δε ότε δεν λαμβάνω εδώ κατά συμβεβηκός, εννοώ δηλ. ότι το τώρα λ.χ. εν τη φράσει: λέγω τώρα ότι είναι διάφορον, δεν λέγω, ότι τώρα ότε ομιλώ είναι διάφορον, αλλά το αυτό εφαρμόζεται εις το πράγμα, λέγω δηλ. τώρα και άμα λέγω ότι τώρα είναι αυτά διάφορα, λέγω άρα ότι συνάμα υπάρχουσι ταύτα. Ώστε τα δύο είναι αχώριστα και εις αχώριστον χρόνον 240.

13. Αλλά είναι αδύνατον να λαμβάνη συγχρόνως εναντίας κινήσεις το αυτό πράγμα 241 καθ' ο ον αδιαίρετον και εις χρόνον αδιαίρετον. Διότι, εάν το γλυκύ κινή την αίσθησιν ή την νόησιν κατά τούτον τον τρόπον, το πικρόν τας κινεί κατ' εναντίον 242 και το λευκόν κατ' άλλον διάφορον τρόπον. Είναι λοιπόν το κρίνον αριθμητικώς αδιαίρετον άμα και αχώριστον 243, αλλά κεχωρισμένον κατά τον τρόπον της υπάρξεώς του 244. Τότε δύναται κατά τινα τρόπον ως διαιρετόν να αισθάνηται τα διηρημένα 245 και κατ' άλλον ως αδιαίρετον να αισθάνηται τα αδιαίρετα, διότι κατά μεν την ουσίαν είναι διαιρετόν, κατά δε τον τόπον και τον αριθμόν είναι αδιαίρετον 246· ή δεν είναι δυνατόν τούτο; Διότι δυνάμει 247 το αυτό και αδιαίρετον πράγμα δύναται να περιέχη εναντίας ιδιότητας, κατά την ενέργειαν όμως όχι, αλλά, όταν είναι ενεργεία, γίνεται διαιρετόν (χωρίζεται) και δεν είναι δυνατόν να είναι λευκόν άμα και μέλαν. Ώστε λοιπόν ούτε τα αισθητά είδη (του μέλανος και του λευκού) δύνανται να πάσχωσι τα εναντία ταύτα, αν η αίσθησις και η νόησις είναι τοιαύτα είδη.

/14./

15. Αλλ' ενταύθα συμβαίνει μάλλον ό,τι και εις την στιγμήν (σημείον), ως καλούσι τινες αυτήν, ήτις είναι αδιαίρετος καθ' όσον είναι μία και διαιρετή καθ' όσον είναι δύο 248. Καθό λοιπόν αδιαίρετος η κρίνουσα αρχή είναι μία και σύγχρονος με την αίσθησιν, καθό δε διαιρετή δεν είναι έν, διότι το αυτό σημείον μεταχειρίζεται δις 249 και συγχρόνως. Καθ' όσον λοιπόν μεταχειρίζεται το άκρον (της συναντήσεως) ως δύο, διακρίνει δύο πράγματα, και ταύτα είναι κεχωρισμένα προς αυτήν ως κεχωρισμένην δύναμιν΄250. Αλλά, καθ' όσον θεωρεί το σημείον ως έν, αύτη κρίνει μεμονωμένως και συγχρόνως με την αίσθησιν. Περί της αρχής λοιπόν, καθ' ην λέγομεν ότι το ζώον είναι αισθητικόν, αρκούσιν οι ρηθέντες προσδιορισμοί 251.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'


Περί φαντασίας.— Η αίσθησις και η νόησις διαφέρουσιν αλλήλων.— Πλάναι αρχαιοτέρων φιλοσόφων. — Διαφοραί φαντασίας από των άλλων δυνάμεων, αισθήσεως, επιστήμης, νου, δόξης. —Φύσις της φαντασίας.— Αναφοραί αυτής προς την αίσθησιν.

1. Επειδή την ψυχήν ορίζουσι κυρίως διά δύο διάφορων χαρακτηριστικών, ήτοι διά της τοπικής κινήσεως και εξ άλλου διά της νοήσεως, της κρίσεως και της αισθήσεως, νομίζεται ότι και το νοείν και το φρονείν είναι είδος τι αισθήσεως, διότι και κατά τας δύο ταύτας ενεργείας η ψυχή κρίνει και γινώσκει τι εκ των όντων. Και οι αρχαίοι δε έλεγον ότι είναι το αυτό η νόησις και η αίσθησις. Ούτως ο Εμπεδοκλής είπεν ότι,«Όταν είναι παρόν (το πράγμα), αυξάνεται η φρόνησις των ανθρώπων» και αλλαχού «Εκ τούτου συμβαίνει εις αυτούς πάντοτε να σκέπτωνται περί πραγμάτων διαφόρων». Το αυτό δηλούσι και τα του Ομήρου «Τοιούτος είναι ο νους».

2. Πάντες δήλα δή ούτοι υπολαμβάνουσιν, ότι η νόησις είναι σωματικόν τι καθώς η αίσθησις, και ότι το όμοιον αισθάνεται και νοεί το όμοιον, ως είπομεν εν αρχή της πραγματείας ταύτης. Και όμως ούτοι έπρεπε συγχρόνως να είπωσι και πώς απατάται η ψυχή 252, διότι η απάτη είναι συνηθεστέρα εις τα ζώα, και η ψυχή αυτών περισσότερον χρόνον ευρίσκεται εν τη απάτη. Δι' ο κατά την θεωρίαν ταύτην ή πρέπει, καθώς λέγουσί τινες, πάντα όσα φαίνονται, να είναι αληθή ή πρέπει άλλως η θίξις του ανομοίου να είναι η απάτη, διότι αύτη είναι η γνώμη η εναντία προς το ότι το όμοιον γνωρίζει το όμοιον. Φαίνεται δε ότι εν τη περιπτώσει ταύτη και η απάτη και η γνώσις των εναντίων είναι η αυτή 253.

3. Ότι λοιπόν δεν είναι το αυτό πράγμα η αίσθησις και η νόησις, είναι φανερόν διότι της μεν αισθήσεως μετέχουσι πάντα τα ζώα, της δε νοήσεως ολίγα 254 μόνον. Αλλ' ούτε κατά τούτο είναι το αυτό με την αίσθησιν η νόησις, εν η διορίζονται το ορθόν και το μη ορθόν, και η μεν ορθή νόησις είναι φρόνησις και επιστήμη και αληθής δόξα 255, η δε μη ορθή νόησις τα εναντία τούτων. Δήλα δή η μεν αίσθησις, όταν αισθάνηται των ιδίων αντικειμένων, είναι πάντοτε αληθής και υπάρχει εις πάντα τα ζώα, αλλά δύναταί τις να διανοήται και ψευδώς και η δύναμις αύτη, η διάνοια, δεν υπάρχει εις κανέν ζώον, εις το οποίον δεν υπάρχει και ο λόγος.

4. Και η φαντασία δε είναι διάφορος και της αισθήσεως και της διανοίας, και δεν γίνεται μεν άνευ αισθήσεως, αλλά και άνευ αυτής (της φαντασίας) δεν υπάρχει σύλληψις. 256 Είναι δε φανερόν ότι η φαντασία και η σύλληψις διαφέρουσι. Διότι το πάθος τούτο, η φαντασία, εξαρτάται εξ ημών, και, όταν θέλωμεν, δυνάμεθα να φανταζώμεθα (διότι δυνάμεθα έμπροσθεν των οφθαλμών ημών ν' ανακαλέσωμεν οιονδήποτε αντικείμενον, καθώς μεταχειρίζονται εικόνας εις την μνημονικήν τέχνην). Αλλά να δοξάζωμεν 257 δεν εξαρτάται εξ ημών, διότι αναγκαίως πάσα δόξα (γνώμη) είναι ή ψευδής ή αληθής 258. Προσέτι δε, όταν η δόξα ημών αναφέρηται εις τι δεινόν ή φοβερόν, ευθύς συμπάσχομεν, ομοίως δε συμπάσχομεν και όταν συλλάβωμεν θαρραλέον τι. Αλλ' ως προς την φαντασίαν ευρισκόμεθα ούτως, ως εάν βλέπωμεν έν τινι ζωγραφιά πράγματα φοβερά ή θαρραλέα.

5. Υπάρχουσι δε και αυτής της υπολήψεως διαφοραί η επιστήμη και η δόξα και η φρόνησις και τα εναντία τούτων . Αλλά περί των διαφόρων σημασιών αυτών θα ομιλήσωμεν αλλαχού. Περί δε της νοήσεως, επειδή είναι διάφορος της αισθήσεως, και έν τινι σημασία φαίνεται ότι είναι φαντασία, κατ' άλλην δε σύλληψις, πρώτον θα ομιλήσωμεν περί φαντασίας και έπειτα περί της συλλήψεως.

6. Εάν η φαντασία είναι η δύναμις, διά της οποίας λέγομεν ότι φάντασμά τι (εικών) μας εμφανίζεται, και αν τούτο λέγωμεν ουχί μεταφορικώς, τότε η φαντασία είναι μία δύναμις ή μία έξις εξ εκείνων, διά των οποίων κρίνομεν και γινώσκομεν το αληθές ή το ψευδές. Τοιαύται δε δυνάμεις είναι η αίσθησις, η δόξα, η επιστήμη και ο νους. Ότι δε η φαντασία δεν είναι αίσθησις, είναι φανερόν εκ των επομένων. Η αίσθησις δηλ. είναι η δύναμις ή ενέργεια, ως η όψις και η όρασις. Αλλά και χωρίς να υπάρχη τις εκ τούτων των όρων λειτουργεί η φαντασία. Τοιαύτα είναι τα φαντάσματα, τα οποία συμβαίνουν κατά τους ύπνους (όνειρα) 259. Έπειτα η αίσθησις είναι πάντοτε παρούσα, η φαντασία όμως ουχί. Εάν δε η φαντασία ήτο το αυτά με την κατ' ενέργειαν αίσθησιν, τότε θα υπήρχεν εις πάντα τα ζώα, αλλά δεν φαίνεται αληθές τούτο· π.χ. δεν υπάρχει εις τον μύρμηκα, εις την μέλισσαν ή εις τον σκώληκα. Προσέτι αι μεν αισθήσεις είναι πάντοτε αληθείς, τα δε φαντάσματα είναι ως επί το πλείστον ψευδή. Έπειτα, όταν η κατ' ενέργειαν αίσθησις ημών είναι ακριβής ως προς το αισθητόν αντικείμενον, δεν λέγομεν ότι φανταζόμεθα, ότι τούτο είναι λ.χ. άνθρωπος, αλλά ούτω λέγομεν μόνον όταν δεν αισθανώμεθα σαφώς· τότε η αίσθησις δύναται να είναι αληθής ή ψευδής. Και προσέτι, ως και πρότερον είπομεν, αι εικόνες μας εμφανίζονται, και όταν κλείωμεν τα όμματα.

/7./

8. Αλλά προσέτι η φαντασία δεν είναι ούτε εκ των πάντοτε αληθευουσών δυνάμεων, οίαι είναι η επιστήμη ή ο νους· διότι η φαντασία δύναται να είναι και ψευδής· λείπεται λοιπόν να ίδωμεν αν είναι δόξα, διότι γίνεται και δόξα αληθής και δόξα ψευδής. Αλλά την δόξαν (γνώμην) παρακολουθεί η πίστις, διότι δεν είναι δυνατόν έχων τις μίαν γνώμην να μη πιστεύη εις την γνώμην του. Αλλά πίστις δεν υπάρχει εις κανέν των κατωτέρων ζώων, ενώ φαντασία υπάρχει εις πολλά. [Προσέτι, αν εις πάσαν δόξαν ακολουθή η πίστις, εις την πίστιν ακολουθεί η πεποίθησις και εις την πεποίθησιν παρακολουθεί ο λόγος· αλλ' όμως είς τινα των ζώων υπάρχει η φαντασία, ουχί όμως ο λόγος].

9. Είναι λοιπόν φανερόν ότι η φαντασία δεν είναι ούτε δόξα ηνωμένη μετ' αισθήσεως ούτε δόξα (ερχομένη) διά της αισθήσεως, ούτε συμπλοκή δόξης και αισθήσεως 260. Και διά ταύτα είναι φανερόν, ότι η δόξα δεν είναι δόξα άλλου πράγματος ειμή εκείνου, το οποίον είναι και της αισθήσεως αντικείμενον, θέλω να είπω λ.χ. ότι η φαντασία του λευκού είναι η συμπλοκή δόξης του λευκού και αισθήσεως του λευκού, αλλ' ουχί συμπλοκή δόξης του αγαθού και αισθήσεως του λευκού. Η φαντασία ούτως είναι δόξα περί εκείνου, όπερ αισθάνεταί τις ουχί κατά συμβεβηκός 261.

10. Αλλά πάλιν έχομεν και εικόνας ψευδείς πραγμάτων, περί των οποίων συγχρόνως έχομεν αληθή σύλληψιν, π.χ. φαίνεται μεν ο ήλιος έχων ενός ποδός διάμετρον, αλλ' όμως πιστεύεται ότι είναι μεγαλύτερος της γης. Δέον λοιπόν ή να βάλη τις κατά μέρος την αληθή γνώμην του ην είχε περί του πράγματος (χωρίς όμως τούτο να μεταβληθή και χωρίς ούτος να λησμονήση την γνώμην του ή να μεταβάλη αυτήν) ή αν την έχη ακόμη, αναγκαίως η αυτή γνώμη είναι αληθής άμα και ψευδής 262. Αλλά ψευδής θα εγίνετο γνώμη τις, ότε απαρατηρήτως ήθελε μεταβληθή το πράγμα 263. Η φαντασία λοιπόν δεν είναι ούτε μία των ειρημένων δυνάμεων, ούτε εξ αυτών αποτελείται.

11. Αλλ' επειδή δύναται πράγμα τι κινηθέν να κινήση άλλο, η δε φαντασία φαίνεται ότι είναι κίνησίς τις, ήτις δεν γίνεται άνευ αισθήσεως, αλλά μόνον εις όντα αισθανόμενα και προς πράγματα των οποίων δύναται να γίνη αίσθησις, και επειδή είναι δυνατόν να γίνη κίνησις μόνον υπό της ενεργείας της αισθήσεως, η κίνησις δε αύτη πρέπει να είναι ίση με την δύναμιν της αισθήσεως, διά τούτο η φαντασία, δύναταί τις ειπείν, είναι κίνησις, ήτις ούτε άνευ αισθήσεως ούτε εις μη αισθανόμενα όντα δύναται να υπάρχη. Προσέτι πολλά δύναται να πράξη και να πάθη διά ταύτην το υποκείμενον το έχον αυτήν, και τέλος αύτη δύναται να είναι και αληθής και ψευδής.

12. Τούτο 264 δε συμβαίνει διά τους εξής λόγους. Το αίσθημα των πραγμάτων, τα οποία ιδιάζουσιν εις εκάστην των αισθήσεων, είναι αληθές ή έχει ολίγιστον το ψεύδος. Δεύτερον το αίσθημα δύναται να αναφέρηται εις το συμβεβηκός, και τότε δύναται να ψεύδηται (να πλανάται). Ότι π.χ. πράγμα τι είναι λευκόν αληθεύει, αν όμως προστεθή, ότι το λευκόν αντικείμενον είναι τούτο ή άλλο τι πράγμα, γεννάται απάτη. Τρίτον πλάνη γεννάται επί των κοινών ιδιοτήτων εις πάσας τας αισθήσεις και επί εκείνων τα οποία επακολουθούσιν εις τα συμβεβηκότα, εν οις περιέρχονται ιδιαίτεραι ιδιότητες, εννοώ π.χ. κίνησιν και μέγεθος, τα οποία είναι συμβεβηκότα των αισθητών αντικειμένων, και ως προς τα οποία προ πάντων είναι δυνατόν να απατηθή τις υπό της αισθήσεως.

13. Αλλ' η κίνησις η γινομένη υπό της ενεργείας της αισθήσεως θα διαφέρη κατά τα τρία ταύτα είδη αισθήσεως (τα εξής). Η μεν πρώτη κίνησις η προερχομένη εκ της αισθήσεως 265 παρούσης είναι αληθής· αι δε άλλαι δύο, είτε παρόν είναι το αισθητόν είτε όχι, δύνανται να είναι ψευδείς, αλλά μάλιστα όταν το αισθητόν είναι μακράν. Εάν λοιπόν η φαντασία ουδέν άλλο περιέχη παρά τα ειρημένα, και αν είναι αύτη ό,τι ελέχθη, δύναται να ορισθή, ότι η φαντασία είναι κίνησις γινομένη (εν τη ψυχή) υπό της ενεργεία αισθήσεως.

14. Επειδή δε η όψις είναι η κατ' εξοχήν αίσθησις, διό η φαντασία έλαβε το όνομά της εκ του φάους (φωτός), διότι είναι αδύνατον να ίδωμεν άνευ φωτός.

15. Και επειδή αι εικόνες της φαντασίας εμμένουσιν (εν τη ψυχή) και είναι όμοιαι με τα αισθήματα, πολλά ένεκεν αυτών πράττουσι τα ζώα, άλλα μεν διότι δεν έχουσι νουν, π.χ. τα κατώτερα ζώα, άλλα δε, ως οι άνθρωποι, διότι ενίοτε επισκοτίζεται ο νους αυτών υπό του πάθους, ή των νόσων ή του ύπνου. Περί της φαντασίας λοιπόν τι είναι και διά τι είναι αύτη ας αρκέσωσι τα ειρημένα 266

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'


Περί του νου. — Αναφοραί νου και αισθήσεως.— O νους είναι προς τα νοητά ό,τι η αίσθησις προς τα αισθητά = δεκτικός ειδών. Αλλ' ο νους είναι απαθής και χωριστός των αισθητών. — Διαφοραί νου και αισθήσεως.— Λίαν σφοδρά αίσθησις δεν είναι αντιληπτή, όσω όμως μάλλον νοητόν το αντικείμενον, τόσω μάλλον καταληπτόν υπό του νου.— O νους δυνάμει είναι τα νοητά.— O νους δύναται να νοή εαυτόν. 267

1. Περί δε του μέρους της ψυχής, διά του οποίου αύτη γινώσκει και διανοείται, είτε το μέρος τούτο είναι χωριστόν 268 είτε δεν είναι χωριστόν κατά μέγεθος (πραγματικώς) αλλά κατά λόγον (υπό της νοήσεως), ανάγκη να εξετάσωμεν τι έχει ως διακριτικόν 269 γνώρισμα και πώς γίνεται η νόησις.

2. Αν η νόησις είναι καθώς η αίσθησις, ή είναι πάθος τι 270 όπερ ενεργεί το νοητόν αντικείμενον, ή είναι άλλο τι τοιούτον.

3. Πρέπει λοιπόν να είναι απαθής μεν 271, ικανή όμως να δέχηται το είδος (των ιδίων αντικειμένων) και δυνάμει να είναι όμοια (με το πράγμα) αλλ' ουχί αυτό το πράγμα, και όπως η αίσθησις είναι προς τα αισθητά, τοιαύτην σχέσιν πρέπει και ο νους να έχη προς τα νοητά. Αναγκαίως άρα ο νους, επειδή νοεί πάντα τα όντα, είναι αμιγής (χωριστός από τα όντα), καθώς λέγει ο Αναξαγόρας, ίνα δεσπόζη, τούτ' έστιν ίνα γνωρίζη αυτά. Διότι ο νους εμποδίζει και αποκλείει παν στοιχείον, όπερ είναι ξένον και συνεμφανίζεται, ώστε η φύσις αυτού ουδεμία άλλη είναι ειμή αύτη, ότι δηλ. είναι δύναμις ή δυνατός (να περιλάβη τας φύσεις και τα είδη πάντων των άλλων). Άρα ο ονομαζόμενος νους της ψυχής (λέγω δε νουν εκείνο δι' ου η ψυχή διανοείται και πλάττει συλλήψεις) δεν είναι ενεργεία ουδέν εκ των όντων, πριν να νοήση αυτό 272.

4. Διά τούτο δεν είναι εύλογον (να δεχθώμεν) ότι είναι μεμιγμένος με το σώμα 273, διότι άλλως θα ελάμβανε ποιότητά τινα, θα εγίνετο ψυχρός ή θερμός (ως σώμα) ή θα ήτο όργανόν τι, όμοιον με αισθητήριον. Αλλ' ουδέν τοιούτον είναι ο νους. Και ορθώς λέγουσιν 274 ότι η ψυχή είναι τόπος των ειδών, πλην ούτε ολόκληρος η ψυχή είναι τοιαύτη, αλλά μόνον η νοητική ψυχή, ούτε είναι εντελέχεια τα είδη (αι ιδέαι), αλλά δυνάμει 275.

5. Είναι δε φανερόν και εκ των αισθητηρίων και εκ της αισθήσεως, ότι δεν είναι όμοιαι η απάθεια του αισθητικού μέρους της ψυχής και η του νοητικού. Διότι η μεν αίσθησις δεν δύναται να αισθάνηται το αισθητόν, όταν τούτο ενεργή σφοδρώς, λ.χ. ούτε ήχον ακούει, όταν ηχώσι μεγάλοι ήχοι, ούτε χρώματα βλέπει, όταν είναι λίαν ζωηρά, ούτε οσμάς αισθάνεται, όταν είναι λίαν δυναταί. Αλλ' ο νους, όταν νοήση τι σφοδρά νοητόν (βαθύ νόημα), ουχί ολιγώτερον, αλλά περισσότερον νοεί τας μικροτέρας λεπτομέρειας. Διότι η μεν αισθητική δύναμις δεν υπάρχει άνευ του σώματος, ο δε νους είναι χωριστός από του σώματος 276.

6. Όταν δε ο νους νοών γείνη έκαστον των νοητών ούτως, όπως λέγεται επιστήμων ο κατ' ενέργειαν επιστήμων 277, τούτο δε συμβαίνει, όταν δύναται ούτος να ενεργή 278 δι' εαυτού μόνου, είναι μεν ο νους και τότε κατά τινα τρόπον δυνάμει, αλλ' όχι ομοίως, όπως πριν να μάθη ή εύρη το αντικείμενον 279, διότι αυτός ούτος τότε δύναται να νοή εαυτόν 280.

7. Επειδή δε άλλο είναι αισθητόν τι μέγεθος και άλλο το είδος, η ουσία του μεγέθους, άλλο ύδωρ τι αισθητόν και άλλο το είδος (η φύσις) του ύδατος· ομοίως δε και εις πολλά άλλα (αλλ' ουχί εις πάντα, διότι είς τινα είναι τα αυτά), το είδος της σαρκός και την αισθητήν σάρκα η ψυχή κρίνει ή δι' άλλου μέρους έκαστον χωριστά ή διά του αυτού, άλλως όμως έχοντος 281. Διότι η μεν σαρξ αύτη δεν υπάρχει άνευ της ύλης 282, αλλά, όπως η σιμότης (της ρινός) 283, είναι τούτο το μερικόν πράγμα εις τούτο το πράγμα. Διά της αισθήσεως λοιπόν η ψυχή διακρίνει το θερμόν και το ψυχρόν και εκείνας τας ποιότητας, των οποίων αναφορά και ένωσις είναι η σαρξ. Την έννοιαν (φύσιν) όμως της σαρκός κρίνει η δι' άλλης δυνάμεως, ήτις είναι διάφορος και χωριστή 284 ή όπως κεκλασμένη γραμμή (Σημ 29) αναφέρεται προς εαυτήν, όταν εκταθή.

8. Το ευθύ 285 θεωρούμεν εις τα κατ' αφαίρεσιν όντα (τα μαθηματικά), όπως το σιμόν, διότι συνδέονται μετά της υλικής συνεχείας (του σώματος). Αλλ' ως προς την έννοιαν ή το είδός τινος, εάν είναι διάφορα η έννοια του ευθέος και το ευθύ πράγμα (και είναι όντως δύο πράγματα), άλλη δύναμις κρίνει αυτήν. Η ψυχή λοιπόν κρίνει εις τας δύο περιπτώσεις δι' άλλης δυνάμεως ή διά μιας διαφοροτρόπως διακειμένης. Και εν γένει, όπως υπάρχουσι πράγματα χωριστά (αφηρημένα) από της ύλης, ούτως είναι και τα του νου.

9. Δύναταί τις να ερωτήση: αν ο νους είναι απλούς και απαθής και ουδέν κοινόν έχη με οιονδήποτε άλλο πράγμα, καθώς λέγει ο Αναξαγόρας, πώς δύναται να νοή, αν η νόησις (το νοείν) είναι πάθος (πάσχειν) τι; Διότι μόνον καθ' όσον υπάρχει κοινόν τι μεταξύ δύο τινών φαίνονται, ότι το μεν ποιεί, το δ' άλλο πάσχει 286.

10. Προσέτι ερωτάται, αν ο νους είναι και αυτός νοητός (αντικείμενον νοήσεως). Εάν είναι νοητός, τότε ή θα υπάρχη εις τα άλλα πράγματα 287, εκτός εάν είναι νοητός κατά τρόπον διάφορον αυτών και το νοητόν αντικείμενον είναι έν μόνον πράγμα κατά το είδος,—ή άλλως ο νους έχει μικτήν τινα σύνθεσιν 288, η οποία τον καθίστα νοητόν, όπως τα άλλα πράγματα 289.

11. Αλλά «το μεν πάσχειν κατ' αναφοράν 290 προς κοινόν στοιχείον» έχει ανωτέρω διακριθή και ορισθή, ότι ο νους είναι τρόπον τινά δυνάμει τα νοητά, αλλά πριν να νοήση δεν είναι ουδέν εντελεχώς, και ούτω πρέπει να συμβαίνη, όπως εις πινάκιον, εις το οποίον τίποτε δεν υπάρχει πραγματικώς γεγραμμένον. Και τούτο ακριβώς συμβαίνει εις τον νουν 291.

12. Και αυτός είναι αντικείμενον νοήσεως (νοητός) καθώς τα άλλα νοητά πράγματα 292. Διότι εις τα άυλα ταύτα όντα το νουν ον και το νοούμενον είναι το αυτό πράγμα. Η θεωρητική επιστήμη 293 και το ούτως γινωσκόμενον αντικείμενον είναι έν και το αυτό. Ανάγκη όμως να εξετασθή διά τίνα αιτίαν δεν νοεί πάντοτε 294. Αλλ' εις τα πράγματα τα έχοντα ύλην έκαστον αυτών είναι μόνον δυνάμει νοητόν 295, ώστε εις ταύτα μεν δεν είναι στοιχείον ο νους 296, διότι ο νους είναι δύναμις των πραγμάτων τούτων άνευ της ύλης των, ενώ εις αυτόν τον νουν υπάρχει το αντικείμενον της νοήσεως 297.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'


Ο νους είναι διττός, ο μεν ως ύλη, ο δε το αίτιον. — O ποιητικός νους είναι απαθής και αθάνατος.— O παθητικός είναι φθαρτός, αναγκαίος όμως προς νόησιν.

1. Όπως εις άπασαν την φύσιν υπάρχει αφ' ενός μεν η ύλη 298 εις έκαστον γένος όντων (και τούτο είναι ό,τι είναι δυνάμει πάντα ταύτα τα όντα), αφ' ετέρου δε το αίτιον και το ποιούν, διότι πάντα ποιεί (η αιτία), οποίαν σχέσιν η τέχνη έχει προς την ύλην ούτω πρέπει αναγκαίως να υπάρχωσιν εν τη ψυχή 299 αι δύο αύται διαφοραί. Και τοιούτος είναι ο νους, διότι αφ' ενός μεν 300 γίνεται πάντα τα πράγματα, αφ' ετέρου δε ποιεί πάντα ως έξις (ικανότης) τοιαύτη, οποία είναι το φως. Διότι και το φως τρόπον τινά τα δυνάμει όντα χρώματα ποιεί ενεργεία χρώματα 301. Και ούτος ο νους είναι χωριστός 302 και απαθής και αμιγής (με άλλο) και κατά την ουσίαν του είναι ενέργεια.

2. Διότι πάντοτε το ποιούν είναι ανώτερον του πάσχοντος και η αρχή (το αίτιον) είναι ανωτέρα της ύλης. Η εν ενεργεία γνώσις είναι το αυτό με το αντικείμενόν της (το επιστητόν). Αλλ' η κατά δύναμιν επιστήμη είναι μεν χρονικώς προτέρα εν τω ατόμω 303. Απολύτως όμως θεωρουμένη δεν είναι προτέρα χρονικώς. Δεν είναι όμως τοιούτος ο νους ώστε άλλοτε μεν νοεί, άλλοτε δε δεν νοεί 304. Μόνον όταν χωρισθή ο νους, τότε μόνον είναι όντως ό,τι είναι, και ούτος μόνος είναι αθάνατος και αιώνιος. Δεν ενθυμούμεθα δε αυτόν, διότι ούτος είναι απαθής 305. O παθητικός όμως νους είναι φθαρτός 306 και άνευ τούτου ουδεμία υπάρχει νόησις 307.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'


Η νόησις πρώτον περί τους απλούς όρους, έπειτα δε περί την σύνθεσιν αυτών.—Εν τη συνθέσει μόνη υπάρχει το αληθές και το ψεύδος. — Αληθής είναι μόνον η νόησις του είδους και της ουσίας, ουχί η των συμβεβηκότων.

1. Η νόησις των αδιαιρέτων (απλών εννοιών) αντικείμενον έχει ταύτα, εκ των οποίων δεν γεννάται ψεύδος. Διότι εις εκείνα μόνα ευρίσκεται και το ψεύδος και το αληθές, τα οποία είναι σύνθεσις νοημάτων εις μίαν ενότητα 308. Καθώς είπεν ο Εμπεδοκλής «Ούτω πολλών όντων κεφαλαί εβλάστησαν άνευ αυχένων» και έπειτα ηνώθησαν διά της φιλίας. Ούτω και τα νοήματα, άπερ είναι κεχωρισμένα ενούνται (υπό της διανοίας). λ.χ. η έννοια του ασυμμέτρου και η της διαμέτρου 309.

2. Αν δε πρόκειται περί πραγμάτων, τα οποία ήσαν ή θα είναι, ο νους υπονοεί προσέτι τον χρόνον και με τας εννοίας συμπλέκει αυτόν. Το ψεύδος δε και ενταύθα μόνον εν τη συνθέσει 310 των εννοιών υπάρχει. Διότι, και ότε τις λέγει, ότι το λευκόν δεν είναι λευκόν, συμπλέκων (διά συμπλοκής) λέγει, ότι δεν είναι λευκόν το λευκόν. Αλλά δυνατόν είναι να εφαρμόσωμεν εις πάντα την διαίρεσιν. Δεν είναι όμως δυνατόν η πρότασις, ο Κλέων (νυν) είναι λευκός, μόνον να ήναι ψεύδος ή αληθές, αλλά δυνατόν τούτο να εφαρμοσθή εις το παρελθόν ή το μέλλον. Εκείνο δε όπερ ταύτα κάμνει έν, τούτο είναι ο νους ο συμπλέκων έκαστον πράγμα.

3. Επειδή δε το αδιαίρετον νοείται διττώς, ως δυνάμει αδιαίρετον και ενεργεία αδιαίρετον, ουδέν εμποδίζει τον νουν, όταν νοή το μήκος (έκτασιν) 311, να το νοή αδιαίρετον, διότι το μήκος είναι αδιαίρετον ενεργεία 312 και να το νοή εν χρόνου στιγμή αδιαιρέτω 313. Διότι ο χρόνος είναι διαιρετός και αδιαίρετος ως η έκτασις. Δεν δύναταί τις λοιπόν να είπη τι εννοεί ο νους εις έκαστον ήμισυ χρονικής διαιρέσεως. Διότι το ήμισυ, αν μη ενεργεία διαιρεθή το όλον, δεν υπάρχει ειμή δυνάμει 314. Νοών όμως χωριστά έκαστον από τα ημίση διαιρεί συνάμα και τον χρόνον. Τότε δε ο χρόνος αντιστοιχεί εν τη διαιρέσει του προς δύο διάφορα μήκη 315. Εάν όμως ο νους νοή το αντικείμενον ως όλον συγκείμενον εκ δύο μερών, το αυτό ποιεί και προς τον χρόνον τον αναφερόμενον εις τα δύο μέρη.

4. Ουχί όμως το κατά ποσόν αδιαίρετον 316, αλλά το κατ' είδος (νοερώς) αδιαίρετον νοεί ο νους εν αδιαιρέτω στιγμή χρόνου και διά αδιαιρέτου μέρους 317 της ψυχής. Ποιεί δε τούτο κατά συμβεβηκός και ουχί καθόσον το δι' ου νοεί και ο χρόνος καθ' ον νοεί είναι διαιρετά, αλλά μόνον καθ' όσον είναι αδιαίρετα. Διότι και εις ταύτα υπάρχει τι αδιαίρετον 318, αλλ' ουχί ίσως ως χωριστόν ον, το οποίον κάμνει ένα τον χρόνον και έν το μήκος. Και τούτο αληθεύει ομοίως περί αυτός συνεχούς, είτε εν χρόνω είτε εν μήκει (τόπω).

5. Η δε στιγμή και παν το εκ διαιρέσεως προερχόμενον 319 και παν το ούτως αδιαίρετον 320(ως η στιγμή) εκφράζονται ως στέρησίς τινος 321. Και όμοια δυνάμεθα να είπωμεν περί των άλλων· π.χ. πώς γνωρίζομεν το κακόν ή το μέλαν; Τα γνωρίζομεν τρόπον τινά διά των εναντίων αυτών 322.

6. Πρέπει δε η γνωρίζουσα ψυχή να είναι δυνάμει τα γνωριζόμενα πράγματα και ταύτα ν' ανάγωνται εν αύτη εις ενότητα. Εάν όμως αίτιόν τι δεν έχη εναντίον 323, γινώσκει αυτό εαυτό και είναι εν ενεργεία και χωριστόν. 324

7. Απόφανσίς τις λέγει τι κατά τινος άλλου, ως η κατάφασις, και είναι πάντοτε ή αληθής ή ψευδής. Αλλ' ο νους δεν είναι πάντοτε αληθής, αλλά μόνος ο νοών το τι είναι, την ουσίαν του πράγματος, και ουχί ο νοών το τι κατηγορείται κατά τινος 325. Και καθώς είναι αληθής η δράσις, όταν βλέπη το ιδιάζον εις αυτήν αντικείμενον, ότι όμως το λευκόν αντικείμενον είναι άνθρωπός τις ή όχι, τούτο δεν είναι πάντοτε αληθές, ούτω συμβαίνει και εις τα άνευ ύλης όντα 326. (Σημ 30)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'


Έν τω νω η ενέργεια προτέρα της δυνάμεως.— O νους διώκων ή φεύγων τα πράγματα καταφάσκει ή αποφάσκει.— Αι εικόνες της φαντασίας είναι προς τον νουν ό,τι τα αισθήματα προς την αίσθησιν. — Το αληθές και το ψεύδος είναι προς τον νουν ό,τι το αγαθόν και το κακόν.— Περί της αφαιρετικής δυνάμεως του νου.— Μαθηματικά. 327

1. Η κατ' ενέργειαν επιστήμη (γνώσις) είναι το αυτό με το γινωσκόμενον πράγμα, η δε κατά δύναμιν επιστήμη είναι μεν χρονικώς προτέρα της ενεργεία εις το αυτό άτομον, απολύτως όμως ουδέ κατά χρόνον είναι προτέρα. Διότι πάντα τα γινόμενα γίνονται από ον, όπερ υπάρχει ενεργεία, πραγματικώς 328. Φαίνεται δε ότι το αισθητόν αντικείμενον κάμνει ενεργόν την αισθητικήν δύναμιν, ήτις είναι ακόμη εν δυνάμει. Αλλ' ούτε πάσχει ούτε μεταβάλλεται η αίσθησις, και διά τούτο είναι είδος κινήσεως αύτη διάφορον του συνήθους. Διότι η κίνησις είναι η ενέργεια του ατελούς, η δε κυρίως ενέργεια είναι άλλο τι, είναι η ενέργεια του τετελεσμένου 329.

2. Το αισθάνεσθαι λοιπόν τα πράγματα είναι όμοιον με το ονομάζειν 330 και με το νοείν αυτά απλώς. Αλλ' όταν το αίσθημα είναι ηδύ 331 ή λυπηρόν, η ψυχή τρόπον τινά καταφάσκουσα ή αποφάσκουσα επιδιώκει ή αποφεύγει αυτό. Και το να αισθάνηται ηδονήν ή λύπην 332 δηλοί ενέργειαν του αισθητικού κέντρου σχετικήν προς το αγαθόν ή το κακόν καθό τοιαύτα. Και η ενεργεία δε φυγή (του κακού) και η ενεργεία επιθυμία (του αγαθού) είναι το αυτό με την λύπην και την ηδονήν. Και το ορεκτικόν και το φευκτικόν (μέρος) δεν είναι διάφορα ούτε μεταξύ των ούτε από του αισθητικού, διαφέρουσι δε μόνον κατά τον τρόπον του είναι.

3. Εις δε την διανοητικήν ψυχήν 333 αι εικόνες της φαντασίας είναι όπως τα αισθήματα είναι εις την αίσθησιν. Όταν δε αποφανθή καταφατικώς· ή αρνητικώς ότι το πράγμα 334 είναι αγαθόν ή κακόν, εκείνο μεν επιδιώκει, τούτο δε αποφεύγει. Διά τούτο ουδέποτε νοεί η ψυχή άνευ εικόνος. Όπως ο αήρ κάμνει τοιούτον ή τοιούτον αποτέλεσμα επί της κόρης, και αύτη πάλιν κάμνει άλλο αποτέλεσμα, ούτω και η ακοή 335, αλλά το έσχατον κέντρον ή μέσον της αισθήσεως είναι μία μόνη δύναμις 336, της οποίας το είναι έχει πολλούς τρόπους εκφράσεως (το αυτό και περί των εικόνων σχετικώς προς την νόησιν).

4. Πώς δε διακρίνει η ψυχή την διαφοράν του γλυκέος και του θερμού, είπομεν και πρότερον, δέον δε και νυν να είπωμεν τα εξής: είναι δηλαδή ενωτική τις αρχή, ήτις είναι ως έσχατον όριον 337. Αι αποφάνσεις αυτής ανάγονται εις ενότητα διά της αναλογίας και της αριθμητικής αναφοράς και σχετίζονται προς αλλήλας, όπως τα εξωτερικά πράγματα (γλυκύ, θερμόν). Ο νους είναι προς τα φαντάσματα ως η κοινή αίσθησις είναι προς τα διάφορα αισθήματα, τα οποία ενώνει. Ουδόλως δε διαφέρει το να ερωτώμεν πώς η ψυχή διακρίνει τα όμοια (γλυκύ, θερμόν), ή πώς τα εναντία· λ. .χ. λευκόν και μέλαν (ομογενή, ήτοι χρώματα). Έστω ότι το Α το λευκόν είναι προς το Β το μέλαν, όπως η έννοια Γ προς την Δ και αντιστρόφως· εάν τώρα αι έννοιαι Γ, Δ είναι εις έν μόνον αντικείμενον, θα είναι ούτω προς αλλήλας (εν τω νω), καθώς και τα Α, Β προς άλληλα, ήτοι θα είναι έν και το αυτό πράγμα, αλλ' ο τρόπος του είναι αυτών δεν θα είναι ο αυτός. Και η συμπλοκή Γ Δ είναι ανάλογος προς την Α Β. Ο αυτός συλλογισμός θα γίνη και αν το μεν Α είναι το γλυκύ, το δε Β το λευκόν 338.

5. Η νοητική λοιπόν ψυχή νοεί τα είδη 339 εις τας εικόνας της φαντασίας, και επειδή εν ταύταις τρόπον τινά ορίζει αύτη τι πρέπει να επιδιώκη και τι να φεύγη, και όταν έτι δεν είναι παρόν το αίσθημα, κινείται εις ενέργειαν, όταν κατέχηται υπό των φαντασμάτων. λ.χ. αισθανόμενός τις ότι δαυλός είναι ανημμένος 340 και διά της κοινής αισθήσεως 341 βλέπων ότι ούτος κινείται, καταλαμβάνει 342 ότι υπάρχει πλησίον εχθρός. 343

6. Άλλοτε δε διά των εν τη ψυχή φαντασμάτων ή νοημάτων 344 ο νους ως να έβλεπε τα πράγματα διανοείται και αποφασίζει τα μέλλοντα, αναφορικώς προς τα παρόντα. Και όταν είπη εκεί (εν τω κόσμω των εικόνων), ότι το πράγμα είναι ηδύ ή λυπηρόν, ενταύθα (εν τω κόσμω των πραγμάτων) φεύγει ή επιδιώκει αυτό, και εν γένει πράττει. Και το άνευ πράξεως, ήτοι το αληθές και το ψεύδος, ανήκουσιν εις το αυτό γένος με το αγαθόν και το κακόν, διαφέρουσι δε μόνον κατά το ότι εκείνα είναι απόλυτα, ταύτα δε είναι προς τι άτομον αγαθά ή κακά (σχετικά).

7. Τα δε κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα 345 ο νους τα νοεί καθώς όταν νοή την σιμότητα 346· καθό σιμότητα δεν την νοεί χωριστά από την ρίνα, καθό όμως κοιλότητα, εάν την νοή ενεργεία, την νοεί άνευ της σαρκός, εις την οποίαν είναι η κοιλότης. Ούτω και τα μαθηματικά όντα, όταν ο νους νοή αυτά, τα νοεί κεχωρισμένα, καίτοι δεν είναι καθ' εαυτά κεχωρισμένα από των σωμάτων.

8. Εν γένει ο ενεργεία νους, όταν νοή τα πράγματα, είναι αυτά τα πράγματα. Αλλ' άρά γε δύναται ο νους, μη ων αυτός κεχωρισμένος από μεγέθους (του σώματος), να νοή τα κεχωρισμένα ή όχι; Περί τούτου θα εξετάσωμεν ύστερον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.


Συγκεφαλαίωσις των περί της αισθητικής και της νοητικής ψυχής λεχθέντων. — Η ψυχή είναι τρόπον τινά τα όντα.— Φύσις του νοητού και του αφηρημένου. — Το έργον της αισθήσεως και της φύσεως.— Άνευ εικόνων ο νους δεν νοεί.

1. Τώρα δε συγκεφαλαιώσαντες τα λεχθέντα περί ψυχής, λέγομεν πάλιν, ότι η ψυχή είναι τρόπον τινά πάντα τα όντα. Διότι πάντα τα όντα είναι ή αισθητά ή νοητά 347 και η μεν επιστήμη είναι τρόπον τινά τα επιστητά (νοητά), η δε αίσθησις είναι τα αισθητά.

2. Πρέπει δε να εξετάσωμεν πώς τούτο είναι δυνατόν. Η επιστήμη και η αίσθησις διαιρούνται εκάστη κατά τα πράγματα (τα αντικείμενα αυτών), η μεν δυνάμει 348 κατά τα εν δυνάμει όντα πράγματα, η δε ούσα ενδελεχεία κατά τα εν εντελεχεία όντα πράγματα. Το αισθητικόν δε και το επιστημονικόν μέρος της ψυχής είναι δυνάμει αυτά τα πραγματικά αντικείμενα, τούτο μεν το επιστητόν, εκείνο δε το αισθητόν αντικείμενον. Αναγκαίως άρα η ψυχή είναι ή αυτά τα πράγματα ή τα είδη αυτών. Αυτά μεν τα πράγματα δεν είναι βεβαίως η ψυχή, διότι ουχί ο λίθος (η ύλη), αλλά το είδος είναι εν τη ψυχή. Ώστε η ψυχή είναι καθώς η χειρ. Διότι και η χειρ είναι το όργανον των άλλων οργάνων, και ο νους είναι το είδος των (νοητών) ειδών 349 και η αίσθησις το είδος των αισθητών.

3. Επειδή όμως εκτός των αισθητών μεγεθών (των εχόντων έκτασιν) ουδέν πράγμα υπάρχει κεχωρισμένον, ως υποτίθεται 350· άρα τα νοητά είναι εις τα αισθητά είδη· λέγω δε νοητά τα κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα και όσα είναι έξεις και πάθη (ιδιότητες και μεταβολαί) των αισθητών πραγμάτων. Και διά τούτο η ψυχή, εάν δεν ησθάνετο, ουδέν απολύτως ήθελε μάθει ή εννοήσει· και όταν θεωρή τι, ανάγκη είναι να θεωρή και εικόνα τινά της φαντασίας. Διότι αι εικόνες είναι είδος αισθημάτων, αλλ' άνευ ύλης. Είναι δε η φαντασία διάφορος από την κατάφασιν και την άρνησιν διότι μία συμπλοκή εννοιών εις κρίσιν 351 είναι το αληθές και το ψεύδος. Αλλά κατά τι διαφέρουσιν αι πρώται έννοιαι 352, ώστε να μη συγχέωνται με τας εικόνας της φαντασίας; Βεβαίως αι έννοιαι αυταί δεν είναι εικόνες, αλλά και δεν είναι άνευ εικόνων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.


Περί της κατά τόπον κινήσεως.—Περί των μερών της ψυχής.—Αιτία της κινήσεως ο νους και η όρεξις ομού.

1. Επειδή δε η ψυχή των ζώων ορίζεται διά δύο δυνάμεων, ήτοι διά της κριτικής (ήτις είναι έργον της διανοίας) και της αισθήσεως 353 και αφ' ετέρου διά της κατά τόπον κινήσεως 354, περί μεν της αισθήσεως και του νου αρκούσι τα ειρημένα, περί δε της κινητικής δυνάμεως θα εξετάσωμεν: τι αρά γε μέρος της ψυχής δύναται να είναι; είναι μέρος αυτής χωριστόν υλικώς ή νοερώς, ή ολόκληρος η ψυχή (κινεί); και αν είναι μέρος τι, είναι τούτο ιδιαίτερον και διάφορον από των συνήθως λεγομένων και τα οποία έχομεν πραγματευθή, ή είναι τι εκ τούτων των μερών;