WeRead Powered by ReaderPub
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας cover

Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Chapter 154: 4. Ιστορία της Αγγλίας από της Νορμανδικής κατακτήσεως του 1066 μέχρι του 15 αιώνος.
Open in WeRead

About This Book

A concise, student-oriented handbook that traces the political, institutional, and cultural development of the Eastern Roman state from Constantine's establishment of Constantinople through the empire's fall in 1453. It divides the long period into an early Roman/Greco-Roman phase and a later era of distinctively Greek character, explaining the internal influence of Hellenic language and culture and the external pressures that shaped imperial transformation. Chapters situate Byzantine events within broader medieval developments, including relations with Western Christendom and the Islamic East. The text combines chronological narrative with thematic summaries and practical apparatus designed to aid introductory and preparatory study.

5. Ταμερλάνος (194) και Βαγιαζίτ.

Είδομεν ότι εκ του αχανούς κράτους του Δζεγγίς-χαν και των πρώτων διαδόχων αυτού, διαλυθέντος περί τα τέλη του 13 αιώνος, παρήχθησαν διάφορα κράτη, ών το προς ανατολάς του Ώξου εν ταις Τουρκοπερσικαίς χώραις της Μέσης Ασίας ωνομάσθη Τσαγατάι (σελ. 259). Και το κράτος δε τούτο υποκείμενον εις ίδιον μέγαν χάνον εκ του οίκου του Δζεγγίς-χαν και δη από του υιού αυτού Τσαγατάι καταγόμενον, συνέκειτο εκ πολλών κατ' ουσίαν ελευθέρων, κατ' όνομα μόνον τον μέγαν χάνον αναγνωριζόντων, Μογγόλων ή Τατάρων ηγεμόνων. Ενός των ηγεμόνων τούτων υιός ην ο Τιμούρ, καταγόμενος πατρόθεν εκ γένους επιφανούς, μητρόθεν δε συγγενεύων προς αυτόν τον οίκον του Δζεγγίς-χαν. Γεννηθείς τω 1333 και ανατραφείς εν τη μωαμεθανική πίστει, ήν είχον δεχθή οι Μογγόλοι και οι Τάταροι του Τσαγατάι (σελ. 259), ών δε φύσει ανήρ αρχικός και πολεμικός, κατώρθωσε ταχέως, από του 12 έτους της ηλικίας εν πεδίοις μαχών αγωνιζόμενος και διακρινόμενος και από δυνάμεως και εξουσίας εις δύναμιν και εξουσίαν ανερχόμενος, εν μέσω πολλών περιπετειών και κινδύνων και καταδιώξεων, να καταστή κύριος πραγματικός του κράτους Τσαγατάι, καταλιπών μεν την κατ' όνομα εξουσίαν εις Χάνον εκ του οίκου του Δζεγγίς-χαν, ών δε αυτός πράγματι κυβερνήτης και άρχων του κράτους. Αλλ' η αρχή του μεγάλου τούτου κράτους, εν τη πολεμική και τη κατακτητική ορμή του Ταμερλάνου, εγένετο απλώς αφετηρία της κυριαρχίας της Ασίας, ής ωρέγετο κατά το παράδειγμα του Δζεγγίς-χαν. {277} Εντεύθεν διά πολέμων ακαταπαύστων και αιματηρών και τροπαίων αιματηροτάτων (195) εξέτεινε το κράτος κατά πάσας τας διευθύνσεις, υποτάξας πάσαν την Μέσην Ασίαν, την Ινδικήν πάσαν μέχρι του Γάγγου, πάσας τας Ιρανικάς χώρας από του Περσικού κόλπου μέχρι του Καυκάσου, την Σιβηρίαν και την Ευρωπαϊκήν Ρωσίαν μέχρι Μόσχας, απέσπασε δε και την Μεσοποταμίαν και Συρίαν από των Μαμελούκων της Αιγύπτου καταλαβών το Χαλέπιον και την Δαμασκόν. Ούτω δε γενόμενος κύριος του κόσμου, ως εκάλει εαυτόν (196), ώφθη και εν τοις ορίοις του Οθωμανικού κράτους κατά τον χρόνον αυτόν της μεγάλης δυνάμεως του Βαγιαζίτ. Ο Βαγιαζίτ είχε μείνει ο μόνος μη προσβληθείς έτι υπό του Ταμερλάνου μωαμεθανός ηγεμών. Η σύγκρουσις λοιπόν μεταξύ των δύο ηγεμόνων του μωαμεθανικού κόσμου ήτο και εκ γενικών λόγων αναπόφευκτος· επετάχυνον δε αυτήν και ιδιαίτερα γεγονότα. Οι υπό του Βαγιαζίτ εκβληθέντες Τούρκοι ηγεμόνες των διαφόρων χωρών της Μικράς Ασίας (σελ. 273) κατέφυγον εις τον Ταμερλάνον ζητούντες την προστασίαν αυτού, ενώ άλλοι μωαμεθανοί ηγεμόνες των υπό του Ταμερλάνου εν Αρμενία και Μεσοποταμία και Συρία καταληφθεισών χωρών κατέφυγον εις το κράτος του Βαγιαζίτ. Τέλος την προστασίαν του Τιμούρ εξητήσατο και ο Έλλην αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως και άλλοι χριστιανοί υπό του Βαγιαζίτ πιεζόμενοι ηγεμόνες δι' ικετικών πρεσβειών πεμπομένων εις την σκηνήν αυτού. Αφού δε ο Ταμερλάνος δεν κατώρθωσε διά διαπραγματεύσεων και συμβουλών και απειλών να πείση τον Βαγιαζίτ ν' αποδώση τοις υπ' αυτού εκβληθείσιν ηγεμόσι τας κτήσεις αυτών και έλαβεν απάντησιν ειρωνικήν εις την απευθυνθείσαν αυτώ μεστήν μεγάλου κόμπου και απειλών φοβερών επιστολήν του Τιμούρ, ώρμησεν επί την Μικράν Ασίαν. Οκτακοσίας χιλιάδας ποικιλωνύμων βαρβάρων ήγε μεθ' εαυτού ο Ταμερλάνος εναντίον του Βαγιαζίτ αντιτάσσοντος αυτώ 350 χιλιάδας μαχητών, εν οίς ήσαν και ουκ ολίγοι χριστιανοί, ιδίως Σέρβοι, ών ο βασιλεύς Στέφανος ηκολούθει τω Σουλτάνω ως υποτελής αυτού. Εν τη μεγάλη μάχη τη συγκροτηθείση μεταξύ των δύο στρατών και των δύο ηγεμόνων εν Αγκύρα της Γαλατίας (28 Ιουνίου ή 20 Ιουλίου 1402) ηττήθη κατά κράτος ο Βαγιαζίτ και συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο Ταμερλάνος μετά την νίκην έπεμψε τους στρατούς αυτού υπό διαφόρους αρχηγούς κατά πάσαν διεύθυνσιν προς τας διαφόρους χώρας της Μικράς Ασίας, αυτός δε επήλθε διά Κοτυαίου εναντίον της υπό των Ροδίων ιπποτών κατεχομένης Σμύρνης (σημ. 190).

Η πόλις αύτη μετά βραχυχρόνιον πολιορκίαν εκυριεύθη υπό του Ταμερλάνου και υπέστη τα πάνδεινα. Εντεύθεν δε ο Ταμερλάνος διά των αρχαίων χωρών της Ιωνίας (Λυδίας και Καρίας) επέστρεψεν εις το Ικόνιον, άγων μεθ' εαυτού αιχμάλωτον τον Βαγιαζίτ, θανόντα εν τη αιχμαλωσία ταύτη (1403). Ο Ταμερλάνος ευρισκόμενος έτι εν Κοτυαίω εδέξατο πρεσβείας των εν τη Ελληνική χερσονήσω χριστιανών ηγεμόνων και αυτού του εξ Αγγλίας επανελθόντος αυτοκράτορος Μανουήλ προσενεγκόντος αυτώ τον φόρον της υποτελείας. Αυτοί οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου έπεμψαν αυτώ φόρον χρηματικόν συγκείμενον εκ νομισμάτων φερόντων, προς ένδειξιν υποταγής, το όνομα του Τιμούρ.

Η διά της Μικράς Ασίας διάβασις του Ταμερλάνου μετά των αγρίων αυτού στιφών επήνεγκε φοβερωτάτας εν τη χώρα ταύτη καταστροφάς. Ουδέποτε η Ελληνική αύτη χερσόνησος έπαθε τοιαύτην καταστροφήν και ερήμωσιν, οίαν υπό του Ταμερλάνου. Τότε δε ακριβώς εξηφανίσθησαν από του προσώπου της γης τοσαύται μεγάλαι και ευδαίμονες πόλεις, Νίκαια, Έφεσος, Κολοφών, Σάρδεις και τοσαύται άλλαι εστίαι του Ελληνικού πολιτισμού.

Αλλ' η όλη εμφάνισις του Ταμερλάνου εν Μικρά Ασία, η πληρώσασα θορύβου και πατάγου την Ελληνικήν Ανατολήν και επενεγκούσα την ερήμωσιν και την βαρβαρότητα πανταχού, όπου επάτησεν ο πους του μεγάλου κατακτητού, ήτο απλή, βιαιοτάτη μεν, αλλά πάντοτε παροδική θύελλα, πολλάς μεν επενεγκούσα καταστροφάς, αλλ' ουδεμίαν ριζικήν μεταβολήν των πραγμάτων, ουδέν δημιουργήσασα νέον και μόνιμον καθεστώς. Άλλως τε αυτός ο Ταμερλάνος ουδαμώς διενοείτο να δημιουργήση τι νέον εν τη Ελληνική Ανατολή προς ουδεμίαν αποβλέπων ενταύθα ιδέαν πολιτικήν. Το βλέμμα αυτού ήν εστραμμένον προς την εσχάτην Ασίαν, εις την Κίναν, ένθα είχεν ανατραπή υπό Σινών (1350) η προ ενός αιώνος καταλαβούσα το κράτος τούτο Μογγολική δυναστεία του Δζεγγίς-χαν. Εν Μικρά Ασία ουδέν άλλο εζήτει ο Ταμερλάνος ή την τιμωρίαν του Βαγιαζίτ και την αποκατάστασιν των υπό τούτου εκβληθέντων Τούρκων δυναστών της χώρας ταύτης. Διά τούτο, αφού επετέλεσεν αμφότερα ταύτα και αφίκετο εις την εσχάτην δυσμικήν άκραν της Μικράς Ασίας (εις την Σμύρνην), ταχύς επέστρεψεν εις το κέντρον του κράτους αυτού, εις Σαμαρκάνδην, οπόθεν στρατεύων εναντίον της Κίνας απέθανε νοσήσας καθ' οδόν εν Οτράρ της Μέσης Ασίας (1405) πριν ή αφίκηται εις τα όρια της Κίνας.

Το μόνον θετικόν πολιτικόν αποτέλεσμα της εμφανίσεως του Τιμούρ εν ταις Ελληνικαίς χώραις ήτο η ήττα του Βαγιαζίτ, η παροδική παράλυσις και αποσύνθεσις του Οθωμανικού κράτους, η εν τοις κράτεσιν αυτών εγκατάστασις των εκ Μικράς Ασίας εκβληθέντων Τούρκων δυναστών και η κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων επί ήμισυν αιώνα, κατά τα άνωθι ειρημένα, παράτασις του αγωνιώδους βίου του Ελληνικού κράτους.

6. Το Οθωμανικόν κράτος μετά την
αιχμαλωσίαν και τον θάνατον του Βαγιαζίτ

Μετά την αιχμαλωσίαν του Βαγιαζίτ εκ των υιών αυτού ο Σουλεϊμάν, ο Μουσάς και ο Μωάμεθ, διασωθέντες εκ της καταστροφής της Αγκύρας, ίδρυσαν διάφορα κράτη εν Ασία και εν Ευρώπη (Προύση, Αμασεία και Αδριανουπόλει), αναγνωρίσαντα πάντα την κυριαρχίαν του Τιμούρ, ενόσω ούτος έμενεν εν Μικρά Ασία. Τα κράτη ταύτα επί τινα χρόνον διετέλεσαν εις πολέμους προς άλληλα, εωσού είς των αδελφών, ο Μωάμεθ, ο και νεώτατος, υπέταξε πάντα υπό την αρχήν αυτού και ήνωσεν αύθις το Οθωμανικόν κράτος (1413 μ. Χ.). Εκ των εμφυλίων τούτων πολέμων έπαθε μεν το Ελληνικόν κράτος ζημίας, διότι οι πόλεμοι διεξήγοντο εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως και μάχαι συνεκροτούντο περί αυτήν, το δε Ελληνικόν κράτος ην μεν υπόχρεων να συμμαχή προς τούτον ή εκείνον των προς αλλήλους πολεμούντων αδελφών, αλλά και ωφελείτο ακριβώς εκ της συμμαχίας ταύτης. Μετά τον θάνατον του Βαγιαζίτ (1403) εκ των υιών αυτού ο μεν Σουλεϊμάν κατέλαβε τας εν Ευρώπη χώρας, έχων πρωτεύουσαν την Αδριανούπολιν, ο δε Μωάμεθ τας Ασιατικάς, πρωτεύουσαν έχων την Προύσαν. {280} Εν τοις πολέμοις των δύο τούτων αδελφών ο Μανουήλ συνεμάχησεν (ως και ο βασιλεύς των Σέρβων) μετά του Σουλεϊμάν, λαβών ως αντάλλαγμα της συμμαχίας την Θεσσαλονίκην και άλλας πόλεις παρά τον Στρυμόνα και πάσας τας κατά τας δυτικάς ακτάς του Ευξείνου μέχρι Βάρνης πόλεις. Αφού δε ο εις την Ευρώπην υπό του αδελφού αυτού Μωάμεθ πεμφθείς Μουσάς κατέβαλε τον Σουλεϊμάν (1410) και είτα απέστη από του Μωάμεθ, ο Μανουήλ συνεμάχησε μετά του Μωάμεθ. Κατά τον νέον τούτον μεταξύ Μωάμεθ και Μουσά εμφύλιον πόλεμον πολεμικά πλοία Ελληνικά μετήγον τον στρατόν του Μωάμεθ από Ασίας εις Ευρώπην, ενώ ο Μουσάς επολιόρκει την Κωνσταντινούπολιν κατά γην και κατά θάλασσαν καταστρέφων τας περί αυτήν πόλεις. Τότε δ' ακριβώς ο Ελληνικός στόλος κατενίκησε τον στόλον του Μουσά και παρέσχε σημαντικάς βοηθείας εις τον Μωάμεθ, όστις πάλιν έσπευσε μετά στρατού εις βοήθειαν της υπό του Μουσά κινδυνευούσης Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μωάμεθ ηττήθη υπό του Μουσά και μόλις διεσώθη εις την Μικράν Ασίαν επί πλοίων Ελληνικών (1411). Αλλά τότε συνήγαγεν εξ Ασίας νέας δυνάμεις μεγάλας, άς Ελληνικά πλοία διεπεραίωσαν εις την Ευρώπην (1412). Μετά του στρατού δε τούτου κατέβαλεν επί τέλους τον Μουσάν (1413), όστις συλληφθείς αιχμάλωτος εστραγγαλίσθη κατά διαταγήν του Μωάμεθ. Ούτος γενόμενος νυν κύριος του όλου κράτους (1413) έμεινε μέχρι τέλους πιστός εις τον Μανουήλ τιμών αυτόν ως πατέρα, έδωκε δ' αυτώ και πολλάς υπό του Μουσά κυριευθείσας παρά την Προποντίδα, τον Εύξεινον Πόντον και εν Θεσσαλία πόλεις. Ο Μωάμεθ Α' ετελεύτησε τω 1421 πεσών από του ίππου έν τινι θήρα, μόλις το 30 άγων της ηλικίας έτος. Μετ' ολίγα έτη (1424) απεχώρησε και ο Μανουήλ εις την μονήν του Παντοκράτορος, καταλιπών την αρχήν εις τον πρεσβύτατον των υιών αυτού και συμβασιλέα Ιωάννην Η'.

7. Μουράτ Β' (1421-1452) και Ιωάννης Η'
(1424-1449).

Αι μεταξύ του Μανουήλ Β' και του Μωάμεθ Α' αγαθαί σχέσεις δεν διετηρήθησαν μετά τον θάνατον του Σουλτάνου τούτου επί του πρωτοτόκου υιού και διαδόχου αυτού Μουράτ Β'. Ο σουλτάνος Μωάμεθ Α' προ του θανάτου αυτού είχεν εξορκίσει τον Μανουήλ ίνα μετά τον θάνατον αυτού απαιτήση παρά του Μουράτ την εις Κωνσταντινούπολιν αποστολήν των δύο νεωτέρων του Σουλτάνου (Μωάμεθ) υιών, τούτο δε είχε παραγγείλει και εις τους βεζίρας αυτού. Αλλ' ο Μουράτ Β' δεν εξεπλήρωσε την πατρικήν διαθήκην. Τότε ο Μανουήλ και ο Ιωάννης υπεστήριξαν εναντίον του Μουράτ Μουσταφάν τινα λεγόμενον υιόν του Βαγιαζίτ. Ο δε Μουράτ, αφού κατέβαλε τον Μουσταφάν, ετράπη εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως ζώντος έτι του Μανουήλ και επολιόρκησε ταύτην (10 Ιουνίου 1422). Η πολιορκία αύτη, καθ' ήν οι Οθωμανοί εποιήσαντο χρήσιν το πρώτον εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως και πυροβολικού (197), διήρκεσε 42 ημέρας. Η τη 22 Αυγούστου γενομένη εναντίον των τειχών έφοδος απεκρούσθη υπό των Ελλήνων, γενναιότατα αμυναμένων επί των επάλξεων του κλήρου και του λαού. Μετά την αποτυχίαν της εφόδου ήρεν ο Μουράτ την πολιορκίαν, και αφείς επί μικρόν ησύχους τους Έλληνας ετράπη επί τους εν Ασία υπό του Ταμερλάνου αποκατασταθέντας εις τα κράτη αυτών Τούρκους δυνάστας.

Αφού δε επανήλθεν εις Ευρώπην τω 1423 επεχείρησε στρατείαν εις την Πελοπόννησον, πέμψας αυτόσε τον στρατηγόν αυτού Τουραχάν, δεινάς επενεγκόντα εν τη χερσονήσω ταύτη καταστροφάς εις τους Έλληνας, ών εξηνδραπόδισε και απήγαγε μεθ' εαυτού εξακισχιλίους.

Τω επομένω έτει εξηγόρασε την ειρήνην ο Ιωάννης εκχωρήσας αύθις τω Οθωμανικώ κράτει πολλάς των υπό του Σουλεϊμάν και του Μωάμεθ Α' αποδοθεισών εις το Ελληνικόν κράτος Ελληνικών πόλεων. Αλλ' ατυχώς η ειρήνη αύτη δεν εκώλυσε την καταστροφήν άλλης μεγάλης πόλεως Ελληνικής, της Θεσσαλονίκης. Η πόλις αύτη, η δοθείσα υπό του σουλτάνου Σουλεϊμάν (σελ. 280) εις το Ελληνικόν κράτος επί του Μανουήλ, διοικουμένη υπό του Ανδρονίκου Παλαιολόγου ως ιδία ηγεμονία, επωλήθη υπό τούτου εις τους Βενετούς τω 1424 αντί 50 χιλιάδων δουκάτων (198). Επί τούτω ο Σουλτάνος ωργίσθη σφόδρα, μη αναγνωρίζων τοις Βενετοίς το δικαίωμα του αγοράζειν πόλιν υπό των πατέρων αυτού τοις Έλλησι δωρηθείσαν και μετά τινα έτη (τω 1430) επελθών επολιόρκει την Θεσσαλονίκην και κυριεύσας αυτήν εξ εφόδου παρέδωκεν εις σφαγήν και λεηλασίαν (199). Μετά την άλωσιν της Θεσσαλονίκης μετά φόβου ησθάνοντο νυν οι Έλληνες τον αυτόν κίνδυνον επικείμενον τη Κωνσταντινουπόλει. Και όμως ο Μουράτ Β', ο προ 8 ετών αποτυχών εν τη κατά της πόλεως ταύτης επιχειρήσει, δεν εβουλεύτο να επαναλάβη νυν ομοίαν επιχείρησιν. Δύο ήρωες φανέντες νυν εν τη σκηνή της ιστορίας επέσχον την ορμητικήν πορείαν του Μουράτ Β' μέχρι τέλους της ζωής αυτού. Ήσαν δ' ούτοι ο Ούγγρος Ιωάννης Ουνιάδης (200) και ο Ελληναλβανός Γεώργιος Καστριώτης ή Σκενδέρβεης (201). Και ο μεν Σουλτάνος, όστις τω 1431 επί τη ευκαιρία του θανάτου του Καρόλου Τόκκου, Φράγκου ηγεμόνος της Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, έχοντος και την προσωνυμίαν του δουκός των Ιωαννίνων, προσήρτησε την Ελληνικήν ταύτην πόλιν εις το κράτος αυτού, περισπώμενος νυν υπό των Ουγγρικών πολέμων κατέλιπεν ησυχίαν τινά εις τον αυτοκράτορα Ιωάννην Η'. {283} Ταύτην επωφελούμενος ο αυτοκράτωρ μετέβη τω 1437 εις την Ιταλίαν μετά του πατριάρχου Ιωσήφ και άλλων επιφανών κληρικών και λαϊκών, ίνα παραστή εις την εν Φλωρεντία υπό του πάπα Ευγενίου Δ' συγκληθείσαν σύνοδον προς ένωσιν των Εκκλησιών. Η ένωσις αύτη απητείτο υπό του Πάπα και προσεφέρετο υπό του αυτοκράτορος ως αντάλλαγμα της βοηθείας, ήν έμελλον οι ηγεμόνες της Δύσεως, προτροπή του Πάπα, να πέμψωσιν εις την κινδυνεύουσαν Κωνσταντινούπολιν. Και τυπικώς μεν ετελέσθη η ένωσις αύτη υπογραφείσα υπό του αυτοκράτορος και του πατριάρχου, τελευτήσαντος εν Ρώμη, αλλά μετά την επάνοδον του αυτοκράτορος πλείστοι επιφανείς κληρικοί και λαϊκοί και οι πατριάρχαι των τεσσάρων άλλων πατριαρχείων και ο πολύς λαός διεμαρτύροντο κατ' αυτής, ψευδοσύνοδον καλούντες την γενομένην σύνοδον. Ούτω δε η κατά τύπον απλώς τελεσθείσα ένωσις αντί να επενέγκη την ένωσιν της όλης Εκκλησίας εκινδύνευε να επενέγκη σχίσμα εν αυτή τη Ανατολική Εκκλησία μεταξύ των καλουμένων Ενωτικών και των Ανθενωτικών. Ουχ ήττον εν τοις μετά την σύνοδον χρόνοις τα πράγματα εφαίνοντο καταλληλότατα, τω Πάπα προς επιχείρησιν σταυροφορίας.

Ο Ουνιάδης μετά τινας επιτυχείς τε και ατυχείς προς τον Σουλτάνον πολέμους είχεν επιχειρήσει τω 1443 την λεγομένην μακράν στρατείαν, καθ' ήν εντός πέντε μηνών προήλασεν από Πέστης μέχρι του Αίμου, λαμπράς νικήσας νίκας εναντίον των Τούρκων. Ο Σουλτάνος καταπονηθείς υπό των διηνεκών στρατειών και καμφθείς υπό των ατυχιών έστερξεν ειρήνην περιορίζουσαν εν Ευρώπη το κράτος αυτού εις τας εντεύθεν του Αίμου χώρας. Αλλά τότε η παπική αυλή εκίνησε πάντα λίθον ίνα ακυρωθή η ειρήνη διά νέας στρατείας ή σταυροφορίας γενομένης υπό του βασιλέως των Ούγγρων Λαδισλάου Δ' ής μετέσχον και πολλοί μικροί ηγεμόνες άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Αλλ' η νέα αύτη στρατεία, καθ' ήν Βενετοί και Γενουαίοι απιστήσαντες προς τας γενομένας προς τους χριστιανούς συμφωνίας διά του στόλου, όν έπεμψαν εις τον Βόσπορον ίνα μεταβιβάσωσι τον σταυροφορικόν στρατόν εις την Ασίαν, διεβίβασαν, επί αδροτάτοις πορθμείοις εις την Ευρώπην τον στρατόν του Σουλτάνου, απέληξεν εις την φοβεράν παρά την Βάρναν καταστροφήν των Σταυροφόρων (1444), καθ' ήν έπεσεν ηρωικώς ο βασιλεύς Λαδίσλαος. Αλλ' ο Σουλτάνος και μετά την νίκην δεν επήλθε κατά της Κωνσταντινουπόλεως, περισπώμενος νυν υπό του ήρωος Σκενδέρμπεη. Τρεις στρατείαι μετά μεγάλων στρατών γενόμεναι εναντίον του Σκενδέρμπεη, του αμυνομένου εν τοις όρεσι της Αλβανίας εναντίον των Τούρκων απέτυχον οικτρώς, απερρίφθησαν δε πάσαι αι του Σουλτάνου προτάσεις περί αναγνωρίσεως του Αλβανού ήρωος ως υποτελούς τω Σουλτάνω ηγεμόνος της Αλβανίας. Μικρόν μετά την αποτυχίαν της τρίτης στρατείας ετελεύτησεν ο Σουλτάνος τω 1451, δύο δ' έτη πρότερον είχε τελευτήσει εν Κωνσταντινουπόλει ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Η'. Διάδοχος του αυτοκράτορος Ιωάννου μη καταλιπόντος υιόν εγένετο επινεύσει του Σουλτάνου ο αμέσως νεώτερος αδελφός αυτού Κωνσταντίνος, ο τέως ως δεσπότης άρχων των εν Πελοποννήσω Ελληνικών κτήσεων, όστις κατέλιπε νυν τας κτήσεις ταύτας εις τους αδελφούς αυτού Θωμάν και Δημήτριον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑ' (1449-1453)
Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΜΩΑΜΕΘ
Β' (1451-1480)

1. Πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως.
Κατάλυσις οριστική του Ελληνικού κράτους.

Η επί του Ιωάννου Η' και του Μουράτ Β' αμφίβολος μεταξύ των δύο κρατών κατάστασις έλαβεν οριστικήν εξέλιξιν και το μοιραίον αυτής τέλος επί των διαδόχων αυτών, του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΒ' και του Σουλτάνου Μωάμεθ Β'. Ο νέος Σουλτάνος, καίπερ νεαρώτατος την ηλικίαν (202), οξύς ών την φύσιν και ιταμός τον χαρακτήρα ενεφορείτο ακαθέκτου ορμής προς ενέργειαν και επιτυχίαν, κατεχόμενος ιδίως υπό φλογεράς επιθυμίας και πόθου να καταλάβη την Κωνσταντινούπολιν, προ ουδενός δ' υποχωρών άλλοθεν παρεμβαλλομένου κωλύματος ή αντιπερισπασμού. Εξ άλλου ο Κωνσταντίνος έχων βαθείαν και τελείαν συνείδησιν της θέσεως εαυτού και του κράτους, ων αξιοπρεπής τον χαρακτήρα, ηρωικός το φρόνημα, γενναίος την ψυχήν και την καρδίαν, ευσεβής προς τον Θεόν και μεγάθυμος προς τους υπηκόους, υπερέχων εν πάσι τούτοις πάντων των εκ του οίκου των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων, ευθύς εξ αρχής της βασιλείας αυτού προς ένα μόνον απέβλεπε σκοπόν, να βασιλεύση εντίμως και αξιοπρεπώς, μη κατορθών δε τούτο να πέση εντίμως και ενδόξως, ουχί δε να παρατείνη διά ταπεινώσεων διηνεκών αρχήν και κράτος άδοξον και ταπεινόν. Εννοείται ότι μεταξύ ηγεμόνων τοιούτων, ών ο μεν εφαίνετο φύσει πεποιημένος ίνα καταστρέφη, ο δε εκ φύσεως και εκ του ήθους του χαρακτήρος αυτού προωρισμένος να πέση και καταστραφή ενδόξως, δεν ηδύνατο να υπάρχη μακρά ειρήνη και συνεννόησις. Και ο μεν Σουλτάνος μεθ' όλην την ειρηνικότητα και διαλλακτικότητα, ήν κατά τας πρώτας ημέρας της βασιλείας αυτού έδειξεν, εδράξατο της πρώτης αφορμής ίνα φανή απηνής πολέμιος, ο δε αυτοκράτωρ ευθύς εξ αρχής έδειξε προς τον νέον Σουλτάνον, ότι εις ουδέν ηδύνατο να υποχωρήση αυτώ άπαδον προς την τιμήν, την αξιοπρέπειαν και το καθήκον.

Και ο μεν Σουλτάνος από της αρχής της βασιλείας αυτού εφρόντιζε διηνεκώς περί της αναγκαίας προς κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως παντοίας παρασκευής· ο δε βασιλεύς Κωνσταντίνος ενδελεχώς εφρόντιζε και ούτος περί παρασκευής αμύνης κρατεράς επισκευάζων τα τείχη και τα οχυρώματα, περί προμηθείας σίτου επαρκούς εν καιρώ της πολιορκίας, πέμπων τα πλοία εις το Αιγαίον προς προμήθειαν τροφών, ενισχύων τον μικρόν αυτού στόλον εκ των ενόντων, διαπραγματευόμενοι δε και προς τον Πάπαν και προς τους ευρωπαίους ηγεμόνας περί αποστολής βοηθείας και προσελκύων διά των ιδίων ενεργειών φιλέλληνας εθελοντάς μαχητάς εκ διαφόρων χωρών της Ευρώπης.

Ο Σουλτάνος ήρξατο τω 1452 αποτόμως να μετέρχηται εχθρικήν και προκλητικήν πολιτικήν κτίζων φρούρια επί της ευρωπαϊκής όχθης του Βοσπόρου εν τω στενωτάτω μέρει του πορθμού τούτου (το νυν έτι καλούμενον Ρούμελη-χισσάρ = Ευρωπαϊκόν φρούριον απέναντι του υπό του Βαγιαζίτ Α' επί της Ασιατικής όχθης εκτισμένου φρουρίου, του καλουμένου έτι νυν Ανατολού-χισσάρ = Ανατολικόν φρούριον), ίνα στερήση την Κωνσταντινούπολιν πάσης προς τον Εύξεινον συγκοινωνίας και της εκείθεν επισιτίσεως, πέμπων συγχρόνως τον στρατηγόν αυτού Τουραχάν (το δεύτερον νυν) εις Πελοπόννησον, ίνα κωλύση πάσαν εκείθεν βοήθειαν εις την Κωνσταντινούπολιν. Τα περί τον Βόσπορον υπό των Τούρκων γενόμενα, προκαλέσαντα την διαμαρτυρίαν του βασιλέως ως παραβιάζοντα τα δικαιώματα αυτού, και τα άλλα μετά της πράξεως εκείνης συνδεόμενα εναντίον των εν τοις περιχώροις της πόλεως Ελλήνων αδικήματα αυτών επήνεγκον την διακοπήν των σχέσεων. Τέλος δε ο αυτοκράτωρ κηρύξας τω Σουλτάνω αξιοπρεπώς ότι ανέθετε την τύχην της πόλεως εις τας χείρας του Θεού, διέταξε να κλεισθώσιν αι πύλαι (1452), ο δε Σουλτάνος άνευ επισήμου κηρύγματος πολέμου επήλθε μετά μεγάλου στρατού (240-260 χιλ. ανδρών) πεζικού και ιππικού και μετά πυροβολικού ισχυρού ως προς τους τότε χρόνους και στόλου μεγίστου εναντίον της πόλεως (1453). Η πολιορκία ήρξατο τη Παρασκευή της εβδομάδος της Διακαινησίμου (7 Απριλίου) και διήρκεσε μέχρι της μετά την Κυριακήν των Αγίων Πάντων Τρίτης (29 Μαΐου), ήτοι ημέρας 52. Κατά ταύτην ο πεζικός στρατός των Τούρκων κατέλαβε πάσαν την γραμμήν των χερσαίων τειχών από της Προποντίδος μέχρι του Κερατίου κόλπου και τα ύπερθεν του κόλπου τούτου απέναντι της πόλεως υψώματα του Πέραν (ο Γαλατάς κατείχετο έτι υπό Γενουαίων ως ιδιαιτέρα αυτοτελής αποικία και πολιτεία τούτων). Κατά την γραμμήν δε ταύτην απέναντι των πυλών ιδρύθησαν και τα πυροβολεία. Ο δε από 400 και επέκεινα μεγάλων και μικρών πλοίων συγκείμενος Οθωμανικός στόλος κατέλαβε το στόμιον του Κερατίου κόλπου μη δυνάμενος να εισέλθη εις αυτόν ένεκα της φραττούσης την είσοδον σιδηράς αλύσεως (σ. 243). Απέναντι των κολοσσιαίων τούτων κατά γην και κατά θάλασσαν επιθετικών δυνάμεων του Σουλτάνου, αι αμυντικαί δυνάμεις των πολιορκουμένων ανήρχοντο κατά γην εις 7 περίπου χιλιάδας μαχητών (τούτων 4,969 ήσαν Έλληνες, οι λοιποί 2,000 διάφοροι Ευρωπαίοι, το μεν πλείστον Ιταλοί (300-500 Γενουαίοι), ολίγοι δε Γερμανοί και Ισπανοί), κατά θάλασσαν δε συνέκειντο εκ δεκάδος πλοίων ελληνικών και Ιταλικών, ών τινα μάλιστα (4 αυτοκρατορικά) έλειπον έτι εν τω Αιγαίω, καθ' όν χρόνον ήρξατο η πολιορκία. Και πυροβόλα είχον επί των τειχών οι πολιορκούμενοι, αλλά ταύτα πολύ ολίγην φθοράν επέφερον τοις πολεμίοις, ήσσονα της υπό του πυροβολικού τούτων επιφερομένης εις τα τείχη. Καθόλου δε το πυροβολικόν δεν ήσκησε σημαντικήν ροπήν επί τας τύχας του πολέμου. Γενικός αρχηγός της αμύνης μετά τον αυτοκράτορα διωρίσθη ο των Γενουαίων εθελοντών αρχηγός ο εξ ευγενούς οίκου της πατρίδος αυτού καταγόμενος Ιωάννης Λόγγος Ιουστινιανός (De Giustiniani), υπ' αυτόν δε ήσαν τεταγμένοι και οι άλλοι αρχηγοί, το πλείστον Ευρωπαίοι, εν οίς ο Γερμανός Ιωάννης Γράουτ αμυνόμενος εν τη πύλη της Καλιγαρίας εποιείτο χρήσιν του (το ύστατον νυν εν τη ιστορία αναφερομένου) υγρού πυρός. Ο Σουλτάνος αποφεύγων εν αρχή πάσαν κατά των τειχών έφοδον ηρκείτο εις τακτικήν πολιορκίαν. Αλλ' αύτη κατά θάλασσαν ήτο πάντοτε ατελής, του οθωμανικού στόλου μη εισερχομένου εις τον λιμένα (τον Κεράτιον κόλπον). Αλλά γεγονός τι κατά θάλασσαν, καταστρεπτικόν άμα δε και επαισχυντότατον αποβάν εις τον Οθωμανικόν στόλον ενέπνευσεν εις τον Σουλτάνον βουλήν τολμηράν επενεγκούσαν τον στενόν από του λιμένος αποκλεισμόν της πολιορκουμένης πόλεως. Τη 15 Απριλίου, ενώ ο από 400 πλοίων συγκείμενος Οθωμανικός στόλος εστάθμευεν εν μεγάλη γραμμή προ της εισόδου του Κερατίου κόλπου, εφάνησαν πέντε πλοία χριστιανικά (ων τα τέσσαρα Γενουαία και το πέμπτον αυτοκρατορικόν, υπό την διοίκησιν του γενναίου πλοιάρχου Φλαντανελλά, εκ των πεμφθέντων εις το Αιγαίον προς προμήθειαν τροφών). Μάτην ο εκατονταπλάσιος σχεδόν Οθωμανικός στόλος επειράθη να κωλύση την εις τον λιμένα είσοδον των πέντε πλοίων. Εν τη συγκροτηθείση τότε ναυμαχία (ενώπιον του από της παραλίας του Γαλατά εκ μικράς αποστάσεως θεωμένου Σουλτάνου) ο Οθωμανικός στόλος έπαθεν ήτταν αισχίστην, αποβαλών ουκ ολίγα πλοία βυθισθέντα υπό των εκ των χριστιανικών πλοίων ριπτομένων λίθων ή καέντα υπό των εκ των αυτών πλοίων ριπτομένων ευφλέκτων υλών. Ο Έλλην πλοίαρχος Φλαντανελλάς και οι Γεννουαίοι Κατάνεος, Νοβάρρας και Βαλανιέρος ετέλεσαν εκείνην την ημέραν θαύματα ανδρείας και τα πλοία αυτών βοηθούμενα υπό του ανέμου εισήλθον εις τον λιμένα αρθείσης της αλύσεως και πάλιν τεθείσης προς αίσχος του ηττημένου και υποχωρήσαντος τουρκικού στόλου.

Ο Σουλτάνος εν τη οργή και μανία αυτού επί τη αισχρά αποτυχία συνέλαβε το τολμηρότατον μεγαλουργόν σχέδιον να μετενέγκη τα πλοία κατά γην από του Βοσπόρου εις τον Κεράτιον κατασκευάσας οδόν ξυλίνην διά των ύπερθεν του Διπλοκιονίου και Γαλατά και Πέραν υψωμάτων, αληλιμμένην διά λιπαρών ουσιών. Το μέγα τούτο έργον εκτελέσας (βοηθεία, ως υποτίθεται, των Γενουαίων) εν μια νυκτί μετεβίβασεν εν τω λιμένι 70 πλοία. Μάτην οι πολιορκούμενοι μετά την πρώτην έκπληξιν επειράθησαν δις να καύσωσι τον στόλον τούτον. Αι απόπειραι απέτυχον μετά μεγάλης φθοράς ανθρώπων, ιδίως Ιταλών, και η πόλις επολιορκήθη νυν στενώς και κατά θάλασσαν. Τότε ο Σουλτάνος, αφού παρήλθον ήδη 7 εβδομάδες από της ενάρξεως της πολιορκίας και ρήγματα πολλά εγένοντο εν τω τείχει, απεφάσισε να επιχειρήση την έφοδον. Αλλά προ τούτου έπεμψε κήρυκα προς τον αυτοκράτορα (16 Μαΐου) προτείνων αυτώ την ειρηνικήν παράδοσιν της πόλεως επί τω όρω της ασφαλείας της ζωής και της περιουσίας των κατοίκων, της ασφαλούς εξόδου του αυτοκράτορος μετά της ακολουθίας αυτού και ανταλλαγής της αρχής της Κωνσταντινουπόλεως αντί της Πελοποννήσου, ής έμελλε να αναγνωρίση αυτόν ο Σουλτάνος ανεξάρτητον ηγεμόνα. Αλλ' εν τω υπό την προεδρίαν του αυτοκράτορος συγκροτηθέντι συμβουλίω υπερίσχυσεν η φωνή της απεγνωσμένης μετά τιμής και δόξης μέχρις εσχάτων αντιστάσεως.

Ο ανώτατος όρος των παραχωρήσεων του αυτοκράτορας ήτο η πληρωμή φόρου, αν ο Σουλτάνος απεχώρει εκών της πόλεως. «Το δε την πόλιν παραδούναι, είπε τω κήρυκι, ούτε εμόν εστιν, ούτ' άλλον των κατοικούντων ενταύθα· κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεθα μη φειδόμενοι της ζωής ημών».

Ο Σουλτάνος τότε ανήγγειλεν εις όλον το στρατόπεδον αυτού την επικειμένην έφοδον, κηρύττων ότι παρέδιδεν, εν περιπτώσει καταλήψεως της πόλεως, πάσας τας εν αυτή κινητάς ουσίας και τους ανθρώπους αυτής εις τον στρατόν, φυλάσσων εαυτώ μόνον τα τείχη και τας οικοδομάς. Συγχρόνως δε αμοιβαί μεγάλαι και τιμάρια (σανδζάκια σελ. 267) επηγγέλλοντο εις τους πρώτους αναβησομένους επί τα τείχη, και τα ηθικά ελατήρια του θρησκευτικού φανατισμού εξηγείροντο υπό των δερβισών, προαγγελλόντων ανά το στρατόπεδον ταγαθά του παραδείσου εις τους μέλλοντας να στεφθώσι διά στεφάνων μαρτύρων (203). Το κήρυγμα εγένετο τη 26 Μαΐου, και ο στρατός μετά μεγάλου φανατισμού παρεσκευάσθη εις την έφοδον, ήτις ήρξατο τη 29 Μαΐου περί τον όρθρον. Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος αγρυπνήσας καθ' όλην εκείνην την νύκτα ήκουσε κατανυκτικώς της ιεράς ακολουθίας και της όλης λειτουργίας εν τω ναώ της του Θεού Σοφίας, το ύστατον νυν ηχησάντων εν αυτώ ύμνων και δεήσεων και ωδών ικετευτικών χριστιανικών (204). Αφού δε μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων παρασκευαζόμενος εις την υπερτάτην υπέρ της πίστεως και της πατρίδος διά βασιλικού θανάτου θυσίαν, απηύθυνε λόγον κατανυκτικώτατον τοις Έλλησι προμάχοις της πόλεως αναθέτων εις την ανδρείαν αυτών του «τεταπεινωμένου σκήπτρου» αυτού την ανόρθωσιν και την άμυναν της κοσμοκρατείρας πόλεως, της χαράς πάντων των Ελλήνων (205). Εν τέλει εζήτησε συγγνώμην δι' όσα ως ανθρώπος δυσηρέστησε τινί προσφωνήσας δε και τους φιλέλληνας και αποχαιρετίσας πάντας μεταβαίνοντας εις τον τόπον του καθήκοντος περιήλθεν άπαντα τον περίβολον των τειχών έφιππος επισκοπών τα πάντα και θαρρύνων πάντας εις το καθήκον. Κατά την πρώτην δε του πετεινού κραυγήν προ της ενάρξεως της εφόδου ευρέθη εν τη θέσει αυτού ως πολεμιστού εν τω παρά τη πύλη του Ρωμανού στρατηγείω, ένθα ην ο Ιουστινιανός. Η μετά μεγάλης ορμής αρξαμένη και μετά μεγάλης ανδρείας καθ' όλην την γραμμήν αποκρουσθείσα έφοδος διήρκεσε τέσσαρας ώρας. Ο αυτοκράτωρ, ο Ιουστινιανός και πάντες Έλληνες τε και φιλέλληνες αρχηγοί και μαχηταί ημύνοντο γενναιότατα. Αλλ' η ουχί πολύ καιρία πληγή, ήν κατά την κρίσιμον στιγμήν έλαβεν ο Ιουστινιανός και ής ένεκεν ουχί λίαν γενναίως κατέλιπε την θέσιν, και η ανυπόστατος φήμη η διαδοθείσα εν τω στρατηγείω περί της εισόδου των Τούρκων εις την πόλιν αλλαχού των τειχών, εχαλάρωσεν επί στιγμήν την άμυναν. Τούτο δε νοήσας ο Σουλτάνος έτι μάλλον ενέτεινε τας δυνάμεις αυτού. Ο αυτοκράτωρ και οι περί αυτόν ετέλεσαν θαύματα ανδρείας, αλλά κατά μικρόν τα στίφη των Τούρκων κατέκλυσαν τα τείχη, και ο αυτοκράτωρ ιδών πάντας τους περί εαυτόν πίπτοντας ενόησε το επελθόν φοβερόν τέλος και μη θέλων να επιζήση τη καταστροφή εφώνησεν αν υπάρχει χριστιανός να αποκόψη την κεφαλήν αυτού. Και χριστιανός μεν ουδείς ευρίσκετο, δύο δε πολέμιοι ορμήσαντες επλήγωσαν αυτόν θανασίμως χωρίς να γινώσκωσι την ιδιότητα αυτού. Ούτω δε ο νεκρός των τελευταίων Ελλήνων αυτοκρατόρων έκειτο αφανής εν μέσω των πολλών πτωμάτων, εωσού ο Σουλτάνος μετά την εις την πόλιν είσοδον εφρόντισε να εύρη αυτόν. Ευρεθέντος δε του πτώματος και αναγνωρισθέντος υπό του αιχμαλώτου συλληφθέντος μεγάλου ναυάρχου Νοταρά, η μεν κεφαλή αποκοπείσα και βαλσαμωθείσα επέμφθη υπό του Σουλτάνου εις τας μεγάλας μωαμεθανικάς πόλεις ως τρόπαιον, ο δε κορμός ετάφη μετά βασιλικών τιμών.

Οι Τούρκοι εισελάσαντες εις την πόλιν ολιγίστους έσφαξαν και τούτους αντιστάντας ενόπλως. Πάσαι νυν αι οικίαι κατελήφθησαν υπό των αγρίων πορθητών και ελεηλατήθησαν, οι δε ενοικούντες εξηνδραποδίσθησαν. Το πολύ του πλήθους ανδρών τε και γυναικών και παίδων κατέφυγεν εν τη απογνώσει αυτού εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας ως εις ασφαλή τόπον. Αλλά μετ' ολίγον αι πύλαι του ναού ηνοίχθησαν διά των πελέκεων των γιανιτσάρων και πάντες οι εν αυτώ εξηνδραποδίσθησαν. Αυτός δε ο ναός, «ο παμμέγιστος εκείνος ναός και θειότατος της του Θεού Σοφίας, ο ουρανός ο επίγειος, ο θρόνος της δόξης Θεού, το χερουβικόν όχημα και στερέωμα δεύτερον, η Θεού χειρών ποίησις, το θέαμα και έργον άξιον, το πάσης γης αγαλλίαμα, ο ωραίος και ωραίων ωραιότερος» εγυμνώθη παντός κοσμήματος αυτού, και μετεβλήθη εις τόπον πάσης ακολασίας και βδελυρίας των οργιαζόντων επί τη νίκη πορθητών και βεβηλωθείς την ημέραν εκείνην τοις χριστιανοίς ηγιάσθη τοις μωαμεθανοίς μεταβληθείς υπό του Μωάμεθ Β', μεταβάντος εις αυτόν απ' ευθείας μετά την εις την πόλιν είσοδον, εις προσευκτήριον μωαμεθανικόν. Πάντες σχεδόν οι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως εξηνδραποδίσθησαν και εξηφανίσθησαν διασκορπισθέντες μέχρι των εσχατιών του Οθωμανικού Κράτους. Μετά τριήμερον λεηλασίαν και εντελή ερήμωσιν της πόλεως, ο Σουλτάνος επέτρεψεν ελευθέραν οίκησιν εις χριστιανούς. Αφού δε κατέστησεν αυτήν πρωτεύουσαν του κράτους αυτού (και κατώκισεν έπειτα διά πολλών κατοίκων εξ άλλων πόλεων βία μετοικιζομένων), επέτρεψε τοις Έλλησι να εκλέξωσι Πατριάρχην μέλλοντα να κυβερνήση την Εκκλησίαν καθ' όλα τα υπό της μωαμεθανικής θρησκείας παρεχόμενα τοις Χριστιανοίς δικαιώματα. Ούτω το έθνος το πολιτικώς υποδουλωθέν έλαβε δικαίωμα και δύναμιν ανεκτής υπάρξεως και δημιουργίας νέου ιστορικού βίου αποτελούντος την περίοδον της Ελληνικής ιστορίας την καλουμένην Τουρκοκρατίαν. Ο Σουλτάνος κατέλυσε μετ' ολίγα έτη (1458) και το εν Πελοποννήσω κράτος των Παλαιολόγων δεσποτών Θωμά και Δημητρίου, τω δε 1461 κατέλυσε και το Φραγκικόν κράτος των Αθηνών και την ελληνικήν αυτοκρατορίαν της Τραπεζούντος (1466). Ούτω δε προ του τέλους έτι του 15 αιώνος πάσαι αι Ελληνικαί χώραι, άπας ο Ελληνισμός, πλην των εις το Βενετικόν κράτος υπαγομένων νήσων (των Ιονίων νήσων, της Κρήτης και της Κύπρου) καί τινων πόλεων εν Πελοποννήσω και εκτός αυτής και της Ρόδου, υπετάγη εις το Οθωμανικόν κράτος (206).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥ 11
ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ 15 ΑΙΩΝΟΣ

1. Η Γερμανία από του 11 μέχρι του 15 αιώνος.

{291} Εν Γερμανία την τω 1024 εκλιπούσαν δυναστείαν των Σαξόνων βασιλέων και αυτοκρατόρων (σελ. 153) διεδέξατο η των Σαλίων ή Φραγκωνίων καλουμένων βασιλέων και αυτοκρατόρων. Ταύτης αρχηγός εγένετο ο Κορράδος Β' (1024-1039), περί ού εγένετο λόγος εν τοις περί της θείας Εκεχειρίας ειρημένοις (σελ. 173) και μετά τούτον ήρξαν ο Ερρίκος Γ' (1039-1056), μεγάλην περιάψας δύναμιν εις το Γερμανικόν Βασίλειον, επιβαλών δε την κυριαρχίαν την Γερμανικήν εις την Βοημίαν και Ουγγαρίαν· ο τούτου υιός και διάδοχος Ερρίκος Δ' (1056-1106) περιβόητος γενόμενος ένεκα της μακράς και δεινής προς τον πάπαν Γρηγόριον Ζ' έριδος, και ο τούτου υιός Ερρίκος Ε' (1106-1125). Μετά τον Ερρίκον Ε' εκλιπόντος του οίκου του Σαλίου, και μετά την παροδικήν αρχήν του Λοθαρίου Β' του Σαξονικού (1125-1137), έλαβε την βασιλικήν και αυτοκρατορικήν αρχήν ο οίκος ο Ουενσταουφανικός (Hohenstaufen), ού αρχηγέτης εγένετο ο Κορράδος Γ' (1137-1152), μετά τούτον δε βασιλεύς και αυτοκράτωρ εγένετο ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας της Γ' σταυροφορίας Φρειδερίκος Α' ο Βαρβαρόσσας (Ερυθροπώγων, 1152-1190). Ο τούτου υιός Ερρίκος ΣΤ' (1190-1197) λαβών εις γάμον την θυγατέρα (Κωνσταντίαν) του Νορμανδού βασιλέως της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας Γουλιέλμου Α', την μόνην κληρονόμον του οίκου τούτου, περιεποίησε το κράτος τούτο εις τον Ουενσταουφανικόν οίκον, και ο εκ του γάμου τούτου γεννηθείς γνωστός ημίν αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Β' (σελ. 240) ην κυρίαρχος του βασιλείου τούτου. Αλλ' εν Γερμανία τον Ερρίκον ΣΤ' δεν διεδέξατο ευθύς ο Φρειδερίκος Β', αλλά την ενταύθα αρχήν την βασιλικήν και αυτοκρατορικήν ημφισβήτησαν προς αλλήλους δι' εμφυλίων πολέμων επί τινα χρόνον ο του Ερρίκου ΣΤ' αδελφός Φίλιππος της Σουηβίας (1197-1208) και ο εκ του οίκου των Ουέλφων ή Γουέλφων (207) Όθων Δ' δουξ της Βρυνσβίκης (1197-1215). Τον Φρειδερίκον Β' (1215-1250) τον μετά τον θάνατον του Όθωνος Δ' (1215) επαναγαγόντα αύθις την βασιλείαν εις τον οίκον τον Ουενσταουφανικόν διεδέξατο ο υιός αυτού Κορράδος Δ' (1250-1254) κυρίως εν τη Κάτω Ιταλία και Σικελία. Αλλ' ήδη τω 1245 ο πάπας Ιννοκέντιος Γ' περιελθών εις διάστασιν προς τον Φρειδερίκον Β' είχε κηρύξει αυτόν έκπτωτον του αυτοκρατορικού αξιώματος. Έκτοτε δε μέχρι του 1273 ήρισαν πολλοί περί του αυτοκρατορικού αξιώματος, μετά δε τον θάνατον του Κορράδου Δ' επήλθεν η λεγομένη μακρά μεσοβασιλεία (1254-1274), καθ' ήν ουδείς των ηγεμόνων (ούτοι ήσαν ο από του 1248 ήδη εκλεγείς Γουλιέλμος ο Ολλανδικός, ο Αλφόνσος Ι' της Καστιλίας και ο του βασιλέως της Αγγλίας Ερρίκου Γ' αδελφός Ριχάρδος ο κόμης Κορνουαλλίας) των εκλεγέντων υπό των διηρημένων προς αλλήλους εκλεκτόρων (σημ. 115) κατέλαβε πράγματι την αρχήν. {292} Τέλος δε τω 1273 οι εκλέκτορες εξέλεξαν ως βασιλέα και αυτοκράτορα τον από Ελβετίας καταγόμενον (από του πύργου Άψβουργ, Habsburg) Ροδόλφον κόμητα Αψβούργου, έχοντα ελαχίστας κτήσεις εν Ελβετία και Αλσατία. Αλλ' ο Ροδόλφος γενόμενος αυτοκράτωρ κατώρθωσε να σχηματίση ιδιαίτερον κράτος Αψβουργικόν (δουκάτον Αυστρίας) εν τη νυν χώρα της ιδιαιτέρας Αυστρίας, όπερ επί των διαδόχων αυτού δουκών της Αυστρίας, ών οι πλείστοι εξελέγησαν και αυτοκράτορες, αυξηθέν εγένετο το μέγα Αψβουργικόν κράτος το καλούμενον Αυστριακόν εκ της κοιτίδος αυτού Αυστρίας, μεθ' ού κατά τον 15 αιώνα ηνώθησαν και τα βασίλεια της Βοημίας και της Ουγγαρίας διά συνοικεσίων και κληρονομιών (εντεύθεν το παροιμιωδώς λεγόμενον bella gerant alii· tu felix, Austria, nube!) Οι Αψβούργοι διετήρησαν το αυτοκρατορικόν αξίωμα (το αξίωμα δηλονότι Γερμανού βασιλέως και Ρωμαίου αυτοκράτορος), πλήν τινων διαλειμμάτων, μέχρι του 1804.

2. Η Ιταλία από του 11 μέχρι του 15 αιώνος.

Το κατά τον 11 αιώνα εν τη Κάτω Ιταλία και τη Σικελία ιδρυθέν κράτος των Νορμανδών (όπερ, εν παρόδω ρητέον, εντός σμικρού εξερρωμανίσθη και εξιταλίσθη) περιήλθε περί τας αρχάς του 13 αιώνος εις τον Γερμανικόν Ουενσταουφανικόν οίκον (σελ. 291), από δε τούτου περί τα μέσα του αυτού αιώνος μετέβη εις τον Γαλλικόν οίκον τον Ανδεγαυικόν (σελ. 291), όστις μετά τον Σικελικόν Εσπερινόν (σελ. 255) την μεν Σικελίαν απώλεσε καταληφθείσαν υπό του Ισπανικού Αραγωνικού οίκου, εν δε τη Κάτω Ιταλία διετηρήθη έτι επί τινα χρόνον, εωσού μετά πολλάς μεταβολάς των πραγμάτων περιήλθε και αύτη κατά τον 15 αιώνα εις τον οίκον τον Αραγωνικόν και ηνώθη μετά του ηνωμένου κράτους της Ισπανίας.

Εν δε τη λοιπή Ιταλία, τη τε Άνω και Μέση (της Μέσης Ιταλίας μέρους, ως γνωστόν, ήρχεν ο Πάπας), τη υπαγομένη εις το Άγιον Γερμανορρωμαϊκόν κράτος, ιδίως εν ταις πόλεσι Μεδιολάνω, Βονωνία, Φλωρεντία, ήρξατο από των μέσων του 10 αιώνος (επί του Φρειδερίκου Α') κίνημα αντιγερμανικόν και αυτονομιστικόν, εξ ού παρήχθησαν ελεύθεραι πολιτείαι δημοκρατικαί ανήκουσαι εις την Γουελφικήν καλουμένην μερίδα. Αι πόλεις δε αύται εγένοντο εστία υλικής αναπτύξεως και εθνικού βίου, πνευματικής και εθνικής φιλολογίας Ιταλικής, ενώ αι Γιβελλινικαί καλούμεναι πόλεις (Πίσα, Παυία και άλλαι) έμειναν πισταί εις τον αυτοκράτορα και ανέπτυξαν περιωρισμένον αυτόνομον βίον. Πλην τούτου εν τη Άνω Ιταλία επέδοσαν πολιτικώς δύο κατ' εξοχήν ναυτικαί πόλεις, η Βενετία (σημ. 35 και 172) και η Γένουα, ιδρύσασαι πολλάς αποικίας εν τη Ελληνική Ανατολή και δημιουργήσασαι (ιδίως η Βενετία) μέγα αποικιακόν κράτος εν τη Μεσογείω και τω Αιγαίω. Αι Γουελφικαί πόλεις Μεδιόλανον και Φλωρεντία κατά τον 15 αιώνα μετεβλήθησαν εις δουκάτα υπό ιδίους δουκικούς δυναστικούς οίκους (το μεν Μεδιόλανον υπό οίκον Βισκόντι και είτα Σφόρτζα, η δε Φλωρεντία υπό τον περίφημον οίκον των Μεδίκων) (208).

3. Η Γαλλία από του 10 μέχρι του 15 αιώνος.

Τον πρώτον Καπετίδην βασιλέα της Γαλλίας Ούγωνα μετά βασιλείαν 10 ετών (987- 997) διεδέξατο ο υιός αυτού Ροβέρτος (997-1031), ο αφορισθείς υπό του Πάπα διότι ενυμφεύθη γυναίκα συγγενή τετάρτου βαθμού. Τον Ροβέρτον διεδέξατο ο δευτερότοκος αυτού υιός (του πρώτου τελευτήσαντος προ του πατρός) Ερρίκος Α' (1031-1060), όστις ενυμφεύθη την θυγατέρα του «μεγάλου ηγεμόνος» της Ρωσίας Βλαδιμήρου (σελ. 215) Άνναν. Τον Ερρίκον Α' διεδέξατο ο εκ του ρηθέντος γάμου γεννηθείς Φίλιππος Α' (1060-1108), ού διάδοχος ήτο ο υιός αυτού Λουδοβίκος ΣΤ' ο Παχύς (1108-1137). Από του Λουδοβίκου ΣΤ' δε ήρξατο η βασιλεία εν Γαλλία να προσλαμβάνη δύναμίν τινα πολιτικήν, περιστέλλουσα την πολυαρχίαν των φεουδαρχών ή υποτελών, ενώ οι προ αυτού Καπετίδαι σκιάν μόνον είχον υπερτάτης αρχής. Τον Λουδοβίκον ΣΤ' διεδέξατο ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας της Β' Σταυροφορίας υιός αυτού Λουδοβίκος Ζ' (1137-1180) και τούτον ο εκ της ιστορίας της Γ' Σταυροφορίας γνωστός υιός αυτού Φίλιππος Β', ο επικαλούμενος Αύγουστος (1180- 1223). Ο τε Λουδοβίκος Ζ' και ο Φίλιππος Β' ύψωσαν σημαντικώς την δύναμιν της γαλλικής μοναρχίας εν τε τω εσωτερικώ και τω εξωτερικώ. Μετά τον Φίλιππον Β' εβασίλευσεν ο υιός αυτού Λουδοβίκος Η' (1223-1226) και μετά τούτον ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας των σταυροφοριών (σελ. 240) Λουδοβίκος Θ' ο Άγιος (1226-1270). Τον μετά τον Λουδοβίκον βασιλεύσαντα υιόν αυτού Φίλιππον Γ' (1270-1285) διεδέξατο ο τούτου υιός Φίλιππος Δ' ο Καλός (1285-1314). Ούτος περιελθών εις σφοδροτάτην έριν προς τον Πάπαν ήγαγε ταύτην εις νικηφόρον υπέρ αυτού τέλος, αναγκάσας τον Πάπαν να μεταναστεύση εις την Γαλλίαν (Αβενιώνα), ένθα διήλθεν η παπική αρχή την λεγομένην περίοδον της Βαβυλωνικής αιχμαλωσίας (ει και τα έτη της λεγομένης εν Αβενιώνι παπικής αιχμαλωσίας ήσαν μόνον 67). Τον Φίλιππον Δ' διεδέξαντο κατά σειράν οι τρεις υιοί αυτού Λουδοβίκος Γ (1314-1316), Φίλιππος Ε' (1316-1322) και Κάρολος Δ' (1322-1328). Μετά των τριών τούτων αδελφών, ών ουδείς κατέλιπεν υιόν ως διάδοχον, εξέλιπεν η πρώτη γραμμή του οίκου των Καπετιδών και ήρξατο βασιλεύων πλάγιος κλάδος και ούτος εξ αρρενογονίας (209), λεγόμενος Ουαλεσιανός (Valois) από του διαδεξαμένου τον Κάρολον Δ' Φιλίππου ΣΤ' ανεψιού του Φιλίππου Δ' υιού του αδελφού αυτού Καρόλου δουκός Ουαλεσίας). {295} Από του Φιλίππου ΣΤ' άρχεται ο μέγας προς την Αγγλίαν πόλεμος ο καλούμενος εκατονταετής, διαρκέσας δε πράγματι μετά μικρών διαλειμμάτων υπέρ τα 100 έτη. Αλλά τα κατά τον πόλεμον τούτον θα εκτεθώσι διά βραχυτάτων εν τη ιστορία της Αγγλίας. Τον Φίλιππσν ΣΤ' (1328-1350) διεδέξατο ο υιός αυτού Ιωάννης ο Αγαθός (1350-1364), ο νικηθείς και αιχμαλωτισθείς υπό των Άγγλων. Επί τούτου δε ήρξατο η πρώτη των φοβερών εν Γαλλία εναντίον των Ευγενών επαναστάσεων των αγροτών, καλουμένων εμπαικτικώς Ιακωβισμών (Jacqeries) (210). Ο μετά τον Ιωάννην βασιλεύσας Κάρολος Ε' ο σοφός (1364-1380) επολέμησεν επιτυχώς εναντίον των Άγγλων, αποκατέστησε δε και εσωτερικώς εν Γαλλία την ισχύν του βασιλικού αξιώματος. Τον Κάρολον Ε' διεδέχθη ο υιός αυτού Κάρολος ΣΤ' (1380-1422), εφ' ού ο Έλλην αυτοκράτωρ Μανουήλ επεσκέψατο την Γαλλίαν (σελ. 274) και λαμπράς έτυχε παρά του Καρόλου ΣΤ' υποδοχής. Αλλ' ο Κάρολος ΣΤ' συχνώς περιπίπτων εις παραφροσύνην και μη δυνάμενος ισχυρώς να κυβερνά έδωκεν αφορμήν εις πολλάς νέας εσωτερικάς έριδας και εμφυλίους πολέμους, καθ' ούς οι Άγγλοι νικηφόροι προυχώρησαν μέχρι Παρισίων, ούς και καταλαβόντες (1415) διάδοχον του Καρόλου ΣΤ' εκήρυξαν αυτόν τον διάδοχον του Αγγλικού θρόνου (Ερρίκον τον ΣΤ'), όστις και εστέφθη βασιλεύς εν Παρισίοις τω 1422. Αλλά τα περί τούτων κάλλιον να εκτεθώσιν εν τη ιστορία της Αγγλίας.

4. Ιστορία της Αγγλίας από της Νορμανδικής
κατακτήσεως του 1066 μέχρι του 15 αιώνος.

Ο αρχηγός της Νορμανδικής δυναστείας της ιδρυθείσης τω 1066 εν Αγγλία, ο Νορμανδός Γουλιέλμος Α' ο Κατακτητής εβασίλευσε μέχρι του 1087. Εισήγαγε δε αυστηρόν φεουδαλικόν σύστημα εις την χώραν καταλαβών πάσαν την γην και διανείμας ταύτην εις τους Νορμανδούς αυτού και συστήσας εξ αυτών πολυπληθή φεουδαλικήν αριστοκρατίαν στενώς μετά του θρόνου συνδεδεμένων. Διετήρησε δε ο Γουλιέλμος και τας εν Γαλλία κτήσεις του οίκου αυτού, γενόμενος ως προς αυτάς υποτελής του βασιλέως της Γαλλίας. Τον Γουλιέλμον Α' διεδέχθη εν τη αρχή ο υιός αυτού Γουλιέλμος Β' (1087-1100) και τούτον ο υιός αυτού Ερρίκος Α' (1100-1135).

Ο Ερρίκος Α' λέγεται ότι έδωκε τον πρώτον χάρτην των ελευθεριών (charta libertatum), τον αποτελούντα την βάσιν των ελευθεριών του Αγγλικού λαού. Μετά τον Ερρίκον Α' μη έχοντα άρρενα διάδοχον, μετά τινας περί του θρόνου έριδας μεταξύ της θυγατρός αυτού Ματθίλδης (συζύγου του Γάλλου ευπατρίδου κόμητος Γοδεφρείδου Ανδεγαυίας του επικαλουμένου Πλανταγενέτου) και του ανεψιού αυτού Στεφάνου Blois επελθούσας, εβασίλευσεν ο Στέφανος (1135-1154), και μετά τούτον ο της Ματθίλδης και του Γοδεφρείδου υιός Ερρίκος Β' (1154-1189) γενόμενος αρχηγός του Πλανταγενετικού καλουμένου βασιλικού οίκου της Αγγλίας. Ούτος διά του γάμου αυτού μετά της πλουσιωτάτης εις φέουδα Γαλλίδος Ελεονόρας, της κομήσσης Πικταυίας (Poitiers), προσέθηκε νέας κτήσεις εις τας εν Γαλλία κτήσεις του Αγγλικού Νορμανδικού οίκου, και ούτως ο βασιλικός οίκος της Αγγλίας κατέστη κύριος του ενός τρίτου της Γαλλίας, κατέχων αυτάς ως υποτελής εις τους βασιλείς της Γαλλίας. Αι τοιαύται μεταξύ των δύο κρατών και των βασιλικών αυτών οίκων σχέσεις επήνεγκον έριδας και πολέμους μεταξύ αυτών και ιδίως τον εκατονταετή καλούμενον (σελ. 295) πόλεμον. Τον Ερρίκον Β' διεδέξατο ο υιός αυτού Ριχάρδος Α' ο θυμολέων (1189-1199), ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας της Γ' Σταυροφορίας (σελ. 239). Του Ριχάρδου διάδοχος εγένετο ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο Ακτήμων (1199-1214), ο δους τον «μέγαν χάρτην των ελευθεριών (magna charta libertatum)». Επί του διαδόχου του Ιωάννου Α', Ερρίκου Γ' (1214-1272) επανάστασις ευγενών εξηνάγκασε τον βασιλέα να ιδρύση προς τη μέχρι τούδε υφισταμένη και εξ ευγενών απαρτιζομένη βουλή των Λόρδων και την βουλήν των Κοινοτήτων. Ο του Ερρίκου Γ' δε ισχυρός και φιλοπόλεμος διάδοχος Εδουάρδος Α' (1272-1307) υπέταξεν εις το Αγγλικόν κράτος την μέχρι τότε ανυπότακτον Ουαλλίαν (σελ. 153) και έδωκεν εις τον υιόν και διάδοχον αυτού την προσωνυμίαν «πρίγκιψ της Ουαλλίας», ήν προσωνυμίαν φέρουσι μέχρι νυν οι διάδοχοι του Αγγλικού θρόνου. Ο αυτός δε ηνάγκασε και την Σκωτίαν νυν το πρώτον να αναγνωρίση την κυριαρχίαν της Αγγλίας. Μετά την ασθενή και άδοξον βασιλείαν του Εδουάρδου Β' (1307-1327), υιού και διαδόχου του Εδουάρδου Α', ο υιός και διάδοχος αυτού Εδουάρδος Γ' (1327-1377) εβασίλευσεν ενδοξότατα, αναγκάσας αύθις την Σκωτίαν να αναγνωρίση την αγγλικήν κυριαρχίαν, και διεξήγαγε νικηφόρον πόλεμον εναντίον των Γάλλων, άρξας ούτω του μνημονευθέντος εκατονταετούς μεταξύ των δύο χωρών πολέμου. Εν τω πολέμω τούτω ενίκησε νίκην λαμπροτάτην εν Κρεσσύ (1246) εναντίον του Φιλίππου ΣΤ', εν δε τη μάχη του Μωπερτουύ (1356) νικήσας συνέλαβεν αιχμάλωτον τον βασιλέα Ιωάννην Α' και διά της ειρήνης του Βρετινύ (1360) εγένετο κύριος του ημίσεος σχεδόν της Γαλλίας. Επί του ασθενούς υιού και διαδόχου του Εδουάρδου Γ' Ριχάρδου Β' (1377-1399) απώλοντο οι πλείστοι των καρπών των λαμπρών νικών του Εδουάρδου Γ'. Αλλά μετά την ασθενή βασιλείαν του διαδόχου του Ριχάρδου Β' (εκ πλαγίας γραμμής) Ερρίκου Δ' (1399-1413), εξαδέλφου του Ριχάρδου Β', ανήλθεν εις τον θρόνον ο του Ερρίκου Δ' υιός Ερρίκος Ε' (1413-1422). Ούτος ανανεώσας τον προς την Γαλλίαν πόλεμον ενίκησεν εν Αζιγκούρ (1415) νίκην ανοίξασαν αυτώ τας πύλας των Παρισίων και ηνάγκασε τον βασιλέα της Γαλλίας Κάρολον ΣΤ' να αναγνωρίση (1420) ως διάδοχον αυτού επί του Γαλλικού θρόνου αυτόν τον του Αγγλικού θρόνου διάδοχον, υιόν του Ερρίκου Ε', Ερρίκον ΣΤ'. Ούτω δε ο τω 1422 μετά 2 έτη διαδεξάμενος επί του Αγγλικού θρόνου τον πατέρα αυτού Ερρίκος ΣΤ' (βασιλεύς εν Αγγλία από του 1422 έως 1461) ανήλικος έτι ων εστέφθη και βασιλεύς της Γαλλίας (αποθανόντος τω αυτώ έτει και του Καρόλου ΣΤ'). Αλλά τότε ο του Καρόλου ΣΤ' υιός Κάρολος Ζ' αποχωρήσας εις τας εκείθεν του Λείγηρος χώρας εξήγειρε τους Γάλλους των χωρών τούτων εναντίον των Άγγλων και κηρυχθείς βασιλεύς διεξήγαγε φοβερόν εναντίον των Άγγλων εθνικόν πόλεμον, εν ώ εφάνη ως ηρωίς και προφήτις ένθους και η περίφημος Αυρηλιανή παρθένος Ιωάννα Αρκία, εξάπτουσα τον εθνικόν ενθουσιασμόν των Γάλλων. Και αύτη μεν συνελήφθη και εθανατώθη επί πυράς υπό των Άγγλων αλλ' ο των Γάλλων εθνικός πόλεμος εστέφθη υπό τελείας επιτυχίας. Οι Άγγλοι απώλεσαν πάσας τας εν Γαλλία κτήσεις αυτών (1453) πλην της Καλαισίας (Calais), ο δε Κάρολος Ζ' εγένετο κύριος και νόμιμος βασιλεύς απάσης της Γαλλίας. Ο εκατονταετής καλούμενος πόλεμος ο διαρκέσας πλείονα των 100 ετών (1446-1453) έληξε τω αυτώ έτει, καθ' ό εάλω η Κωνσταντινούπολις υπό των Οθωμανών. Κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του Ερρίκου ΣΤ' ήρξατο εν Αγγλία δεινός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των δύο πλαγίων συγγενών οίκων περί διαδοχής του θρόνου (του Ερρίκου μη έχοντος τέκνα), εξηκολούθησε δε σφοδρότατος και καταστρεπτικώτατος μετά τον θάνατον του βασιλέως επί 24 έτη (1461-1485), εωσού τω 1485 ο αμφοτέροις τοις ερίζουσιν οίκοις συγγενής Ερρίκος Ζ' Τουδώρ (Θεοδωρίδης) κατισχύσας των αντιπάλων κατέπαυσε τον αγώνα ιδρύσας τω 1485 δυναστείαν βασιλεύσασαν μέχρι του 1603, την δυναστείαν των Τουδώρ ή Θεοδωριδών) (211).